"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἔρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἔρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

᾿Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη / ῾Ο ἔρωτας στά χιόνια


Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ

Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος. Χριστούγεννα, Ἅις−Βασίλης, Φῶτα.
Καὶ αὐτὸς ἐσηκώνετο τὸ πρωί, ἔρριπτεν εἰς τοὺς ὤμους τὴν παλιὰν πατατούκαν του, τὸ μόνον ροῦχον ὁποὺ ἐσώζετο ἀκόμη ἀπὸ τοὺς πρὸ τῆς εὐτυχίας του χρόνους, καὶ κατήρχετο εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, μορμυρίζων, ἐνῷ κατέβαινεν ἀπὸ τὸ παλαιὸν μισογκρεμισμένον σπίτι, μὲ τρόπον ὥστε να τὸν ἀκούῃ ἡ γειτόνισσα:
− Σεβτὰς εἶν' αὐτός, δὲν εἶναι τσορβάς …· ἔρωντας εἶναι, δὲν εἶναι γέρωντας.
Τὸ ἔλεγε τόσον συχνά, ὥστε ὅλες οἱ γειτονοποῦλες ὁποὺ τὸν ἤκουαν τοῦ τὸ ἐκόλλησαν τέλος ὡς παρατσούκλι: «Ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ὁ Ἔρωντας».
Διότι δὲν ἦτο πλέον νέος, οὔτε εὔμορφος, οὔτε ἄσπρα εἶχεν. Ὅλα αὐτὰ τὰ εἶχε φθείρει πρὸ χρόνων πολλῶν, μαζὶ μὲ τὸ καράβι, εἰς τὴν θάλασσαν, εἰς τὴν Μασσαλίαν.
Εἶχεν ἀρχίσει τὸ στάδιόν του μὲ αὐτὴν τὴν πατατούκαν, ὅταν ἐπρωτομπαρκάρησε ναύτης εἰς τὴν βομβάρδαν τοῦ ἐξαδέλφου του. Εἶχεν ἀποκτήσει, ἀπὸ τὰ μερδικά του ὅσα ἐλάμβανεν ἀπὸ τὰ ταξίδια, μετοχὴν ἐπὶ τοῦ πλοίου, εἶτα εἶχεν ἀποκτήσει πλοῖον ἰδικόν του, καὶ εἶχε κάμει καλὰ ταξίδια. Εἶχε φορέσει ἀγγλικὲς τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλὰ καπέλα, εἶχε κρεμάσει καδένες χρυσὲς μὲ ὡρολόγια, εἶχεν ἀποκτήσει χρήματα· ἀλλὰ τὰ ἔφαγεν ὅλα ἐγκαίρως μὲ τὰς Φρύνας εἰς τὴν Μασσαλίαν, καὶ ἄλλο δὲν τοῦ ἔμεινεν εἰμὴ ἡ παλιὰ πατατούκα, τὴν ὁποίαν ἐφόρει πεταχτὴν ἐπ' ὤμων, ἐνῷ κατέβαινε τὸ πρωὶ εἰς τὴν παραλίαν, διὰ νὰ μπαρκάρῃ σύντροφος μὲ καμμίαν βρατσέραν εἰς μικρὸν ναῦλον, ἢ διὰ νὰ πάγῃ μὲ ξένην βάρκαν νὰ βγάλῃ κανένα χταπόδι ἐντὸς τοῦ λιμένος.
Κανένα δὲν εἶχεν εἰς τὸν κόσμον, ἦτον ἔρημος. Εἶχε νυμφευθῆ, καὶ εἶχε χηρεύσει, εἶχεν ἀποκτήσει τέκνον, καὶ εἶχεν ἀτεκνωθῆ.
Καὶ ἀργὰ τὸ βράδυ, τὴν νύκτα, τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔπινεν ὀλίγα ποτήρια διὰ νὰ ξεχάσῃ ἢ διὰ νὰ ζεσταθῇ, ἐπανήρχετο εἰς τὸ παλιόσπιτο τὸ μισογκρεμισμένον, ἐκχύνων εἰς τραγούδια τὸν πόνον του:
Σοκάκι μου μακρὺ−στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου,
κάμε κ' ἐμένα γείτονα μὲ τὴν γειτόνισσά σου.
Ἄλλοτε παραπονούμενος εὐθύμως:
Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογοὺ καὶ ψεύτρα,
δὲν εἶπες μιὰ φορὰ κ' ἐσύ, Γιαννιό μου ἔλα μέσα.

