"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάτερ ἡμῶν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάτερ ἡμῶν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

῾Η Κυριακή προσευχή "ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ" καί Θεολογική ἑρμηνεία της ἀπό τόν ῞Αγιο ᾿Ιωάννη τόν Χρυσόστομο.



Ερμηνεία στο «Πάτερ ημών»του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου
 
«Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς».
Άνθρωπέ μου, ονομάζεις Πατέρα τον Θεό; Καλά τον ονομάζεις.
Διότι είναι Πατέρας όλων. Αλλά φρόντιζε να πράττεις τα έργα που αρέσουν στον Πατέρα σου. Εάν όμως πράττεις κακά έργα είναι φανερό ότι ονομάζεις πατέρα τον διάβολο. Διότι αυτός είναι που εποπτεύει τα κακά. Γι΄ αυτό φρόντιζε να ξεφεύγεις από αυτόν και να αρέσεις στον αγαθό Πατέρα και δημιουργό σου.
«Αγιασθήτω το όνομά σου».
Τι λοιπόν; δεν είναι Άγιος ο Θεός; Ναι είναι άγιος, αλλά αυτό λες στην προσευχή: Σε μένα να αγιασθεί το όνομά σου, για να δουν οι άνθρωποι τα καλά έργα μου και να δοξάσουν τον Πατέρα και δημιουργό μου.
«Ελθέτω η βασιλεία σου».
Τι λοιπόν; δεν είναι ο Θεός βασιλιάς και πρόκειται να έλθει η βασιλεία του; Ναι είναι βασιλιάς όλων, αλλά όπως ακριβώς μια πόλη που περικυκλώθηκε από εχθρούς, ζητά να έλθει ο στρατός του βασιλιά και να την ελευθερώσει, έτσι λοιπόν και εμείς που περικυκλωθήκαμε από τις εχθρικές δυνάμεις και από τις αμαρτίες μας και από τους πονηρούς λογισμούς, ζητάμε να έλθει η βασιλεία του Θεού, να μας ελευθερώσει. Και εξηγώντας με άλλο τρόπο: Επειδή ο προφήτης λέει: «εβασίλεψε ο Θεός στα έθνη» (Ψαλμ. μστ΄ 9) χρησιμοποιώντας τον παρελθόντα χρόνο σαν μέλλοντα, γι΄ αυτό κραυγάζουμε: Ας έλθει η βασιλεία σου, Κύριε, δηλαδή ας έλθουν τα ελέη Σου σε μας.
«Γενηθήτω το θελημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης».
Λέει λοιπόν τα εξής: Κύριε, όπως ακριβώς έγινε το θέλημά σου στον ουρανό, και ζουν όλοι οι άγγελοι με ειρήνη, και δεν υπάρχει ανάμεσά τους κάποιος να σπρώχνει και ο άλλος να του ανταποδίδει σπρώξιμο, ούτε κάποιος να χτυπά κι άλλος να δέχεται το χτύπημα, αλλά όλοι βρίσκονται σε απέραντη ειρήνη, έτσι και σε μας τους ανθρώπους που είμαστε στη γη να γίνει το θέλημά σου. Ώστε όλα τα έθνη με ένα στόμα και με μια καρδιά να δοξάσουμε τον δημιουργό και Σωτήρα μας.
«Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον».
Ζητούμε να λάβουμε τον επιούσιον άρτο. Άρτος όμως της ψυχής είναι ο λόγος του Θεού, όπως είπε κάποιος από τους Αγίους: Παιδί μου, «άνοιγε το στόμα σου για να πεις λόγο Θεού» (Παροιμ. κδ΄ 76 ή λα΄ 8). Και γι΄ αυτό είναι καλό συχνά να μνημονεύουμε τον Θεό παρά να αναπνέουμε.
«Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».
Λέει λοιπόν, το εξής: Και χάρισε τα χρέη μας, δηλαδή, τις αμαρτίες μας και τα φταιξίματά μας, όπως κι εμείς συγχωρούμε όσους από τους αδελφούς μας μας φταίνε κι αμαρτάνουν σ΄ εμάς, και ελεύθερους και δούλους, και όλους όσοι βρίσκονται στην εξουσία μας. Λέγοντας αυτά, άνθρωπέ μου, εάν λοιπόν πράττεις έτσι, κατανόησε ότι είναι φοβερό να πέσουμε ως ένοχοι στα χέρια του ζωντανού Θεού. Και αφού διορθωθείς επέστρεψε προς τον δημιουργό και Κύριο.
«Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού».
Εάν ζητήσει ο Σατανάς να μας κοσκινίσει όπως το σιτάρι, όπως ακριβώς ζήτησε να κοσκινίσει και τους αποστόλους, και όπως ήταν φυσικό απέτυχε, και όπως και την παλιά εποχή και τον Ιώβ, μη δώσεις σ΄ αυτόν εξουσία εναντίον μας. Αλλά, εάν και πονηρός άνθρωπος θελήσει να μας βάλει σε πειρασμό η να μας αδικήσει, μη μας δώσεις στο θέλημά του αλλά σκέπασέ μας κάτω από την σκέπη των φτερών σου.
«Ότι σου εστίν η βασιλεία και η δύναμις».
Κύριε, επειδή είναι δική σου η βασιλεία, μη μας αφήσεις να φοβηθούμε άλλη βασιλεία, ούτε άλλη κυριαρχία, αν και είμαστε άξιοι της κολάσεως, για τις αμαρτίες μας. Εσύ, τιμώρησέ μας με όποιον τρόπο θέλεις, και μη μας παραδώσεις στα χέρια ανθρώπων. Αλλά ας πέσουμε για τιμωρία στα χέρια σου, διότι όπως είναι η μεγαλοσύνη σου, έτσι είναι και το έλεός σου, Πατέρα παντοκράτορα στους αιώνες. Αμήν.
πηγή:http://www.gonia.gr/gonia.php?article=3265

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

"ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ..." Ἀρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρ


 

