"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἔλεγχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἔλεγχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

Γέροντος Παϊσίου τοῦ ῾Αγιορείτου: ῎Ας μήν πετροβολᾶμε τούς ἀνθρώπους...χριστιανικά!

Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου. Λόγοι Β΄ Κεφάλαιο 4'. 1)«Το γράμμα τοῦ νόμου άποκτείνει », 2) «Ο’τι κάνουμε νά τό κάνουμε γιά τον Θεό »

Λόγοι Β΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

«Ενέργειες με σύνεση και αγάπη»
«Το γράμμα τοῦ νόμου ἀποκτείνει»[1]

Είπα σε κάποιον μιά φορά: «Τί είσαι εσύ; Μαχητής τοϋ Χριστού ή μαχητής τού πειρασμού; Ξέρεις πώς υπάρχουν και μαχητές τού πειρασμού;».
Ό Χριστιανός δέν πρέπει νά είναι φανατικός, άλλα νά έχη αγάπη γιά όλους τους ανθρώπους.
Όποιος πετάει λόγια αδιάκριτα, και σωστά νά είναι, κάνει κακό. Γνώρισα έναν συγγραφέα πού είχε ευλάβεια πολλή, άλλα μιλούσε στους κοσμικούς. μέ μιά γλώσσα ωμή, πού προχωρούσε όμως σε βάθος, και τους τράνταζε.
Μιά φορά μου λέει: «Σε μιά συγκέντρωση είπα αυτό και αυτό σέ μιά κυρία». Άλλα μέ τον τρόπο πού της τό είπε, την είχε σακατέψει. Την πρόσβαλε μπροστά σέ όλους. «Κοίταξε, τού λέω, εσύ πετάς στους άλλους χρυσά στεφάνια μέ διαμαντόπετρες, έτσι όμως πού τά πετάς, σακατεύεις κεφάλια, Όχι μόνον ευαίσθητα άλλα καί γερά». Ας μην πετροβολάμε τους ανθρώπους... χριστιανικά.
Όποιος ελέγχει μπροστά σέ άλλους κάποιον πού αμάρτησε ή μιλάει μέ εμπάθεια γιά κάποιο πρόσωπο, αυτός δέν κινείται άπό τό Πνεύμα τού Θεού· κινείται άπό άλλο πνεύμα. Ό τρόπος της Εκκλησίας είναι ή αγάπη- διαφέρει άπό τόν τρόπο των νομικών.
Ή Εκκλησία βλέπει τά πάντα μέ μακροθυμία και κοιτάζει νά βοηθήση τόν καθέναν, ο,τι καί άν έχη κάνει, όσο αμαρτωλός καί άν είναι. Βλέπω σέ μερικούς ευλαβείς ένα είδος παράξενης λογικής.
Καλή είναι ή ευλάβεια πού έχουν, καλή καί ή διάθεση γιά τό καλό, άλλα χρειάζεται καί ή πνευματική διάκριση καί ευρύτητα, γιά νά μή συνοδεύη την ευλάβεια ή στενοκεφαλιά, ή γεροκεφαλιά (τό γερό δηλαδή αρβανίτικο κεφάλι). Όλη ή βάση είναι νά έχη κανείς πνευματική κατάσταση, γιά νά έχη τήν πνευματική διάκριση, γιατί αλλιώς μένει στο «γράμμα τον νόμου», καί τό «γράμμα τον νόμον
άποκτείνει».
Αυτός πού έχει ταπείνωση, δεν κάνει ποτέ τόν δάσκαλο· ακούει καί, όταν τού ζητηθη ή γνώμη του, μιλάει ταπεινά. Ποτέ δέν λέει «εγώ», άλλα «ό λογισμός μού λέει» ή «οί Πατέρες είπαν». Μιλάει δηλαδή σάν μαθητής. Όποιος νομίζει ότι είναι ικανός νά διορθώνη τους άλλους έχει πολύ εγωισμό.
- Όταν, Γέροντα, ξεκινάη κανείς άπό καλή διάθεση νά κάνη κάτι καί φθάνη στά άκρα, λείπει ή διάκριση;
- Είναι ό εγωισμός μέσα στην ενέργεια του αυτή καί δέν το καταλαβαίνει, γιατί δέν γνωρίζει τόν εαυτό του, γι' αυτό πιάνει τα άκρα. Πολλές φορές από ευλάβεια ξεκινούν μερικοί, αλλά που φθάνουν!
Οπως οι είκονολάτρες και οι εικονομάχοι. Άκρη το ένα, άκρη το άλλο!
Οι μέν έφθασαν στο σημείο νά ξύνουν την εικόνα του Χρίστου και νά ρίχνουν την σκόνη μέσα στό Άγιο Ποτήριο, γιά νά γίνη καλύτερη ή Θεία Κοινωνία· οι άλλοι πάλι έκαιγαν τις εικόνες, τίς πετούσαν...
Γι’ αυτό ή Εκκλησία αναγκάσθηκε νά βάλη ψηλά τις εικόνες καί, όταν πέρασε ή διαμάχη, τίς κατέβασε χαμηλά, γιά νά τίς προσκυνούμε καί νά απονέμουμε τιμή στά εικονιζόμενα πρόσωπα.