Χειμὼν βαρύς, ἐπὶ ἡμέρας ὁ οὐρανὸς κλειστός. Ἐπάνω εἰς τὰ βουνὰ χιόνες, κάτω εἰς τὸν κάμπον χιονόνερον. Ἡ πρωία ἐνθύμιζε τὸ δημῶδες:
Βρέχει, βρέχει καὶ χιονίζει,
κι ὁ παπὰς χειρομυλίζει.
Δὲν ἐχειρομύλιζεν ὁ παπάς, ἐχειρομύλιζεν ἡ γειτόνισσα, ἡ πολυλογοὺ καὶ ψεύτρα, τοῦ ᾄσματος τοῦ μπαρμπα−Γιαννιοῦ. Διότι τοιοῦτον πρᾶγμα ἦτο· μυλωνοὺ ἐργαζομένη μὲ τὴν χεῖρα, γυρίζουσα τὸν χειρόμυλον. Σημειώσατε ὅτι, τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, τὸ ἀρχοντολόγι τοῦ τόπου τὸ εἶχεν εἰς κακόν του νὰ φάγῃ ψωμὶ ζυμωμένον μὲ ἄλευρον ἀπὸ νερόμυλον ἢ ἀνεμόμυλον, κ' ἐπροτίμα τὸ διὰ χειρομύλου ἀλεσμένον.
Καὶ εἶχε πελατείαν μεγάλην, ἡ Πολυλογού. Ἐγυάλιζεν, εἶχε μάτια μεγάλα, εἶχε βερνίκι εἰς τὰ μάγουλά της. Εἶχεν ἕνα ἄνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ' ἕνα γαϊδουράκι μικρὸν διὰ νὰ κουβαλᾷ τὰ ἀλέσματα. Ὅλα τὰ ἀγαποῦσε, τὸν ἄνδρα της, τὰ παιδιὰ της, τὸ γαϊδουράκι της. Μόνον τὸν μπαρμπα−Γιαννιὸν δὲν ἀγαποῦσε.
Ποῖος νὰ τὸν ἀγαπήσῃ αὐτόν; Ἦτο ἔρημος εἰς τὸν κόσμον.

Καὶ εἶχε πέσει εἰς τὸν ἔρωτα, μὲ τὴν γειτόνισσαν τὴν Πολυλογού, διὰ νὰ ξεχάσῃ τὸ καράβι του, τὰς Λαΐδας τῆς Μασσαλίας, τὴν θάλασσαν καὶ τὰ κύματά της, τὰ βάσανά του, τὰς ἀσωτίας του, τὴν γυναῖκά του, τὸ παιδί του. Καὶ εἶχε πέσει εἰς τὸ κρασὶ διὰ νὰ ξεχάσῃ τὴν γειτόνισσαν.
Συχνὰ ὅταν ἐπανήρχετο τὸ βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, καὶ ἡ σκιά του, μακρά, ὑψηλή, λιγνή, μὲ τὴν πατατούκαν φεύγουσαν καὶ γλιστροῦσαν ἀπὸ τοὺς ὤμους του, προέκυπτεν εἰς τὸν μακρόν, στενὸν δρομίσκον, καὶ αἱ νιφάδες, μυῖαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, ἐφέροντο στροβιληδὸν εἰς τὸν ἀέρα, καὶ ἔπιπτον εἰς τὴν γῆν, καὶ ἔβλεπε τὸ βουνὸν ν' ἀσπρίζῃ εἰς τὸ σκότος, ἔβλεπε τὸ παράθυρον τῆς γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, καὶ τὸν φεγγίτην νὰ λάμπῃ θαμβά, θολά, καὶ ἤκουε τὸν χειρόμυλον νὰ τρίζῃ ἀκόμη, καὶ ὁ χειρόμυλος ἔπαυε, καὶ ἤκουε τὴν γλῶσσάν της ν' ἀλέθῃ, κ' ἐνθυμεῖτο τὸν ἄνδρα της, τὰ παιδιά της, τὸ γαϊδουράκι της, ὁποὺ αὐτὴ ὅλα τὰ ἀγαποῦσε, ἐνῷ αὐτὸν δὲν ἐγύριζε μάτι νὰ τὸν ἰδῇ, ἐκαπνίζετο, ὅπως τὸ μελίσσι, ἐσφλομώνετο, ὅπως τὸ χταπόδι, καὶ παρεδίδετο εἰς σκέψεις φιλοσοφικὰς καὶ εἰς ποητικὰς εἰκόνας.