Διάλεξα ἕνα κομμάτι ἀπό τό Εὐαγγέλιο, ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, καί ἰδιαίτερα τό "Πάτερ ἡμῶν", γιατί νομίζω εἶναι ἡ πιό χαρακτηριστική προσευχή, ἐφ' ὅσον εἶναι "Κυριακή" προσευχή, ἡ προσευχή πού μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος.
Καί νομίζω ὅτι ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε τήν προσευχή πού Ἐκεῖνος ἔκανε, μᾶς ἔδωσε τή ζωή πού Ἐκεῖνος ἔζησε καί μᾶς δίδαξε τόν ἴδιο τόν ἑαυτόν Του· κι αὐτό εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί ὅπως μᾶς εἶπε ἄλλη φορά "Ἐγώ εἰμί ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα" (Ἰω. ιε´ 5)· ὅπως ἡ σχέση τοῦ κλήματος καί τῆς ἀμπέλου εἶναι μιά σχέση ὀργανική καί ἀθόρυβα προχωρᾶ ὁ χυμός τῆς ἀμπέλου πρός τά κλήματα, ἔτσι καί ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε ὅλη τήν ὕπαρξή Του, ὁπότε, μέσα στήν προσευχή αὐτή - ἄν τήν κάνουμε συνειδητά καί ἄν τήν ζοῦμε - νομίζω ὅτι ζοῦμε ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ.
Ἀλλά ἄς ἀρχίσουμε νά διαβάζουμε τήν προσευχή αὐτή καί νά τήν παρακολουθοῦμε φράση πρός φράση.
Ἡ πρώτη φράση λέει:
"Π ά τ ε ρ   ἡ μ ῶ ν,   ὁ   ἐ ν   τ ο ῖ ς   ο ὐ ρ α ν ο ῖ ς".
Νομίζω ὅτι ἡ ἁμαρτία μας ἡ μεγάλη εἶναι μιά· πολλές φορές ἀπογοητευόμαστε καί ξεχνᾶμε ἕνα πρᾶγμα: ὄχι ὅτι εἴμαστε ἀδύνατοι, ἀλλ' ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει. Ἄν ἔχουμε ἕνα κεφάλαιο ἐμεῖς οἱ ἀδύνατοι, εἶναι ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ καί ὅτι ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας.
Λέμε ὅτι ὁ πατέρας, ἡ μάνα, ἀγαποῦν τό παιδί τους ὄχι γιατί εἶναι καλό, ἀλλά γιατί εἶναι παιδί τους· ὁπότε εἶναι μεγάλο πράγμα ἄν αὐτή τή συνείδηση τήν ἀποκτήσουμε καί νοιώσουμε ὅτι μποροῦμε ἐμεῖς νά ποῦμε τό Θεό Πατέρα μας. Γιατί αὐτή ἡ λέξη τά λέει ὅλα. Ἀμέσως μᾶς βάζει μέσα στό κλίμα τῆς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ νά εἶναι κανένας ὀρφανός, μπορεῖ νά τόν ἔχουν ἐγκαταλείψει οἱ δικοί του, μπορεῖ ὅλα νά τά ἔχει χάσει καί νά αἰσθάνεται μόνος· ἀπό τή στιγμή ὅμως πού ὁ Θεός εἶναι Πατέρας του, νοιώθει μιά ἀσφάλεια, μιά σιγουριά καί ὅλος ὁ κόσμος γίνεται σπίτι του.
Θά τολμοῦσα νά πῶ καί τό ἑξῆς: μήπως δέν θἆταν καλύτερα νά μᾶς ἐγκαταλείψουν ὅλοι, γιά νά νοιώθουμε αὐτή τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Θαρρῶ πώς κι αὐτό μποροῦμε νά τό ποῦμε. Γι' αὐτό, βλέπετε κι ὁ Κύριος στούς μακαρισμούς Του λέγει: "Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ διψῶντες, μακάριοι οἱ πεινῶντες, μακάριοι οἱ κλαίοντες...". Δηλ. Μακάρι νά στερηθοῦμε τή στοργή τήν ἀνθρώπινη, νά τά χάσουμε ὅλα, γιά νά νοιώσουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας.
Θυμᾶμαι μιά φορά πού εἴχαμε ρωτήσει μιά γριά στό Παρίσι, Ρωσίδα, τί εἶναι μοναχός, καί αὐτή μᾶς εἶπε αὐθόρμητα ὅτι μοναχός εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κρέμεται ἀπό ἕνα σχοινί, καί τό σχοινί αὐτό εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Νομίζω ὅτι αὐτό τελικά μποροῦμε νά τό ποῦμε γιά κάθε ἄνθρωπο: ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει μιά δύναμη στή ζωή του καί ἡ δύναμη αὐτή εἶναι ὅτι ὁ Θεός τόν ἀγαπᾶ. Ἤλθαμε στή ζωή καί ἐλπίζουμε, γιατί κάποιος μᾶς ἀγαπᾶ· κι αὐτός ὁ κάποιος εἶναι δυνατός ἄσχετα ἄν ἐμεῖς εἴμαστε ἀδύνατοι.
"Π ά τ ε ρ ἡ μ ῶ ν, ὁ ἐ ν τ ο ῖ ς ο ὐ ρ α ν ο ῖ ς". Πατέρας μας λοιπόν δέν εἶναι ἁπλῶς κάποιος πού μπορεῖ νά ἐντοπισθεῖ ἐδῶ καί ἐκεῖ, ἀλλά εἶναι ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὐράνιος Πατέρας, ὁπότε, ὅλος ὁ κόσμος, ὅλος ὁ οὐρανός γίνεται σπίτι μας. Ἔτσι, λοιπόν, μποροῦμε νά νοιώθουμε ἄνετα κι ἐλεύθερα. Γι' αὐτό, λέγεται, ὅτι ὅταν εἶπαν στόν Εὐάγριο Ποντικό, ἕνα ἀπό τούς πρώτους ἀσκητές τῆς Νιτρίας, ὅτι ὁ πατέρας του πέθανε, αὐτός ἀντέδρασε αὐθόρμητα καί λέει: "Μή βλαστημεῖτε· ὁ Πατέρας μου δέν πέθανε ποτέ"!
Ἔτσι, λοιπόν, μέ τήν πρώτη φράση ὁ Κύριος μᾶς δίνει κουράγιο, μᾶς κάνει δικούς Του ἀδελφούς, καί μᾶς λέει τόν Πατέρα Του νά τόν λέμε καί δικό μας Πατέρα. Καί κάτι ἄλλο λένε οἱ Πατέρες: Λέμε τό Θεό "Πάτερ ἡμῶν" - δέν λέμε ἁπλῶς Πατέρα μου - ὁπότε ὁ Θεός εἶναι ὅλων Πατέρας μας καί, ἔτσι, ὅλοι εἴμαστε μεταξύ μας ἀδελφοί.
Ἡ ἑπόμενη φράση λέει, "ἁ γ ι α σ θ ή τ ω   τ ό   ὄ ν ο μ ά   σ ο υ,   ἐ λ θ έ τ ω   ἡ   β α σ ι λ ε ί α   σ ο υ...".
Σ' αὐτές τίς δύο φράσεις οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας βλέπουν τήν παρουσία τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ἔτσι λοιπόν, σ' αὐτές τίς τρεῖς φράσεις "Πάτερ ἡμῶν... ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου", εἶναι παροῦσα ὅλη ἡ Ἁγία Τριάς. Τό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρός εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, καί ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. (Ὑπάρχει μάλιστα μιά γραφή τοῦ Εὐαγγελίου παλαιότερη, πού ἀντί νά λέει "ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου" λέει "ἐλθέτω τό Πνεῦμα σου τό Ἅγιον ἐφ' ἡμᾶς καί καθαρισάτω ἡμᾶς). Ὁπότε ἐδῶ ἔχουμε παροῦσα τήν Ἁγία Τριάδα. Εἶναι αὐτό πού λέμε: "Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα..., καί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν..., καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον...".
"Ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου...". Παρακαλοῦμε ἐμεῖς νά ἁγιασθεῖ τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ, ἄν βλέπουμε αὐτά πού λένε οἱ Πατέρες, ὅτι τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρός εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, αὐτό τό "ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου" μποροῦμε νά τό συνδέσουμε μέ ἐκεῖνο πού λέει ὁ Κύριος: "Ἐγώ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καί αὐτοί ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ" (Ἰω. ιζ´ 19). Καί τό "ἁγιάζω ἑμαυτόν" τοῦ Κυρίου σημαίνει ὅτι, ἐγώ θυσιάζω τόν ἑαυτό μου γιά νά ἁγιασθοῦν ἐν ἀληθείᾳ, στήν πραγματικότητα, οἱ πιστοί. Ἔτσι λοιπόν, ὅταν καί ἐμεῖς λέμε "ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου", εἶναι σάν νά λέμε, ἄς ἁγιασθεῖ ἡ θυσία τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτό ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἁγιασμός, ἡ ἀπολύτρωση καί ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν. Καί, "ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου", νά ἔλθει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο στήν Πεντηκοστή· καί πάντοτε ἔρχεται τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιά συνεχής Πεντηκοστή.
Μέσα, λοιπόν, σ' αὐτές τίς τρεῖς φράσεις βλέπουμε παροῦσα ὅλη τήν Ἁγία Τριάδα. Ἀλλά, μποροῦμε νά δοῦμε σ' αὐτές τίς τρεῖς φράσεις, καί τήν πραγματικότητα τῆς ἐπικλήσεως τῆς κεντρικῆς εὐχῆς τῆς Θείας Λειτουργίας: Αὐτό πού ὁ ἱερεύς, παρακαλεῖ τόν Οὐράνιο Πατέρα, νά στείλει δηλ. τό Πνεῦμα τό πανάγιον καί νά ποιήσει τόν ἄρτον καί τόν οἶνον Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ.
Καί φθάνουμε στήν τέταρτη φράση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κεντρική φράση τοῦ "Πάτερ ἡμῶν", καί τό κεντρικό σημεῖο τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου καί τῆς δικῆς μας ζωῆς:
εἶναι τό "γ ε ν η θ ή τ ω   τ ό   θ έ λ η μ ά σ   ο υ".
Ἴσως αὐτή ἡ φράση, "γενηθήτω τό θέλημά σου", μπορεῖ νά παρομοιασθεῖ μέ τό "Ἀμήν" τῆς ἐπικλήσεως. Καί αὐτό τό "γενηθήτω τό θέλημά σου" εἶναι ἡ κατάληξη καί ἡ ἀνακεφαλαίωση τῶν προηγουμένων φράσεων· στίς προηγούμενες φράσεις λέμε, "ἁγιασθήτω τό Ὄνομά σου", "ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου", "γενηθήτω τό θέλημά σου". Ἀναφερόμαστε στό Θεό, λέμε τό ὄνομά Του νά ἁγιασθεῖ, ἡ βασιλεία Του νά ἔλθει, τό θέλημά του νά γίνει. Δίνουμε τά πάντα στό Θεό, καί αὐτό ἐπικυρώνεται καί ἀνακεφαλαιώνεται μ' αὐτή τή φράση, "γενηθήτω τό θέλημά σου".
Γιά νά καταλάβουμε καλύτερα τί σημασία ἔχει τό "γενηθήτω τό θέλημά σου", θά εἶναι καλά νά θυμηθοῦμε αὐτό πού εἶπε ὁ Κύριος, γιατί κατέβηκε ἀπ' τόν Οὐρανό: "Ἐγώ καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον". Καί τό ἄλλο πάλι πού λέει, ὅτι "ἡ κρίσις ἡ ἐμή δικαία ἐστί..."· ἡ κρίσις μου εἶναι δίκαιη καί σωστή γιατί "οὐ ζητῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός". Καί κάτι ἄλλο: θυμᾶστε πού ὁ Κύριος συναντήθηκε μέ τή Σαμαρείτιδα· ὅταν ἦλθαν οἱ μαθητές, εἶπαν στόν Κύριο: "Ραββί, φάγε"· κι ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε, ὅτι "ἐγώ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἥν ἡμεῖς οὔκ οἴδατε...". Ἐγώ ἔχω νά φάω ἕνα φαγητό τό ὁποῖο ἐσεῖς δέν ξέρετε. "Ἐμόν βρῶμα ἐστίν ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον".
Αὐτό, λέει, πού ἐμένα μέ τρέφει εἶναι νά ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός. Καί νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι τό βασικό πράγμα τό ὁποῖο καθορίζει τή ζωή τοῦ Κυρίου καί τή ζωή τή δική μας. Γι' αὐτό βλέπουμε τόν Κύριο στή συνέχεια, τήν ὥρα τῆς Γεθσημανῆ, δηλ. τήν ὥρα τῆς πραγματικῆς ἀγωνίας - θἄλεγε κανείς τήν ὥρα ἑνός δυνατοῦ σεισμοῦ πού τά πάντα δοκιμάζονται, καί ὁ Κύριος "γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο" - νά λέει "Πάτερ μου, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τό ποτήριον παρελθεῖν ἀπ' ἐμοῦ ἐάν μή αὐτό πίω, γενηθήτω τό θέλημά σου" (Ματθ. κστ´ 42). Αὐτό πού μᾶς εἶπε ὁ Κύριος νά λέμε, καί ἐκεῖνος τό εἶπε στή δύσκολη στιγμή καί προχωρεῖ ὁ Κύριος ἤρεμα, ἀλλά παντοκρατορικά πρός τό πάθος ἀκριβῶς γιατί λέγοντας, "ὄχι τό δικό μου θέλημα, ἀλλά τό δικό σου νά γίνει", ἀμέσως στρέφεται ἐσωτερικά, παίρνει ἄλλη δύναμη καί προχωρεῖ.
Δέν θἆταν ἄσχημα νά πᾶμε τώρα γιά μιά στιγμή καί στή δικιά μας ζωή. Ἀγωνιζόμαστε στή ζωή μας, ἀρχίζουμε, ἔχουμε σχέδια, ἔχουμε προγράμματα, προχωρᾶμε καλά, ἀλλά σέ μιά στιγμή μπορεῖ νά περάσουμε δυσκολίες. Νομίζω ὅτι δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού νά μήν περάσει τή Γεθσημανῆ του. Καί τήν ὥρα πού τά πάντα καταρρέουν, τότε μόνο τά πάντα ἀνασταίνονται, καί τότε μόνο καταλαβαίνει κανείς αὐτό πού εἶπε ὁ Κύριος, ὅτι τό νά ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός καί ὄχι τό δικό μου, αὐτό εἶναι πού μέ τρέφει. Ἐκείνη τή στιγμή πού τά πάντα καταστρέφονται καί δέν ὑπάρχει καμμιά ἐλπίδα πουθενά καί κανένα φῶς, καί τά πάντα εἶναι σκεπασμένα μέ σκοτάδι, ἄν ὁ ἄνθρωπος πεῖ - Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου, ἀμέσως παίρνει μιά ἄλλη δύναμη, ἀνασταίνεται καί προχωρεῖ παντοκρατορικά καί σεμνά πρός τήν ὁδό, πρός τή διάβαση, πρός τό Πάσχα πού εἶναι ὁ Χριστός, σέ μιά ἐξέλιξη πού δέν σταματᾶ ποτέ. Καί τότε, ἐκ τῶν ὑστέρων, θά εὐχαριστεῖ κανείς τό Θεό ὄχι γιά τίς εὐκολίες, ἀλλά γιά τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς του καί γιά τή Γεθσημανῆ του, ἡ ὁποία τόν ἀνάγκασε, μέσα στήν ἐξάρθρωση τοῦ ἑαυτοῦ του, νά πεῖ τό λογισμό του ἐλεύθερα, νά καταλήξει στό: "Θεέ μου, νά γίνει τό δικό σου θέλημα".
