"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παπαδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παπαδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

῾Η Σουζάννα τοῦ παπᾶ τοῦ Γρηγορίου Ξενόπουλου (διήγημα)

                                                                             
                                                                             
            « – Η μάννα μου δεν είναι παπαδία; Έ, κι εγώ παπαδία θα γένω!»

            Έτσι έλεγε με το τριανταφυλλένιο της πεισματάκι, η ξανθή Σουζάννα, η όμορφη θυγατέρα του παπά – Ζήσιμου του Κλοντηρά, - του ίδιου που είχε και την περίφημη γάτα.

            Κι  ήταν το μοναχό της αργκουμέντο, για να καταφέρει τους δικούς της να της δώσουν τον Άνθιμο τον Αναγνώστη που τη γύρευε. Ούτε τον αγαπώ έλεγε, ούτε τον θέλω, ούτε μ΄ αρέσει, ούτε είναι καλός, ούτε είναι ώμορφος. Μόνο πως έπρεπε να γίνη «παπαδία», επειδή ήταν κι η μάννα της. Αν έξαφνα ο παπά – Ζήσιμος, που δεν ήθελε ν΄ ακούσει τέτοιο γάμο, της έλεγε : «καλά λοιπόνּ δε θα σού δώσω τον Άνθιμο τον αναγνώστη, θα σού δώσω όμως τον Αντρέα το διάκοּ πάλι παπαδία θα γένειςּ θέλεις;» – ώ, η ξανθή Σουζάννα θα βρισκότανε πολύ μπερδεμένη. Μόνο γιατί τα είχε ψημένα με τον Άνθιμο, η κατεργαρούλα, ήθελε τώρα, σώνει και καλά, να «γένει παπαδία»…

            Μα δεν ήταν φόβος να της έκανε τέτοια πρότασι ο πατέρας της, ούτε στ΄ αστεία. Γιατί ο παπά – Ζήσιμος, όσο δεν ήθελε τον Άνθιμο τον αναγνώστη, άλλο τόσο δε θάθελε και τον Αντρέα το διάκο. «Μακρύα από ράσο! έλεγε πάντα. Μία θεγατέρα μοναχά μου άφησε ο αφέντης ο Θέος και δε θα την κάμω εγώ δυστυχισμένη, δίνοντάς τη σε παπά. Όξω!!… Και γιατί να μη ζήσει το παιδί μου, να μη χαρεί τα νιάτα του και τον κόσμο; Στον τόπο μας, η παπαδία είναι ακόμα υποχρεωμένη να ζει σα μια γυναίκα που’ χει πάντα κορέττο. Ούτε λούσα, ούτε θέατρα, ούτε χοροί, ούτε καρναβάλια. Μούγκρα, μούχλα, κλεισούρα, σκοτάδι. Απλά ρούχα σκούρα και ήσυχη ζωή οικογενειακή, παναπεί καλογερίστικη. Και γιατί; Γιατί έτσι, λέει, έζησε κ΄ η μάννα της. Μπα! ίσα – ίσα γι΄ αυτό να μη ζήσει έτσι η θεγατέρα. Το σόι μας, η γενιά μας, επλέρωσε το φόρο του με το παραπάνου. Φτάνει μας! ας πλερώσουνε τώρα κι άλλοι. Έπειτα, και να ‘θελε σήμερα μία παπαδία να ζήσει λίγο αλλιώτικα, – έ, ο κόσμος, βλέπεις, όλο πάει μπροστά! – μήπως μπορεί; Όβολα ε βγάνει η αγιαστήρα παρά μία βολά το χρόνο : του Φωτώνε. Παπάς, – πάντα φτωχός! Και στη Μητρόπολι να εφημερεύει και σ΄ ένα ξωκλήσι, το ίδιο κάνει. Τ΄ είναι ο κάβουρας, τι το ζουμί του… Δε βαρυέσαι! Μακρύα από ράσο!»

            Στην αρχή, κι η Σουζάννα του παπά είχε τις ιδέες του πατέρα της. Αγαπούσε, σαν κορίτσι, τον κόσμο, ποθούσε να ζήσει χαρούμενα στους κόλπους του, και κάθε άλλον θα διάλεγε γι΄ άντρα της παρά έναν αναγνώστη που θα γινότανε παπάς. Τ΄ όνειρό της μάλιστα, όπως πολλών κοριτσιών εκείνη την εποχή, – γιατί αργότερα το «ιδανικό» άλλαξε, για ν΄ αλλάξει και πάλι, – θα ‘ταν κανένας όμορφος, λεβέντης στρατιωτικός. Της γουστάριζε πολύ το σπαθί, η κορώνα, η μεσούλα, το λιγερό κορμί και το στριμμένο μουστακάκι κάτι νέων υπαξιωματικών, που τους έβλεπε στον αντικρινό στρατώνα της χωροφυλακής. Μα και σπαθοφόρο αν δεν εύρισκε, μ΄ ευχαρίστησι θάλεγε το ναι για κανένα τηλεγραφητή, ή μηχανικό, ή δάσκαλο της προκοπής, ή κ΄ εμποράκο γραμματισμένο, σαν το Γερόλυμο, τον καλό φίλο του πατέρα της. Πάντα όπως για λαϊκό, πολίτη, άντρα. Γιατί κάθε άλλο παρά εντύπωση ανδρός της έκανε ένας άνθρωπος, που έκρυβε το κορμί του μέσα σ΄ ένα βελέσι και που είχε μακρυά μαλλιά σαν γυναίκα. Κι ο πιο νέος, ο πιο δροσερός, ο πιο όμορφος ρασοφόρος θα της φαίνουνταν γελοίος. Εκείναις οι μαλλούρες μάλιστα – πουφ!…

            Πώς το ‘παθε λοιπόν η καλή μας Σουζάννα, με τέτοιες ιδέες, – δικές της, και του πατέρα της, και της μάννας της ακόμα, – να πάει να πέσει σα στραβή και ν΄ αγαπήσει τον αναγνώστη; Αυτό, αλήθεια, είναι κάμποσο παράξενο κι αξίζει να το διηγηθούμε περιστατικώς.

***

            Ο Άνθιμος, ο γιος του Χρήστου του Χρυσομάλλη, ήταν ένα παιδί ζωηρό κι έξυπνο, από μικρή φαμίλια, που είχε όμως τον τρόπο της. Ο πατέρας του, ναυπηγός, έφτειανε βάρκες, μαούνες και καΐκια, κι εξεδούλευε καλά. Το γιο του τον είχε στα γράμματα κι από μικρό, κάθε Κυριακή, τον έπαιρνε μαζί του στην Εκκλησία. Ο Άνθιμος, εκτός από το θρήσκο του πατέρα, έτυχε να ‘χει εκκλησιαστικό όνομα κ΄ έκτακτη φωνή. Άφηνε το γέρο στο στασίδι κι αυτός έμπαινε στο Ιερό για να λέη το κυριελέησον. Κι ήλθε μια καλή Κυριακή, που είπε στη Φανερωμένη και τον Απόστολο, κι όλος ο κόσμος πια εθαύμασε τη φωνή του, και συχάριασε τον πατέρα του και του ευχήθηκε να τον ιδή ψάλτη ή παπά.

            « – Και γιατί όχι και τα δύο;» έλεγε γελώντας ο γέρο – Χρυσομάλλης.

            Αλήθεια, γιατί όχι και τα δύο;... Μήπως τόσοι και τόσοι καλλίφωνοι παπάδες, στο νησί εκείνο το φιλόθρησκο, το γεμάτο Εκκλησιές, δεν έκαναν στον ίδιο καιρό και τον ψάλτη, κι αφού τελείωναν τη λειτουργία στην ενορία τους, σαν εφημέριοι, δεν επήγαιναν σε μιαν άλλη να ψάλλουν; Να, και της Φανερωμένης ο δεξιός ψάλτης ήταν ο παπά – Ζαφειράκης, εφημέριος στον Άγιο Παύλο, που έτσι κέρδιζε σχεδόν άλλα τόσα. Γιατί όσα έχει ο εφημέριος μιας μικρής ενορίας, έχει κι ο ψάλτης μιας μεγάλης. Κι από την Κυριακή εκείνη, κάτι τέτοιο ονειρευότανε για το γιο του ο γέρο – Χρυσομάλλης. Στο στενό, τον περιορισμένο του κύκλο, ενόμιζε πως ήταν το μεγαλύτερο, το τολμηρότερο που μπορούσε να ονειρευθεί. Την παραμικρή υποψία δεν είχε ο κακόμοιρος ζακυθινός, πως αν ήταν αλλού το παιδί του, θα μπορούσε ίσως να γίνει ένας μεγάλος τενόρος, να δοξασθεί και να βγάλει εκατομμύρια.

            Κάποτε όμως του το σφύριξαν κι αυτό. Ιταλικοί θίασοι πήγαιναν τακτικά στο νησί κι έπαιζαν όπερες στο κομψό, χειμωνιάτικο θεατράκι του. Η ορχήστρα κι ο ανδρικός χορός εσχηματίζουνταν από ντόπιους μουζικάντιδες και τραγουδιστάδες, που είχε τότε και πολλούς και καλούς, κι όλοι σχεδόν οι καλλίφωνοι ψαλτάδες των Εκκλησιών, οι λαϊκοί, λάβαιναν μέρος στο κόρο της όπερας, μαζί με τις Ιταλίδες της κομπανίας. Μια φορά λοιπόν, μερικοί φίλοι, κρυφά από το γέρο κατάφεραν να πάρουν και τον Άνθιμο. Ο δόκιμος ψαλτάκος, ο ντιλεττάντες να πούμε, που βοηθούσε χάρισμα το χορό της Φανερωμένης κ΄ έλεγε το κυριελέησον και τον Απόστολο, ήταν τότε μαθητής στο Γυμνάσιο, δεκαπέντε χρονών. Η γερή και πλούσια τενορίστικη φωνή του έκαμε κατάπληξι στους ιταλούς αρτίστες και κάποιος απ΄ αυτούς, – ο μπάσσος μου φαίνεται… οπωσδήποτε ο τενόρος ποτέ… – εχάλασε τον κόσμο να πάρει μαζί του τον Άνθιμο στην Ιταλία.

            « – Έλα στη Νάπολι, του είπε, να σε βάλω στο Κονσερβατόριο, να γίνης μεγάλος!

            « – Ναι… μα ο πατέρας μου; ψιθύρισε ο νέος.

            « – Εγώ θα του μιλήσω του πατέρα σου!»

            Και πήγε στο Χρυσομάλλη ο ενθουσιασμένος Ιταλός και του μίλησε. Μα που ν΄ ακούσει λόγο ο γέρος – κι ας ήξερε καλούτσικα τα ιταλικά! Καλέ, θεατρίνο θάκανε το παιδί του αυτός; ποτέ! Για ούλα τα μιλλιούνια του κόσμου!… Κι όχι μόνο δεν έστειλε τότε τον Άνθιμο στην Ιταλία, αλλά του απαγόρευσε να ξαναπατήσει και στα παρασκήνια.

            « – Με ρώτησες εμένανε, που πήγες να κάμεις τον κορίστα, έ; του είπε θυμωμένος. Τη φωνή που έχεις, σου την εχάρισε ο Θεός. Δε μπορείς λοιπόν να υπηρετήσεις με τη φωνή σου, παρά το Θεό και την Εκκλησία. Εφινίρισε!»

            Έτσι ο Άνθιμος, που αν κι ήταν έξυπνο και ζωηρό παιδί, συνήθισε ν΄ ακούει σ΄ όλα το γέρο, έμεινε στην πατρίδα του και στην Εκκλησία. Ποτέ, αλήθεια, η φωνή του, θείο δώρο, δεν υπηρέτησε τίποτα λαϊκό, κοσμικό, και στις καντάδες ακόμα, τις φημισμένες εκείνες του νησιού, άμα μεγάλωσε μάλιστα λιγάκι, δύσκολα και σπάνια λάβαινε μέρος. Στις Εκκλησίες όμως δεν είχε καμιά δυσκολία. Όχι μόνο η Φανερωμένη, όπου πήγαινε τακτικά, μα κι όλες οι άλλες, όταν είχαν πανηγύρι, τον εύρισκαν ολοπρόθυμο να βοηθάει. Είχε γίνει σωστό παπαδοπαίδι που δεν του έλειπαν παρά τα ράσα. Και μια Κυριακή, καλύτερη από την πρώτη, πριν βγάλει ακόμα το Γυμνάσιο, ο παπά – Στουπάθης της Φανερωμένης του τα ‘βαλε κι αυτά. Ο Άνθιμος ήταν τώρα αμπάτες, όπως έλεγαν στο νησί τούς Αναγνώστες.

