Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Γιά τούς συκοφάντες τοῦ πατρός Σαράντου Σαράντη





Εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς μερικοί "τύποι", γιατί περί γραφικῶν τύπων πρόκειται, χύνουν δηλητηριῶδες διαδικτυακό μελάνι καί τολμοῦν νά πιάσουν στό στόμα τους τόν π. Σαράντη Σαράντο, γνωστό γιά τό ἦθος του καί τήν ἀνεξικακία του ἀνά τό πανελλήνιο.  Σήμερα κυκλοφόρησε στό διαδίκτυο ἀρχικά ἀπό τό φιλικό ἱστολόγιο ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ, κείμενο τοῦ καθ᾿ ὅλα σεβαστοῦ καί ὁμολογητοῦ ᾿Αρχιμ. Σαράντου Σαράντη, μέ τό ὁποῖο ἀπαντᾶ σέ ὅσους τόν ἐπικρίνουν σχετικά μέ τήν στάση του ὡς πρός τήν Κάρτα τοῦ Πολίτη. Φαίνεται πώς κάποιοι ἐμπαθεῖς, μεθυσμένοι ἀπό τόν ἐγωϊσμό καί τίς μικρότητές τους, ἔχουν χάσει παντελῶς τήν λογική κρίση καί τήν νηφαλιότητα πού ἁρμόζει σέ χριστιανούς. Καλά θά κάνουν λοιπόν οἱ κύριοι αὐτοί,  νά ξεπλένουν μέ ροδόσταμο τό στοματάκι τους, πρίν μιλήσουν γιά τόν πατέρα Σαράντη. ῞Ενας ἄνθρωπος τόλμησε, τήν στιγμή πού ὅλοι οἱ ἄλλοι λουφάζουν, νά μιλήσει εὐθαρσῶς καί νά διαφωτίσει τό ποίμνιο γιά τήν Κάρτα τοῦ Πολίτη καί τά δύσκολα χρόνια του ᾿Αντιχρίστου καί βρήκαμε τήν εὐκαιρία νά τόν φᾶμε. ῎Αν ἔκανε τήν πάπια καί τό μούγκωνε, ὅπως κάνουν τόσοι καί τόσοι ἄλλοι μέ θέσεις καί μή, τότε θά ἦταν ἀρεστός. Τώρα ὅμως  πού μίλησε,  μᾶς χάλασε τή σοῦπα τῆς ἁμαρτωλῆς ἡσυχίας μας καί τοῦ βολέματός μας. Τί νά κάνουμε, κάποιοι θά πρέπει καί νά μιλᾶνε κάπου κάπου καί νά λένε τά πράγματα μέ τό ὄνομά τους. Στήν ᾿Ορθοδοξία δέν μετρᾶνε οὔτε οἱ "πολυπτυχιοῦχοι" -κάπου τό διαβάσαμε κι αὐτό-  οὔτε οἱ κεφαλές τῶν  μεγάλων εἰδημόνων πού ἔχουν ἐγκλωβισθεῖ στόν στεῖρο ἐπιστημονισμό τους, ἀλλά οἱ ταπεινοί, ἀθόρυβοι καί ἔχοντες τήν ἔξωθεν καλοί μαρτυρία ἐνάρετοι ἄνδρες, ἡ ὁποία μαρτυρία ἐπισφραγίζεται καί μέ τήν ἄνωθεν μαρτυρία. Βέβαια, δέν μᾶς προξενεῖ ἀπορία τό γεγονός τῆς σπιλώσεως ἐναρέτων ἀνθρώπων, διότι ὁ διάβολος κάνει τή δουλειά του καί προσπαθεῖ μέ διαφόρους τρόπους νά "διαβάλει" ὅσους τοῦ χαλᾶνε τά  ἀνθρωποκτόνα σχέδιά του. ᾿Από τήν ἄλλη δέν θά ἀνεχθοῦμε τό ψεῦδος καί τά χτυπήματα κάτω ἀπό τή μέση. Αὐτά τό ὀλίγα γιά τούς συκοφάντες τοῦ πατρός Σαράντη καί εὐχόμαστε ὁλοψύχως νά τούς δώσει ὁ Θεός πραγματική μετάνοια...

᾿Οδυσσεύς

῾Ο Μητροπολίτης Κονίτσης γιά τήν ἀπόταξη ἀστυνομικῶν πού ἀρνήθηκαν νά παραλάβουν τήν Κάρτα τοῦ Πολίτη


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΔΡΥΪΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΠΩΓΩΝΙΑΝΗΣ και ΚΟΝΙΤΣΗΣ
Ἀριθ. Πρωτ. 81
Ἐν Δελβινακίῳ τῇ 28ῃ Ὀκτωβρίου 2010
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης κ. ΑΝΔΡΕΑΣ, ἔκανε τὶς ἀκόλουθες Δηλώσεις :
« Μὲ ἱερὴ ἀγανάκτηση ὑψώνω φωνὴ διαμαρτυρίας καὶ λέω μιὰ καὶ μόνη λέξη, ποὺ χαρακτηρίζει τὰ τελευταῖα δραματικὰ καὶ ἀπαράδεκτα γεγονότα στὸν χῶρο τῆς Ἑλληνικῆς Ἀστυνομίας :
Ν Τ Ρ Ο Π Η !
Καὶ ἐξηγοῦμαι : Τὶς ἡμέρες αὐτὲς ἔγινε ἡ ἀπόταξη ἀπὸ τὸ τιμημένο Σῶμα τῆς ΕΛ.ΑΣ. γενναίου καὶ ἱκανοῦ ἀστυνομικοῦ, μὲ πολλὲς τιμητικὲς διακρίσεις. Παράλληλα ἔχει κινηθῆ ἡ διαδικασία ἀποτάξεως καὶ γιὰ δύο ἄλλους ἀστυνομικοὺς στὴν περιοχὴ τῆς Θεσσαλονίκης. Ὁ λόγος ; Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι οἱ ἐν λόγῳ ἀστυνομικοὶ ἀρνήθηκαν νὰ πάρουν τὴν «κάρτα τοῦ πολίτη» γιὰ λόγους συνειδήσεως.
Ἄριστα ἔπραξαν τὰ γενναῖα αὐτὰ Ἑλληνόπουλα. Ἀπὸ τὴν ἀκριτική μου Ἐπαρχία τὰ συγχαίρω ἐγκαρδίως καὶ τὰ ἀσπάζομαι πατρικῶς, γιατὶ ἔγιναν διδάσκαλοι καὶ παράδειγμα γιὰ ὅλους μας.
Σὲ καιρούς, κατὰ τοὺς ὁποίους κάποιοι....
νεαροὶ ἀρνοῦνται νὰ ὑπηρετήσουν τὴν στρατιωτική τους θητεία γιὰ λόγους, δῆθεν, «συνειδήσεως» · καὶ τοὺς «μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ» ἡ Πολιτεία τοὺς ἔχει στὰ «ὤπα - ὤπα» καὶ τοὺς βάζει νὰ ὑπηρετοῦν, χωρὶς στρατιωτικὴ ἐνδυμασία, σὲ διάφορες ὑπηρεσίες ἀπ’ ὅπου μποροῦν, εὔκολα καὶ ἄνετα, νὰ ἀσκοῦν τὴν προπαγάνδα καὶ τὸν προσηλυτισμό τους, εἶναι ἀδιανόητο νὰ διώκωνται Ἑλληνόπουλα καὶ Χριστιανόπουλα, ἐπειδὴ θέλουν νὰ τιμοῦν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἑλλάδα. Αὐτὸν τὸν διωγμὸ μόνο ἡ λέξη
Ν Τ Ρ Ο Π Η !
μπορεῖ νὰ τὸν χαρακτηρίσῃ. Ὅταν ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Χώρας ὀνομάζει τὴν Ἑλλάδα «διεφθαρμένη», κι’ ὅταν ἀκοῦμε συνεχῶς γιὰ «μίζες» καὶ «λαδώματα», γιὰ σπατάλες καὶ γιὰ διασπάθιση τοῦ δημοσίου χρήματος, ὅταν γίνεται συνεχὴς πολεμικὴ κατὰ τῶν χριστιανικῶν ἀρχῶν, τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τῆς Ἱστορίας, εἶναι αἰτία χαρᾶς μεγάλης καὶ αἰσιοδοξίας γιὰ τὴν πορεία τοῦ Ἔθνους, ἡ στάση τῶν γενναίων αὐτῶν ἀστυνομικῶν. Δόξα τῷ Θεῷ !
Γενναῖα Ἑλληνόπουλα ! Μὴ φοβᾶστε ! Ψηλὰ οἱ καρδιές. Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἑλλάδα πάντοτε νικοῦν, ὅπως μᾶς τὸ θύμησε ἡ μεγάλη Ἐπέτειος τοῦ θρυλικοῦ «ΟΧΙ». Εἴμαστε στὸ πλευρό σας. Νἄχετε πάντα κατὰ νοῦν τὸν θεόπνευστο λόγο : «Διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος καὶ ἐξήγαγες ὑμᾶς εἰς ἀναψυχὴν (Ψαλμ. ξε΄12). Ἡ Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα σᾶς θαυμάζει καὶ σᾶς καμαρώνει. Ὁ Χριστὸς μαζί σας ».
(Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως)
 
