"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δάσκαλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δάσκαλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Τὰ τραγούδια τοῦ δασκάλου / τῆς Φανῆς Μήτσου - Θεοδωρίδου* (διήγημα)






Ἦρθε στὴν νέα του θέσι ὁ κύριος ἐπιθεωρητὴς κι εἶπε ὁ ἄνθρωπος νὰ κάνη σωστὰ τὴν δουλειά του. Ἤξερε, πὼς ὅλα τὰ σχολεῖα τοῦ Πωγωνίου τὸν περίμεναν. Ἄρχισε ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα ν’ ἀνεβαίνη κορφές, νὰ κατεβαίνη ράχες, νὰ περνᾷ ρεματιές, νὰ προσπερνᾷ κακοτοπιὲς καὶ νὰ πηγαίνη παντοῦ. Στὸν δάσκαλο μὲ τὸ ἕνα παιδί, στὸν ἄλλον μὲ τὰ τρία, μὲ τὰ πέντε, μὲ τὰ ἕξι, μὲ τὰ δώδεκα. Πῆγε στὸ Βασιλικό, στὴν Ρουψιά, στὸ Μολυβδοσκέπαστο, στὸ Δολό, σὲ ὅλα. Κι ὅταν κάθισε καὶ μέτρησε τὰ χαρτιά του, ἔβλεπε, πὼς κάτι τοῦ ξέφυγε, κάτι τοῦ ἔλειπε. Κοίταξε-ξανακοίταξε καὶ τὸ βρῆκε. Νὰ καλέ, στὴν Ράχη δὲν πῆγε. Φώναξε τὸν βοηθό του.
- Δημήτρη! Αὔριο φεύγω γιὰ τὴν Ράχη. Θὰ λείψω ὅλη τὴν ἡμέρα. Ὅπως βλέπω στὸν χάρτη πέφτει λίγο μακριά.
Ἔσκασε στὰ γέλια ὁ Δημήτρης. Ἄκου καλέ, θὰ πάη καὶ θὰ γυρίση τὴν ἴδια μέρα ἀπὸ τὴν Ράχη.
- Ἄχ, κύριε ἐπιθεωρητά μου, ξέρεις ποῦ βρίσκεται ἡ Ράχη; Ξέρεις πόσες κορφές, πόσες βουνοπλαγιές, πόσες χαράδρες θὲ νὰ περάσης, γιὰ νὰ βρεθῆς στὴν Ράχη; Ἂν δὲν μυρίση Ἄνοιξη, μὴ τὸ τολμήσης.
- Μὰ τί λὲς Δημήτρη; Θὰ ἀφήσω τὸ σχολεῖο, τὰ παιδιά, τὸν δάσκαλο ἕναν χειμῶνα χωρὶς ἐπίσκεψι; Κι ἂν κάτι χρειάζωνται; Μονάχα πές μου, πῶς θὰ πάω, μὲ τί μέσο.
- Σᾶς προειδοποιῶ εἶναι δίπλα, σύρριζα στὰ Ἀλβανικὰ τὰ σύνορα. Ἂς ἔρθη ἡ Ἄνοιξη καὶ μαζὶ θὰ πᾶμε. Τώρα μονάχα μὲ τὸ μουλάρι τοῦ παπᾶ μπορεῖς νὰ πᾶς. Ἂν σᾶς τὸ δώση γιὰ τόσες μέρες. Μονάχα ὁ παπᾶς ἔχει τόσο γερὸ μουλάρι. Βλέπεις, νύχτα καὶ μέρα, χειμῶνα καλοκαίρι, πρέπει νὰ προλάβη τόσα χωριά. Ἄσε τὰ ἀπρόοπτα, ἂν κάποιοι τὸν ζητήσουν. Θὰ σοῦ τὸ δώση ὅμως;
Ἔδωσε ὁ παπᾶς τὸ μουλάρι στὸν κύριο ἐπιθεωρητή, πῆρε στὰ χέρια του τὸν χάρτη καὶ ξεκίνησε. Ρώτησε, ξαναρώτησε καὶ κάποιο πρωῒ ἔφθασε στὸ χωριό, στὴν Ράχη. Τὸν πρῶτο χωρικό, ποὺ βρῆκε, τὸν ρώτησε κατὰ ποῦ πέφτει τὸ σχολεῖο.
- Ξενομερίτης θὰ εἶσαι, τοῦ εἶπε αὐτός. Γιατί, ὅλοι σὲ τοῦτα τὰ μέρη, σὲ τοῦτα τὰ χωριά, ξέρουμε, πὼς τὰ σχολειὰ εἶναι χτισμένα δίπλα στὶς Ἐκκλησιές. Ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Πατρο-Κοσμᾶ μέχρι τὰ σήμερα, οἱ Ἐκκλησίες δίνουν οἰκόπεδα γιὰ νὰ χτιστοῦν σχολειά. Τἄχα δὲν τό ‘χεις ἀκουστά; Ὅπου καμπαναριό, ἐκεῖ καὶ τὸ σχολειό. Κατάλαβες ποῦ θὰ τὸ βρῆς;
Ὁ ἐπιθεωρητὴς κατάλαβε κι ἔσκυψε τὸ κεφάλι. Πῆρε, λοιπόν, τὸ καλντερίμι κι ἔφθασε στὸ σχολεῖο. Μὰ τὸ βρῆκε κλειστό. Οὔτε δάσκαλος οὔτε παιδιά. Λὲς νὰ μπέρδεψε τὶς μέρες; Ὄχι! Οὔτε γιορτὴ οὔτε Κυριακὴ ἔχουμε σήμερα. Νὰ κάνη τόσον δρόμο καὶ νὰ μὴ βρῆ κανέναν. Ρώτησε μερικούς. Κανεὶς δὲν ἤξερε νὰ τὸν πληροφορήση γιὰ δάσκαλο καὶ γιὰ παιδιά. Δὲν τὸν χωροῦσε ὁ τόπος. Εἶπε νὰ ξαποστάση λίγο καὶ νὰ σκεφθῆ τὸν γυρισμό. Δὲν πρόλαβε. Ἀπὸ μακρυὰ ἀκούστηκαν τραγούδια, φωνές, γέλια καὶ ἡ σφυρίχτρα τοῦ δασκάλου. Κάτι τοῦ εἴπανε οἱ χωρικοὶ κι ὁ δάσκαλος τρεχᾶτος φθάνει στὸ σχολεῖο.
Ἄλαλος ἀντικρύζει τὸν προϊστάμενό του. Κατάλαβε ποιός ἤτανε καὶ πόσο ζύγιζε αὐτὸ γιὰ κεῖνον. Μὲ κομμένη τὴν ἀνάσα, μὲ πικραμένη γλῶσσα ἀρχίζει τὴν ἀπολογία.
- Μὰ πάλι τὴν ἔπαθα, πάλι τὴν ἴδια μέρα, πρὶν ἀπὸ ἕνα χρόνο, ἦρθε κι ὁ ἄλλος καὶ δὲν μὲ βρῆκε καὶ τό ‘γραψε στὰ χαρτιά του. Τί νὰ σοῦ πῶ κύριε προϊστάμενε! Τί νὰ ὁμολογήσω. Ἄτυχος εἶμαι, δύσμοιρος. Αὐτὸ νὰ τὸ πιστέψης. Ἂχ ἡ ψυχή μου, αὐτὴ ἡ ψυχή μου, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κάνη πίσω.
- Στάσου, δάσκαλέ μου. Πές μου, ποῦ ἤσουνα; Ποῦ τὰ πῆγες τὰ παιδιά; Τὶ εἶναι σήμερα κι ἔκλεισες τὸ σχολεῖο; Πᾶμε μέσα νὰ τὰ ποῦμε ἥσυχα. Σχόλασε τὰ παιδιά. Κοντεύει νὰ βραδυάση.
Πήγανε μέσα, καθίσανε δίπλα στὴν σόμπα. Καὶ τοῦ δασκάλου καὶ τοῦ ἐπιθεωρητῆ τὰ πόδια ἔπρεπε νὰ στεγνώσουν. Ὁ δάσκαλος πῆρε βαθειὰ ἀνάσα κι ἄρχισε:
- Ξέρεις, καμμιὰ φορὰ μὲ πιάνει τὸ μεράκι. Μὲ πιάνει ἡ λαχτάρα νὰ τραγουδήσω. Νὰ τραγουδήσω Ἑλληνικά, γιὰ κείνους κεῖ, τοὺς σκλάβους πατριῶτες, ποὺ βρίσκονται μέσα στὴν ζούγκλα τῶν Ἀλβανῶν, μέσα στὴν Βόρειο Ἤπειρο. Ἔτσι καὶ σήμερα, πῆρα τὰ ἐννιὰ παιδιά μου καὶ ξεκινήσαμε γιὰ τὴν ραχούλα τοῦ Ἅη-Λιᾶ. Ἀκριβῶς ἐκεῖ, μέσα ἀπὸ τὰ σύρματα εἶναι ἕνα σχολεῖο. Πῆρα πληροφορίες, πὼς πᾶνε σ’ αὐτὸ πολλὰ Ἑλληνόπουλα. Πιάνουμε, ποὺ λέτε, τὴν πλαγιὰ κι ἀρχίζουμε τὸ τραγούδι. Τὸ Ἑλληνικό, τὸ κλέφτικο, τὸ Ἠπειρώτικο. Ἔχουμε καὶ τὸν Δῆμο, ποὺ παίζει στὴν φλογέρα του κάθε σκοπὸ Ἑλληνικό, κρατᾷ ἀπὸ τὸν παπποῦ του. Βάζω, λοιπόν, τὰ παιδιὰ καὶ τραγουδοῦν δυνατά, πολὺ δυνατά, μ’ ὅλη τους τὴν καρδιά, ὅσα τραγούδια τῆς Πατρίδας ξέρουν. Καὶ θά ‘μαθες, ἀλήθεια, πῶς τραγουδοῦν οἱ Ἠπειρῶτες.
Μόλις μᾶς βλέπουν τὰ σκλαβόπουλα μὲ χιόνι, μὲ βροχή, στέκονται ἀκίνητα ν’ ἀκολουθήσουν τὸ τραγούδι μας. Καὶ γὼ κάνω τοῦτες τὶς σκέψεις:
Ἂν τὰ σύρματα, ποὺ εἶναι μπροστά μου, ἤτανε βολετὸ νὰ μπαίνανε πενῆντα μέτρα παρὰ πέρα, τοῦτα τὰ κακόμοιρα δὲν θά ‘ταν μαθητές μου; Δὲν θά ‘μουν δάσκαλός τους; Δὲν θά ’χαν κάποιο μερδικὸ στὶς ὧρες τῆς διδαχῆς μου; Μιὰ μέρα στὶς δεκαπέντε, στὶς εἴκοσι νὰ μὴν τοὺς τὴν χαρίζω; Καὶ πιὸ πολὺ ἡ σημερινή, 17 Φλεβάρη, ποὺ ψήφισαν τότε τὸ 1914 τὴν Αὐτονόμησή τους! Ἂχ νὰ τὰ βλέπατε σήμερα, πῶς χτυπούσανε παλαμάκια, πῶς τρέχανε δάκρυα τὰ γλυκά τους ματάκια. Ἀκοῦνε τὴν γλῶσσα τους, ἀκοῦνε τοὺς σκοποὺς τῆς φυλῆς τους. Ἂχ τὰ δόλια, τί ξῦλο τρῶνε ἀπὸ τὸν δάσκαλό τους! Μὰ ἐκεῖνα ἐκεῖ, σὰν τὰ ριζωμένα δέντρα, ἀσάλευτα περιμένουν, νὰ ἀκούσουν ὡς τὸ τέλος ὅλα τὰ τραγούδια καὶ τὸν Ἐθνικό μας Ὕμνο. Νὰ τὸν λένε μαζί μας, καθαρά, δυνατὰ καὶ τὰ χαστούκια τῶν δασκάλων νὰ πέφτουν βροχή. Τί λές, καλέ μου, μπορῶ νὰ σταματήσω νὰ στέλνω τοῦτο τὸ μήνυμα; Τοῦτο τὸ μεγάλο μήνυμα, πὼς κάποιοι νοιάζονται γι’ αὐτοὺς τοὺς σκλάβους; Καὶ ξέρεις, δυὸ φορὲς κάνουμε τὴν Ἐθνικὴ γιορτή. Μιὰ στὸ Ἡρῶο τοῦ χωριοῦ καὶ μιὰ στὴν ραχούλα τοῦ Ἅη-Λιᾶ.
Ὁ κύριος Ἐπιθεωρητὴς δὲν ἄντεξε ἄλλο. Σηκώθηκε κι ἔσφιξε στὴν ἀγκαλιά του τὸν δάσκαλο.
- Δάσκαλέ μου! Λεβέντη, δάσκαλέ μου. Ξεχασμένε ἥρωα, στὴν μακρυνὴ αὐτὴ γωνιά. Γιὰ σένα ἔγραψε, πὼς δὲν σὲ βρῆκε στὸ καθῆκον ὁ ἄλλος;
Ἄφησαν κι οἱ δυὸ τὰ δάκρυά τους ποτάμια νὰ κυλήσουν. Χαλάλι ὁ κόπος του νὰ φθάση ὡς ἐδῶ. Τόση συγκίνησι, τόση περηφάνεια, ὄχι δὲν ἔνοιωσε ὡς τώρα, γιὰ κανέναν δάσκαλο.
Ἔκλαψαν ὥρα πολλή. Καὶ σὰν ἀπόσωσαν τὸ κλάμα γιὰ τὴν χαμένη Ἤπειρο, εἶπαν νὰ βάλουν μιὰ βουκιὰ ψωμὶ στὸ στόμα.
-Θἄλεγα νά ‘ρθης στὸ σπιτικό μου, κύριε προϊστάμενε, μὰ ντρέπομαι, γιατὶ εἶναι φτωχικό.
- Θὰ εἶναι τιμὴ γιὰ μένα νά ‘ρθω στὸ σπίτι σου. Μὰ ἄκου, συνάδελφοι εἴμαστε, τ’ ἀκοῦς;
Καθαρό, πεντακάθαρο τὸ σπίτι τοῦ δασκάλου. Κι’ ἦρθαν ἀμέσως στὴν σκέψι του, ὄλες ἐκεῖνες οἱ αἰτήσεις, ποὺ ἀντιμετώπιζε στὸ Γραφεῖο του, γιὰ μεταθέσεις, γιὰ καλοπέρασι, γιὰ ἀτέλειωτες ἄδειες, γιὰ χίλια παράπονα. Καὶ βρῆκε ἐδῶ, στὰ Ἀλβανικὰ τὰ σύνορα, αὐτὸ τὸ παλληκάρι νὰ μὴ νοιάζεται γιὰ τίποτα, παρὰ τὸ πῶς θὰ φέρη στὰ σκλαβόπουλα τὸ Ἑλληνικὸ τραγούδι. Μήτε μετάθεσι, μήτε προνόμια ζήτησε ποτέ, ἀπὸ κανέναν. Μείνανε ἀργά, μέχρι τὰ ξημερώματα νὰ λένε καὶ νὰ λένε, πάνω στὰ καθαρά, μάλλινα στρωσίδια. Ὁ δάσκαλος, ὁ ξεχασμένος βρῆκε κάποιον, ποὺ τὸν ἄκουγε μ’ ἀδελφικὴ συμπόνοια. Βρῆκε κάποιον ν’ ἀνοίξη τὴν ψυχή του.
-Ξέρεις, συνάδελφε, ὅπως ζητᾶς νὰ σ’ ὀνομάζω, εἶχα μεγάλα ὄνειρα καὶ τὸ μυαλό μου ἔκοβε, ὅπως μοῦ λέγανε στὰ Γιάννενα. Μὰ ἐδῶ στὴν Ράχη, ἔνοιωσα ταγὸς τοῦ γένους καὶ τῆς φυλῆς. Μ’ ὅλη τὴν δόξα καὶ τὴν ἱεραρχία τοῦ κλάδου δὲν ἀλλάζω τὰ τραγούδια στὸν Ἅη-Λιᾶ. Εἶμαι ἡ φωνὴ τῆς Ἑλλάδας στοὺς σκλαβωμένους. Δὲν θὰ μπορέσω νὰ ζήσω ἀλλοῦ, χωρὶς νὰ τραγουδῶ γιὰ τὰ σκλαβόπουλα.
- Δάσκαλε, ἀϊτὲ τῆς Ἠπείρου, φλογέρα τοῦ Κρυστάλλη, λεβέντη τῆς φυλῆς, τραγούδα, τραγούδα δυνατὰ καὶ σὺ καὶ τὰ παιδιά σου. Τραγούδα, γιὰ τοὺς σκλάβους, γιὰ τοὺς δύστυχους. Σκόρπα σ’ αὐτοὺς παλμὸ ἀπὸ τὸν παλμό σου, κουράγιο ἀπ’ τὸ κουράγιο σου, ψυχὴ ἀπ’ τὴν ψυχή σου. Τραγούδα, δάσκαλε.
Αὔριο δὲν θά ‘ρθω στὸ μάθημα. Δὲν μπορῶ νὰ κατεβῶ ἀπ’ τὰ ὕψη ποὺ μ’ ἀνέβασες. Μὰ σ’ ἕνα μῆνα θὰ ξανάρθω. Τότε θὰ μείνω ὅλες τις ὧρες μαζί σου στὸ σχολεῖο. Καὶ ξέρω ἐγὼ τὶ θὰ γράψω στὰ χαρτιά μου. Κι’ ὅταν τελειώσουμε, θὰ πάρουμε, θὰ πάρουμε τὰ παιδιὰ καὶ τὸν Δῆμο μὲ τὴν φλογέρα καὶ θὰ πᾶμε μαζὶ στὴν ραχούλα τοῦ Ἅη-Λιᾶ. Ξέρεις, ἔχω κι ἐγὼ δυνατὴ φωνή, δάσκαλε. Θὰ πᾶμε νὰ τραγουδήσουμε τραγούδια, νὰ τ’ ἀκούσουν οἱ σκλάβοι.
- Θὰ περιμένω. Ὅλοι θὰ περιμένουμε. Ὅλοι μαζὶ θὰ πᾶμε. Θὰ πάρουμε καὶ ὄργανα, βιολιά, νταούλια.
Πῆρε τὸν δρόμο τοῦ γυρισμοῦ ὁ ἐπιθεωρητής. Ἀπὸ τότε, κάθε φορά, ποὺ διηγεῖται τὴν ἱστορία μὲ τὰ τραγούδια τοῦ δασκάλου τῆς Ράχης, μέχρι τὰ σήμερα ὁ ἐπιθεωρητής, ὁ Παναγιώτης ὁ Σαργιάννος, τὰ μάτια του βουρκώνουν καὶ τρέχουν ποτάμι τὰ δάκρυα.
Καὶ ’γώ, ἡ δόλια, τ’ ἄκουσα μὲ τ’ αὐτιά μου.

