"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εἴδηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εἴδηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

Γλώσσα του διαδικτύου




19 Νοεμβρίου, 2009

1
Στην προμετωπίδα της αίθουσας εκδηλώσεων της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών φιγουράρει, αυτάρεσκα ίσως, αλλά τόσο αληθινά μια πινακίδα: «Η δημοσίευσις είναι η ψυχή της δημοκρατίας». Οι δημοσιογράφοι γνωρίζουν καλά ότι το απόφθεγμα αυτό είναι ένα «κλειδί». Από την επανάσταση της τυπογραφίας έως σήμερα, οι εξελίξεις στον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η δημόσια επικοινωνία επηρεάζουν καθοριστικά τη λειτουργία του πολιτεύματος, τον τρόπο με τον οποίο κάνουμε πολιτική. Το βιβλίο, η τυπογραφία επέτρεψε την δημιουργία βιβλιοθηκών, το ξέβγαλμα της γνώσης από τα μοναστήρια του μεσαίωνα στην κοινωνία. Τα 200 περίπου χρόνια που διήρκεσε η επανάσταση της τυπογραφίας ώθησαν καθοριστικά τον ορθό λόγο και τη δημοκρατική κουλτούρα στη γηραιά ήπειρο. Οι τραγικότερες στιγμές του 20ού αιώνα, όπως ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος, συνδέονται με το ραδιόφωνο. Η εικονοποιία της τηλεόρασης πάλι σημαδεύει την εποχή του ψυχρού πολέμου. Οι εικόνες από το Βιετνάμ, η κρίση του Κόλπου των Χοίρων και αργότερα ο πόλεμος του Περσικού κόλπου σε απευθείας μετάδοση, η επέμβαση του ΝΑΤΟ στην πρώην Γιουγκοσλαβία εγγράφονται στην παγκόσμια κοινή μνήμη με τον ιδιαίτερο αισθητικό τρόπο των μεγάλων τηλεοπτικών Μέσων Ενημέρωσης κάθε δεκαετίας και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πολιτική συζήτηση.
Κάθε μέσο δημόσιας επικοινωνίας υποβάλλει τη μορφή και το είδος του λόγου που αναπτύσσεται εντός του, σμιλεύει τη δημόσια αφήγηση, τη γλώσσα στην οποία επικοινωνούμε, καταγράφουμε και τεκμηριώνουμε την εποχή μας. Ο λόγος των εφημερίδων, περιγραφικός, περιεκτικός, σκιαγραφεί τα γεγονότα διανθίζοντάς τα με ερμηνείες. Έχει πάντοτε (ακόμα και αδιόρατα) κριτική διάθεση έναντι του γεγονότος. Ο λόγος του ραδιοφώνου άμεσος και παραστατικός ανακατασκευάζει τα γεγονότα κινητοποιώντας τη φαντασία. Ο λόγος της τηλεόρασης ελλειπτικός, συμπληρωματικός του κεντρικού φορέα της είδησης που είναι η εικόνα. Πέρα από τους εγγενείς περιορισμούς που η τεχνολογία κάθε φορά επιβάλλει, άλλοι παράγοντες παίζουν ακόμα καθοριστικότερο ρόλο. Ιστορικά τα media βρίσκονται στα χέρια κυβερνήσεων, στρατών ή μεγάλων εταιριών που μπορούν να τα συντηρήσουν. Έτσι αντανα- κλούν την οπτική και –μοιραία– τα συμφέροντά τους.
