"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ᾿Ορθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ᾿Ορθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Μητρ. Ναυπάκτου Ιερόθεος: Διατὶ ἀποτελοῦν αἵρεσιν ἡ μεταπατερικὴ – νεοπατερικὴ «θεολογία», ἐνῶ εἶναι νάρκη εἰς τὰ θεμέλια τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας.

Αἱ ἀπόψεις των ἀμφισβητοῦν οὐσιαστικῶς τὴν Ὀρθόδοξον Διδασκαλίαν, ἡ ὁποία τονίζει ὅτι «πᾶσα ἡ ἀλήθεια» ἀπεκαλύφθη ἐφ᾽ ἅπαξ τὴν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς. Μὲ τὰς θέσεις των ἀμφισβητοῦν καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ζωντανοὶ ὀργανισμοὶ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν μας. Διὰ νὰ εἴμεθα Ὀρθόδοξοι καὶ νὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μας δὲν μᾶς χρειάζεται καμμία νεοπατερική, μεταπατερικὴ καὶ συν- αφειακὴ θεολογία. Τί μᾶς χρειάζεται; Ποίους Ἁγίους καὶ Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας ἐπικαλεῖται ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος εἰς τὴν ἀπάντησίν του πρὸς τὴν Ἀκαδημίαν Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος.

Νάρκη εἰς τὰ θεμέλια τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας ἀποτελοῦν ἡ νεοπατερικὴ καὶ ἡ μεταπατερικὴ θεολογία, διότι ἡ μὲν πρώτη διακηρύσσει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνονται, ἁπλῶς τὰ κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ νὰ ἐντοπίζεται τὸ «πνεῦμα» των καὶ νὰ μεταφέρεται εἰς τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς μας (ἤτοι πῶς θὰ ὡμίλουν οἱ Πα- τέρες τῆς Ἐκκλησίας διὰ σύγχρο- να θέματα), ἡ δὲ δευτέρα θεωρεῖ ὅτι δὲν μᾶς χρειάζονται πλέον οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἔζησαν εἰς ἄλλας ἐποχὰς καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν δύνανται νὰ μᾶς βοηθήσουν, διότι εἰς τὴν ἐποχήν των ἦσαν ἄλλα τὰ ὀντολογικὰ καὶ κοσμολογικὰ ἐρωτήματα. Αἱ ἀπόψεις αὗται εἶναι αἱρετικαί, διότι οὐσιαστικῶς ἀμφισβητοῦν τὴν Ὀρθόδοξον διδασκαλίαν, ἡ ὁποία τονίζει ὅτι «πᾶσα ἡ ἀλήθεια» ἀπεκαλύφθη ἐφ᾽ ἅπαξ τὴν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς.

Τὰ ἀνωτέρω ἐπισημαίνει εἰς τεκμηριωμένην ἀνάλυσίν του «περὶ τῆς νεοπατερικῆς, μεταπατερικῆς καὶ συναφειακῆς “θεολογίας”» ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος.

Τὴν ἀνάλυσιν, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν ἀντιαιρετικὴν Παλαμικὴν Θεολογίαν τὴν ἔκαμνεν ἀρκετὰς ἑβδομάδας μετὰ τὸ συνέδριον τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος.
Τὴν ἀνάλυσιν αὐτὴν (ὑπὸ ἡμερομηνίαν 2α Αὐγούστου) ὁ «Ο.Τ.» δὲν εἶχε δημοσιεύσει, διότι τὴν προαναφερομένην ἡμερομηνίαν ὥδευε πρὸς τὸ πιεστήριον διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ φύλλου πρὸ τῶν θερινῶν διακοπῶν.
Μετὰ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Γλυφάδας κ. Παύλου πρὸς τὴν Ἱεραρχίαν, τὴν ὁποίαν καλεῖ νὰ ἀσχοληθῆ μὲ τὴν αἵρεσιν τῆς μεταπατερικῆς καὶ συναφειακῆς «θεολογίας» μᾶς ἐπεσημάνθη ἡ παράλειψις, (ὑπὸ τοῦ «Ο.Τ.» τῆς δημοσιεύσεως) τῆς ἐμπεριστατωμένης ἀναλύσεως τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασσίου κ. Ἱεροθέου. Αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς:

Κλονίζουν σοβαρῶς τὸ θεμέλιον τῆς σωτηρίας

«Μελετώντας κανεὶς τὰ κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων, διαπιστώνει ὅτι ἡ βάση τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ποὺ δόθηκε στοὺς Προφῆτες, τοὺς Ἀποστό- λους καὶ τοὺς Πατέρες διὰ μέσου τῶν αἰώνων.

Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἀρχὴ τῆς πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς: “Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως πάλαι ὁ Θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις, ἐπ᾽ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ…” (Ἑβρ. α´, 1).

Ἔτσι, οἱ Ἅγιοι εἶναι οἱ θεόπνευστοι θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι διατυπώνουν τὴν ἐμπειρία τους σὲ ὅρους, γιὰ νὰ τὴν διαφυλάξουν ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ τὴν διαστρέβλωση

Ὁπότε, οἱ ὅροι -δόγματα εἶναι σημαντικὸ στοιχεῖο τῆς παραδόσεώς μας καὶ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὰ κλονίση χωρὶς νὰ χάση τὸν δρόμο πρὸς τὴν σωτηρία του.

Εἶναι σημαντικὴ ἡ φράση τῆς ἡσυχαστικῆς Συνόδου τοῦ 14ου αἰῶνος, ὅπως ἐκφράζεται στὸ Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅτι πορευόμαστε “κατὰ τὰς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καὶ τὸ τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβὲς φρόνημα”.

Οἱ Ἅγιοι δὲν ἐκφράζουν δική τους θεολογία, ἀλλὰ διατυπώνουν, μὲ τὰ ἰδιαίτερα χαρίσματά τους, τὴν ἀποκάλυψη τὴν ὁποία βίωσαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἔξω ἀπὸ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει Ὀρθόδοξη Θεολογία, ἀλλὰ κλονίζεται σοβαρῶς τὸ θεμέλιο τῆς σωτηρίας.

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ἑρμηνεύοντας τὰ ὅσα λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τὴν ἁρπαγή του στὸν Παράδεισο, ὅπου “ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι” (Β´ Κορ. ιβ, 1–4), λέγει ὅτι αὐτὰ τὰ ρήματα εἶναι οἱ ἐλλάμψεις τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες λέγονται ἄρρητες, γιατί δὲν μποροῦν νὰ ἐκφρασθοῦν τελείως ἀπὸ αὐτούς, ποὺ δέχονται τὴν ἐμπειρία τῆς ἀποκαλύψεως, ἐπειδὴ εἶναι ὑπὲρ τὸ μέτρο τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ δυνάμεως.

Ο π. Ἰωάννης Ρωμανίδης μιλώντας γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ λέγει ὅτι ἡ ἀποκάλυψη δίνεται στοὺς Ἁγίους μὲ ἄρρητα ρήματα καὶ οἱ Ἅγιοι τὴν ἐκφράζουν, ὅσο εἶναι δυνατόν, μὲ κτιστὰ ρήματα, νοήματα καὶ εἰκονίσματα γιὰ νὰ διδάξουν τοὺς ἀνθρώπους, προκειμένου νὰ βαδίσουν τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας τους.

Γίνεται φανερὸν ὅτι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μεταφέρεται μὲ ὅρους κάθε ἐποχῆς, ἀπὸ τοὺς φορεῖς τῆς Ἀποκαλύψεως, τοὺς πραγματικοὺς Θεολόγους, σύμφωνα μὲ τὸν ὁρισμό, ποὺ δίνει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὅτι “οὐ παντός, ὢ οὗτοι, τὸ περὶ Θεοῦ φιλοσοφεῖν... οὐ πάντων μέν, ὅτι τῶν ἐξητασμένων καί διαβεβηκότων ἐν θεωρίᾳ καί πρό τούτων καί ψυχήν καί σῶμα κεκαθαρμένων ἤ καθαιρομένων, τό μετριώτατον”.

Οἱ θεολόγοι αὐτοὶ –οἱ θεούμενοι– γνωρίζουν ἐκ πείρας τὸν Θεό, ἀναγνωρίζουν καὶ σέβονται τοὺς προγενεστέρους θεόπτες καὶ ἀποδέχονται τοὺς ὅρους, ποὺ ἐκεῖνοι χρησιμοποίησαν.

Ἑπομένως, ἐκεῖνοι ποὺ μποροῦν νὰ κάνουν, ἂν χρειασθῆ, μερικὲς ἐξωτερικὲς ἀλλαγὲς εἶναι οἱ ἀκραιφνεῖς ἐμπειρικοὶ θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἴδια παράδοση μὲ τοὺς προγενεστέρους Πατέρες.
Ἐμεῖς οἱ ἄλλοι ὀφείλουμε ὑπακοὴ σὲ αὐτοὺς τοὺς “πείρα μεμυημένους” καὶ καθοδήγηση ἀπὸ αὐτούς.

Στὸν “Ἁγιορειτικὸ Τόμο”, ποὺ εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, γράφεται ὅτι τὰ δόγματα τὰ γνωρίζουν “οἱ αὐτῇ τῇ πείρᾳ μεμυημένοι”, οἱ ὁποῖοι ἀπαρνήθηκαν τὰ χρήματα, τὴν δόξα τῶν ἀνθρώπων καὶ τὶς κακὲς ἡδονὲς τοῦ σώματος, γιὰ χάρη τῆς εὐαγγελικῆς ζωῆς· βεβαίωσαν αὐτὴν τὴν ἀποταγὴ μὲ τὴν ὑποταγή τους σὲ ἐκείνους, ποὺ ἔχουν προχωρήσει στὴν κατὰ Χριστὸν ἡλικία, καὶ ἀφοῦ ἔζησαν τὸν ἱερὸ ἡσυχασμὸ μὲ προσευχή, ἑνώθηκαν μὲ τὸν Θεὸ μὲ μυστικὴ ἕνωση μαζί Του καὶ ἔτσι “τὰ ὑπὲρ νοῦν ἐμυήθησαν”.

Αὐτοὶ εἶναι οἱ πραγματικοὶ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἔχουν τὶς δυνατότητες νὰ διατυπώσουν τὴν θεολογία. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτοὺς ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἑνώνονται μὲ τοὺς πρώτους “τῇ πρὸς τοὺς τοιούτους αἰδοῖ καὶ πίστει καὶ στοργῇ”.
Ἄλλος τρόπος θεολογίας δὲν ὑπάρχει μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιατί ἔξω ἀπὸ αὐτὴν τὴν Θεολογία ὑπάρχει ὁ στοχασμός, ἡ συνθηματολογία καὶ ὁ λαϊκισμός.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν βλέπη “τὴν νῦν γλωσσαλγίαν καὶ τοὺς αὐθημερινοὺς σοφοὺς καὶ τοὺς χειροτονητοὺς θεολόγους”, οἱ ὁποῖοι ἀρκοῦνται μόνον στὸ νὰ θέλουν νὰ εἶναι σοφοί, λέγει: “ποθῶ τὴν ἀνωτάτην φιλοσοφίαν καὶ σταθμὸν ἔσχατον ζητῶ, κατὰ τὸν Ἱερεμίαν, καὶ ἐμαυτῷ μόνῳ συγγενέσθαι βούλομαι”.
Πράγματι, σήμερα μᾶς καταλαμβάνει θλίψη, γιατί ἡ ἐποχή μας γέμισε ἀπὸ “αὐτοχειροτονήτους θεολόγους”, ποὺ διδάσκουν Κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς καὶ δημιουργοῦν σύγχυση στὸν λαό.
Αὐτὰ τὰ εἰσαγωγικὰ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ νὰ κατανοηθοῦν ὅσα θὰ ἀκολουθήσουν.

1. “Παλαμικὴ” καὶ “νεοπαλαμικὴ” θεολογία

Ὁ 14ος αἰώνας ἦταν πολὺ σημαντικὸς γιὰ τὴν Ἐκκλησία, γιατί γιὰ πρώτη φορὰ συναντήθηκε ἡ ὀρθόδοξη θεολογία μὲ τὴν δυτικὴ σχολαστικὴ θεολογία στὰ πρόσωπα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦ Βαρλαάμ.
Στὸν διάλογο αὐτὸ φάνηκε ὅτι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦταν φορεὺς καὶ ἐκφραστὴς ὁλοκλήρου τῆς Θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν πρώτη περίοδο τοῦ Χριστιανισμοῦ μέχρι τὴν ἐποχή του, ἀφοῦ ἐξέφρασε τὴν διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων, τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων, τῶν μεγάλων Πατέρων τοῦ 4ου αἰῶνος, τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου κ.ἄ.

Σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν περίοδο ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἑνιαία, ἁπλῶς σὲ μερικὰ σημεῖα ἀλλάζει ἡ ἐξωτερικὴ διατύπωσή της ἀπὸ διάφορες ἀνάγκες.
Γι᾽ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος χαρακτηρίσθηκε καὶ παραδοσιακὸς καὶ νέος Θεολόγος.
Ἔτσι ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὡς “Παλαμικὴ” Θεολογία, ἀλλὰ ὡς Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ποὺ ἐκφράσθηκε ἀπὸ αὐτόν.
Τὸ ἴδιο παρατηροῦμε καὶ μὲ τὴν διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων.
Συνήθως, οἱ ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν λάμβαναν τὴν ὀνομασία ἀπὸ τὸ πρόσωπό τους, ὅπως ἀρειανισμός, νεστοριανισμός, παυλικιανισμὸς κ.λπ..
Ὁπότε, θεωρεῖται ἀστοχία νὰ ὀνομάζεται ἡ διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὡς “βασιλειανή”, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὡς “γρηγοριανή”, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ὡς “χρυσοστομικὴ” κ.λπ..
Τὸ ἴδιο καὶ θεωρεῖται ἀστοχία νὰ ὀνομάζεται ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς “Παλαμικὴ” Θεολογία.
Ὅμως, κάποια στιγμὴ ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ χαρακτηρίσθηκε ἀπὸ μερικοὺς ὡς “Παλαμική”.
Νομίζω δὲ ὅτι τὶς περισσότερες φορὲς αὐτὸ γίνεται μὲ ἕναν σκωπτικὸ χαρακτήρα, γιὰ νὰ ὑποτιμηθῆ καὶ νὰ θεωρηθῆ ὡς κάποια ὀθνεία διδασκαλία, διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας.
Ὑπῆρχαν δὲ καὶ θεολόγοι οἱ ὁποῖοι στὸ παρελθὸν ἔγραψαν ὑποτιμητικὰ γιὰ τὴν ὅλη ἡσυχαστικὴ παράδοση ποὺ ἐξέφρασε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.
Στὴν συνέχεια ἐμφανίσθηκε καὶ ὁ ὅρος “νεοπαλαμικὴ” θεολογία, ὡς μιὰ προσπάθεια ἐπαναδιατύπωσης καὶ ἐπανερμηνείας τῆς Θεολογίας τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας, στὰ σύγχρονα δεδομένα.
Κι αὐτὸ δημιουργεῖ ἔντονο προβληματισμό, γιατί νομίζω ὅτι ἔτσι ἐπιχειρεῖται μιὰ ἀλλοίωση τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Γιὰ παράδειγμα, ἀναλύεται ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐκφράζεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ γιὰ τὴν σχέση καὶ διαφορὰ μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργείας, ἀλλά, συγχρόνως, ἀπορρίπτεται ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση ὡς εὐσεβιστική, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ὁδὸς γιὰ τὴν προσωπικὴ μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
Καὶ τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται εἶναι: πῶς μπορεῖ νὰ ὁμιλῆ κάποιος ἐπιστήμονας γιὰ μιὰ θεωρία, ὅταν ἀπορρίπτη τὴν πράξη, ἡ ὁποία τὴν ἐπιβεβαιώνει;
Αὐτὸ εἶναι καὶ ἀντιεπιστημονικό. Γι᾽ αὐτὸ κατὰ τὴν “συνοδικὴ διαγνώμη”, ἀφορίζονται ἐκεῖνοι, ποὺ δὲν δέχονται τὴν ἡσυχστικὴ παράδοση, τὴν ὁποία ἐκφράζει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ οἱ “αὐτῷ συνάδοντες μοναχοί”.
Ἀπὸ πολλὰ χρόνια γνώριζα αὐτὴν τὴν νοοτροπία, λόγω τῆς ἐνασχολήσεώς μου μὲ τὸ ἔργο καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Γι᾽ αὐτό, ὅταν θέλησα νὰ ἀναλύσω τὴν διδασκαλία του καὶ νὰ καταγράψω τὰ πολυχρόνια συμπεράσματά μου, τὸ ἔκανα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ζωῆς τῶν ἐξαγιασμένων Ἁγιορειτῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν νὰ ζοῦν τὴν ἴδια ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ ἐμπειρία, ποὺ εἶχε γνωρίσει ὁ Ἅγιος Γρηγό- ριος ὁ Παλαμᾶς καὶ εἶχε βιώσει στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Ἔτσι τὸ ἔργο τὸ ὁποῖο συνέγψα ἔχει τὸν τίτλο: Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς Ἁγιορείτης.
Αὐτὸ προκάλεσε τὴν δυσαρέσκεια μερικῶν κύκλων, ποὺ ἐπέμεναν νὰ ἑρμηνεύουν τὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μὲ ἕναν στοχαστικό, σχολαστικὸ καὶ φιλοσοφικὸ τρόπο. Δὲν μπορεῖ, ὅμως, νὰ δῆ κανεὶς τὴν ἡσυχαστικὴ διδασκαλία ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν χῶρο, ποὺ βιώθηκε καὶ εἶναι ζωντανὴ μέχρι σήμερα.
Ἑπομένως, οἱ ὅροι “παλαμικὴ” καὶ “νεοπαλαμικὴ” θεολογία κινοῦνται ἐκτὸς τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως καὶ εἶναι ἐπικίνδυνοι γιὰ τὰ θεμέλια της Ὀρθοδόξου Θεολογίας.

2. Νεοπατερικὴ καὶ μεταπατερικὴ “θεολογία”

Τὸ προηγούμενο παράδειγμα δείχνει πῶς ἐνεργοῦν καὶ συμπεριφέρονται σύγχρονοι θεολόγοι σχετικὰ μὲ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἔχω συζητήσει μὲ ὀρθόδοξο καθηγητὴ βιβλικῆς θεολογίας, ὁ ὁποῖος διδάσκει σὲ Πανεπιστήμιο τοῦ Ἐξωτερικοῦ καὶ ἔχει ἐπηρεασθῆ κατὰ πολὺ ἀπὸ προτεσταντικὲς ἰδέες, καὶ ὁ ὁποῖος ὑποστήριζε ὅτι, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, οἱ Πατέρες εἶναι τὰ σύννεφα, ποὺ καλύπτουν τὸν ἥλιο, ὁπότε πρέπει νὰ ἀπομακρύνουμε τὰ σύννεφα γιὰ νὰ φωτισθοῦμε ἀπευθείας ἀπὸ τὸν Χριστό.

