Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

῾ Η μεγαλύτερη λέξη στόν κόσμο (ἑλληνική φυσικά)

Η μεγαλύτερη λέξη στον κόσμο Αναφέρεται στις 'Εκκλησιάζουσες' του Αριστοφάνη. Η λέξη αρχίζει στον στίχο 1.169 , φθάνει μέχρι τον στίχο 1.175 και αποτελεί μια ολόκληρη μαγειρική συνταγή που προφέρεται απνευστί επί σκηνής.
Συγκεκριμένα πρόκειται για συνταγή κυκεώνα, στην οποία το φαγητό είναι συνονθύλευμα τροφών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αριστοφανική λέξη έχει καταγραφεί ως η μεγαλύτερη πραγματική λέξη στον κόσμο στο ΒιΒλίο των Ρεκόρ "Guinness" (Guinness Book of Records):

λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκρανιολειψανοδριμυποτριμματοσιλφιολιπαρομελιτοκατακεχυμενοκιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστερα
λεκτρυονοπτοπιφαλλιδοκιγκλοπελειολαγωοσιραιοβαφητραγανοπτερυγών.
 


πηγή:http://www.hellinon.net

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΠΑΣΧΑ-Γρηγορίου Ξενοπούλου




Αγαπητοί μου,

AΥΤΕΣ τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια. Και θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές που χαιρόμουν στην πατρίδα μου, όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ' οδηγούν σε όλα. Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»... Όσο ήταν χειμώνας, η μητέρα μου μ' έπαιρνε μαζί της στον Αϊ-Γιάννη ή στη Φανερωμένη, τις γειτονικές μας εκκλησίες, που λειτουργούσαν κάπως αργά —από τις οκτώ η μια, από τις εννιά η άλλη. Μα όταν έμπαινε η άνοιξη, που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί, ο πατέρας μου μ' έπαιρνε στην Επισκοπιανή ή στον Άγιο Χαράλαμπο, εξοχικές εκκλησίτσες αυτές, σ' ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο, που λειτουργούσαν από τις επτά. Μετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν περίπατο στους Κήπους και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο.
Ώ, ήταν τόσο όμορφα! Η άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ' άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα. Τι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια! Το έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια. Τα ευαγγέλια προπάντων μ' άρεσαν πολύ. Είναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα! Πρώτα των Βαΐων —και συνήθως απ' αυτή την Κυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες— έπειτα της Ανάστασης, έπειτα του Θωμά, των Μαυροφόρων, της Σαμαρείτιδος... Ο παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Αί-Χαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος, τα έλεγε θαυμάσια. Κι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ' άλλες εκκλησιές, αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ' έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος. Κι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού —ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες. Και σου 'κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν' ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Κυρίου...
Τη Μεγάλη όμως Εβδομάδα και το Πάσχα, όλη όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Κυριακή το πρωί, η Ανάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: «Δεύτε λάβετε φως, Χριστός Ανέστη, Εν αρχή ην ο λόγος» και καθεξής. Δε μ' έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Νυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Ακολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Επιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής. Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Ανάσταση. Μόνο, από την Κυριακή των Βαΐων, πως ο Χριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Αλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Κάποιος Μυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Ταφή σε καινό μνημείο... Τι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Μόλις είχα μια ιδέα.
Κι άξαφνα... τα έμαθα όλα! Είχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού.. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης και της Μεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!... Είδα και το Χριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, ένα μεγάλο Χριστό σαν αληθινό... Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Επιτάφιο (κι ο Χριστός του Επιταφίου στη Ζάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Εσταυρωμένος). Και θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκαμε το Πάσχα στην εκκλησίτσα, την πρώτη φορά, αφού είχ' ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα. Μπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα.

Γιατί όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών. Είχα παρακολουθήσει το Χριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατο του• είχ' ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στο Μυστικό Δείπνο, είχ' ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Μητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατον μου τέκνον... Γι' αυτό το Χριστός Ανέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση, γι' αυτό μου φάνηκε σαν μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σαν μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος. Εκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα. Εκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξίδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο,
και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σαν Θεός!

Ετσι έπρεπε να είναι. Για να μου δώσει τόση χαρά η Ανάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος• για να μου κάμει τόση εντύπωση το Πάσχα, έπρεπε να γνωρίσω τη Μεγάλη Εβδομάδα. Μαθαίνοντας όσα έμαθα εκείνον το χρόνο, μάθαινα τη ζωή, που ως τότε ήμουν πολύ μικρός για να την ξέρω, αφού οι γονείς που με φρόντιζαν και μ' οδηγούσαν, δεν με πήγαιναν παρά στις χαρούμενες κυριακάτικες λειτουργίες και με προφύλαγαν απ' τα λυπητερά, που δεν ήταν ακόμα για μένα. Έτσι και στη ζωή: Τη χαρά, την αληθινή χαρά, την κατακτούμε ύστερ' από αγώνα και
αγωνία, ύστερ' από κόπο και λύπη. Πριν από κάθε μας Πάσχα, πρέπει να περάσουμε μια Μεγάλη Εβδομάδα.
Ω, αυτό το ξέρετε και σεις από τώρα. Μήπως την εβδομάδα των διαγωνισμών του σχολείου, που προηγείται από τη νίκη και τη χαρά του άριστα, δεν την ονομάζετε... Μεγάλη Εβδομάδα;
Γελάτε, ε;... Και του χρόνου!