*Ἀπὸ τὸ βιβλίο της «Ἀναμνήσεις καὶ βιώματα»
 
Πηγή:http://stisepalxeis.blogspot.com

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

ΓΟΝΕΙΣ, ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΑΣ!

ΤΑ ΜΑΓΑΡΙΣΜΕΝΑ ΤΟΥΣ ΒΙΒΛΙΑ
"Νέοι ἱερεῖς, ἄνθρωποι μὲ ζῆλο, μὲ διάθεση προσφορᾶς καὶ θυσίας, ποὺ φόρεσαν τὸ βαρύτατο ράσο, γιὰ νὰ διακονήσουν φιλότιμα τὸ λαὸ ποὺ τοὺς ἐμπιστεύτηκε ἡ Ἐκκλησία, πικραίνονται ἀπὸ τὴν ἐχθρότητα, τὴν καχυποψία καὶ τὴν ἄδικη σπίλωση τῆς ἱερωσύνης" (Δημ. Νατσιός)


Σχόλιο ᾿Οδυσσέως: ῞Οπως βλέπουμε κι ἀπό τίς κατά καιρούς σχετικές  ἀναρτήσεις πού φιλοξενοῦμε, ἡ Παιδεία μας ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΚΑΛΑ. ῾Η  ὀρθόδοξη συνείδηση τῶν παιδιῶν μας "βιάζεται" ἀπό ἄτομα ἀνίκανα νά δώσουν στά νέα παιδιά ὅραμα καί ἰδανικά. Οἱ σχεδιαστές τῶν ἐκπαιδευτικῶν τερατουργημάτων ΑΣΕΛΓΟΥΝ στά παιδιά μας. ῞Εως πότε θά τούς ἀνεχόμαστε. Μήπως ἡ ἀνοχή εἶναι συνενοχή; Μήπως ἡ ἀδιαφορία μας θά μᾶς ἔρθει αὔριο μπούμεραγκ; Οἱ καιροί οὐ μενετοί..