Ἡ ἄποψη αὐτὴ εἶναι ἀντορθόδοξη. Θεωρῶ, λοιπόν, ὅτι μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ δημιουργήθηκαν οἱ ὅροι “νεοπατερικὴ” καὶ “μεταπατερικὴ” θεολογία.
Στὴν ἀρχὴ δειλὰ ἐμφανίσθηκε ὁ πρῶτος ὅρος –νεο- πατερικὴ– μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνονται ἁπλῶς τὰ κείμενα τῶν Πατέρων, ἀλλὰ νὰ ἐντοπίζεται τὸ “πνεῦμα” τους καὶ νὰ μεταφέρεται στὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς μας, νὰ ἐξετάζεται, δηλαδή, πῶς θὰ ὁμιλοῦσαν οἱ Πατέρες γιὰ σύγχρονα ζητήματα.
Αὐτό, παρὰ τὴν ἀγαθὴ προαίρεση μερικῶν, εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνο, γιατί στὴν πραγματικότητα ὑπονομεύεται ὅλη ἡ πατερικὴ θεολγία, ὅταν ἐμπαθεῖς ἄνθρωποι προσπαθοῦν νὰ μεταφέρουν τὸ “πνεῦμα” τῶν Πατέρων στὴν ἐποχή τους.
Ἡ αὐθεντικὴ μεταφορὰ προϋποθέτει ἀνθρώπους, ποὺ ἔχουν τὴν ἴδια ἐμπειρικὴ γνώση ἢ τουλάχιστον τὴν προσεγγίζουν.
Στὴν συνέχεια παρουσιάσθηκε ὁ ὅρος, μεταπατερικὴ θεολογία, ἀφοῦ θεωρεῖται ὅτι δὲν μᾶς χρειάζονται πιὰ οἱ Πατέρες, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν σὲ ἄλλες ἐποχές, γνώρισαν ἄλλα προβλήματα, συνάντησαν ἄλλα ὀντολογικὰ καὶ κοσμολογικὰ ἐρωτήματα, “ἕνα τελείως διαφορετικὸ κοσμοείδωλο”, καί, ἑπομένως, δὲν μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν στὴν ἐποχή μας.

Νομίζω ὅτι ἡ νεοπατερικὴ καὶ μεταπατερικὴ θεολογία ὑπενθυμίζει μιὰ ἄποψη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Πατερικὴ Θεολογία εἶχε ἀξία γιὰ τὴν ἐποχή της, ἐνῶ ἀργότερα ἡ δυτικὴ σχολαστικὴ θεολογία εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν Πατερικὴ Θεολογία καὶ ἡ θεολογία τῶν συγχρόνων θεολόγων ὑπερβαίνει καὶ τὴν Πατερικὴ καὶ τὴν σχολαστικὴ Θεολογία. 

Τέτοιες ἀπόψεις ἀποτελοῦν νάρκη στὰ θεμέλια τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, γιατί χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὴν αἱρετικὴ ἄποψη περὶ προοδευτικῆς ἀποκαλύψεως τῆς Ἀληθείας, διὰ μέσου τῶν αἰώνων, καὶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐμβαθύνει μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου στὴν Ἀποκάλυψη, ἐνῶ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία τονίζει ἐμφανῶς ὅτι ἡ “πᾶσα ἀλήθεια” ἀποκαλύφθηκε ἐφ᾽ ἅπαξ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.
Ὁπότε, δὲν ὑπάρχει ἐμβάθυνση στὴν ἀλήθεια μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, οὔτε ὑφίσταται προοδευτικὴ φανέρωση τῆς Ἀληθείας, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία τὴν “ἅπαξ” φανερωθεῖσα ἀλήθεια τὴν διατυπώνει ἀνάλογα μὲ τὰ προβλήματα τῆς ἐποχῆς.
Στὴν ἐμφάνιση τῆς λεγομένης νεοπατερικῆς καὶ μεταπατερικῆς θεολογίας συνετέλεσαν μερικοὶ θεολόγοι, ποὺ ἐργάσθηκαν στὸν δυτικὸ χῶρο, μὲ κέντρο τὸ Παρίσι.
Ἦλθαν σὲ διάλογο μὲ τὴν δυτικὴ σκέψη καὶ προσπάθησαν νὰ ἀπαντήσουν στὰ προβλήματα, ποὺ συνάντησαν.
Χρεωστοῦμε πολλὰ σὲ αὐτοὺς τοὺς θεολόγους, ὅπως γιὰ παράδειγμα τὸν Βλαδίμηρο Λόσκυ, ποὺ ἔγραψαν θεολογικὰ ἔργα, χρησιμοποιώντας τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα τοὺς λεγομένους νηπτικούς.
Ἀλλ᾽ ὅμως μεταξὺ αὐτῶν τῶν θεολόγων ὑπάρχουν καὶ μερικοί, ποὺ ἐξέφρασαν ἀπόψεις νεοπατερικῆς, μεταπατερικῆς καὶ συναφειακῆς θεολογίας.
Θὰ μνημονευθοῦν συνοπτικὰ μερικὲς τέτοιες ἰδέες. Γίνεται λόγος γιὰ ἕνα οἰκουμενισμό, ποὺ “θὰ ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψει τὶς λεκτικὲς διαμάχες, γιὰ νὰ θεμελιωθεῖ πάνω σε ἕνα πειραμτικὸ ρεαλισμὸ τῆς σωτηρίας: ξανα-βυθίζοντας συστήματα καὶ ἔννοιες, ποὺ τελικὰ δὲν εἶναι παρὰ ἴχνη, μέσα στὸ σφαιρικὸ βίωμα τῆς Ἐκκλησίας, μέσα σὲ ὅ,τι καλύτερο ἔχει ἡ ἐμπειρία της”.

Συνδέεται ὁ φανατισμὸς μὲ τὴν “ὁμολογιακὴ ταυτότητα”, ἡ ὁποία “ἀποτελεῖ ἂν ὄχι τὸ σπέρμα του, τουλάχιστον τὸ χῶμα ὅπου καλλιεργεῖται” καὶ γι᾽ αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ ἀνοικοδόμηση μιᾶς οἰκίας “μὲ τὶς πόρτες ἀνοιχτές, τὴ νέα Ἱερουσαλήμ, τὴ Βασιλεία”, μέσα στὴν ὁποία θὰ χωροῦν ὅλοι.

Καὶ ὅσοι δὲν θέλουν νὰ ἐργασθοῦν γιὰ τὴν κατασκευὴ μιᾶς τέτοιας οἰκίας, θὰ πρέπει νὰ ἀπομακρυνθοῦν, ἐνῶ τὸ “κλειδὶ” τῆς οἰκίας εἶναι ὅ,τι καλύτερο ἔχει ὁ ἄλλος καὶ ἐκεῖνα ποὺ μᾶς ἑνώνουν.
Ἐπίσης, ἐντοπίζονται κοινὰ σημεῖα “συναφειακὰ” τοῦ Χριστιανισμοῦ μὲ τὸν Ἰουδαϊσμό, τὸν Ἰσλαμισμὸ καὶ τὸν Ἰνδουϊσμὸ–Βουδισμό.

Μέσα σ᾽ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ πρέπει νὰ ἐπιχειρηθῆ “μιὰ καινούργια πολιτισμικὴ μετάλλαξη”, καθὼς ἐπίσης, ὅπως τονίζεται, “ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, ὀφείλουμε νὰ ἐργασθοῦμε πολὺ μὲ τὴν προοπτικὴ αὐτῆς τῆς συνάντησης.
Αὐτὸ εἶναι περισσότερο ἐνδιαφέρον παρὰ νὰ φιλονικοῦμε μεταξύ μας”.
Τέτοιες “μεταπατερικὲς καὶ συναφειακὲς” ἰδέες μεταφέρονται κατὰ τρόπο “μεταπρατικὸ” στὴν Ἑλλάδα καὶ τίθενται εἴτε σὲ ἀντιπαράθεση πρὸς τοὺς Πατέρες, ποὺ θεωροῦνται “μουσεῖα” τοῦ παρελθόντος, εἴτε μὲ αὐτὲς παρερμηνεύονται τὰ πατερικὰ χωρία γιὰ νὰ ἐνταχθοῦν στὴν νέα νοοτροπία.

Γίνεται φανερὸς ὁ προσδιορισμὸς καὶ ἡ προοπτικὴ τῆς μετα-πατερικῆς καὶ συναφειακῆς θεολογίας, ποὺ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνη γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα συγκρητισμό, ὄχι μόνον στὸν τρόπο ζωῆς, ἀλλὰ καὶ στὴν ἔκφραση τῆς πίστεως.
Ἀμφισβητεῖται μὲ αὐτὸ στὴν πραγματικότητα ἡ ὁριοθέτηση τῆς πίστεως, τὴν ὁποία ἔκαναν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, δηλαδὴ ἀποδομεῖται ὁλόκληρη ἡ θεολογία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Πρόκειται γιὰ ἕνα σοβαρὸ πρόβλημα, ποὺ πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῆ ἐκκλησιαστικά

3. Οἱ ὅροι τῶν Οἰκ. Συνόδων καὶ οἱ ζωντανοὶ ὀργανισμοὶ

Ὅλοι μας πρέπει νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴν βασικὴ θέση ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιὰ ζωντανὴ πραγματικότητα, εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ κοινωνία θεώσεως καί, ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία γεννᾶ Πατέρες καὶ ὄχι οἱ Πατέρες τὴν Ἐκκλησία.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι κάθε ἐποχὴ εἶναι πατερικὴ ἐποχὴ καὶ σὲ κάθε περίοδο ἐμφανίζονται Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι εἶναι “ζωντανοὶ ὀργανισμοί”.
Ὅμως, “οἱ ζωντανοὶ αὐτοὶ ὀργα- νισμοὶ” δὲν διαφοροποιοῦνται κα- θόλου ἀπὸ τοὺς προγενεστέρους Πατέρες. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ποὺ ἔζησε τὸν 8ο αἰώνα, μιλώντας γιὰ τὴν Θεοτόκο καὶ ἐπαναλαμβάνοντας τὸν λόγο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, “εἰ τὶς οὐ Θεοτόκον ὁμολογεῖ τὴν Ἁγίαν Παρθένον, χωρίς ἐστι τῆς θεότητος”, γράφει:
“Οὐκ ἐμὸς ὁ λόγος, καὶ ἐμὸς ὁ λόγος· κλῆρον γὰρ τοῦτον ἐκ θεολόγου πατρὸς Γρηγορίου θεολογικωτάτου δέδεγμαι”.
Δηλαδή, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς δὲν θεωρεῖ δικό του τὸν λόγο, ἀφοῦ τὸν παρέλαβε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, ποὺ ἔζησε τέσσερεις αἰῶνες πρὶν ἀπὸ αὐτόν, ἀλλά, συγχρόνως, θεωρεῖ ὅτι εἶναι καὶ δικός του λόγος, ἐπειδὴ πρόκειται γιὰ κληρονομιὰ – “κλῆρον θεολογικώτατον”– τὴν ὁποία παρέλαβε “ἐκ θεολόγου πατρὸς” καὶ τὴν ἐπαλήθευσε.
Ὅσοι θέλουν νὰ εἶναι Θεολόγοι, ἀναγνωρίζουν τοὺς πραγματικοὺς Θεολόγους, ἀποδέχονται τὴν διδασκαλία τους, τοὺς καθιστοῦν πατέρες τους καὶ κληρονομοῦν διὰ τῆς πνευματικῆς γεννήσεως καὶ τὸν λόγο καὶ τὸν τρόπο τῆς ἐνθέου ζωῆς τους.
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο μεταδίδεται ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἀπὸ τὸ παρελθὸν σὲ κάθε ἐποχή. Ὅπως ἡ βιολογικὴ ζωὴ μεταδίδεται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ ἀπὸ ζωντανοὺς καὶ ὄχι νεκροὺς γονεῖς, ἔτσι καὶ ἡ ἐν Χάριτι πνευματικὴ ζωή, ἡ ἀληθινὴ Θεολογία, μεταδίδεται ἀπὸ ζωντανοὺς καὶ ὄχι νεκροὺς πνευματικοὺς ὀργανισμούς.
Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος ἀναφερόμενος στὴν ἔλλαμψη τῶν ἄνω ἀγγελικῶν δυνάμεων ἀπὸ τὸν Θεὸ “κατὰ τάξιν”, δηλαδὴ ἀπὸ “τῆς πρώτης ταξιαρχίας ἐπὶ τὴν δευτέραν καὶ ἀπὸ ταύτης ἐπὶ τὴν ἑτέ- ραν καὶ καθεξῆς”, λέγει ὅτι τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τοὺς Ἁγίους.
“Ἀπὸ γὰρ τῶν προλαβόντων Ἁγίων οἱ κατὰ γενεὰν καὶ γενεὰν διὰ τῆς τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐργασίας ἐρχό- μενοι Ἅγιοι, τούτοις κολλούμενοι, ὁμοίως ἐκείνοις ἐλλάμπονται”. Κολλᾶ κανεὶς στοὺς προηγηθέντες Ἁγί- ους μὲ τὴν ἐργασία τῶν ἐντο λῶν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐλλάμπεται, ὅπως ἐκεῖνοι.
Ἔτσι δημιουργεῖται μιὰ διαχρονικὴ ἁλυσίδα καὶ κάθε κόμβος συνδέεται μὲ τοὺς ἄλλους μὲ τὴν πίστη, τὰ ἔργα καὶ τὴν ἀγάπη.
Μὲ αὐτὴν τὴν πατερικὴ διδασκαλία ἑρμηνεύεται ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στοὺς Κορινθίους: “Ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾽ οὐ πολλοὺς πατέρας. ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ Εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα” (Α´ Κορ. Ε´, 15).
Ὑφίσταται διαφορὰ μεταξὺ παιδαγωγῶν ἐν Χριστῷ καὶ Πατέρων ἐν Χριστῷ. Οἱ Πνευματικοὶ Πατέρες γεννοῦν πνευ ματικὰ τέκνα διὰ τοῦ Εὐαγγελίου, δηλαδὴ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ οἱ παιδαγωγοὶ ἁπλῶς διδάσκουν.
Ὅποιος ζῆ τὴν ἴδια παράδοση, ἐφαρμόζει τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολὲς στὴν ζωή του, ἀγωνίζεται ἐναντίον τῶν παθῶν του, γιὰ νὰ ἀποκτήση μέθεξη τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς ἀποκτᾶ κοινωνία καὶ μὲ τοὺς ἄλλους Ἁγίους, ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἀνήκει στὴν ἴδια παράδοση.
Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ λόγος τῶν Πα- τέρων, ποὺ ὑπέγραψαν τὸν Ἁγιορειτικὸ Τόμο: “Ταῦτα ὑπὸ τῶν Γραφῶν ἐδιδάχθημεν· ταῦτα παρὰ τῶν ἡμετέρων Πατέρων παρελάβο- μεν· ταῦτα διὰ τῆς μικρᾶς ἔγνωμεν πείρας”.
Στὴν βιβλικοπατερικὴ παράδοση ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ Προφητῶν–Θεοπτῶν–Θεολόγων καὶ στοχαστῶν, ἀνάλογα μὲ τὴν διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ προφητείας καὶ στοχασμοῦ.
Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας διαλαλεῖ: “Ἰδοὺ δὴ ὁ δεσπότης Κύριος σαβαὼθ ἀφελεῖ ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας καὶ ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ ἰσχύ - οντα καὶ ἰσχύουσαν... καὶ προφήτην καὶ στοχαστὴν” (Ἡσ. γ´, 1–2).

Τὸ κῦρος τῶν Πατέρων

Ἑρμηνεύοντας ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος αὐτὸ τὸ χωρίο κάνει τὴν διάκριση μεταξὺ στοχαστοῦ καὶ Προφήτου. “Ἐνταῦθα μοι δοκεῖ λέγειν στοχαστὴν τὸν ἀπὸ συνέσεως πολλῆς τῶν μελλόντων στοχάζεσθαι, καὶ ἀπ᾽ αὐτῆς τῶν πραγμάτων τῆς πείρας”, ἐνῶ ἡ προφητεία εἶναι ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Προφῆτες.
“Ἕτερον μὲν γὰρ στοχασμός, καὶ προφητεία ἄλλο· ὁ μὲν γὰρ Πνεύματι θείῳ φθέγγεται, οὐδὲν οἴκοθεν εἰσφέ- ρων, ὁ δὲ τὰς ἀφορμὰς ἀπὸ τῶν ἤδη γεγενημένων λαμβάνων, καὶ τὴν οἰκείαν σύνεσιν διεγείρων, πολλὰ τῶν μελλόντων προορᾶ, ὡς εἰκὸς ἄνθρωπον ὄντα συνετὸν προϊδεῖν”.
Καὶ συμπεραίνει: “Ἀλλὰ πολὺ τὸ μέσον τούτου κακείνου, καὶ τοσοῦτον, ὅσον συνέσεως ἀνθρωπίνης καὶ θείας χάριτος τὸ διάφορον”.
Καὶ γιὰ νὰ τεκμηριώση αὐτὴν τὴν διάκριση χρησιμοποιεῖ τὴν διαφορὰ μεταξὺ τοῦ βασιλέως Σολομῶντος καὶ τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου. Ὁ Χριστὸς διακήρυξε στοὺς συγχρόνους Του: “οὐκ ἀνέγνωτε τὸ ρηθὲν ὑμῖν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ λέγοντος, ἐγὼ εἰμι ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ; οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων” (Ματθ. κβ , 31–32).