Πηγή: ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ

Πῶς ὁ Γιῶργος Σεφέρης ἔζησε καί περιέγραψε τήν 28η ᾿Οκτωβρίου 1940





O Γ. Σεφέρης, το 1940, υπηρετούσε στο υπουργείο εξωτερικών και υπήρξε αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας ιστορικών γεγονότων. Οι εμπειρίες του απ΄ εκείνες τις ημέρες καταγράφονται στον γ΄τόμο των απομνημονευμάτων του.



Δευτέρα 28. Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: « έχουμε πόλεμο ». Τίποτε άλλο, ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω από τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι. Ντύθηκα κι έφυγα αμέσως.

Στο Υπουργείο Τύπου δυο-τρεις υπάλληλοι. Ο Γκράτσι είχε δει τον Μεταξά στις τρεις. Του έδωσε μια νότα και του είπε πως στις 6 τα ιταλικά στρατεύματα θα προχωρήσουν. Ο πρόεδρος του αποκρίθηκε πως αυτό ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου, και όταν έφυγε κάλεσε τον πρέσβη της Αγγλίας. Αμέσως μετά τον Νικολούδη στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ο πρόεδρος ήταν μέσα με τον πρέσβη της Τουρκίας.
Στο γραφείο του Μαυρουδή, ο Μελάς έγραφε σπασμωδικά ένα τηλεγράφημα. Ο Μαυρουδής μέσα στο παλτό του σαν ένα μικρό σακούλι. Διάβασα τη νότα του Γκράτσι. Ο Γάφος κι ο Παπαδάκης τηλεφωνούσαν. Καθώς ετοίμαζα το τηλεγράφημα του Αθηναϊκού πρακτορείου, μπήκε ο Τούρκος πρέσβης για να ιδεί τη νότα και σε λίγο ο πρόεδρος με όψη πολύ ζωντανή.

Έπειτα άρχισαν να φτάνουν οι υπουργοί, χλωμοί περισσότερο ή λιγότερο, καθένας κατά την κράση του. Το υπουργικό συμβούλιο κράτησε λίγο. Ο Μεταξάς πήγε αμέσως στο γραφείο του κι έγραψε το διάγγελμα στο λαό . Το πήραμε και γυρίσαμε στο υπουργείο τύπου. Μέσα από τα τζάμια του αυτοκινήτου, η αυγή μ’ ένα παράξενο μυστήριο χυμένο στο πρόσωπό της.

Έγραψα μαζί με το Νικολούδη το διάγγελμα του βασιλιά. Καμιά δακτυλογράφος ακόμη. Πήγα σπίτι μια στιγμή και το χτύπησα στη γραφομηχανή μου. Η Μαρώ μου είχε ετοιμάσει καφέ. Γύρισα στο Υπουργείο καθώς σφύριζαν οι σειρήνες. Στη γωνία Κυδαθηναίων μια φτωχή γυναίκα με μια υστερική σύσπαση στο πρόσωπο. Τώρα όλοι μαζεμένοι στα υπόγεια της «Μεγάλης Βρετανίας».

Ο βασιλιάς με ύφος νέου αξιωματικού. Υπόγραψε το διάγγελμά του και φύγαμε. Τηλεφώνησα στο τηλεγραφείο να σταματήσουν τα τηλεγραφήματα και των Γερμανών ανταποκριτών. Οι υπάλληλοι εκεί είναι ακόμη ουδέτεροι. Δεν μπορούν να πιστέψουν τη φωνή μου:-είστε βέβαιος; και των Γερμανών; -Και των Γερμανών είπα. -Τι δικαιολογία να δώσουμε; Δεν έχω καιρό για συζητήσεις: -Πέστε τους πως τώρα είναι χαλασμένα τα σύρματα με το Βερολίνο, κι αν φωνάζουν πολύ στείλτε τους σ’ εμένα. . Πήρα και έδωσα το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν μας και κατέβηκα στους δρόμους για να ιδώ τα πρόσωπα. Το πλήθος έσπαζε τα τζάμια των γραφείων της «Αλα Λιτόρια» .

Γιώργος Σεφέρης Μέρες Γ΄ 16 Απρίλη 1934 – 14 Δεκέμβρη 194, εκδ.ΙΚΑΡΟΣ
Διαδίκτυο:http://trelogiannis.blogspot.com

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ (ΤΑΙΝΙΑ ΚΑΤΟΧΗΣ, 1951)




Σκηνοθεσία: Γεώργιος Ζερβός
Σενάριο: Γεώργιος Ασημακόπουλος
Παραγωγή:
Ανζερβός
Διάρκεια: 95'

Έτος παραγωγής : 1951













Ηθοποιοί: Έλλη Λαμπέτη , Μίμης Φωτόπουλος , Διονύσης Παπαγιαννόπουλος , Παντελής Ζερβός , Γιώργος Νέζος , Νίκος Χατζίσκος , Ελένη Χαλκούση , Κούλα Αγαγιώτου , Δήμος Σταρένιος , Αθανασία Μουστάκα , Γιάννης Αποστολίδης





Υπόθεση
Ο καπετάν Νικόλας φεύγει για τον πόλεμο και επιστρέφει στην Αθήνα μετά την απελευθέρωση, για να βρει την οικογένεια του διαλυμένη και να μάθει από την κυρία Όλγα, μια γριά γειτόνισσα, όσα συνέβησαν στα χρόνια της κατοχής. Η γυναίκα του πέθανε μέσα σε στερήσεις, από αρρώστια. Ο γιος του, που πέρασε στην αντίσταση, ανατίναξε μια γέφυρα, βγήκε στο βουνό για να αποφύγει την σύλληψη και χάθηκε. Η κόρη του, που ο αγαπημένος της προσπάθησε να της κρύψει ότι τυφλώθηκε, έμαθε την αλήθεια και του συμπαραστάθηκε, για να στηθεί μαζί του στο εκτελεστικό απόσπασμα. Λυπημένος, επισκέπτεται τον τάφο της γυναίκας του, όπου συναντά τον γιο του.