Ἡ γάτα τοῦ παπᾶ
Τοῦ Δημήτρη Νατσιοῦ
Δασκάλου (Κιλκίς)
«Χαρὰ ποὺ τό ᾽χουν τὰ βουνὰ
ποὺ βλέπουν διάκους μὲ σπαθιὰ
παπάδες μὲ ντουφέκια» (Δημοτικὸ)
«Ἡ Ὀρθοδοξία, ὅπως παρουσιάζεται στὰ μάτια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι θρησκεία ἐθνική, συνυφασμένη ἀξεδιάλυτα μὲ τὰ ἤθη καὶ τὸν ὁμαδικό του χαρακτήρα, μὲ τὸ κλίμα καὶ μὲ τὸ ἄρωμα τοῦ τόπου, μὲ τὰ τοπία του μὲ τὴν οἰκογενειακή του ζωὴ καὶ μὲ τὰ γυρίσματα. Ἡ ὀργάνωσή της εἶναι δημοκρατική, ἡ γλώσσα της θερμή, ἡ ἠθική της ἀνθρώπινη, ταιριαγμένη μὲ τὴν ἑλληνικὴ νοοτροπία, τὰ σύμβολά της οἰκεῖα καὶ ἀναντικατάστατα στὴ λαϊκὴ συνείδηση. Οἱ μεγάλες γιορτές της, ὁ Εὐαγγελισμός, τὸ Πάσχα, ὁ Δεκαπενταύγουστος, τὰ Χριστούγεννα καὶ τὰ Δωδεκάμερα καὶ ἄλλες, εἶναι κάθε χρόνο οἱ μεγάλες μέρες τῆς Ἑλλάδας, οἱ μέρες ὅπου τὸ ἐθνικὸ σύνολο αἰσθάνεται περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλην ὥρα τὴν ἑνότητά του, τὴν ἀλληλεγγύη του, τὴν ἀμοιβαία ἀγάπη τῶν μελῶν του. Αὐτὴ ἡ θαλπωρή, αὐτὰ τὰ ζεστὰ πνευματικὰ κύματα ποὺ μεταδίδονται ἀκατάπαυστα, σ᾽ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ τοὺς ὀρθόδοξους ναοὺς κι ἀπὸ τὶς βυζαντινές τους ἀκολουθίες, ἀποτελοῦν στοιχεῖο συστατικό, ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, τῆς ἑλληνικῆς ζωῆς. Γιὰ τοῦτο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ στὴν Ἑλλάδα χωρισμὸς Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, οὔτε καὶ ὑπῆρξε ἐδῶ ποτὲ ἀντικληρικὸ πολιτικὸ κίνημα, ὅπως συνέβη ἀλλοῦ. Ἐπικρίνουμε συχνὰ τὴν Ἐκκλησία – κάποτε μάλιστα μὲ μεγάλη δριμύτητα – ἀλλὰ τὴν ἐπικρίνουμε ἀπὸ μέσα, σὰν μέλη της ποὺ ἀπαιτοῦμε ἀπ’ αὐτὴν νὰ γίνει καλύτερη. Δὲν τὴν πολεμοῦμε σὰν νὰ εἶναι ἕνα ξένο σῶμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ζητοῦμε νὰ χωριστοῦμε». (Γ. Θεοτοκᾶς, «Πνευματικὴ πορεία», ἔκδ. «Ἑστία», σελ. 134).
Τὸ θέμα μου δὲν εἶναι ὁ πολυσυζητημένος χωρισμὸς Ἐκκλησίας καὶ κράτους. Γιὰ τὸν λαὸ ἐξ ἄλλου τέτοιο θέμα δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει μόνο στὸ μυαλὸ τῶν γνωστῶν ἐκκλησιομάχων, ποὺ ἀδυνατοῦν νὰ κατανοήσουν ὅτι πίστη, Ἐκκλησία καὶ πατρίδα εἶναι «σάρκα μία». Ὄντως, ὅπως ὀμορφότατα γράφει ὁ μεγάλος Θεοτοκᾶς, δὲν ὑπῆρξε ποτὲ στὴν ἱστορία τοῦ Γένους μας, κίνημα ἀντικληρικό, αὐτὰ εἶναι φράγκικα πράγματα. «Τὸ ράσο στάθηκε ἡ ἐθνικὴ σημαία τῆς Ἑλλάδας στὰ χρόνια της σκλαβιᾶς» (Μυριβήλης), ἁπλοὶ καὶ ταπεινοὶ παπάδες καὶ καλόγεροι ἀνακαινίζουν, ἀναπαύουν καὶ στηρίζουν πνευματικὰ τὸ λαό μας κάτω ἀπὸ τὸ πετραχήλι τους. Καὶ ἴσως ποτὲ στὴν ἱστορία τὸ ἔργο τοῦ κληρικοῦ νὰ ἦταν δυσκολότερο ἀπ’ ὅσο εἶναι σήμερα.
Νέοι ἱερεῖς, ἄνθρωποι μὲ ζῆλο, μὲ διάθεση προσφορᾶς καὶ θυσίας, ποὺ φόρεσαν τὸ βαρύτατο ράσο, γιὰ νὰ διακονήσουν φιλότιμα τὸ λαὸ ποὺ τοὺς ἐμπιστεύτηκε ἡ Ἐκκλησία, πικραίνονται ἀπὸ τὴν ἐχθρότητα, τὴν καχυποψία καὶ τὴν ἄδικη σπίλωση τῆς ἱερωσύνης. Τέλος πάντων, αὐτὴ εἶναι ἡ ἐποχή μας, homo homini lupus, ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸν ἄνθρωπο, λύκος.
Κι ἂν δὲν ὑπῆρξε ἀντικληρικὸ λαϊκὸ κίνημα στὴν πατρίδα μας, ὕπουλα, λάθρα παρεισέφρησε στὰ σχολικὰ βιβλία γλώσσα. Παράδειγμα. Στὸ «Ἀνθολόγιο» Γ΄ καὶ Δ΄ Δημοτικοῦ, σέλ. 143-144, διαβάζουμε ἐκτενὲς κείμενο τοῦ Π. Καλιότσου, μὲ τίτλο «Ἕνας ἀλλιώτικος ποδοσφαιρικὸς ἀγώνας». Τὸ «ἀλλιώτικο» εἶναι οἱ δύο τερματοφύλακες τῶν δύο παιδικῶν ὁμάδων. Ἕνας παπὰς καὶ ἕνας δάσκαλος. Τὰ παιδιὰ προτείνουν στὸν παπὰ νὰ παίξει. «Κακὸ εἶναι;». Ἀπαντᾶ ὁ πάπα – Μιχάλης: «Διόλου κακό! Ἀπεναντίας μάλιστα, ποὺ εἶναι μία ὡραία γυμναστική. Τὸ εὐλογημένο παιχνίδι, ὅπως εἶναι φυσικὰ καὶ τὸ ποδόσφαιρο, ὄχι μόνο τὸ ἐπιτρέπει ἀλλὰ καὶ τὸ συνιστᾶ ὁ Πανάγαθος…Ἂς μὴν εἶχε ὁ κόσμος τέτοιες προκαταλήψεις καὶ θὰ σοῦ ‘λεγα ἐγώ. Κάθε μέρα θὰ ἔπαιζα».
Παίζει τελικά, ἀλλὰ ἐπειδὴ «κατέφυγε σὲ ζαβολιὲς» μαλώνει, διαπληκτίζεται μὲ τὸν δάσκαλο, οὐρλιάζει ὀργισμένος «πίσω καὶ σ’ ἔφαγα», τὸν κατηγορεῖ ἡ ἀντίπαλη ὁμάδα τοῦ δασκάλου «ὅτι εἶναι πουλημένος», χαχανίζουν τὰ παιδιὰ ποὺ τὸν βλέπουν νὰ ὠρύεται καὶ νὰ «γίνεται ρεζίλι» καὶ λοιπὰ φαιδρὰ καὶ τελείως ἐξωπραγματικά.
Πλήρης ἀπαξίωση τῆς ἱερωσύνης, μέσῳ νοσηρῆς φαντασίας ποὺ ἐπιγράφεται ὡς λογοτεχνία. Ὅλα αὐτὰ σὲ 9χρονα μὲ ἀνομολόγητο σκοπό, τὴν κατασυκοφάντηση τοῦ κλήρου, τὴν πρόωρη ἐνστάλαξη τῆς ἀσέβειας πρὸς τὴν Ἐκκλησία. (Σ’ ὅλα αὐτὰ τὰ νεοταξικὰ καὶ ἀντισυνταγματικὰ ἔντυπα χλευάζονται καὶ γελοιοποιοῦνται κυρίως παπάδες καὶ δάσκαλοι. Προφανῶς γιατί εἶναι τὰ δύο λειτουργήματα ποὺ μποροῦν, ἐφ’ ὅσον ἐκπροσωποῦνται ἀπὸ ἀξίους, μὲ «ψυχὴ καὶ Χριστὸ» λειτουργούς, νὰ ἀφυπνίσουν καὶ νὰ ἁρματώσουν πνευματικὰ τὸν λαό μας).
Στὰ «Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας» Α΄ Γυμνασίου, σελ. 222- 226, ἐμπεριέχεται κείμενο τοῦ Γρ. Ξενόπουλου μὲ τίτλο «Ἡ γάτα τοῦ παπᾶ». Τί εἶχε συμβεῖ; Τὴν Κυριακή, τὴν αὐγή, πρὶν ἀπὸ τὴ Λειτουργία πηγαίνει στὸ σπίτι τοῦ πάπα- Ζήσιμου ὁ Χρῆστος ὁ κλαμπανάρος (κωδωνοκρούστης) καὶ ἐκεῖ διαμείβεται ὁ ἑξῆς διάλογος:
«Πάλε τὰ ἴδια, παπά μου!»
«Ε;»
«Ἡ γάτα, πανάθεμά τη!»
«Ὤ, συμφορά μου!… Στὸ ἴδιο μέρος;»
« Ὄχι, στὴν Ἁγία Πρόθεση..»
Μία γάτα μπῆκε στὴν ἐκκλησία καὶ ἔκανε τὶς ἀκαθαρσίες της, ποῦ; Στὴν Ἁγία Πρόθεση, ἐκεῖ ποὺ τοποθετοῦνται τὰ Τίμια Δῶρα γιὰ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Τὸ εἶχε ξανακάνει). Ὁ παπὰς στὸ τέλος συγχωρεῖ τὴ γάτα. Θὰ ὑποθέσει κάποιος τί παπὰς εἶναι αὐτός, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ προστατεύσει τὸ ναὸ ἀπὸ ζῶα ποὺ τὸν μαγαρίζουν. (Ποῦ ἀκούστηκε τέτοιο πράγμα, γάτες νὰ μπαίνουν στὸ Ἅγιο Βῆμα. Κι ἂν συνέβη κάποτε καὶ τὸ ἀπαθανάτισε ἡ πένα τοῦ Ξενόπουλου, ἔπρεπε νὰ περάσει σὲ σχολικὸ βιβλίο;). Ἀλλοῦ ὅμως εἶναι τὸ πανούργευμα τῶν συγγραφέων. Ἐπιλέγουν ἀπὸ τὸν Ξενόπουλο, σπουδαῖο κατὰ τὰ ἄλλα συγγραφέα, ἕνα ἀπὸ τὰ ἀτυχέστερα κείμενά του καὶ μάλιστα προσβλητικότατο καὶ βλάσφημο γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη. Καὶ τὸν παπὰ συκοφαντοῦν καὶ τὸν Ξενόπουλο ἀπομειώνουν. «Καὶ τοῦτο ποιεῖν κἀκεῖνο μὴ ἀφιέναι».
(Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ κείμενα τοῦ Παπαδιαμάντη. Στὴ «Νεοελληνικὴ Γλώσσα» Α΄ Γυμνασίου, ὁ ἀσκητικὸς καὶ ὀλιγοδεὴς Παπαδιαμάντης ἐμφανίζεται κοιλιόδουλος γλεντοκόπος. Σελ. 70). Νὰ μὴν λησμονήσω, μιὰ καὶ εἶμαι στὶς ἐσωτερικὲς σελίδες τοῦ σχολικοῦ ἔντυπου, νὰ μεταφέρω κι ἕνα πρωτότυπο ὁρισμὸ τῆς Ἑλλάδας.
Στὴ σελ. 124 διαβάζει ὁ 13χρονος μαθητὴς ὅτι «…ἡ Ἑλλάδα ἦταν μία γυναίκα τόσο προκλητικὴ σεξουαλικὰ ποὺ ἔπρεπε νὰ τὴν ἐρωτευτῶ σωματικὰ καὶ ἀπελπισμένα…». Μάλιστα. Ἀντικείμενο σεξουαλικοῦ πόθου ἡ πατρίδα μας. (Εἴπαμε «στὸν τόπο ποὺ κρεμοῦσαν οἱ καπεταναῖοι τ’ ἅρματα κρεμοῦν οἱ γύφτοι τὰ νταούλια»). Καὶ στὸ ἴδιο βιβλίο, σελ. 239, κείμενο τῆς Λιλῆς Ζωγράφου, μὲ τίτλο «Στρίγγλα καὶ καλλονή», οἱ μαθητὲς διαβάζουν ὅτι: «Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἐκδήλωση ἐγωισμοῦ. Σοῦ τὴν ἀναγνωρίζουν οἱ ἄλλοι καὶ σὲ ἐπαινοῦν γιὰ ὅσα προσφέρεις. Τὸ ν’ ἀγαπᾶς ὅμως ἕνα ἀνυπεράσπιστο ζῶο εἶναι…ἡ πιὸ τέλεια μορφὴ ἀγάπης». (Ὅποιος διάβασε τὸ «Ἀντιγνώση, τὰ δεκανίκια τοῦ καπιταλισμοῦ» τῆς μακαρίτισσας Λ. Ζωγράφου, ξέρει γιὰ τί εἴδους συγγραφὴ μιλᾶμε).
Ἐπίλογος: τὰ βιβλία αὐτὰ εἶναι ἀντισυνταγματικά. «Ἡ παιδεία ἀποτελεῖ βασικὴ ἀποστολὴ τοῦ κράτους καὶ ἔχει σκοπὸ τὴν ἠθική, πνευματική, ἐπαγγελματικὴ καὶ φυσικὴ ἀγωγὴ τῶν Ἑλλήνων, τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς συνείδησης καὶ τὴ διάπλασή τους σὲ ἐλεύθερους καὶ ὑπεύθυνους πολίτες». (ἄρθρο 16, πάρ.2). Τὰ κείμενα ποὺ παρέθεσα συμβαδίζουν μὲ τὶς συνταγματικὲς ἐπιταγές; Ἀναπτύσσουν τὴν ἐθνικὴ καὶ θρησκευτικὴ συνείδηση; Μήπως ἀντίθετα τὶς καταρρακώνουν;
(Δὲν θὰ ἡσυχάσω. Θὰ συνεχίσω νὰ γράφω γιὰ τὶς μαγαρισιὲς τῶν «βιβλίων». Γονεῖς, δάσκαλοι καὶ «ὅσοι ζωντανοί», πρέπει νὰ ἀντιδράσουν δυναμικὰ γιὰ νὰ σταματήσει τὸ κακό).