Ὁ Θεὸς γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους δὲν εἶναι μιὰ ἀφηρημένη ἔννοια οὔτε μιὰ ἰδεολογία, ἀλλὰ Αὐτός, ποὺ ἀναπαύεται σὲ ζῶντας ὀργανισμούς, στοὺς Ἁγίους, κατὰ τὴν λειτουργικὴ προσευχή: “Ὁ Θεὸς ὁ Ἅγιος, ὁ ἐν Ἁγίοις ἀναπαυόμενος...” καὶ κατὰ τὸν ὕμνο “ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν”.
Ἑπομένως, ὁ Θεός μας δὲν εἶναι Θεὸς τῶν στοχαστῶν καὶ φιλοσόφων, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων (ὄχι τῶν μεταπατέρων), ὁ Θεὸς τῶν ζωντανῶν ὀργανισμῶν, ποὺ ὑπάρχουν σὲ κάθε ἐποχή.
Κατὰ τὸν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολική, ἐπειδὴ εἶναι πατερική.
Γράφει: “Ἡ Ἐκκλησία εἶναι πράγματι ῾ἀποστολική᾽, ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης καὶ ῾πατερική᾽.
Οὐσιαστικῶς εἶναι ῾ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Πατέρων᾽. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαχωρισθοῦν οἱ δύο χαρακτηρισμοί.
Ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ῾πατερική᾽, εἶναι ἀληθῶς καὶ ῾ἀποστολική᾽”. Ὁ ἴδιος ἐπισημαίνει ὅτι στὴν ἐποχή μας ὕστερα ἀπὸ τόσες μελέτες “εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ παραδεχθῶμεν τὸ αἰώνιον κῦρος τῶν ῾Πατέρων᾽”, καθὼς ἐπίσης ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι “῾μουσεῖον νεκρῶν ἀποθεμάτων οὔτε ὅμως ἑταιρεία ἐρευνῶν᾽.
Τὰ ἀποθέματα εἶναι ζωντανὰ –depositum juvenescens, κατὰ τὸν Ἅγιον Εἰρηναῖον.
Ἡ πίστις δὲν εἶναι κειμήλιον τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ μᾶλλον ῾ἡ μάχαιρα τοῦ Πνεύματος᾽”.
Ὁμολογεῖ δὲ ὅτι ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γίνεται ἀπὸ τὴν Θεολογία, τὴν ὁποία ἐκφράζουν οἱ Ἅγιοι κάθε ἐποχῆς. “Ἡ Γραφὴ ἔχει ἀνάγκην ἑρμηνείας. Ἀποκαλύπτεται εἰς τὴν θεολογίαν.
Αὐτὸ εἶναι δυνατὸν μόνον διὰ τοῦ φορέως τῆς ζώσης ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας”.
Ἔτσι, γιὰ νὰ εἴμαστε ὀρθόδοξοι καὶ νὰ ἔχουμε τὴν βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μας δὲν μᾶς χρειάζεται καμμιὰ νεοπατερική, μεταπατερικὴ καὶ συναφειακὴ θεολογία.
Μᾶς χρειάζονται δύο πράγματα: Τὸ πρῶτο, νὰ μείνουμε σταθεροί, ὅπως ἔχουμε καθῆκον, στὴν ὁρολογία τῶν Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, γιατί αὐτὴ ἡ ὁρολογία ἀποτελεῖ σημαντικὸ μέρος τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, τὸ ἀληθινὸ καὶ αὐθεντικὸ consensus patrum, ἀλλὰ νὰ μείνουμε ἑδραῖοι καὶ στὴν ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια, ποὺ δόθηκε στοὺς Πατέρες.
Καὶ τὸ δεύτερο, νὰ ἀναζητήσουμε “ζωντανοὺς ὀργανισμούς”, οἱ ὁποῖοι ζοῦν μέσα στὸ “πνεῦμα” τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δηλαδὴ βιώνουν τὶς ὀρθόδοξες προϋποθέσεις τῶν δογμάτων, γιὰ νὰ μᾶς καθοδηγήσουν σωστὰ στὴν βίωση τοῦ δόγματος.
Δυστυχῶς, μερικοὶ ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ νεοπατερική, μεταπατερικὴ καὶ συναφειακὴ θεολογία ἔχουν πρόβλημα καὶ μὲ τὶς δύο αὐτὲς προϋποθέσεις, δηλαδὴ καὶ μὲ τοὺς ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ μὲ τοὺς “ζωντανοὺς ὀργανισμοὺς” τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἐνοχλοῦνται ἀπὸ τὴν Θεολογία, τὴν ὁποία ἐξέφρασε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, γιατί ὁ μεγάλος αὐτὸς διδάσκαλος συνέδεσε τὴν γνήσια Ὀρθόδοξη Θεολογία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μὲ τὴν σύγχρονη ἡσυχαστικὴ παράδοση, δηλαδὴ συνέδεσε τὴν Θεολογία μὲ τὴν ἐμπειρία, τὴν καθηγητικὴ ἕδρα μὲ τὸ ἡσυχαστήριο.
Ἂν ἡ θεολογία δὲν ἐκφρασθῆ ἐμπειρικῶς, γίνεται στοχασμὸς καὶ κουράζει τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἂν ἡ ἐμπειρία δὲν στηριχθῆ στὴν θεολογία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἶναι μιὰ ἀτομικὴ εὐσέβεια, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ἔχη “συναφειακὰ” στοιχεῖα μὲ ὅλες τὶς ἄλλες ἀνατολικὲς παραδόσεις.
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης φαίνεται ἐνοχλητικὸς γιὰ τοὺς στοχαστικούς, φιλοσοφοῦντες θεολόγους, ποὺ διακατέχονται ἀπὸ τὴν “στοχαστικὴ ἀναλογία”, κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Ἀκόμη, αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, κατὰ τὴν γνώμη μου, ποὺ ἀμφισβητοῦνται ἀπὸ μερικοὺς σύγχρονες, σημαντικὲς ἁγιορειτικὲς μορφές, ὅπως ὁ π. Πορφύριος, ὁ π. Παΐσιος, ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής, ὁ Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ κ.λπ..
Ἐνοχλεῖ τὴν σύγχρονη συγκρητιστικὴ θεολογία ὁ βίος καὶ ἡ διδασκαλία τῶν συγχρόνων “ζωντανῶν ὀργανισμῶν” τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
Σὲ μιὰ εἰσήγησή μου, ποὺ ἔγινε στὸ παρελθὸν προκειμένου νὰ τεκμηριώσω τὴν θεωρητικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, χρησιμοποίησα κείμενα τοῦ π. Πορφυρίου, ἑνὸς ἐξαγιασμένου Ἱερομονάχου τῆς ἐποχῆς μας.
Αἰσθάνθηκα βαθύτατη ἔκπληξη, ὅταν ὀρθόδοξοι θεολόγοι καὶ Κληρικοί, ποὺ ἦταν παρόντες, διαφώνησαν μὲ τὴν ἀναφορά μου σὲ λόγους τοῦ π. Πορφυρίου, διότι σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψή τους, μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ “ἰδεολογοποιεῖται” ἡ ὀρθόδοξη πίστη.
Ἡ ἔκπληξή μου ἦταν βαθύτατη, διότι ἀκόμη καὶ στὴν ἐπιστήμη ἡ ἀναφορὰ σὲ ἀνθρώπους, ποὺ παράγουν ἕνα καλλιτεχνικὸ ἢ φιλοσοφικὸ ἔργο εἶναι τεκμήριο γνησιότητος, ἐνῶ γιὰ μερικοὺς συγχρόνους θεολόγους ἡ ἀναφορὰ σὲ ἀνθρώπους, ποὺ ζοῦν τὴν πραγματικὴ Ὀρθόδοξη Θεολογία θεω- ρεῖται ἰδεολογοποίηση.
Ἔχω ἀπομαγνητοφωνήσει ὅλη αὐτὴν τὴν συζήτηση καὶ ἐὰν κάποτε δημοσιευθῆ, τότε θὰ ἀποκαλυφθοῦν “ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί”.
Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, κατὰ τὴν γνώμη μου, γιὰ τὸν ὁποῖο ἐπιδιώκεται ἡ μετάφραση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ ἄλλων λειτουργικῶν κειμένων καὶ στὴν πραγματικότητα ἐπιχειρεῖται “ἡ ἀπομυθοποίηση” τῆς λειτουργικῆς καὶ βιβλικοπατερικῆς γλώσσας.
Δὲν ἐξηγεῖται διαφορετικὰ ἡ προσωπικὴ ἐπίθεση μερικῶν ἐναντίον ἐκείνων, ποὺ μὲ θεολογικὸ λόγο ἐκφράζουν τὸν σεβασμό τους στὸ γλωσσικὸ ἰδίωμα τῆς Θείας Λειτουργίας.
Ἂν ἡ λειτουργικὴ γλώσσα ἀπωλέση τὸν πατερικὸ καὶ θεολογικὸ λόγο, τότε γίνεται μιὰ “συναφειακή”, “μεταπατερικὴ” λειτουργικὴ γλώσσα, ποὺ μπορεῖ νὰ χωρέση σὲ ὅλους τοὺς σύγχρονους συγκρητισμούς.
Ἄλλωστε οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτούς, ποὺ ὑπεραμύνονται τῆς μεταφράσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων καὶ ἐπιτίθενται μὲ ἐμπά- θεια καὶ ἀπρέπεια ἐναντίον ἐκείνων, ποὺ ἐκφράζουν μιὰ ἄλλη σκέψη, ἀνήκουν σ᾽ αὐτὸ τὸ κλίμα τῆς “μεταπατερικῆς” καὶ “συναφειακῆς” θεολογίας.
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ αὐτούς, ποὺ ἀρνοῦνται τὴν ἰσχὺ τῶν πατερικῶν λόγων γιὰ τὴν ἐποχή μας. Θέλουν νὰ ἀφήσουν ἐλεύθερο τὸν χῶρο γιὰ κάθε στοχασμὸ καὶ συγκρητισμό.

Συμπερασματικά, θεωρῶ ὅτι ἡ μοντέρνα θεολογία, ποὺ ἀποδεσμεύεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ ἐκφράζεται μὲ βαρύγδουπους ὅρους, δῆθεν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, εἶναι ἐπικίνδυνη γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν Θεολογία της.
Εἶναι πραγματικὰ ἕνας στοχαστικὸς τρόπος θεολογίας, ἕνας λαϊκισμὸς ποὺ ἐξασκεῖται ἀπὸ “χειροτονητοὺς θεολόγους”, λόγω μιᾶς κακῆς ἑρμηνείας τοῦ “βασιλείου ἱερατεύματος”».

Ορθόδοξος Τύπος 10/12
ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

᾿Αρχ. Σαράντη Σαράντου : Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος καὶ τὸ βίωμα τῆς Ὀρθοδοξίας




(Ἀπὸ ὁμιλία τοῦ π. Σαράντη Σαράντου στοὺς Ἱεροσπουδαστὲς τῆς Ριζαρείου, 1989)