Σας ασπάζομαι ΦΑΙΔΩΝ

( Από το περιοδικό Η Αvάπλασις των Παίδων) 

Πηγή:http://serviotikos.blogspot.com

Ποιός ἔκλεψε μία ὥρα από τόν ὕπνο τῶν παιδιῶν; (Ειρήνη Ψυχάρη)

Η εικόνα γίνεται όλο και πιο συνηθισμένη στις σχολικές αίθουσες: ταλαιπωρημένοι από τη νύστα μαθητές παρακολουθούν νωχελικά το μάθημα γερμένοι επάνω στο θρανίο. Ολοι λίγο-πολύ έχουμε συνδέσει το σχολείο με το βασανιστικό ξύπνημα και τη στέρηση του ύπνου το πρωί. Μόνο που τα σημερινά παιδιά στον δυτικό κόσμο κοιμούνται ακόμη λιγότερο: κατά μέσον όρο μία ώρα λιγότερο από ό,τι πριν από 30 χρόνια. Και αυτό έχει σοβαρές συνέπειες στην πνευματική τους ανάπτυξη, στη συμπεριφορά τους και στο βάρος τους.



Ο ρόλος και η σημασία του ύπνου στα παιδιά και στους εφήβους συνήθως παραγνωρίζεται όχι μόνο από τους αγχώδεις γονείς που τους φορτώνουν υπερβολικά το πρόγραμμα, αλλά και από τους παιδιάτρους. Στις ΗΠΑ, σύμφωνα με έρευνα του Εθνικού Ιδρύματος Υπνου (ΝSΙ), οι γονείς σε ποσοστό 90% λένε ότι τα παιδιά τους κοιμούνται αρκετά. Τα ίδια όμως πιστεύουν το αντίθετο: το 60% των μαθητών γυμνασίου και λυκείου λέει ότι υποφέρει από υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ενας στους τέσσερις μαθητές λέει ότι οι επιδόσεις του στο σχολείο έχουν πέσει επειδή του λείπει ύπνος και ένας στους τρεις αποκοιμιέται μέσα στην τάξη τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα.

Τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους: περίπου οι μισοί έφηβοι στις Ηνωμένες Πολιτείες κοιμούνται λιγότερο από επτά ώρες τις καθημερινές. Ακόμη και τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας κοιμούνται 30 λεπτά λιγότερο σε σχέση με παλαιότερα.

Ποιος έκλεψε μία ώρα από τον ύπνο των παιδιών; Γονείς, γιατροί, εκπαιδευτικοί, όλοι οι «μεγάλοι» που αγωνιούν για το μέλλον τους και θέλουν να τα βλέπουν «ξύπνια». Ωστόσο ποιες είναι οι επιπτώσεις αυτής της χαμένης ώρας στην ευαίσθητη υγεία τους; Για πρώτη φορά δύο επιστήμονες, οι Πο Μπρόνσον και Ασλι Μέριμαν, μέτρησαν τις συνέπειες από την έλλειψη του ύπνου στη φυσική κατάσταση και στις δεξιότητες των ανηλίκων. Δημοσίευσαν τα αποτελέσματα στο βιβλίο τους με τίτλο « Γιατί είναι λάθος ό,τι πιστεύουμε για την ανατροφή των παιδιών» («Why Εverything We Τhink Αbout Raising Οur Children is Wrong», εκδ. Εbury), το οποίο μόλις κυκλοφόρησε. Γράφουν ότι επειδή ο εγκέφαλος βρίσκεται σε συνεχή ανάπτυξη από την εμβρυϊκή ως και τη μετεφηβική ηλικία και επειδή μεγάλο ποσοστό αυτής της ανάπτυξης συντελείται κατά τη διάρκεια του ύπνου, η «χαμένη ώρα» έχει μεγαλύτερες επιπτώσεις στα παιδιά παρά στους ενηλίκους. Μάλιστα, η στέρηση ύπνου κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας ενδέχεται να προκαλεί μόνιμες αλλαγές στη δομή του εγκεφάλου.

Αντιθέτως, ο επαρκής ύπνος μπορεί αφενός να βελτιώσει τη συμπεριφορά των υγιών παιδιών και αφετέρου να μειώσει τα συμπτώματα της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΑDΗD).

Επιπλέον είναι πιθανό πολλά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εφηβείας, όπως οι μεταπτώσεις της διάθεσης, η κατάθλιψη, ακόμη και η βουλιμία, να αποτελούν συμπτώματα της χρόνιας στέρησης ύπνου. Ερευνα του καθηγητή κλινικής ψυχολογίας Αβί Σαντέχ του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ σε παιδιά ηλικίας 7 και 11 χρόνων έδειξε ότι μία ώρα στέρηση ύπνου ισοδυναμεί με την απώλεια δύο ετών νοητικής ωρίμανσης και ανάπτυξης. Με άλλα λόγια, η απόδοση ενός ελαφρώς νυσταγμένου 11χρονου παιδιού στην τάξη είναι ίδια με εκείνη ενός επτάχρονου.