ΠΗΓΗ: «ΑΝΤΙΒΑΡΟ», 28.09.10

ΣΧΟΛΙΟΝ «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ποιός μπορεῖ νὰ ἡσυχάσει, ἀγαπητέ Δημήτρη; Μόνον ὅσοι -ἰδιαιτέρως «ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας» ἔχουν διαλέξει ἀπὸ χρόνια πολλά, ποὺ «τὰ προζύμια πιανόντουσαν», ἀλλὰ κάνανε πὼς δὲν βλέπανε καὶ δὲν ἀκούγανε- ὅσοι λοιπὸν ἔχουν διαλέξει τὸν ἐφησυχασμὸ καὶ τὴν σιωπὴ σὰν ἕνα καλὸ τρόπο ζωῆς.
Καὶ τώρα ποὺ ἡ γάτα μπῆκε μέσα στὶς ὑπάρξεις μας, στὰ σπίτια μας καὶ στὰ παιδιά μας, ποιός θὰ βρεθεῖ νὰ τὴν…σκίσει; Ποιός θὰ ἀναχαιτίσει ὅλο αὐτὸ τὸν βόθρο ποὺ ἐκβράζεται ἀπὸ χρόνια (οὔτε σήμερα, οὔτε χθὲς) πάνω στὰ παιδιά καὶ τοὺς σακατεύει ὅ, τι ἐλληνικό, ὅ,τι ὡραῖο, ὅ,τι εὐγενές, ὅ,τι χριστιανικό ἔχει ἔμφυτο ἡ ψυχή τους; Πῶς θὰ ἐμποδιστεῖ ὅλη αὐτὴ ἡ ἀντικοινωνικότητα καὶ ἀντισυνταγματικότητα καὶ ἀπανθρωπία, ποὺ ρέει ὕπουλα;

Γράφε. Ἤδη βάπτεται κάλαμος…

 http://christianvivliografia.wordpress.com

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Παιδεία γιά…χάχανα καί λάχανα τοῦ Δημήτρη Νατσιοῦ

Ἔχουμε, τρόπον τινά, μία «ζωοκεντρική» ἀντίληψη ὡς πρός τόν τρόπο πρόσ­κτησης τῆς μητρικῆς γλώσσας.
 
 
Ἄν καί διδάσκω σέ μεγάλες τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἐν τούτοις στρώθηκα καί μελέτησα ἐπισταμένως τά βιβλία γλώσσας τῶν μικρότερων τάξεων -Α΄, Β΄, Γ΄- καί κυρίως τῆς Α´ δημοτικοῦ. Θεωρῶ τήν Α´ δημοτικοῦ τήν σπουδαιότερη τάξη τοῦ σχολείου. Στήν πρώτη ἐντυπώνονται ἀνεξίτηλα στήν μνήμη τοῦ παιδιοῦ βασικές ἀρχές καί δεξιότητες. Δραστικότατα ἐπιπλέον ἐπιδροῦν στό παιδί τῆς ἡλικίας αὐτῆς ὁ δάσκαλος καί τό «ἀναγνωστικό». Στά βιβλία γλώσσας ἀποτυπώνεται ἐναργέστατα τό ποιόν τῆς κοινωνίας στήν ὁποία καλεῖται τό μικρό παιδί νά ἐνηλικιωθεῖ.
Ξεφυλλίζοντας τά γλωσσικά ἐγχειρίδια τῆς Α´ δημοτικοῦ ἐντυπωσιάζεσαι ἀπό τόν μεγάλο ἀριθμό δράσεων μέ ζῶα διαφόρων εἰδῶν: κατοικίδια, ἄγρια ζῶα τοῦ δάσους, πτηνά, ἑρπετά, ζῶα ἀγρίων τροπικῶν χωρῶν, ζῶα τῆς θάλασσας, ἀκόμα καί ζωύφια. Ἡ ἐκμάθηση τῶν γραμμάτων τῆς ἀλφαβήτας γίνεται μέσῳ κάποιων ὀλιγόστιχων ποιημάτων, στά ὁποῖα πρωταγωνιστοῦν μόνο ζῶα. Ἔχουμε, τρόπον τινά, μία «ζωοκεντρική» ἀντίληψη ὡς πρός τόν τρόπο πρόσ­κτησης τῆς μητρικῆς γλώσσας.
Παραθέτω κάποια παραδείγματα. Ἄς προσεχθοῦν οἱ εὐφάνταστοι καί ἐξωπραγματικοί συνδυασμοί διαφορετικῶν ζώων σέ κοινές δράσεις.
Σελ. 25. «Γλώσσα», Α´ Δημοτικοῦ: «Ταξιδεύω μέ τό τρένο/ τρέχω, τρέχω δίχως φρένο./ Καί ὁ ἀετός φωνάζει: /Ε, ε, Τιτίνα, πάτα γκάζι».
Σελ. 29. «Ἕνα μυστήριο ἑλικόπτερο εἶδα/ χθές στήν ἐφημερίδα./ Εἶχε ἐλέφαντα πιλότο,/ γιά τιμόνι ἕνα μπισκότο».
Σελ. 31. «Σαλιγκάρι, σαλιγκάρι,/ μήπως νά σέ πῶ Σαλιάρη;/ Μήπως Τάσο; Μήπως Σούλη;/ Μήπως νά σέ πῶ Σπιτούλη».
Σελ. 33. «Τί νά ἔχει τό πακέτο;/ Μήπως κόκορα καρότα;/ Μήπως μία μεγάλη κότα;/ Κι ἅμα ἔχει καναρίνι;/ Ἕνα γλέντι πού θά γίνει!»
Σελ. 38. «Ρινόκερος καί κόκορας/ κότα, ἀετός καί κόρακας/ παρέα περπατᾶνε/ σέ παραλία πᾶνε.
Σελ. 53. «Γιατί γελᾶνε οἱ ἀκρίδες,/ οἱ γορίλες κι οἱ γαρίδες;/ Γιατί ἡ γάτα κάνει μάγια/ γιά νά γίνει κουκουβάγια».
Σελ. 57. «Νά ‘χανα, τί νά ‘χανα,/ νά ‘χανα τά λάχανα./ Ἄχ, μέ τόσα χάχανα/ ἔχασα τά λάχανα». (Ἐξαιρετική ἡ ἔμπνευση, ἀντικατοπτρίζει ἐναργέστατα τό «Νέο Σχολεῖο». Γιά χάχανα καί λάχανα…).
Σελ. 63. «Τί οὐρά νά μοῦ ταιριάζει/ φουντωτή ἤ πουπουλένια;/ Μία οὐρά μέ μαῦρες βοῦλες/ ἤ μέ κόκκινες καρδοῦλες;».
Σελ. 65. «Μέ ἕνα παπούτσι γιά καράβι/ ταξιδεύει τό κουτάβι./ Κάνει τά χέρια τοῦ χωνί,/ βάζει δυνατή φωνή./- Τό καράβι μου βουλιάζει/ κι ὅπου νά ᾽ναι σκοτεινιάζει».
Σελ. 67. «Δέν φοβᾶμαι τό σκοτάδι/ εἶμαι δυνατό κουτάβι./ Οἱ ἀστραπές δέ μέ τρομάζουν/ κι οἱ βροντές μέ διασκεδάζουν».
Ὁλόκληρο τό τεῦχος τῆς «Γλώσσας» κινεῖται σ’ αὐτούς τούς …ἐξωφρενικούς ρυθμούς. Ποιηματάκια, σαχλοειδῆ πολλές φορές, τά ὁποῖα σκαρφίστηκαν οἱ συγγραφεῖς καί πρωταγωνιστές, σέ ἀπίθανους, ἐξωτικούς συνδυασμούς, μόνο ζῶα. Φαίνεται ὅτι οἱ στιχοπλόκοι συγγραφεῖς τῶν βιβλίων πάσχουν ἀπό ἄκρατη ζωοφιλία. Τό βιβλίο συνοδεύεται ἀπό «Τετράδιο Ἐργασιῶν».
Στή σελ. 19, συμπληρώνοντας μέ τά σωστά γράμματα ὁρισμένα κενά, σέ σχετική ἄσκηση, τά παιδιά μαθαίνουν πώς «οἱ φίλοι της κότας Τιτίνας εἶναι ὁ ἀετός, ὁ βάτραχος καί ἡ νυχτερίδα(!), καλύτερος φίλος ὅμως ὁ ἀετός».
Στή σελ. 63, τά παιδιά πληροφοροῦνται ὅτι «στό χορό τῆς νεράιδας πῆγαν ζῶα, ὅπως: τό ἐλάφι καί ἡ φώκια, ὅπως καί τό φίδι(!), ἐνῶ ἀπουσίαζαν (ἄγνωστο γιά ποιό λόγο) ἡ ἀλεποῦ, ἡ ἀρκούδα καί ὁ γάϊδαρος».
Στή σελ. 29. Ὁ ποντικός προσκαλεῖ γιά φαγητό τήν ὀχιά, τόν παπαγάλο καί τό ἄλογο.
Στή σελ. 45 ὁ παπαγάλος χάθηκε καί τόν ψάχνουν ἕνας γορίλας, τό ἄλογο καί ὁ ἱπποπόταμος.
Στή σελ. 49, τό σκουλήκι, ἔμπλεον ποιητικοῦ οἴστρου, λέει στή γάτα: «χαλάλι σου τά λάχανα,/ γιά τόσα χάχανα».
Στό βιβλίο Γλώσσας, στό δεύτερο τεῦχος, συνεχίζεται ἡ λογοτεχνική περιδιάβαση στό βασίλειο τῶν ζώων καί λοιπῶν πλασμάτων τοῦ ματαίου τούτου κόσμου, «ἑρπετά ὧν οὐκ ἐστιν ἀριθμός, ζῶα μικρά μετά μεγάλων».
Σελ. 30-31. Στή συνέλευση τῶν ζώων μέ θέμα «συζήτησης» τήν ἀνεύρεση ἑνός θησαυροῦ, μετέχουν ἡ σαύρα, ὁ ταῦρος, τό μυρμήγκι, ὁ κόκορας, ὁ βάτραχος, ὁ σκύλος, ὁ ποντικός καί ἡ γάτα.
Στή Σελ. 34, μετά ἀπό ἕνα ταξίδι πού ἔκανε ὁ παπαγάλος στήν Ἀφρική, καλεῖ μέ γραπτή πρόσκληση, τό κείμενο τῆς ὁποίας παρατίθεται στό βιβλίο, τούς φίλους του, δηλαδή τόν βάτραχο, τόν ποντικό, τήν κότα, ἀλλά καί τή γάτα, γιά νά τούς δώσει τά διάφορα δῶρα πού ἔχει φέρει.
Σελ. 45. Στή μεγάλη γιορτή γνωριμίας μέ τούς νέους γείτονές της πού ἔκανε ἡ «καφετιά» ἀράχνη, παρευρέθησαν τό ποντίκι, τό κουτάβι, τό παγώνι, δύο γάτες, τό κουνούπι κά τό φίδι.
Στή Σελ. 46, διαβάζουμε ὅτι «ἡ γειτόνισσα ἀράχνη καί ἡ οἰκογένειά της εἶναι ἀκροβάτες. Ἡ καφετιά ἀράχνη πηδάει μέ ἀλεξίπτωτο. Ἐνῶ ἡ μαύρη τρέχει μέ ποδήλατο».
Στήν ἑπόμενη σελίδα (47) μαθαίνουμε τά ἐπαγγελματικά ὄνειρα τῶν «ζωντανῶν». «Ὁ σκύλος θέλει νά γίνει κολυμβητής. Ὁ ποντικός γυμναστής. Ὁ παπαγάλος παλαιστής. Ὁ βάτραχος ποδηλάτης καί ὁ κόκορας διαιτητής».
Σελ. 52. Κατά τήν ἐπιστροφή του ἀπό τήν Ἀφρική τό χελιδόνι δέν ξέχασε «νά φέρει καί μία φωτογραφία τῆς ζέβρας», καλώντας τούς φίλους του νά τό βοηθήσουν νά φτιάξει τή φωλιά του.
Σελ. 68 πάλι προσκλητήρια ζώων. Ὁ Μολύβιος προσκαλεῖ γιά «λογοτεχνική βραδιά» τά ζῶα: γάτα, βάτραχο, κουκουβάγια, νυχτερίδα, μυρμήγκι, χελώνα, λαγό, φίδι, παπαγάλο, σκαντζόχοιρο.
Καί τό δεύτερο τεῦχος τῆς «Γλώσσας», τό ὁποῖο περιέχει πεζά ὡς ἐπί τό πλεῖστον κείμενα, πρωταγωνιστοῦν ζῶα. (Παγκόσμιος πρωτοτυπία καί αὐτή. «Νέο Σχολεῖο» μέ βιβλία πού παραπέμπουν στήν «φάρμα τῶν ζώων»). Παντελής ἀνατροπή τοῦ παραδοσιακοῦ γιά μᾶς τούς Ἕλληνες τρόπου Παιδείας, πού ἤθελε τίς ἀξίες σαρκωμένες καί βιωμένες σέ πρόσωπα (προσωποκεντρική). Ἐλάχιστα, ἀνύπαρκτα τά κείμενα μέ ἀνθρωποκεντρική ἀναφορά. Ποῦ πῆγε ἡ ἀνθρωποποιός ἀποστολή τῆς Παιδείας; Καί ποιεῖς ἄνθρωπο προβάλλοντας ἄνθρωπο καί ὅλες τίς τιμαλφεῖς ἀξίες πού τόν δορυφοροῦν. Ἀνύπαρκτη ἡ οἰκογένεια, τό εὐλογημένο καταφύγιο καί ἔσχατο κάστρο γιά διάπλαση χαρακτήρα. Προγραμμένες ἡ φιλοπατρία, ἡ πίστη, τό φιλότιμο, ἡ ἐργατικότητα καί ἡ ἐντιμότητα. Πῶς νά τίς διδάξεις μέ ὀχιές καί ποντίκια; Κείμενα ἀνόητα, ἄνευρα, φλύαρα, ἄψυχα, μία ἀκατάσχετη καί κουραστική παράθεση συμβάντων ἀπό τήν ὑποτίθεται «ζωή τῶν ζώων». Βιβλία – ντοκιμαντέρ. Τά παιδιά μᾶς φωνάζουν «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» καί ἐμεῖς τούς μαθαίνουμε τά πρῶτα καί κρισιμότερα «γράμματα» μέ βατράχια, φίδια καί κουνούπια…
Νατσιός Δημήτρης
δάσκαλος-Κιλκίς
ΠΗΓΗ: «Ἀντίβαρο», 21/09/2010