Πραγματικὰ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἐβίωσε σὲ ὅλα καὶ μὲ ὅλα τὰ μέρη τῆς ὑπάρξεώς του τὴν Ὀρθοδοξία μας, τὴν ὁποία καὶ ἑρμήνευσε καὶ ἐξέφρασε προσωπικὰ καὶ δυναμικὰ στὸ καθολικὸ πλήρωμα τῶν Ὀρθοδόξων ἀδελφῶν καὶ γενικότερα στὴν Οἰκουμένη.
Εἶναι τόσο πλούσια ἡ προσωπικότητά του, τόσο βαθειά, τόσο μεγαλειώδης, συνδυασμένη μὲ θεϊκὴ πραγματικὰ ἁπλότητα, ποὺ θά ῾πρεπε ὁ φτωχὸς δικός μας ἀνθρώπινος λόγος νὰ ἀργήσει. Καὶ μάλιστα λόγος ποὺ προέρχεται ἀπὸ χείλη ἀδέξια, ἰσχνόφωνα καὶ κακόηχα σὰν τὰ δικά μου. Συγχωρῆστε μου λοιπὸν τὴν θρασύτητα καὶ ἐπιτρέψτε μου νὰ χρησιμοποιήσω τὸν συμβατικὸ λόγο γιὰ ὠφέλεια ὅλων μας καὶ γιὰ τὴν κατὰ δύναμιν τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο τοῦ αἰῶνα μας.
Θεμέλιο σ᾿ αὐτὴν τὴν προσλαλιὰ ἂς εἶναι τὸ παρακάτω ὑπαρκτὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου.
Μετὰ ἀπὸ κάποιες περιπέτειες ποὺ μεθόδευσε στὴ ζωή του ὁ μισόκαλλος, βρίσκεται ὁ Ἅγιος, σὰν ἱεροκήρυκας Χαλκίδος, ἐπίσκοπος ὄντας, στὸ μικρὸ νησὶ τῆς Σκιάθου, γιὰ νὰ λειτουργήσει καὶ νὰ κηρύξει. Φιλοξενεῖται ἀπὸ βραδὺς σ᾿ ἕνα ἁπλὸ δωματιάκι τοῦ νησιοῦ. Περνᾶνε οἱ ὦρες τῆς νύχτας καὶ τὸ φῶς τοῦ δωματίου του δὲν σβήνει. Κάποιοι περίεργοι βρίσκουν τὸν τρόπο νὰ κρυφοκοιτάξουν. Βλέπουν τὸν Ἅγιο Ἐπίσκοπο νὰ κάνει ἐδαφιαῖες μετάνοιες καὶ κάτι νὰ ψελλίζει. Τὸ φῶς ἔσβησε, ὅταν ξεκίνησε γιὰ τὴν πρωϊνὴ ἀκολουθία καὶ τὴν Θεία Λειτουργία.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀδελφοί, λέει πάρα πολλά. Βάση στὴ ζωή του ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια εἶχε αὐτὸ ποὺ ὅλοι οἱ πατέρες καὶ ἅγιοι εἶχαν, τὴ νηπτικὴ ἐργασία, τὴν προσεκτικὴ φροντίδα τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀθανάτου καὶ θεοεικέλου ψυχῆς. Μολονότι ἐπίσκοπος, πεπειραμένος στὰ πνευματικά, κάποιας ἡλικίας, ὅμως δὲν ἀντικαθιστᾷ μὲ τίποτα τὴν ἀγαπημένη του πνευματικὴ ἐργασία γιὰ τὴν προσωπική του ἕνωση μὲ τὸν ἐν Τριάδι Θεό. Δόξα τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ γιὰ τέτοιους ἀνθρώπους ποὺ ἀναδεικνύει σὲ ὅλες τὶς ἐποχὲς καὶ τοὺς ἔχει μαζὶ ἴσως καὶ μὲ ἄλλους ἀφανεστέρους, δείγματα τῆς Ὀρθοδόξου πνευματικότητος, ποὺ ἀληθινὰ ὄζει (μυρίζει) ἀγάπη Χριστοῦ.
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος γεννήθηκε τὴν 1η Ὀκτωβρίου τοῦ 1846 στὴ Συληβρία τῆς Θρᾴκης. Σὰν παιδὶ καὶ σὰ νέος ἦταν πολὺ φιλομαθὴς καὶ ἰδιαίτερα ὅπως οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ἀγάπησε τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ τὰ Πατερικὰ κείμενα. Τὸ βιβλίο ποὺ ὁ ἴδιος ἐξέδωσε «Λογίων θησαύρισμα» εἶναι ἀκριβὲς ἀπόσταγμα τῶν Πατερικῶν Μελετῶν στὶς ὁποῖες ἀπὸ μικρὸς ἀφιερωνόταν. Ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ ἀνθολόγιο τῶν πολυτίμων μελετῶν του φαίνεται ἡ νηπτικὴ ἐργασία καὶ ἡ δυνατὴ ἔφεση ποὺ εἶχε στὰ βάθη του γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἡ δίψα του γιὰ τὴν τελειότητα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
Ἀπὸ πολὺ νωρὶς συγκεκριμενοποίησε τὸν οὐράνιο πόθο του καὶ τὸν ταύτισε μὲ τὴ μοναχικὴ ζωή. Τὸ 1876 ἐκάρη μοναχὸς στὴ Νέα Μονὴ τῆς Χίου μὲ τὸ ὄνομα Λάζαρος ἀπὸ Ἀναστάσιος Κεφαλᾶς. Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς φαίνεται καθαρὰ ὅτι ἔμεινε τρία χρόνια πραγματικά, ἀσκούμενος στὴ μοναχικὴ καὶ μοναδικὴ, ὅπως ἀναφέρεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες μας, πολιτεία. Ἡ ἄσκηση τοῦ παρθενικοῦ βίου τὸν ἔκανε προσηνῆ ἐπειδὴ συνδύασε τὴν τραχύτητα τῆς ἀσκήσεως μὲ τὴν ἄκρα ταπείνωση. Γι᾿ αὐτὸ ἔγινε ἀγαπητὸς ἀπὸ τὴ λοιπὴ μοναστικὴ ἀδελφότητα, προτάθηκε γιὰ χειροτονία καὶ προχειρίσθηκε διάκονος τὸ 1877 σὲ ἡλικία ὥριμη καὶ σύμφωνη μὲ τοὺς Θεοπνεύστους ἱεροὺς κανόνες,τριάντα ἑνὸς δηλαδὴ ἐτῶν, μὲ τὸ ὄνομα Νεκτάριος. Μὲ ἄδεια καὶ εὐλογία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς μετανοίας του συμπληρώνει τὶς γυμνασιακές του σπουδὲς στὴν Ἀθήνα, κατόπιν στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, κοντὰ στὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σωφρόνιο καὶ πάλι στὴν Ἀθήνα, ὅπου μετὰ ἀπὸ εὐδόκιμες θεολογικὲς σπουδὲς τὸ 1885 ἐκατατάχθηκε στοὺς πτυχιούχους τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς ὁποίας ὑπῆρξε καὶ ὑπότροφος. Τὸ ἑπόμενο ἔτος 1886 χειροτονεῖται πρεσβύτερος καὶ Ἀρχιμανδρίτης στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ τὸν ἴδιο Πατριάρχη Σωφρόνιο, κοντὰ στὸν ὁποῖο ὑπηρέτησε σὰν ἱεροκήρυκας καὶ γραμματέας τοῦ Πατριαρχείου καὶ Πατριαρχικὸς ἐπίτροπος στὸ Κάϊρο. Ἕνα χρόνο ἀργότερα τὸ 1889 χειροτονεῖται Μητροπολίτης τῆς πάλαι ποτὲ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Πενταπόλεως ἀπὸ τὸν ἴδιο Πατριάρχη Σωφρόνιο.
Αὐτὴ τὴν ἐπέτειο τῶν ἑκατὸ χρόνων ἀπὸ τῆς χειροτονίας του σὲ ἐπίσκοπο τιμᾶμε καὶ γιορτάζουμε σήμερα.
Γιατί ἰδιαίτερα αὐτὴν τὴν ἐπέτειο ἐξαίρουμε;
Γιατὶ καὶ ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος καὶ ὁ μεγάλος Θεολόγος Νικόλαος Καβάσιλας ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καὶ ζωντανὸς φορέας ὅλης της Χριστιανικῆς Παραδόσεως.Ἴσως σὲ μερικὲς περιπτώσεις ἀμφιβάλλουμε γιὰ τὰ ὑποστηριζόμενα ἀπὸ τοὺς ἁγίους, γιατὶ δὲν βλέπουμε πάντοτε σαρκωμένες αὐτὲς τὶς ἀρετὲς στὰ Ἐπισκοπικὰ πρόσωπα. Στὴν περίπτωση ὅμως τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ταυτίσθηκε ἡ ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωὴ καὶ τὸ ποιμαντικὸ ἀρχέτυπο μὲ τὸ πρόσωπό του. Οἱ λειτουργίες του, τὰ κηρύγματά του, ἡ φροντίδα του γιὰ τὴν εὐπρέπεια καὶ διακόσμηση τῶν Ἱερῶν Ναῶν, τὸ προσωπικό, ποιμαντικὸ καὶ ἀνθρωπιστικὸ ἐνδιαφέρον, ἡ συμπάθεια στοὺς καχεκτικοὺς στὴν πίστη καὶ στὴν ἠθικὴ, οἱ διοικητικές του ἱκανότητες καὶ ἰδιαίτατα ὁ ἄμεμπτος βίος κατάφερναν νὰ συγκρατοῦν τὸ θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ λογικὰ πρόβατα στὴ μάνδρα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ποιότητα τῆς Χριστιανικῆς ψυχῆς του καὶ ἡ Χριστιανικὴ διαύγεια τῶν φρονημάτων τοῦ φαίνεται ὁλοκάθαρα στοὺς ἄδικους διωγμούς του. «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν καὶ ὑμᾶς διώξουσιν» δὲν εἶπε ὁ Κύριος; Ἀφανεῖς ἀντίχριστες δυνάμεις κατάφεραν νὰ μεθοδεύσουν ἔτσι κάποιες συκοφαντίες, ὥστε νὰ ἀπολυθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ νὰ παυθεῖ ἀπὸ τὴ θέση του. Καμιὰ σαφὴς κατηγορία ἀλλὰ καὶ καμιὰ ἀκύρωση τῶν συκοφαντιῶν. Σὰν ἐλεύθερος ἄνθρωπος καὶ ἀθῷος διαμαρτύρεται γιὰ τὴν ἀδικία ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπιστολὲς –διαμαρτυρίες πρὸς τὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σωφρόνιο, λίγο ἀργότερα πρὸς τὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Φώτιο καὶ πρὸς τὸν Πατριάρχη Ἰωακεὶμ τὸν Γ´ εἶναι γεμάτες ἐκκλησιαστικὸ ἦθος ποὺ σπάνια συναντᾶμε.
Ἄνθρωπος ψημένος στὴ μοναχικὴ ἄσκηση καὶ στοὺς κανόνες ταπεινοφροσύνης, δὲν μποροῦσε παρὰ αὐτὸ τὸ ἦθος νὰ ἀποκτήσει τῶν Μεγάλων Πατέρων, ποὺ εἴτε τοὺς ἔβριζαν εἴτε τοὺς ἐγκωμίαζαν, τὸ ἴδιο αἰσθάνονταν καὶ ἀνεξίκακα ἀντιδροῦσαν.
Οὐδεὶς ἀδοκίμαστος εὐδόκιμος.
Ἀξίζει κανεὶς νὰ διαβάσει καὶ μόνο αὐτὲς τὶς ἐπιστολὲς γιὰ νὰ προσεγγίσει αὐτὸν τὸν πολύτιμο ἀδάμαντα τῆς Ὀρθοδοξίας. Μικρὲς ἐπιστολὲς γραμμένες μὲ σαφήνεια, γλωσσικὴ ἀρτιότητα, τέλεια νοήματα, λέξεις ἱεροπρεπεῖς καὶ κατάμεστες ἀπὸ σεβασμὸ στὸ πρόσωπο ποὺ ἀπευθύνεται καὶ τὸ ὁποῖο τὸν ἀδίκησε. Δὲν βρίσκεις ἴχνος δηκτικότητας νὰ ὑπολανθάνει. Κρατᾷ τὸν πόνο του σὲ καθαρὰ πνευματικὸ ἐπίπεδο. Αὐτὲς οἱ ἐπιστολὲς ἀποπνέουν τὸ ἄρωμα τῆς ἀπαθοῦς καὶ χαριτωμένης ψυχῆς του, ποὺ προετοιμάζεται ἔκδηλα ἀπὸ τὸν Ἐσταυρωμένο Κύριο γιὰ τὴ μέλλουσα τιμὴ καὶ παγκόσμια δόξα ποὺ τοῦ χάρισε. Ἡ ποιότητα τῆς ψυχικῆς καλλιεργείας του ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὸ ποιμαντικὸ ἔργο του στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἀνάλογη ποιμαντικὴ ἐν Χριστῷ ἀγωγή, ποὺ τοὺς προσέφερε.
Πάνω ἀπὸ ἐννιακόσιοι πιστοὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Καΐρου συνέταξαν μία διαμαρτυρία καὶ συνάμα ἀποχαιρετιστήριο γράμμα πρὸς τὸν Ἅγιο Πενταπόλεως ποὺ δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα «Μεταρρύθμισις» τῆς Ἀλεξάνδρειας. Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ γράμμα φαίνεται γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἀπὸ ἄλλη σκοπιὰ, ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τῶν λαϊκῶν, ὁ πραότατος καὶ εἰρηνικὸς χαρακτῆρας τοῦ Ἁγίου. Στὸ δημοσίευμα αὐτὸ δὲν ὑποφώσκει ἴχνος ἐμπαθείας ἢ φανατισμοῦ κατὰ τῶν ἀδικησάντων ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν τὸν Ἅγιο Πενταπόλεως.
Πόσο ταπεινὰ καὶ χριστοκεντρικὰ θὰ εἶχε ἐργασθεῖ ὁ Ἅγιος στὴν Ἄμπελο τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ μεταφυτεύει καὶ στοὺς ἄλλους τὸν ἀληθινὸ τρόπο Χριστιανικῆς ζωῆς, τῆς Θεανθρώπινης ζωῆς ποὺ ὁ ἴδιος βίωνε.
Ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ τῶν λαϊκῶν του Καίρου φαίνεται ἡ μεγάλη ἐν Χριστῷ ἀγάπη ποὺ τοῦ εἶχαν, φαίνεται διάφανα ἡ ἐν Χριστῷ ἡγετικὴ φυσιογνωμία τοῦ Ἁγίου, ἀλλὰ τελικὰ ἡ ὑπακοὴ (αὐτὸ εἶναι τὸ γνήσιο ἐκκλησιαστικὸ χριστιανικὸ φρόνημα) καὶ τοῦ Ἁγίου καὶ τῶν πνευματικῶν του τέκνων στὶς ἀποφάσεις τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας. Ἦταν βαθὺς καὶ ὄχι ἐπιπόλαιος καὶ ὑποπτευόταν ὅτι πίσω ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀδικία κρύβονται μεγαλεπίβολα, μὰ ἀνεξιχνίαστα θεϊκὰ σχέδια. Καὶ κατάφερε αὐτήν του τὴ νοοτροπία νὰ μεταβιβάσει ζωντανὰ στὸ λαὸ τοῦ Καΐρου, πρᾶγμα ποὺ διακρίνεται μὲ ἐνάργεια πρὸς τὸ τέλος τῆς ἐπιστολῆς–διαμαρτυρίας.
Ἴσως οἱ βουλὲς τοῦ Θεοῦ ἔχουν διαφορετικὲς προοπτικές.
Ἐπιτρέψτε μου νὰ ἐπιμείνω λίγο ἀκόμη σ᾿ αὐτὴν τὴν κρίσιμη καμπὴ τῆς ζωῆς του. Ἂν ὁ Ἅγιος ἔπαιρνε κάποια ἄλλη διαφορετικὴ στάση, καταλάβαινε μὲ τὸν σώφρονα λογισμὸ ποὺ τοῦ εἶχε χαρίσει ἡ Ὀρθόδοξη μοναχικὴ νηπτικὴ ἄσκηση, καταλάβαινε ὅτι κατάστρεφε ὅ,τι ὡραιότερο, ὅ,τι πιὸ θεανθρώπινο εἶχε μεταγγίσει στὶς ψυχὲς τῶν πνευματικῶν τοῦ τέκνων.
Σὰν ἀληθινὸς Λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου προτιμᾷ νὰ ἀδικεῖται παρὰ νὰ καταστρέψει στὰ μάτια καὶ στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν τὴν εἰκόνα τῆς Ἀρχιερωσύνης, χτυπώντας τοὺς ἄλλους ἀρχιερεῖς ποὺ τὸν ἀδίκησαν.
Παρακαλῶ πολὺ ὅλους μας νὰ ἐγκύψουμε μὲ πολλὴ εὐλάβεια σ᾿ αὐτὴν τὴν πτυχὴ τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Πενταπόλεως καὶ στὴν θεανδρικὴ στάση του γιατὶ καθένας μας ἔχει ἢ ἐνδέχεται νὰ ἔχει πικρίες συκοφαντικὲς στὸ μετερίζι ἀπὸ τὸ ὁποῖο μάχεται.
Στὴ συνέχεια γιὰ ἕνα ἔτος ταλαιπωρήθηκε «φυτοζωῶν», λέει ὁ βιογράφος του ἅγιος πρ. Παραμυθίας Τίτος Ματθαιάκης, ζητώντας στὴν Ἀθήνα ἐργασία καὶ μὴ βρίσκοντας. Ἐπὶ τέλους στὶς 15 Φεβρουαρίου 1891 διορίσθηκε ἱεροκήρυκας τοῦ Νομοῦ Εὐβοίας, σπάνιο φαινόμενο στὰ χρονικὰ τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ Ἐπίσκοπος νὰ διορίζεται ἁπλὸς ἱεροκήρυκας. Ὅμως δέχθηκε καὶ ἐργάσθηκε διόμιση χρόνια ἀκάματα πνευματικά, ἀγάπησε τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀγαπήθηκε. Πάλι δυσκολίες καὶ μετάθεση στὸ Νομὸ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Ἀξίζει καὶ πάλι νὰ τονισθεῖ ἡ κρυστάλλινη ποιότητα τοῦ ποιμαντικοῦ του λειτουργήματος ποὺ ἐκφράζει τὸ ἀποχαιρετιστήριο γράμμα τοῦ Δημάρχου Κυμαίων Καρυστίας πρὸς τὸν Ἅγιο.
Ὁ Κύριος ὅμως ἀφοῦ τὸν προετοίμασε μὲ τὴν θλίψη καὶ τὸν διωγμό, ἀφοῦ τοῦ ἔκλεισε τὶς ἄλλες πόρτες, τοῦ ἄνοιξε τὴν ὑψηλὴ καὶ μεγάλη προοπτικὴ τοῦ Διευθυντῆ τῆς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς. Μὲ Βασιλικὸ Διάταγμα διορίσθηκε τὴν 1η Μαρτίου τοῦ 1894 καὶ ἔμεινε σ᾿ αὐτὴν τὴν περίοπτη θέση μέχρι τὸ 1908, ἀπὸ τὴν ὁποία παραιτήθηκε, ὅπως ὁ ἴδιος γράφει στὴν αἴτησή του πρὸς τὸ Δ.Σ. γιὰ λόγους ὑγείας.
Δεκατέσσερα ὁλόκληρα χρόνια ἐργάσθηκε συστηματικὰ ὁ Ἅγιος στὸ θερμοκήπιο τῶν Ἱερατικῶν κλήσεων. Ὅ,τι ἱερότερο, ὅ,τι θεανθρωπινότερο, ὅ,τι χριστοευγενέστερο, ὅ,τι οὐράνιο εἶχε κατακτήσει μὲ τὴν ἄσκησή του καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, μὲ πολὺ ζῆλο τὸ ἀποτύπωσε στὶς ψυχὲς τῶν Ἱεροσπουδαστῶν του. Πίστευε ὅτι τὸ νεοσύστατο μετὰ τὸν τουρκικὸ ζυγὸ ἔθνος θὰ μπορέσει νὰ ὀρθοποδήσει καὶ πνευματικὰ νὰ μεγαλουργήσει, ἂν οἱ ποιμένες αὐτοῦ τοῦ τόπου τραφοῦν μὲ τὸν ἐπιούσιο Ἄρτο τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας καὶ ποτισθοῦν μὲ τὰ ἀστείρευτα νάματα τῆς Ὀρθοδόξου Εὐσεβείας. Πετύχαινε πραγματικὰ νὰ μεταλαμπαδεύσει στὶς ψυχὲς τῶν Ἱεροσπουδαστῶν ὅλη τὴν χριστοφλόγα τῆς ψυχῆς του, μὲ τὸν πιὸ ἐκλεκτὸ τρόπο, τὴν ἐν Χριστῷ ἀγάπη, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ δυνατὸ φίλτρο. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ συγκινήσει τὸ νέο καὶ νὰ βάλει σὲ συναγερμὸ καὶ κινητοποίηση ὅλα τὰ ψυχοδυναμικά του γιὰ ἐγκόσμια καὶ ὑπερκόσμια δημιουργία.
Ὁ πρωτοπρεσβύτερος παπα-Νικόλας Μυλωνᾶς καὶ ὁ Οἰκονόμος Θεμιστοκλῆς Παπακωνσταντίνου ποὺ τὸν εἶχαν δάσκαλο ἐπαληθεύουν τὴν ἄριστα παιδαγωγικὴ συμπεριφορά του πρὸς τὰ νεαρὰ βλαστάρια. Ποτὲ δὲν εἴχαμε δεῖ τὸ εἰρηνικὸ καὶ χαρίεν πρόσωπό του νὰ ἀλλοιώνεται ἀπὸ τὶς νεανικὲς ἀταξίες.
Εἶχε μία ἀπεριόριστη ἐσωτερικὴ ἀνεκτικότητα καὶ μεγαλοψυχιὰ λέγουν, μὲ τὴν ὁποία κατόρθωσε νὰ διορθώσει τὶς ἀνωριμότητες τῶν νέων χωρὶς νὰ τραυματίσει τὸ ψυχολογικὸ πεδίο. Καὶ κάποιος ἄλλος μαθητής του ἔλεγε μὲ θαυμασμὸ γιὰ τὸν Ἅγιο, ὅτι ἀνεχόταν ἀκόμη καὶ νὰ κοροϊδεύεται μερικες φορὲς καὶ μολονότι διαισθανόταν πὼς τοῦ λένε ψέμματα δὲν ἐπενέβαινε βίαια, αὐταρχικά, πιεστικά, γιὰ νὰ διορθώσει τὸν ἁμαρτάνοντα. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐκτίμηση πρὸς τὰ ἀνώριμα ἀκόμα παιδιὰ, τὰ ἔφερνε λίγο ἀργότερα σὲ αὐτοσυναίσθηση τοῦ σφάλματος, σὲ μετάνοια καὶ ὁριστικὴ καὶ εἰλικρινῆ διόρθωση. Ἤδη ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς τριετοῦς μοναστικῆς ἀσκήσεώς του στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς χώρας τῆς Χίου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν περισσὴ ἐμπειρία του ἀπὸ τὴν διακονία του στὸ λεπτὸ καὶ εὐαίσθητο ἔργο τοῦ πνευματικοῦ εἶχε διαπιστώσει πόσο εὔθραυστος εἶναι ὁ ψυχολογικὸς παράγοντας σὲ κάθε ἄνθρωπο καὶ πόσο ἀποφασιστικὸ ρόλο παίζει στὴν ὁλοκλήρωση τῆς προσωπικότητας καὶ στὸν ἁγιασμό της. Εἶχε κατέβει, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ συγγραφέας τῆς Κλίμακος, εἶχε κατέβει στὰ βάθη τῆς ψυχῆς, γνώριζε πολὺ καλὰ τὶς ἀντιδράσεις της καὶ ἰδιαίτερα τὴν καταστροφὴ ποὺ προξενοῦν τὰ πάθη καὶ οἱ κακίες τῶν μεγαλυτέρων στὴν ἀνέλιξη καὶ ἀνάπτυξη τῶν νεωτέρων.Καὶ ἤθελε αὐτὸς ὁ μακάριος ἄνδρας, νὰ μὴν πληγώσει, νὰ μὴν τσαλαπατήσει, νὰ μὴν σταυρώσει μὲ τιμωρίες τὰ παιδιά του ἀλλὰ νὰ τὰ ἀνυψώσει, νὰ τὰ ἀναπτερώσει, νὰ τὰ ἐμψυχώσει μὲ τὴ μέθη τῆς δικῆς του ἐν Χριστῷ ἀγάπης. Εἶχε βιώσει βέβαια αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ πρύτανις τῶν ἀσκητῶν πατέρων ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι μέθη ψυχῇς καὶ ἔχει τὴν δύναμη νὰ μεθύσει καὶ τοὺς γύρω.