Ἡ Κάρτα τοῦ Πολίτη εἶναι θέμα μόνο πολιτικό ἤ καί Θεολογικό-Ποιμαντικό; Τοῦ ᾿Αρχιμ. Σαράντη Σαράντου



Κάποιοι ἐκ τῶν ἀγαπητῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν μέ ἐπικρίνουν γιατί ἀσχολήθηκα μέ τό θέμα: «Κάρτα τοῦ Πολίτη».  Ἰσχυρίζονται ὅτι δέν εἶναι θέμα ἐκκλησιαστικό ἤ θεολογικό.  Λέγουν ὅτι εἶναι θέμα τῆς Πολιτείας καί ὅτι ἐμεῖς οἱ κληρικοί δέν ἐπιτρέπεται νά ἀσχολούμαστε μέ ἀλλότριες, πολιτικές ἁρμοδιότητες τίς ὁποῖες ἔχει μόνο ἡ κυβέρνηση, ἡ ἐξουσία. 
Ἀρχικά αἰσθανόμαστε τήν ἐν Χριστῷ πνευματική ὑποχρέωση νά παραθέσουμε ἕνα πολύ ἐνδεικτικό κείμενο βγαλμένο ἀπό τά ἅγια χείλη τοῦ θεοφώτιστου γέροντος π. Παϊσίου.
«Παλιά ἄν ἕνας εὐλαβής ἀσχολεῖτο μέ τήν κατάσταση στόν κόσμο, δέν πρέπει νά ἦταν καλά· ἦταν γιά κλείσιμο στόν Πύργο (ψηλό ὀχυρωματικό οἰκοδόμημα τῶν μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὅρους, πού χρησίμευε γιά τήν ἀπόκρουση τῶν πειρατῶν).  Σήμερα ἀντίθετα, ἄν ἕνας εὐλαβής δέν ἐνδιαφέρεται καί δέν πονάει γιά τήν κατάσταση πού ἐπικρατεῖ στόν κόσμο, εἶναι γιά κλείσιμο στόν Πύργο.  Γιατί τότε αὐτοί πού κυβερνοῦσαν εἶχαν Θεό μέσα τους, ἐνῶ σήμερα πολλοί ἀπό αὐτούς πού κυβερνοῦν δέν πιστεύουν.  Εἶναι πολλοί τώρα ἐκεῖνοι πού ἐπιδιώκουν νά τά διαλύσουν ὅλα, οἰκογένεια, νεολαία, Ἐκκλησία.
Τό νά ἐνδιαφέρεται κανείς τώρα καί νά ἀνησυχῆ γιά τήν κατάσταση στήν ὁποία βρίσκεται τό ἔθνος μας εἶναι ὁμολογία, γιατί ἡ Πολιτεία τά βάζει μέ τόν θεῖο νόμο.  Ψηφίζει νόμους ἐνάντιους στόν νόμο τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι καί μερικοί ἀδιάφοροι πού οὔτε στόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας πιστεύουν οὔτε Ἔθνος παραδέχονται καί γιά νά ἔχουν τό χουζούρι τους, λένε «ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει νά μήν ἐνδιαφέρεσαι γιά τά πράγματα τοῦ κόσμου»,  καί ἔτσι ἀδιαφο­ροῦν!  Ἀλλά ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἄλλο ἐννοοῦσε.  Τότε τά εἰδωλολατρικά ἔθνη εἶχαν ἐξουσία.  Μερικοί ξέκοψαν ἀπό τό κράτος καί πίστεψαν στόν Χριστό.  Ἔλεγε λοιπόν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σ’ αὐτούς «ἐσεῖς μήν ἀσχολῆσθε μέ τά πράγματα τοῦ κόσμου», γιά νά ξεχωρίζουν ἀπό τον κόσμο, γιατί ὅλος ὁ κόσμος ἦταν εἰδωλολατρικός.  Ἀπό τήν στιγμή ὅμως πού ἀνέλαβε τήν ἐξουσία ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καί ἐπικράτησε ὁ Χριστιανισμός, δημιουργήθηκε σιγά-σιγά ἡ μεγάλη χριστιανική παράδοση μέ τίς Ἐκκλησίες, τά μοναστήρια, τήν τέχνη, τό τυπικό τῆς λατρείας κ.λπ.  Ἔχουμε λοιπόν εὐθύνη νά τά διατηρήσουμε ὅλα αὐτά καί νά μήν ἀφήσουμε τούς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας νά τά διαλύσουν.  Ἔχω ἀκούσει καί Πνευματικούς νά λένε: «Ἐσεῖς μήν ἀσχολῆσθε μ’ αὐτά»!  Ἄν εἶχαν μεγάλη ἁγιότητα καί ἔφθαναν μέ τήν προσευχή σέ τέτοια κατάσταση, πού νά μήν τούς ἐνδιαφέρη τίποτε, νά τούς φιλοῦσα καί τά πόδια.  Ἀλλά τώρα ἀδιαφοροῦν, γιατί θέλουν νά τά ἔχουν καλά μέ ὅλους καί νά καλοπερνοῦν.
Ἡ ἀδιαφορία δέν ἐπιτρέπεται οὔτε στούς κοσμικούς πόσο μᾶλλον στούς πνευματικούς ἀνθρώπους.  Ἕνας ἄνθρωπος τίμιος, πνευματικός, δέν πρέπει νά κάνη τίποτε μέ ἀδιαφορία, «Ἐπικατά­ρατος ὁ ποιῶν τά ἔργα Κυρίου ἀμελῶς», λέει ὁ Προφήτης Ἰερε­μίας» (Λόγοι Β΄ Πνευματική ἀφύπνιση σελ. 22,23).
Ὅλα ὅσα ἀνωτέρω παραθέσαμε εὐλαβούμενοι τήν ἱερά μνήμη τοῦ ἁγίου γέροντος π. Παϊσίου δέν ἀποτελοῦν ἀπόψεις του μόνο καί θεωρίες, ἀλλά καθημερινή ἀγωνιστική προσπάθειά του καί γιά νά ἐκπληρώνει μέ ἀκρίβεια τά πνευματικά μοναχικά του ἐν Χριστῷ καθήκοντα, ἀλλά καί γιά νά καθοδηγεῖ ὑπεύθυνα, ἔμπονα καί μέ φόβο Θεοῦ τό σύγχρονο ἀλλοτριωμένο ἄνθρωπο.
Ἐπειδή τό θέμα εἶναι σημαντικό θέλω νά δώσω ὁρισμένες ἐξηγήσεις:
Ταπεινῶς καί εἰλικρινῶς φρονῶ, ὅτι δέν εἶμαι ἀπό ἐκεί­νους πού ξέρουν τά πάντα.  Ὡς κληρικός καί βέβαια δέν θά πρέπει γιά κάθε θέμα νά διατυπώνω ὁπωσδήποτε ἄποψη καί μάλιστα αὐθεντικῷ τῷ τρόπῳ.
Ὅσον ἀφορᾷ στό θέμα «Κάρτα τοῦ Πολίτη», ὄντως τό θέμα πρωτίστως ἔχει πολιτικές διαστάσεις.  Ἔχει ὅμως καί θεολογι­κές διαστάσεις μέ ἀπορρέουσες ποιμαντικές εὐθῦνες.
 Ἡ Τετάρτη ἐν Χαλκηδόνι Οἰ­κουμενική Σύνοδος τῶν 630 Ἁγίων Πατέρων κατεδίκασε ὁριστικά τό Μονοφυσιτισμό.  Καθόρισε ὅτι τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι τέλειος Θεός, ὅπως ὁ Θεός Πατέρας καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, θείας φύσεως καί αὐτό.  Τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος μέ ἑνωμένες τίς δύο φύσεις ἀχωρίστως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως σέ ἕνα πρόσωπο, τό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου μας. 
Ἔτσι καί ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, βαπτισμένοι μέ τό μόνο ἀληθινό Βάπτισμα τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας καί μυρωμένοι μέ τό Ἅγιο Χρῖσμα, μέ τά Χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχουμε τήν ἀνθρώπινη φύση καί μέσῳ τῶν ἁγίων προαναφερθέντων μυστηρίων ἀποκτᾶμε τήν ἐν Χριστῷ ἁγία ζωή. Ἀενάως χριστοποιούμαστε διά τῶν ἁγίων Μυστηρίων Βαπτίσματος, Χρίσματος καί θείας Κοινωνίας, τῆς ὁποίας ἀμέσως μετά τήν Βάπτισή μας μετέχουμε οἱ βαπτισθέντες.