− Νὰ εἶχεν ὁ ἔρωτας σαΐτες!… νὰ εἶχε βρόχια… νὰ εἶχε φωτιές… Νὰ τρυποῦσε μὲ τὶς σαΐτες του τὰ παραθύρια… νὰ ζέσταινε τὶς καρδιές… νὰ ἔστηνε τὰ βρόχια του ἀπάνω στὰ χιόνια… Ἕνας γερο−Φερετζέλης πιάνει μὲ τὶς θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.
Ἐφαντάζετο τὸν ἔρωτα ὡς ἕνα εἶδος γερο−Φερετζέλη, ὅστις νὰ διημερεύῃ πέραν εἰς τὸν ὑψηλόν, πευκόσκιον λόφον, καὶ ν' ἀσχολῆται εἰς τὸ νὰ στήνῃ βρόχια ἐπάνω εἰς τὰ χιόνια, διὰ νὰ συλλάβῃ τὶς ἀθῷες καρδιές, ὡς μισοπαγωμένα κοσσύφια, τὰ ὁποῖα ψάχνουν εἰς μάτην, διὰ ν' ἀνακαλύψουν τελευταίαν τινὰ χαμάδα μείνασαν εἰς τὸν ἐλαιῶνα. Ἐξέλιπον οἱ μικροὶ μακρυλοὶ καρποὶ ἀπὸ τὰς εὐώδεις μυρσίνας εἰς τῆς Μαμοῦς τὸ ρέμα, καὶ τώρα τὰ κοσσυφάκια τὰ λάλα μὲ τὸ ἀμαυρὸν πτέρωμα, οἱ κηρομύται οἱ γλυκεῖς καὶ οἱ κίχλαι αἱ εὔθυμοι πίπτουσι θύματα τῆς θηλιᾶς τοῦ γερο−Φερετζέλη.

Τὴν ἄλλην βραδιὰν ἐπανήρχετο, ὄχι πολὺ οἰνοβαρής, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὰ παράθυρα τῆς Πολυλογοῦς, ὕψωνε τοὺς ὤμους, κ' ἐμορμύριζεν:
− Ἕνας Θεὸς θὰ μᾶς κρίνῃ… κ' ἕνας θάνατος θὰ μᾶς ξεχωρίσῃ. Καὶ εἶτα μετὰ στεναγμοῦ προσέθετε:
− Κ' ἕνα κοιμητήρι θὰ μᾶς σμίξῃ.
Ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε, πρὶν ἀπέλθη νὰ κοιμηθῇ, νὰ μὴν ὑποψάλῃ τὸ σύνηθες ᾆσμά του:
Σοκάκι μου μακρὺ−στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου,
κάμε κ' ἐμένα γείτονα μὲ τὴν γειτόνισσά σου.

Τὴν ἄλλην βραδιάν, ἡ χιὼν εἶχε στρωθῆ σινδών, εἰς ὅλον τὸν μακρὸν, στενὸν δρομίσκον.
− Ἄσπρο σινδόνι… νὰ μᾶς ἀσπρίσῃ ὅλους στὸ μάτι τοῦ Θεοῦ… ν' ἀσπρίσουν τὰ σωθικά μας… νὰ μὴν ἔχουμε κακὴ καρδιὰ μέσα μας.