***

            Πέρασαν λίγα χρόνια. Ο Άνθιμος είχε πάρει το απολυτήριό του κι είχε ξεσκολίσει την εκκλησιαστική μουσική, κρητική και πολίτικη, (ευρωπαϊκή και βυζαντινή), με τον καλύτερο δάσκαλο του τόπου. Ο πρώτος ψάλτης του παπά – Ζήσιμου του Κλοντηρά, στον Άη – Γιάννη, του’ φυγε ξαφνικά, δυσαρεστημένος από μια παρατήρησι που του ‘καμε – με το δίκιο του, – ο εφημέριος στη μέση της λειτουργίας. Κ΄ ο παπά – Κλοντηράς, που ’χε στην καρδιά του τη φωνή του Άνθιμου, ωφελήθηκε από την ευκαιρία για να τον πάρει στην Εκκλησιά του. Δεν ήταν και τόσο εύκολο. Γιατί κι ο θυμωμένος ψάλτης μετάνιωσε και γύρευε να ξαναγυρίσει, κι ο Άνθιμος ήταν τώρα από τους ακριβούς ψαλτάδες, κι οι Επίτροποι του φτωχού Άη – Γιάννη δεν είχαν μπόλικα να ξοδεύουν. Ο παπά – Ζήσιμος όμως, που η μανία του ήταν να τα ‘χει όλα στην εντέλεια η Εκκλησιά του, εχάλασε τον κόσμο να τα συμβιβάσει. Κατάφερε τον Άνθιμο να δεχθεί κάτι λιγότερο, κατάφερε τους Επιτρόπους να του δώσουν κάτι παραπάνου, θυσίασε κι αυτός ένα μέρος του «κεριού» του για το ισοζύγιο. Κι  έτσι, μια καλή Κυριακή, στον Άη – Γιάννη, βρέθηκαν όλοι ευχαριστημένοι : κι οι Επίτροποι που καμάρωναν στο παγκάρι τους, κι ο παπά – Ζήσιμος, κι η παπαδιά, κι η Σουζάννα, – γιατί η χαρά του παπά ήταν και δική τους, – κι ο γέρο – Χρυσομάλλης, κι οι ενορίτες, και περισσότερο ίσως απ΄ όλους ο ίδιος ο Άνθιμος, ο καινούργιος ψάλτης κι υποτακτικός του παπά – Ζήσιμου.

            Μα γιατί, αφού έφευγε από Εκκλησιά πλουσιότερη; Ά, τον Άνθιμο δεν τον ένοιαζε γι΄ αυτό! με πέντε τάλλαρα το χρόνο λιγότερο, δε θα φτώχαινε βέβαιαּ κι έπειτα ο ηθικός μισθός τον αποζημίωνε με το παραπάνου. Ο Άη – Γιάννης ήταν Εκκλησιά πιο αριστοκρατική, πιο συχναζούμενη, προπάντων από τον καιρό που εφημέρευσεν εκεί ο σεβάσμιος παπά – Ζήσιμος, ο κοσμαγάπητος, ο δραστήριος, ο φιλόκαλος, ο έμπειρος, – ένας από τους λίγους που ήξεραν να βαστούν Εκκλησιά. Έτσι και τον Άη – Γιάννη, τον παραμελημένο πρώτα, τον ξανάνιωσε, τον έβαψε, τον εχρύσωσε, τον καταστόλισε, κρέμασε κάτω από τ΄ ασημένια καντήλια αστεράκια χρυσά, περιποιήθηκε τον κήπο, συγύρισε το κελλί, έβαλε παντού διαλεχτό προσωπικό κι έκανε κάτι «τελετές» που ήταν σαν «Πατριαρχείο». Εκεί μέσα λοιπόν η φωνή και η τέχνη του Άνθιμου θα έλαμπαν περισσότεροּ κι ακόμα τον εσύμφερνε που θα ‘κανε τη μαθητεία του για παπάς κάτω από ένα τόσο πολύτιμο δάσκαλο σαν τον παπά – Ζήσιμο.

            Γι΄ αυτό ήταν τόσο ευχαριστημένος με την καινούργια του θέσι, όπως ήταν κι ο πατέρας του, αφού του εξήγησε όλα της τα προτερήματα. Για το νέο όμως αναγνώστη, είχε και κάποιο άλλο, κρυφό, μα μεγαλύτερο ίσως απ΄ όλα : τη Σουζάννα. Μήπως δεν ήταν η πιο όμορφη παπαδοπούλα; Κι αφού σκοπός του ήταν να γίνει παπάς, μια παπαδοπούλα δεν ταίριαζε φυσικά να διαλέξει για γυναίκα του; Λοιπόν, ποιαν άλλη θα εύρισκε καλύτερη από τη Σουζάννα, και τι καλύτερο πεθερό, για υποστήριξι, από τον παπά – Ζήσιμο, τον κοσμαγάπητο, που το λόγο του τον άκουγε κι ο Δεσπότης;

            Έφθανε γι΄ αυτό να τον συμπαθούσε λιγάκι το κορίτσι. Έ, δύσκολο ήταν; Γιατί τάχα;… Νέος ήταν – μόνο τρία – τέσσερα χρόνια μεγαλύτερός της, – όμορφος και, για ένα ρασοφόρο, κομψευόμενος πολύ. Το ξώρρασό του μαύρο, γυαλιστερό, το ράσο του καφετί, πάντα της ώρας, το ζουνάρι του πλούσιο, από βυσσινή βελούδο, το ρεξίνι του (ο σκούφος) μικρούλι, νόστιμο, απάνω στα καστανά, άφθονα, σγουρά μαλλιά του, τα παπούτσια του καθρέφτες κ΄ η ομπρέλα του με χερούλι από άσπρο κόκαλο. Δεν το ‘κανε τώρα για τη Σουζάννα, παρά ήταν το φυσικό τουּ του άρεσε πάντα να είναι καλοντυμένος. Και δεν είχε απάνω του τίποτα το καλογερίστικο. Έξυπνος, σβέλτος, γλυκομίλητος, ευγενικός, με μάτια που ‘βγαζαν σπίθες, ήξερε να γίνεται ευχάριστος σ΄ άνδρες και σε γυναίκες, και τα κορίτσια που τον έβλεπαν με τα ράσα, έλεγαν : «κρίμα στο νέο!»

            «Κρίμα στο νέο!» έλεγε μαζί με τις άλλες κ΄ η Σουζάννα, μα τίποτε παραπάνου. Τον είχε πάρει, ναι, από καλό μάτι τον υποτακτικό του πατέρα της, της άρεσε να τον ακούει να ψάλλει, και μάλιστα στον Άη – Γιάννη της, σήκωνε τα μάτια της κατά τον ουρανόν μ΄ έκφρασι μεγάλου θαυμασμού όταν μιλούσε για τη φωνή του μα κατά βάθος… αγρόν ηγόρασε. Πέρασαν μήνες ολάκαιροι, χωρίς να καταλάβει την κλίσι του αναγνώστηּ ή, κι αν την κατάλαβε, καμώνουνταν την ανίδεη και ξακολουθούσε να του μιλεί με όλη την ελευθερία, το θάρρος και την αφέλεια. Και φυσικά, είχαν μεταξύ τους μεγάλη σχέσι και οικειότητα, γιατί πολλές ώρες, κάθε μέρα, ο Άνθιμος τις περνούσε στην εκκλησιά, στο κελλί ή στον κήπο της εκκλησιάς, βοηθώντας τον παπά – Ζήσιμο σε όλα – ακόμα και στο πότισμα των λουλουδιών, – ή απλώς φλυαρώντας με την αγαθή οικογένεια και με τους φίλους της.

            Η Σουζάννα τον θεωρούσε έτσι σαν αδελφό. Άνδρας με ράσα, – το είπαμε, – δεν της έκαμε την εντύπωσι ανδρός. Ποτέ δεν θα μπορούσε να τον αγαπήσει. Θα της φαινότανε μάλιστα κι αστείο. Γι΄ αυτό, δυο – τρεις φορές που ριψοκινδύνευσε ο Άνθιμος να της πει κάτι διφορούμενα, η Σουζάννα γέλασε με την καρδιά της. Μα ο γιος του Χρυσομάλλη δεν ήταν από κείνους που απελπίζουνται γρήγορα.

            «Μπα, συλλογίσθηκε, θα την καταφέρω».

***

            Κι όμως πέρασε ο πρώτος χρόνος, άρχισε ο δεύτερος, και δεν την είχε «καταφέρει» ακόμα. Ούτε ίσως θα την κατάφερνε ποτέ στον αιώνα τον άπαντα, αν δεν του συνέβαινε κάποιο «δυστύχημα». Ο Αμπάτες έκλεισε τα εικοσιένα και κληρώθηκε να πάει στρατιώτης!

            Στην αρχή, λογάριαζε πώς θα το αποφύγει, γιατί ως τότε, όλων των ειδών και βαθμών οι ρασοφόροι ήταν εξαιρεμένοι. Επειδή όμως εκείνο το χρόνο ήταν γενική επιστράτευσι και, για να γλυτώσουν μερικοί τα βάσανα, άφηναν τα μαλλιά τους και τυλίγουνταν προσωρινώς σ΄ ένα ράσο αναγνώστη, χωρίς να ‘χουν κανένα σκοπό να γίνουν και παπάδες, η Κυβέρνησι αποφάσισε να φανή αμείλικτη. Δεν εξαιρούνται, είπε, παρά οι χειροτονημένοι, από διάκο κι απάνουּ οι άλλοι όλοι είναι υπόχρεοι.

            Ο γέρο – Χρυσομάλλης έτρεξε στο Δεσπότη, στο Δήμαρχο, στο βουλευτή τουּ του υποσχέθηκαν όλοι να ενεργήσουν, μα δεν έκαμαν τίποτα. Κι ο παπά – Ζήσιμος εχάλασε τον κόσμο. Είχε μάλιστα την αφέλεια να πιστεύει, πως άμα ορκίζουνταν αυτός «στην τιμή του σαν ιερέας», πως ο υποτακτικός του δεν ήταν «από τους ψεύτικους», θα του τον άφηναν. Αλλά ποιος ν΄ ακούσει! Και την ίδια μέρα που παρουσιάστηκε στο Συμβούλιο ο Άνθιμος, τον κράτησαν, τούκοψαν τα μαλλιά, του πέταξαν τα ράσα και του φόρεσαν τη στολήּ θα τον εγύμναζαν, μαζί με τους νεοσύλλεκτους, στον τόπο κι από κει, αν ήταν ανάγκη, θα τον έστελναν στα σύνορα.

            Ο παπά – Ζήσιμος είχε γίνει σκυλί.

            « – Μ΄ αυτό είναι άνω ποταμών! εφώναζε. Αυτούς, τους στρατιώτες του Χριστού, δεν έπρεπε να τους παίρνουνε! Τι θα γίνει λοιπόν το δικό μας στράτευμα; Θα μείνουμε, παναπεί, μοναχοί μας, οι αξιωματικοί; Ορίστε τώρα εγώּ χάνω τον καλύτερό μου βοηθό, το δεξί μου χέρι! Πώς θα πορευθεί τόσον καιρό η Εκκλησία μου χωρίς Άνθιμο; Και καλά αν δεν γίνει πόλεμος. Αμή αν γίνει και μου τον στείλουνε τον καψερό στα σύνορα;… Ά, μπα! μπα! δεν έπρεπε να παίρνουν και τους στρατιώτες του Χριστού!…»

            Αυτά ο παπά – Ζήσιμος τα φώναζε στον κήπο, – για εκατοστή φορά – το δειλινό της ίδιας ημέρας που παρουσιάστηκε ο Άνθιμος, εις επήκοον της παπαδιάς, της Σουζάννας, του Γιάννη του καμπανάρου και του φίλου του του Γερόλυμου, που είχε περάσει να τον πάρει, να πάνε περίπατο. Όλοι ήταν καταστενοχωρεμένοι για τη «συφορά», κι άφωνοι επιδοκίμαζαν με κουνήματα του κεφαλιού και με μορφασμούς τα πικρά λόγια του παπά. Άξαφνα, από την κουζίνα του κελλιού, που έβγαζε στον κήπο, ακούστηκε μια γλυκιά φωνή να τραγουδεί, μ΄ αστείο ύφος, πολεμόχαρο τάχα κι αρειμάνιο, το τραγούδι της μόδας, στον ήχο της περίφημης τότε ιταλικής «μάρτσια Μασσάβα» :

Στα σύ – νορά! στα σύ – νορά!
Εκεί που ει ει ει στα δύο
Εκό – ψαν το ανδρείο – ο
Της Μάννας μας κόρ – μί!

Και με το «κορ – μί!» πετιέται έξω με ορμή και στοπ! στέκεται εις προσοχή, χαιρετώντας στρατιωτικά, ένας χαριτωμένος φανταράκος. Ήταν ο Άνθιμος.

            «Μπα!… τάβαλε κιόλα;!»