Ἑπομένως καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς ζωῆς μας ὀφείλουμε νά ἀγωνιζόμαστε.  Πρέπει νά γινόμαστε ὅλο καί πιό ἄξια τέκνα τῆς αἰωνίου ζωῆς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, χωρίς νά πάψουμε νά εἴμαστε καί πολῖ­τες αὐτοῦ τοῦ παρόντος γήινου κόσμου.  «Ζῷον μικτόν» μᾶς ὀνομά­ζει ἡ θεόπνευστη Λατρεία μας συνεχίζοντας τήν ἁγιοπατερική ὀρ­θόδοξη θεολογία.
Μονοφυσίτες λοιπόν δέν εἴμαστε.  Κάθε ὀρθόδοξος χριστια­νός εἶναι καί πολίτης πολιτογραφημένος σέ μιά ὀργανωμένη συντε­ταγμένη πολιτεία καί πολίτης τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.  Ἡ ἐπί γῆς συμπεριφορά μας ὡς ὀρθοδόξων χριστιανῶν δέν ἀποκλείει τή συμμετοχή μας σ’ ὁλόκληρο τό γίγνεσθαι τῆς ζωῆς ὡς πολιτῶν.  Ὁ Κύριός μας δέν εἶχε μιά ἐξωκοσμική μονοφυσιτική συμπεριφορά. 
Ἐμεῖς λοιπόν οἱ ἐφημέριοι πῶς βλέπουμε τούς πιστούς μας; Τούς βλέπουμε, τούς ἁγιάζουμε καί τούς μεταλαμβάνουμε μόνο ὡς πολῖτες τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν;  Δέν τούς βλέπουμε ἑνιαίους, ὁλόκληρους, ὡς ἀκέραιες προσωπικότητες πού ζοῦν τώρα, ἐδῶ μαζί μας, ὅπως καί ἐμεῖς;  Παράλληλα ὅμως πορεύονται πρός τήν αἰώνια ζωή τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Ὁ Κύριός μας καταδέχτηκε καί ἦρθε στή γῆ μας.  Ἔγινε ἀληθινός ἄνθρωπος.  Πολιτογραφήθηκε, ἔλαβαν μέρος οἱ γονεῖς τοῦ Κυρίου μας στήν ἀπογραφή.  Πλήρωσε ἀδιαμαρτύρητα φορολογία στό κράτος, ὅ­ταν τοῦ ζητήθηκε.  Θά μποροῦσε νά πεῖ: Ἐγώ δέν πληρώνω, εἶμαι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Θεός.  Ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά καταξιώσει ὁλόκληρο τό φάσμα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.  Ἐμεῖς λοι­πόν τούς πιστούς μας δέν τούς βλέπουμε ὡς ἀέρινες πνευματικές ὑπάρ­ξεις. Ἀπευθυνόμαστε στήν ἀόριστη ἰδεολογία τους, στή φιλοσοφία τους ἤ σέ ὅλο τό φάσμα τῆς ζωῆς τους;  Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἔχει λόγο, ἔχει εὐθύνη, ἔχει εὐχές ἁγιαστικές, κυρίως τά μυστήρια.  Ἀπευθύνεται σ’ ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο καί τόν ψυχοσωματικό καί τόν πνευματικό.  Δέν ξεχωρίζει κανένα ἄνθρωπο μέχρι καί τό ἐπίγειο τέλος του, καί πέρα ἀπ’ αὐτό.  Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας δέν ἐτέλεσε ποτέ ξεχωριστή ἐπικήδεια ἀκολουθία γιά τούς καλούς καί εὐσεβεῖς ὀρθοδόξους χριστιανούς, καί ἄλλη διαφοροποιημένη, γιά τούς ὀλιγότερο εὐσεβεῖς καί λιγότερο συνειδητοποιημένους χριστιανούς.
Ἀντιλαμβανόμαστε τώρα ὅτι μπαίνουμε σέ μιά νέα περίοδο παγκοσμιοποίησης.  Ὁ πρωθυπουργός μας στεντορίως διακηρύσσει στή μητρική του γλῶσσα:  We need a global Government and fast.  Στά Ἑλληνικά αὐτό σημαίνει χρειαζόμαστε μιά παγκόσμια κυβέρ­νηση καί γρήγορα.  Τοῦτο λέγεται ἀφοῦ ἔχουμε ἤδη ὅλοι μας ὡς πολῖτες σφυροκοπηθεῖ ἀνηλεῶς στά οἰκονομικά.  Τά 20% καί πλέον τῶν συμπολιτῶν μας ἔχουν χάσει τίς θέσεις ἐργασίας τους καί κινδυνεύουν νά χάσουν ἄμεσα τίς ἐλάχιστες οἰκονομίες τους πού ἀντιστοιχοῦν στόν ἄρτο τόν ἐπιούσιο ὀλίγων ἡμερῶν ἤ ἑβδομάδων, τό πολύ μηνῶν.  Ἐπίσης κινδυνεύουμε ὅλοι μας νά μείνουμε ἄστεγοι μή πληρώνοντας τίς δόσεις τῶν δανείων μας.  Οἱ εἰδήσεις τῆς τηλεο­ράσεως σπέρνουν τόν πανικό νέων πιό σκληρῶν μέτρων.  Ἡ ἀνηθι­κότητα στήν TV ὀργιάζει, ἐκμαυλίζοντας μικρούς καί μεγάλους.  Ἀποκορύφωμα τῆς αἰσχρότητας ἡ γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀναγνώριση ὡς νόμιμου τοῦ γάμου τῶν ὁμοφυλοφίλων ἀπό τό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων.  Τό Δημόσιο ἔδωσε (πούλησε) τά δεδομένα τῆς ἀπογραφῆς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων σέ Ἀμερικανική ἑταιρεία.  Γιατί;  Καταργεῖται ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῆς Ἱστορίας καθι­στάμενο προαιρετικό (δηλαδή ἀνύπαρκτο).  Γιατί;  Μεταλλάσ­σεται τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν σέ μάθημα θρησκειολογίας.  Γιατί;  Στά Ἑλληνικά σχολεῖα τῆς ἀλλοδαπῆς δέν ἀποσπῶνται Ἕλ­ληνες καθηγητές.  ΓιατίἩ ἀπάντηση εἶναι: Because we need a glo­bal government and fast.  Ὁ ἔχων ἁπλῶς κοινόν νοῦν καί ἀπροκατά­ληπτο, μή κομματικοποιημένο δηλαδή, ἀμέσως ἀντιλαμβάνεται κάτι περίεργο.  Τί εἴδους παγκόσμια κυβέρνηση θέλουμε;  Καί γρήγορα γιατί;  Μέ ποιές διαδικασίες καταργεῖται ξαφνικά ἡ Ἑλληνική κυ­βέρ­νηση καί τό Ἑλληνικό Σύνταγμα; 