Ἐφαντάζετο ἀμυδρῶς μίαν εἰκόνα, μίαν ὀπτασίαν, ἓν ξυπνητὸν ὄνειρον. Ὡσὰν ἡ χιὼν νὰ ἰσοπεδώσῃ καὶ ν' ἀσπρίσῃ ὅλα τὰ πράγματα, ὅλας τὰς ἁμαρτίας, ὅλα τὰ περασμένα: Τὸ καράβι, τὴν θάλασσαν, τὰ ψηλὰ καπέλα, τὰ ὡρολόγια, τὰς ἁλύσεις τὰς χρυσᾶς καὶ τὰς ἁλύσεις τὰς σιδηρᾶς, τὰς πόρνας τῆς Μασσαλίας, τὴν ἀσωτίαν, τὴν δυστυχίαν, τὰ ναυάγια, νὰ τὰ σκεπάσῃ, νὰ τὰ ἐξαγνίσῃ, νὰ τὰ σαβανώσῃ, διὰ νὰ μὴ παρασταθοῦν ὅλα γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα, καὶ ὡς ἐξ ὀργίων καὶ φραγκικῶν χορῶν ἐξερχόμενα, εἰς τὸ ὄμμα τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου. Ν' ἀσπρίσῃ καὶ νὰ σαβανώσῃ τὸν δρομίσκον τὸν μακρὸν καὶ τὸν στενὸν μὲ τὴν κατεβασιάν του καὶ μὲ τὴν δυσωδίαν του, καὶ τὸν οἰκίσκον τὸν παλαιὸν καὶ καταρρέοντα, καὶ τὴν πατατούκαν τὴν λερὴν καὶ κουρελιασμένην: Νὰ σαβανώσῃ καὶ νὰ σκεπάσῃ τὴν γειτόνισσαν τὴν πολυλογοὺ καὶ ψεύτραν, καὶ τὸν χειρόμυλόν της, καὶ τὴν φιλοφροσύνην της, τὴν ψευτοπολιτικήν της, τὴν φλυαρίαν της, καὶ τὸ γυάλισμά της, τὸ βερνίκι καὶ τὸ κοκκινάδι της, καὶ τὸ χαμόγελόν της, καὶ τὸν ἄνδρα της, τὰ παιδιά της καὶ τὸ γαϊδουράκι της: Ὅλα, ὅλα νὰ τὰ καλύψῃ, νὰ τὰ ἀσπρίσῃ, νὰ τὰ ἁγνίσῃ!
Τὴν ἄλλην βραδιάν, τὴν τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, ἐπανῆλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.
Δὲν ἔστεκε πλέον εἰς τὰ πόδια του, δὲν ἐκινεῖτο οὐδ' ἀνέπνεε πλέον.
Χειμὼν βαρύς, οἰκία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Μοναξία, ἀνία, κόσμος βαρύς, κακός, ἀνάλγητος. Ὑγεία κατεστραμμένη. Σῶμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικὰ λυωμένα. Δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ ζήσῃ, νὰ αἰσθανθῇ, νὰ χαρῇ. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ εὕρῃ παρηγορίαν, νὰ ζεσταθῇ. Ἔπιε διὰ νὰ σταθῇ, ἔπιε διὰ νὰ πατήσῃ, ἔπιε διὰ νὰ γλιστρήσῃ. Δὲν ἐπάτει πλέον ἀσφαλῶς τὸ ἔδαφος.
Ηὗρε τὸν δρόμον, τὸν ἀνεγνώρισεν. Ἐπιάσθη ἀπὸ τὸ ἀγκωνάρι. Ἐκλονήθη. Ἀκούμβησε τὶς πλάτες, ἐστύλωσε τὰ πόδια. Ἐμορμύρισε:
− Νὰ εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!… Νὰ εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια…
Δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ σχηματίσῃ λογικὴν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις καὶ ἐννοίας.
Πάλιν ἐκλονήθη. Ἐπιάσθη ἀπὸ τὸν παραστάτην μιᾶς θύρας. Κατὰ λάθος ἤγγισε τὸ ρόπτρον. Τὸ ρόπτρον ἤχησε δυνατά.
− Ποιὸς εἶναι;
Ἦτο ἡ θύρα τῆς Πολυλογοῦς, τῆς γειτόνισσας. Εὐλογοφανῶς θὰ ἠδύνατό τις νὰ τοῦ ἀποδώσῃ πρόθεσιν ὅτι ἐπεχείρει ν' ἀναβῇ, καλῶς ἢ κακῶς, εἰς τὴν οἰκίαν της. Πῶς ὄχι;
Ἐπάνω ἐκινοῦντο φῶτα καὶ ἄνθρωποι. Ἴσως ἐγίνοντο ἑτοιμασίαι. Χριστούγεννα, Ἅις−Βασίλης, Φῶτα, παραμοναί. Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος.
− Ποιὸς εἶναι; εἶπε πάλιν ἡ φωνή.
Τὸ παράθυρον ἔτριξεν. Ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ἦτο ἀκριβῶς ὑπὸ τὸν ἐξώστην, ἀόρατος ἄνωθεν. Δὲν εἶναι τίποτε. Τὸ παράθυρον ἐκλείσθη σπασμωδικῶς. Μίαν στιγμὴν ἂς ἀργοποροῦσε!
Ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ἐστηρίζετο ὄρθιος εἰς τὸν παραστάτην. Ἐδοκίμασε νὰ εἴπῃ τὸ τραγούδι του, ἀλλ' εἰς τὸ πνεῦμά του τὸ ὑποβρύχιον, τοῦ ἤρχοντο ὡς ναυάγια αἱ λέξεις:
«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρὺ−στενὸ σοκάκι!…»
Μόλις ἤρθρωσε τὰς λέξεις, καὶ σχεδὸν δὲν ἠκούσθησαν. Ἐχάθησαν εἰς τὸν βόμβον τοῦ ἀνέμου καὶ εἰς τὸν στρόβιλον τῆς χιόνος.
− Καὶ ἐγὼ σοκάκι εἶμαι, ἐμορμύρισε… ζωντανὸ σοκάκι.
Ἐξεπιάσθη ἀπὸ τὴν λαβήν του. Ἐκλονήθη, ἐσαρρίσθη, ἔκλινε καὶ ἔπεσεν. Ἐξηπλώθη ἐπὶ τῆς χιόνος, καὶ κατέλαβε μὲ τὸ μακρόν του ἀνάστημα ὅλον τὸ πλάτος τοῦ μακροῦ στενοῦ δρομίσκου.
Ἅπαξ ἐδοκίμασε νὰ σηκωθῇ, καὶ εἶτα ἐναρκώθη. Εὕρισκε φρικώδη ζέστην εἰς τὴν χιόνα.
«Εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!… Εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια!»
Καὶ τὸ παράθυρον πρὸ μιᾶς στιγμῆς εἶχε κλεισθῆ. Καὶ ἂν μίαν μόνον στιγμὴν ἠργοπόρει, ὁ σύζυγος τῆς Πολυλογοῦς θὰ ἔβλεπε τὸν ἄνθρωπον νὰ πέσῃ ἐπὶ τῆς χιόνος.
Πλὴν δὲν τὸν εἶδεν οὔτε αὐτὸς οὔτε κανεὶς ἄλλος. Κ' ἐπάνω εἰς τὴν χιόνα ἔπεσε χιών. Καὶ ἡ χιὼν ἐστοιβάχθη, ἐσωρεύθη δύο πιθαμάς, ἐκορυφώθη. Καὶ ἡ χιὼν ἔγινε σινδών, σάβανον.
Καὶ ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ' ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα, διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος, αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του, ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου.
(1896)

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΜΑΓΕΙΑΝ



Διασκευή: ωάννη Β. Κωστάκη
 
    Στ συναξάρι το γίου Βασιλείου το Μεγάλου, χει καταγραφε, μ κάθε νατριχιαστικ λεπτομέρεια, να συγκλονιστικ περιστατικ Μαύρης Μαγείας. πρόσφατη θλιβερ πικαιρότητα πιβάλλει ν τ προσεγγίσουμε κα ν ξάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα κα διδάγματα.
    Στ χρόνια το Μεγάλου Βασιλείου (329–379) στν Καισάρεια ζοσε κάποιος ρχοντας, πο νομάζονταν Προτέριος. ταν πλούσιος κα θεοσεβής. Ατς εχε μι μονάκριβη κόρη, ραιοτάτη στν ξωτερική της μφάνιση. πανοργος χθρς τς γνότητος κα καθαρότητος, διάβολος, ναψε τν κακ πιθυμία σ ναν δολο το ρχοντος, ν τν καταστήσει σύζυγό του. Μ μπορώντας ν κανοποιήσει τν πιθυμία του μ λλο τρόπο, κατέφυγε σ ναν περιώνυμο μάγο, εδωλολάτρη κα πηρέτη το διαβόλου. Γεμάτος πάθος κα πιθυμία διατύπωσε τ ατημά του· «Ἐὰν καταφέρεις ν μεταστρέψεις τν καρδι τς θυγατέρας το κυρίου μου, στε ν μ γαπήσει κα ν μ πάρει ς σύζυγό της, τότε θ γίνω δολος σου κα θ σο δώσω ,τι θέλεις».
    Ὁ διαβολοκίνητος μάγος, δν φησε τν εκαιρία ν το ξεφύγει, κα χαρούμενος το πάντησε: «Ἐὰν ρνηθες γγράφως τ Χριστό, θ κανοποιήσω τν πιθυμία σου». λεεινς κενος δολος μ πολ λαχτάρα πάντησε: «ρνομαι τ Χριστ κα μ λόγια (προφορικ) κα γραπτς, ρκε μόνο ν γίνει τ θέλημά μου».