Νομίζω ὅτι αὐτό τό "γενηθήτω τό θέλημά σου" μοιάζει μέ τό "γενηθήτω" τό δημιουργικό (αὐτό πού λέει ὁ Κύριος, "Εἶπε καί ἐγενήθησαν, ἐνετείλατο καί ἐκτίσθησαν"), καί μέ τό λειτουργικό γενηθήτω (ὅταν ὁ ἱερεύς ἱερουργεῖ τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί παρακαλεῖ τόν Πατέρα νά καταπέμψει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί νά ποιήσει τόν ἄρτον Σῶμα Χριστοῦ καί τό ἐν τῷ Ποτηρίῳ Αἷμα Χριστοῦ καί λέει τό Ἀμήν, Ἀμήν, Ἀμήν, ὁπότε ἤδη ἔγινε τό μυστήριο. Ὑπάρχει μιά σχέση μεταξύ τοῦ δημιουργικοῦ γενηθήτω καί τοῦ λειτουργικοῦ). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συνειδητά πεῖ, Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου καί σέ μένα, μοιάζει καί μέ αὐτό πού εἶπε ἡ Παρθένος στόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ: "γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου"· νά γίνει σέ μένα, στήν ὕπαρξή μου, μέσα μου, κατά τό ρῆμα σου· Θεέ μου, νά γίνει κατά τό θέλημά σου. Ὁπότε ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται καί παίρνει μιά ἄλλη δύναμη.
Λέει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ κάπου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ, ὑπακούοντας στό Θεό, νά γίνει Θεός κατά χάριν, καί νά δημιουργήσει ἐκ τοῦ μή ὄντος νέους κόσμους: ὁ ἄνθρωπος γίνεται τελείως νέος, ὁ ἀδύνατος παίρνει ἄλλη δύναμη καί ὁ νεκρός παίρνει νέα ζωή καί προχωρεῖ. Τότε καταλαβαίνει ὅτι, πράγματι, εἶναι τροφή πραγματική τό νά καταλήξει νά πεῖ ἤρεμα, "Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου καί ὄχι τό δικό μου".
Γι' αὐτό βλέπετε ὅτι ὁ ἀληθινός θεολόγος δέν εἶναι αὐτός πού πάει στό πανεπιστήμιο καί παίρνει ἄριστα ἐπειδή θυμᾶται μερικές χρονολογίες καί μερικά ὀνόματα ἤ γράφει μιά ἐργασία· ἀλλά, ἀληθινός θεολόγος πού γνωρίζει ποιά εἶναι ἡ δύναμη καί ἡ ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου, εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος στή δύσκολη στιγμή λέγει: μή τό ἐμόν, ἀλλά τό σόν γενέσθω θέλημα. Τότε ὅλος ὁ Θεός μπαίνει μέσα του, τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο τόν κάνει θεολόγο, τόν κάνει θεό κατά χάριν καί προχωρεῖ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μέ ἕνα ἄλλο τρόπο μπροστά. Καί ὅπως ὁ Κύριος ἀναστημένος προχωροῦσε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος, αὐτός ὁ ἀδύνατος ἀλλά καί παντοδύναμος μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, προχωρεῖ εἴτε τά προβλήματα εἶναι λυμένα ἤ ἀνοικτά. Γι' αὐτό ἄν τυχόν περνᾶμε δυσκολίες ἄς λέμε τό λογισμό μας ἐλεύθερα· ὅπως θέλει κανείς νά ἐκφρασθεῖ, ἄς ἐκφρασθεῖ, γιατί ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας. Ἀλλά στή συνέχεια ἄς ποῦμε, Θεέ μου, ἐγώ δέν ξέρω, ἐσύ ξέρεις, ἐσύ μέ ἀγαπᾶς πιό πολύ ἀπό ὅ,τι τούς ἀγαπῶ ἐγώ καί πιό πολύ ἀνήκουν σέ σένα ὅλοι ἀπ' ὅ,τι ἀνήκουν σέ μένα. Ὁπότε ἄς γίνει τό θέλημά σου. Ἄν τυχόν τό θέλημά σου ἐξωτερικά φαίνεται καταστροφή, νἆναι καταστροφή. Καλύτερα μιά θεοθέλητη καταστροφή παρά ὁποιαδήποτε ἐπιτυχία μέ τήν ἀνθρώπινη βούληση, πού εἶναι ἀληθινό χαντάκωμα καί ἀληθινή καταστροφή. Τότε τό "γενηθήτω τό θέλημά σου" εἶναι ἡ φράση πού μᾶς τρέφει καί μᾶς ἀνασταίνει σέ ἕνα ἄλλο χῶρο.
Ἡ ἄλλη φράση εἶναι, "ὡ ς   ἐ ν ο ὐ ρ α ν ῷ   κ α ί   ἐ π ί   τ ῆ ς   γ ῆ ς".
Ἐδῶ πέρα, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Χριστός, βάζει τόν καθένα μας ὑπεύθυνα γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. Δέν λέει, "Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου στή ζωή μου", ἀλλά νά γίνει τό θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς, νά γίνει σ' ὁλόκληρη τή γῆ. Θυμᾶμαι σ' ἕνα νησί, στήν Κῶ, πού εἶχα πάει μιά φορά εἶχα δεῖ μιά γριούλα. Μοῦ λέει, "Ἐγώ δέν ξέρω γράμματα καί δέν ξέρω νά κάνω καμιά προσευχή, μά οὔτε τό Πιστεύω μπορῶ νά πῶ οὔτε τό Πάτερ ἡμῶν. Γι' αὐτό, τό βράδυ ὅταν πέσω νά κοιμηθῶ, κάνω τό σταυρό μου καί παρακαλῶ ὁ Θεός νά ξημερώσει μέ τό καλό ὅλον τόν κόσμο". Μέ ρωτᾶ, "Καλά κάνω;" Τῆς λέω, "Καλά κάνεις".
Βλέπετε, ἡ γριούλα εἶχε συλλάβει τό μυστικό τῆς εὐχῆς αὐτῆς· καί ἐπειδή ζοῦσε μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἐπειδή εἶχε τή χάρη τοῦ Χριστοῦ πού κυκλοφοροῦσε μέσα στήν ὕπαρξή της ἀθόρυβα, ὅπως πάει ὁ χυμός τῆς ἀμπέλου πρός τό κλῆμα, γι' αὐτό, χωρίς νά ξέρει γράμματα, ἔκανε αὐτό τό ἀληθινό: παρακαλοῦσε ὁ Θεός νά ξημερώσει μέ τό καλό ὅλο τόν κόσμο. Ἔτσι λοιπόν λέμε "ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς".
Παρακάτω λέμε, "τ ό ν   ἄ ρ τ ο ν   ἡ μ ῶ ν   τ ό ν   ἐ π ι ο ύ σ ι ο ν".