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

"Τό ἔργο τοῦ δασκάλου εἶναι ἱερό"-Γέροντος Παϊσίου ῾Αγιορείτου




Γέροντος Παΐσιου του Αγιορείτου Λόγοι Α΄ Μέρος Δ΄ Κεφάλαιο 2ο. Η Παιδεία. «Το έργο του δασκάλου είναι ιερό»
Λόγοι Α΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Μέρος 4ο. Κεφάλαιο 2ο. Η παιδεία
«Το έργο του δασκάλου είναι ιερό»


- Γέροντα, μερικές φορές οι δυσκολίες των εκπαιδευτικών στο σχολείο προέρχονται πιο πολύ από τους συναδέλφους.

- Θέλει πολλή διάκριση και φωτισμό στην εποχή μας, για να κινηθή σωστά ο καθένας ανάμεσα στους συναδέλφους του. Για την κάθε περίπτωση χρειάζεται πολλή σύνεση και θείος φωτισμός. Ακόμη και να μη δείχνη μερικές φορές ότι πιστεύει. Να κινήται αθόρυβα και πιο πολύ να τους μιλάη με την σωστή ορθόδοξη ζωή του. Έτσι θα βοηθήση, χωρίς να ερεθίση. Ιδίως στην εκπαίδευση μερικά πράγματα είναι σαν ένας όγκος, που άλλοτε είναι καλοήθης και άλλοτε κακοήθης. Αν πάρουμε μια θέση με μια λογική, θα κάνουμε πολύ κακό αντί για καλό. Αν γίνη επέμβαση και ο όγκος είναι κακοήθης, θα κάνη μετάσταση. Θέλει λίγη καυτηρίαση προσεκτικά.

- Πάντως, Γέροντα, και οι εκπαιδευτικοί που θέλουν να κάνουν δουλειά δυσκολεύονται, γιατί είναι δεσμευμένοι.

- Άμα θέλη κανείς, μπορεί να βρή τρόπο να κάνη δουλειά. Μπόρεσαν και βρήκαν τρόπο στα άθεα καθεστώτα και δεν μπορούν να βρουν εδώ; Στην Βουλγαρία πήγε κάποιος από ΄δω και μοίρασε σταυρουδάκια στα παιδιά ενός σχολείου. Ένας όμως του κόμματος που στέκονταν εκεί κοντά τον είδε. Η δασκάλα, μόλις τον αντιλήφθηκε, πήγε και πήρε τα σταυρουδάκια από τα χέρια των παιδιών και τα μάλωσε που τα πήραν. Αλλά όταν έφυγε εκείνος ο άθεος, η δασκάλα τα μοίρασε μόνη της στα παιδάκια. Είδες πώς η δασκάλα ήταν εντάξει και με τον νόμο και με τον Θεό;
Βλέπεις και οι δάσκαλοι στην Μικρά Ασία, μέσα σ΄ εκείνα τα δύσκολα χρόνια, πόσα πρόσφεραν! Γιατί δούλευαν με την καρδιά
τους. Πονούσαν, είχαν ευλάβεια, θυσιάζονταν. Να, και ο Άγιος Αρσένιος (5) ο Καππαδόκης πόσο σοφά φερόταν στα Φάρασα! Είχε ετοιμάσει αίθουσα για σχολείο και αντί για θρανία είχε βάλει δέρματα από κατσίκες ή από πρόβατα με το τρίχωμά τους. Πάνω σ΄ αυτά γονατισμένα τα παιδιά παρακολουθούσαν τα μαθήματα. Με αυτόν τον σοφό τρόπο δεν ερέθιζε τους Τούρκους, ακόμη και όταν τύχαινε να τα δουν, γιατί νόμιζαν ότι προσεύχονταν.
Όταν πάλι ο Άγιος Αρσένιος ήθελε να βγάλη εκδρομή τα παιδιά, τα πήγαινε σε ένα δικό του χωράφι που ήταν σαν κήπος, δήθεν για να κάνουν δουλειά, και τα έλεγε: «Αν τυχόν δήτε Τούρκο, να κάνετε κανένα κουτσοδούλι. Κόψτε κανένα κλαρί, για να νομίζη ότι καθαρίζετε τον κήπο».
Και έτσι έκαναν τα καημένα. Γιατί, αν καταλάβαιναν οι Τούρκοι ότι τα πήγε εκδρομή, θα είχε ιστορίες. Κρυφό σχολειό βλέπεις! Όταν έφευγε ο Τούρκος, έπαιζαν πάλι τα παιδιά. Και το καλοκαίρι, στις διακοπές, τα συγκέντρωνε πάλι τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο, για να βοηθάη, για να μην ξεκόβωνται και ξεχνούν όσα τους δίδασκε.

- Γέροντα, γιατί ο Άγιος Αρσένιος έγραφε τα μαθήματα στα τουρκικά με ελληνικά γράμματα;

- Για να ξέρουν και τουρκικά τα παιδιά, ώστε να μπορούν να τα βγάλουν πέρα. Και αν τυχόν τον έπιαναν οι Τούρκοι που μάθαινε γράμματα στα παιδιά, και να έβλεπαν τα ελληνικά γράμματα, άκουγαν ότι τα διάβαζε τουρκικά και δεν εξαγριώνονταν. Οπότε τα παιδιά μάθαιναν και τα τουρκικά, αλλά και οι Τούρκοι δεν ερεθίζονταν. Όλα όσα ζούσε ο Άγιος (6), την ακρίβεια της Ορθοδοξίας, την ευλάβεια, τα μετέδιδε στους μαθητές του.

Γι΄ αυτό λέω, άμα θέλη κανείς, μπορεί να κάνη δουλειά στα παιδιά, όπου και αν βρεθή. Έπεσε στα χέρια μου ένα ωραίο βιβλίο που έγραψε μια δασκάλα για την Βόρειο Ήπειρο. Αυτή για πεντακόσιους άνδρες κάνει. Πώς μιλούσε στους ξεναγούς! Σβούρα τους έφερνε. Μπράβο της!

Είναι μεγάλη υπόθεση ο σωστός δάσκαλος, ιδίως στις μέρες μας! Τα παιδιά είναι άγραφες κασσέττες· ή θα γεμίσουν βρώμικα τραγούδια ή βυζαντινή μουσική. Το έργο του δασκάλου είναι ιερό. Έχει μεγάλη ευθύνη και, αν προσέξη, μπορεί να πάρη μεγάλο μισθό από τον Θεό. Να φροντίζη να διδάσκη στα παιδιά τον φόβο του Θεού. Πρέπει να βρουν τρόπο οι εκπαιδευτικοί να περνάνε κάποια μηνύματα στα παιδιά για τον Θεό και για την Πατρίδα. Ας σπείρουν αυτοί τον σπόρο, και ας μην τον δουν να βλαστάνη. Τίποτε δεν πάει χαμένοκάποια στιγμή θα πιάση τόπο.

Και πάντα με το καλό, με επιείκεια, με αγάπη να φέρωνται στα παιδιά. Να προσπαθούν να ξυπνάνε το φιλότιμό τους. Το παιδί θέλει αγάπη, ζεστασιά. Πολλά παιδιά την στερούνται τελείως στο σπίτι. Αν οι δάσκαλοι αγαπήσουν τα παιδιά, θα τους αγαπήσουν και εκείνα, και τότε θα κάνουν πιο εύκολα το έργο τους. Εμάς ο δάσκαλος με την βέργα μας χτυπούσε, όταν έβλεπε αταξία, αλλά αγαπούσε τα παιδιά και τα παιδιά τον αγαπούσαν. Δεν είχε δικά του παιδιά και τα αγαπούσε τα παιδιά πολύ.