    Ἀφο μάγος πρε τ διαβεβαίωση, πο θελε γι ν ξεκινήσει τ συνεργασία του μ τν διάβολο, το δωσε να γράμμα κα το δωσε ντολ ν πάει ν τ τοποθετήσει τ μεσάνυχτα στ μνημεο νς εδωλολάτρη. κε φο πικαλεσθε τν δαίμονα ν ψώσει τ γράμμα στν έρα. «Τότε, το επε, θ ρθουν ο δαίμονες κα θ σ ρπάξουν κα θ σ δηγήσουν στν ρχοντά τους. κε θ γίνει ατό, πο πιθυμες».
    Τ περιεχόμενο το γράμματος ατο εχε περίπου ς ξς: «Σο στέλνω ατν τν νέο, πο πληγώθηκε π ρωτα. Σ παρακαλ ν κανοποιήσεις τ θέλημά του, γι ν εμαι τσι περήφανος μεταξ τν νθρώπων κα ν ρχονται σ μένα».
    Ατ τ γράμμα, τ παρέδωσε μάγος στν νέο. κενος κτελώντας τν ντολή του, πγε κα στάθηκε πάνω στ μνημεο νς εδωλολάτρη. Κάλεσε τος δαίμονες κα πέταξε ψηλ τν πιστολή. μέσως φάνηκαν μπροστά του ο δαίμονες κα το επαν: «ν θέλης ν γίνη πιθυμία σου, κολούθησέ μας». κενος κολούθησε κα τν δήγησαν κε πο κάθονταν μιαρς διάβολος, πάνω σ ψηλ κάθισμα, περιτριγυριζόμενος π τ δαιμόνια. φο διάβασε τ γράμμα, πο το στειλε μάγος, ρώτησε τν νέο· «πιστεύεις σ μένα;». Κι κενος το πάντησε· «Να πιστεύω». Ξαν διάβολος τν ρωτ: «ρνεσαι τν Χριστό;». «Να τν ρνομαι», πάντησε νέος. Κι πανοργος διάβολος συνέχισε μονολογώντας· «χάριστοι εστε σες ο χριστιανοί. ταν σς παρουσιάζεται νάγκη ρχεστε πρς μένα, ταν δ γίνει ατό, πο θέλετε, μ ρνεστε κα πτε πάλι στν Χριστό. Κι ατς, πειδ εναι φιλάνθρωπος, σς δέχεται» κα πευθυνόμενος στ νέο προσθέτει: «λλ ν ρνηθς γραπτς τν πίστη σου κα τ βάπτισμα. Γράψε τι δέχεσαι ν κολαστες, αώνια μαζί μου στν μέρα τς κρίσεως, κα τότε θ σ κανοποιήσω». Τότε δυστυχς κενος νέος, καθς ταν τυφλωμένος π τν ρωτά του, δωσε γραπτ τν ρνηση τς πίστεώς του, πως το ζήτησε δαίμονας. Μετ π τν πράξη του ατή, μ τν ποία δήλωσε ποταγ στν διάβολο, γύρισε στ σπίτι το φέντη του.
    Ὁ διάβολος, μέσως, στειλε τος πηρέτες του ν παρασύρουν τν κόρη το ρχοντα Προτέριου, στν πιθυμία το σεβος νέου. στερα π λίγες μέρες, θώα κα νύποπτη κόρη το ρχοντα μέχρι τότε, ρχισε ν ζητ πίμονα π τν πατέρα της: « δστε μου ς σύζυγο τν τάδε δολο, διαφορετικ θ θανατωθ».
    Ο δύστυχοι γονες τς δαιμονόπληκτης πλέον κοπέλας, βλέποντας π τ μι μερι τν πιμονή της, π τν λλη τς πόπειρες ατοκτονίας της (μ παγχονισμ) κα φο κουσαν κα τς συμβουλς τν φίλων τους ποφάσισαν μ θρήνους κα δυρμος ν τς δώσουν τν δεια κανοποιήσεως τς πιθυμίας της.
    Πράγματι, καμαν τος γάμους.
    Ἀπ τ στιγμ μως, πο γινε γάμος, νέος δν ξαναπάτησε τ πόδι του στν κκλησία, οτε κοινωνοσε τν χράντων μυστηρίων, λλ δν κανε πλέον κα τ σημεο το Σταυρο. Τ συμπτώματα ατά, πο τ παρετήρησαν πρτοι ο γείτονες, τ πεσήμαναν στ σύζυγό του, λέγοντάς της τι· « σύζυγός σου δν εναι χριστιανός».