«Ὄτι κάνουμε νά τό κάνουμε γιά τον Θεό »

- Γέροντα, συνήθως κινούμαι άπό φόβο νά μή στενοχωρήσω τους άλλους ή νά μήν ξεπέσω στά μάτια τους· δέν σκέφτομαι νά μή στενοχωρήσω τόν Θεό. Πώς θά αύξηθή ό φόβος τοΰ Θεού;
- Εγρήγορση χρειάζεται. Ό,τι κάνει ό άνθρωπος, νά τό κάνη γιά τόν Θεό.
Ξεχνάμε τόν Θεό καί μπαίνει μετά ό λογισμός ότι κάνουμε κάτι σπουδαίο, μπαίνει καί ή άνθρωπαρέσκεια καί κοιτάμε νά μήν ξεπέσουμε στά μάτια τών ανθρώπων. Ένώ, αν ενεργή κανείς μέ τήν σκέψη ότι ό Θεός τόν βλέπει, τόν παρακολουθεί, τότε ο,τι κάνει είναι σίγουρο· αλλιώς, άν κάνη κάτι, γιά νά φανή καλός στους ανθρώπους, όλα τά χάνει, όλα χαραμίζονται.
Γιά κάθε ενέργεια του ό άνθρωπος πρέπει νά ρωτάη τόν εαυτό του: «Καλά, εμένα αυτό πού κάνω μέ αναπαύει· τόν Θεό Τόν αναπαύει;» καί νά έξετάζη άν είναι εύάρεστο στον Θεό. Άν ξεχνάη νά τό κάνη αυτό, ξεχνάει καί τόν Θεό μετά.
Γι' αυτό παλιά έλεγαν «προς Θεού» ή «τόν αθεόφοβο, δέν φοβάται τόν Θεό;». Η έλεγαν: «Άν θέλη ό Θεός, άν έπιτρέψη ό Θεός».
Ενιωθαν τήν παρουσία τού Θεού παντου, είχαν συνέχεια μπροστά τους τον Θεό και πρόσεχαν. Ζούσαν αυτό πού λέει ό Ψαλμός, «Προωρώμην τον Κύριον ενώπιον μου διαπαντός, ϊνα μη σαλευθώ»[2] και δεν σαλεύονταν.
Τώρα, βλέπεις, μπαίνει σιγά-σιγά τό ευρωπαϊκό τυπικό και πολλοί δεν κάνουν τό στραβό από ευγένεια κοσμική. Ότι κάνει κανείς, να τό κάνη καθαρό για τόν Χριστό, νά εχη τόν νου του ότι ό Χριστός τόν βλέπει, τόν παρακολουθεί· σε κάθε του κίνηση κέντρο νά είναι ό Χριστός.
Νά μην εχη τό ανθρώπινο στοιχείο μέσα του. Αν κινούμαστε μέ σκοπό νά αρέσουμε στους ανθρώπους, αυτό δεν μάς ωφελεί σε τίποτε. Χρειάζεται πολλή προσοχή.
Πάντοτε νά εξετάζω τά ελατήρια άπό τά όποια κινούμαι καί, μόλις αντιληφθώ ότι κινούμαι άπό άνθρωπαρέσκεια, νά την χτυπώ αμέσως. Γιατί, όταν πάω νά κάνω ένα καλό καί μπαίνη στην μέση ή άνθρωπαρέσκεια, ε, τότε βγάζω νερό άπό τό πηγάδι μέ τρύπιο κουβά.