            Σηκώθηκαν, έτρεξαν, τον περιστοίχισαν, τον κοίταξαν από κοντά… κι έμειναν καταγοητευμένοι. Η εμφάνισι αυτή τους έκαμε για μια στιγμή να τα ξεχάσουν όλα. Μα τι ωραίος, αλήθεια, τι ωραίος! Ποτέ δεν φαντάζουνταν πώς από έναν αναγνώστη θα ‘βγαινε τέτοιος στρατιώτης. Σίγουρα ήταν πιο καλός για στρατιώτης του Βασιλιά παρά για στρατιώτης του Χριστού! Τι κορμί, τι μεσούλα, τι λεβεντιά, τι ασικλίκι! Κ΄ η στολή έτυχε να του πηγαίνει καλά, και το μουτράκι του, χωρίς γένια και χωρίς μαλλιά, με το πηλίκιο στραβά φορεμένο, φάνταζε πολύ πιο όμορφο. Α, μα ήταν μια χαρά, μια τζόγια. Κι ο παπάς τον εκαμάρωσε, κι η παπαδιά τον έφτυσε να μη βασκαθεί, κι ο Γιάννης ο καμπανάρος άνοιξε το στόμα του τόσο, κι ο Γερόλυμος, ο φίλος, έβγαλε γελαστός την ταμπακιέρα του και πήρε μια καλή πρέζα ταμπάκο, για να διπλασιάση την ευχαρίστησι.

            Άμ΄ η Σουζάννα; τι έκαμε η Σουζάννα;

            Απλούστατα, αυτή τον αγάπησε.

            Μάλιστα. Από τη στιγμή εκείνη, οι ιδέες της όμορφης παπαδοπούλας έκαμαν κουτρουβάλα. Ο Άνθιμος με τα στρατιωτικά ήταν γι΄ αυτή μια αποκάλυψι. Τον είχε ως τώρα για ένα πλάσμα ουδέτερο, αλλόκοτο, μισό γυναίκα και μισό γέρο, – γιατί το ράσο, γι΄ αυτή, του ‘κρυβε ακόμα και τα νιάτα, – κι έξαφνα τον έβλεπε άντρα σωστό, λεβέντη, παλικάρι. Ποτέ δε φαντάζουνταν – κι ούτε ήθελε πρώτα να το φαντασθεί, – πώς κάτω από το μαύρο εκείνο βελέσι, μπορούσε να κρύβεται ένα τέτοιο ωραίο αντρίκειο κορμί. Και να το τώρα! Μα το Θεό, κανένας από τους υπαξιωματικούς, που έβλεπε στον αντικρινό στρατώνα της Χωροφυλακής, δεν ήταν πιο άνδρας από τον Άνθιμο. Απορούσε κι η ίδια πώς δεν το μάντεψε ως τώρα.

            Έ, από την αποκαλυπτική εκείνη ημέρα, στα διφορούμενα του φανταράκου τώρα, ίσως εξ αιτίας της στολής, η μικρή Σουζάννα αποκρινότανε με τα ίδια… Δε θεωρούσε πια τον Άνθιμο σαν αδελφό… Τα λόγια της και πολύ περισσότερο ο τρόπος της κι οι ματιές της, του ‘διναν μεγάλες ελπίδες… Και τόση ήταν γι΄ αυτό η χαρά του, ώστε η περιπέτεια του «στρατιωτικού», το «δυστύχημά» του, δεν του ‘κανε πια εντύπωσι.

            – Δε βαριέσαι! έλεγε στον πατέρα του που το φυσούσε και δεν εκρύωνεּ της τύχης μας ήταν να το υποστούμε κι αυτό. Μπόρα είναι και θα περάσει.

            Φαιδρότατος πάντα, με το τραγούδι στο στόμα, γύριζε από τα γυμνάσια στον Άη – Γιάννη. Ακούραστος βοηθούσε τον παπά – Ζήσιμο σ΄ όλα, σαν πρώτα, και τις Κυριακές βρισκότανε στο στασίδι του, μ΄ όλη την στολή του, κ΄ έψελνε σαν πρώτα και καλύτερα… Ήταν, αλήθεια, λιγάκι αστείο να βλέπεις στο στασίδι του ψάλτη ένα φαντάρο, που τον ήξερες μάλιστα ως χθες αναγνώστη. Αλλά κανένας ενορίτης δε συλλογίστηκε να γελάσει γι΄ αυτό. Όλοι συμπαθούσαν τόσο πολύ τη φωνή του Άνθιμου και τον ίδιο ώστε η «περιπέτειά» του τους επίκραινε κι εκείνους όσο σχεδόν και τον παπά. Κι έτσι εύρισκε την ευκαιρία και την ικανοποίησι, ο παπά – Ζήσιμος, – άλλος πάλι που το φυσούσε και δεν εκρύωνε, – να κάνει τα παράπονά του την ώρα που μοίραζε το αντίδωρο :

            – Μα δεν έπρεπε, οι ευλογημένοι, να παίρνουν και τους στρατιώτες του Χριστού! Και καλά αν ησυχάσουν τα πράματαּ αμή αν γίνει πόλεμος και μου τον στείλουνε στα σύνορα;

            Κι απ΄ όλους πια άκουγε, πως είχε το μεγαλύτερο δίκιο του κόσμου.

***

            Ευτυχώς που οι φόβοι του παπά – Ζήσιμου βγήκαν μάταιοι. Πόλεμος δεν έγινε ΄κείνη τη φορά κι ο Άνθιμος, αφού έκαμε τους τρεις του μήνες στον τόπο, απολύθηκε μαζί με τους άλλους. Έτσι ξαναφόρεσε τα ράσα κι άφησε τα μαλλιά του να μακρύνουν. Στρατιώτης πάλι του Χριστού.

            Τι; μήπως είχε καμιά απογοήτευσι τώρα η Σουζάννα, που τον ωραίο της φανταράκο τον ξανάβλεπε αναγνώστη; Όχι, μη φοβάσθε! Πάει πια, τα μάγια είχαν λυθεί… τον είχε αγαπήσει. Όχι με ράσα, μα και με τρίχινο σάκο ασκητή, μα και με κουρέλια ζητιάνου να τον έβλεπε, ω, τώρα θα της άρεσε το ίδιο. Είχε φθάσει στο σημείο που δε λογαριάζει κανένας τ΄ απέξω του ανθρώπου, παρά τ΄ απομέσαּ όχι τα ρούχα, ούτε καν το σώμα, παρά την ίδια την ψυχή… Άργησε να φθάσει η Σουζάννα, μα έφθασε. Κι ο Άνθιμος μπορούσε να είναι τώρα ευτυχής και ήσυχος, πως τον αγαπούσε με τα σωστά της.

            Τότε νόμισε πως ήλθε ο καιρός «για να γίνει», το είπε του πατέρα του, κι ο γέρο – Χρυσομάλλης, συμφωνότατος, το είπε του Γερόλυμου και τον παρακάλεσε να κάμει με τρόπο την πρότασι στο κελλί.

            – Ά, μπα! μακρύα από ράσο! είπε ο παπά – Ζήσιμος ευθύς.

                – Ά, μπά! μακρύα από ράσο! είπε κι η παπαδιά. Πάλι… ξέρω κ΄ εγώ; να ιδούμε τι λέει κι η Σουζάννα.

            Αλλά φαντασθήτε την έκπληξί τους, όταν άκουσαν της Σουζάννα να λέει εκείνο το θαυμάσιο :

            – Η μάννα μου δεν είναι παπαδία; Έ, κι εγώ παπαδία θα γένω.

            Μωρή καλή, - μωρή κακή!;… Τίποτα! Το τριανταφυλλένιο πεισματάκι της ξανθής Σουζάννας, της μονάκριβης, δεν ήξερε άλλη απάντησι απ΄ αυτή.

            …Ήταν κάποιες ιδέες που περίζωναν σαν τείχος την οικογένεια του παπά – Ζήσιμου του Κλοντηρά. Έ, στο τείχος αυτό ο Έρως έκαμεν ένα ρήγμα. Ήταν πολύ αρκετό για να περάσει απ΄ εκεί ο Άνθιμος, μ΄ όλα του τα ράσα, και να μπει κατακτητής στην οικογένεια. Η Σουζάννα θα τον βοηθούσε, θα τον τραβούσε μέσα μ΄ όλη της τη δύναμη.

            Κι έτσι έγινε, όπως δα γίνεται πάντα, άμα θέλει η νύφη κι ο γαμπρός : Η αντίστασι του γέρου κατανικήθηκεּ κι έξη μήνες ύστερ΄ από την άφεσί του, ο Άνθιμος ο αναγνώστης αρραβωνιάστηκε τη Σουζάννα του παπά. Όλοι το βρήκαν «φυσικότατο». Εμείς όμως ξέρουμε τώρα, πως το φυσικότατο αυτό δεν θα γινότανε ποτέ, αν ο «στρατιώτης του Χριστού» δεν τύχαινε να γίνει για λίγο και «στρατιώτης του Βασιλιά». Δεν είναι παράξενα τα φυσικά της ζωής;

               
Αθήναι, 1913
Γρηγόριος Ξενόπουλος

«Ημερολόγιον Σκόκου»
Τόμος 29 (1914), σελίδες 223-233  


Διαδίκτυο:http://www.sarantakos.com

ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ - ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΠΑΡΘΕΝΗ (Διήγημα)