Με τη βοήθεια της απεικόνισης μαγνητικού συντονισμού, μιας μη επεμβατικής απεικονιστικής τεχνικής για τη μελέτη των ιστών του σώματος, οι ερευνητές έχουν αρχίσει να κατανοούν τον τρόπο που η έλλειψη ύπνου προκαλεί την εξασθένηση του εγκεφάλου των ανηλίκων.

Τα κουρασμένα παιδιά δυσκολεύονται να θυμηθούν πληροφορίες που μόλις προσέλαβαν επειδή οι νευρώνες τους έχουν χάσει την πλαστικότητά τους και την ικανότητα να σχηματίζουν νέες συναπτικές συνδέσεις που είναι απαραίτητες για τη διαδικασία κωδικοποίησης της μνήμης.

Επιπλέον, η έλλειψη ύπνου ενεργοποιεί έναν μηχανισμό ο οποίος κάνει τα παιδιά να είναι απρόσεκτοι μαθητές. Οταν ο άνθρωπος κοιμάται λιγότερο από όσο χρειάζεται, ο οργανισμός του χάνει την ικανότητα εξαγωγής γλυκόζης από το αίμα. Χωρίς αυτή τη γλυκόζη ένα τμήμα του εγκεφάλου καταπονείται περισσότερο από τα υπόλοιπα- ο προμετωπιαίος φλοιός, που είναι υπεύθυνος για την εκτελεστική λειτουργία του εγκεφάλου, όπως η ενορχήστρωση των σκέψεων για την εκπλήρωση στόχων, η πρόβλεψη αποτελεσμάτων και η ικανότητα αντίληψης των συνεπειών μιας πράξης.

Οπως εξηγεί ο δρ Μάθιου Γουόκερ του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ, με τον ύπνο ο εγκέφαλος μεταφέρει όσα έχει μάθει κατά τη διάρκεια της ημέρας σε πιο αποδοτικούς «αποθηκευτικούς χώρους».

«Στο κρεβάτι ολοταχώς!» για γερή μνήμη και σωστό βάρος


ΚΑΘΕ στάδιο του ύπνου διαδραματίζει διαφορετικό και καθοριστικό ρόλο στην παγίωση της μνήμης. Για παράδειγμα, η μελέτη μιας ξένης γλώσσας σημαίνει ικανότητα εκμάθησης νέου λεξιλογίου, πλούσια ακουστική μνήμη και κινητικές δεξιότητες για τη σωστή προφορά μιας νέας λέξης. Το λεξιλόγιο όμως συντίθεται και παγιώνεται από τον ιππόκαμπο στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια του ύπνου βραδέων κυμάτων (slow-wave sleep, SWS).

Ο ύπνος των ανηλίκων διαφέρει ποιοτικά από των ενηλίκων επειδή τα παιδιά περνούν περισσότερο από το 40% της διάρκειας του ύπνου τους στο στάδιο του SWS (ο αντίστοιχος χρόνος για τους ενηλίκους είναι 4%). Γι΄ αυτόν τον λόγο ο καλός ύπνος είναι σημαντικός προκειμένου τα παιδιά να αναπτύξουν την ικανότητα της μακροπρόθεσμης αποστήθισης και της μνήμης.

Η έλλειψη ύπνου συνδέεται και με τα αυξημένα επίπεδα παχυσαρκίας στα παιδιά. Αν και ο σύγχρονος τρόπος ζωής- η ανθυγιεινή διατροφή, οι πολλές ώρες μπροστά στην τηλεόραση και στον υπολογιστή και η έλλειψη σωματικής άσκησης- συχνά θεωρείται ο βασικός λόγος, η απώλεια του ύπνου επίσης παχαίνει: μειώνει τα επίπεδα της λεπτίνης, μιας ορμόνης η οποία καταστέλλει την όρεξη και ανακόπτει τη λειτουργία της αυξητικής ορμόνης, η οποία είναι απαραίτητη για τη ρύθμιση του βάρους.


Πηγή:http://www.alopsis.gr


ΤΑ ΕΝΔΕΚΑ ΕΩΘΙΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ
Τόμος Α΄(βιβλιοκρισία)