Ὁ ἐφημέριος, ὁ πνευματικός πατέρας μπορεῖ νά πεῖ, ὅτι αὐτά εἶναι θέματα μόνο πολιτικῆς;  Πολῖτες αὐτοῦ τοῦ ἔνδοξου ὑπερτρισχιλιετοῦς ἔθνους δέν εἴμαστε;  Δέν μᾶς νοιάζει ἡ τύχη μας;  Ἀμέσως παραδιδόμαστε;  Ποῦ παραδιδόμαστε;  Καί γιά νά παρα­δοθοῦμε, θά πρέπει νά ἁλυσσοδεθοῦμε μέσα στήν ἠλεκτρονική φυ­λακή τῆς Κάρτας τοῦ Πολίτη;  Νά βάλουμε τήν ὑπογραφή μας καί νά πληρώσουμε καί 5 €.  Δέν θά πρέπει νά ἀνησυχήσουμε, μήπως καί αὐτή ἡ global government εἶναι τό κράτος τοῦ ἀντιχρί­στου; Καί ἄν ἀκόμη τή λέξη «ἀντιχρίστου» δέν τήν ἐκλάβουμε ὡς τωρινό πρόσωπο ὑπαρκτό, δέν σημαίνει σέ σχέση μέ ὅλους τούς παραπάνω κυβερνητικούς «προγραμματισμούς», «ἐξαγγελίες», ὅτι τό παρόν Ἑλληνικό κράτος ἀντιχριστοποιεῖται καί ἑπομένως πανέτοιμο, ἀντιχριστοποιημένο ἑτοιμάζεται νά εἰσαχθεῖ στό παγκόσμιο κράτος and fast;
Ἡ Κάρτα τοῦ Πολίτη θά εἶναι ὁ τέλειος ἐξευτελισμός μας.  Πρίν παραδοθοῦμε ὁλοκληρωτικά, ἄς κάνουμε τόν μικρό ἔστω ἀγῶνα μας … καί ἔχει ὁ Θεός. 
Ἄν ὀλιγωρήσουμε σέ τόσο δύσκολους καιρούς, θά ἀποδεί­ξουμε ὡς ποιμένες ὅτι ἔχουμε σύν τοῖς ἄλλοις ἰσοπεδωθεῖ σέ μιά μονοφυσιτική ἀτομικιστική φανταστική εὐδαιμονία, ἤ ὅτι ἔχουμε παθητικά παραδοθεῖ στή Νέα Τάξη πραγμάτων τῆς ἀντίχριστης Ν. Ἐποχῆς.
Ὑπάρχουν ἀκόμη καί κάποιοι ἀδελφοί πού λένε μᾶλλον ἀπό θέσεως ἰσχύος, ὀλίγον ὑπεροπτικά: Ἐγώ δέν φοβᾶμαι τίποτα.  Ἄς μέ φακελλώσουν.  Ἐγώ δέν ἔχω νά κρύψω κάτι ὕποπτο, κάτι ἔνοχο, κάποια ἀτασθαλία.  Ὅμως ὡς ὑπεύθυνοι ποιμένες (ὅσο εἴμαστε ὑπεύθυνοι ὁ καθένας) δέν θά πρέπει νά σκεφτόμαστε μόνο τόν ἑαυτό μας, ἀλλά καί τούς ἄλλους.  Ἄς σκεφθοῦμε τό ἑξῆς: Ἄν τώρα πού ἀκόμα δέν ἔχουμε εἰσαχθεῖ στήν global government διά τῆς ἠλεκτρονικῆς διακυβέρνησης στό παγκόσμιο κράτος καί γίνεται τέτοια καταστροφή καί ἐξαθλίωση στά οἰκονομικά ὅλων μας, καί ὄχι μόνο, μποροῦμε νά φαντασθοῦμε σέ τί μεγαλύτερη κλίμακα θά εἶναι αὐτή ἡ καταστροφή, ἡ ἀπάτη καί τό «φακέλλωμα», ὅταν πιά θά εἴμαστε  ἤδη ἐντός τῆς ἠλεκτρονικῆς φυλακῆς μέ τήν Κάρτα τοῦ Πολίτη στό χέρι ἤ μετά ἀπό λίγο μέ τσιπάκι ἐμφυτευμένο στό χέρι ἤ στό μέτωπο;
Ἄς μή κάνουμε ἐκτενῆ λόγο γιά τό δυσώνυμο ἀριθμό τοῦ ἀντιχρίστου, τό 666 γιατί ἔχουν ἀκουσθεῖ πολλά καθόλου ἀτεκμηρίωτα  γι’ αὐτόν.  Ἄν στό μικροτσίπ τῆς Κάρτας τοῦ Πολίτη ἀπό τήν ἀρχή ὑπάρχει ὁ 666 ἀσφαλῶς καί θά μολύνει, θά ἐπιβαρύνει πνευματικά τήν προσωπικότητα τοῦ παραλήπτη τῆς κάρτας ὡς ἀριθμός καί σύμβολο τοῦ ἀντιχρίστου.  Ὅπως ὁ Σταυρός μέ τήν ἄκτιστη Χάρη Του ἁγιάζει, τό ἀντίθετο συμβαίνει μέ τό δυσώνυμο.  Ἄν δέν ὑπάρχει ὁ δυσώνυμος ἐξ ἀρχῆς, ποιός ποιούς, θά μπορεῖ πιά νά ἐμπιστευθεῖ μετά ἀπό τόση πολεμική καί τόση ἐχθρότητα πού εἰσπράττει ὁ πολίτης ἀπό τήν ἐξουσία;
Ἄς καταλήξουμε: Ἡ Κάρτα τοῦ Πολίτη δέν εἶναι τό σφράγισμα, δέν εἶναι τό χάραγμα.  Κατά τόν ἅγιο Γέροντα Παΐσιο εἶναι πτώση.  Εἶναι πτώση διότι ἤδη θά ἔχουμε ἀφήσει τά πράγματα νά κυλήσουν μέχρι λίγο πρό τοῦ σφραγίσματος, παρά πέντε πρό τοῦ χαράγματος.
Εἶναι πανεύκολο ξαφνικά καί πάλι νά δοθεῖ μιά κυβερνητική ἐντολή ἤ Ἑλληνική ἤ «global», ἐκεῖ πού φθάσαμε καί νά ἀποκολληθεῖ τό περίφημο τσιπάκι ἀπό τήν Κάρτα, - ἡ ὁποία σημειωτέον δέν ἔχει καμιά ἠλεκτρονική ἤ ἄλλη σημασία – καί νά ἐμφυτευθεῖ - καταπληκτικός ὁ ὅρος ἐμφυτευθεῖ, μέ global προδιαγραφές ἴσως - καί νά ἐμφυτευθεῖ ὑποδορίως στό δεξί χέρι ἤ στό μέτωπο.
Ὁ π. Παΐσιος, εἶχε προβλέψει: «Μετά ἀπό τήν Κάρτα καί τήν ταυτότητα, τό φακέλλωμα, γιά νά προχωρήσουν πονηρά στό σφράγισμα θά λένε συνέχεια στήν τηλεόραση, ὅτι πῆρε κάποιος τήν κάρτα τοῦ δείνα, καί τοῦ σήκωσε τά χρήματα ἀπό τήν τράπεζα.  Ἀπό τήν ἄλλη μεριά θά διαφημίζουν τό τέλειο σύστημα, τό σφράγισμα στό χέρι ἤ στό μέτωπο μέ ἀκτῖνες λέϊζερ, πού δέν θά διακρίνεται ἐξωτερικά, μέ τό 666 τό ὄνομα τοῦ ἀντιχρίστου
Δυστυχῶς καί πάλι ὁρισμένοι γνωστικοί θά φασκιώνουν τά πνευματικά τους τέκνα σάν τά μωρά, δῆθεν γιά νά μή στενοχωροῦνται·  δέν πειράζει αὐτό, δέν εἶναι τίποτα, ἀρκεῖ ἐσωτερικά νά πιστεύετε!  Καί ἐνῷ βλέπουμε τόν Ἀπόστολο Πέτρο πού ἐξωτερικά ἀρνήθηκε τό Χριστό, καί ἦτο ἄρνησις, αὐτοί ἀρνοῦνται τό ἅγιο σφράγισμα τοῦ Χριστοῦ πού τούς δόθηκε στό ἅγιο Βάπτισμα».
Καί ἄν ἀκόμη δέν χαθοῦν σκόπιμα κάποιες κάρτες, ὥστε νά φθάσει νά γίνει μεγάλο θέμα στήν τηλεόραση, εἶναι γεγονός, ὅτι οἱ μεγάλοι ἄνθρωποι εὔκολα ξεχνοῦν καί καθημερινά θά γίνεται στό σπίτι μεγάλος χαμός, μεγάλος πανικός γιά τό ποῦ ἄφησα τήν κάρτα μου καί δέν μπορῶ νά τήν βρῶ.
Πάντως αὐτή τή στιγμή κανένα Εὐρωπαϊκό κράτος δέν προετοιμάζεται πυρετωδῶς γιά τήν global government καί γιά τήν Κάρτα Πολίτη.  Θά εἶναι ἄδικο νά γίνουν ὅλα αὐτά πρῶτα στή χώρα μας.  Ἄς δείξει τουλάχιστον ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωση διά τοῦ κοινοβουλίου της κάποια δημοκρατική εὐαισθησία, ἄν σῴζεται κάπου κάποια ἀρχαιοελληνικοῦ τύπου δημοκρατική εὐαισθησία γιά τήν τιμή τῶν ὅπλων τῆς δημοκρατίας.
Ἡ Ε.Ε. ἄς μιλήσει καθαρά: Καταπατῶνται κατάφωρα τά ἀνθρώπινα δικαιώματα μέ τήν Κάρτα τοῦ Πολίτη ἤ ὄχι;
Ἡ ἐν Χριστῷ ποιμαντική μας συνείδηση ἀναμένει σαφῆ τοποθέτηση.
σημ. οι υπογραμμίσεις με έντονη γραφή δεν είναι δικές μας (Αναβάσεις) αλλά από τον συντάκτη του κειμένου.