Ο Παπα-Παρθένης, όπως έλεγαν οι κακές γλώσσες, ήξερε περισσότερα πράματα για τη βασιλεία του κόσμου τούτου, παρά για τη βασιλεία των Ουρανών. Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελε και να πολυξετάζει τα μυστήρια του Θεού. «Τα κρίματα του Κυρίου άβυσσος», έλεγε συχνά, όταν τον ενοχλούσαν οι πιστοί. Έπειτα ήτανε και άνθρωπος ψυχοπονιάρης, ήξερε πως οι νόμοι της Χριστιανοσύνης ήτανε σκληροί και όταν διάβαζε το «Πη­δάλιο», τον πονούσε η ψυχή του. «Βαριά η καλογερική», έλεγε κάποτε στους δικούς του, «μα κι ο λαϊκός, βρε παιδιά, σα θέλει να ζήσει με το Νόμο του Θεού, πρέπει να τυραννισθεί σ’ αυτόν τον κόσμο». Ποιος είν’ αυτός που ζει σήμερα με το Νόμο του Θεού; Κανένας. Όλοι μας, για «το πυρ το εξώτερον» είμαστε παπάδες και λαϊκοί, όλοι πέρα πέρα. Έτσι του είχε περάσει η ιδέα πως η σωτηρία του ανθρώπου ήτανε αδύνατη. Μα γι’ αυτό ίσα ίσα δεν του βαστούσε η καρδιά του να κακοκαρδίζει τους Χριστιανούς. Όταν έβλεπε τις γριούλες και τους γέρους στην εκκλησιά, από τον όρθρο, να σέρνουν τ’ αδύνατα κορμιά τους, να σπάζουν τα γέρικα γόνατά τους στις μετάνοιες, να λιώνουν στα πόδια για την αγάπη του Θεού και συλλογιζότανε, πως μ’ όλες τις κακοπάθειες, μ’ όλες τις νηστείες, μ’ όλα τα βάσανα, πάλι δε φύλαγαν τον νόμο του Θεού, όπως θέλουν τα Βιβλία, πάλι δύσκολα θα ’βρισκαν έλεος στη φοβερή ημέρα της Κρίσεως και οστά». Μπορεί άνθρωπος να ζήσει και να μη καταλαλήσει, να μη ζηλέψει, να μην αδικήσει τον πλησίον του, χωρίς να το θέλει καμιά φορά, να μη προδώσει, να μη βαρυγκωμήσει για την τύχη του, να μην «επιθυμήσει το πονηρόν» καμιά φορά σαν άνθρωπος, και μ’ όλα του τα γεράματα; Φοβερές αμαρ­τίες, συνέργειες του Σατανά, έργα του Πονηρού είναι όλη μας η ζωή. Τι να σου κάνουν οι νηστείες; «Ου τα εισερχόμενα, αλλά τα εξερχόμενα», λέει το χαρτί. Τι να σου κάνουν οι προσ­ευχές; «Ουχί ο κράζων μοι: Κύριε! Κύριε! εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των Ουρανών», είπε ο Χριστός. Ο φτωχός ζηλοφθονεί το ξένο καλό. Πώς θέλεις να κρατήσει τον Δεκάλογο; Ουκ επιθυμήσεις...» Ο πλούσιος είναι πλούσιος. «Ευκοπώτερόν εστι κάμηλον διελθείν δια τριμαλιάς βελόνης ή πλούσιον εισελθείν εις την βασιλείαν των Ουρανών». Όσο για τους νέους, αλλοίμονο και τρις αλλοίμονο! Ο Σατανάς τους έχει δεμένους χειροπόδαρα. «Σκεύη του Σατανά». Ασωτείες, παραλυσίες, μοι­χείες, όλα τα κάνουν. Ύστερα έρχονται κι ανάβουν ένα κερί στην εκκλησιά. Καλύτερα να μην τ’ άναβαν κι αυτό. Κι αυτός ακόμα — μήπως ήθελε να κρυφθεί; — ήτανε άξιος να φέρνει το σχήμα;...
— Ήμουνα άξιος εγώ να παρουσιάζομαι στο Θυσιαστήριο του Θεού; Ας όψονται αυτοί που με παρακίνησαν, έλεγε στους δικούς του, στην παπαδιά, σε κάτι ανιψίδια του. Τι να κάνεις; «Και παπάς έγινες, Κώστα; Έτσι το ’φερε η κατάρα». Να τρώμε τις προσφορές των χριστιανών και να ντροπιάζομε την ιεροσύνη.
— Πες μου τον καλύτερο! του είπε μια μέρα η παπαδιά. Όλο τον κατακλυσμό φέρνεις...
— Αυτά είναι τα σωστά, παπαδιά, είπε ο Παπα-Παρθένης. Σα θέλομε να γελούμε τον εαυτό μας αλλάζει το πράμα.
Η παπαδιά δεν πολυχώνευε αυτές τις κουβέντες. Εκείνο που την έσκαζε ήτανε πως ο παπάς με τον κόσμο όλα τα ’βρισκε μέλι γάλα, μονάχα στο σπίτι του έφερνε τον κατακλυσμό.
— Σαν είναι σωστά, του είπε με θυμό, να τα λες στους Χριστιανούς. Να τους ανοίξεις τα μάτια. Να τους βάλεις «κάνονα». Ποιος ήλθε να ξαγορευθεί σε σένα και δεν τον άφησες να κοινωνήσει; Το ’χει να το κάμει ο κόσμος. Άνθρωποι που δεν κοινώνησαν εδώ και δεκαπέντε χρόνια, περίμεναν να γίνεις παπάς εσύ για να κοινωνήσουν. Βαφτίζεις και μυρώνεις. Φόρα το πετραχήλι, την ευχή κι έχει ο Θεός. Όλες οι φκιασιδούδες, όλες οι πεταλούδες απ’ το κελί σου περνούνε. Ο κόσμος σου ψάλλει όσα σέρνει η σκούπα. Σύρε να τ’ ακούσεις!
— Έχει και το δίκιο της η παπαδιά, είπε ο Παπα-Παρ­θένης στο ανιψίδι του, ένα ορφανό της αδελφής του, που το ’χε συμμαζέψει στο σπίτι του. Έχει και το δίκιο της. Μα τι να κάνεις, βρε παιδί; Τον πονεί τον κόσμο η καρδιά μου. Δεν μπορώ να κακοκαρδίσω άνθρωπο. Όλοι αμαρτωλοί είμαστε. Ο Θεός είναι μεγάλος. Κανένα δε θ’ αφήσει να χαθεί. Παιδιά του είμαστε όλοι. Μα πρέπει να λέμε και το σωστό, εδώ αναμε­ταξύ μας, που είμαστε, την αλήθεια του Θεού πρέπει να τη λέμε. Κι ας θυμώνει η παπαδιά...
Ήτανε απάνω στο τραπέζι. Ο παπάς τραβούσε κι από μία. Του βαστούσε το ίσο και το ανιψίδι. Μόνο η παπαδιά δεν έπινε.
— Αν έπινες και καμιά, κυρά-παπαδιά, θα ’σουνε καλύ­τερη, είπε σε λίγο, κλείνοντας το μάτι στο ανιψίδι. Απ’ το νερό έγινες σα βατράχι. Πιες ένα δαχτυλάκι, να μη ζωντανέψει ο αστακός μέσα σου.
Ο παπάς είχε μαγειρέψει μοναχός του ένα πιλάφι με αστακοουρές, σα Μεγάλη Σαρακοστή που ήτανε. Το πιλάφι του παπά ήτανε ονομαστό σ’ όλο το νησί, κανένας δεν το ’φκιανε και «ο φαγών μεμαρτύρηκε».
— Τράβα μία, το καλό που σου θέλω, ξαναείπε, και της έβαλε στο ποτήρι της.
Η παπαδιά έσπρωξε το ποτήρι θυμωμένη:
— Να το πάρεις το κρασί σου στο κελί, να κερνάς τις προ­κομμένες που ξαγορεύεις. Κάλλιο να τους δίνεις να πίνουν με την κανάτα, παρά με το Δισκοπότηρο. Να μην κολάζεσαι κιόλα.
Ο Παπα-Παρθένης μαζεύτηκε. Όταν έπαιρνε έτσι το Χερουβικό η παπαδιά, καλά ξεμπερδέματα. Την βαστούσε ο Πειρασμός μια βδομάδα. Τα είχε ξεσκολίσει αυτά ο παπάς, μα ήθελε πάλι να τη δοκιμάσει. Άπλωσε το χέρι του να την χαϊδέψει στο μάγουλο...
Η παπαδιά έγινε κόκκινη σαν τον αστακό απ’ το θυμό της. Καθώς ήτανε παχιά κι αιματώδισσα, θαρρούσες πως θα σκάσει.
— Κάτω τα ξερά σου. Έχεις και λειτουργία αύριο, γέρο κολασμένε!
— Ο Θεός είναι μεγάλος, παπαδιά. Άλλες είναι οι αμαρ­τίες. Η αγάπη δεν είναι κρίμα. Την έδωκε ο Θεός.
Η παπαδιά έβραζε μέσα της. Τράβηξε το σκαμνί της και γύρισε απ’ την άλλη μεριά.
— Έγινε βαπόρι η παπαδιά, είπε ο παπάς στο ανιψίδι του. Μα κι εγώ έκανα καπετάνιος. Ξέρω και κυβερνώ βαπόρια, τέτοια και μεγαλύτερα.
Η παπαδιά δε σήκωνε από αστεία. Τινάχθηκε απάνω, πέ­ταξε με ορμή το μαχαίρι και το μήλο που καθάριζε κι έφυγε στην άλλη κάμαρη.
Ο παπάς έβαλε το δάχτυλο στο στόμα:
— Τσιμουδιά, είπε στο ανιψίδι του. Μπόρα είναι και θα περάσει.

Με την ώρα άνοιξε κι η πόρτα και μπήκε ο Θανάσης ο Μελαχρινός, ο δεξιός ψάλτης του Ευαγγελισμού, ένας ψηλός, ξερακιανός, μισοκαιρίτης, του Θεού άνθρωπος, καλόφωνος όσο γίνεται και τεχνίτης, που ερχότανε και συντρόφευε κάποτε τα βράδια τον παπά, κουτσοπίνοντας μαζί του ως τα μεσάνυχτα.
Η παπαδιά δεν τον πολυχώνευε κι όταν τον άκουγε ν’ ανεβαίνει τις σκάλες, μουρμούριζε πάντα, μπροστά του και πίσω του. Δεν της άρεσαν πολύ αυτά τα ξενύχτια του παπά.
— Ξέρεις τι άνθρωπος είν’ αυτός; της έλεγε ο παπάς. Αγιορείτης, άγιος άνθρωπος. Είκοσι χρόνια πάνε, που τον γνώρισα στη μονή του Βατοπεδίου, σαν πέρασα αποκεί με το μπάρκο. Του Θεού άνθρωπος.
Ο Θανάσης ο Μελαχρινός καλησπέρισε, φέρνοντας το χέρι στο στήθος, με το παντοτινό του χαμόγελο.
— Την ευχή σου, δέσποτα.
— Ευλογημένος να είσαι.
— Και πού είναι—καλή ώρα να ’χει—η κυρά παπαδιά; Δεν θα την ιδούμε απόψε;
Από μέσα του ήτανε ευχαριστημένος για την απουσία της παπαδιάς και κάποια ευχαρίστηση φαινότανε ζωγραφισμένη στο στεγνό πρόσωπο του, που θα ’μενε μόνος με το φίλο του. Η παπαδιά τους χαλούσε πάντα τη συζήτηση, με την γκρίνια της, έβαζε παντού το λόγο της, τους έβγαζε ξινό το λίγο κρασάκι, που τραβούσαν με την ησυχία τους και λυπότανε το λάδι που καιότανε στο λυχνάρι.
Ο Παπα-Παρθένης έκλεισε το δεξί του μάτι στο φίλο του, έκαμε μία χειρονομία τινάζοντας το ράσο του και ύστερα είπε σοβαρά:
— Την έπιασε πάλι το κεφάλι της, την ευλογημένη. Υπο­φέρει πολύ, η δυστυχισμένη, πάει να πλαγιάσει...
Ο Θανάσης ο Μελαχρινός αποκρίθηκε στον ίδιο τόνο:
— Λυπάμαι πολύ, περαστικά της να δώσει ο Θεός. Χά­σαμε την καλή της τη συντροφιά.
Και στρώθηκε στο τραπέζι. Το ανιψίδι του ’βαλε ένα ποτήρι μπροστά του. Ο Παπα-Παρθένης του το γέμισε, προσφέρον­τάς του μια φέτα μήλο, με την άκρη του μαχαιριού. Σήκωσαν τα ποτήρια τους και τα ’φεραν στα χείλια μ’ ένα σιγαλό χαιρετι­σμό, χωρίς να τσουγκρίσουν τα ποτήρια. Όλ’ αυτά έγιναν με μια ησυχία μοναδική, χωρίς ήχον ή λόγο. Ο Κυρ-Θανάσης ήξερε τα συστήματα της παπαδιάς, όσο κι ο ίδιος ο παπάς, ετράβηξε σιγά σιγά και ρουφηχτά το κρασάκι του, σηκώνοντας τα μάτια προς τον ουρανό, σαν τα πουλάκια που σηκώνουν το λαιμό τους να ευχαριστήσουν το Θεό, για το νεράκι που τους χαρίζει. Ύστερα ακούμπησαν με ησυχία τα ποτήρια τους απάνω στο τραπέζι. Η παπαδιά αναστέναξε από το διπλανό δωμάτιο.
— Υποφέρει η ευλογημένη, είπε ο Κυρ-Θανάσης. Και αλλάζοντας φωνή, ξαναείπε στον Παπα-Παρθένη:
— Δεν τελειώσαμε, παπά μου, τη χθεσινή συζήτηση. Την αφήσαμε στη μέση. Όλη τη νύχτα αυτή τη συλλογή είχα και δε μ’ άφησε να κοιμηθώ. «Τα κρίματα του Κυρίου άβυσσος»...
— Δε βρίσκεις άκρη, ευλογημένε, είπε ο Παπα-Παρθένης ξαναγεμίζοντας τα ποτήρια.
— Έχεις λοιπόν την ιδέα, Πάτερ-Παρθένιε, πώς θα βρουν έλεος στην ημέρα της Κρίσεως, όσοι δεν έλαβαν το άγιον βά­πτισμα της Ορθοδοξίας; Έμενα δεν το χωρεί το κεφάλι μου. Η προπατορική αμαρτία «αποπλύνεται διά του βαπτίσματος». Έτσι μας λένε τα χαρτιά.
Ο Παπα-Παρθένης αναστέναξε.
— Πώς το θέλεις, ευλογημένε; Είναι πάλι δίκιο να χαθούν τόσοι άνθρωποι, που δεν εγνώρισαν την Αλήθεια; Εκατομμύ­ρια λαός. Να μη βρει έλεος κανένας; Τόσοι καλοί άνθρωποι, ενάρετοι, ελεήμονες, θρήσκοι, που δεν έβλαψαν τον πλησίον τους, πλάσματα του Θεού κι αυτά σαν κι εμάς; Εγώ γύρισα Φραγκιά και Ανατολή, γνώρισα λογής λογής ανθρώπους, Φράγ­κους, Λουθηρανούς, Σχισματικούς. Είδα χρυσούς ανθρώπους. Και Τούρκους ακόμα, Τούρκους μάλαμα, αγίους ανθρώπους, καλύτερους από μερικούς δικούς μας. Εκατομμύρια κόσμος.
— Λες λοιπόν, Πάτερ-Παρθένιε, να βρουν έλεος όλοι αυτοί;
— Τι να σου πω κι εγώ, ευλογημένε; Ο Θεός είναι μεγά­λος, πολυεύσπλαχνος. Κοιτάζει την καρδιά του ανθρώπου. Δεν το είπε και ο Απόστολος: «Ουκ ένι Έλλην ή Ιουδαίος, ελεύ­θερος ή δούλος, αλλά τα πάντα και εν πάσι Χριστός».
Ο Κυρ-Θανάσης είχε αρχίσει να πείθεται απ’ τη ρητορική και την καλοσύνη του παπά. Είχαν αδειάσει σιγαλά και το δεύτερο ποτήρι, κάποια καλοσύνη πλημμυρούσε τις ψυχές τους και είχαν διάθεση ν’ ανοίξουν τις πόρτες του Παραδείσου και να βάλουν όλο τον κόσμο μέσα.
— Ο Θεός είναι μεγάλος, είπαν κι οι δύο μ’ ένα στόμα.
— Δεν πίνεις και κανένα κρασάκι, ευλογημένε, ξαναείπε δυνατά ο Παπα-Παρθένης. Στέγνωσε το λαρύγγι μας. Κα! «οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου», είπε ο Προφητάναξ.
— Ευχαριστώ, Πάτερ. Δεν το ’χω πολλή διάθεση.
— Πάρε, ευλογημένε, δε θα σε πειράξει. Τσούγκρισαν δυνατά τα ποτήρια.
— Υγεία και καλή ψυχή! Περαστικά της παπαδιάς.
— Ευχαριστώ. Να δώσει ο Θεός.
Με την ομιλία των αβαπτίστων, ο λόγος έπεσε στη Φραγκιά.
Ο Παπα-ΓΙαρθένης άρχισε να λέει για τις ταυρομαχίες, που είχε ιδεί μια φορά στη Βαρκελώνα.
— Να ιδείς, το αίμα, που λες, να τρέχει ποτάμι. Άντερα να χύνονται στο χώμα, σαν τίποτε. Και να βλέπεις τις Σπανιό­λες, να χτυπάνε τα χέρια τους, να κάνουν σαν τρελές. Εβίβα, Κυρ-Θανάση, παιδί μου!
— Εβίβα, Πάτερ. Βάρβαρα πράματα.
Οι δύο φίλοι ήσαν ζωηροί, ευχαριστημένοι για τη σωτηρία των αβαπτίστων.
Άξαφνα, σαν να ’πεσε αστροπελέκι απάνω τους, βουβάθηκαν.
Η φωνή της παπαδιάς ακούστηκε απ’ το διπλανό δωμάτιο:
— Από τέτοια, ρώτα τον όσο θέλεις· τα ξέρει απόξω. Μόνο για τη βασιλεία του Ουρανού, μην τον ρωτάς!
— Η ευλογημένη, με πειράζει πάντα! είπε ο παπάς κατσουφιασμένος.
Ο Κυρ-Θανάσης δεν είπε λέξη. Έκλεισε το δεξί του μάτι και σηκώθηκε.
— Ώρα είναι, Πάτερ, να σ’ αφήσω ν’ αναπαυθείς. Είναι κι η παπαδιά ανήμπορη και την ανησυχούμε με τις κουβέντες. Καλό ξημέρωμά σας, περαστικά σας, η ευχή σας.
— Καληνύχτα, παιδί μου Θανάση. Να μη μας ξεχνάς.
Τον έφερε ως τη θύρα. Ο καιρός είχε χαλάσει. Άρχισε να ψιχαλίζει. Μια σιγανή ανοιξιάτικη βροχή. Από το περιβόλι μια μυρουδιά από λουλούδια και βρεμένο χώμα χύθηκε στο σπίτι, μια μυρωδιά που άνοιγε την καρδιά. Ο Κυρ-Θανάσης άνοιξε την ομβρέλα του.
— Φουσκοδεντριές, παπά μου.
Και κατέβηκε σιγά-σιγά τις σκάλες.