Τοῦ Πρεσβυτέρου Σταύρου Τρικαλιώτη
Πρόλογος : Ἀρχιμ. Σαράντης Σαράντος






Πρόκειται γιά μιά πολύμοχθη ἐπιστημονική ἐργασία πού στοχεύει ὄχι στή μάταιη ἐπίδειξη ἀλλά στήν ὠφέλεια τῶν ἀναγνωστῶν καί στήν κατάρτιση τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Τά ἕνδεκα Ἑωθινά Εὐαγγέλια εἶναι οἱ ἕνδεκα εὐαγγελικές περικοπές, οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί τίς ἐμφανίσεις Του στούς μαθητές Του.  Αὐτές ἀναγινώσκονται μέ τή σειρά κάθε Κυριακή κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου.  Εἶναι μεγάλη ἡ ὠφέλεια πού προκύπτει ἀπό τήν ἀκρόαση αὐτῶν τῶν περικοπῶν καί πρό πάντων ἀπό τήν προσέγγιση στό βαθύτερο νόημά τους.
Αὐτή τήν ὠφέλεια, τήν πλήρη καί μεστή θέλησε νά προσφέρει ὁ π. Σταῦρος Τρικαλιώτης στούς ἀναγνῶστες τοῦ βιβλίου του.  «Ἤθελα», γράφει, «αὐτά τά κείμενα [τῶν Εὐαγγελίων καί τῶν πατερικῶν ἑρμηνειῶν τους] νά ἔρθουν κοντά στό λαό μας, νά μπορέσουν νά μιλήσουν στήν καρδιά τοῦ κάθε πιστοῦ, νά τόν βοηθήσουν σέ μιά συνειδητή συνάντηση μέ τόν ἀναστάντα Κύριο».
Τό βιβλίο ἀκολουθεῖ τήν ἑξῆς δομή.
Προηγεῖται ἐκτενής εἰσαγωγή στήν ὁποία ὁ φιλομαθής ἀναγνώστης θά ἀνακαλύψει : τό πότε καί γιατί ἀναγινώσκονται τά Ἑωθινά Εὐαγγέλια ·  τούς ὑπάρχοντες ποικίλους συμβολισμούς  κατά τήν ἀνάγνωσή τους καί κατά τήν προσκύνηση τοῦ εὐαγγελίου·  τή θεολογική ἑρμηνεία τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως καί τίς συνέπειες του στή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, καθώς καί τίς ἀναστάσιμες θεοεμπειρίες τῶν ἁγίων καί τῶν συγχρόνων γερόντων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Ἀκολουθεῖ σέ χωριστές ἑνότητες-μία γιά κάθε ἑωθινό Εὐαγγέλιο- α) τό κείμενο τῆς κάθε περικοπῆς μέ ἀντικρυστή τήν νεοελληνική του ἀπόδοση β) Ὁμιλία ἑρμηνευτική τῆς κάθε περικοπῆς ὑπό τοῦ Θεοφάνους Κεραμέως ἐπισκόπου Ταυρομενίου( 12ος αἰώνας) μέ ἀντικρυστή νεοελληνική ἀπόδοση καί γ) Σχόλια τοῦ συγγραφέως πού εἴτε ἔχουν πραγματολογικό χαρακτήρα, εἴτε παραπέμπουν σέ ἑρμηνεῖες τῶν ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖες ἐμπλουτίζουν τήν ἑρμηνεία τοῦ Θεοφάνους Κεραμέως καί διαφωτίζουν τόν ἀναγνώστη ὥστε νά φθάσει σέ βαθύτερη κατανόηση τῶν εὐαγγελικῶν ἑωθινῶν περικοπῶν.
Στόν Α΄ Τόμο περιλαμβάνεται ἡ ἑρμηνεία καί ὁ σχολιασμός τῶν 6 πρώτων Ἑωθινῶν.  Τά ὑπόλοιπα 5 Εὐαγγέλια μέ τήν ἑρμηνεία κάι τό σχολιασμό τους θά περιληφθοῦν σ΄τον ὑπό ἔκδοση Β΄ Τόμο.
Ὠφέλιμος τά μέγιστα στόν λαϊκό ἀναγνώστη, ἀλλά καί στόν κληρικό μέσο βοηθητικό στήν κηρυκτική καί κατηχητική του διακονία.
Ἄξιος ὁ μισθός τοῦ π. Σταύρου γιά τόν ὑπέρ Χριστοῦ καί τῶν ἀδελφῶν του κόπο του.
Ἄξιος καί ὁ μισθός τῶν ἐκδόσεων ΤΗΝΟΣ, οἱ ὁποῖες μᾶς δίδουν βιβλία ποιότητος, βιβλία οἰκοδομῆς στήν πίστη καί στήν ἐν Χριστῷ ζωή, βιβλία πού στοχεύουν στήν ἀφύπνιση τῆς ὀρθοδόξου καί ρωμαίϊκης αὐτοσυνειδησίας μας.
Ἄξιος καί ὁ μισθός ὅσων ἀποφασίσουν νά κοπιάσουν στήν ἀνάγνωση ἑνός τέτοιου βιβλίου, πού προσφέρει διά τοῦ Εὐαγγελίου καί τῶν ἑρμηνευτῶν του ἁγίων Πατέρων τήν ἀδαπάνητη χαρά τῆς ἀναστάσεως ἤ ὅπως γράφει ὁ προλογίσας Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμ. Σαράντης Σαράντος: Ταπεινῶς εὐχόμαστε τά ἔνδον γραφόμενα νά συμβάλουν χαρισματικά στήν ἐν Ἀναστάντι Χριστῷ οἰκοδομή ὅλων μας.  Ἡ μεγάλη οἰκογένεια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Κυρίου καθώς καί ἡ ὑπερπολύτεκνη οἰκογένεια τοῦ π. Σταύρου νά ἔχουμε “ἐν τοῖς ἐγκάτοις ἡμῶν„ τήν ἀνέσπερη χαρά τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ».

