"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἐλληνική γλῶσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἐλληνική γλῶσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Απριλίου 2010

῾Ετυμολογία τῆς λέξης "῎Ανοιξη"

άνοιξη η [ániksi] O33 : α
  

῎Ανοιξη
Σπάνια λέξη της αρχαίας ελληνικής ( νοιξις, -εως). Ετυμολογείται από το ρήμα νοίγνυμι ή νοίγω. Αρχικά λοιπόν σήμαινε το άνοιγμα.
Η σημερινή σημασία είναι μεσαιωνική: μυρισμένη μου νοιξις, το χρόνου ρχή καί νιότης (Μιχαήλ Σουμμάκης, Παστώρ φίδος, γουν Ποιμήν πιστός, Βενετία 1638). Τότε, υποκατέστησε στη δημώδη Βυζαντινή την αρχαία λέξη αρ (που σήμερα επιβιώνει στο παράγωγο επίθετο εαρινός, δηλ. ανοιξιάτικος: εαρινή ισημερία), προφανώς για να δηλώσει εκφραστικότερα το «άνοιγμα» του καιρού μετά το χειμώνα.
Διαβάζουμε στο Λεξικόν τς καθ’ μς λληνικς Διαλέκτου του Σκαρλάτου Δ. το Βυζαντίου: νοιξις, χι διότι τότε νοίγει πρός πλον θάλασσα, λλά διότι τότε νοίγουν τά νθη.
Παροιμιώδης φράση: Ένας κού(κ)κος / ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη: οι μεμονωμένες προσπάθειες δεν αρκούν για την πραγματοποίηση σημαντικών αλλαγών.

Πηγή: http://www.asprilexi.com/

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Σε ποια χώρα μιλούν τα... "αλαμπουρνέζικα";

᾿Οδυσσεύς τοῦ klision: ᾿Επειδή πολλά ἀκατανόητα συμβαίνουν στήν ῾Ελλαδίτσα μας καί παγκοσμίως, γι᾿ αὐτό προτείνω νά μάθουμε τά "ἀλαμπουρνέζικα" μπᾶς καί συννενοηθοῦμε. Διαβᾶστε παρακάτω....


Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010


Με την φράση "αλαμπουρνέζικα" εννοούμε "ακαταλαβίστικα". Οι θεωρίες για την προέλευση των... αλαμπουρνέζικων είναι πολλές. Επειδή η κάθε εξήγηση είναι το ίδιο πιθανή όσο και απίθανη με τις υπόλοιπες, εμείς σας τις παραθέτουμε όλες! Διαλέγετε και παίρνετε!Εκδοχή πρώτη: Από το Livorno της Ιταλίας.Το Livorno είναι μια πόλη της Ιταλίας, έξω από την Τοσκάνη. Οι κάτοικοι των Κυκλάδων και ειδικότερα της Σύρου, την εποχή της Ενετοκρατίας θεωρούσαν την περιοχή του Livorno ως ιδανική πόλη -πρότυπο.Κάθε τι λοιπόν ξεχωριστό και εκλεκτό που έβλεπαν, έλεγαν πως "αυτό είναι όπως Al Livorno", που στα ιταλικά θα πει "στο Λιβόρνο" ή "αυτά μοιάζουν με Αλιβορνέζικα", δηλαδη με πράγματα από το Livorno.Κατά μία άλλη εκδοχή τα "αλαμπουρνέζικα" προέρχονται όντως από την περιοχή Livorno, αλλά έχουν σχέση με την περίεργη διάλεκτο που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες που κατοικούσαν στην περιοχή. Οι κάτοικοι του Λιβόρνο μιλούν σε μια ιδιαίτερη διάλεκτο την vernacolo, η οποία έχει στοιχεία από την Τοσκανική αλλά και πάρα πολλούς ιδιωματισμούς! Στην περιοχή ζούσαν κάποτε αρκετοί Έλληνες οι οποίοι είχαν ενώσει τις δύο διαλέκτους και σε αυτές έίχαν προσθέσει και ελληνικά στοιχεία. Το αποτέλεσμα ήταν να μιλούν εντελώς "αλιβορνέζικα" ελληνικά!Εκδοχή δεύτερη: Από την ιταλική λέξη "burla"
Στα ιταλικά η λέξη "burla" σημαίνει "αστεία". Σύμφωνα λοιπόν με αυτήν την θεωρία, η λέξη "αλαμπουρνέζικα" προέκυψε από μια παραφθορά της φράσης "alla burla", που θα πει "στ' αστεία".
Εκδοχή τρίτη: Όπως λέμε "αλά γαλλικά"
Σε αυτήν την περίπτωση τα "αλαμπουρνέζικα" δεν είναι μία λέξη, αλλά δύο. Όπως λέμε "αλά γαλλικά", έτσι λέμε και "αλά μπουρνέζικα". Η φράση αναφέρεται στην διάλεκτο της φυλής Μπουρνού που φέρεται να έζησε στην περιοχή του Σουδάν. Η γλώσσα που μιλούσαν ήταν ένας συνδυασμός της αραβικής, με στοιχεία της τοπικής διαλέκτου.Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή η γλώσσα τους έφτασε στην χώρα μας κατά την Επανάσταση του 1821, όταν μέλη της φυλής Μπουρνού ήρθαν εδώ από την Αίγυπτο με το εκστρατευτικό σώμα του στρατηγού Ιμπραήμ. Στα αυτιά των ελλήνων ηχούσαν τόσο δύσκολα και ακαταλαβίστικα, που με τα χρόνια η "αλά Μπουρνού" ταυτίστηκε με ο,τιδήποτε ακαταλαβίστικο.Αν όλα τα παραπάνω σας ακούγονται ... αλαμπουρνέζικα, ίσως και να έχετε δίκιο!
Συντάκτης: Λευτέρης Ρήγας