Κάθε εμφάνιση νέου μέσου συνοδεύεται από μια περί- οδο αναζήτησης στο επίπεδο της αφήγησης, συναρπαστικά χρόνια κατά τα οποία σχηματίζονται οι διαλεκτικοί κανόνες, διευρύνεται η αίσθηση ελευθερίας, ενώ ταυτόχρονα αναζητείται ο τρόπος χειραγώγησης του.
Η έκβαση αυτής της διαμάχης καθορίζει εν πολλοίς και τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η δεκαετία που διανύουμε θα χαρακτηρισθεί πιθανότατα από τους ιστορικούς, ως «επαναστατική» για έναν και μόνο λόγο. Η έλευση του διαδικτύου, η εξάπλωση της ψηφιακής τεχνολογίας, δημιουργεί για πρώτη φορά τις προϋποθέσεις για μια «κοινωνικοποίηση των Μέσων Ενημέρωσης». Αιτία αυτού του φαινομένου δεν είναι άλλη από την αποκέντρωση των μέσων παραγωγής και διανομής πληροφοριών σε μεγάλη κλίμακα. Ένας blogger στο Ιράν μπορεί για πρώτη φορά να επικοινωνήσει στην ίδια εμβέλεια με ένα συντεταγμένο Μέσο Ενημέρωσης, όπως είναι για παράδειγμα τα μεγάλα ειδησεογραφικά πρακτορεία. Όλες οι μεγάλες κρίσεις των τελευταίων ετών για πρώτη φορά καταγράφονται τόσο από δημοσιογράφους, όσο και από πολίτες στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και τα ημερολόγια του διαδικτύου (blogs). Η δημόσια αφήγηση της εποχής μας για την εξέγερση στο Ιράν, τη Βιρμανία, την κατάρρευση της Ισλανδίας, τη ρωσική επέμβαση στη Γεωργία, τον ελληνικό Δεκέμβρη και πολλά ακόμα γεγονότα συντίθεται για πρώτη φορά συλλογικά.
Τόσο στη γλώσσα των media, όσο και στη γλώσσα των ερασιτεχνών γραφιάδων του διαδικτύου. Οι συντακτικοί κανόνες αυτής της δεύτερης γλώσσας διαφέρουν ριζικά από αυτούς της πρώτης. Υποκειμενική γραφή έναντι της αντικειμενικής. Ψευδωνυμία έναντι της επωνυμίας, προφορικός λόγος, έναντι του λόγου των δημοσιογραφικών σχολών, άμεση μετάδοση πληροφοριών, έναντι της ανακατασκευής της είδησης. Καθώς ο λόγος των κατεστημένων Μέσων Ενημέρωσης ξεψυχάει στην αυτοαναφορικότητά του, ο αυθάδικος λόγος του διαδικτύου αρθρώνεται σε δίκτυα και διεκδικεί ανταγωνιστικά μια πιο αυθεντική σχέση με την εποχή μας.
Δεν υπάρχει χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από την μετάδοση των γεγονότων της 6ης Δεκεμβρίου 2008, όταν δίπλα στα έκτακτα δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης, ένας καταιγισμός προσωπικών μαρτυριών κατέκλυζε το διαδίκτυο, ανασυνθέτοντας το γεγονός. Μετά από λίγη ώρα η είδηση γράφτηκε από έναν ανώνυμο χρήστη του διαδικτύου σε ένα κοινωνικό δίκτυο ως εξής: «κόσμος στο Πολυτεχνείο, επεισόδια στα Εξάρχεια, ανοιχτή η Πατησίων, το παιδί είναι 16 χρονών. Κατεβείτε κάτω είναι επιβεβαι- ωμένο». Στην ανατομία αυτής της λειτουργίας και αυτού του ενδεικτικού σημειώματος, ίσως κρύβεται το μέλλον της δημοσιογραφίας.
(απο το κοντέινερ που κυκλοφορεί την πρώτη δευτέρα κάθε μήνα με την Ελευθεροτυπία)