Κάποιος ἄλλος μαθητής του, ὁ Ν. Λούβαρης, θυμᾶται ὅτι προτιμοῦσε ὁ ἴδιος νὰ ὑποβάλλεται σὲ ἀσκήσεις, γιὰ παράδειγμα σὲ νηστεία, γιὰ νὰ μὴν τιμωρήσει τὸ ἀνώριμο εὔθραυστο βλαστάρι, τὸν ἱερὸ σπουδαστή του, ὅταν ἡ διάκριση, ποὺ ἄφθονη εἶχε, τὸν πληροφοροῦσε, ὅτι ἡ τιμωρία θὰ δημιουργήσει ἀπωθημένη ἐμπάθεια ἢ ψυχολογικὰ τραύματα. Καὶ δὲν πρέπει ἕνας ποιμένας, ἕνας ταγὸς νὰ κατατρύχεται ἀπὸ ψυχολογικὰ προβλήματα, ποὺ μπερδεύουν τοὺς γύρω του, καὶ ἐξουθενώνουν τὶς ψυχὲς καὶ δὲν τὶς ὁδηγοῦν στὴν ἐλευθερία «ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε». Ἀνελάμβανε ὁ ἅγιος του Θεοῦ, ὁ θεόπνευστος αὐτὸς παιδαγωγὸς πάνω του τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας τῶν παιδῶν του, γιὰ νὰ ἀνοίγει μπροστὰ τοὺς ὁ δρόμος τῆς προκοπῆς καὶ τῆς δημιουργίας καὶ ὄχι τῆς μιζέριας καὶ τῆς μικροψυχίας.
Πιθανῶς νὰ ὑπῆρξαν καὶ περιπτώσεις ποὺ ὁ ἅγιος νὰ μεταχειρίσθηκε καὶ τὴν παιδαγωγικὴ μέθοδο τῆς αὐστηρότητας, ὅταν οἱ περιστάσεις τὸ ἀπαιτοῦσαν. Κυριαρχοῦσε πάνω ἀπὸ ὅλα ἡ Ποιμαντική της ἀγάπης, τῆς καλωσύνης καὶ τῆς πατρικῆς ἐπισκοπῇς, θὰ λέγαμε γενναιοψυχίας.
Ὁ Ἰ. Φ. Κωνστανταράκης, μαθητὴς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ἀναφέρει ὅτι οἱ ἱεροσπουδαστὲς εἶχαν νύχτα καὶ μέρα ἐνώπιόν τους ἕνα ἀρχέτυπο τελείου καὶ ὁλοκληρωμένου ἀνθρώπου.
Ἦταν φίλεργος καὶ πολυγραφότατος.
Ἔγραφε θεολογικὲς μελέτες.
Συνέθετε ὕμνους στὴν Κυρία Θεοτόκο ποὺ ὅταν τοὺς ἔψαλε, μεταρσιωνόταν καὶ μετέφερε πνευματικὸ ἐνθουσιασμὸ στοὺς μαθητές του.
Τὸ κήρυγμά του ἦταν πολὺ ἐποικοδομητικὸ καὶ στὸ ναὸ τῆς Σχολῆς καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους ποὺ τὸν καλοῦσαν.
Ἡ Λειτουργία του ἦταν μυσταγωγία καὶ συναγερμὸς ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος πρὸς τὸν ἐν Τριάδι Κύριο.
Πρὸς τοὺς ἑτερόδοξους συμπεριφερόταν μὲ εὐγένεια καὶ καλωσύνη χωρὶς νὰ κρύβει κανένα σημεῖο τῆς Ὀρθοδόξου ὁμολογίας του.
Παράλληλα σημειώνει ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ὁ μετέπειτα ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ποὺ τὸν διαδέχθηκε στὴν Διεύθυνση τῆς Σχολῆς, ἐνδιαφέρθηκε ὁ ἅγιος Νεκτάριος γιὰ τὸν κῆπο τῆς Σχολῆς, γιὰ τὴν εὔρυθμη λειτουργία ὅλων τῶν συνεργείων της, γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη Διεύθυνση καὶ τὸ ὅλο πολιτιστικὸ κλίμα της. Δὲν ἦταν δυνατὸ ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ταξινομήσει παραδεισιακὰ τὰ ἐσωτερικὰ πνευματικά του ζητήματα, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν ἐκφράσει αὐτήν του τὴν ἐσωτερική του χριστοαρμονία καὶ νὰ μήν τὴν ἀπεικονίσει ταπεινὰ ἀπὸ ὅλα του τὰ ἀγαπημένα πρόσωπα, σ᾿ ὅλα τὰ πράγματα γύρω του καὶ σ᾿ ὅ,τι ἄγγιζε.
Ἀποκορύφωμα καὶ ἀποκρυστάλλωμα τῆς ὅλης του ποιμαντικῆς δραστηριότητας ὑπῆρξε ἡ ἀνασύσταση τῆς Γυναικείας Ι. Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, στὴν Αἴγινα. Ὅλο του τὸν μισθὸ ποὺ ἔπαιρνε ἀπὸ τὴν Ῥιζάρειο τὸν διέθετε γιὰ νὰ κτισθεῖ ἡ ἐρειπωμένη Ἱερὰ Μονὴ καὶ γιὰ νὰ συντηροῦνται οἱ μοναχὲς τῆς ἀδελφότητας.
Ἐνδιαφερόταν νὰ γίνει ἕνα ὡραῖο ἐκκλησιαστικὸ οἰκοδόμημα, ὅπως καὶ ἔγινε, γιὰ νὰ στεγάσει ἕνα ἱερὸ ἡσυχαστήριο καὶ φροντιστήριο Ὀρθοδόξου μοναστικῆς εὐσεβείας. Εἶχε ἀγαπήσει μὲ πάθος ἀπαθὲς, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, τὴν φιλανθρωπία καὶ χαιρόταν νὰ ξοδεύει τὸν μισθό του, τόσο γι᾿ αὐτὸ τὸν σκοπὸ ὅσο καὶ γιὰ περιπτώσεις φτωχῶν ἀνθρώπων, ποὺ τοῦ ζητοῦσαν βοήθεια. Ἦταν ἀχόρταγος στὸ νὰ δίνει, τόσο ποὺ μερικὲς φορὲς δὲν εἶχε τὰ ναῦλα του, γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴ μοναστικὴ ἀδελφότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος ποὺ παρακολουθοῦσε πνευματικὰ καὶ τὴν καθοδηγοῦσε, ἐνῷ παράλληλα ἦταν διευθυντὴς στὴ Ριζάρειο.
Τὶς ἡμέρες τῶν διακοπῶν τοῦ Πάσχα, τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ καλοκαιριοῦ ἔμενε στὴν ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ προσπαθοῦσε ἐφαρμόζοντας τοὺς αὐστηροὺς ἀσκητικοὺς ὅρους τοῦ Μ. Βασιλείου, νὰ ὀργανώσει φιλόθεα καὶ φιλάνθρωπα τὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τῆς ἀδελφότητας.
Εὐτυχῶς ποὺ μᾶς ἔχουν διασωθεῖ 136 ἐπιστολὲς τοῦ Ἁγίου, ποὺ ἔστελνε ἀπὸ τὴν Ριζάρειο στὴ μοναστικὴ ἀδελφότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μέσα σὲ αὐτὴ διακρίνεται ἡ λαμπρότητα καὶ ἡ ὡραιότητα τοῦ παρθενικοῦ του χαρίσματος ποὺ αὔξησε ὁ Χριστὸς ἑκατονταπλάσια μέσα του μὲ σύμφωνη τὴν ἀγαθὴ προαίρεσή του.
Ἐπίσης διακρίνεται ἡ πνευματικὴ, ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη τοῦ ἁγίου πρὸς τὰ πνευματικά του τέκνα, τὶς μοναχές, μέσα στὶς ψυχὲς τῶν ὁποίων, ὅπως ὁ θεῖος Παῦλος, θέλησε νὰ μορφώσει τὸν Χριστὸ καὶ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Πρότυπό του στὴ φιλανθρωπία εἶχε τὸν ἅγιο Νικόλαο ποὺ ἀπὸ μικρὸς εἶχε ἀγαπήσει καὶ τὸν εἶχε προστάτη του.
Ὁ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης τονίζει στὸ ὡραιότατο βιβλίο του «ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ θαυματουργός» ὅτι μέσα στὶς ἐπιστολὲς αὐτὲς φαίνεται ἡ μεγάλη διάκριση ποὺ εἶχε ὁ ἅγιος. Σὲ κάθε μιὰ μοναχὴ δίνει τὶς κατάλληλες γι᾿ αὐτὴν ὁδηγίες, σεβόμενος τὰ προσωπικὰ ὅρια ἀντοχῆς της καὶ ἀνοίγοντάς της τὸν κατάλληλο δρόμο ποὺ θὰ ὁδηγήσει αὐτὴν πρὸς τὸν Σωτῆρα Χριστό, χωρὶς νὰ ἰσοπεδώνει τὸ πρόσωπο.
Ἤξερε πολὺ καλὰ αὐτὸς ὁ βαθυνούστατος ἐπίσκοπος πόσο σημαντικὸς εἶναι ὁ ρόλος τῆς γυναίκας μέσα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτὸ χωρὶς νὰ ὑποτιμᾷ τὸ Μέγα Μυστήριο τοῦ γάμου, λέγει ὁ π. Θεόκλητος, ὅμως προσπαθεῖ νὰ καταρτίσει ἄριστα τὴ γυναικεία προσωπικότητα στὴν εὐσέβεια καὶ στὴν ἐν Χριστῷ ζωή, γιὰ νὰ ἔχει ἡ κοινωνία, τὰ δείγματα ἔστω, τῆς ἀληθινῆς χριστιανικῆς ζωῆς, σαρκωμένης στὰ πρόσωπα τῶν μοναζουσῶν. Μέσα σε αὐτὲς τὶς ἐπιστολὲς μποροῦν καὶ οἱ σημερινὲς Χριστιανὲς νὰ σπουδάσουν τὸ γνήσιο χριστιανικὸ φεμινιστικὸ κίνημα, ποὺ συνοψίζεται στὴν ἐν Χριστῷ ὑπακοή, στὸ ὑπάκουο κλίμα της καὶ στὴν ἀτμόσφαιρά της.
Καὶ στ᾿ ἀλήθεια πέτυχε ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ νὰ φυτεύσει καὶ μετὰ τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὴν Ριζάρειο, μένοντας κοντά τους, νὰ καταρτίσει τὴ μοναστικὴ αὐτὴ ἄμπελο τῆς ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀκτινοβολία της συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Τὸ καλοκαῖρι τοῦ 1898 ἔκανε περιοδεία προσκυνηματικὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Πῆρε εὐλογίες ἀπὸ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, ἔδωσε ὅμως καὶ ἀπὸ τὸ ταμεῖο τῶν δικῶν του θησαυρῶν στοὺς μοναχοὺς ποὺ μὲ πολλὴ χαρὰ τὸν καλοδέχθηκαν καὶ ξεχωριστὰ τίμησαν ἐπίσημα τὸν ταπεινόφρονα ἱεράρχη. Ἡ ἐπικοινωνία του μὲ ἁγίους μοναχοὺς, ὅπως τὸν π. Δανιὴλ Κατουνακιώτη, τὸν συνέδεσε πνευματικὰ μὲ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἔτσι ὥστε ἐπιστρέφοντας στὸν κόσμο, νὰ εἶναι ἕνας ἁγιορείτης ἐκτὸς Ἁγίου Ὄρους καὶ μέσα στὴν ὑπακοὴ τῆς δικῆς του, ἂς ποῦμε δικῆς του, μονῆς.
Ἀφήσαμε μία πτυχὴ τῆς ζωῆς του τελευταία. Σκόπιμα. Γιὰ νὰ τὴν τονίσουμε. Βέβαια ἀπὸ ὅσα μέχρι τώρα ἔχουμε ἀναφέρει διαφαίνεται ὁλοκάθαρα.
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἦταν ἕνας χαρισματοῦχος πνευματικός.
Αὐτόπτης μάρτυς μοῦ ἀνέφερε ὅτι τὸν εἶδε νὰ εἰσέρχεται στὸ ἱερὸ βῆμα, νὰ φορᾷ τὸ πετραχῆλι του καὶ νὰ πηγαίνει νὰ κατασπάζεται τὸν ἐσταυρωμένο καὶ νὰ κλαίει. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴ μυσταγωγικὴ καὶ κατανυκτικὴ προετοιμασία προσφερόταν νὰ βοηθήσει στὸ Μυστήριο τῆς Ἱ. Ἐξομολογήσεως ὄχι μόνο τὶς μοναχὲς ποὺ πρωτύτερα ἀναφέραμε, ὄχι μόνο τους ἱεροσπουδαστές του, ἀλλὰ καὶ τὸν κοσμάκη ποὺ συνέρρεε γιὰ νὰ ἀποθέσει τὸν βαρὺ κλοιὸ καὶ φόρτο τῆς ἁμαρτίας.
Ἰκανότατος στὸν ποιμαντικὸ διάλογο, ἀμέσως ἀποσποῦσε τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ ἐξομολογουμένου. Πρόσωπο μὲ πρόσωπο ὁ πνευματικὸς πατέρας μὲ τὸν πνευματικὸ υἱὸ ἢ τὴν πνευματικὴ θυγατέρα, μποροῦσε μὲ τὴν δύναμη τοῦ Τελεταρχικοῦ καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος καὶ μὲ τὴν ἀπάθεια τῆς ἄσπιλης καὶ ἀμόλυντης ψυχῆς του, νὰ ἀνασπᾷ ἀπὸ τὴν ἄβυσσο τὸ ναυαγημένο καράβι, ὅπως σοφότατα περιγράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης. Μέσα στὸ κλίμα τῆς ἐν Χριστῷ θερμῆς καὶ ἁπλῆς ἀγάπης, μποροῦσε μοναδικὰ νὰ ἐκφρασθεῖ καὶ εἰλικρινὰ νὰ ἐξαγορευθεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ φιλόστοργα νὰ ἐμφυσήσει τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν ἄφεση ὁ χαρισματοῦχος πνευματικὸς Πατήρ.
Τέλος ἡ ἀγαθὴ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ οἰκονόμησε ἔτσι τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, ὥστε παραιτούμενος ἀπὸ τὴν Ριζάρειο νὰ ἀποσυρθεῖ στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, νὰ βοηθήσει ἀποφασιστικὰ στὴν ὀργάνωση τοῦ Κοινοβίου τῆς μέχρι τὸ 1920 ὁπότε καὶ παρέδωσε νικηφόρα τὴν ἁγία ψυχή του στὸν Κύριο.
Μὲ μία τόσο πλούσια καὶ ἐκλεκτὴ ποιμαντικὴ προσφορὰ μάνιασε ὁ δαίμονας τῆς συκοφαντίας. Ἄνθρωποι μικρόψυχοι, ἐξ ἰδίων κρίνοντες τὰ ἀλλότρια, κολλημένοι σὰ στρείδια στὰ πάθη τῆς ἀνηθικότητας, πρόβαλαν τὸν ἀβυσσαλέο ψυχικὸ ρύπο τοὺς στὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου. Τοὺς ἦταν ἀδιανόητος ὁ παρθενικὸς τρόπος ζωῆς, ὁ τρόπος ποὺ ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἐγκαινίασε μὲ τὸ παρθενικὸ πρόσωπό του στὴ νέα δική του δημιουργία, στὴν Ἐκκλησία του. Ἔπλασαν λοιπὸν μύθους, ἀπὸ τὸ βορβορῶδες ὑλικὸ ποὺ τοὺς χορήγησε ὁ μισόκαλλος καὶ προσπάθησαν νὰ σπιλώσουν, τὸν ἄσπιλο. Μαζί τους μπλέχθηκαν καὶ κάποιοι ἄλλοι «ἐκκλησιαστικοὶ ταγοί» ποὺ σὰν ἀφελεῖς καὶ ἀδόκιμοι στὴν κατὰ Χριστὸ ζωὴ, παρασύρθηκαν στὶς δεινὲς συκοφαντίες.
Ἀρνητικὸ ἦταν καὶ τὸ κοινωνικὸ-πολιτικὸ κλίμα τῆς ἐποχῆς ποὺ μισοῦσε τὰ μοναστήρια, ἐπηρεασμένο ἀπὸ βαυαρικὸ ἐπιτελεῖο ποὺ εἶχε ἐγκατασταθεῖ στὴν Ἑλλάδα καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὴν «ἐκπολιτίσει». Δὲν μποροῦσαν μὲ κανένα τρόπο νὰ χωνέψουν πὼς ὁ Διευθυντὴς τῆς Ριζαρείου καταντᾷ στὸν καλογερικὸ τρόπο ζωῆς. Ἑβδομήντα δυὸ χρονῶν ἄνθρωπος πλέον ὁ Ἅγιος καὶ συκοφαντεῖται ἄσχημα. «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται», λέγει ὁ προφήτης Ἡσαΐας γιὰ τὸν Κύριό μας. Τὰ ἴδια συμβαίνουν καὶ στὸν Ἅγιο.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὑποστηρίζουν ὅτι τὸ ἀφορητότερο μαρτύριο γιὰ ἕναν ἀθῷο εἶναι ἡ συκοφαντία. Καὶ τὴν ἐπιτρέπει ὁ Κύριος στοὺς δικούς του γιὰ μείζονα τελείωση καὶ οὐράνια δόξα.
«Ὡστόσο ἡ χάρη πληθαίνει πάνω του καὶ ἐπαληθεύεται μὲ τὰ ποικίλα θαύματα ποὺ τελοῦνται μὲ τὰ ἁγιασμένα χέρια του καὶ τὶς διάπυρες εὐχές του. Ὁ ἴδιος ὅμως σωματικὰ κάμπτεται. Μία χρόνια προστατίτιδα ποὺ εἶχε, ἐπιδεινώνεται, γιὰ λίγο θεραπεύεται ἀπὸ τὴν Παναγία τὴν Χρυσολεόντισσα στὴν Αἴγινα ποὺ προσκύνησε, ἀλλὰ καὶ πάλι βάρυνε. Μεταφέρθηκε στὴν Ἀθήνα, στὸ νοσοκομεῖο Ἀρεταίειο, σὰν ἁπλὸς μοναχός, ἔμεινε δυὸ μῆνες καὶ ἐνῷ τὸν ἑτοίμαζαν οἱ γιατροὶ γιὰ ἐγχείρηση, παρέδωσε τὸ πνεῦμα τοῦ τὴ νύχτα στὶς 8 Νοεμβρίου 1920.
Ὁ Ἅγιος τοῦ αἰῶνα μας, ὅπως πετυχημένα τὸν ἀπεκάλεσε ὁ λογοτέχνης Σῶτος Χονδρόπουλος, στὰ τελευταῖα του ρίζωσε στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος σάν Ἐλαία κατάκαρπος καὶ σὰν τὸ δένδρο τὸ πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων ὃ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δώσει.
Καὶ ἔδωσε ἀναρρίθμητους καρποὺς στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸ ἔθνος μας. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μεταπήδησε στὴ ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος ποὺ τόσο εἶχε λαχταρήσει.
Κάποιοι ὀνομάζουν τὸν Ἅγιο Νεκτάριο, Χρυσόστομο τοῦ αἰῶνα μας, τόσο γιὰ τὴν πολυσχιδῆ προσωπικότητά του, ὅσο καὶ γιὰ τὸ πλούσιο καὶ πολύμορφο ἔργο του.
Δὲν εἶναι καθόλου ὑπερβολικὸ νὰ συμφωνήσουμε μὲ αὐτὸν τὸν ὑψηλὸ χαρακτηρισμὸ καὶ τὴν ἐκλεκτὴ παρομοίωση, γιατὶ πράγματι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὁλοκληρώθηκε σὲ μία καθολικὴ προσωπικότητα. Μολονότι μοναχὸς ἀρχικὰ καὶ ἀσκητής, μὲ αὐστηροὺς περιορισμοὺς καὶ μοναστικοὺς κανόνες, ὅμως τόσο πολὺ διευθύνθηκε ἡ προσωπικότητά του, ὥστε νὰ φθάσει στὰ μέτρα τῶν Μεγάλων Ἁγίων καὶ μάλιστα τὰ Χρυσοστομικά.
Ὁ Ἅγιος ἀφοῦ ἔλυσε ὁριστικὰ τὸ ὑπαρξιακό του πρόβλημα ἀνοίχθηκε μὲ τὴν σῴζουσα χάρη τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ στὸν μεγάλο γάμο τῆς Ἐκκλησίας. Ξεκινώντας ἀπὸ τὸν Μοναχισμὸ ἔφθασε στὸν τελικὸ προορισμό, Θεανθρώπινο προορισμὸ ποὺ εἶναι ἡ ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ἀδελφότητα.
Κατάκτησε χαρακτηριστικὰ καὶ βίωσε τὸν μυστικὸ Γάμο τῆς ψυχῆς του μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, στὴν ὁποία καὶ ὁλόψυχα καὶ ἀφιερώθηκε.
Λειτουργὸς μὲ φλόγα πύρινη, φιλοστοργικότατος καὶ διακριτικότατος πνευματικὸς Πατὴρ, ὑψιπέτης Θεολόγος, συγγραφέας ὄχι κοινὸς, Θεόπνευστος,ἱεροκήρυκας, παιδαγωγὸς ἄριστος, θαυματουργὸς καὶ ἐν ζωῇ καὶ μετὰ θάνατον, κοινωνικὸς ἐργάτης καὶ βαθὺς καὶ ἀκαταπόνητος. Καλλιεργητὴς ἱερατικῶν κλήσεων καὶ τὸ κυριώτερο, θεόπτης τοῦ ἀκτίστου θαβωρίου φωτός, προσέφερε ἄπειρες εὐεργεσίες στὸ Ὀρθόδοξο Νεοελληνικὸ ἔθνος μας. Δυνατὸ πρότυπο γιὰ ὅλους μας, κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς καθηγητὲς καὶ ἱεροσπουδαστὲς, τὸν τιμᾶμε, Αὐτὸν τὸν ἔνθεο θεράποντα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐξαιτούμεθα τὶς διάπυρες εὐχές του πρὸς τὸν Κύριο.
Γιὰ νὰ δώσει προφητικὴ καὶ Τριαδικὴ Ἱερωσύνη κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν τοῦ Ἁγίου Ἱεράρχου, Λαὸ μὲ φωτόμορφα καὶ θεοφώτιστα τέκνα τῆς ζωντανῆς Ἑλληνορθοδόξου Ἐκκλησίας.
Καὶ τὸ κυριώτερο, τὴ νέα γενιὰ παραλαμβάνουσα μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ ἀγάπης, τὴν ὁλοζώντανή μας Θεανθρώπινη παράδοση, μὲ τὶς πανάγιες εὐχὲς τοῦ ἐν ἁγίοις ἐνδόξου πατρὸς ἡμῶν Νεκταρίου ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοῦ θαυματουργοῦ.