Πηγή:http://olaexw.blogspot.com

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

῾Η φτώχεια στό facebook-τά ἐνδιαφέροντα τῶν νέων καί ἡ ὑποβάθμιση τῆς γλώσσας!

Η φτωχεια στο facebook

Μεγαλη φτωχεια στο facebook απο πλευρας ΝΕΟΛΑΙΑΣ. Εχω κανα δυο μηνες που μπηκα και βλεπω ΧΑΛΙΑ των νεων. Ασχολουνται με βλακεις δεν τα απασχολει τιποτα ουσιστικο. Δεν τα αγγιζει κανενα προβλημα ουτε ανεργια ουτε ναρκωτικα ουτε εθνικα θεματα. Δεν τα γνωριζουν καν.Ασε τη γλωσσα!!!! Βολευτηκαν με τα ''γκρικλις'' που τα βοηθα να κρυψουν ανορθογραφια τους. Και αντι να κανουν μια προσπαθεια να μαθουν τη γλωσσα τους, ανταλλασουν ΚΑΚΑΡΙΣΜΑΤΑ με τα ΟΡΝΙΘΟΣΚΑΛΙΣΜΑΤΑ τους. ΛΥΠΗ προκαλει ολο τουτο.Καμια ελπιδα!!!!

argirisza.blogspot.com

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Εξουσία που «αποδομεί» την κοινωνία -Tου Χρήστου Γιανναρά

᾿Οδυσσεύς τοῦ Klision: Τό ἄρθρο πού ἀκολουθεῖ τό ἀφιερώνω σέ συναδελφό-(συνώνυμον τοῦ ἀεί ζῆν καί φιλαναγνώστη τοῦ ἰστολογίου μας) πού τοῦ ἀρέσει τό γιανναρικό στύλ, χωρίς βέβαια νά ταυτίζεται μέ αὐτό, ἀλλά διατηρεῖ τό δικό του ὕφος γραψίματος.









ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (7-2-2010)

Το να είσαι Ιταλός, Γάλλος, Βρετανός, Ελληνας ή ό, τι ανάλογο δεν δηλώνει μόνο μια συμβατική, κρατική υπηκοότητα. Δηλώνει ότι «ανήκεις» σε μια συλλογικότητα με μεγαλύτερη ή μικρότερη ώς τώρα διαδρομή στην ανθρώπινη Ιστορία – ανήκεις σε μια γλώσσα, σε μια συνείδηση κοινού παρελθόντος, σε κοινή νοο-τροπία, κοινό θησαύρισμα πείρας που παραδίνεται από γενιά σε γενιά και διαμορφώνει συν-ήθειες, ένα κοινό ήθος, περίπου συλλογικό χαρακτήρα.