Αυτή η καταχώριση έγινε στις 19 Νοεμβρίου, 2009 στο 1:53 πμ υπό Δημοσιογραφία.

Πηγή:http://tsimitakis.wordpress.com

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

Ποιός σκότωσε τήν ἐφημερίδα; The Economist



Με τη βοήθεια του Ιντερνετ, οι κυκλοφορίες πέφτουν και οι θέσεις εργασίας μειώνονται σε ΗΠΑ - Δυτ. Ευρώπη
The Economist



«Μία καλή εφημερίδα είναι μία χώρα που μιλάει στον εαυτό της», έλεγε αστειευόμενος το 1961 ο Αρθουρ Μίλερ. Μία δεκαετία αργότερα, δύο ρεπόρτερ της «Ουάσιγκτον Ποστ» έγραψαν μία σειρά άρθρων που ανέτρεψαν τον πρόεδρο Νίξον και το κύρος της έντυπης δημοσιογραφίας εκτινάχθηκε στα ύψη. Στην ιδανική περίπτωση, οι εφημερίδες ελέγχουν αποτελεσματικά επιχειρήσεις και κυβερνήσεις. Συνήθως καθορίζουν την ειδησεογραφική ατζέντα για λογαριασμό των υπόλοιπων ΜΜΕ. Ωστόσο, οι μεγάλης κυκλοφορίας διεθνείς εφημερίδες είναι πλέον ένα επαπειλούμενο είδος. Η αποστολή τους, να πωλούν άρθρα σε αναγνώστες και αναγνώστες σε διαφημιστές, που διατήρησε επί μακρόν το ρόλο τους στην κοινωνία, αποσυντίθεται σταδιακά.

Απ’ όλα τα παραδοσιακά ΜΜΕ, οι εφημερίδες είναι αυτές που πλήττονται περισσότερο από το Ιντερνέτ. Η κυκλοφορία τους πέφτει εδώ και δεκαετίες στις ΗΠΑ, τη Δυτική Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. (Στις υπόλοιπες χώρες οι πωλήσεις αυξάνονται.) Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, το Διαδίκτυο επιτάχυνε την πτώση. Στο βιβλίο του «Η υπό εξαφάνιση εφημερίδα» ο Φίλιπ Μάιερ υπολογίζει ότι το πρώτο τέταρτο του 2043 θα είναι η στιγμή, κατά την οποία θα εξαφανιστεί κάθε έντυπο στις ΗΠΑ όταν και ο τελευταίος εξαντλημένος αναγνώστης πετάξει και την τελευταία έκδοση. Αυτού του είδους η εσχατολογία μπορεί να προκαλεί οργή στους μεγαλοεκδότες, αλλά ακόμη και ο κυνικότερος βαρώνος δεν μπορεί να αρνηθεί το γεγονός πως όλο και περισσότεροι νέοι ενημερώνονται στο Ιντερνετ. Οι Βρετανοί ηλικίας 15 έως 24 ετών εκτιμάται ότι περνούν σχεδόν 30% λιγότερο χρόνο διαβάζοντας εθνικές εφημερίδες, μόλις αρχίσουν να χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο.

Φεύγει και η διαφήμιση

Η διαφήμιση ακολουθεί τους αναγνώστες κατά πόδας. Το κυνήγι είναι σχεδόν ξεδιάντροπο, σε μεγάλο βαθμό επειδή το Ιντερνετ είναι ένα γοητευτικό μέσο, το οποίο συνδέει αγοραστές και πωλητές, ενώ αποδεικνύει στους διαφημιστές πως το χρήμα τους σπαταλιέται με ορθολογικό τρόπο. Ειδικά οι μικρές αγγελίες γνωριμιών στρέφονται ταχύτατα στον κυβερνοχώρο. Ο Ρούπερτ Μέρντοχ κάποτε τις είχε χαρακτηρίσει τα ποτάμια χρυσού της βιομηχανίας του Τύπου, όπως όμως απεφάνθη πέρυσι, «ορισμένες φορές τα ποτάμια στεγνώνουν». Στην Ελβετία και την Ολλανδία οι εφημερίδες έχουν χάσει τις μισές αγγελίες προς όφελος του Ιντερνετ.

Οι εφημερίδες δεν έχουν αρχίσει να κλείνουν μαζικά, αλλά είναι θέμα χρόνου. Τις επόμενες δεκαετίες οι μισές από τις σοβαρές εφημερίδες ενδέχεται να καταρρεύσουν. Οι θέσεις εργασίας στον τομέα έχουν αρχίσει ήδη να εξαφανίζονται. Σύμφωνα με την Ενωση Εφημερίδων στην Αμερική ο αριθμός όσων απασχολούνται στη βιομηχανία μειώθηκε κατά 18% ανάμεσα στο 1990 και το 2004. Οι μετοχές των εισηγμένων εντύπων που κατακρημνίζονται έχουν προκαλέσει την οργή των επενδυτών. Το 2005 μία ομάδα μετόχων της Knight Ridder, της ιδιοκτήτριας εταιρείας πολλών αμερικανικών εφημερίδων, απέκτησε τον έλεγχό της και αποφάσισε να πουλήσει τις εφημερίδες της, τερματίζοντας μία 114ετή ιστορία. Εφέτος, η Morgan Stanley, μία τράπεζα επενδύσεων, επιτέθηκε στην επιχείρηση New York Times Company, τον πιο έγκυρο δημοσιογραφικό θεσμό, επειδή η τιμή της μετοχής της σχεδόν υποδιπλασιάστηκε σε τέσσερα χρόνια.