Ο Παπα-Παρθένης έμεινε στην ανοικτή πόρτα, σα ξεχα­σμένος, κοιτάζοντας στο υγρό σκοτάδι, με μια βαθιά μελαγ­χολία. Η μυρωδιά του βρεμένου χώματος, το σιγαλό και μονό­τονο χτύπημα της βροχής απάνω στα κεραμίδια και το σβησμένο βουητό της θαλάσσης, που δαρμένη απ’ τη φουσκοθαλασσιά της νοτιάς αναστέναζε ακόμα απ’ το μακρινό περιγιάλι, τον μεθούσαν σα γλυκό κρασί. Γύρισε και κοίταξε το μαύρο του ράσο, τα μακριά του γένια, το πλατύ μεταξωτό ζωνάρι του και του φάνηκε πως έβλεπ’ έναν άλλο άνθρωπο, ξένο, κολλημένο με τον εαυτό του, από διαβολική συνέργεια. Μια βαριά στενο­χώρια του πλάκωσε την καρδιά του, το μαύρο εκείνο ρούχο τον έπνιγε, ένας φόβος παράξενος τον έπιασε, έκλεισε την πόρτα, συμμάζωξε νευρικά το κομπολόγι μες τη φούχτα του και γύρισε μέσα στην κάμαρη. Κάθισε πάλι μπροστά στο τραπέζι, μπροστά στ’ άδεια ποτήρια και άνοιξε ένα Ψαλτήρι, που βρέθηκε μπροστά του. Κάποιους συλλογισμούς ήθελε να διώξει απ’ το κεφάλι του, κάτι ζητούσε, χωρίς να ξέρει κι ο ίδιος τι ζητά. Πέρασε τα γυαλιά απ’ τ’ αυτιά, ξεφυτίλισε το λύχνο, που τρεμόσβηνε μ’ ένα άσχημο καπνό, κι άρχισε να διαβάζει στο πρώτο φύλλο που άνοιξε: «Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου...» Γύρισε άλλο φύλλο: «Διδάξω ανόμους τας οδούς σου και ασε­βείς επί σε επιστρέψουσι...» Δεν μπορούσε να προχωρήσει· ο νους του έφευγε από το βιβλίο, η καρδιά του ήτανε βαριά, ανάριες σταλαγματιές βροχής χτυπούσαν, πού και πού, απάνω στα τζάμια, που γύριζαν το μυαλό του, σαν να του κανοναρχούσαν άλλα λόγια, παράξενα. Γύρισε πάλι μερικά φύλλα: «Και ήμην, ως στρουθίον επί δώματι και ως νυκτικόραξ εν οικοπέδω...» Άρπαζε δυο λόγια, μα δεν μπορούσε να πάει παρακάτω. Γύριζε και κοίταζε κάθε λίγο στο παράθυρο. Οι σταλαγματιές της βρο­χής του φαινότανε πως ήταν κάποιο χέρι που του χτυπούσε το παράθυρο και δεν τον άφηνε να διαβάσει. «... Ζώα μικρά μετά μεγάλων, εκεί πλοία διαπορεύονται...» Έκλεισε το βιβλίο και το πέταξε στο τραπέζι μαζί με τα γυαλιά του, ακούμπησε το κε­φάλι στο χέρι του κι έκλεισε τα μάτια του.
Πώς του ήρθε να γίνει παπάς; Ούτ’ αυτός δεν το καταλά­βαινε. Ό,τι φέρνει η ώρα δεν το φέρνει ο χρόνος. Ναυτικός άνθρωπος, γεμιτζής τόσα χρόνια, μαθημένος στο πέλαγο, στην απλοχωριά, ψημένος στις φουρτούνες, στενόκαρδος πάντα στη στεριά και στα βάσανα του κόσμου, τι την ήθελε την ιεροσύνη; Να παλεύει με τη δυστυχία του κόσμου, να ζει με τα βάσανα της κακομοιριάς, να παραστέκεται στις συμφορές των ανθρώ­πων, να βλέπει την Κόλαση μπροστά του μέρα και νύχτα, στη ζωή και στο θάνατο. Και να ’χει και την κακολογιά του κόσμου, να ’χει και την κακολογιά της ίδιας της γυναίκας του. Να μην ξέρει ο ίδιος πώς να πιαστεί και πού να βρει άκρη. Να πάει με τον Κανόνα της εκκλησίας, να σφίξει την καρδιά του, να πει σε κληρικούς και λαϊκούς τη φοβερή αλήθεια, να τους πει πως δεν βρίσκουν έλεος και σωτηρία, να τους βάλει επιτίμια, νηστείες, μετάνοιες, να τους στερήσει την Αγία Μετάδοση, τα ήξερε καλύ­τερα από κάθε άλλον. Μα η καρδιά του δε βαστούσε. Ποιος είναι αναμάρτητος; «Ουκ έστιν άνθρωπος, ος ζήσεται και ουχ αμαρτήσει». Καλύτερα να ’παιρνε αυτός την αμαρτία «πάνω του... Ν’ ακολουθήσει πάλι το παράδειγμα του Χρι­στού, να συχωρέσει τους αμαρτωλούς, τις κακές γυναίκες, τους παραστρατημένους, τη σάρκα την αδύνατη; Αυτό έκανε. Αυτό του έλεγε η καρδιά του. Τι βγαίνει; Η καταλαλιά του κόσμου τον έπνιγε. Του ’λεγαν πως δεν ήξερε το Νόμο του Θεού, πως ήξερε περισσότερα για τη βασιλεία του κόσμου τούτου, παρά για τη Βασιλεία των Ουρανών. Πως δεν ήταν για παπάς. Η ιδία του η γυναίκα τον καταλαλούσε:
— Όσοι είχανε χρόνια να μεταλάβουν περίμεναν να γίνεις του λόγου σου παπάς, για να πάρουν τ’ Άγια Μυστήρια. Όλες οι φκιασιδούδες, όλες οι πεταλούδες, εσένα περίμεναν να τους βάλεις το πετραχήλι στο κεφάλι...
Ανάθεμα την αρρώστια, που τον έριξε στη στεριά! Ας όψεται ο Δεσπότης, ο μπάρμπας του, που τον έφαγε να γίνει παπάς· ας όψεται η γυναίκα του, που ’θελε από καπετάνισσα να γίνει παπαδιά, για να τον έχει στο φουστάνι της και να τρώει τις προσφορές του κόσμου.
Κι αυτός τους άκουσε. Άκουγε όλον τον κόσμο. Δεν μπο­ρούσε να πει το όχι.
— Άκουσε, παιδί μου, του είπε ο Δεσπότης, στην περιο­δεία, που τον είχε μουσαφίρη στο σπίτι. Εσύ δεν είσαι πια για τη θάλασσα. Οι γιατροί σου το είπανε. Είσαι νέος ακόμα, ξέρεις γράμματα,, έβγαλες το σχολαρχείο, είσαι ενάρετος άνθρω­πος. Η ιεροσύνη ξέπεσε πολύ. Έχομε ανάγκη από καλούς ιερωμένους. Όλοι οι «εξώλεις και προώλεις» γινήκανε παπά­δες, όλοι οι αγράμματοι, τα ξύλα τ’ απελέκητα. Ο Παπα-Δαυλής πάει να λειτουργήσει απάνω στον Προφήτη-Ηλία με τους πι­στούς, και αρχίζει τη λειτουργία μισοδρομής, απάνω στο γάι­δαρο. Τα ξέρεις δα! «Ευλογητός ο Θεός...» και τσινάει το γαϊδούρι, «Ντε... ρημάδι». Κι όταν φθάσει στην εκκλησιά βγάζει, τ’ Άγια και γελάει ο κόσμος μαζί του. Τα ξέρεις και του αλλουνού του προκομμένου της Αγίας Τριάδος, που τον έκαμα αργό...
Θαρρούσε πως ήταν αυτή η στιγμή που τον δασκάλευε ο Δεσπότης, που του ’λεγε τα κατορθώματα του Παπα-Σωτήρη, που βούιζε πέρα πέρα το νησί. Αγαπούσε και τ’ αστεία ο πανιερότατος και τα ’λεγε μια χαρά. «Ανάθεμα τον! Θεέ μου, συχώ­ρεσε μου! »
— Τα ξέρεις του προκομμένου. Έβγαζε και λόγο τις μεγάλες ημέρες στους Χριστιανούς. Μια φορά έβαλε στοίχημα με κάποιον να κάμει τους μισούς Χριστιανούς να κλαίνε και τους άλλους μισούς να γελούν. Ο πειρασμός τον έσπρωξε να εμπαίξει τα θεία, χωρίς να το καταλάβει. Ανέβηκε λοιπόν απάνω στον άμβωνα, γυρίζει προς το Ιερό, κι αρχίζει να λέει τα βά­σανα που περιμένουν τους αμαρτωλούς στην άλλη ζωή. Έβγαλε και το μαντίλι του, όπως συνήθιζε, κι άρχισε να σκουπίζει τα δάκρυά του. Οι Χριστιανοί, που ήταν απ’ το μέρος του Ιερού, άρχισαν να κλαίνε κι αυτοί πικρά δάκρυα. Οι άλλοι μισοί όμως που ήσανε προς τη θύρα ήσανε ξεκαρδισμένοι στα γέλια, κρατούσαν τα σηκώτια τους. Πώς είχε γίνει αυτό το θαύμα; Να σου το πω. Ο προκομμένος ο αρχιμανδρίτης εκεί που με το ένα χέρι σκούπιζε τα δάκρυα του, με το άλλο είχε σηκώσει με τρόπο το ράσο του κι έδειχνε στους άλλους μισούς τα πισινά του. Ο θεομπαίχτης! Κι όταν τον έκραξα να τον επιτιμήσω, να τον φτύσω στα μούτρα, τι θαρρείς πως είπε, ο αθεόφοβος: «Αν έδειξα τα πισινά μου, τα ’δειξα στην πόρτα και στους κολασμένους, τους αγιογδύτες. Ο Θεός έβλεπε το πρόσωπο μου». Ορίστε παπάδες, παιδί μου Παρθένη. Έχομε, σου το είπα, και σου το ξαναλέω, έχομε ανάγκη από ιερωμένους ενά­ρετους και σεμνούς. Ν’ ακούσεις τα λόγια μου και να κάνεις αυτό το μυστήριο.
Τον είχε μισοκαταφέρει ο Δεσπότης. Τον είχε αγγίξει στο φιλότιμο.
Η γυναίκα του απ’ το άλλο μέρος τον έτρωγε:
— Εσύ δεν είσαι πια για τη θάλασσα. Είναι καιρός να ησυχάσεις. Τι θα κάνεις; Ψαράς θα γίνεις να μαζεύεις πεταλί­δες, για περαματζής, να σε τρώει ο ήλιος κι ο χειμώνας; Να γίνεις παπάς, να σε σέβεται και να σε προσκυνά ο κόσμος.
Τον κατάφεραν. Από μικρό παιδί στις εκκλησίες, γραμμα­τισμένος, κανονάρχος, θρήσκος, ήξερε την τάξη της Εκκλησίας καλύτερα από τους ιερωμένους. Μια Κυριακή τον χειροτόνησε ο Δεσπότης διάκο, σε λίγο τον έκανε και παπά.