Λευκό ὅραμα / τοῦ Δημήτρη Ψαθᾶ (διήγημα τῆς Κατοχῆς)

Κατοχή, Καλλιθέα


Δημήτρης Ψαθάς (Βιογραφικό)
Ο Δημήτρης Ψαθάς γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου το 1907. Στην Αθήνα ήρθε το 1923, τελείωσε τις γυμναστικές σπουδές του και το 1925 ενεγράφη στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου ενώ συγχρόνως αναλάμβανε την θέση του ρεπόρτερ στην καθημερινή εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα». Εξέδωσε σε τρία βιβλία με τίτλους: «Η Θέμις έχει κέφια», «Η Θέμις έχει νεύρα» και «Ορκίζομαι να είπω την αλήθεια», σειρά ευθυμογραφημάτων. Η περίοδος της γερμανοϊταλικής κατοχής στην Ελλάδα 1940-1944 ενέπνευσε στο Δημήτρη Ψαθά τρία βιβλία: « Χειμώνας του 41», «Αντίσταση» και «Το χιούμορ μιας εποχής». Επίσης εξέδωσε σειρά χρονογραφημάτων με τον τίτλο: «Από την εύθυμη πλευρά». Τα χιουμοριστικά μυθιστορήματα η «Μαντάμ Σουσού» και «Οικογένεια Βλαμμένου». Από τα ταξίδια του στην Αμερική, Αγγλία, Γαλλία, Τουρκία, Αίγυπτο και αλλού έγραψε χιουμοριστικές εντυπώσεις που έχουν περιληφθεί στα ταξιδιωτικά βιβλία του: «Κάτω απ΄ τους ουρανοξύστες», «Στην χώρα των μυλόρδων» και «Παρίσι κι άλλα εύθυμα ταξίδια». Έγραψε τα θεατρικά: «Το Στραβόξυλο», «Ο Εαυτούλης μου», «Μαντάμ Σουσού» (διασκευή από το ομώνυμο μυθιστόρημα), «Οι ελαφρόμυαλοι», «Φον Δημητράκης», «Η Ζωή είναι ωραία», «Ζητείται ψεύτης», «Μικροί Φαρισαίοι», «Φαύλος κύκλος», «Ένας βλάκας και μισός», «Προς Θεού μεταξύ μας», «Φωνάζει ο κλέφτης», «Εταιρία θαυμάτων», τα μονόπρακτα με το γενικό τίτλο: «Κηφισοφών και άλλα σκετς», «Η Χαρτοπαίχτρα» και άλλα. Συνεργάσθηκε σε πλήθος περιοδικά και εφημερίδες της Ελλάδος και του έξω Ελληνισμού και για πολλά χρόνια ήταν τακτικός χρονογράφος της εφημερίδας «Τα Νέα». Εξέδωσε δυο ακόμη συλλογές χρονογραφημάτων του «Στο καρφί και στο πέταλο», και «Πέρα βρέχει» και μια σειρά χιουμοριστικών διηγημάτων με τον τίτλο «Παρ’ ολίγον να γελάσουμε». Πέθανε στις 13 Νοεμβρίου του 1979.