Γι΄ αυτό λέω ότι καλοί είναι οι γονείς που γεννούν πολλά παιδιά και γίνονται πολύτεκνοι, αλλά καλύτεροι είναι οι σωστοί εκπαιδευτικοί που αναγεννούν του κόσμου τα παιδιά και γίνονται υπέρ-υπέρ-πολύτεκνοι! Δίνουν αναγεννημένους ανθρώπους στην κοινωνία, και έτσι γίνεται καλύτερη.




5) Βλ. Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1991, σ. 36.
6) Βλ. ο. π. σ. 41.

Πηγή: http://anavaseis.blogspot.com

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Καταστρέφουν τά παιδιά ἀπό μικρά-Γέροντος Παϊσίου

Γέροντος Παΐσιου του Αγιορείτου Λόγοι Α΄ Μέρος Δ΄ Κεφάλαιο 1ο. Η Παιδεία. «Απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία»


Λόγοι Α΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 
Μέρος 4ο. Κεφάλαιο 1ο.  Η παιδεία
 
«Απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία»
 

Μικρό παιδάκι, πόσο με βοηθούσε που πήγαινα στην Εκκλησία! Είχαμε καλό δάσκαλο στο Δημοτικό
και μας βοηθούσε και αυτός. Μας μάθαινε εθνικά άσματα και εκκλησιαστικούς ύμνους. Στην Εκκλησία τις Κυριακές ψάλλαμε την Δοξολογία, «Ταις πρεσβείαις…», «Άγιος ο Θεός», το Χερουβικό.

- Και τα κοριτσάκια ψάλλανε;

- Ναι, όλα μαζί τα παιδιά. Παλιά, η Εκκλησία ήταν δίπλα στο σχολείο και παίζαμε γύρω από την Εκκλησία, στην αυλή της. Μας πήγαιναν στην Εκκλησία οι δάσκαλοι στις γιορτές, και ας χάναμε κανένα μάθημα. Προτιμούσε ο δάσκαλος να χάση μια ώρα, για να λειτουργηθούν τα παιδιά. Έτσι τα παιδιά διδάσκονταν, αγιάζονταν, γίνονταν αρνάκια. Είχαμε και έναν δάσκαλο Εβραίο, αλλά θρησκευτικά δεν μας δίδασκε· ερχόταν μια δασκάλα και μας έκανε θρησκευτικά. Παρ΄ όλο όμως που ήταν Εβραίος, μας πήγαινε μέχρι την Εκκλησία. Και στην Εκκλησία όλα τα παιδιά στεκόμασταν όρθια, ήσυχα.

Και βλέπω σήμερα που απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία, πώς έχουν αγριέψει! Ενώ στην Εκκλησία το παιδάκι θα ηρεμήση, θα γίνη καλό παιδί, γιατί δέχεται την ευλογία του Θεού, αγιάζεται. Δεν τα αφήνουν να πηγαίνουν στην Εκκλησία, για να μην επηρεασθούν από τα πνευματικά! Από τις άλλες ανοησίες όχι μόνον δεν τα απομακρύνουν, αλλά τους τις διδάσκουν κιόλας! Μα δεν καταλαβαίνουν ότι τα παιδάκια, αν επηρεασθούν, ας υποθέσουμε, από την Εκκλησία, από την θρησκεία, στο κάτω-κάτω δεν θα κάνουν αταξίες, θα είναι φρόνιμα, θα έχουν επιμέλεια στα μαθήματά τους, δεν θα είναι ζαλισμένα όπως τώρα. Μέχρι να μεγαλώσουν, και στα θέματα τα εθνικά θα είναι σωστά τοποθετημένα, δεν θα μπλέξουν με παρέες, με ναρκωτικά, να αχρηστευθούν. Όλα αυτά δεν θα είναι μια προϋπόθεση να γίνουν καλοί άνθρωποι; Αυτό τουλάχιστον δεν το αναγνωρίζουν; Δεν το σέβονται;

Αλλά σκοπός τους τώρα είναι να απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία. Τα δηλητηριάζουν, τα μολύνουν με διάφορες θεωρίες, κλονίζουν την πίστη τους. Τα εμποδίζουν από το καλό, για να τα αχρηστέψουν. Τα καταστρέφουν από μικρά. Και τα παιδάκια, φυσικά, από αρνάκια γίνονται κατσικάκια. Αρχίζουν μετά να χτυπούν άσχημα και τους γονείς τους και τους δασκάλους και αυτούς που τα κυβερνούν. Τα κάνουν όλα άνω-κάτω· συλλαλητήρια, καταλήψεις, αποχή από τα μαθήματα. Και τελικά, όταν φθάσουν να ξεκοιλιάσουν αυτούς που τα κυβερνούν, τότε θα βάλουν και αυτοί μυαλό.

συνεχίζεται ...

 Πηγή:http://anavaseis.blogspot.com

Τρίτη 27 Απριλίου 2010

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

῾Η ἀποχαύνωση ὡς παιδαγωγική μέθοδος (Δημήτρης Νατσιός, Δάσκαλος)




ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ρωτάς τα παιδιά, τους μαθητές: «τι δώρο θέλεις να σου προσφέρουν οι γονείς, οι συγγενείς, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, στη γιορτή σου ή στα γενέθλιά σου;».


Παρένθεση: Η ονομαστική εορτή σχεδόν καταργήθηκε. Σχεδόν κανένα παιδί δεν γιορτάζει, δεν κερνάει, δεν προσκαλεί την ημέρα της χριστιανικής γιορτής. Υπάρχουν μόνο τα γενέθλια.

Η δυτικόφερτη φραγκοσυνήθεια έχει επικρατήσει πλήρως. Και αυτά ακόμη τα γενέθλια δεν εορτάζονται στο γονικό σπίτι, αλλά σε κάτι φανταχτερές, ιδιωτικές παιδοφυλακές.

Το παιδί της πόλης, ως γνωστόν, ευρίσκεται υπό διωγμόν από την ευλογημένη πατρική εστία. Φωνάζουν, λερώνουν, γελούν, κλαίνε, μαλώνουν, πεινούν, πράγματα απαράδεκτα για ένα ψευτοπολιτισμό, που θέλει τα πάντα αποστειρωμένα και αποστεωμένα. Ακόμη και μηνύσεις υποβάλλουν ενοχλημένοι γείτονες και περίοικοι κατά παιδικών φωνών.

Ας κάνουν όλοι υπομονή. Οσονούπω θα καθιερωθεί το λεγόμενο ολοήμερο σχολείο, οπότε θα επιστρέφουν εξουθενωμένα, το απόγευμα τα παιδιά στο σπίτι, για να ξαναρχίσει το φροντιστηριακό λαχάνιασμα. Οι γονείς θα περιορίζονται σε μια «καληνύχτα» και ένα «καλημέρα» και μετά θα αναρωτιούνται, εν φόβω και τρόμω, γιατί έμπλεξε αυτό το παιδί.

Σημείωση ακροτελεύτιος της παρένθεσης: στα βιβλία γλώσσας – περιοδικά ποικίλης ύλης του Δημοτικού, δεν υπάρχει ούτε η ελάχιστη νύξη για ονομαστική εορτή. Υπάρχουν μόνο γενέθλια.

Επανέρχομαι στο προλογικό ερώτημα. Τα παιδιά εν χορώ απαντούν: κινητό τηλέφωνο ή υπολογιστή. Και τα παιχνίδια ακόμη που επιθυμούν «διαπλέκονται» με υπολογιστές. Και πώς αλλιώς; Νυχθημερόν βομβαρδίζονται από ελκυστικότατες συσκευές της επικοινωνίας. Όπου και να στρέψουν το βλέμμα τους, αντικρίζουν το «αντικείμενο του πόθου». Γονείς, δάσκαλοι, φίλοι και συγγενείς όλοι μ’ ένα κινητό στο χέρι. Επικοινωνώ άρα υπάρχω.

Όπως προσφυώς ειπώθηκε για να εξασφαλίσουν την συνοχή τους οι κοινωνίες με μνήμη χρησιμοποιούν την ιστορία και οι κοινωνίες χωρίς μνήμη χρησιμοποιούν την επικοινωνία. Διάβασα πρόσφατα επιστολή μητέρας παιδιού της Α΄ Γυμνασίου. Διαμαρτυρόταν γιατί το παιδί της «εισέρχεται ανεξέλεγκτα όσες ώρες αυτή εργάζεται, σε ιστοσελίδες, χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε ασύρματη σύνδεση υπάρχει στην πολυκατοικία». Ο φορητός υπολογιστής, υπενθυμίζω, είναι δώρο του υπουργείου, πρώην εθνικής, Παιδείας στα γυμνασιόπαιδα της πρώτης τάξης. Ως συνήθως κατόπιν εορτής οι ενστάσεις.

Τώρα που το υπουργείο προτίθεται από την πρώτη δημοτικού να καθηλώσει τα ανυπεράσπιστα παιδιά μπροστά σε υπολογιστές, θα αντιδράσει κανείς; Απορώ και εξίσταμαι! Δεν κατανοούν οι γονείς το έγκλημα που σχεδιάζεται εις βάρος των παιδιών τους.

Στο προσχέδιο του «νέου σχολείου» που οραματίζεται η διαβιουπουργός, καταγράφεται σαφέστατα ότι όλα, έμβια και άβια, αποκτούν ψηφιακή υπόσταση.

Ακόμη και ο δάσκαλος, ως φυσική παρουσία, ως πρόσωπο θα καταργηθεί. Θα περιοριστεί σε ρόλο, θα χειρίζεται πλήκτρα, τα οποία θα μεταφέρουν στον εγκέφαλο των παιδιών τις αναχωνευμένες στα εργαστήρια του πολυπολιτισμικού – αποχαυνωτικού υπουργείου παιδομαζώματος, πληροφορίες.

Οι νέες γενιές, θα είναι οι μικροί πειθαρχημένοι στρατιώτες, προετοιμασμένοι από ένα σχολείο πνιγμένο από την εμποροχυδαία πραγματικότητα.

Έχω χαρακτηρίσει τα νέα σχολικά βιβλία της γλώσσας, κακέκτυπο του διαδικτύου. Προφανώς στάλθηκαν ως ένα είδος προπαιδείας σ’ αυτό που έρχεται. Ό, τι αντικρίζει ο μαθητής στην τηλεόραση μεταφέρθηκε στο βιβλίο. Συνταγές μαγειρικής, μικρές αγγελίες, διαφημίσεις, κείμενα ανούσια, ολιγόλογα, κείμενα χρήσιμα για την υποβολή μιας αίτησης ή ενός σύντομου βιογραφικού για μια θέση υποαπασχόλησης. Σε μια γλώσσα παρδαλή, τραυματισμένη, μιξοελληνική. «Πολλές ρήσεις έχουμε δει ν’ ανατρέπονται, ποτέ όμως την αποφθεγματική εκδοχή: όπου γλώσσα πατρίς», θα πει ο Ελύτης στον «κήπο με τις αυταπάτες». Αν έβλεπε τα τωρινά βιβλία ίσως θα δυσκολευόταν να γράψει αυτό το «ποτέ».