Ὅταν φθάσουμε στό σημεῖο νά περάσουμε τή Γεθσημανῆ καί νά ποῦμε στή δύσκολη στιγμή, "Θεέ μου, γενηθήτω τό θέλημά σου" καί δέν δυσανασχετοῦμε, δέν ἀγανακτοῦμε, ἀλλά αὐτό τό δεχόμαστε μέ καρτερία καί ἠρεμία, τότε νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανό τό πνευματικό μας στομάχι νά χωνέψει τήν ὄντως τροφή. Καί ἡ ὄντως τροφή πάλιν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Εἴδατε ὅτι εἶπε: "Ἐγώ εἰμί ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τίς φάγη ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τόν αἰῶνα" (Ἰω. στ´ 51). Ἐγώ εἶμαι ὁ ἀληθινός ἄρτος, ὁ ζωντανός, πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό· καί ἄν κανείς φάει ἀπ' αὐτόν τόν ἄρτο θά ζήσει καί δέν πρόκειται νά πεθάνει. Δηλ. παίρνει ἀπό τώρα μιά δύναμη καί μιά χάρη, ἡ ὁποία τόν βοηθᾶ νά ξεπεράσει τό θάνατο· ἤδη ἀπό τώρα, ἐνῶ βρίσκεται ἐν σαρκί, βρίσκεται μέσα στήν αἰώνια ζωή.
Γι' αὐτό ὅταν λέει ὁ Κύριος, "τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον", τί ἀκριβῶς θέλει νά πεῖ; Καί λένε οἱ Πατέρες ὁ "ἐπιούσιος" σημαίνει ὁ ἄρτος πού ἀφορᾶ τήν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου ἤ ὁ ἄρτος τῆς ἐπιούσης ἡμέρας. Ἐπιοῦσα ἡμέρα εἶναι ἡ ἑπόμενη μέρα· καί ἑπόμενη μέρα εἶναι ὁ ἑπόμενος αἰών, εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἔτσι λοιπόν, παρακαλοῦμε τό Θεό Πατέρα νά μᾶς ἀξιώσει τῆς "ἐπιούσης ἡμέρας", τοῦ οὐρανίου ἄρτου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά μᾶς Τόν δώσει σάν τροφή ἀληθινή ἀπό σήμερα. Καί ἐνῶ βρισκόμαστε ἐν σαρκί, ἐνῶ βρισκόμαστε σ' αὐτό τόν κόσμο, ὁ ἀληθινός ἄρτος πού θά μᾶς τρέφει νἆναι ὁ ἄρτος τῶν ἀγγέλων, ὁ ἄρτος τῆς "ἐπιούσης ἡμέρας", ὁ ἄρτος τῆς μελλούσης ζωῆς καί βασιλείας.
"Κ α ί   ἄ φ ε ς   ἡ μ ῖ ν   τ ά   ὀ φ ε ι λ ή μ α τ α   ἡ μ ῶ ν   ὡ ς   κ α ί   ἡ μ ε ῖ ς   ἀ φ ί ε μ ε ν   τ ο ῖ ς   ὀ φ ε ι λ έ τ α ι ς   ἡ μ ῶ ν".
Ἐδῶ πέρα θυμόμαστε τήν προσευχή τοῦ Κυρίου πού εἶπε γιά τούς σταυρωτές του: "Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι" (Λουκ. κγ´ 34). Ὁ Κύριος τούς συγχώρεσε καί ἐπειδή δέν ὑπῆρχε καμιά δικαιολογία γι' αὐτό, ὁ Κύριος βρῆκε μιά δικαιολογία γι' αὐτούς, ὅτι δέν ξέρουν τί κάνουν.
"Καί ἄφες ἡμῖν..., ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν...". Ἡ φράση αὐτή ἔχει κάτι λίγο πιό ἀπαιτητικό. Δέν μᾶς λέει ὁ Κύριος νά παρακαλοῦμε τό Θεό Πατέρα νά μᾶς βοηθήσει νά συγχωροῦμε τούς ἄλλους, ἀλλά λέμε ὅτι ἐμεῖς ὁπωσδήποτε συγχωροῦμε. Καί λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Νύσσης ὅτι ἐδῶ πέρα, ἐμεῖς σάν νά λέμε στό Θεό Πατέρα νά λάβει ἐμᾶς σάν ὑπόδειγμα καί νά μᾶς συγχωρήσει καί ἐμᾶς.
Ἀλλά ἄν τυχόν ἐμεῖς δέν συγχωροῦμε, τότε τίποτε δέν γίνεται, τό εἶπε ὁ Κύριος ξεκάθαρα: "Ἐάν δέ μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ Πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν" (Ματθ. στ´ 15). Μπορεῖ νά πηγαίνουμε στά Κατηχητικά, μπορεῖ νά πηγαίνουμε στίς ὁμιλίες, στήν ἐκκλησία, νά κοινωνοῦμε καί νά προχωροῦμε στήν πνευματική ζωή, μπορεῖ νά κάνουμε θαύματα, καί ὅμως νά μή συγχωροῦμε κάποιον. Ἀλλά ἐάν δέν συγχωροῦμε δέν γίνεται ἀπολύτως τίποτα.
Στό σημεῖο αὐτό θἄθελα νά θυμηθοῦμε κάτι πού ἔλεγε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός στούς ἀνθρώπους πού ἀπευθυνόταν: "Πονάω γιατί δέν ἔχω χρόνο νά σᾶς δῶ ὅλους χωριστά τόν καθένα σας καί νά ἐξομολογηθεῖτε καί νά μοῦ πεῖτε τά παράπονά σας καί νά σᾶς πῶ καί ἐγώ ὅ,τι μέ φωτίσει ὁ Θεός. Ἀλλά ἐπειδή δέν μπορῶ νά σᾶς δῶ ὅλους, θά σᾶς πῶ μερικά πράγματα τά ὁποῖα πρέπει νά ἐφαρμόσετε. Κι ἄν αὐτά ἐφαρμόσετε θά προχωρήσετε καλά. Τό πρῶτο εἶναι νά συγχωρᾶτε τούς ἐχθρούς σας". Καί γιά νά τούς κάνει νά καταλάβουν τί ἤθελε νά πεῖ, τούς δίνει ἕνα παράδειγμα: "Ἤλθαν δύο νά ἐξομολογηθοῦν, ὁ Πέτρος καί ὁ Παῦλος. Ὁ Πέτρος μοῦ εἶπε: "Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, ἐγώ ἀπό μικρός πῆρα τόν καλό δρόμο. Ζῶ στήν ἐκκλησία, ἔχω κάνει ὅλα τά καλά, προσεύχομαι, κάνω ἐλεημοσύνες, ἔχω κτίσει ἐκκλησίες, ἔχω κτίσει μοναστήρια, ἔχω ἕνα μικρό ἐλαττωματάκι, ὅτι δέν συγχωρῶ τούς ἐχθρούς μου". Καί λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὅτι, "Ἐγώ, αὐτόν τόν ἀποφάσισα γιά τήν κόλαση, κι εἶπα #8005;ταν πεθάνει θά τόν πετάξουν στό δρόμο νά τόν φᾶνε τά σκυλιάquot;. Μετά ἀπό λίγο ἔρχεται ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἐξομολογήθη καί μοῦ λέει: "Ἐγώ ἀπό μικρός πῆρα τό στραβό δρόμο, ἔχω κλέψει, ἔχω ἀτιμάσει, ἔχω σκοτώσει, ἔχω κάψει ἐκκλησίες, μοναστήρια, δηλ. εἶμαι σάν δαιμονισμένος· μόνο ἕνα καλό ἔχω, ὅτι συγχωρῶ τόν ἐχθρό μου". Καί λέει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς, "ἐγώ κατέβηκα, τόν ἀγκάλιασα, τόν φίλησα καί τοῦ εἶπα σέ τρεῖς μέρες νά κοινωνήσει".
Αὐτός πού εἶχε ὅλα τά καλά, μέ τήν κακότητα νά μή συγχωρεῖ τόν ἐχθρό του, ὅλα αὐτά τά μόλυνε, ὅπως ἔχουμε 100 ὀκάδες ζυμάρι καί βάζουμε λίγο προζύμι καί κουφίζει ὅλο τό ζυμάρι. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ὁ ἄλλος πού ἔχει κάνει ὅλα τά κακά, συγχωροῦσε τόν ἐχθρό του· αὐτό ἔδρασε μέσα σ' ὅλα αὐτά σάν μιά φλόγα κεριοῦ καί τἄκαψε ὅλα. Νομίζω, ὅτι αὐτό εἶναι βασικό. Καί πολλές φορές ἡ ζωή μας ὁλόκληρη βγάζει μιά ἀποφορά ἀντί νἄναι ἄρωμα Χριστοῦ, καί δέν ξέρουμε γιατί γίνεται αὐτό. Νά συγχωροῦμε, λοιπόν. Νά μήν κρατήσουμε καμιά κακότητα γιά κανένα. Τότε ἡ ζωή μας θά προχωρήσει μπροστά. Ἄν αὐτό δέν κάνουμε, τότε ὅλες οἱ θεολογίες μας κι ὅλες οἱ ἁγιότητές μας πᾶνε χαμένες. Γι' αὐτό ἀκριβῶς λέει ὁ Κύριος, "ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν". Ἕνα ἐλάχιστο πράγμα φτάνει γιά νά σέ βάλει στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καί ἕνα ἐλάχιστο πράγμα μπορεῖ νά βρωμίσει ὅλη τή ζωή μας.