Πηγή:/orthros.org


 

[ΕΚΔΟΣΕΙΣ  Τ Η Ν Ο Σ Βαλσαμῶνος 6 – 114 71 Ἀθῆναι]

Τηλεφ. –Fax 210-6425998     www.lagouros-editinos.gr

῾Η Λιτάνευση τῆς Eἰκόνας ῎Αξιον ᾿Εστί, τήν Δευτέρα τοῦ Πάσχα


01.JPG
Τη Δευτέρα του Πάσχα γίνονται λιτανείες στις Καρυές και τα Αγιορειτικά Μοναστήρια των θαυματουργών εικόνων και των ιερών λειψάνων, μετά από αγιασμό στη φιάλη.
Στην Αθωνική πρωτεύουσα λιτανεύεται η Παναγία του Άξιον Εστί.
Ο Γ. Αθάνας το 1926 στην εφημερίδα «Πολιτεία» σημειώνει: «Ένα από τα ωραιότερα έθιμα του θρησκευτικού βίου του Αγίου Όρους είναι οι Πασχαλινές λιτανείες. Όλα τα Μοναστήρια τελούν τη λιτανεία τους, άλλα τη δεύτερη και άλλα την Τρίτη ημέρα του Πάσχα. Γραφικότερη θρησκευτική τελετή δεν έχω δει. Θα μπορούσε να την ονομάσει κανείς καλογερικά Ανθεστήρια».
Η λιτάνευση της Παναγίας του Άξιον Εστίν συνεχίζεται ως τις μέρες μας με ξεχωριστή μεγαλοπρέπεια και αποτελεί για την ήσυχη πολίχνη των Καρυών ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός. Τη διαδρομή της καθορίζει λεπτομερειακά τυπικό του 1508 κι εξακολουθεί να γίνεται σχεδόν απαράλλακτα ως σήμερα:
«Την Δευτέραν του Πάσχα μετά την θείαν Λειτουργίαν η εν τω Ναώ του Πρωτάτου φυλασσομένη εικών του Άξιον Εστί λιτανεύεται περί τας Καρυάς με τας ακολούθους στάσεις, καθ΄ ας γίνονται δεήσεις: Μετά την έξοδον εκ του Ναού πρώτη στάσις εις το αντιπροσωπείον της Μ. Ιβήρων, είτα το του Παντοκράτορος, εκείθεν εις την Μ. Κουτλουμουσίου και εφεξής εις το κελλίον Ιω. Του Θεολόγου, το των Εισοδίων (Πύργος Ραβδούχου), το των Αγ. Αποστόλων (Μ. Αλυπίου), τον Σταυρόν του ποτέ κελλίου του Χρυσοστόμου, τον της σκήτης Κουτλουμουσίου, τον του Αγ. Στεφάνου (αντιπροσωπείου Μ. Διονυσίου), τον του κελλίου Ευαγγελισμού, τον του περιπτέρου Καρυών, τον του Μεγ. Αντωνίου (άνωθεν του Σεραγιού), τον του αντιπροσωπείου της Μ. Ζωγράφου, μεθ΄ ο εις το αντιπροσωπείον της Μ. Χιλανδαρίου, το Τυπικαρειό, τα αντιπροσωπεία Μ. Ξηροποτάμου και Μ. Ρωσικού και τέλος εις την αίθουσαν του Πρωτάτου και τον ναόν αυτού. Εις τους σταθμούς τούτους-ως και νυν έτι εις τινας μόνον- εγίνετο υποδοχή μετά προσφοράς τοις λιτανεύουσιν άρτου, τυρού, λευκού οίνου κλπ, μετά δε την επάνοδον εις το Πρωτάτον άλλοτε παρετίθετο και Τράπεζα. Τω 1488 οι Διονυσιάται απέφυγον την υποδοχήν και εξύβρισαν τους λιτανεύοντας ως φάγους και πότας, αλλά την επαύριον χάλαζα κατέστρεψε τους κήπους και αμπελώνας του αντιπροσωπείου, οι δε Μοναχοί μεταβάντες εις την Μονήν των ανέφερον το γεγονός και ο εκεί εφησυχάζων Πατριάρχης Νήφων εκανόνισεν αυτούς. Παρόμοιον συνέβη και εις την Μ. Κουτλουμουσίου δις. Και το μεν πρώτον πειραταί έκαυσαν το εν Καλλιάργα νεώριον, το δε δεύτερον εκρημνίσθησαν η Τράπεζα και άλλα κτίρια της Μονής».
Όπως παρατηρεί ο Ιερομόναχος Ιουστίνος Σιμωνοπετρίτης, σήμερα η λιτανεία δεν περνάει πιά όπως άλλοτε από τον πύργο του Μακρή, περνάει όμως από το καινό Συνακτικό των Επιστατών, ενώ «σε κάθε κελλί διαβάζεται το σχετικό Ευαγγέλιο και ψάλλεται το τροπάριο του Αγίου, στο όνομα του οποίου τιμάται το κελλί».
Στη Μονή Κουτλουμουσίου η στάση έχει ιδιαίτερο χαρακτήρα, καθώς αναμένει ολόκληρη η μοναστική αδελφότητα, οι ιερομόναχοι ενδεδυμένοι και πολλοί προσκυνητές. Την Τρίτη της Διακαινησίμου λιτανεύεται σε ανταπόδοση από το Κουτλουμούσι στο Πρωτάτο, η Παναγία Φοβερά Προστασία του μοναστηριού.
Η πομπή της λιτανείας, χωρίς τίποτε το κοσμικό (μπάντες κλπ) έχει μεγαλοπρέπεια και γραφικότητα και, καθώς πραγματοποιείται μέσα στην ανθισμένη φύση και στο καταπράσινο περιβάλλον των Καρυών, είναι ένα γεγονός μοναδικό. Προπορεύεται ο μοναχός με το χειροτάλαντο κι ακολουθούν οι ψαλτάδες, οι ιερομόναχοι και οι ιεροδιάκονοι ντυμένοι, με τα θυμιατά οι τελευταίοι, ο επίσκοπος που προεξάρχει (τα τελευταία χρόνια οι υπάρχοντες στο Όρος Επίσκοποι σχολάρχες της Αθωνιάδος), ο Πρώτος με τους άλλους Επιστάτες, η Παναγία με ουρανία πάνω απ΄ αυτήν, μοναχοί και λαϊκοί με επικεφαλής τους εκπροσώπους της Πλιτικής Διοίκησης, της Αστυνομίας κλπ., που σπεύδουν στη λιτανεία με πολλή χαρά, αν και στο παρελθόν ελάχιστες υπήρξαν οι περιπτώσεις ολιγωρίας μοναχών να συμμετάσχουν στη λιτάνευση, που γνώρισαν την «οργή του Θεού». Πρέπει να σημειωθεί ότι στις Καρυές οι κελλιώτες καλλιεργούν συστηματικά κηπευτικά, οπωρικά κ.ά. και η λιτάνευση αποτελεί ευλογία για την ευδοκίμησή τους. Τον χαρακτήρα, άλλωστε, αυτόν έχει το έθιμο σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Πληροφορίες από:
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ
Ι.Μ. Χατζηφώτη
εκδ. Δημ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999
02.JPG
03.JPG
04.JPG
05.JPG
06.JPG
07.JPG
08.JPG
09.JPG
10.JPG
11.JPG
12.JPG
13.JPG
14.JPG
15.JPG
16.JPG
17.JPG
18.JPG
19.JPG
20.JPG
21.JPG
22.JPG
Οι φωτογραφίες είναι από τη συλλογή του φίλου Milovan Cvetic