Σχολείο ψηφιακό είναι σχολείο της ορθοπεταλιάς, για να παραφράσω τον τίτλο ενός σπουδαίου βιβλίου του Γ. Καλιόρη. («Η κοινωνία της ορθοπεταλιάς»). Ένα σχολείο που ξεθεωμένο τρέχει να προλάβει τις δήθεν εξελίξεις, να ανοίξει, όπως λέει ένα κρανιοκενές ευφυολόγημα, στη ζωή.

Όμως το σχολείο, για να παραμείνει σχόλη και σχολή, οφείλει να είναι συντηρητικό, με την απλή και πρωταρχική σημασία της λέξης. Να συντηρεί τα πολυτίμητα τζιβαϊρικά που παρέλαβε απ’ όσους πέρασαν και να τα παραδίδει στους νεότερους, εμπλουτίζοντας, βέβαια, την παράδοση με τα άξια λόγου και μίμησης (αξιόλογα και αξιομίμητα) νεότερα. «Μου φαίνεται ότι ο συντηρητισμός νοούμενος ως συντήρηση, αποτελεί την ίδια την ουσία της εκπαίδευσης, η οποία έχει πάντοτε ως έργο της να περιβάλλει και να προστατεύει κάποιο πράγμα – το παιδί έναντι του κόσμου, τον κόσμο έναντι του παιδιού, το καινούργιο έναντι του παλαιού, το παλαιό έναντι του καινούργιου», εξηγεί η Χάννα Άρεν, ήδη από το 1958, στο απροσπέλαστο δοκίμιό της «η κρίση της εκπαίδευσης».

Πώς όμως να εξηγήσεις την συντηρητική διάσταση που πρέπει να έχει το σχολείο σήμερα, σε ανθρώπους «ξιπασμένους οψίπλουτους», της μάθησης, που υποστηρίζουν ότι «το Νέο Σχολείο είναι πρώτα απ’ όλα ΕΝΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΧΩΡΙΣ... ΤΟΙΧΟΥΣ! Ένα σχολείο ανοικτό στις ιδέες και στην κοινωνία, στην γνώση και το μέλλον, που αξιοποιεί κάθε σύγχρονο εργαλείο. Ο διαδραστικός πίνακας, το ηλεκτρονικό βιβλίο, το ψηφιακό εκπαιδευτικό υλικό, ο προσωπικός μαθητικός υπολογιστής». (Α. Διαμαντοπούλου. Υποψιάζομαι ότι εκείνο το «τοίχους» γράφτηκε αντί του «τείχη». Από κάτι τέτοιες σαπουνόφουσκες παρασύρονται κάποιοι δάσκαλοι και τριγυρίζουν με τους μαθητές τους ολημερίς και ολονυχτίς, τάχα και εκπαιδευτικές επισκέψεις, αντί να στρωθούν να κάνουν μάθημα μες στην τάξη).

Το κακό είναι πως σ’ αυτόν τον τόπο ό,τι δεν έχει πρόσφατη ημερομηνία έχει ποινικοποιηθεί.

Πάσχουμε από άκρατο και άκριτο, ας μου συγχωρεθεί ο όρος, «νεανισμό». (Θυμήθηκα μια φράση του Χάιντεγκερ: «το δέντρο μεγαλώνει από τα κλαδιά του αλλά και από τις ρίζες του»). Βλέπουμε τις ολέθριες συνέπειες αυτού του καταστρεπτικού δόγματος: ό,τι αρέσει στους νέους. Γι’ αυτό και υπολογιστές και διαδίκτυο από το δημοτικό.

Αντί το σχολείο να είναι θεματοφύλακας των τιμαλφών αξιών του Γένους και κάστρο συντήρησης τους, μεταβάλλεται σε πολλαπλασιαστή της περιρρέουσας αμορφωσιάς. Η αναγωγή της αποχαύνωσης σε καινοτόμο παιδαγωγική μέθοδο. Αν υλοποιηθεί η εξαγγελία της διαβιουπουργού σε μερικά χρόνια δίπλα από κάθε σχολείο θα χτίζεται και ένα κέντρο απεξάρτησης των νέων από τις νέες τεχνολογίες.

Πώς να τα εξηγήσεις όμως αυτά σε ανθρώπους που θεωρούν το σχολείο χώρο πειραματισμών, επικοινωνίας, εξουδετέρωσης των κοινωνικών αδικιών και ταξικών ανισοτήτων, εντάξεως των μεταναστών και άλλων εύηχων πραγμάτων;

Θα κλείσω με κάτι που αυτές τις ημέρες μου προκάλεσε «θλίψιν απαρηγόρητον». Προμηθεύτηκα τα αναγνωστικά που είχαν οι μαθητές του δημοτικού πριν από το 1983, πριν ενσκήψει η λαίλαπα του προοδευτισμού. Έχω ενώπιόν μου της Ε΄ δημοτικού. (Στην οποία φέτος διδάσκω). Διαβάζω ονόματα λογοτεχνών που στολίζουν τις σελίδες του: Σολωμός, Παλαμάς, Δροσίνης, Πολέμης, Καρκαβίτσας, Κονδυλάκης, Νιρβάνας, Ξενόπουλος, Παπαδιαμάντης, ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει η πατρίδα μας.

Πιάνω τα τωρινά με τις συνταγές μαγειρικής και τις οδηγίες χρήσης καφετιέρας και απελπίζομαι. (Περίπου 20 συνταγές στις δύο τελευταίες τάξεις του Δημοτικού. Ένα ή δύο τα δημοτικά τραγούδια. Σαφές το μήνυμα: αποκοπεί από τις ρίζες και εθισμό στην ευτέλεια). Σκέφτομαι ότι αν μορφώσουμε μια γενιά Ελλήνων με τα «συντηρητικά» εκείνα βιβλία, θα βγουν άνθρωποι που θα σώσουν την πατρίδα μας. Πράγμα βέβαια αδύνατον, όσο επιβιώνει η τιποτοκρατία.

Υπό τις σημερινές συνθήκες, καθώς θα ‘λέγε και ο ποιητής, «το πιο φρικτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε».















(Πηγή: "Ρεσάλτο", 9/4/2010)


Διαδίκτυο:alopsis.gr

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

ΒΙΒΛΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ: Bιβλία, «ασκιά γιομάτα αγέρα» του Δημήτρη Νατσιού




Είναι γνωστό, σ’ όσους καταγίνονται με το αντικείμενο, πως τα πιο δύσκολα, συγγραφικώς, βιβλία είναι του δημοτικού σχολείου. Το σχολικό βιβλίο δεν απευθύνεται σε ένα εξειδικευμένο αναγνωστικό κοινό, μυημένο σ’ ένα γνωστικό πεδίο, εθισμένο, ακόμη, στην λησμονημένη, σήμερα, τέχνη της ανάγνωσης.

Το σχολικό βιβλίο γράφεται για μικρούς μαθητές, άγουρους αναγνώστες, με αδιαμόρφωτο το γλωσσικό αισθητήριο, με υποτυπώδη κριτική ικανότητα, δηλαδή, με μια λέξη, για παιδιά. Επιπλέον, ετούτα τα χρόνια, χάρις στον πανίσχυρο «τρίτο γονέα», την τηλεόραση, υποδεχόμαστε στα σχολειά μας, άβουλα και ανυπεράσπιστα θύματά της, κακομαθημένους τηλεπαπαγάλους. (Το γράμμα ηττήθηκε από την εικόνα, γι’ αυτό πολλά παιδιά που έχουν δυσκολία στην ανάγνωση καταφεύγουν στην τηλεόραση, για να πνίξουν την πλήξη τους).

Όπως προσφυώς έχει γραφτεί το σχολικό βιβλίο γεφυρώνει την προσχολική με την σχολική φάση της παιδικής ηλικίας και σημαδεύει τον ψυχικό μας κόσμο εφ’ όρου ζωής. Το σχολικό βιβλίο είναι το πιο κρίσιμο, είναι ο φεγγίτης μέσω του οποίου το παιδί ρίχνει μια ματιά στην κοινωνία στην οποία το σχολείο το οδηγεί. Θα περίμενε κανείς πως για την συγγραφή τους, η πολιτεία, θα επιστράτευε ό,τι καλύτερο και ποιοτικότερο διαθέτει σε ανθρώπινο δυναμικό. Τους αρίστους σε κάθε τομέα.

Γράφεις, για παράδειγμα, βιβλίο γλώσσας. Επιλέγεις τους καλύτερους λογοτέχνες, γλωσσολόγους, παιδαγωγούς, φιλολόγους, ζωγράφους, λαογράφους, σκιτσογράφους, ειδικούς επιστήμονες, τους ανταμείβεις γενναία και σου ετοιμάζουν το «αλφαβητάρι με τον ήλιο», ένα εξαίσιο αναγνωστικό. Το ίδιο ισχύει και για όλα τα βιβλία του δημοτικού. Αν όμως πρόκριμα για την ανάθεση της συγγραφής, καταντά η στάθμη της «προοδευτικότητας» και του αφελληνισμού που κομίζει ο ενδιαφερόμενος, τότε καταλήγεις σε βιβλία – περιοδικά ποικίλης ύλης, ως τα σημερινά.

Ήδη οι μαθητές μας αντιστέκονται στα νέα, αφορήτου πλήξεως και ενδείας, αναγνωστικά, με χασμουρητά και τακτές επισκέψεις στην… χρεία. Τα παλαιότερα βιβλία όμως τηρούσαν, κατά το δυνατόν, αυτές τις προδιαγραφές, ήταν βγαλμένα, πολλά απ’ αυτά, από την αγάπη, την πείρα, το ταλέντο και την πίστη ανθρώπων που μοχθούσαν για την παιδεία του Γένους. Έχω, για παράδειγμα, μπροστά μου το παλιό και το νέο «Ανθολόγιο» λογοτεχνικών κειμένων της Ε’ και Στ’ Δημοτικού.

Είναι βιβλία που συνοδεύουν το γλωσσικό μάθημα. Το παλιό ήταν αφιερωμένο στην αξεπέραστη συγγραφέα παιδικής λογοτεχνίας, Πηνελόπη Δέλτα. Το καινούργιο, στη σχετική σελίδα, καταγράφει τον «ανάδοχο» του έργου, τον «νονό» της συγγραφής: «εκδόσεις Πατάκη». (Τολμώ να πιστέψω ότι επίτηδες τα βιβλία είναι γραμμένα με τρόπο δυσνόητο και τρικυμιώδη, για να ξεπουλά, ο «νονός» μας Πατάκης τα πανάκριβα βοηθήματά του, τα οποία, όπως θυμάμαι, είχαν κυκλοφορήσει πριν πιάσουμε στα χέρια μας τα σχολικά.).

Στο παλιό, αποσυρθέν Ανθολόγιο, μεταξύ των ονομάτων της οκταμελούς συντακτικής επιτροπής, διαβάζω και τους, Μιχαήλ Στασινόπουλο, Γιώργο Σαββίδη, Αλέξη Δημαρά, Γιώργο Ιωάννου, Λίνα Κάσδαγλη, όλοι πρώτης γραμμής άνθρωποι των γραμμάτων. Στο καινούργιο, πέντε ονόματα, παντελώς άγνωστα. (Τρεις δάσκαλοι, ένας λέκτορας και μια καθηγήτρια πανεπιστημίου, που ίσως δεν την ξέρει ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας της. Προς άρσιν παρεξηγήσεων, εξηγώ.

Η συμμετοχή των δασκάλων στην συγγραφή των νέων βιβλίων είναι εντελώς τυπική. Άλλοι αποφασίζουν για την ύλη και απλώς οι δάσκαλοι προσυπογράφουν για να φιμωθούν οι εκ των έσω αντιδράσεις.