ΛΕΥΚΟ ΟΡΑΜΑ

Χιονίζει. Ωραία που είναι όλα! Κάτασπρα. Χοντρές κατεβαίνουν οι νιφάδες από το μολυβένιο ουρανό στις στέγες, στους δρόμους, στα γυμνά κλαδιά των δέντρων.
― Πεινάω! Πεινάω!
Άσπρες πεταλούδες στριφογυρίζουν έξω από το παράθυρό σου σ’ ένα θεότρελο χορό και γεμίζουν πέρα για πέρα τον αέρα. Αχ, τι γοητεία! Άσπρα είναι όλα τα πάντα, κι οι στέγες, τα μπαλκόνια, οι δρόμοι κι οι πλατείες, κι ο τρούλος της εκκλησίας που φαίνεται μακριά αχνός μέσα στο μολυβένιο φόντο. Γαλήνια είναι όλα και ποιητικά κι ειρηνικά και σου ’ρχεται να κυλιστείς μέσα στο άχραντο αυτό χιόνι, που τα σκεπάζει όλα και τα πνίγει μεσ’ στη λευκή του γοητεία.
― Πεινάω! Πεινάω!
Καθώς ξύπνησες, σήμερα το πρωί, μαγευτικό αντίκρισες το κάτασπρο πανόραμα πίσω απ’ τα τζάμια των παραθυριών σου. Είσαι ευχαριστημένος; Έβρισες και ξανάβρισες τον μαύρο αυτόν χειμώνα, και κείνος το ‘βαλε πείσμα να σου δείξει πως δεν είν’ έτσι που τα λες, παρά έχει ταλέντο καλλιτέχνη και να, που δούλεψε ολόκληρη τη νύχτα κι άφησε να ξεχειλίσει η ποίησή του σ’ ό,τι άγγιξε. Εικόνες σου ’φτιαξε τρελές και σκίτσα και καρικατούρες. Άσπρο σκούφο εφόρεσε στ’ ανέκφραστο τηλεγραφόξυλο και του ’δωσε προσωπικότητα. Μ’ άσπρους κρυστάλλινους αφρούς στεφάνωσε την καμινάδα. Άσπρη γιρλάντα φόρεσε ακόμα και στον τενεκέ των σκουπιδιών.
― Πεινάω! Πεινάω!
Κι όλα είναι κάτασπρα. Και άχραντα. Κι άγια και καλά. Κι εσύ ουρανέ, που έκατσες και μας έφτιαξες αυτούς τους πίνακες, άκου δυο λόγια απ’ τη καρδιά μας: Σπάνιο ήταν το χιόνι στην Αθήνα. Κι όταν στα πέντε χρόνια μια φορά το βλέπαμε, βγάζαμε αλαλαγμούς χαράς και τρέχαμε να το χαρούμε. Σπάνια μας έδινες ωστόσο αυτήν την ευχαρίστηση. Σε ευχαριστούμε για την αφθονία. Τέσσερις φορές εχιόνισες και το ’στρωσες εφέτος, κι έχεις διάθεση να μας χιονίσεις άλλες δεκατέσσερις. Ω, ναι. Ωστόσο, η γραφικότητα του χιονιού δεν ήταν το μόνο που μας έλειπε. Σ’ ευγνωμονούμε, ουρανέ. Όμως, αμάν! Νισάφι!
Ποίηση. Παγωνιά. Και πείνα. Σόμπα δεν έχεις. Κάρβουνα δεν έχεις. Μαγκάλι δεν έχεις. Ξύλα δεν έχεις. Τσάι δεν έχεις. Ζάχαρη δεν έχεις. Να μείνεις σπίτι; Κρυώνεις. Να βγεις στο δρόμο; Τουρτουρίζεις. Να πας στο γραφείο; Κρουσταλλιάζεις. Στις Τράπεζες, στα Υπουργεία, σ’ όλα τα γραφεία είναι στερεότυπο το θέαμα: όλοι οι υπάλληλοι με τα παλτά και καπέλα και τα γάντια τους:
― Πως τα περνάς;
― Κρυώνω. Εσύ;
― Παγώνω.
Παγώνεις. Κι αν είναι δύσκολο το γούστο σου, και δεν σου φτάνει μοναχά αυτή η ποίηση του άσπρου να συγκινηθείς, φέρνεις μια βόλτα στην Αθήνα, βλέπεις γυμνούς τους σκελετούς να μελανιάζουν, κι ακούς θρήνους, που βγαίνουν απ’ τους δρόμους, αλήτες, ανθρωπάκους, γυναικούλες, πιτσιρίκια:
― Πεινάω! Πεινάω!
Μονότονη, σβησμένη, επίμονη, η φωνή αυτή σε παρακολουθεί παντού. Κάτω από τα παράθυρα σου την άκουσες πρωί πρωί και την ακούς ολούθε όπου πας. Κι είναι σαν χιλιάδες, αμέτρητες φωνές, που ανεβαίνουν απ’ τη χιονισμένη πόλη προς τα ύψη, ρεφραίν τραγουδιού θανάσιμου, που έγραψε ο ανελέητος χειμώνας και το τραγουδά ολόκληρος ο πεινασμένος λαός.
Εχιόνιζε. Για τέταρτη φορά, κι ήταν χαμένα απ’ το πρόσωπο της γης τα κάρβουνα. Κι έπειτα, ένα μήνυμα πήρε τους δρόμους μεσ’ στην παγωνιά.
 ― Στη μάντρα!
― Τι;
― Φέρανε κάρβουνα!
― Αλήθεια;
Άκουγε ο ένας και πηδούσε. Και το ’λεγε στον άλλο:
― Κάρβουνα!
― Πού;
― Στη μάντρα.
Κι έτρεχαν. Ξεσηκωμένη, η γειτονιά άρπαζε δίχτυα, ντενεκέδες, σακιά, καλάθια και τσουβάλια και τραβούσε σαν τρελή στη μάντρα για να πάρει. Κι ήταν το μήνυμα σωστό. Τσουβάλια κάρβουνα. Πενήντα; Εκατό; Σωρός. Επέτρεψαν οι αρχές στον έμπορο να τα φέρει και να τα πουλήσει επίσημα, σε μια τιμή που να μπορεί να πάρει ο κοσμάκης. Γιατί και πριν κατάφερνες να βρεις κάρβουνα όταν τα πλήρωνες χρυσάφι. Αλλά εδώ ήταν με διατίμηση, κι έτσι μπορούσες κι εσύ να πάρεις μια οκά ν’ ανάψεις το μαγκάλι σου. Είχε, λοιπόν, γίνει η ουρά κι ήταν κοσμάκης που περίμενε μέσα στο χιόνι κι ήταν το θέαμα από τα πιο ποιητικά. Γιατί εξακολουθούσαν να πέφτουν οι άσπρες πεταλούδες απ’ τον ουρανό πυκνές, χοντρές και να στροβιλίζονται σ’ ένα μανιακό χορό μέσα στον παγωμένο αέρα. Κι ήταν οι μύτες κόκκινες, τα χέρια μελανά, τα πόδια ξυλιασμένα, τα μάτια δακρυσμένα από το κρύο. Κι απλωνόταν πέρα ως πέρα η ουρά στο δρόμο κι έτρεμε και χουχούλιαζε και βροντούσε τα πόδια της στη γη να ζεσταθεί. Κι ήταν ακόμα ιδιόρρυθμο το θέαμα και το άκουσμα, γιατί ήταν περίεργες οι κουβέντες της ουράς, καθώς ο σεισμός των σαγονιών έδινε στις φωνές των ανθρώπων ένα τρέμολο, που άλλη φορά έτσι ομαδικά, δεν το ‘χες ακούσει:
― Πο-πότε θα μοιράσουν;