Τους περισσότερους πειρασμούς συχνά τους δημιουργεί ό ίδιος ό εαυτός μας, όταν έχουμε τόν εαυτό μας μέσα στην συνεργασία μας μέ τους άλλους. Όταν δηλαδή κινούμαστε άπό ιδιοτέλεια, θέλουμε νά εξυψώνουμε τόν εαυτό μας καί επιδιώκουμε τήν προσωπική μας ικανοποίηση.
Στον Ουρανό δεν ανεβαίνει κανείς μέ τό κοσμικό ανέβασμα άλλα μέ τό πνευματικό κατέβασμα. Όποιος βαδίζει χαμηλά, βαδίζει πάντα μέ σιγουριά καί ποτέ δέν πέφτει. Γι' αυτό, όσο μπορούμε, νά ξερριζώνουμε τήν κοσμική προβολή καί τήν κοσμική επιτυχία, ή οποία είναι πνευματική αποτυχία. Νά σιχαινώμαστε τόν κρυφό καί φανερό εγωισμό καί τήν άνθρωπαρέσκεια, γιά νά αγαπήσουμε ειλικρινά τόν Χριστό.
Τήν εποχή μας δέν τήν χαρακτηρίζει τό αθόρυβο άλλα τό εντυπωσιακό, τό κούφιο. Ή πνευματική ζωή όμως είναι αθόρυβη. Καλά είναι νά κάνουμε αυτά πού είναι γιά τά μέτρα μας σωστά άθόρυβα, χωρίς επιδιώξεις πάνω από τις δυνάμεις μας, γιατί αλλιώς θά εΐναι εις βάρος της ψυχής μας και του σώματος, και συχνά εις βάρος και τής Εκκλησίας.
Μέσα στην γνήσια ευαρέστηση του πλησίον μας υπάρχει και ή ευαρέστηση στον Χριστό. Εκεί χρειάζεται νά προσέξη κανείς, πώς νά έξαγνίση τήν ευαρέστηση προς τόν πλησίον, νά βγάλη δηλαδή τήν άνθρωπαρέσκεια, γιά νά πάη και αυτή ή ανθρώπινη προσφορά στον Χριστό.
Όταν προσπαθή κάποιος νά τοποθέτηση τά εκκλησιαστικά θέματα δήθεν μέ ορθόδοξο τρόπο, και ό σκοπός του εΐναι νά τοποθέτηση καλύτερα τόν εαυτό του, άποβλέπη δηλαδή στο συμφέρον του, πώς θά εύλογηθή άπό τόν Θεό; Όσο μπορεί κανείς νά κάνη τήν ζωή του τέτοια πού νά συγγενεύη μέ τόν Θεό. Πάντα νά έλέγχη τόν εαυτό του και νά κοιτάζη πώς νά κάνη τό θέλημα τού Θεού. Όταν κάνη τό θέλημα του Θεού, τότε συγγενεύει μέ τόν Θεό, και τότε, χωρίς νά ζητάη άπό τόν Θεό, λαμβάνει· δέχεται συνέχεια νερό άπό τήν πηγή.