Οταν στη μητρική σου γλώσσα (τη γλώσσα που σε πρωτομπόλιασε στην κοινή «λογική»: σε σκέψη και κρίση) η συλλογικότητα σημαίνεται ως «κοινωνία» (δυναμική σχέσεων, συμ-μετοχή και αλληλεξάρτηση στην πραγμάτωση της ζωής), δεν είναι δυνατό να έχεις την ίδια οπτική και την ίδια εκδοχή της πραγματικότητας με συνάνθρωπό σου, καθ’ όλα σεβαστόν και αγαπημένο, που στη μητρική του γλώσσα η συλλογικότητα είναι μόνο «societas», δηλαδή «εταιρισμός επί κοινώ συμφέροντι». Αλλη νοο-τροπία και άλλα αντανακλαστικά σκέψης και πράξης διαμορφώνει το νοηματικό και βιωματικό φορτίο της λέξης «α-λήθεια» και άλλο της λέξης «veritas», διαφορετικό της λέξης «νόμος» και διαφορετικό της λέξης «lex» – το ίδιο και με αναρίθμητα ακόμη ζεύγη λέξεων: «λόγος» και «ratio», «πρόσωπο» και «persona», «δημοκρατία» και «res publica» κ. λπ., κ. λπ.

Διαφορετικόν ανθρωπολογικό τύπο διαμορφώνει μια συλλογικότητα με παρελθόν κατακτητικών κυρίως πολέμων, επιθετικών αναζητήσεων «ζωτικού χώρου», αποικιοκρατικών εθισμών, και διαφορετικόν μια άλλη που αιώνες πολλούς κυρίως αμυνόταν, επιβίωνε χάρη στην πανανθρώπινη εμβέλεια της πνευματικής της πραμάτειας. Διαφορετική νοο-τροπία και ήθος χαρακτηρίζει μια συλλογικότητα που η μεταφυσική της αναφορά ήταν πάντοτε ένας Θεός τιμωρός, αμείλικτος δικαστής και σαδιστής πατέρας, η «αμαρτία» παράβαση νόμου, ενοχή, εξαγοράσιμος κολασμός, και διαφορετική προκύπτει μια συλλογικότητα που ξέρει τον Θεό «νυμφίο», «εραστή μανικώτατον» του ανθρώπου και την αμαρτία «αστοχίαν», «απόπτωσιν από του στόχου», του στόχου πληρότητας της ζωής που είναι ο «όντως έρως».

Δεν ανήκουμε σε «εθνότητα», είναι ανεπαρκέστατη η λέξη. Ανήκουμε σε μια γλώσσα, σε μια κοινή ιστορική εμπειρία, σε μια παράδοση και συνέχεια πείρας, νοοτροπίας, μεταφυσικής ελπίδας. Αλλά αυτό το «ανήκειν», το «συνυπάρχειν» με κοινό, συνεκτικό της συλλογικότητας «τρόπο», βιώνεται και κατανοείται σε συνάρτηση πάντοτε με την καλλιέργεια του καθενός, το αισθητήριό του «ποιότητας» της ζωής.

Οι φτηνοί άνθρωποι του ό, τι φάμε ό, τι πιούμε και ό, τι τέλος πάντων ηδονικό αρπάξουμε, παρακάμπτουν το υπάρχειν (που είναι πάντοτε συνύπαρξη) και λογαριάζουν για ζωή το «έχειν»: Να κατέχουν, να εξουσιάζουν, να τα έχουν όλα υποταγμένα στις απαιτήσεις του εγώ. Καταλαβαίνουν τη συλλογικότητα μόνο σαν «κράτος» και το «ανήκειν» μόνο σαν συμβατική «υπηκοότητα». Λογαριάζουν το κράτος σαν εξουσιαστικό μηχανισμό διαχείρισης των κοινών και τους ενδιαφέρει μόνο για όσα χρηστικά τους παρέχει.

Πολύ συχνά, φτηνοί άνθρωποι ορέγονται τη διαχείριση του κράτους, την εξουσία της διαχείρισης. Οχι για να υπηρετήσουν τον δημιουργικό δυναμισμό της κοινωνικής συνοχής, τη γλώσσα, την ιστορική συνείδηση, τη θησαυρισμένη παράδοση, τη μεταφυσική ελπίδα – είναι ευτελείς άνθρωποι, δεν καταλαβαίνουν τίποτε από αυτά. Διψάνε εξουσία από ιδιοτέλεια και μόνο: Να προβληθεί το εγώ τους, να εξαρτώνται όλοι οι άλλοι από αυτούς, να βρίσκονται συνεχώς στη δημοσιότητα, να εισπράττουν κολακείες και χειροκροτήματα. ΄Η για σκοπιμότητες χυδαίου ηδονισμού: Να μπορούν να κλέβουν το δημόσιο ταμείο, να διαπλέκονται με μεγιστάνες του πλούτου και να δωροδοκούνται, να ζουν με πολυτέλεια ονειρώδη για τις ικανότητές τους και την καταγωγική τους ανέχεια.