― Τω-τώρα θα μοιράσουν!
― Τρρρρρρρ.
― Για-τι-τι-τί αργούν;
― Δε-δε-δεν ξέρω.
― Κύ-κύριε καρβουνιάρη.
― Τ’ είναι πάλι;
― Πο-πο-πότε θα μοιράσεις;
― Τώρα! Υπομονή.
― Τρρρρρ.
Έκαναν υπομονή. Τι άλλο να κάνουν; Ευτυχώς τα κάρβουνα ήταν πολλά και φτάνανε για όλους. Τυλιγόταν στο σάλι τους οι γυναικούλες, όσες είχαν. Κι όσες δεν είχαν τρίβαν με τα χέρια το κορμί τους και ζαρώναν. Σήκωναν τους γιακάδες, όσοι φορούσανε παλτά. Κι όσοι δεν φορούσαν χοροπηδούσανε να ζεσταθούν. Άξιζε να κάνει κανείς υπομονή. Επί τέλους, μπορεί το πρωινό να πέρναγε εκεί στο κρύο, στην ουρά, αλλά τ’ απόγεμα θ’ άναβε το μαγκάλι. Έξω απ’ την ουρά ήταν και κάτι σκελετωμένες γυναικούλες. Κοιτούσαν. Δεν μιλούσαν. Και μια που θα μου μείνει αξέχαστη: Το πρόσωπό της ξερό, στεγνό σαν αγιασμένο. Μια φούχτα κόκκαλα. Το στήθος ανοιχτό. Κρεμότανε μια πέτσα. Ο μαστός. Κι εκεί είχε το στόμα ένα μωρό, ένα μωρό από αέρα νόμιζες, τόσο μικρό και τόσο λιγνό, που ανατρίχιαζες. Κι από την πέτσα εκείνη βύζαινε. Φαινόταν ναρκωμένο. Κι η μάνα― όρθια νεκρή― με χείλια και χέρια και στήθια μελανά. Πότε στεκότανε βουβή, ακίνητη, με τα μάτια σβησμένα και τα μαλλιά να τ’ ανεμίζει ο παγωμένος αέρας, σαν ο Πόνος να πήρε σάρκα και οστά το πρόσωπό της. Πότε πλησίαζε λιγάκι την ουρά και πότε μια αδύνατη φωνή προσπαθούσε να αποσπάσει απ’ τους πιο πονετικούς μια υπόσχεση ότι θα της έδιναν ένα κάρβουνο, ένα μονάχα κάρβουνο για να τ’ ανάψει και να ζεστάνει τ’ άλλα τα παιδιά της, που πεθαίνουν απ’ το κρύο και την πείνα εκεί στο σπίτι.
― Κύ-κυ-κύριε καρβουνιάρη.
― Σώπα, ντε.
― Πα-πα-παγώσαμε.
― Τώρα, αρχίζω.
― Τρρρρρ.
Σώπα, αδερφέ. Δεν κάνει να ’σαι και τόσο ανυπόμονος. Άλλωστε ώσπου ν’ αρχίσει η διανομή, μπορούσες να μετράς τα φορτάκια που περνούσαν κι είχαν το καθένα δεμένο πίσω ένα φέρετρο με τον νεκρό, μπροστά έναν παπά με τον σταυρό και μέσα δυο ή τρεις τους πιο στενούς δικούς του με τα μάτια κόκκινα. Ύστερα μπορούσες να δεις κι άλλα αυτοκίνητα, κούρσες γυαλιστερές, με τη σκεπή γεμάτη χιόνι, εύθυμες γελαστές παρέες μέσα, κυρίες καθώς πρέπει με κυρίους διπλοτυλιγμένους στα παλτά τους, άλλες με γερμανούς, άλλες με ιταλούς, που τραβούσαν για Κηφισιά να χαρούν το χιόνι σ’ όλη την άσπρη απεραντοσύνη του. Κι από το ύφος και το κοίταγμά τους μάντευες τις κουβέντες:
― Κοίτα μια ουγά!
― Τι περιμένουν;
― Κάγβουνα!
― Και δεν κγυώνουν;
― Μπα. Συνηθισμένοι.
Κι άλλωστε, να! Τελείωσε. Αρχίζει η διανομή. Δόξα σοι ο Θεός. Λάμψαν τα μάτια της ουράς. Ο καθένας με ευλάβεια πήρε τη σειρά του και περίμενε. Ούτε κουβέντες πια. Μονάχα ο βήχας αντηχούσε. Μπήκε στην μάντρα ο πρώτος. Πέρασε το κατώφλι της. Ανασκουμπώθηκε ο καρβουνιάρης κι ετοιμαζότανε να ζυγίσει. Συγκίνηση. Μιλιά. Ιεροτελεστία. Τα μάτια καρφωμένα εκεί κι απ’ όλες τις μύτες και τα στόματα έβγαινε ζεστός αχνός. Τι ανυπόφορος που ήσουνα και λιπόψυχος που φώναζες. Νάτος ο καρβουνιάρης που βγάζει τα κάρβουνα από το πρώτο σακί.
Κ’ έξαφνα ένας κρότος. Τι συμβαίνει; Μουγκρίζει και φτάνει ένα φορτηγό γερμανικό. Και μέσα πεντέξι γερμανοί στρατιώτες. Σταματά μπροστά στη μάντρα και φρενάρει. Πηδούν οι γερμανοί. Πηδά μαζί κι ένας ρωμιός. Καλοθρεμμένος. Κόκκινος.
― Ποιος είναι ο ιδιοχτήτης;
― Εγώ.
― Δικά σου είν’ τα κάρβουνα;
― Δικά μου.
― Τα ’φερες χτες το βράδυ;
― Ναι…
Κι απότομα:
― Μπρος! Βοήθα κι εσύ να τ’ ανεβάσουμε στο αυτοκίνητο. Επιτάσσονται απ’ τη γερμανική υπηρεσία, για την γερμανική παροικία της Αθήνας.
Χωρίς χρονοτριβή. Βουτούνε τα σακιά οι γερμανοί και τα φορτώνουν. Πηγαίνουν. Έρχονται. Αρπάζουν. Φορτώνουν και ξαναφορτώνουν. Βοηθά και ο καρβουνιάρης. Λος! Μαχτ. Σνέλλ! Γκρήγκορος! Τ’ αρπάζουνε σαν πούπουλα και τα πετάνε. Το ένα απάνω στ’ άλλο μέσ’ στο φορτηγό. Και κοιτάζει η ουρά. Και φορτώνουν. Και τρέχουν. Και βιάζονται. Και κατεβαίνει ο σωρός από την μάντρα κι υψώνεται βουνό στο αυτοκίνητο. Και χιονίζει. Και φυσάει. Και το τρέμολο των σαγονιών γίνεται βροντερό. Και υψώνεται τώρα ολόκληρο βουνό στο φορτηγό. Πηδάνε επάνω οι γερμανοί. Μουγκρίζει τ’ αυτοκίνητο. Ευγενικός, γυρνά ο αξιωματικός στον καρβουνιάρη:
― Αουφφίντερζέεν.
― Αουφφίντερζέεν.
Αντίο. Βρυχάται και φεύγει το αυτοκίνητο. Δίχτυα, καλάθια, τσουβαλάκια, σάκοι, κρέμονται στα χέρια της ουράς άδεια σαν σαρκασμός. Πρόσωπα απολιθωμένα. Και τα μάτια καρφωμένα στο αυτοκίνητο που φεύγει. Εκεί. Κοιτάνε σα χαμένα.
Χιονίζει. Κοιτώ τη μάσκα που κρατάει το σκελετάκι στην παγωμένη αγκαλιά. Καρφωμένη έμεινε εκεί. Κοιτά κι αυτή. Τι ήθελε η καημένη; Ένα καρβουνάκι. Μόνο ένα. Χοντρά κυλούν τα δάκρυα απ’ τα μάτια της.

 Πηγή:http://www.sarantakos.com