"Κ α ί   μ ή   ε ἰ σ ε ν έ γ κ η ς   ἡ μ ᾶ ς   ε ἰ ς   π ε ι ρ α σ μ ό ν,   ἀ λ λ ά   ρ ῦ σ α ι   ἡ μ ᾶ ς   ἀ π ό   τ ο ῦ   π ο ν η ρ ο ῦ".
Λέμε, "μή εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν", καί ἀπό τήν ἄλλη ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀπόστολος λέει, "Πᾶσαν χαράν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις" (Ἰάκ. α´ 2). Τήν ἀπορία μᾶς τήν λύνουν οἱ Πατέρες. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, λέει ὅτι ὑπάρχουν δύο εἰδῶν πειρασμοί: ἀπό τή μιά μεριά ἔχουμε τούς ἡδονικούς καί προαιρετικούς πού γεννοῦν τήν ἁμαρτία· σ' αὐτούς παρακαλοῦμε τόν Κύριον νά μήν ἐπιτρέψει νά μποῦμε καί νά παρασυρθοῦμε. Ἀπ' τήν ἄλλη μεριά ὑπάρχουν ἄλλοι πειρασμοί καί δοκιμασίες, οἱ ἀπροαίρετοι καί ὀδυνηροί πειρασμοί, οἱ ὁποῖοι κολάζουν τήν φιλαμαρτήμονα γνώμη, οἱ ὁποῖοι σταματοῦν τήν ἁμαρτία. Ἔτσι, λοιπόν, παρακαλοῦμε νά μήν πέσουμε στούς πρώτους πειρασμούς, τούς ἡδονικούς καί προαιρετικούς, ἀλλά ἄν τυχόν πέσουμε στίς ἄλλες δοκιμασίες πρέπει νά τίς δεχόμαστε μέ κάθε χαρά, γιατί αὐτοί οἱ πειρασμοί φέρνουν τήν γνώση, τήν ταπείνωση, τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί θυμᾶστε αὐτό πού λέει στό Γεροντικό: "ἔπαρον τούς πειρασμούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος". Ἄν βγάλεις ἀπό τή ζωή μας τούς πειρασμούς, αὐτές τίς δοκιμασίες, κανείς δέν πρόκειται νά σωθεῖ.
"...ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ". Ἡ τελευταία φράση αὐτῆς τῆς προσευχῆς εἶναι ὁ πονηρός. Ἡ πρώτη φράση τῆς προσευχῆς εἶναι τό "Πάτερ ἡμῶν". Ὁ Θεός εἶναι ἡ πρώτη λέξη, ἡ πρώτη πραγματικότητα, τελευταία δέ εἶναι ὁ πονηρός. Ἡ ζωή μας κινεῖται μεταξύ τοῦ πονηροῦ καί τοῦ Θεοῦ. Ὁ πονηρός δέν ἄφησε κανένα ἀπείραστο· οὔτε τόν πρῶτο Ἀδάμ στόν Παράδεισο οὔτε τό δεύτερο Ἀδάμ, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅταν βγῆκε στήν ἔρημο. Καί λέει ὁ Κύριος πάλι, ὅτι "τό γένος τοῦτο ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ" (Μαρκ. θ´ 29). Δέν μποροῦμε νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τόν πονηρό παρά μέ τήν προσευχή καί τή νηστεία. Δέν φεύγει ὁ πονηρός μέ τή λογική ὅπως δέν φεύγει τό καρκίνωμα μέ τίς ἀσπιρίνες. Δέν φεύγει ὁ διάβολος μέ τίς ἐξυπνάδες. Λέγει καί ἕνας μοναχός, ὅτι ὁ μεγαλύτερος δικηγόρος δέν μπορεῖ νά τά βγάλει πέρα μέ τό μικρότερο διάβολο. Γι' αὐτό δέν πρέπει νά ἀρχίζομε συζήτηση μέ τόν πονηρό. Ἄς τόν ἀφήνουμε καί νά φεύγουμε.
Τό θέμα στήν πνευματική ζωή εἶναι νά ἀποκτήσουμε τή διάκριση τήν πνευματική, νά ξεκαθαρίζουμε τά πράγματα ἄν κάτι εἶναι ἀπό τό Θεό ἤ ἀπό τό διάβολο. Μά θά πεῖ κανένας: Ἐγώ εἶμαι ἀδύνατος ἄνθρωπος· πῶς μπορῶ νά ἀποκτήσω αὐτή τή διάκριση; Νομίζω τά πράγματα εἶναι ἁπλά ἐάν τυχόν κάνουμε συνειδητά αὐτή τήν προσευχή πού μᾶς δίδαξε ὁ Κύριος. Μποροῦμε τώρα νά ἀρχίσουμε ἀπό πίσω: ἐάν συγχωροῦμε τούς ἐχθρούς μας ἀσυζητητί· ἐάν τρεφόμεθα μέ τόν οὐράνιον ἄρτον· ἐάν στή δύσκολη στιγμή λέμε, "Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου" καί ἐάν νοιώθουμε τό Θεό, Πατέρα μας, τότε, ἐνῶ εἴμαστε πάρα πολύ ἀδύνατοι, θά εἴμαστε ταυτόχρονα καί πανίσχυροι. Ἐάν, ἀντίθετα, κάνουμε τό θέλημά μας καί δέν συγχωροῦμε τόν ἄλλο, τότε τόν διάβολο ἀπό μυρμήγκι τόν κάνουμε λιοντάρι καί δέν μποροῦμε νά τά βγάλουμε πέρα μέ καμιά δύναμη. Ἀντίθετα, ἐάν λέμε: τό θέλημα τοῦ Θεοῦ νά γίνει, ἐγώ δέν ξέρω τίποτα· ἄν συγχωροῦμε ἀσυζητητί· ἄν τή στιγμή πού μᾶς ἔχουν σκοτώσει, ἐμεῖς, σκοτωμένοι, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι δέν κρατᾶμε καμιά κακότητα γι' αὐτόν πού μᾶς σκότωσε καί λέμε ἔχει ὁ Θεός, δέν πειράζει· τότε ὁ ἄνθρωπος, αὐτός ὁ ἀδύνατος, εἶναι παντοδύναμος καί μπορεῖ νά τά βγάλει πέρα καί ὁ διάβολος μπροστά του εἶναι μυρμήγκι. Καί προχωρεῖ ἐλεύθερα.
Θυμᾶστε, στή Γεθσημανῆ, ὅταν ὁ Κύριος "γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο" καί εἶπε "οὐ τό ἐμόν θέλημα γενέσθω", ἀναφέρεται ἐκεῖ στήν Ἁγία Γραφή ὅτι, "ὤφθη δέ αὐτῷ ἄγγελος ἀπ' οὐρανοῦ ἐνισχύων αὐτό" (Λουκ. κβ´ 43). Καί ἐπίσης ὅταν στήν ἔρημο εἶπε, "ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· γέγραπται γάρ, Κύριον τόν Θεόν σου προσκυνήσεις καί αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις", τότε τόν ἄφησε ὁ διάβολος "καί ἰδού ἄγγελοι προσῆλθον καί διηκόνουν αὐτῷ" (Ματθ. δ´ 10-11). Ἔτσι, λοιπόν, συμβαίνει καί σ' ἐμᾶς· ἄν λέμε τήν προσευχή αὐτή, ἄν ζοῦμε τή ζωή αὐτή, ὁ πονηρός φεύγει, ἡ διάκριση ἡ πνευματική ἔρχεται μέσα μας καί ἄγγελοι μᾶς διακονοῦν. Καί μποροῦμε νά νοιώσουμε αὐτή τή συντροφιά τῶν ἀγγέλων· καί μποροῦμε ἀπό τώρα νά ζήσουμε στόν Οὐρανό· καί μποροῦμε νά χρησιμοποιήσουμε αὐτές τίς φράσεις τίς κυριακές καί νά ποῦμε ὅτι ἡ ζωή μας γίνεται τότε "ἀγγελόκτιστη", "Θεοσκέπαστη". Τότε ὁ ἄνθρωπος ὁ μικρός γίνεται μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ παντοδύναμος...