Αφού λογαριάζουν τη συλλογικότητα μόνο σαν χρηστικό δεδομένο, ωφελιμιστική πραγματικότητα, τι πιο φυσικό να είναι απάτριδες, διεθνιστές, συνεπέστατοι «αποδομιστές» κάθε μη χρηστικής εκδοχής των θεμελίων της συνύπαρξης – της γλώσσας, της παιδείας, της Ιστορίας, της Τέχνης, της πολιτικής, της μεταφυσικής. Και για να προσδώσουν εγκυρότητα στον πρωτογονισμό του ατομοκεντρισμού, καταφεύγουν στην πιο αναχρονιστική και άκριτη ανάγνωση του Μαρξισμού: Βλέπουν τη συλλογικότητα να συγκροτείται μόνο στη «βάση» των παραγωγικών και ανταλλακτικών σχέσεων, επομένως ο πολιτισμός, οι διαφορές των πολιτισμών, η ποικιλία των παραδόσεων, δεν είναι παρά «εποικοδόμημα» σε αυτή την πρωτεύουσα βάση. Πώς λοιπόν να μην είναι πανέτοιμοι, παίρνοντας την εξουσία, να καταστρέψουν τη γλώσσα, να στρεβλώνουν και κατασυκοφαντήσουν την ιστορία του τόπου τους, να διασύρουν την αξιοπρέπεια του λαού τους, να χλευάσουν τη λαϊκή παράδοση και ευσέβεια, να πρακτορεύσουν (με το αζημίωτο) ξένα συμφέροντα;

Η καταφυγή της μηδενιστικής πολιτικής πρακτικής σε μαρξιστικά ψιμύθια, προκειμένου να εξωραϊστεί ο πρωτογονισμός της ακοινώνητης εγωκεντρικής ύπαρξης, δεν περιορίζει το σύμπτωμα σε μόνη την παράταξη της δήθεν Αριστεράς. Στην Ελλάδα τουλάχιστον, η διαχείριση της Παιδείας ανατίθεται (από κάθε κυβέρνηση οποιουδήποτε κόμματος και πρωθυπουργού) σε άτομα του ανθρωπολογικού τύπου των «αποδομιστών». Και αν υπάρξουν διαμαρτυρίες για την προκλητική αυθαιρεσία και αναίδεια αυτών των ατόμων, ξεσηκώνεται αμέσως μια θαυμαστά συντονισμένη συγχορδία υπερασπιστών της «αποδόμησης», συγχορδία από πριμαντόνες της δημοσιότητας που καλύπτουν όλο το «πολιτικό» φάσμα: από τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά ώς την πιο φανταιζίστικη τάχα και Αριστερά.

Οταν έγραφε ο Καβάφης: «... το άριστον εκείνο, Ελληνικός – ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν· εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν», απηχούσε μιαν επίγνωση της ελληνικότητας αυτονόητη στις μέρες του για μεγάλες πληθυσμικές ομάδες (όχι μόνο ελληνόφωνες). Από μια τέτοια επίγνωση (συνάρτηση καλλιέργειας) στερούν τον Ελληνισμό (τον ελλαδικό και της διασποράς) οι θλιβερές συμπλεγματικές φιγούρες που προσλαμβάνονται στο υπουργείο Παιδείας (με κάθε κυβέρνηση) για να οργανώσουν την κοινωνική άμυνα απέναντι στην απειλή του «εθνικισμού».

Οι πολλοί απλοί άνθρωποι που επενδύουν συναισθηματικά σε ιδεολογικές γενικότητες περί ενδόξων προγόνων και πρωτοπορίας άλλοτε στον πολιτισμό, δεν μπορούν πια να έχουν την επίγνωση της καβαφικής ελληνικότητας. Νιώθουν, όμως, να βιάζεται ο ψυχισμός τους από την πολιτική μεθοδικού αφελληνισμού της ελληνόφωνης (ακόμα) κοινωνίας. Και η μόνη λογική εξήγηση που βρίσκουν γι’ αυτό τον βιασμό, συνάγεται από συμπεριφορές που όζουν «πρακτοριλίκι». Δεν είναι μυστικό ότι ο «ξένος παράγων» θέλει από το ελλαδικό κρατίδιο να απεμπολήσει εσπευσμένα την ελληνικότητα της Κύπρου, της Μακεδονίας, του Αιγαίου – τουλάχιστον.

Ολα έχουν μια τιμή. Εκτός από την καβαφική ελληνικότητα.