1. Βλ. Β ' Κορ. 3, 6.
2. Βλ. Ψαλμ. 15, 8.

Απόσπασμα από την σελίδα 78 -82  του βιβλίου:
 

         ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
                              ΛΟΓΟΙ  Β΄
             ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
               ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
       «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»

                    ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 
 
πηγή:ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

ΑΓ. ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ -ΠΕΡΙ ΕΛΕΓΧΟΥ

  • Στὶς 11 Ἰουνίου ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν μνήμη τοῦ νέου Ἁγίου Λουκᾶ, Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας. Ὁ θαυμαστὸς βίος του, ἡ μεγάλη του πίστη, ἡ ἀνυπέρβλητη καρτερία του στὶς διώξεις, ἡ ἐπιστημονική του κατάρτιση, ἡ ἰατρική-χειρουργική του μεγαλοφυΐα, ἡ ἄκρα εὐσπλαγχνία του καὶ τὰ πολλὰ θαύματά του τὸν κατέστησαν ἰδιαιτέρως ἀγαπητὸ καὶ στὴν Ἑλλάδα. Ἀπὸ τὸ ἁγιασμένο στόμα του καὶ τὰ κηρύγματά του διαλέξαμε ἕνα ἀπόσπασμα, ποῦ ἀφορᾶ σὲ ἕνα παρεξηγημένο θέμα ἐξαιρετικῆς σημασίας, γιὰ τὸ ὁποῖο δίνει σαφέστατες ἐξηγήσεις. Γιὰ ποιμένες καὶ ποιμαινομένους. Γιὰ ἄρχοντες καὶ ἀρχομένους ! Σήμερα, ἐποχὴ τῆς ἰσοπεδώσεως καὶ τῆς ἀδιαφορίας ἐν ὀνόματι τῆς δῆθεν ἀνεκτικότητος, ὁ λόγος του εἶναι πρόσκληση σὲ ἄσκηση συνειδήσεως.
«Ἴσως μερικοὶ ἀπὸ σᾶς, ποὺ διαβάζουν τὴν Ἁγία Γραφή, προβληματίζονται, ὅταν βλέπουν πὼς ὁ Κύριος ἐνῶ μᾶς ἀπαγορεύει νὰ λέμε τὸν πλησίον μας “ἀνόητε” καὶ “ἠλίθιε”, αὐτὸς ποὺ τὸ κάνει, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο του, εἶναι ἔνοχος τῆς φωτιᾶς τῆς κολάσεως, ἐνῶ λοιπὸν λέει αὐτά, ὁ ἴδιος πολλὲς φορὲς χρησιμοποιεῖ σκληρὰ λόγια γιὰ κάποιους ἀνθρώπους, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ ἀρχισυναγώγου, στὸν ὁποῖον εἶπε· “ὑποκριτά”. Ἐπίσης πολλὲς φορὲς ἔλεγε ὑποκριτὲς τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς φαρισαίους. Αὐτοὺς ἔλεγε ἀκόμα· “ὄφεις, γεννήματα ἐχιδνῶν” (Μτθ. κγ´, 33).
Μιὰ φορά, ὅταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἦταν στὴν Ἰουδαία, Τὸν προειδοποίησαν ὅτι ὁ Ἡρώδης θέλει τὸ θάνατό του καὶ Τὸν συμβούλεψαν ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα νὰ φύγει ἀπὸ τὴν Ἰουδαία. Καὶ τί ἀπάντησε τότε ὁ Χριστός; Πολὺ ἤρεμα εἶπε τὸ ἑξῆς· “Πορευθέντες εἴπατε τῇ ἀλώπεκι ταύτῃ· ἰδοὺ ἐκβάλλω δαιμόνια καὶ ἰάσεις ἐπιτελῶ σήμερον καὶ αὔριον, καὶ τῇ τρίτῃ τελειοῦμαι” (Λκ, 13, 32). Ἀλεποὺ εἶπε τὸν Ἡρώδη.
Μιὰ φορὰ ὀνόμασε “Σατανᾶ” τὸν μεγαλύτερο ἀπόστολο καὶ τὸν πιὸ ἀγαπητὸ φίλο του, τὸν Πέτρο· “ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ· σκάνδαλόν μου εἶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων” (Μτ. 16, 23).
Γνωρίζετε ὅτι μερικὲς φορὲς ὁ Κύριος ὀργιζόταν, δύο φορὲς ἔδιωξε ἐμπόρους ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ ἀναποδογύρισε τὰ τραπέζια τῶν ἀργυραμοιβῶν. Ἐπίσης γνωρίζετε πὼς μιὰ φορὰ ἔφτιαξε μαστίγιο ἀπὸ σκοινιὰ καὶ ἔδιωξε ἀπὸ τὸ ναὸ αὐτοὺς ποὺ πουλοῦσαν ἐκεῖ ζῶα. Φοβερὴ ἦταν μερικὲς φορὲς ἡ ὀργὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.