Κι άφησε τη θάλασσα. Άφησε τα πέλαγα, τις δροσιές, το καθαρό αέρι, απαρνήθηκε τον κόσμο, τις μεγάλες πολιτείες, τη ζωή και τα καλά της και κλείσθηκε στη φυλακή, μέσα στα λι­βάνια, στις κακομοιριές του κόσμου, στα βάσανα. Ένα μολύβι, του πλάκωσε την καρδιά. Ανάθεμα την αρρώστια, που τον έριξε στη στεριά, και τους γιατρούς που τον πήραν στο λαιμό τους. Τι είχε το κάτω κάτω της γραφής; Μια ζαλάδα, μια λιγοψυχιά, απ’ τον καιρό που τον είχε χτυπήσει μια αντέννα στο κεφάλι. Ούτε το καταλάβαινε ο ίδιος. Οι άλλοι του το ’λεγαν, πως έπεφτε κάτω και σπάραζε. Οι γιατροί είπανε τάχα πως ήτανε σεληνιασμός, πως ναυτικός με τέτοια αρρώστια δε γίνε­ται, πως μπορούσε να πέσει στη θάλασσα να πνιγεί, να πέσει απ’ το κατάρτι να σκοτωθεί απάνω στην κουβέρτα. Τους άκουσε και φοβήθηκε. Και να, τώρα· πάνε πέντε χρόνια κι είναι καλύ­τερα απ’ τον καθένα· τίποτε δεν τον πείραξε. Όλο το κακό ήτανε ν’ αφήσει τη θάλασσα, να μαραζώσει στη στεριά, να θάβει τον κόσμο, να γενεί παπάς — Θεέ μου, συχώρεσέ με. Αχ! και να ήτανε ένα πανάκι, να τον πάρει στο γιαλό, στο πέλαγο, να χορτάσει αέρα βάλσαμο, να πιει την αλμύρα με τη φούχτα του!
— Ας όψονται, Θεέ μου, συχώρεσέ με! αναστέναξε.
Έσβησε το λύχνο και τράβηξε να πλαγιάσει. Περπατούσε στις μύτες των ποδαριών να μη ξυπνήσει την παπαδιά. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα.
Άξαφνα στάθηκε σαν αλαφιασμένος.
— Τ’ είναι πάλι τέτοια ώρα;
Η πόρτα χτυπούσε δυνατά. Ένα ραβδί έδερνε την πόρτα, νταπ ντουπ, ολοένα δυνατότερα, ανυπόμονα.
— Ανοίξτε, λέω. Ανοίξτε. Θέλω τον παπά! νταπ! ντουπ! Ο παπάς σήκωσε τα χέρια του και μούντζωσε κατά την πόρτα.
— Κάνε υπομονή, ευλογημένε. Έφτασα.
Πήγε μόνος κι έσυρε το μάνταλο της πόρτας. Ο Γιώργης ο Αλυφαντής χίμηξε μέσα.
— Παπά μου, για το Θεό, πρόφτασε! Χάνεται ο πεθερός μου. Πρόφτασε να τον μεταλάβεις. Τελειώνει...
Του κόπηκαν τα γόνατα. Έγινε χλωμός, σαν το κερί. Πέντε μήνες είχε παπάς και δεν του ’χε τύχει στην ενορία του τέτοιο ξαφνικό, νύχτα ώρα. Υγεία βασίλευε στο νησί. Κάνα δυο γέροι είχαν πεθάνει άξαφνα, είχανε μείνει στον τόπο, που ούτε πρόφτασαν να τους μεταλάβουν.
— Τι λες, ευλογημένε; Είμαι κι ανήμπορος. Με τάραξε θέρμη σήμερα. Πώς να κινήσω να ’ρθω, με τέτοιον καιρό;
— Για το Θεό, παπά μου. Ψυχή ανθρώπου χάνεται. Πρό­φτασε!
Ήξερε πως δε θα το ξεφύγει. Συλλογιζότανε την κατα­λαλιά του κόσμου, συλλογιζότανε και την παπαδιά, που θα του ’ψελνε τον αναβαλλόμενο. Μα κοντοστεκότανε λίγο· ήθελε να κερδίσει καιρό, να χασομερήσει.
— Ποιος ξέρει! Ώσπου να πάω, ίσως να τον βρω και πεθαμένο! έλεγε μέσα του.
Ο άνθρωπος όμως τον έβιαζε λαχανιασμένος· τον τραβούσε απ’ το ράσο.
— Καλά, ευλογημένε, έφτασα· μην κάνεις έτσι!
Φόρεσε τα παπούτσια του, σκεπάστηκε μ’ ένα μποξά από κεφαλής, χωρίς καμηλαύκι, άρπαξε ένα κόκκινο μαντίλι με το πετραχήλι του, κλείδωσε την πόρτα απ’ όξω και κατεβήκανε τις σκάλες, μπροστά ο Αλυφαντής και πίσω ο παπάς.
Η εκκλησία ήτανε κοντά. Η βροχή είχε πάψει· πού και πού ανάριες σταλαγματιές πέφτανε από έναν ουρανό, κατά­μαυρο, σαν πίσσα.
— Σύρε κι έφτασα. Να πάρω τ’ Άγια Μυστήρια. Ο Αλυφαντής έστριψε το σοκάκι.
Ο Παπα-Παρθένης έφτασε στην εκκλησιά, μουρμουρίζον­τας· χτύπησε στο κελί του εκκλησιάρη, τον ξύπνησε κι ανοί­ξανε την εκκλησιά. Ο εκκλησιάρης ήτανε μαθημένος από τέ­τοια ξαφνικά· λαγοκοιμότανε πάντα.
— Και είμαι κι ανήμπορος, που λες, παιδί μου! Τι να κάνεις όμως; Ψυχή ανθρώπου χάνεται! είπε.
Μπήκανε στην εκκλησιά. Οι χλωμές μορφές των αγίων απάνω στο τέμπλο, με το φως των καντηλιών, αγρυπνούσαν μέσα στη σιγαλιά, με ορθάνοιχτα μάτια. Του φάνηκε πως τον κοίταζαν άγρια, με θυμό. Ένα σύγκρυο τον έπιασε. Χαμήλωσε τα μάτια του και προχώρησε. Όταν έφτασε μπροστά στο εικο­νοστάσι τ’ Αϊ-Νικόλα, σήκωσε τα μάτια του με θάρρος. Ο Άγιος με την άσπρη γενειάδα και το ηλιοκαμένο πρόσωπο, γλυκοθώρητος πάντα, του ’δωκε θάρρος. Του φάνηκε πως έβρι­σκε ένα δικό του άνθρωπο μέσα στην αγριάδα της εκκλησιάς, που καταλάβαινε το παράπονό του. Είχανε φάει τη θάλασσα μαζί, χρόνια και χρόνια. Του φαινότανε ακόμα πως ο Άγιος ήτανε κι αυτός στενοχωρημένος, μέσα στο κουβούκλιο του, πως λαχταρούσε τη θάλασσα, πως είχε τον ίδιο καημό με το δικό του. Έσκυψε, έκανε το Σταυρό του κι ανασπάσθηκε. Πήρε απάνω του λίγο, του φάνηκε πως ο Άγιος του ’ριξε μία ματιά πονετική, σαν να του ’λεγε:
— Μη φοβάσαι, παιδί μου! Εγώ είμαι εδώ... Έκανε πάλι το Σταυρό του.
— Ευχαριστώ, καπετάνιο! είπε μέσα του.
Τράβηξε κατά το Ιερό. Στάθηκε μπροστά στην Αγία Τρά­πεζα, προσκύνησε, είπε κάποια λόγια μέσ’ απ’ τα χείλια του και σήκωσε τα Άγια Μυστήρια, ψηλά στο κούτελο. Τα χέρια του τρέμανε. Ο εκκλησιάρης πήρε το φανάρι και τράβηξε μπροστά. Πίσω ο παπάς.
Όταν φθάσανε στο σπίτι, ο γέρος ψυχομαχούσε. Πνιγμένες φωνές και κλάματα πετούσαν ολόγυρά του. Ο Παπα-Παρθένης εζύγωσε με φόβο. Το δισκοπότηρο έτρεμε στα χέρια του· μια στιγμή φοβήθηκε να μη το χύσει. Αλλοίμονό του. Ο γέρος ήτανε πεσμένος σε βύθος, ανάσαινε βαριά, ένα ρουχαλητό πνιγμένο γέμιζε την κάμαρη. Άξαφνα σαν να πνιγότανε, σαν να ζητούσε μια υστερνή βοήθεια, τινάχθηκε απάνω, άπλωσε τα χέρια του, σαν να ήθελε να γαντζωθεί από κάπου. Όλοι παρα­μέρισαν τρομαγμένοι, ένας κρύος τρόμος τους έπιασε, σαν εί­δαν τα κοκαλιάρικα χέρια του να απλώνονται σαν γάντζοι στον αέρα, ζητώντας ν’ αρπάξουν κάτι τι στον αέρα, να το συνεπά­ρουν μαζί τους. Μια γριά τον έπιασε απ’ τις πλάτες, να του βάλει αντιστύλι. Τα μάτια του ήτανε ορθάνοιχτα, τα δάκτυλα στριμμένα σαν γάντζοι· ζητούσε να πάρει μια αναπνοή με βία· το στήθος του έβραζε, το στόμα του ανοιγόκλεινε, τα χείλια του πιπίλιζαν τον αέρα τρεμουλιαστά.
— Παπά, πρόφτασε, είπε μια γερόντισσα, ξεψυχάει.
Ο Παπα-Παρθένης, σαστισμένος, χωρίς να ξέρει κι ο ίδιος τι κάνει, εζύγωσε το κουταλάκι, το άδειασε στα διψασμένα χεί­λια, που βύζαιναν τον αέρα. Ο γέρος έπεσε ανάσκελα, βαρύς, σαν ένα κομμάτι πέτρα.
Είχε τελειώσει.
Τα πόδια του Παπα-Παρθένη τρέμανε· όλο το κορμί του σάλευε σα φυλλοκάλαμο. Το στόμα του ήτανε στεγνό και πικρό. Ένας κρύος ιδρώτας έβρεχε τα μηλίγγια του. Του ’ρχότανε σα ζαλάδα, να πέσει κάτω. Έκανε κουράγιο και βγήκε απ’ την πόρτα. Ένα αεράκι, που είχε πάρει απ’ τη στεριά, του δρό­σισε το βρεμένο κούτελό του, σα βάλσαμο· συνέφερε.
— Δεν είσαι καλά, παπά μου, είπε ο εκκλησιάρης, σαν βγήκαν απ’ την πόρτα. Η όψη σου είναι σαν το αγιοκέρι.
— Σου το είπα, παιδί μου. Ανήμπορος σηκώθηκα κι ήρθα. Με είχε ταράξει θέρμη αποβραδίς. Σύγκρυο.
Ντρεπότανε να φανεί λιγόψυχος.
— Τι να κάνεις, παιδί μου, ξαναείπε. Βαριά η καλο­γερική.
Περπατούσανε απάνω στις λάσπες. Μπροστά ο εκκλησιάρης με το φανάρι, πίσω ο παπάς, με τα Μυστήρια, υψωμένα απάνω απ’ το κεφάλι. Ψυχή δεν ήτανε στο δρόμο. Κλειστά όλα τα παράθυρα. Φωνή δεν ακουγότανε από πουθενά, μόνο πού και πού κάποιες χονδρές σταλαγματιές χτυπούσαν απάνω στα βρεμένα καλντερίμια. Το φως του φαναριού έπεφτε και γυάλιζε πέν­θιμα απάνω στα νερά. Κάποια ανατριχίλα χυνότανε γύρω στον σκοτεινό αέρα, κάποιος κρύος φόβος γλιστρούσε μες στο σκο­τάδι. Τα Μυστήρια περνούσαν ψηλά απ’ το γυμνό κεφάλι τον παπά, σαν να τα ’φερνε ο αέρας ανάλαφρα στα φτερά του.