Πηγή:http://users.uoa.gr

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

Οἱ κρυφοί αἱρετικοί καί ὁ ἀποστεωμένος ὀρθολογισμός / τοῦ Φώτη Κόντογλου



Οι περισσότεροι σπουδαστές μας, μόλις πατήσουνε στην Ευρώπη απομένουνε εμβρόντητοι από τις ψευτοφιλοσοφίες που διδάσκουνε κάποιοι σπουδαίοι καθη­γητές, και μάλιστα σε ξένη γλώσσα. Η ξένη γλώσσα τους κάνει μεγάλη εντύπωση! Κατάπληξη τους κάνου­νε κ' οι μεγάλες, πολιτείες, οι φαρδιοί δρόμοι, τα με­γάλα χτίρια, οι λεωφόροι, τα τραίνα, οι λογής-λογής μηχανές, οι αγορές, το πολύ χρήμα, τα βλοσυρά Πανε­πιστήμια. Κι αυτό γίνεται, γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους σπουδαστές είναι χωριατόπουλα, που νοιώθουνε μέσα τους ντροπή για το χωριό τους, κι ό,τι βλέπουνε κι ακούνε, είναι γι’ αυτούς ουρανοκατέβατο!


Σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, οι αιρετικοί πληθαίνουνε μέσα στην Εκκλησία μας, παρεκτός τους απ' έξω. Οι απ' έξω αιρετικοί είναι φανεροί. Εδώ θα μιλήσω για τους κρυφούς αιρετικούς, τους κρυφοδαγκανιάρηδες σκύλους, αυτούς που μας φέρνου­νε τον προτεσταντισμό και τον καθολικισμό από τη Δύση, εκεί που πάνε και σπουδάζουνε.

Και πως να μην τον φέρουνε; Αργήσανε μάλιστα. Χρόνια και χρόνια γίνεται αυτή η δουλειά. Παράξενο θά 'τανε να μην τον φέρουνε. Αυτοί, όμως, δεν φανε­ρώνονται σαν αιρετικοί, μήτε κ' οι όμοιοί τους τους θεωρούνε για αιρετικούς. Μιλάνε συχνά, σαν παπαγά­λοι, για ορθοδοξία, αλλά για μια ορθοδοξία «εξελιγμέ­νη», συγχρονισμένη, «ευρωπαϊκή Ορθοδοξία». Τούτη η Ορθοδοξία που έχουμε και που την κληρονονήσαμε από τους πατεράδες μας, είναι παλιά, είναι βλάχικη Ορθοδοξία, που δεν πάει να την έχουνε μοντέρνοι άν­θρωποι, που ζήσανε στην Ευρώπη και στην Αμερική!
Κάθε τόσο έρχεται στην Ελλάδα μια φουρνιά από νεαρούς θεολόγους, που σπουδάσανε στην Ευρώπη και που δεν μπορούνε πια να χωνέψουνε τίποτα από τα δικά μας. Όλα τους φαίνονται κουτσά και στραβά, και δουλεύουνε φανατικά για να χαλάσουνε την αγνή και σωστή πίστη του λαού μας. Θά 'λεγε κανένας πως γι' αυτούς έγραψε ο απόστολος Παύλος τα παρακάτω λό­για: «δια τους παρεισάκτους ψευδαδέλφους, οίτινες παρεισήλθον κατασκοπήσαι την ελευθερίαν ημών, ην έχομεν εν Χριστώ Ιησού, ίνα ημάς καταδουλώσωνται» (Γαλάτ. β', 4).
Ο Ορθόδοξος λαός μας έχει, αληθινά, την ελευθε­ρία της πίστεως την εν Χριστώ Ιησού, και τούτοι οι νέοι γραμματείς με τα διπλώματα, θέλουνε να μας καταδουλώσουνε στα αμαρτωλά ορθολογιστικά συ­στήματα της Δύσης.
Οι περισσότεροι σπουδαστές μας, μόλις πατήσουνε στην Ευρώπη απομένουνε εμβρόντητοι από τις ψευτοφιλοσοφίες που διδάσκουνε κάποιοι σπουδαίοι καθη­γητές, και μάλιστα σε ξένη γλώσσα. Η ξένη γλώσσα τους κάνει μεγάλη εντύπωση! Κατάπληξη τους κάνου­νε κ' οι μεγάλες, πολιτείες, οι φαρδιοί δρόμοι, τα με­γάλα χτίρια, οι λεωφόροι, τα τραίνα, οι λογής-λογής μηχανές, οι αγορές, το πολύ χρήμα, τα βλοσυρά Πανε­πιστήμια. Κι αυτό γίνεται, γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους σπουδαστές είναι χωριατόπουλα, που νοιώθουνε μέσα τους ντροπή για το χωριό τους, κι ό,τι βλέπουνε κι ακούνε, είναι γι’ αυτούς ουρανοκατέβατο!
Τους ξέρω καλά αυτούς τους σπουδαστές, γιατί κι εμείς περάσαμε από κείνες τις χώρες, και ζήσαμε σ' αυτές κάμποσα χρόνια. Όποτε ερχόντανε στην Ευρώ­πη από την Ελλάδα, ήτανε, στην αρχή, σαστισμένοι και ζαρωμένοι, σαν και κείνα τα μαντρόσκυλα που ακολουθήσανε τον τσομπάνο και βρεθήκανε στο κέντρο της πολιτείας, μέσα στην οχλοβοή κι ανάμεσα στ' αυ­τοκίνητα, και σαστίσανε, τα κακόμοιρα, και βάζουνε την ουρά τους ανάμεσα στα σκέλια τους, τρομοκρατη­μένα. Μα σαν γυρίσουνε στο μαντρί, την ξανασηκώνουνε περήφανα, και γίνουνται θηρία ανήμερα. Μ' αυ­τά τα σκυλιά μοιάζανε, στα μάτια τα δικά μας, που είχαμε ζήσει πριν από χρόνια στις μεγάλες πολιτείες, εκείνα τα νεοφερμένα Ελληνόπουλα, που μας θεωρούσανε στην αρχή σαν προστάτες τους, κ' ήτανε ταπεινά και φρόνιμα. Μα με τον καιρό ξεθαρρεύανε, και πολλά απ’ αυτά παίρνανε στο τέλος έναν εγωισμό σιχαμερόν, μιλώντας με καταφρόνηση για την πατρίδα τους. Και πολλά απ' αυτά, σαν γυρίζανε πίσω στην Ελλάδα, κάνανε τα θηρία, κάνανε τους πάνσοφους, κάνανε τους προφέσσορας, μιλώντας ολοένα για την Ευρώπη και για την κακομοιριά τη δική μας σε όλα τα πράγματα. Γι' αυτό λέγω, πως η Ευρώπη είναι η δοκιμαστική πέτρα για κάθε έναν από μας, που θα πάει σε κάποια χώρα της: ή θα γίνει πίθηκος ξενόδουλος, θαυμάζοντας σαν ουρανοκατέβατα όλα όσα βλέπει κι ακούει σε κεί­νη τη χώρα, και θ' αρνηθεί το γάλα της μάνας του, ή θα καταλάβει πόσο ψεύτικα είναι τα φανταχτερά στο­λίδια της, και πόση βαρβαρότητα υπάρχει κάτω από την πολιτισμένη επιφάνειά της, και θα αγαπήσει με πάθος τον τόπο του, νοιώθοντας «με επίγνωση», την πνευματική της ευγένεια και την υπεροχή μας, μπρο­στά σε κείνες τις ανθρωπομερμηγκιές.

*

Πώς, λοιπόν, να μην έχουνε την ιδέα οι νεοφερμέ­νοι σπουδαστές της θεολογίας, πως εκεί βρίσκεται κ' η τελειοποιημένη θρησκεία, η ευρωπαϊκή, η συγχρονι­σμένη, η επιστημονική, η αξία να την έχουνε άνθρωποι εξελιγμένοι; Παραλυμένοι όπως είναι από τον θαυμα­σμό, δεν ρωτάνε τι σχέση μπορεί νά 'χει ο Χριστός και η θρησκεία του, το μυαλό τους, η καρδιά τους, όλα τους είναι κουρντισμένα σα κανένα ρολόγι. Μπα! Ί­σια-ίσια, αυτό το κρύο κι άψυχο σύστημα της ζωής κάνει μεγάλη εντύπωση στον άνθρωπο που βρίσκεται σε πνευματικό ξεπεσμό. Γίνεται ψωροφαντασμένος και περήφανος, και καταφρονεί κάθε δικό του, αρνιέται τη μάνα του και τον πατέρα του, καταντά παίγνιο και ενεργούμενο στα χέρια των καθηγητάδων του, παίρνει όρκο στ' όνομά τους, γίνεται ένα ελεεινό ρομπότ της ξενολατρείας. Μάλιστα, ο τέτοιος σπουδαστής της θεολογίας, γίνεται χειρότερος ξενολάτρης από τον φοι­τητή τής γιατρικής ή της μηχανικής, επειδή έχει πιο ζωηρό μέσα του το αίσθημα της κατωτερότητας, γιατί η «επιστήμη του» έχει σχέση με τους παπάδες και με τους καλόγερους. Βάλε και τον πειρασμό τής γυναί­κας, που δεν τα θέλει τα θρησκευτικά, και περιφρονεί τους θεολόγους. Λοιπόν, ο «σπουδαστής τής θεολο­γίας» δεν θέλει να βλέπει και να ακούει παπά δικό μας, μηδέ εκκλησία δική μας, μήτε λειτουργία δική μας, μήτε εικόνα δική μας, μηδέ ψαλμωδία δική μας, τίπο­τα ορθόδοξο. Φουρκίζεται με τα μοναστήρια μας, με τις σκουριασμένες ιδέες πό 'χουνε οι Έλληνες χρι­στιανοί, «με την μεσαιωνική τυπολατρικήν παράδοσίν μας». Περιφρονεί τους Πατέρας τής Ορθοδοξίας. Δεν θέλει αγίους μέσα στην ορθολογιστική «επιστήμη» τής θεολογίας, αλλά σοφούς προφέσσορας, «που ερευνούν με επιστημονικήν αντικειμενικότητα την θρησκείαν, αδιαφορούντες δια τας δεισιδαίμονας προκαταλήψεις». Κατά βάθος, τούτοι οι ψωροπερήφανοι εκτιμούν περισσότερο τους «επιστήμονας» καθηγητάς τής θεολο­γίας που είναι άθεοι. Γι' αυτούς τους δυστυχείς, που δεν νοιώθουνε μέσα τους καμμιά πνευματικότητα, εί­ναι μέγα πράγμα ο ορθολογισμός, που τους δείχνει κι αυτούς «επιστήμονας», κ' η αντιπνευματική αντίληψη που έχουνε για τη θρησκεία οι πρακτικοί άνθρωποι της Δύσης, είναι γι' αυτούς το μόνο που μπορούνε να κα­ταλάβουνε απ' αυτή. Γι' αυτό, ερχόμενοι στην Ελ­λάδα, αρχίζουνε να λένε, ό,τι ακούγανε στα θρανία τής Ευρώπης, μηχανικά φερέφωνα, παπαγάλοι χωρίς καμ­μιά πνοή. Πολλοί απ' αυτούς είναι ισόβιοι μαθητές των καθηγητών τους, κι ως που να πεθάνουνε παραμι­λάνε, κοπανίζοντας στερεότυπα τα «θέσφατα» που ακούσανε τον καιρό που ήτανε νέοι....

*

Λένε, λοιπόν, πως η Ορθοδοξία είναι αποστεωμένη, και πως κατάντησε «στο σύγχρονο κόσμο μοναχά σαν φύλακας κειμηλίων, σαν ταριχευτής μιας νεκράς παραδόσεως». Τα ψυχικά και πνευματικά ξερίχια, λέ­νε ταριχευτές τα σεμνώματα της Ελληνικής Ορθοδο­ξίας· οι πνευματικά νεκροθάφτες, λένε πεθαμένους ε­κείνους που έχουνε απάνω τους την ευωδία τής αιώ­νιας ζωής. Λένε ακόμα πως «στην Εκκλησία του Χριστού πρέπει ν' αρχίσουν κάποτε να λαμβάνωνται υπ' όψιν και οι άνθρωποι που διαθέτουν μια κάποια ανε­πτυγμένη κρίση και σκέψη και γι' αυτό δυσκολεύονται να ακολουθήσουν άβουλα και πειθαρχικά μια συγκεκρι­μένη φόρμουλα (Τι κατανυκτική λέξη «φόρμουλα»!) θρησκευτικής ζωής». Εκείνοι που έχουνε την ανεπτυγμένη κρίση και σκέψη, είναι οι ίδιοι που τα γράφουνε, ενώ όσοι αισθάνονται τη θρησκεία κατά τον ελληνικό τρόπο, είναι «καθυστερημένοι τυπολάτρες», μούμιες πεθαμένες, χωρίς τον παλμό της σπουδαίας εποχής μας.
Εξυμνούνε «τις ετερόδοξες θεολογίες», που είναι γεμάτες από την ψύχρα του ορθολογισμού κι από την ανυπόφορη μυρουδιά της απιστίας και του θανάτου. Πήρανε τα πρακτικά συνθήματα με τις υλιστικές σκο­πιμότητες από τους δυτικούς, που με το πρακτικό μυαλό τους καταντήσανε τη χριστιανική θρησκεία ένα εγκόσμιο σύστημα, και τα κουβαλήσανε σε τούτον τον τόπο» που άνθισε η αγνή κι αληθινή πίστη, και τσαμπουνάνε πως πρέπει να μιμηθούμε «τις ετερόδοξες θεολογίες που μας μιλάνε σήμερα για θεολογία της οικογένειας, θεολογία της εργασίας, θεολογία του γά­μου, θεολογία της ελευθερίας», κι άλλα τέτοια σπεσια­λιτέ, που σ' αυτά καταγίνουνται οι πρακτικοί Ευρω­παίοι, και που η πρακτικότητα και η πολύ θετική δρα­στηριότητα τους φανερώνει καθαρά ότι «ουκ έχουσι μέλλουσαν πόλιν, αλλά την ώδε μένουσαν επιζητούσιν». Γι’ αυτούς, το έργο της Μάρθας είναι ανώτερο από της Μαρίας, κι ας είπε ο Χριστός το ανάποδο! Η «επιστημονική θεολογία» δεν δίνει καμμιά σημασία στο τι είπε ο Χριστός, αλλά σε ό,τι λέγει ο πρακτικός ορθός λόγος, μεγάλ' η χάρη του! Αλλιώς, τί επιστή­μη θά 'τανε;
Η Μάρθα είναι η πρακτική Ευρώπη, κ' η Μαρία είναι η πνευματική Ελλάδα. Ωστόσο, οι ξιππασμένοι τούτοι δικοί μας, που «διαθέτουν κάποια ανεπτυγμένη κρίση», θαυμάζουνε τη Μάρθα, που πατά στερεά στη γη, και περιφρονούνε τη Μαρία, γιατί εκείνα που πι­στεύει είναι, για τους «ανθρώπους με κρίση και με σκέ­ψη», κάποια ασύστατα ονειροπολήματα και φαντα­σίες.
Κατά βάθος, τούτοι οι κύριοι και τον Χριστό τον ίδιο δεν τον θεωρούνε άξιο να είναι Θεός απάνω στη σημερινή τετραπέρατη και μηχανοκίνητη ανθρωπότη­τα, που θέριεψε με τις θετικές επιστήμες, αλλά δεν το φανερώνουνε, μήτε το λένε. Κρύβουνται φαρισαϊκά, μην έχοντας το θάρρος που έχει ο τίμιος άθεος. Αυτοί, κατά το παράδειγμα των πονηρών δασκάλων τους, θέ­λουνε μια θεολογία δίχως Θεό, για να μπορούνε κ' οι θεολόγοι να είναι ελεύθεροι διανοητές, κι όχι περιορι­σμένοι από δόγματα κι από παπαδίστικα πράγματα. «Μακρυά, λένε, από τέτοιες πρωτόγονες αντιλήψεις, που μας εκθέτουν στα μάτια των πολιτισμένων λαών, μακρυά από ασκητάδες και ντερβίσηδες και Πατέρες και μάρτυρες που, από την αγραμματοσύνη τους, πέ­σανε θύματα του φανατισμού τους. Ο ευρωπαϊκός Χριστιανισμός είναι η σημερινή θρησκεία, συστηματο­ποιημένος, επιστημονικός, μελετημένος. Αυτός αντα­ποκρίνεται στη σημερινή επιστημονική μηχανοκρατία, που τα ελέγχει όλα».
Κατά τη δική μου γνώμη, αν είχα για τη θρησκεία του Χριστού την αντίληψη που έχουνε αυτοί οι άνθρω­ποι, θα έλεγα νέτα-σκέτα, πως δεν χρειάζεται ολότε­λα. Γιατί, το σύστημα της σημερινής ζωής τά 'χει ρεγουλάρει όλα τόσο καλά, με το πρακτικό πνεύμα του, που δεν έχει καμμιά θέση αυτό το αναχρονιστικό πράγμα το λεγόμενο «Χριστιανισμός», που μοιάζει σαν το κομπογιαννίτικο γιατρικό μπροστά στα επιστημονικά φάρμακα. Ο Χριστιανισμός δεν είναι για πρακτικούς ανθρώπους, κατά τον λόγο του Χριστού, που είπε: «η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου».

*

Ωστόσο, ο επιστημονικός μανδύας, που μ' αυτόν ντύσανε τη θεολογία «οι επιστήμονες θεολόγοι», της δίνει το δικαίωμα να υπάρχει. Σαν επιστήμη, λοιπόν, «καθίσταται ελευθέρα, λύουσα τον προς την Εκκλησίαν στενόν τέως δεσμόν, μη ανεχομένη πλέον να εξυ­πηρετεί απλώς αυτήν, μάλλον δε αξιούσα να ρυθμίζη αυτή τον εκκλησιστικόν βίον». Με τέτοια πνευματική τροφή θραφήκανε οι εξ Εσπερίας θεολόγοι, που έρχουνται να γίνουνε προφέσσορες των Ελλήνων και να φωτίσουνε τις ψυχές μας με το σκοτάδι τους. Θέλετε κι άλλα φαρμακερά μανιτάρια, από το νεκροταφείο «της επιστημονικής θεολογίας»; Να, λίγα από τα πολ­λά:
«Εις τα ζητήματα της θρησκείας θα δύνανται να μας φωτίσωσι μόνον άνδρες σοφοί, ορμώμενοι εξ ελα­τηρίων όλως επιστημονικών». «Πολλοί των θεολόγων, καταλιπόντες εντελώς, ή εν μέρει, την περί αποκαλύψεως διδασκαλίαν, ερευνώσι συστηματικώτερον και επιστημονικώτερον την θρησκείαν παντελώς από επό­ψεων ψυχολογικών, ως άλλοι την γλώσσαν, τον μύθον, το δίκαιον, κ.τλ. Ο Χριστός καθίσταται ουράνιος άνθρωπος, υπερφυσικόν τι ιδεώδες της ανθρωπότητος. Ότε δε, τέλος, δια της παντοειδούς προόδου της εκ­κλησίας, η περί εαυτής συνείδησις αυτής ενισχύεται αεί μάλλον, αποθεούται βαθμηδόν και ο Ιησούς, αποβαίνων Θεός ισότιμος τω Πατρί...». Τέτοιες βλαστήμιες διδάσκουνε οι θεολόγοι που έρχονται στην Ελλά­δα σπουδασμένοι στην Ευρώπη, για να φωτίσουνε τους άλλους! «Αν το φως που υπάρχει μέσα τους είναι σκοτάδι, άραγε το σκοτάδι πόσο είναι;»
Υστερ' από μια τέτοια φριχτή κατάσταση, οπού βρίσκουνται οι ξενόφερτοι θεολόγοι, που αντί για φω­τιά έχουνε πάγο μέσα τους, τί να καταλάβουνε από την Ορθοδοξία, που είναι όλο φως και ζωή και δροσιά του καθαρού ουρανού; Τί να νοιώσουνε από την εξαί­σια τελετουργία της Εκκλησίας μας, από την κατανυ­κτική υμνωδία της, από την αγιογραφία της, από τη μουσική της; Τί να καταλάβουνε από λειτουργικό στοιχείο, οι ακατάνυκτοι, που έχει ξεράνει την καρδιά τους ο λίβας του ορθολογισμού; Ποιά πνοή αθανασίας να νοιώσουνε απάνω τους, οι πεθαμένοι; Τί να αισθαν­θούνε από τη θρησκεία του Χριστού, αφού την ελεεινή παραμόρφωσή της την προτιμούνε από την αληθινή μορφή της; Πώς να πετάξουνε με τα φτερά της πίστης, αφού τά 'χει μαδήσει η σατανική απιστία; Πώς να γευθούνε από το «ύδωρ το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον», αφού πίνουνε από τους μουχλιασμένους βάλ­τους, μαζί με «τους εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένους»;