Τί λοιπὸν μποροῦμε νὰ ποῦμε ἐμεῖς; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχει ἀκόμα καὶ ἴχνος ἀντίφασης σ’ αὐτὰ ποὺ ἔκανε καὶ ποὺ δίδασκε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός; Εἶναι δυνατὸν νὰ παρέβαινε ὁ ἴδιος τὴν ἐντολὴ ποὺ μᾶς εἶχε δώσει καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία εἶναι ἁμαρτία νὰ λέμε ἀνόητο τὸν πλησίον μας;
Ἀσφαλῶς ὄχι. Στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ τὸ “ναὶ” εἶναι “ναὶ” καὶ τὸ “ὄχι” – “ὄχι” καὶ δὲν ὑπάρχει καμία ἀντίφαση. Καὶ οὔτε μπορεῖ νὰ ὑπάρχει στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Τότε πῶς μποροῦν νὰ ἐξηγηθοῦν αὐτὰ τὰ λόγια καὶ οἱ πράξεις τοῦ Χριστοῦ ποὺ σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως; Ἡ ἐξήγηση εἶναι πολὺ ἁπλή· πρέπει νὰ ξεχωρίζουμε τὴ λογικὴ μὲ τὴν ὁποία τὸ ἔλεγε ἢ τὸ ἔκανε ὁ Κύριος ἀπὸ τὴ λογικὴ μὲ τὴν ὁποία τὸ κάνουμε ἐμεῖς. Ὑπάρχει διαφορά, ὅταν βρίζεις κάποιον ἢ ὅταν τὸν ἐλέγχεις. Ἐμεῖς ὅταν λέμε στὸν πλησίον μας “ἀνόητε” ἢ “ἠλίθιε”, τί ἐκφράζουμε μ’ αὐτὲς τὶς λέξεις; Τὴν περιφρόνησή μας. Τὸν προσβάλλουμε μ’αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ τὸν βρίζουμε. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἀπαγορεύει ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὴν ἐντολή του.
Καὶ ποιά σημασία ἔχουν τέτοια σκληρὰ λόγια στὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ; Γιατί ἔλεγε σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους “ὄφεις, γεννήματα ἐχιδνῶν» ἢ «πορευθέντες εἴπατε τῇ ἀλώπεκι ταύτῃ”; Τὸ ἔλεγε γιὰ νὰ τοὺς ἐλέγξει. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορά, ὅταν βρίζει κανεὶς ἢ ὅταν ἐλέγχει κάποιον. Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ προσβάλλουμε τὸν πλησίον μας, ἐνῶ τὸ νὰ ἐλέγχουμε κάτι ποὺ δὲν εἶναι σωστὸ μᾶς τὸ παραγγέλλει ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Γραφή· “μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους, μᾶλλον· δὲ καὶ ἐλέγχετε” (Ἐφ. ε´ 11).
Στὶς ἐπιστολές του πρὸς Τιμόθεον ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς δίνει τὴν ἑξῆς ἐντολή· “Τοὺς ἁμαρτάνοντας ἐνώπιον πάντων ἔλεγχε, ἵνα καὶ οἱ λοιποὶ φόβον ἔχωσι» (Α´ Τιμ. ε´ 20). “Κήρυξον τὸν λόγον, ἐπίστηθι εὐκαίρως ἀκαίρως, ἔλεγξον, ἐπιτίμησον, παρακάλεσον, ἐν πάσῃ μακροθυμίᾳ καὶ διδαχῇ” (Β´ Τιμ. δ´ 2).
Βλέπετε, τὸ νὰ ἐλέγχουμε κάτι ποὺ δὲν εἶναι σωστὸ εἶναι ἡ ἐντολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Ὄχι μόνο δὲν πρέπει νὰ ἔχουμε καμία συμμετοχὴ στὰ ἔργα τοῦ σκότους, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἐλέγχουμε. Δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ προσπερνᾶμε μὲ ἀδιαφορία καὶ σιωπὴ τὴν κακία καὶ τὴν ἀσέβεια, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ ἐλέγχουμε. Κάθε φορὰ ποὺ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἔλεγε κάποιο λόγο σκληρό, τὸν ἔλεγε, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ἐλέγξει τὴν κακία. Δὲν προσέβαλλε τὴν ἀξιοπρέπεια ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους ὀνόμαζε ἀλεποῦδες ἢ ἀκόμα καὶ γεννήματα ἐχιδνῶν. Ἤθελε μόνο νὰ ἐλέγξει τὸ ψέμα ποὺ εἶχαν μέσα τους, διότι ἡ ὑποκρισία εἶναι ἕνα εἶδος ψέματος καὶ ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους εἶναι ὁ διάβολος.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν μποροῦσε νὰ μὴ ἐλέγχει τὸ ψέμα καὶ τὴν ὑποκρισία. Πάντα τὰ ἔλεγχε καὶ πολὺ ἔντονα. Διότι ὑπάρχει ὀργὴ ποὺ εἶναι θεία καὶ μία τέτοια ὀργὴ εἶναι ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ὀργὴ πρέπει νὰ ἀνάβει μέσα μας κάθε φορά, ὅταν βλέπουμε πὼς προσβάλλουν ἱερὸ καὶ ὅσιο. Τέτοια ὀργὴ ἀνάγκασε τὸν μεγάλο ἱεράρχη καὶ θαυματουργό, τὸν ἅγιο Νικόλαο στὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο νὰ χαστουκίσει τὸν Ἄρειο.