    Ἔπειτα π λίγο καιρ γυναίκα ατ ξέφρασε τος φόβους της πρς τν νδρα της, φο τν βλεπε τι ν κα εχαν περάσει τόσες Κυριακς κα λλες ορτς κενος δν κκλησιάζονταν, δν κοινωνοσε, δν κανε τν Σταυρό του. Κα προσέθεσε: «γ νόμιζα τι εσαι χριστιανς κα γι ατ σ παντρεύτηκα. ν λοιπν δν δεχθες ν πμε στν κκλησία, θ σ χωρίσω».
    Ὅταν νδρας της εδε τι δν μπορε πλέον ν ποκρύψει ατό, πο εχε κάνει γι ν τν κερδίσει τς επε· «γ γι τν γάπη σου ρνήθηκα, γγράφως, τν Χριστό. Γι ατ δν μπορ πλέον ν μπ στν κκλησία κα ν κοινωνήσω».
    Ἡ μολογία ατ τν συγκλόνισε κα ξέσπασε σ σταμάτητους θρήνους, γι τ συμφορά, πο τν βρκε. σπευσε τότε στν γιο Βασίλειο κα μ δάκρυα διηγήθηκε τ πρόβλημά της. Ὁ Ἅγιος κάλεσε τν νέο, ποος μετανοημένος πιά, γιατ κτς τν λλων χανε κι ατ γι τ ποο ρνήθηκε τν Χριστό, ξωμολογήθηκε λόκληρη τν λήθεια. νέος διαβεβαίωσε τν γιο γι τν μετάνοιά του, λλ τόνισε τι δν μπορε ν πανορθώσει, φο ρνήθηκε γγράφως τν πίστη του.
    Ὁ Ἅγιος Βασίλειος το δωσε θάρρος, τονίζοντας τι ν μετάνοιά του εναι ελικρινής, τότε κα ατ τ χαρτί, πο πέγραψε κα κρατοσε διάβολος, κα ατ μπορε ν χρηστευθε. Συντετριμένος νέος επε στν γιο: «Στ λαιμό σου κρέμεται ψυχή μου, γιε Δέσποτα, κα θ κάνω ,τι μ διατάξεις». Τότε γιος, κλεισε τν νέο σ να κελλ κα το επε: «Μενε δ κα προσευχήσου. Θ νηστέψεις τρες μέρες κα κατόπιν θ ρθω ν σ δ».
    Ἐν νέος ρχισε τν γώνα γι τν ποδέσμευσή του π τν ξουσία το διαβόλου, γιος προσευχόταν νηστεύοντας γι τ σωτηρία του. Μετ π τρες μέρες γιος Βασίλειος πισκέφθηκε τν γωνιζόμενο νέο κα τν ρώτησε πς περνοσε. Κάθιδρως νέος το πήντησε: «Σ μεγάλη νάγκη, ερίσκομαι γιε το Θεο. Δν μπορ ν ποφέρω τς φωνς κα τος δαρμος τν δαιμόνων. Κρατον τν γραπτ μολογία μου, μ πολεμον κα λένε· σο κι ν κοπιάζεις, δν θ μπορέσης ν λευθερωθς, γιατ μες κρατμε τ διόχειρο γράμμα σου».
   Ὁ Ἅγιος νισχύοντάς τον στν γώνα του το επε· «Μ φοβσαι, παιδί μου, μόνον πίστεψε κα θ σωθες». Κι φο το δωσε ψωμ κα νερ τν κλεισε πάλι μέσα στ κελλί του. στερα π λίγες μέρες τν πισκέφθηκε γιος γι δεύτερη φορά, γι ν διαπιστώσει τν πρόοδο το γώνα, λλ κα τν κατάσταση στν ποίαν βρίσκονταν τώρα. Στ σχετικ ρώτημα το γίου, νέος πι ρεμος πάντησε· «Μ τς εχές σου γιε εμαι καλά. Γιατ τώρα δν βλέπω πι μ τ μάτια μου τος δαίμονες. κούω μόνο π μακρυ τς φωνς κα τς πειλές τους».