*

Όπως βάλαμε παραπάνω, λίγες βδέλλες απ' αυ­τούς τους φαρμακερούς βάλτους, ας βάλουμε παρακά­τω και λίγα από τα ευωδέστατα άνθη της Πατερικής θεολογίας μας, για να φανεί η αναισθησία που έχουνε πάθει τούτοι οι ύπουλοι κήρυκες της αθεΐας, ώστε να προτιμάνε τα φαρμακερά βρωμοχόρταρα, από τα αγνά και μυρίπνοα πνευματικά λουλούδια, λέγοντας πως τα πρώτα ευωδιάζουνε και πως τα δεύτερα βρωμούνε. Αυτό γίνεται, γιατί έχουνε μέσα στα χνώτα τους τη μυρουδιά του θανάτου, και για τούτο θαρρούνε πως οι άγιοι μυρίζουνε θάνατο, και πως οι άθεοι καθηγητάδες τους μυρίζουνε ζωή, κατά τα λόγια του μακαρίου Παύ­λου, που λέγει: «Γιατί είμαστε ευωδία του Χριστού για τον Θεό και σε κείνους που σώζουνται και σε κεί­νους που χάνουνται. Και σε κείνους που έχουνε μέσα τους τον θάνατο, μυρίζουμε θάνατο, και πάλι σε κεί­νους που έχουνε μέσα τους τη ζωή, μυρίζουμε ζωή» (Β' Κορινθ. β', 16).
Στη μικρή ανθοδέσμη που κάνω παρακάτω από τα πνευματικά άνθη της Ορθοδοξίας, δεν βάζω τίποτα από τους πασίγνωστους αρχαίους Πατέρας της Εκ­κλησίας, αλλά λιγοστά από τα έργα των Πατέρων που φανήκανε, προ πάντων, στα υστερινά χρόνια, και που η ευωδία τους είναι τόσο ουράνια, που να ταιριάζουνε σ' αυτούς τα λόγια τούτα του προφήτη Αγγαίου: «Με­γάλη έσται η δόξα του οίκου τούτου, η εσχάτη υπέρ την πρώτην». Αληθινά, η πνευματική δόξα της Ορ­θοδοξίας, στάθηκε στα τελευταία χρόνια μεγάλη, με­γαλύτερη από την πνευματική δόξα της στα πολύ αρ­χαία χρόνια, με φωστήρες σαν τον Ιωάννη της Κλίμακος, τον Ισαάκ τον Σύρο, τον Συμεών τον Νέον Θεο­λόγο, τον Γρηγόριο τον Σιναΐτη, τον Γρηγόριο Παλα­μά, τον Κάλλιστο Πατριάρχη, τον Νικόδημο τον Αγειορίτη κι άλλους. Τούτον τον θησαυρόν με τα τό­σα διαμάντια, που ήτανε κρυμμένος ως τώρα, τον ανακαλύψανε ακόμα και κάποιοι ξένοι, διψασμένοι για α­λήθεια, και τρέξανε να ξεδιψάσουνε από το δροσερό νερό τους, και τους μελετούνε με πάθος και τους μεταφράζουνε στις γλώσσες τους, σε καιρό που οι δικοί μας οι προκομμένοι, δεν τους καταδέχουνται, τυφλωμένοι από την καταραμένη ξενοδουλεία.

*


Από τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος σταχολογούμε τα παρακάτω:
«Πένθος εν τω Θεώ είναι το να είναι σκυθρωπή η ψυχή, και η καρδιά να ποθεί να πικραίνεται, και να ζητά ολοένα εκείνο που διψά, κ' επειδή δεν το βρίσκει, να το κυνηγά με πόνο και να τρέχει ξοπίσω του, κλαί­γοντας απαρηγόρητα».
«Βάστα γερά τη μακάρια χαρμολύπη και την αγια­σμένη κατάνυξη, και μην πάψεις να την εργάζεσαι μέ­σα σου, ως που να σε κάνει να υψωθείς από τούτον τον κόσμο και να σε παραστήσει καθαρόν στον Χριστό».
«Όποιος πορεύεται με θλίψη αδιάκοπη, αυτός δεν παύει να γιορτάζει ακατάπαυστα, κι όποιος ολοένα διασκεδάζει, αυτός μέλλει να απολαύσει θλίψη αιώ­νια».
«Γίνε σαν βασιλιάς μέσα στην καρδιά σου, υψηλά με ταπείνωση καθισμένος, και προστάζοντας στο γέ­λιο: Φεύγα! και φεύγει, και στο γλυκό το δάκρυο: Έ­λα! κ' έρχεται, και στο κορμί, που είναι σκλάβος και τύραννος: Κάνε τούτο, και το κάνει».
«Όσο ενάρετη ζωή κι αν κάνουμε, αν δεν έχουμε καρδιά θλιμμένη και πονεμένη, για μάταια κι ανώφελη λογαριάζεται».
«Είναι ντροπή να υπερηφανεύεται ο άνθρωπος για ξένα πράγματα. Κ' η χειρότερη ανοησία είναι το να καυχιέται για κάποια χαρίσματα που έλαβε από τον Θεό. Όσα κατορθώματα έκανες πριν από τη γέννησή σου, γι' αυτά μοναχά να υπερηφανεύεσαι. Γιατί, όσα σου συμβήκανε έπειτα από τη γέννησή σου, σου τα δώρησε ο Θεός, όπως σου δώρησε και τη γέννηση».
«Ευθύτητα είναι απερίεργη διάνοια, καθάριο ήθος, άπλαστα (απερίτεχνα) λόγια, που δεν είναι από πριν μελετημένα».
«Η πονηριά είναι επιστήμη, ή καλύτερα, ασχήμια δαιμονική, που στερήθηκε την αλήθεια, και πού θαρρεί πως κρύβεται από τους άλλους».
«Νά ασκητεύεις και να βρίσκεσαι σε απερίεργη κα­τάσταση» (Πώς να τα παραδεχθούνε αυτά οι εξ Εσπερίας σοφοί θεολόγοι; Απερίεργη κατάσταση είναι το να μην έχει ο Χριστιανός τη μανία να ερευνά με πονηρή περιέργεια τα της θρησκείας. Ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ησαΐα, λέγει: «Εμφανής εγενόμην τοις εμέ μη επερωτώσιν», δηλ. «φανερώνομαι σε όσους δεν με εξετάζουν πονηρά»).
«Δεν αρμόζει σ' εκείνους που βρίσκουνται σ' αυτή την κατάσταση της αγιασμένης λύπης και που ζούνε με το δάκρυο, να κάνουνε υψηλά κηρύγματα στην θεο­λογία. Γιατί αυτά χαλάνε το πένθος, επειδή εκείνοι που διδάσκουνε, κάθουνται απάνω σε καθέδρα. Ενώ η κατάσταση εκείνων που κλαίνε, είναι να κάθουνται α­πάνω στο χώμα, τυλιγμένοι με γιδότριχα».
«Η πίστη είναι μια σταθερότητα ατράνταχτη κι ασάλευτη, μια κατάσταση της ψυχής αμετατόπιστη, που δεν τη σαλεύει καμμιά δύναμη».
«Μην φοβάσαι τίποτα. Όποιος έχει τη μακάρια θλίψη στην καρδιά του, δεν γνωρίζει τι θα πει φόβος ολότελα».
«Όσοι θέλουμε να ελκύσουμε κοντά μας τον Κύ­ριο, ας προσέλθουμε απλά κι άπλαστα κι απονήρευτα, δίχως πολλούς λογισμούς, και δίχως περιέργεια, σαν τους μαθητάδες στον δάσκαλο. Γιατί, επειδή Εκείνος είναι απλός και ίσιος, θέλει κ' οι ψυχές που προσέρχουνται σ' Αυτόν, να είναι απλές και ακέραιες. Επει­δή δε μπορεί ποτέ να δει κανένας απλότητα, χωρίς να είναι μαζί της η ταπείνωση».
«Όπως εκείνος που κράτα μυρουδικά, φανερώνε­ται από την ευωδία, χωρίς να το θέλει, έτσι κι όποιος έχει το πνεύμα του Κυρίου, γνωρίζεται από τα λόγια του κι από την ταπείνωσή του».
«Γύρευε με πένθος. Ζήτα με υπακοή. Κρούσε με μακροθυμία. Γιατί, εκείνος που γυρεύει έτσι, αυτός παίρνει, κ' εκείνος που ζητά έτσι, αυτός βρίσκει. Και σ' εκείνον που χτυπά, θ' ανοίξει η πόρτα για να μπει μέσα».
«Η μακάρια απάθεια σηκώνει από τη γη νου πάμ­φτωχο, κι από την κοπριά των παθών σηκώνει άνθρω­πο περιφρονημένον. Κ' η πανύμνητη αγάπη τον αξιώ­νει να καθίσει με τους άρχοντες Αγγέλους, με τους άρχοντες του λαού του Κυρίου».

*


Από τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο σταχολογούμε τα παρακάτω:
«Αρχή της αληθινής ζωής του ανθρώπου είναι ο φόβος του Θεού. Κι αυτός ο φόβος του Θεού δεν μπο­ρεί να καθίσει σε μια ψυχή που δεν στέκεται στερεά και που πηγαίνει από δω κι από κει. Η αμφιβολία της καρδιάς βάζει την ψυχή σε δειλία. Εν όσω ο πόθος της σάρκας είναι πιο δυνατός μέσα σου, δεν θα μπορέσεις να γίνεις θαρραλέος κι άφοβος».
«Η ταπείνωση μαζεύει την καρδιά. Και σαν τα­πεινωθεί ο άνθρωπος, παρευθύς τον περισκεπάζει το έλεος, και τότε αισθάνεται η καρδιά τη θεϊκή βοή­θεια».
«Όταν σου δοθεί εξουσία να κατανοήσεις, κατανό­ησε, και μη θελήσεις να ψάξεις τα μυστήρια, αλλά προσκύνησε και δοξολόγησε, και με σιωπή ευχαρίστη­σε».
«Το να πικραίνεσαι μέσα στη διάνοιά σου είναι μεγαλύτερη θυσία για τον Θεό, από το να κάνεις έργα κοπιαστικά με το σώμα σου».
«Περισσότερο απ' όλα αγάπησε τη σιωπή, γιατί αυτή σε σιμώνει σε καρπό. Επειδή η γλώσσα είναι αδύνατη για να σου τον εξηγήσει».
«Γνώριζε, πως αν έβγει από σένα φωτιά και κατα­κάψει άλλους, τις ψυχές που καίονται στη φωτιά που έβγαλες, ο Θεός θα τις ζητήσει από τα χέρια σου». «Η πίστη είναι η αποκάλυψη της σοφίας. Και σαν σκοτισθεί η διάνοια, κρύβεται η πίστη, και μας κυ­ριεύει ο φόβος, και κόβει την ελπίδα μας. Η πίστη που προέρχεται, τάχα, από τη μάθηση, δεν ελευθερώ­νει τον άνθρωπο από την υπερηφάνεια κι από την αμ­φιβολία, αλλά εκείνη που ανατέλλει με την σύνεση κι αυτή η πίστη λέγεται επίγνωση και φανέρωση της α­λήθειας».
«Εκείνος που ησυχάζει κ' έλαβε πείρα από την αγαθότητα του Θεού, δεν έχει ανάγκη από αποδείξεις, κι ούτε είναι άρρωστη η ψυχή του από την αρρώστεια της απιστίας, όπως παθαίνουνε εκείνοι που νοιώθουνε μέσα τους την αμφιβολία για την αλήθεια. Γιατί η μαρτυρία, η βεβαίωση της διανοίας του μπορούνε να τον πείσουν περισσότερο από αμέτρητα λόγια, που είναι χωρίς πείρα».
«Ο Χριστιανός πρέπει να είναι σε όλα του τύπος που διδάσκει και ωφελεί εκείνους που τον βλέπουνε, ώστε, βλέποντας τις πολλές αρετές του που λάμπουνε σαν ακτίνες ακόμα κι αυτοί οι εχθροί της αλήθειας, χωρίς να το θέλουνε, να ομολογήσουνε πως στους χρι­στιανούς υπάρχει σίγουρη ελπίδα σωτηρίας, και να τρέχουνε σ' αυτόν από παντού, σαν να είναι κανένα καταφύγιο. Και μ' αυτόν τον τρόπο να υψωθεί η δόξα της Εκκλησίας καταπάνω στους εχθρούς της, και να παρακινηθούνε πολλοί σε ζήλο να του μοιάζουνε».
«Η κατά Θεόν γνώση είναι βασίλισσα απάνω σε όλες τις επιθυμίες, κ' η καρδιά που τη δέχεται, γεύε­ται κάποια γλυκύτητα, που δεν τη φτάνουνε όλες μαζί οι χαρές τούτου του κόσμου. Γιατί κανένα πράγμα δεν μοιάζει με την γλυκύτητα της επίγνωσης του Θεού».
«Ο πράος και ταπεινόφρονας είναι πηγή των μυ­στηρίων εκείνης της καινούργιας κι αθάνατης ζωής».
«Η περηφάνεια δε καταλαβαίνει πως περπατά στο σκοτάδι και δεν γνωρίζει την έννοια της σοφίας. Γιατί, πώς να μπορέσει να τη γνωρίσει, αφού βρίσκε­ται μέσα στο σκοτάδι; Και γι' αυτό ίσια-ίσια, απ’ τον σκοτισμένον λογισμό της, θαρρεί πως βρίσκεται απά­νω απ’ όλα, ενώ είναι τιποτένια κι ανίκανη να αξιωθεί τη θεία επίγνωση, μη μπορώντας να μάθει τας οδούς του Κυρίου. Κι ο Κύριος κρύβει απ' αυτή το θέλημά του, επειδή δεν θέλησε να πορευτεί στον δρόμο των ταπεινών».
«Να! Ο ουρανός βρίσκεται μέσα σου, αν είσαι κα­θαρός, και μέσα στον εαυτό σου θα δεις τους Αγγέ­λους με τη φωτοχυσία τους, και τον Δεσπότη μαζί τους κι από μέσα τους».
«Ο φιλόδοξος κ' εκείνος που καταγίνεται με τις κοσμικές φροντίδες, κι όποιος θέλει να περάσει το δικό του θέλημα, αυτοί είναι σαν να πολεμάνε μέσα στη νύχτα, και ψηλαφάνε το σκοτάδι, βρισκόμενοι έξω από τη χώρα της ζωής και του φωτός. Γιατί, εκείνη τη χώρα θα την κληρονομήσουνε οι αγαθοί και οι ταπεινοί κι όσοι καθαρίσανε τις καρδιές τους. Ο άνθρωπος δε μπορεί να δει το κάλλος που βρίσκεται μέσα του, πριν να καταφρονήσει κάθε εμορφιά που βρίσκεται έξω απ’ αυτόν και κάθε μάταια γνώση. Εκείνος που νομίζει πως είναι σοφός, θα ξεπέσει από τη σοφία του Θεού».
«Όποιος είναι υποταγμένος στα πάθη, από τα πά­θη μιλά κι απ' αυτά κινιέται με πάθος η γλώσσα του. Κι αν μιλά ακόμα και για πνευματικά πράγματα, ωστόσο λαλεί, για να περάσει ο δικός του λόγος. Έναν τέτοιον άνθρωπο, εκείνος που είναι σοφισμένος από τον Θεό, τον καταλαβαίνει μόλις ανοίξει το στόμα του, κι ο καθαρός τον οσμίζεται από την άσχημη μυ­ρουδιά του».
«Όσοι είναι ανακατεμένοι με τις σκέψεις και με τις επιθυμίες του κόσμου, δε μπορούνε ν' αποχτήσουνε καθαρή διάνοια, επειδή ξέρουνε καλά όλα τα καθέ­καστα της κακίας».
«Αγάπησε την ταπείνωση σε όλα τα έργα σου, για να γλυτώσεις από τις ακατανόητες παγίδες που βρίσκουνται πάντα έξω από τον δρόμο που πορεύονται οι ταπεινόφρονες».
«Πλούτος του Χριστιανού είναι η παρηγοριά που νοιώθει από τη θλίψη, κ' η χαρά που βρίσκει από την πίστη, και που λάμπει στα κρυφά κατάβαθα της διά­νοιας».
«Αν σε σφίξει η θελιά της σαρκικής γνώσης, μπο­ρώ να σου πω, πως είναι πιο εύκολο να λυθείς από μια σιδερένια αλυσίδα, παρά απ' αυτή την καταραμένη γνώση».
«Η ψυχή που πορεύεται στον δρόμο τής πίστης, αν ξαναγυρίσει πάλι στους τρόπους τής γνώσης, αμέ­σως κουτσαίνει η πίστη της και φεύγει απ' αυτή η νοερή δύναμή της».
«Η γνώση είναι ενάντια στην πίστη. Κ' η πίστη, σε όλα είναι λυμένη κ' ελεύθερη από τους νόμους τής γνώσης, αλλά της γνώσης τής σαρκικής, κι όχι της πνευματικής. Γιατί, τούτος είναι ο ορισμός τής γνώ­σης, πως χωρίς εξέταση και χωρίς έρευνα, δεν έχει εξουσία να κάνει τίποτα, αλλά εξετάζει αν είναι δυνα­τό εκείνο που βάζει στο νου της και που θέλει. Η πίστη όμως είναι ένα πράγμα που φεύγει μακρυά από εκείνον που δεν την πλησιάζει από τον σωστόν δρόμο, ήγουν που την σιμώνει με πονηρή περιέργεια».
«Η γνώση, χωρίς εξέταση δε μπορεί να αποχτη­θεί. Κι αυτό είναι η αιτία τής αμφιβολίας που έχει για την αλήθεια. Ενώ η πίστη ζητά να έχει ο άνθρωπος, που θέλει να την αποχτήσει, ένα φρόνημα καθαρό και απλό, μακρυά από κάθε πανουργία. Το μέρος που κα­τοικεί η πίστη είναι μια κατάσταση σαν του παιδιού και μια καρδιά απλή, ενώ η γνώση είναι ενάντια σ' αυτά τα δύο».
«Στη σαρκική γνώση βρίσκεται φυτεμένο το ξύλο της Γνώσεως, που μ' αυτό γνωρίζει κανείς τα καλά και τα πονηρά, κι αυτό ξερριζώνει την αγάπη. Τούτη η γνώση εξετάζει τα σφάλματα των ανθρώπων και τις αιτίες, καθώς και τις αδυναμίες τους, και κάνει τον άνθρωπο να αντιλέγει στον άλλον με πονηρά λόγια και να είναι δολερός με διάφορα μηχανεύματα και με πονηρές πανουργίες, και να φέρνεται με τους τρόπους που υβρίζουνε τον άνθρωπο. Σ’ αυτή τη γνώση ριζώ­νει η περηφάνεια, γιατί έχει την ιδέα πως κάθε καλό πράγμα προέρχεται από τον εαυτό της, κι όχι από τον Θεό! Ενώ η πίστη, τα έργα της λέγει πως τα κάνει ο Θεός, και γι’ αυτό δε μπορεί να υπερηφανευτεί. Για τούτο κι ο απόστολος Παύλος είπε, πως «η γνώσις φυσιοί», εννοώντας αυτή τη σαρκική γνώση, που δεν έχει μέσα της την πίστη και την ελπίδα στον Θεό». «Η πνευματική γνώση φανερώνεται κι αποκαλύ­πτεται στον από μέσα άνθρωπο. Γιατί, κατά τον λόγο του Χριστού, «η βασιλεία των ουρανών εντός ημών εστί», και δεν παρουσιάζεται με κάποιον τύπο, μήτε έρχεται με παρατήρηση. Αλλά φανερώνεται από μέ­σα από την εικόνα της κρυφής διάνοιας χωρίς αιτία, και δίχως καμμιά μελέτη γι' αυτή. Επειδή η διάνοια δεν βρίσκει ύλη σ' αυτή, ώστε να συνεργήσει στο φανέ­ρωμά της».
«Ο άνθρωπος που δεν είναι κολλημένος σε τούτον τον κόσμο, και που φέρνει πάντα στη διάνοιά του, πως κοντεύει η ώρα που θα φύγει από τούτη τη ζωή, και που μελετά παντοτεινά την άλλη ζωή, αυτός, και υπομονή μεγάλη αποχτά, και καμμιά επιθυμία δεν έχει να τον τιμούνε οι άνθρωποι, μήτε να απολάψει τις ανα­παύσεις της ζωής. Κι όλη την ώρα η διάνοιά του δροσίζεται από την περιφρόνηση που αισθάνεται για τον κόσμο. Και νοιώθει μεγάλο θάρρος, κι αποχτά δυνατή καρδιά σε κάθε καιρό, για κάθε κίνδυνο και για κάθε φόβο. Μα μήτε κι από τον θάνατο δεν φοβάται, γιατί σε κάθε ώρα προσέχει σ' αυτόν σαν να κοντεύει νά 'ρθει, και τον περιμένει... Κ' η φροντίδα του είναι ριγμένη στον Θεό, με πάσα αδίσταχτη πεποίθηση».
«Το ξύλο της ζωής είναι η αγάπη του Θεού, απ’ όπου ξέπεσε ο Αδάμ, και δεν ξανασυναπάντησε τη χαρά. Αλλά δούλευε στην αγκαθερή τη γη, και κοπία­ζε. Όσοι στερηθήκανε την αγάπη του Θεού, τρώνε ψωμί με ίδρωτα, στα έργα τους, ακόμα κι αν πορεύο­νται δίκαια».
«Μη φοβάσαι τον θάνατο. Γιατί ο Θεός, όταν τον αγαπάς αληθινά, σε ανεβάζει απάνω από τον θάνατο».
«Να νομίζεις, πως δεν υπάρχει άλλος απάνω στη γη, παρά μοναχά εσύ κι ο Θεός».