http://images.google.gr

Ἡ Τελειότητα τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς Μπαμπινιώτης Γεώργιος (Καθηγητής Γλωσσολογίας Πανεπιστημίου 'Αθηνῶν).



Ἡ ἀνάγκη ἐπικοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό (ὅποιον θεό πιστεύει), ἡ ἀνάγκη τῆς προσευχῆς, εἶναι ἀπό πολύ παλιά γνωστή στόν ἄνθρωπο καί ἐμφανίζεται στίς γλῶσσες τῶν περισσοτέρων λαῶν.

Στήν Ἑλληνική ἡ λέξη προσεύχομαι (ἀπευθύνω εὐχή, αἴτημα ἡ παράκληση πρός τούς θεούς) πρωτοαπαντᾶ στόν Αἰσχύλο, ἐνῶ ὡς τεχνικός ὅρος ἡ λέξη προσευχή μαρτυρεῖται πολύ ἀργότερα στήν Ἁγία Γραφή, στό κείμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί - μέ ἰδιαίτερο βάρος καί βάθος - στό κείμενο τῆς Καινῆς Διαθήκης. Δέν ἔχω, δυστυχῶς, τόν ἐπιστημονικό θεολογικό ὁπλισμό, γιά νά ἑρμηνεύσω τό βαθύτερο περιεχόμενο, τό δογματικό νόημα καί τή σημασία πού ἔχει στήν ὀρθόδοξη, ἰδίως, παράδοση ἡ ἔννοια τῆς προσευχῆς. Αὐτό πού ἀκροθιγῶς ἐπιχειρῶ νά δείξω ἐδῶ, στό θεωρητικό πλαίσιο μίας κειμενογλωσσικῆς ἀνάλυσης πού ἀνάγεται στόν Roman Jakobson, εἶναι ἡ γλωσσική δομή τῆς κυριακῆς προσευχῆς, ὅπως μᾶς παραδίδεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο (Μάτθ. 6, 9-13 καί Λούκ. 11, 2-4), τήν ὁποία θεωρῶ ὡς ἰδανικό κείμενο.

Κατά τό κείμενο τοῦ Εὐαγγελίου, τήν παραδίδει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στούς ἀνθρώπους (ἐξ' οὐ καί "κυριακή" προσευχή), λέγοντας οὕτως οὔν προσεύχεσθε ὑμεῖς" καί συνοδεύοντας τήν μ' ἕνα πολύ διδακτικό ἠθικό ἀλλά καί γλωσσικό σχόλιο: "Προσευχόμενοι δέ μή βαττολογήσητε, ὥσπερ οἱ ἐθνικοί, δοκούσι γάρ ὅτι ἐν τή πολυλογία αὐτῶν εἰσακουσθήσονται• μή οὔν ὁμοιωθῆτε αὐτοῖς• οἶδε γάρ ὁ πατήρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρό τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν" (Μάτθ. 6, 7-9).

Ἐξ ὁρισμοῦ ὡς προσευχή, ὡς κείμενο εὐχῶν καί αἰτημάτων / παρακλήσεων, τό κείμενο τῆς κυριακῆς προσευχῆς (γνωστό καί ὡς "Πάτερ ἠμῶν") λειτουργεῖ μ ἕναν κεντρικό μηχανισμό τῆς γλώσσας, τήν τροπικότητα. Εἶναι ὁ μηχανισμός τῆς γλώσσας πού, ἄλλοτε γραμματικοποιημένος (μέ τή μορφή τῶν ἐγκλίσεων τῆς Προστακτικῆς, τῆς Ὑποτακτικῆς καί τῆς Εὐκτικῆς, ὅπως συμβαίνει στήν ἀρχαία ἑλληνική γλώσσα) καί ἄλλοτε λεξικοποιημένος (μέ "δεῖκτες τροπικότητας", ὅπως τά ἄς, νά καί θά στή Νέα Ἑλληνική), χρησιμοποιεῖται ἀπό τόν ὁμιλητή της Ἑλληνικῆς γιά ἐπικοινωνιακές ἀνάγκες ὅπως ἡ ἔκφραση ἐπιθυμίας, εὐχῆς, παράκλησης, προτροπῆς, προσταγῆς, ἀπαγόρευσης, ἀπειλῆς κ.τ.ο.