    Γι δεύτερη φορ γιος το φησε τροφή, προσευχήθηκε γι ατόν, κλεισε τν πόρτα το κελλιο κα φυγε. Πέρασαν κόμα 40 μέρες γνος, νηστείας κα προσευχν. Ξαν γιος ρχεται ν πισκεφθε τν γωνιζόμενο νέο. Ζητ κα πάλι ν πληροφορηθε γι τν κατάστασή του. Κι κενος χαρούμενος τώρα τν πληροφορε· «Μ τς εχές σου, γιε Δέσποτα, εμαι πολύ καλά. Τώρα δν βλέπω οτε τν σκι τν κακν δαιμόνων, οτε κούω τς παίσιες φωνές τους. Μάλιστα δ ατ τ νύχτα εδα ραμα, τι πάλεψες γι μένα μ τ διάβολο κα τν νίκησες». Ατ τ περίμενε γιος. Χαρούμενος πι γι τ ποτέλεσμα δωσε ντολ ν συγκεντρωθε κλρος κα λας σ εχαριστήριο λονύκτια κολουθία στν . Να το Κυρίου.
    Τν τρίτη ρα τς νύχτας μπκε γι ν ρχίσει τ Θεία Λειτουργία. Τν ρα δ πο λειτουργοσε, ρθαν κε ο δαίμονες γι ν ρπάξουν τν νέο, πο ταν μέσα στν . Ναό. νέος τρομοκρατήθηκε. τρεξε κα πιάστηκε π τν γιο φωνάζοντας: «λέησέ με, δολε το Θεο, λέησέ με. Ν ρθαν ο δαίμονες κα θέλουν ν μ ρπάξουν». γιος τότε ργισμένος πευθύνεται πρς τος δαίμονες λέγοντάς τους: «ναίσχυντοι κα βρωμεροί, δν σς φτάνει δική σας πώλεια, λλ ρθατε κα μέσα στν ερ Ναό, γι ν ρπάξετε κι ατόν;». νας π τος δαίμονες παντώντας στν γιο επε: «Μ δικες Βασίλειε. γ δν πγα πρς ατόν, λλ ατς μ τ θέλησή του, ρθε σ μένα κα ρνήθηκε τν πίστη του. Ν κρατ τν γραπτ μολογία του».
    Ὕστερα π ατν τν διάλογο μ τν δαίμονα, γιος κατάλαβε τι ο δαίμονες δν πρόκειται ν γκαταλείψουν τν γώνα, ν δν τος πάρει τ γραπτ κείμενο, μ τν πογραφή το νέου, πο κρατοσαν κα μ τ ποο τν κβίαζαν. πευθύνεται τότε πρς τ λαό, πο εχε κατακλύσει τν ερ Να κα τν καλε «μετ δακρύων» ν ναφωνήσουν τό, «Κύριε λέησον». Κα τ κείμενο το ερο συναξαριστ τελειώνει ς ξς· «σταμένου δ το λαο, ς γιος πρόσταξε κα ναφωνοντος π ρας πολλς «Κύριε λέησον», δο τ γγραφον το νέου κείνου, π το έρος φερόμενον, λθε κα τέθη π τν χειρν το γίου. Δεχθες δ τοτο γιος κα εχαριστήσας τν Θεόν, επε πρς τν νέον· «ναγνωρίζεις τ διόγραφον γράμμα σου;». νέος πήντησε· «Ναί, γιε το Θεο, τοτο εναι».
    Ττε γιος σχισεν ατ ες λεπτ τεμάχια κα συνεπλήρωσε τν Θείαν Λειτουργίαν. Μετ δ τατα, φο νουθέτησεν ατν κα λειψε δι θείου Μύρου, τν παρέδωσεν ες τν δίαν ατο γυνακα κα πέστρεψεν ες τν οκον ατο δοξάζων κα ελογν τν Πανοικτίρμονα Θεόν».
    Τελικ παρατήρηση·
    Ὁ διάβολος, προαιώνιος χθρς το νθρώπου, κα τ ργανά του, μ θανάσιμο μίσος κα πύθμενη κακότητα ργάζονται γι τν πώλεια το κόσμου κα το νθρώπου. Εναι ποτελεσματικ φέλιμο ν γνωρίζουμε τι: «οκ στιν ν λλ οδεν σωτηρία, μ ν τ νόματι ησο Χριστο».
    Γι τ λόγο ατ συναμαρτωλ δελφέ: «νόματι ησο, μάστιζε τος πολεμίους». που Χριστός, κε διάβολος φανίζεται κα ο μεθοδεες του διαλύονται.

Πηγή:http://www.pmeletios.com/