*


Τά παρακάτω θεόπνευστα λόγια είναι ανθολογη­μένα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο:
«Η πνευματική γνώση μοιάζει μ' ένα σπίτι, που είναι χτισμένο στη μέση της κοσμικής γνώσης, και που μέσα σ' αυτό βρίσκεται, σαν ένα σεντούκι σφαλισμένο, η γνώση των Θείων Γραφών, ο ανεκδιήγητος πλούτος που είναι θησαυρισμένος μέσα στις άγιες Γραφές, ή­γουν η θεία χάρις. Αυτόν τον πλούτο δεν είναι δυνατό να τον δούνε όσοι μπαίνουνε στο σπίτι εκείνο, ανίσως και δεν ανοιχθεί σ' αυτούς το κιβώτιο. Αλλά το σε­ντούκι δεν είναι δυνατό να ανοιχθεί ποτέ με ανθρώπινη σοφία. Για τούτο, όλοι οι άνθρωποι που έχουνε το φρόνημα του κόσμου δεν γνωρίζουνε τον πνευματικό θησαυρό που βρίσκεται μέσα στο σεντούκι της πνευμα­τικής γνώσης. Κι όπως, αν σηκώσει στον ώμο του κανένας εκείνο το κιβώτιο, δε μπορεί να δει τον θησαυ­ρό που βρίσκεται μέσα σ' αυτό, έτσι, κι αν αναγνώσει κι αποστηθίσει όλες της Αγιες Γραφές, δεν δύναται να καταλάβει την χάρη του αγίου Πνεύματος, που εί­ναι κρυμμένη μέσα σ' αυτές».
«Προσκυνώ, πέφτω στα γόνατα και σε ευχαριστώ, Κύριε του παντός και πανάγιε Βασιλεύ, γιατί με ελέη­σες, εμένα που δεν ήμουν άξιος του ελέους σου, και με δόξασες, και με ετίμησες με την εικόνα σου, όπως θέλησες. Κι όλα τα πάντα τα δημιούργησες με την εικόνα σου, όπως θέλησες. Κι όλα τα πάντα τα δη­μιούργησες δι’ εμένα τον άνθρωπο, που είμαι κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν σου, και με κατέστησες βα­σιλέα επάνω εις όλα τα επίγεια, εις δόξαν τής μεγαλωσύνης και της αγαθότητάς σου. Πού εγνώριζα εγώ ο ταλαίπωρος, πως είσαι τόσο καλός Δεσπότης, ώστε να νοιώσω πόθον για σένα; Πού γνώριζα εγώ πως φανερώνεις τον εαυτό σου σ' εκείνους που έρχονται σε σένα, ακόμα και τον καιρό που ζούνε μέσα σε τούτον τον κόσμο, για να ζητήσω με πόθον να σε δω; Πού και πώς ήξευρα, εγώ ο δυστυχής, πως λαμβάνουν το Πνεύ­μα σου το Αγιο όσοι πιστεύουνε σε σένα; Πού ήξευρα εγώ, Δέσποτα, πως εσύ που είσαι αόρατος και αχώρητος, βλέπεσαι και χωρείς μέσα μας; Πού ημπορούσα ποτέ να σκεφθώ πως εσύ, ο Κύριος που έκτισες τα σύμπαντα και που έπλασες τους ανθρώπους, ενώνεσαι μ' αυτούς, και τους κάνεις θεοφόρους και υιούς σου, ώστε να ποθήσω και να ζητήσω να τα λάβω από εσένα; Πού ήξευρα, Κύριε, τέτοιον Θεόν, τέτοιον Δεσπότην, τέτοιον προστάτην, τέτοιον πατέρα και αδελφό και βασιλέα, εσένα που φτώχεψες για μένα και που έλαβες δούλου μορφή; Αληθινά, Δέσποτά μου φιλάν­θρωπε, τίποτα απ' αυτά δεν εγνώριζα ολότελα. Ε­πειδή, κι αν έτυχε να διαβάσω στις Αγιες Γραφές γι' αυτά, νόμιζα πως ειπωθήκανε για κάποιους άλλους, ή για κάποια άλλα πράγματα, κι όχι γι' αυτά που είδα, κ' ήμουνα αναίσθητος, και δεν ένοιωθα τα γραμμένα, μήτε μπόρεσα ποτέ να καταλάβω την έννοια που εί­χαν. Επειδή άκουσα από τον απόστολο Παύλο, που έκραζε κ' έλεγε «α οφθαλμός ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσε, και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν», και νόμιζα πως είναι αδύνατο να έλθει σε θεωρία (Θεωρία είναι η αποκάλυψη των μυστηρίων του Θεού, που γίνεται με τις πνευματικές αισθήσεις) ένας άνθρωπος, που βρίσκεται ακόμα με το σώμα, και θαρρούσα πως μοναχά σ' εκείνον έδειξες αυτά τα θαυμαστά πράγμα­τα, κάνοντάς του χάρη, και δεν ήξευρα, ο ταλαίπωρος, πως αυτό γίνεται από σένα σε όλους που σε αγαπούν. Αλλά, από πού και πώς μπορούσα να γνωρίζω, πως καθένας που πιστεύει σε σένα γίνεται μέλος σου, και πως αστράφτει με την χάρη σου; Ποιός να πιστέψει ένα τέτοιο παράδοξο πράγμα, να γίνει μακάριος, γενό­μενος μακάριο μέλος του μακαρίου Θεού; Πού ήξευρα εγώ, πως εσύ γίνεσαι άρτος αθάνατος κι άφθαρτος, αντί της αισθητής τροφής που γευόμαστε, άρτος αχόρ­ταγος σ' εκείνους που σε πεινούν και σε ποθούν, και πηγή αθάνατη σε κείνους που σε διψούν, και φόρεμα λαμπρότατο σ' εκείνους που φορούνε για σένα ταπει­νά και φτωχά φορέματα; Ακουσα να τα λέγουν αυτά εκείνοι που κηρύττουν το Ευαγγέλιό σου, πλην νόμιζα πως γίνονται, μοναχά στη μέλλουσα ζωή κ' ύστερα από την κοινή ανάσταση, και δεν ήξευρα πως και τώρα γίνονται σε μας, που έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη απ' αυτά».
«Εκείνος που είναι τυφλός εις το ένα, ήγουν στον Θεό, είναι τυφλός σε όλα. Κ' εκείνος που βλέπει το ένα, δηλαδή τον Θεό, έχει τη θεωρία των πάντων, και πάλι είναι έξω από τη θεωρία των πάντων, κ' έρχεται μέσα στη θεωρία των πάντων, και βρίσκεται πάλι έξω από την θεωρία των πάντων. Όταν είναι, κατ' αυτόν τον τρόπο, μέσα στο ένα, βλέπει τα πάντα, κι όταν είναι μέσα σε όλα, δεν βλέπει κανένα απ’ όλα. Εκεί­νος που βλέπει το ένα, με το ένα βλέπει και τον εαυτό του κι όλα τα πάντα και όλους τους άλλους, και πάλι, όντας κρυμμένος μέσα στο ένα, δεν βλέπει κανένα απ' όλα».
«Ήθελα να πω κανένα παράδειγμα, που να φανε­ρώνει το νόημα αυτών που είπα παραπάνω, σ' εκεί­νους που καυχιούνται με αυθάδεια πως ξέρουνε μόνο με την ψεύτικη γνώση, και χωρίς τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ερευνά τα βάθη και τα μυστήρια του Θεού. Αλλά φοβούμαι τον Κύριο, που μας πρόσταξε να μη δίνουμε τα άγια στους αδιάντροπους, μηδέ να ρίχνουμε τα μαργαριτάρια μπροστά σ' εκείνους που λογαριάζουνε τα θεία για τιποτένια κι ακάθαρτα, και τα καταπατούνε και τα ατιμάζουνε με τα χαμηλά και γήινα νοήματά τους. Που τον νου τους τον ετύφλωσεν ο Θεός, καθώς λέγει ο προφήτης: «Και εσκότισε την καρδίαν των, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι, και ακούοντες μη συνιώσι». Και δίκαια, επειδή κάνανε τον εαυτό τους ανάξιο με την περηφάνεια και με τις κακές πρά­ξεις, και για τούτο τους άφησε ο Θεός να πορεύονται στο σκοτάδι της απιστίας και της κακίας τους, καθώς λέγει ο Δαυίδ: «Εξαπέστειλεν αυτούς κατά τα επιτη­δεύματα της καρδίας αυτών». Γιατί, ενώ έχουν τόσα πολλά παραδείγματα από τους Πατέρας μας (που κά­νανε το θέλημα του Θεού με τα έργα και τα βάλανε μπροστά σε μας για να τα μιμηθούμε), δεν θελήσανε να τα στοχασθούνε, μήτε θελήσανε να μιμηθούνε εκεί­νους τους Πατέρας, αλλά κάνουνε αντίθετα απ' ό,τι κάνανε και διδάξανε εκείνοι. Οι τέτοιοι, λέγω πως όχι μοναχά είναι ανάξιοι να έχουνε τη θεία γνώση, αφού είναι υιοί της απωλείας και της απειθείας, αλλά είναι και υπόδικοι για κάθε τιμωρία και κατάκριση. Επειδή λησμονήσανε να εξετάσουνε τον εαυτό τους, αν βρίσκονται στην πίστη, και περιεργάζονται την πολιτεία των άλλων, και εξετάζουνε ασυλλόγιστα κάποια πράγματα που είναι παραπάνω από τη δύναμή τους, χωρίς να φοβούνται τον Θεόν ολότελα».

*


Από τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη παίρνουμε τα λίγα τούτα, που διαβάζεις παρακάτω:
«Κανένα πράγμα δεν κάνει την καρδιά και την ψυχή τόσο ταπεινωμένη, όσο το να καταντήσει ο άνθρωπος απλοϊκός με γνώση, και το να σωπαίνει σε όλα»(«Απλοϊκός με γνώση», είναι ο Ανθρωπος, που γνωρίζει κάποια μυστήρια που δεν τα υποπτεύονται οι άλλοι, και μπορεί ν' απομείνει ωστόσο, απλός και ταπεινός, σαν να μην γνωρίζει τίποτα).
«Πρέπει να γνωρίζεις, πως ο θεϊκός φόβος δεν έχει τρόμο, (και λέγω τρόμο, όχι αυτόν που έρχεται από τη χαρά, αλλά από την οργή, ήγουν από την τιμωρία κι από το ν' απομείνει κανένας απροστάτευτος). Αλλά έχει κάποια έντρομη αγαλλίαση, που γίνεται με την προσευχή, και βγαίνει από τη σοφία, που λέγεται και αρχή σοφίας».
«Όποιος δεν βλέπει και δεν ακούει και δεν αισθά­νεται πνευματικά, είναι πεθαμένος».

*


Από τα λίγα αυτά λόγια των Πατέρων, μ' όλο που είναι σαν μικρά λουλούδια, μαδημένα από το ολάν­θιστο δέντρο της Ορθοδοξίας, ωστόσο πόση πνευμα­τική λάμψη βγαίνει και φωτίζει τις ψυχές μ' ένα καθα­ρό και ιλαρό φως, το φως της αλήθειας που μας έφερε ο Χριστός!
Και συλλογίζεται κανένας, τί κατάρα έχουνε, άρα­γε, απάνω τους κάποιοι άνθρωποι, και δεν εισχωρεί μέσα στα κατάβαθά τους αυτό το ουράνιο φως, αλλά οι καρδιές τους απομένουνε σαν σκοτεινά σπήλαια, γεμά­τα από φρύνους και νυχτερίδες, ήγουν από τα σιχαμερά φαντάσματα της φιλοσοφίας και της κούφιας απάτης;
Φράζουνε τ' αυτιά τους για να μην ακούσουνε τα πουλιά του Παραδείσου, και θέλουνε ν' ακούνε τις κουκουβάγιες και τα κοράκια! Δεν είναι σε θέση να νοιώσουνε την αθάνατη πνοή της Ορθοδοξίας, τη λε­πτότητα που έχουνε τα νοήματά της, το μυστικό κάλ­λος της, και θρέφουνται με τις χονδροειδείς και πεζές κοινοτοπίες της λεγομένης «θεολογικής επιστήμης», που είναι ξόανο, κανωμένο από τον χωματένιο νου κάποιων στεγνών και πονηρών ανθρώπων.
Ο Χριστός είπε: «Όπου βρίσκεται ο θησαυρός σας, εκεί βρίσκεται κ' η καρδιά σας. Ο λύχνος του σώματος είναι ο οφθαλμός. Αν, λοιπόν, ο οφθαλμός σου είναι απλός, όλο το σώμα σου είναι φωτεινό. Κι αν ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, όλο το σώμα σου είναι σκοτεινό».
Ο απλός οφθαλμός είναι η Ορθοδοξία, κι ο πονη­ρός είναι η Δύση.








(Πηγή: «Ευλογημένο καταφύγιο», Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ)
Διαδίκτυο:alopsis.gr


Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

«῾ Η ᾿Ορθοδοξία καί ἡ θρησκεία τοῦ μέλλοντος» / ῾Ιερομονάχου Σεραφείμ Ρόουζ



Στις 10 Μαΐου του 1976, ο π. Σεραφείμ Ρόουζ οδηγούσε προς τον τόπο διαμονής του, στο μοναστήρι του αγίου Γερμανού στα βουνά της Βόρειας Alaska. Ερχόταν από το Oregon, όπου είχε πάρει ένα φορτίο από το πρωτοεκδιδόμενο βιβλίου του «Η Ορθοδοξία και η θρησκεία του μέλλοντος» - ένα βιβλίο που μια μέρα θα γινόταν πνευματικός δυναμίτης, ιδιαίτερα στη Ρωσία. Το βιβλίο ήταν μια εξέταση των σύγχρονων θρησκευτικών φαινομένων, συμπτωμάτων της «νέας θρησκευτικής συνείδησης» η οποία προετοίμαζε το δρόμο για μια παγκόσμια θρησκεία και σηματοδοτούσε την αρχή μιας «δαιμονικής πεντηκοστής» στους εσχάτους καιρούς. Ποτέ πριν δεν είχε γραφτεί μια τόσο διεισδυτική ανάλυση των πνευματικών ρευμάτων του 20ου αιώνα, επειδή μέχρι τώρα κανείς δεν τα είχε μελετήσει τόσο επισταμένα, με βάση την άχρονη σοφία των Αγίων Πατέρων.

Στην αρχή και στο μέσον της δεκαετίας του 1970, όταν ο π. Σεραφείμ έγραφε το βιβλίο του, πολλά από τα φαινόμενα που περιέγραφε θεωρούνταν μέρος ενός παρεκτρεπόμενου «περιθωρίου». Αλλά εκείνος είδε αυτό που ερχόταν: είδε ότι το «περιθώριο» θα γινόταν όλο και περισσότερο το κυρίαρχο ρεύμα, είδε την τρομακτική ενότητα σκοπού πίσω από ένα μεγάλο φάσμα εξωτερικά ξεχωριστών φαινομένων, και είδε το αποτέλεσμα όπου αυτά στόχευαν να διαγράφεται απειλητικό στον ορίζοντα. Καθώς ταξίδευε νότια με το βιβλίο, το οποίο επρόκειτο να ρίξει τη μάσκα των πιο απατηλών μορφών δαιμονικής πλάνης του καιρού μας, ταίριαζε να σταματήσει σ’ ένα πυρήνα του νεοπαγανισμού στην Αμερική: Το όρος Shasta.

Θεωρούμενο από κάποιους ως ιερό βουνό των αρχικών Ινδιάνων κατοίκων, το όρος Σάστα ήταν από
καιρό κέντρο αποκρυφιστικών δραστηριοτήτων και εγκαταστάσεων, που τώρα αυξάνονταν εκεί. Ο π. Σεραφείμ οδήγησε μέρος του ανηφορικού δρόμου με το φορτίο του από βιβλία. Στάθηκε στη σκιά του τεράστιου βουνού, σ’ ένα σημείο όπου γίνονταν συχνά νεοπαγανιστικές γιορτές, και έψαλε πασχαλινούς ύμνους,

έψαλε για την Ανάσταση του Χριστού και τη νίκη Του πάνω στο σατανά και το νόμο του θανάτου. Στο μυαλό του ήρθε μια σκέψη που του είχε ξανάρθει παλιότερα: «Θα ‘πρεπε να έρθει ένας Ορθόδοξος ιερέας και να ευλογήσει το βουνό με αγιασμό»! Αργότερα, μετά τη χειροτονία του σε ιερέα, θα επέστρεφε να ευλογήσει το βουνό. Αλλά το βιβλίο του θα έκανε περισσότερα: θα μετακινούσε βουνά.

κατεβάστε από εδώ:
p-Serafim-Rose-H-Orthodoxia-Kai-H-Thrhskeia-Tou-Mellontos.pdf

aggelioforos.blogspot.com