Ο παπάς περπατούσε συλλογισμένος. Ο νους του ήθελε να ξεφύγει με αγωνία από το άγριο θέαμα, που στεκότανε ακόμα μπροστά στα μάτια μου. Ο θάνατος τον έζωνε, τα Μυστήρια του φαινότανε πως έκαιγαν σα φωτιά το κούτελό του. Είχε ιδεί πολλές φορές τον θάνατο με τα μάτια του. Ποτέ όμως τόσα άγρια, τόσο κρύα. Μια φορά το κύμα χίμηξε ζων­τανό, αφρισμένο, άρπαξε τον κουνιάδο του απάνω απ’ το κάσαρο, τον ρούφηξε, τον κατάπιε· πάει, χάθηκε. Αυτά έχει η θάλασσα. Άλλη φορά, απάνω στη βόλτα, ένα παιδί σαν το κρύο νερό, απάνω στα ξάρτια, μ’ ένα ξεροβόρι δαιμονισμένο, του δίνει μια η αντέννα στο κεφάλι και το γκρεμίζει μες στη θάλασσα. Άνοιξε το κύμα και το κατάπιε. Ούτε σημάδι του ­δε φάνηκε μες το σκοτάδι. Πάει, χάθηκε. Πήραν τη βόλτα και τράβηξαν. Ένας λιγότερος. Τι να κάνεις; Σήμερα αυτός, αύριο εμείς. Ας κλαίνε οι μανάδες, που τα ’χουν. Τράκους, φουρτούνες, θεομηνίες, είχανε ιδεί τα μάτια του. Εκατό φορές γλύτωσε απ’ του χάρου τα δόντια. Μα τέτοιο σύγκρυο δεν το ’νοιωσε ποτέ.
— Δεν είμαστε εμείς να πεθαίνομε στη στεριά, είπε μέσα του. Στη θάλασσα κι ο χάρος έχει άλλη λεβεντιά.
Προσπαθούσε να διώξει απ’ τα μάτια του την άγρια ζω­γραφιά που στεκότανε καρφωμένη μπροστά του. Η ψυχή του λευθερώθηκε μια στιγμή και πέταξε με κόπο, σα θαλασσοπούλι με λαβωμένες φτερούγες, ανοιχτά, κατά το πέλαγο. Κυνήγησε ανάερα τα λευκά πανιά που φεύγανε ανάμεσα ουρανό και θά­λασσα. Είχε ξεχάσει για μια στιγμή από πού ερχότανε και πού πήγαινε, είχε ξεχάσει και τα Μυστήρια που κρατούσε ψηλά απάνω απ’ το κεφάλι του. Ένας ουρανός χρυσογάλανος έφεγγε ολόγυρά του.
Καθώς περνούσε το στενό δρομαλάκι, που έβγαζε στην εκκλησία, γλιστρώντας απάνω στ’ ανηφορικό καλντερίμι, τινάχθηκε ξαφνιασμένος, σαν να ξύπνησε από όνειρο. Έσφιξε με τα δάχτυλά του το Δισκοπότηρο, μην του πέσει απ’ τα χέρια.
— Καταραμένο ζωντανό! Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!
Ένα σκυλί, ξαπλωμένο στο κατώφλι μιας θύρας, ξαφνιάσθηκε απ’ το παράξενο πέρασμα του μαύρου ράσου μέσα στο σκοτάδι. Χίμηξε από πίσω αγριεμένο κι άρχισε να γαυγίζει άγρια. Ύστερα, σαν να του σβήσθηκε η φωνή στο λάρυγγα, σώ­πασε μονομιάς, έβαλε την ουρά του κάτω απ’ τα σκέλια κι έφυγε μακριά. Τ’ Άγια Μυστήρια περνούσαν, ψηλά απ’ το κεφάλι του παπά, σαν να τα ’φερνε στα φτερά του ο αέρας.
Σε λίγο έφθασε στην εκκλησία. Ο εκκλησιάρης άνοιξε τη θύρα και οι δύο σκιές με το φανάρι μπροστά γλίστρησαν μέσα. Έπειτα βγήκε ο Παπα-Παρθένης μοναχός του, κοκουλωμένος από κεφαλής με το βαρύ του σάλι. Χονδρές σταλαγματιές άρ­χισαν να πέφτουν απ’ τον ουρανό, ένας αέρας ξαφνικός τίναζε δυνατά τα κλαδιά των δένδρων, η μπόρα ήτανε έτοιμη να ξεσπάσει. Ο Παπα-Παρθένης κατηφόρισε βιαστικά το δρόμο.
Ένα βράδυ ύστερα από δύο μήνες — η άνοιξις είχε απλωθεί περίγυρα σε ουρανό, γη και θάλασσα — πολλοί συγγενείς και άλλοι δικοί ήσαν μαζεμένοι στο σπίτι του παπά. Μαζί μ’ αυ­τούς κι ο αγιορείτης ο ψάλτης, ο Θανάσης ο Μελαχρινός, ο πιστός του φίλος. Γελούσαν και χωράτευαν. Η παπαδιά μόνο δεν είχε διάθεση· τα είχε κατεβασμένα κι από καιρό σε καιρό αναστέναζε βαθιά. Ο παπάς ήτανε κι αυτός χλωμός, χαλα­σμένος, συλλογισμένος, παίζοντας ανήσυχα το κομπολόγι του, ένα μακρύ κομπολόγι από ελιοκούκουτσα του Όρους των Ελαιών, χάρισμα του φίλου του του Μελαχρινού, που έφθανε ως το πάτωμα.
Απ’ τη βραδιά που είχε πάει να κοινωνήσει τον πεθερό του Αλυφαντή, ο παπάς έπεσε στα ρούχα. Δυνατή θέρμη τον τάραξε όλη τη νύχτα, είδε κι έπαθε να συνεφέρει.
Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Οι θέρμες δεν τον άφηναν. Όλοι οι γιατροί κι οι γιάτρισσες πέρασαν από πάνω του· πήρε του κόσμου τα κινίνα, τις αψιθιές και τα μαντζούνια· κατά­λυσε και τις νηστείες, πήγε ν’ αλλάξει και το αέρι του απάνω στο μοναστήρι του Προδρόμου· μα τίποτε. Η θέρμη δεν τον ξεχνούσε. Κάθε δύο, κάθε τρεις μέρες σύγκρυο και ζέστη. Έτρεμε σαν το ψάρι, άναβε ύστερα σαν το κάρβουνο κι έπειτα πνιγότανε στον ιδρώτα. Είχε γίνει πετσί και κόκαλο. Είχαν αδυνατίσει και τα νεύρα του, παραξένεψε, παραμιλούσε στον ύπνο του και φορές φορές πεταγότανε να φύγει απ’ τα ρούχα του.
— Απ’ τον καιρό που πάτησα στη στεριά, χαΐρι και προ­κοπή δεν είδα, έλεγε. Ας όψεται ο Δεσπότης, Θεέ μου συ­χώρεσέ με.
Ο γιατρός σαν είδε κι απόειδε, είπε μια ημέρα:
— Άλλη σωτηρία δε γίνεται. Να κάνει κανένα ταξίδι. Ν’ αλ­λάξει το αέρι.
Η παπαδιά στραβομούριασε. Δεν της άρεσε πολύ αυτή η Ιδέα. «Είδαμε και πάθαμε, είπε μέσα της, να τον βγάλομε απ’ τη θάλασσα. Και πάλι τα ίδια;» Γύρισε και κοίταξε το γιατρό.
— Με συμπαθάς, γιατρέ μου. Οι χτικιασμένοι ξέρω που πάνε και ταξιδεύουν. Ο παπάς τέτοιο πράμα, όξω αποδώ, δεν έχει, ο Θεός να μας φυλάει. Τι να του κάνει το ταξίδι, έτσι πως βρίσκεται; Να πάει να κρυώσει να ’χομε τα χειρότερα;
Ο γιατρός επέμεινε.
— Άλλη σωτηρία δεν έχει. Να πάει να ταξιδέψει· ένα μήνα, δυο μήνες, να βγάλει τις θέρμες από πάνω του.
— Κι εγώ το καταλαβαίνω, είπε ο παπάς. Η θάλασσα θα με σώσει. Είκοσι πέντε χρόνια στη θάλασσα, κεφάλι δεν είπα ποτέ μου. Δε με σηκώνει η στεριά.
Με τα πολλά αποφασίστηκε το ταξίδι. Ήτανε να φύγει εκείνο τον καιρό και το μπάρκο του καπετάν Βεκίλη. Συγ­γενής και χρυσός άνθρωπος ο καπετάν Βεκίλης, τι άλλο ήθελε. Τον παρακίνησε κι ο ίδιος.
— Η κάμαρη μου, δική σου είναι, παπά. Όλες σου τις αναπαύσεις θα τις έχεις. Απλοχώρια και πάστρα. Οι καιροί εφκιάξανε, άνοιξη, χαρά Θεού. Θα πάω στον Ποταμό να φορ­τώσω στάρι. Ύστερα θα γυρίσω στον Περαία. Από κει μπαί­νεις στο βαπόρι και ξαναγυρίζεις. Ένα μήνα, ενάμιση βία.
— Ας το δοκιμάσομε κι αυτό, είπε η παπαδιά.
Το ταξίδι αποφασίσθηκε. Η παπαδιά ετοίμασε τον καλό της, του ’φκιαξε τα ρούχα του, του ζύμωσε και παξιμαδάκια με τη ζάχαρη για το ταξίδι, σαν το παλιό καιρό.
— Ποιος θα μου το ’λεγε; είπε. Ύστερα από τόσα χρόνια, να γυρίσω πάλι στα ίδια.
Εκείνο το βράδυ ήτανε να φύγει ο παπάς. Όλοι οι δικοί ήσαν μαζεμένοι στο σπίτι. Μιλούσαν και χωράτευαν να παρη­γορήσουν την παπαδιά.
Ένας μήνας είν’ αυτός. Ενάμιση βία. Και πάλι εδώ είμα­στε. Θα πάρουμε πάλι αντίδωρο απ’ το χέρι του παπά.
— Άφησε τα μέλλοντα, είπε ο παπάς. Μην τα μελετάς, ευλογημένε. Να δώσει πρώτα ο Θεός να καβατζάρομε την αρ­ρώστια.
Ο Κυρ-Θανάσης ο Μελαχρινός έβαλε το λόγο τον. Ήθελε να πειράξει τον παπά, «που ήσαν φίλοι κι αδελφοί», είπε— θυσία να γίνει ο ένας για τον άλλον—μα δεν συμφωνούσαν πάντα στις ιδέες τους.
— Εκεί στη Φραγκιά που θα πας, να μου χαιρετάς τους αβάφτιστους. Ό,τι και να μου πεις, το κεφάλι μου δεν αλλάζει. Άνθρωπος που δεν βαφτίστηκε με τους κανόνας της Ορθοδοξίας, δεν θα ’βρει έλεος, «εν ημέρα κρίσεως».
— Δεν τ’ αφήνεις αυτά, ευλογημένε, είπε ο παπάς. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Σαν ξαναγυρίσω τα ξαναλέμε.
Με την ώρα μπήκε κι ο καπετάν Βεκίλης. ψηλός, γεμά­τος, ηλιοκαμένος με τα στιβάλια ως τα γόνατα.
— Παπά μου, ώρα να του δίνομε. Οι στεριές βγάλανε αέρα. Είμαστε απίκου, να σαλπάρομε.
Ύστερα γύρισε και καλησπέρισε τον κόσμο.
— Καλησπέρα σας και σας αφήνομε γεια.
— Κάτι βιαστικά, καπετάνιο;
— Ο καιρός ορίζει.
Σηκωθήκανε όλοι στο ποδάρι. Ευχές και προβοδίσματα. Φιλήσανε όλοι το χέρι του παπά. Τα μάτια της παπαδιάς ήτανε βουρκωμένα. Πήρε το βαρύ το σάλι απ’ τον καναπέ και τύλιξε τον παπά από κεφαλής. Τραβήξανε όλοι κατά τη θύρα. Το ανιψίδι τραβούσε μπροστά, φορτωμένο το μπαούλο.
— Να μην αργήσεις, παπά. Καλό κατευόδιο.
— Το θέλημα του Θεού! είπε ο παπάς κατεβαίνοντας τη σκάλα. Καλή αντάμωση.
Σε λίγο η παπαδιά έμεινε μοναχή της. Πήγε να πλαγιάσει, μα το κεφάλι της την πονούσε, τα μηνίγγια της χτυπούσαν. Δεν την εύρισκε ύπνος...