Τό κείμενο τῆς κυριακῆς προσευχῆς εἶναι ὑπόδειγμα λιτότητας, περιεκτικότητας καί εὐθυβολίας.

 


Περιλαμβάνει:
α) μία ἐπίκληση πρός τόν Θεό, ἐκφρασμένη μέ τήν πτώση τῆς ἐπίκλησης, τήν κλητική, μέ τήν ὁποία καί ἀρχίζει: Πάτερ ἠμῶν...

β) τρεῖς εὐχές - ἐπιθυμίες, ἐκφρασμένες μέ τριτοπρόσωπους μονολεκτικούς τύπους τῆς κατεξοχήν τροπικῆς ἔγκλισης, τῆς Προστακτικῆς: ἁγιασθήτω - ἐλθέτω - γενηθήτω... καί

γ) τρία αἰτήματα / παρακλήσεις, ἐκφρασμένα μέ τούς κατεξοχήν τύπους Προστακτικῆς, τούς τύπους τοῦ β' προσώπου: δός - ἅφες - μή εἰσενέγκης ἀλλά ρύσαι...

Κάθε εὐχή καί κάθε αἴτημα ἐξειδικεύεται (ἡ ἐξειδίκευση ἀποτελεῖ ἕναν ἄλλο κεντρικό μηχανισμό τῆς γλώσσας) μέ τά πιό ἄμεσα καί ἀπαραίτητα στοιχεῖα.

Οἱ τρεῖς εὐχές μ' ἕνα ὁμοιόμορφο ὀνοματικό ὑποκείμενο: ἁγιασθήτω - τό ὄνομά σου, ἐλθέτω - ἡ βασιλεία σου, γενηθήτω - τό θέλημά σου.

Τά τρία αἰτήματα μέ δύο συμπληρώματα (προσώπου καί πράγματος) στό κάθε ρῆμα τους: δός - ἠμίν τόν ἄρτον, ἅφες - ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, μή εἰσενέγκης - ἠμᾶς εἰς πειρασμόν καί ρύσαι - ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ (εἰς πειρασμόν καί ἀπό τοῦ πονηροῦ εἶναι ἐμπρόθετα συμπληρώματα / ἀντικείμενα).

Περαιτέρω, λιτή πάντοτε, ἐξειδίκευση γίνεται μέ ἐλάχιστες ἀναφορές τόπου, χρόνου καί τρόπου: πάτερ ἠμῶν - ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἐξειδίκευση τόπου) γενηθήτω τό θέλημά σου - ὡς ἐν οὐρανῶ καί ἐπί τῆς γής (ἐξειδίκευση τόπου), δός ἠμίν σήμερον τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον (ἐξειδίκευση χρόνου), ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν - ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν (ἐξειδίκευση τρόπου).

Τό περιεχόμενο τοῦ κειμένου κλιμακώνεται νοηματικά: προηγοῦνται οἱ εὐχές καί ἀκολουθοῦν τά αἰτήματα. Ξεκινᾶμε μέ ὅ,τι ἀναφέρεται στόν ἴδιο τόν Θεό, γιά νά περάσει μετά στά αἰτήματα.

Κι ἐδῶ κλιμάκωση, ἀπό τά ὑλικά στά πνευματικά αἰτήματα: τά πρός τό ζῆν - ἄφεση ἁμαρτιῶν - προστασία ἀπό τόν πειρασμό.

Γλωσσικά σέ ὅλο τό κείμενο κυριαρχεῖ καί προβάλλεται τό ρῆμα: ἁγιασθήτω - ἐλθέτω - γενηθήτω, δός - ἅφες - μή εἰσενέγκης - ρύσαι. Κυριαρχοῦν καί προτάσσονται οἱ εὐχές καί τά αἰτήματα. Ἡ ἐξειδίκευσή τους ἐπιτάσσεται, τά ὑποκείμενα δηλαδή καί τά ἀντικείμενά τους (μέ ἐξαίρεση τό ἀντικείμενο τοῦ δός).

Συμπέρασμα. Τό κείμενο τῆς κυριακῆς προσευχῆς εἶναι ἕνα κείμενο πού θά μποροῦσε, μέ ἐπικοινωνιακά - γλωσσικά κριτήρια, νά χαρακτηρισθεῖ ὡς "ἰδανικό".

Εἶναι λιτό, γιατί περιορίζεται σέ βασικές πληροφοριακές δομές (ἐπίκληση - εὐχές - αἰτήματα), σέ ἐξίσου βασικές ἐξειδικευτικές πληροφορίες (ὀνοματικά ὑποκείμενα στίς εὐχές - διπλά ὀνοματικά συμπληρώματα στά αἰτήματα) καί σέ ἐλάχιστες ἐξειδικεύσεις χρόνου, τόπου καί τρόπου.

Μέ μία ἐντυπωσιακή οἰκονομία γλωσσικῶν μέσων - στό κείμενο χρησιμοποιεῖται μόνο Προστατική, μέ ἐξαίρεση τή μοναδική διαπιστωτική ρηματική δήλωση, τήν Ὁριστική ἀφίεμεν - ἐπιτυγχάνεται μία οὐσιαστική, καίρια καί γνήσια μορφή ἐπικοινωνίας, χωρίς ρητορεῖες, ἐπιτηδεύσεις καί περιττό λεκτικό φόρτο.

Ἡ συμμετρία καί ἡ ἔντονα αἰσθητή ἐπανάληψη τῶν ἴδιων συντακτικῶν καί μορφολογικῶν δομῶν (τό γνωστό φαινόμενο τοῦ "παραλληλισμοῦ"), πού φάνηκε ἐλπίζω ἔστω καί ἀμυδρά στή σύντομη ἀνάλυσή μας, ἐξασφαλίζει στό κείμενο τῆς κυριακῆς προσευχῆς αἴσθηση ρυθμοῦ καί μέτρου (πού δέν θίξαμε ἐδῶ), γεγονός πού ὁδηγεῖ στήν εὔκολη πρόσληψη καί μνημονική ἀνάκληση τοῦ κειμένου.

Πρόκειται γιά ἕνα θαυμαστό, τέλειο στήν ἁπλότητα καί τή βαθύτητά του κείμενο, πού δείχνει ἀνάγλυφα τήν ἐκφραστική δύναμη στήν ὁποία μπορεῖ νά φθάσει ἡ γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου, ἀπόρροια τῆς ἰδιότητας πού μοιράζεται "κατά χάριν" ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Θεό, ἀπόρροια τοῦ πνεύματος.