Ἀπὸ τὴν ἴδια θεία ὀργὴ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἔφτιαξε μαστίγιο ἀπὸ σκοινιὰ καὶ ἔδιωξε τοὺς ἐμπόρους ἀπὸ τὸ ναό. Ἡ φλογερή του ὀργὴ ἔκαιγε τοὺς ἀσεβεῖς. Ὑποκριτὲς ἔλεγε ἐκείνους ποὺ ἦταν τέτοιοι στὴν πραγματικότητα. Ἦταν ἀνάγκη νὰ τοὺς ἐλέγχει μπροστὰ στὸν λαό, νὰ τοὺς βγάλει τὸ προσωπεῖο τῆς εὐλαβείας, νὰ δείξει τὸ πραγματικό τους πρόσωπο, γιὰ νὰ καταλάβουν οἱ ἄλλοι πὼς οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ψεῦτες. Πολὺ σωστὴ καὶ δικαιολογημένη ἦταν στὸ στόμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ λέξη “ὑποκριτά”, ποὺ Αὐτὸς εἶπε γιὰ τὸν ἀρχισυνάγωγο. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ὀνομασία ποὺ ἔδωσε στοὺς Γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους λέγοντάς τους ὄχι μόνο ὑποκριτὲς ἀλλὰ καὶ “ὄφεις” καὶ “γεννήματα ἐχιδνῶν”.
Διαβᾶστε τὸ 23ο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου καὶ θὰ δεῖτε πόση ἀλήθεια ὑπάρχει στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ γιὰ τοὺς Φαρισαίους, ὅτι πολὺ δικαιολογημένα τοὺς ἔδωσε αὐτὲς τὶς προσωνυμίες.
Δικαιολογημένα δὲν ὀνομάστηκε ὁ Ἡρώδης ἀλεπού; Γιατί τὸν εἶπε ἀλεπού ὁ Κύριος; Τί διακρίνει τὴν ἀλεπού μεταξὺ τῶν ἄλλων ζώων; Εἶναι γνωστὴ ἡ πονηριά της, πῶς ξεγελάει καὶ τὸν κυνηγὸ καὶ τὸ θῦμα της. Ὅταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἔλεγε τὸν Ἡρώδη ἀλεπού, τὸ ἔκανε γιὰ νὰ ἐλέγξει τὴν πονηριά του, τὴν τάση του γιὰ προδοσία. Αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος γιὰ τὸν Ἡρώδη δὲν ἦταν προσβολὴ ἀλλὰ δικαιολογημένος καὶ σωστὸς ἔλεγχος.
Γιατί γιὰ τὸν ἀπόστολο Πέτρο ὁ Χριστὸς χρησιμοποίησε τὴν τρομερὴ αὐτὴ λέξη “Σατανᾶ”; Γιατὶ ὅταν ἄκουσε ὁ ἀπόστολος πὼς ὁ Κύριος πρέπει νὰ προδοθεῖ, νὰ σταυρωθεῖ καὶ νὰ πεθάνει φοβερὸ θάνατο γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ἄρχισε νὰ ἀντιλέγει προσπαθώντας νὰ Τὸν πείσει νὰ λυπηθεῖ τὸν ἑαυτό του.
Αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Σατανᾶ; Ὁ Σατανᾶς δὲν προσπαθοῦσε νὰ ἀποτρέψει τὴν θυσία ποὺ ἤθελε νὰ προσφέρει ὁ Χριστὸς στὸν Γολγοθᾶ; Μὲ τὸ στόμα τοῦ ἀποστόλου μιλοῦσε τότε ὁ ἴδιος ὁ Σατανᾶς γι’αὐτὸ καὶ εἶπε ὁ Κύριος τὸν σκληρὸ αὐτὸ λόγο· “ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ· σκάνδαλόν μου εἶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων” ( Μτθ. ιϛ´ 23).
Βλέπετε ποιά εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ ὕβρεως καὶ ἐλέγχου; Πρέπει νὰ ἐλέγχουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ὅταν βλέπουμε κάποια σφάλματα. Καὶ οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ ἐλέγχουν δημοσίως τοὺς ἁμαρτωλούς, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Καὶ μᾶλλον εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ κάνουν.»
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας:  «ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ», τ. Γ´, σελ. 267-282, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2003.
Πηγή:http://christianvivliografia.wordpress.com