῾Η ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς-Διονυσίου Σολωμοῦ (ποίημα)



«Kαθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.
Xριστός ανέστη! Nέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί - μεγάλοι, ετοιμαστήτε
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμαζωχτήτε
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Aγίους και φιληθήτε!
Φιληθήτε γλυκά, χείλη με χείλη,
πέστε Xριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!
Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,
και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες
γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφισμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες
λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι
από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες
κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι,
όπου κρατούνε οι Xριστιανοί στο χέρι».

Χριστός Ανέστη! μοναxοῦ Μωϋσῆ, ῾Αγιορείτου




“Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος”. Το γνωστό αυτό πασχάλιο τροπάριο αποτελεί λαμπρό επινίκιο παιάνα, μάλλον τον ωραιότερο ύμνο της εκκλησίας μας.

Ο Χριστός οδηγήθηκε εκούσια στον θάνατο και μάλιστα στον ατιμωτικό σταυρικό. Μετά τη σταύρωση και την ταφή του κατήλθε στον  Άδη και κήρυξε κήρυγμα μετανοίας και την τρίτη ημέρα αναστήθηκε από τους νεκρούς. Οι Ιουδαίοι φοβόντουσαν κάτι τέτοιο, γιατί είχε προειπεί ότι την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί, γι’ αυτό έθεσαν φύλακες στο μνήμα, μήπως τον κλέψουν οι μαθητές του και πουν ότι αναστήθηκε. Οι μαθητές βέβαια ήταν κρυμμένοι για τον φόβο των Ιουδαίων.
Με τον θάνατό του ο Χριστός νίκησε τον θάνατο, τον πάτησε, τον απονεύρωσε, τον αποδυνάμωσε. Μετά την ανάστασή του χάρισε στους νεκρούς των μνημάτων τη ζωή. Το γεγονός αυτό είναι λίαν σημαντικό. Ο θάνατος πλέον δεν είναι τέρμα, τέλος, απελπισία και απαρήγορη συμφορά. Τα νεκροταφεία για τους χριστιανούς ονομάζονται τώρα κοιμητήρια. Ο κυρίαρχος θάνατος έχασε την ισχύ του πραγματικά. Το γεγονός αυτό είναι συγκλονιστικό και καταπληκτικό. Ο φόβος του θανάτου κατατρομάζει τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ανάσταση του Χριστού δίνει άλλη διάσταση στη ζωή των ανθρώπων. Χαρίζει μήνυμα ελευθερίας και την αφοβία του θανάτου.
Η ανάσταση λοιπόν δεν είναι απλά ένα βέβαιο ιστορικό γεγονός του παρελθόντος, μία κατασκευή για άλλους, ένα μύθευμα, μία φαντασία και μία καλοστημένη απάτη, όπως έφθασαν ορισμένοι να πουν. Η ανάσταση είναι η μοναδική αυτοανάσταση μέσα σε όλη την παγκόσμια ιστορία. Δίχως την ανάσταση είναι νεκρή η πίστη μας. δίχως κανένα νόημα κάθε πνευματική ζωή. Η ανάσταση γεμίζει περιεχόμενο, φως, νοηματοδότηση, χάρη και χαρά τη ζωή μας όλη. Η ανάσταση μας δίνει έμπνευση, κουράγιο, ελπίδα, αισιοδοξία και εμπιστοσύνη.
Η ανάσταση είναι η μεγαλύτερη και ωραιότερη εορτή της Ορθοδοξίας. Οι Δυτικοί τιμούν περισσότερο τα Χριστούγεννα. Το να γεννηθεί όμως κανείς είναι φυσικό, το να αναστηθεί υπερφυσικό. Μάλιστα η αυτοανάσταση του Χριστού αποτελεί μεγάλο θαύμα, μοναδικό και ανεπανάληπτο.  Ένα θαύμα δεν μπορεί να εξηγηθεί λογικά ως υπέρλογο. Το θαύμα κατανοείται και γίνεται αποδεκτό μόνο με την πίστη. Η πίστη αυξομειώνεται ανάλογα με τη διάθεση, την προαίρεση και τον τρόπο ζωής κάθε ανθρώπου.
Το θαύμα της αναστάσεως είναι δυνατό συνεχές βίωμα στη ζωή των πιστών. Τους παρηγορεί, ενθαρρύνει. Φωτίζει και ενισχύει πλούσια πάντοτε. Ο λαοφίλητος άγιος Σεραφείμ του Σάροφ έλεγε ολοχρονίς στους πολλούς επισκέπτες του “Χριστός Ανέστη, χαρά μου”. Ζούσε στα βάθη της καθαρής καρδιάς του τη χαρά της αναστάσεως και αυτή διαλαλούσε. Ο χριστιανισμός δεν είναι άχαρος. Είναι η ακράδαντη πίστη στη χαρά και στο φως της αναστάσεως. “Νυν πάντα πεπλήρωνται φωτός, ουρανός τε γη και τα καταχθόνια” κατά ένα αναστάσιμο τροπάριο. Η αληθινή χαρά είναι το κύριο χαρακτηριστικό των αληθινά γνήσιων Χριστιανών.
Χριστός Ανέστη, φίλοι και αδελφοί, ομόπιστοι συνέλληνες και αγαπητοί αναγνώστες!
᾿Αφιερώνεται στούς ὑπέρμαχους τῆς λειτουργικῆς ἀναγέννησης. ᾿Εκεῖ θά φτάσουμε, σίγουρα, ἄν ἐπιτρέψουμε τήν ἀποδόμηση τῆς λατρείας μας,  πού ἐπιχειρεῖται ἀπό ὁρισμένους. Οἱ ᾿Εκκλησίες μας θά ἀδειάσουν, γιατί ἐμεῖς θά ἔχουμε γίνει "κόσμος", συσχηματιζόμενοι τῷ αἰῶνι τούτῳ. ῾Ο Θεός νά μᾶς λυπηθεῖ καί νά μᾶς συνετίσει. Πατῆστε παρακάτω καί δεῖτε τά χάλια τῶν ἑτεροδόξων ἀδελφῶν μας. Τό μόνο πού ἔχουμε νά ποῦμε ἐμεῖς εἶναι μόνο μιά λέξη: ΚΑΤΑΝΤΙΑ!


ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΣΧΗΜΙΕΣ ΕΤΕΡΟΔΟΞΩΝ. ΒΡΕ ΟΥΣΤ...

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Παιδικὴ Πασχαλιά, Ἀναμνήσεις (διήγημα)


Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γριὰ Κομνιανάκαινα, ἂν (καί) δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις.
Τὰ δυὸ ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποῦ ἐστενοχώρουν κ᾿ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις.
Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:
Βαρύτερ᾿ ἀπ᾿ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
Γιατί τὰ φόρεσα κ᾿ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ῾χα.

Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾿ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε» καὶ ἠτοιμάζετο ν᾿ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίες ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσω δυὸ γογγυσμῶν, ἔβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινο- ἐρχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.
- Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾿ τὸ εἶπα, στὸ νεροχύτη!
Κ᾿ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής. Βεβαίως ἡ γριὰ - Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾿ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πράγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιάτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάση νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα.
Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κομπόδεμα», ἀλλὰ ποὺ νὰ ἐμβάσῃ μέσα καμμίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾿ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. Δὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώση κάτι τι εἷς μίαν πτωχὴν γυναίκα διὰ νὰ τὴν «κυττάξη» κ᾿ ἐπέβαλλε βαρείαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω, ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλε ἀγρίαν κραυγήν. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ μὲ τὸ σινδόνιον, ἀλλὰ
χωρὶς αὔτη νὰ τὴν ἐγγίση κἄν, ἢ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν, ὥστε ἡ μικρὰ κατετρόμαζε.
Ὁ καπεταν-Κομνιανὸς ἔλειπε μὲ τὸ γολετί, κ᾿ ἐπεριμένετο νὰ ἔλθῃ.
Εἶχε μαζί του, μὲ τὸ γολετί, καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του, τὸν Γεώργην, δωδεκαετῆ παῖδα. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καημοὺς τῆς γραίας, ὅτι ἔμελλε ν᾿ ἀποθάνη, ὡς ἔλεγε, χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της, καὶ τὸν ἐγγονόν της τὸν μεγάλον, ὅστις ὠμοίαζε τόσον μὲ τὸν μακαρίτην τὸν πάππον του. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ μάτια; Αἱ ἀνεψιαί της, ὑπανδρυμέναι καὶ αἱ δύο, τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονομικὰς διαφοράς, καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισμένες, οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾿ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσμα των, ν᾿ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.
Ἰατρός, ποῦ νὰ εὑρεθῇ; Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ; Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάμνῃ οἰκονομίαν διὰ τὰ ὀρφανά, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ τῆς εἷς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐμπιστοσύνην τώρα αὑταὶ αἱ γυναῖκες; Ὁ κόσμος ἐχάλασε, τί τὰ θέλεις! Ἔμβαζε αὐτὴ μὲς στὸ βιό της, μὲς στὰ καλά της, ξένην γυναῖκα; Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν, δι᾿ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρίσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνα της. Ξού, ξένη!...
Ὡς τόσον ἐπεθύμει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυμφεύσῃ νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος, κι ὁ κόσμος εἶναι πελάγος σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρμένιζε τώρα. Πῶς νὰ περάση τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον; Καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν μητέρα, μίαν καλὴν οἰκοκυρά, ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο μάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθενειάν της. Ἀλλ᾿ ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα, μὴ θέλουσα νὰ παραβῆ τὴν ἀρχήν της, δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν.
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δυὸ ὀρφανῶν ἡ Μόρφω, ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν, ἂν δὲν ἐπεθύμει ν᾿ ἀποκτήση μητέρα, ἐνθυμεῖτο κ᾿ ἐλυπεῖτο τὴν μητέρα της. Ὁ Εὐαγγελινός, νήπιον τριετίζον ἐν καιρῶ τῆς συμφορᾶς, οὔτε ἤξευρε τίποτε, οὔτε ἐνθυμεῖτο. Ἔκλαιε μόνον ὅταν ἡ μάμμη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάμαυρον σάκκον του. Ἡ Μόρφω, λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸν μαῦρον μανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιά, ἦτο κατηφής, κ᾿ ἐνθυμεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα, ὅταν ἔζη ἡ μήτηρ της.
Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της, τὸ παρελθὸν θέρος, καὶ τὸ βρέφος μετ᾿ αὐτῆς. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς μητρός, τὴν μάμμην μὲ τὴν ἀφόρητον παρεξενιά της, ἥτις ἐνῶ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν, κεφαλή, λαιμός, χεῖρες, πόδες, πλαῖται, κοιλία, μέση καὶ τὰ λοιπά, πνιγομένη δὲ ἀπὸ τὸν βήχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας, ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα, αἴφνης ἠγείρετο, ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της, ἠξήρχετο μέχρι τῆς θύρας, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσμον κ᾿ ἔλεγεν:
- Ἄχ! Τί γλυκιὰ πού ῾ν᾿ ἡ ζωή!
Πέρυσι ὤ! πέρυσι τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μήνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάφῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ῥιζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἷς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾿ Ὀχτωήχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ἄσμα:
Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστὸ τὸν πάντων βασιλέα.
................................................................
Σύρε μητέρα μ᾿ στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
Κ᾿ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῆς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ
Ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
Τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, να᾿ χῆς χαρὲς μεγάλες.
Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δ᾿ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἢ καλῆ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δυὸ ἀρτιβαφὴ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία δυὸ αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκατὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.
Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾿ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾿ ἐαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾿ ἀνεδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.
Κ᾿ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῆ.
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἐαυτόν του.
Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σάββατο τὸ βράδυ θὰ ῾ρθῆ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!) νὰ φέρη τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!) καὶ τότε νὰ ἰδῆς τὸ παραμύθι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!»
Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ᾿ θῆ ἡ κουούνα νὰ φέη τοῦ τσί-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρὸς τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἷς μίαν γωνίας, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐκσέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴ φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! Θα᾿ ρθῆ ἡ κουρούνα! ἄμ᾿ δὲ θὰ᾿ ρθῆ!» Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὠδήγησε τὰ δυὸ παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοὺς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυόπνοουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾿ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾿ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾿ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὖς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστόν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὖρε ὁ χρόνος.
Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾿ ἐνῷ σήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ἄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἷς τὸ ὕπαιθρο, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῶ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρᾶς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ καὶ ἢ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ ταφέντα, ὡς τὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἶμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!». Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε Ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!
Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾶ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα) ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἠτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς.
Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πὼς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη...
Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τᾶς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! Τί θρίαμβος! Φαντασθῆτε ὡραίας μικρᾶς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾿ ὃ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῆ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν.
Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.
Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεία ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καὶ τίνες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾿ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾿ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾿ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην.
Εἷς δ᾿ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίας, εἷς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾶ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾿ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾿ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.
Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καὶ τίνες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τᾶς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δυὸ ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφὴ καὶ δι᾿ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.
Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφότερα.
- Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.
- Ὄχι, ἡ δική μου.
- Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾿ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾿ εἶναι πλιὸ καλή.
- Ἐμένα ἡ μάννα μ᾿ τὴν ἐστόλισε μονάχη της.
- Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾿;
- Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾿!
- Τέτοια παλιολαμπάδα!
- Ναί, παλιολαμπάδα;... νά!...
- Νὰ κ᾿ ἐσύ!
- Νὰ κι ἄλλη μιά!
Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.
Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾿ ἔγινεν ἢ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατείαν κ᾿ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾿ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχα της. Εἶχε κ᾿ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιᾶς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν μαστίζουν, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἕως ὅτου τὸν ἔκαυσαν.
Καὶ ὕστερον ἢ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἷς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!
Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δυὸ ὀρφανὰ δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δυὸ τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθώας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.
Εὐτυχῶς ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολεττί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δυὸ παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾿ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδη πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.
Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεία μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!
Ἀλλ᾿ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὢ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς Βασιλείας Σου!».
Πηγή: http://anavaseis.blogspot.com