Το υπονοούμενο σαφές: «τι φωνάζετε; εσείς τα γράφετε»). Μια ματιά τώρα στα περιεχόμενα των δύο βιβλίων. Στο παλιό, και ορθώς, δεν υπάρχει ούτε ένα κείμενο ξένου συγγραφέα. Σ’ αυτήν την ηλικία το παιδί πρέπει να γνωρίσει την εθνική του λογοτεχνία. Στο νέο περίπου 15 τα κείμενα ξένων λογοτεχνών, όσα ακριβώς ήταν και τα δημοτικά τραγούδια που περιείχε το παλιό.

Στο νέο ανθολόγιο 1-2 τα δημοτικά ποιήματα. Εκπαραθυρώθηκε η δημοτική ποίηση στην οποία «αποτυπώνεται ακραιφνής και ακίβδηλος ο εθνικός μας χαρακτήρ… αναζωπυρώνει τας αναμνήσεις των εθνικών περιπετειών» κατά τον αείμνηστο Νικόλαο Πολίτη. («Δημοτικά τραγούδια», πρόλογος, εκδ. «Καλοκάθη»).

Αφήνω τα ανθολόγια και πιάνω ένα άλλο, ίσως το πιο κακογραμμένο και προχειρογραμμένο βιβλίο του δημοτικού, το βιβλίο των μαθηματικών της Ε’ δημοτικού, για το οποίο έχω ιδίαν γνώση (και ταλαιπωρία) μιας και φέτος διδάσκω σε μαθητές αυτής της τάξης. Κυριολεκτικά δεν έχω ακούσει συνάδελφο ή γονέα που να πει μισό επαινετικό λόγο γι’ αυτό το απαράδεκτο εγχειρίδιο.

Ξέρω, από πολυετή πείρα, πως στην Ε’ δημοτικού, πρέπει ο μαθητής να μάθεις τις τέσσερις πράξεις δεκαδικών και κλασματικών αριθμών, μερικούς γεωμετρικούς τύπους και να λύνει σχετικά προβλήματα. Στα παλιά βιβλία των μαθηματικών, όλα αυτά, διαρθρώνονταν με απλό και κατανοητό, στους μαθητές, τρόπο, υπήρχε λογική αλληλουχία των φαινομένων. Δίδασκες, παραδείγματος χάριν, τα κλάσματα.

Ξεκινούσες από το «μηδέν». Τι είναι κλάσμα, παρονομαστής, αριθμητής, ομώνυμα, ετερώνυμα, γνήσια, καταχρηστικά, τέλος πάντων, οι δάσκαλοι με άνεση δίδασκαν, οι μαθητές εύκολα και αβίαστα μάθαιναν. Στα νέα «αερογεμή» βιβλία, «ασκιά γιομάτα αγέρα» θα έλεγε ο Μακρυγιάννης, διακρίνεται εμφανέστατα η προχειρότητα της γραφής. Ρωτώ: είναι δυνατόν να διδάξεις πρώτα την διαίρεση και μετά την πρόσθεση και την αφαίρεση;

Η λογική λέει όχι. Στο εν λόγω βιβλίο ανατρέπεται η κοινή λογική. Προηγείται η διαίρεση κλασμάτων ή μεικτών (σελ. 53) και ακολουθεί η πρόσθεση και αφαίρεση μετά από πενήντα σελίδες. (σελ. 100). (50 σελίδες σε σχολικά βιβλία μαθηματικών, μεταφράζονται σε χρονικό διάστημα 2-3 μηνών. Άλλο ατόπημα κι αυτό. Είναι η λεγόμενη «σπειροειδής» μέθοδος διδασκαλίας, παταγωδώς αποτυχημένη).

Στα βιβλία αυτά κυριαρχεί η εικόνα, τετραγωνίδια δυσνόητα ή ανόητα, σχήματα περίεργα δήθεν επεξηγηματικά, εική και ως έτυχε οι μαθηματικές έννοιες, χωρίς συνέχεια και συνοχή της ύλης. Καινοτομία (ή κενοτομία) η εισαγωγή του αριθμητικού υπολογιστή. Ο μαθητής δεν χρειάζεται να μαθαίνει πράξεις, υπάρχει το «κομπιουτεράκι». (Τολμώ να πιστέψω ότι αυτό το έντυπο σύμφυρμα - βιβλίο μαθηματικών – γράφτηκε για να εξαναγκαστούν οι γονείς να το αναπληρώσουν αργότερα, με το να … πληρώσουν τα καραδοκούντα φροντιστήρια, που «κατέβηκαν» - τι ντροπή για όλους μας - και στο δημοτικό).

Διαβάζω ένα συμπέρασμα, που συνοδεύει το κεφάλαιο «προβλήματα γεωμετρίας»: «Μπορούμε να υπολογίσουμε το εμβαδόν ενός γεωμετρικού σχήματος αν το ανασυνθέσουμε ή το αναλύσουμε σε άλλα γεωμετρικά σχήματα…» και ο Θεός βοηθός. Το «ανασυνθέτουμε» πώς θα το εξηγήσει ο δάσκαλος σε δεκάχρονα παιδιά; Αν κάνει το λάθος και ακολουθήσει κατά γράμμα την ύλη, είναι σίγουρο ότι θα αποτύχει οικτρώς. Κεραυνοβολεί τα παιδιά με ασυναρτησίες, που περιέχει αυτός ο έντυπος «ψυχοβγάλτης», και πέραν αυτού ουδέν.

Προσωπικά διδάσκω, κατόπιν συνεννοήσεως με τους γονείς, από ένα εξαιρετικό σχολικό βιβλίο μαθηματικών Ε’ δημοτικού, του 1983. Τι να κάνω; «Κρυφό Σχολειό», μήπως και συμμαζέψω κάπως τα πράγματα. Κλείνω με μια «ανασύνθεση» των προηγουμένων. Έλεγε σοφός τις ότι «το μέλλον ενός λαού εξαρτάται από το ποιόν των βιβλίων που βρίσκονται στα ράφια των βιβλιοθηκών του». Μάλλον από το ποιόν των σχολικών βιβλίων εξαρτάται. Μία είναι η λύση στην προϊούσα αγραμματοσύνη. «Πνευματικό αρματολίκι». Κλείνουμε την πόρτα της τάξης και διδάσκουμε τα τιμαλφή και τα πρέποντα από παλιά ή δικά μας βιβλία. «Ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι»…

Νατσιός Δημήτρης

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ τοῦ Τάκη Θεοδωρόπουλου




Ζητείται δάσκαλος αρχαίων ελληνικών!

[Σχόλιο ῾Οδυσσέως: ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου σχολιάζει τήν εἴδηση πού ἀκολουθεῖ μέ ἕνα εἰρωνικό καί σαρκαστικό τρόπο γιά νά δείξει πιό ἔντονα τήν κατάντια ἡμῶν τῶν νεοελλήνων πού μέ τίς ἐνέργειές μας πετάμε στόν κάλαθο τῶν ἀχρήστων τό γλωσσικό ἀρχαιοελληνικό καί βυζαντινό θησαυρό μας]

Καλιφόρνια: «Οκταμελής οικογένεια ζητεί δάσκαλο αρχαίων ελληνικών και λατινικών. Μαθητές του θα είναι ο πατέρας, η μητέρα, ο γιος και η κόρη, ηλικίας επτά και έξι ετών. Τα τέ
σσερα νεώτερα παιδιά της οικογένειας θα χρειαστούν κάποια προκαταρκτικά μαθήματα»


Η αγγελία είναι δημοσιευμένη εντός πλαισίου στη σελίδα 33 του τεύχους της 6ης Δεκεμβρίου 2002 της βρετανικής επιθεώρησης ΤLS. Συμπληρωματικά οι ενδιαφερόμενοι εξηγούν ότι προτιμούν κάποιον συνταξιούχο άνδρα ή γυναίκα που να ξέρει καλά και τις δύο γλώσσες, ότι ο μισθός είναι εξαιρετικός και ότι κατοικούν σε έναν από τους λόφους που έχουν θέα στο Μonterey Βay.

Προσπάθησα να τους φαντασθώ: σίγουρα δεν είναι μεγάλοι στην ηλικία για να είναι τα μεγάλα τους παιδιά επτά και έξι ετών. Μπορεί να είναι σαράντα ή ακόμη και κάτω από σαράντα. Σίγουρα είναι εύποροι. Όχι μόνον μπορούν να δίνουν έναν καλό μισθό σε έναν δάσκαλο αρχαίων ελληνικών και λατινικών, αλλά δεν χρειάζεται και να εργάζονται κιόλας, αφού μπορούν να απασχοληθούν πλήρως για την εκμάθηση των δύο αυτών νεκρών γλωσσών.

Σίγουρα δεν είναι γκέι - εκτός και αν πρόκειται για ζευγάρι ανδρών ή γυναικών που έχουν υιοθετήσει έξι παιδιά. Σίγουρα δεν είναι βουδιστές - κουβέντα για σανσκριτικά στην αγγελία. Μπορεί να είναι θρησκόληπτοι - εάν τα έξι παιδιά είναι δικά τους και δεν είναι υιοθετημένα, η υπόθεση δεν πρέπει να απορριφθεί.

Μπορεί να είναι ψυχοπαθείς οι οποίοι θέλουν να παρασύρουν κάποιον ταλαίπωρο συνταξιούχο φιλόλογο για να τον κόψουν κομματάκια σε κάποια από τις παγανιστικές ολονυχτίες τους; Μπορεί. Είναι και το πιο πιθανό, εξάλλου.

Αλλιώς, πώς να εξηγήσει κανείς τέτοια τρέλα; Γιατί είναι σίγουρο ότι πρόκειται περί τρέλας. Για φαντασθείτε κάποιον από τους δικούς μας προύχοντες της Μυκόνου, με 4x4, θράσος επιτυχημένου πειρατή και αυτοπεποίθηση νεοευρωπαίου με πισίνα να ζητάει δάσκαλο αρχαίων ελληνικών και λατινικών;
Οι άνθρωποι είτε τρελοί είναι, είτε δεν έχουν ιδέα τι θα πει πρόοδος και πνευματική ανάπτυξη ενός τόπου. Δεν πήραν είδηση από την κοσμογονία που έγινε στην ελληνική εκπαίδευση πριν από δύο δεκαετίες, όταν οι μεγάλοι μας μεταρρυθμιστές αποφάσισαν να καταργήσουν τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών για να την επαναφέρουν από το παράθυρο κολοβωμένη, μίζερη, ταλαίπωρη και αφόρητα υποχρεωτική - για τα λατινικά δεν γίνεται κουβέντα ούτως ή άλλως, αυτά από την εποχή την δική μου διδάσκονταν στην καθ' ημάς Ανατολή υπό μορφήν Κρυφού Σχολειού.
Μα επιτέλους, κύριοι άσχετοι Καλιφορνέζοι που ποιος ξέρει από πού κρατάει η σκούφια σας, δεν έχετε ακούσει κανένα από τα επιχειρήματα των προοδευτικών της νεοελληνικής γλωσσολογίας, που εξηγούν ότι η εκμάθηση της αρχαίας ελληνικής όχι μόνο είναι άχρηστη, αλλά μπορεί να γίνει και βλαβερή, γιατί φορτώνει την ολοζώντανη γλώσσα μας μ' ένα σωρό νεκρά κύτταρα;
Το βρήκα: μάλλον για τίποτα αντιδραστικούρες της παλιοσυντήρησης πρόκειται, τίποτα οπαδούς του κόσμου του Μεσαίωνα. Μακριά από εμάς και αυτοί και τα αρχαία τους.

Του Τάκης Θεοδωρόπουλου

ΤΑ ΝΕΑ , 25-01-2003 , Σελ.: P59
Κωδικός άρθρου: A17548P592