Ο Παπα-Παρθένης ταξιδεύει.
Η καπετάνισσα τον καρτερεί.
Πέρασε ένας μήνας, δυο μήνες. Χρόνια της είχαν φανεί της παπαδιάς.
— Καιρός είναι, που θα καλοδεχτούμε τον παπά, ζύγωσαν οι μέρες, έλεγαν οι γειτόνισσες που ερχόντανε και τη συντρό­φευαν.
Σε λίγες μέρες ήρθε κάποιο γράμμα απ’ τον Πειραιά. Το μπάρκο του καπετάν Βεκίλη, η «Ευαγγελίστρια», είχε γυρίσει απ’ τον Ποταμό. Την Τετάρτη έφθανε και το βαπόρι. Ίσα ίσα πρόφθανε ο παπάς να γυρίσει με το βαπόρι. Απ’ τον Ποταμό είχε στείλει γράμμα, ήτανε καλά, οι θέρμες τον αφήσανε, δι­πλός είχε γίνει. «Η θάλασσα μ’ έσωσε, γυναίκα», έγραφε. Η παπαδιά ήτανε όλο χαρά. Τον γκρίνιαζε τον παπά μα τον αγαπούσε. Σαν τον είχε κοντά της, του ’ψηνε το ψάρι στα χείλια. Σαν έλειπε, τον λαχταρούσε. Έβαλε και πλύνανε το σπίτι, συγύ­ρισε παντού, του ’κανε χαϊμαλιά, να τον καλοδεχτεί. Την Τετάρτη ντύθηκε με τα καλά της και κτενίστηκε. Είχανε μαζευθεί κι οι συγγενείς στο σπίτι. Από κοντά κι ο Μελαχρινός. Ώρα την ώρα προσμένανε το βαπόρι. Το ανιψίδι είχε κατεβεί στο γιαλό να φέρει τα συχαρίκια.
Σε λίγο έφτασε το ανιψίδι, με κρεμασμένα τα μούτρα:
— Δεν ήρθε ο παπάς.
— Βρε μίλα καλά. Άνοιξες τα στραβά σου να ιδείς; είπε ο Μελαχρινός.
— Δεν ήρθε, σου λέω. Όλοι οι επιβάτες βγήκανε στο μόλο. «Δεν είχαμε κανένα παπά μέσα», μου είπανε.
Όλοι πάγωσαν. Η παπαδιά κέρωσε.
— Ε! ίσως να μην πρόλαβε το βαπόρι, είπε πάλι ο Κυρ-Θανάσης. Ωστόσο θα ’χουμε γράμμα. Δε γίνεται.
Η παπαδιά δεν μιλούσε· σηκώθηκε και πήγε ως το πα­ράθυρο, σαν να περίμενε ακόμα. Γύρισε και ξανακάθισε.
Σε λίγο ένα παλικάρι ανέβηκε δυο-δυο τις σκάλες.
— Μπα εσύ ’σαι, Μαθιέ; Καλώς όρισες. Τρομάξαμε να σε γνωρίσουμε.
Ήτανε ο γιος του εκκλησιάρη του «Ευαγγελισμού», μού­τσος με τα καράβια.
— Χαιρετίσματα απ’ τον παπά, κυρά παπαδιά.
Η παπαδιά έγινε κατακόκκινη, σαν να της χάρισαν βασί­λειο. Όλοι πετάχθηκαν απάνω και τον τριγύρισαν.
— Αμ’ τι έγινε, μαθές, ο παπάς; πώς δεν ήρθε; καλά είναι; τον είδες, παιδί μου; είπε η παπαδιά.
Δεν ήξερε τι να πρωτορωτήσει.
— Καλά και καλά, άλλος τόσος! Τον είδα στον Περαία.
— Καλότυχε. Αμ’ πώς δεν ήρθε, μαθές; δεν πρόφτασε το βαπόρι;
— Θα σου γράψει, μου είπε, κυρά παπαδιά. Τώρα, λέει, φεύγει πάλι, να κάνει ένα ταξιδάκι. Το μπάρκο του καπετάν Βεκίλη έκανε ναύλο για την Αμβέρσα. Θα πάει μαζί να ξεσκάσει. Δεν τον άφησαν, λέει, ακόμα οι θέρμες.
— Τον ευλογημένο! είπε ο Κυρ-Θανάσης ο Μελαχρινός, κλείνοντας ζερβιά το μάτι. Να πούμε την αλήθεια σαν να τ’ αρέσει καλύτερα η θάλασσα απ’ την καλογερική.
Τα λόγια του Μελαχρινού εφούρκισαν την παπαδιά. Την είχε αγγίξει εκεί που ’πρεπε.
— Αμ’ γι’ αυτό δεν ήθελα να τον αφήσω, η δυστυχισμένη. Παπάς άνθρωπος, τ’ ήθελε μες τα καράβια; Καπετάνιος με τα ράσα;
— Στα καράβια τ’ ήθελε; είπε γελώντας ο μούτσος. Μα­κάρι να του ’βγαιναν πολύ καπεταναίοι μπροστά. Ο καπετάν Βεκίλης τον έχει δεξί του χέρι. Αυτός του κουμαντάρει το μπάρκο, γι’ αυτό τον έφαγε να τον πάρει στην Αμβέρσα. Και πού να σας λέω και τ’ άλλα.
Ο μούτσος έγινε κατακόκκινος, τα μάτια του γυάλιζαν, η γλώσσα του έτρεχε σαν νερό. Θαρρούσε πως ήταν η ώρα που έβλεπε μπροστά του εκείνα που ’θελε να πει. Όλοι τον άκου­γαν μ’ ανοιχτό το στόμα. Η παπαδιά είχε αλλάξει εκατό χρώματα.
— Εγώ ήμουνα, που λες, με τη γολέτα του μπάρμπα μου. Μέσα στα μπουγάζια της Πόλης μια νύχτα, χαλασμός κόσμου, που μας είχε πάει η ψυχή στα δόντια, πέσαμε δίπλα σ’ ένα μπάρκο. Από λίγο να τρακάρουμε! Μπήξαμε τις φωνές: «Όρτσα, μωρέ σκυλιά, θα μας τσακίσετε». Πού άκουγαν αυ­τοί! Καταπάνω μας. Περάσανε ξυστά δίπλα μας. Θεέ μου τι ήτανε αυτό που είδανε τα μάτια μας! Στο τιμόνι απάνω, ένας γέρος ψηλός, με το ράσο, με την άσπρη γενεάδα, που έφεγγε το πρόσωπό του μες στο σκοτάδι. Μείναμε ξεροί. Κά­ναμε το σταυρό μας. Μπήγει μια φωνή ο λοστρόμος: «Μέγας είσαι, Κύριε!» Σαστίσαμε όλοι· τρέμαμε στα πόδια μας σαν τα καλάμια. «Δεν είδατε μωρέ το θάμα;» ξαναλέει ο λο­στρόμος. «Ο Αϊ-Νικόλας, κουμαντάρει το μπάρκο. Σύσσωμος απάνω στο τιμόνι!» Κάναμε το σταυρό μας. Τέτοιο θάμα δεν το ’χαμε ματαϊδεί. Ο λοστρόμος το ’χε ακουστά απ’ τον πα­τέρα του. Φτάσαμε στον Περαία μαζί με την «Ευαγγελίστρα». Ξέρετε ποιος ήτανε ο Αϊ-Νικόλας; Κύριε Ελέησον. Ήτανε ο Παπα-Παρθένης.
— Καλότυχο παιδί, πώς τα ’λες!
Κι άρχισαν τα γέλια οι γειτόνισσες.
— Να με κάψει ο Θεός αν λέω ψέματα.
Η παπαδιά δεν γελούσε· έβραζε μέσα της.
— Αυτά ήθελε, ο ευλογημένος! Αυτή ήτανε η αρρώστια του, μουρμούρισε. Δεν τον σήκωνε η καλογερική. Ήθελε πάλι τα παλιά του.
Και την πήρανε τα κλάματα.
— Σε καλό σου, κυρά-παπαδιά! Είναι πράμα να κλαις; Δεν το θέλει ο Θεός, είπε ο Κυρ-Θανάσης ο Μελαχρινός. Ένα μήνα, δύο βία, θα μας ξανάρθει ο παπάς. Θα πάρουμε πάλι αντίδωρο απ’ τα χέρια του.
Η παπαδιά έπεσε απάνω στο σοφά. Δεν μιλούσε σε κανένα.
— Αφήστε με στο χάλι μου, είπε στεγνά.
Φύγανε όλοι, ένας-ένας, σα μαγκωμένοι. Ο Κυρ-Θανάσης κοντοστάθηκε να καληνυχτίσει, κάτι έκαμε να πει.
Η παπαδιά δεν του αποκρίθηκε.
Σαν εβγήκαν όλοι απ’ το σπίτι, αναστέναξε βαθιά.
— Παπαδιά! Δεν με λέτε πάλι καπετάνισσα! είπε ζαρώ­νοντας άγρια τα χείλια της, σαν να ’κλαιε και να γελούσε μαζί. Τώρα στα γεράματα πάλι καπετάνισσα.
Έπειτα την πήρανε πάλι τα κλάματα. Η καρδιά της ήτανε βουρκωμένη. Κάτι τι της έλεγε μέσα της πως δεν θα τον ξαναϊδεί πια τον παπά.
— Μου τον πήρε η θάλασσα. Δικός της ήτανε και μου τον πήρε...
Δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα της όλη την ημέρα. Κα­θότανε απάνω στο σοφά κι έκλαιγε. Η νύχτα την βρήκε απάνω στα μαξιλάρια, μουσκεμένα απ’ τα κλάματα.
Μια στιγμή έκανε να την πάρει ο ύπνος. Μόλις έκλεισε τα μάτια της της φάνηκε πως ήτανε στην εκκλησιά. Ο παπάς στην Αγία Πύλη μοίραζε το αντίδωρο. Ήτανε χλωμός σαν το κερί, τα γένια του και τα μαλλιά του είχαν γίνει κάτασπρα σαν το χιόνι. Ζύγωσε να πάρει κι αυτή αντίδωρο, μα δεν μπορούσε· ένας λάκκος βαθύς έχασκε μπροστά της ανάμεσα στις μαρμα­ρένιες πλάκες. Τινάχτηκε ξαφνιασμένη· ένας κρύος αέρας φυ­σούσε απάνω της.
Άνοιξε τα μάτια της. Ένα μπουρίνι δυνατό είχε μπάσει μέσα τα τζαμόφυλλα του παραθυριού. Σηκώθηκε να κλείσει το παράθυρο. Ένα ράσο του παπά κρεμασμένο στον τοίχο ανέ­μιζε κι ανακατευότανε με τον αέρα, σαν άνθρωπος που σπαρ­ταρούσε μες στο σκοτάδι. Η καρδιά της έτρεμε σαν ψάρι. Σαν ζύγωσε στο παράθυρο, την έπιασε ανατριχίλα. Ένοιωσε μαζί με τον αέρα, που ανακάτωνε τα μαλλιά της, που της ξεσκέπαζε το στήθος της, που έδερνε το πρόσωπό της με λύσσα, μια παράξενη, ανακατωμένη βοή. Γέλια, τρελά γέλια, ξεκαρδισμένα γέλια, έφταναν στ’ αυτιά της από μακριά, όλο περισσότερα, όλο δυνατότερα. Γέλια ατέλειωτα, ξεκαρδίσματα, σαν χάχανα ξελο­γιασμένης γυναίκας. Ένας κόμπος της ανέβηκε στο λαιμό να την πνίξει. Τα ήξερε τα γέλια αυτά. Τα ήξεραν όλες οι χήρες του νησιού. Όταν το κύμα της νοτιάς έσπαζε μες στις κουφά­λες του Σταυρού, κάτω στο γιαλό, τα παράξενα, τα διαβολικά γέλια έφθαναν στα μισοούρανα. Οι καπετάνισσες τραβούσαν τα μαλλιά τους.
— Γελάει η Σκρόφα! Γελάει η ξελογιάστρα!
Έκλεισε με τρομάρα το παράθυρο. Τα γέλια την κυνηγού­σαν ακόμα. Έπεσε στο σοφά σαν πεθαμένη.
— Αϊ-Νικόλα, λυπήσου με! αναστέναξε.
Μέσα στο βύθος της είδε τότε τον Άγιο με την άσπρη γενειάδα. Ζύγωσε στο σοφά πονετικός, σήκωσε το χλωμό χέρι του και της έβαλε τα δάχτυλα απάνω στα μάτια. Μια γλύκα παράξενη χύθηκε σ’ όλο της το κορμί. Αποκοιμήθηκε.
Η Σκρόφα, η ξελογιάστρα, γελούσε ακόμα, γελούσε ολοένα. Μα δεν την άκουσε πια, ούτε τώρα, ούτε ύστερα.
 Πηγή:http://www.sarantakos.com