Ποια μέτρα παίρνουν

Αγνοώντας την πραγματικότητα για πολλά χρόνια, οι εφημερίδες επιτέλους αναλαμβάνουν δράση. Για να περικόψουν το κόστος, ήδη έχουν αρχίσει να δαπανούν λιγότερα στον τομέα της δημοσιογραφίας. Προκειμένου να προσελκύσουν νεανικότερο κοινό, στρέφονται σε ένα συνδυασμό άρθρων lifestyle, ψυχαγωγίας και θεμάτων, που άπτονται περισσότερο της καθημερινής ζωής και λιγότερο της διεθνούς και της εσωτερικής πολιτικής. Προσπαθούν να δημιουργήσουν νέες επιχειρήσεις τόσο εντός όσο και εκτός δικτύου. Και, τέλος, επενδύουν σε δωρεάν καθημερινά έντυπα, τα οποία δεν αναλώνουν το ισχνό δημοσιογραφικό δυναμικό τους στην αποκάλυψη της πολιτικής ή επιχειρηματικής διαφθοράς.

Θα μπορούν, λοιπόν, μελλοντικά οι πολιτικοί να πραγματοποιούν διαρρήξεις στα γραφεία των αντιπάλων τους, απολαμβάνοντας ασυλία; «Είναι οι σημερινοί δημοσιογραφικοί όμιλοι σε θέση να κρατούν ενημερωμενους τους πολίτες, μία αποστολή, στην οποία βασίζεται η δημοκρατία;», αναρωτήθηκε σε πρόσφατη έκθεσή του το ερευνητικό ίδρυμα Κάρνεγκι στη Νέα Υόρκη. Πάντως, η παρακμή των εφημερίδων δεν θα είναι τόσο καταστροφική για την κοινωνία όσο φοβούνται ορισμένοι. Θυμηθείτε πως η δημοκρατία έχει ήδη επιβιώσει από την φθίνουσα πορεία των κυκλοφοριών λόγω της άνθησης της τηλεόρασης μετά τη δεκαετία του ’50. Προφανώς, θα επιβιώσει και από την επικείμενη εξέλιξη.

Τι δείχνει το μέλλον

Σύμφωνα με το Κάρνεγκι στο μέλλον η υψηλού επιπέδου δημοσιογραφία θα υποστηριχθεί από μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς. Ηδη κάποια έγκυρα έντυπα συντηρούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο, ανάμεσά τους οι εφημερίδες Guardian και Christian Science Monitor και το δημόσιο ραδιόφωνο στις ΗΠΑ. Μία επίλεκτη ομάδα σοβαρών φύλλων, η οποία θα διατίθεται παντού ηλεκτρονικά, η ανεξάρτητη δημοσιογραφία, υποστηριζόμενη από μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, χιλιάδες ενημερωμένοι bloggers και πολίτες δημοσιογράφοι: όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στην άποψη πως η εθνική συζήτηση του Αρθουρ Μίλερ θα είναι ζωηρότερη από ποτέ.

«Πρόκειται για πολιτιστική αλλαγή»

Στην πρωτοσέλιδη ερώτηση του Economist «Ποιος σκότωσε την εφημερίδα;», ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Αλβάρο Βάργκας Γιόσα απάντησε, μέσα από τις στήλες της Washington Post, «Κανείς!». «Πρόκειται για πολιτιστική αλλαγή», έγραψε ο Γιόσα. «Εχει αποκεντρωθεί η ισχύς. Ορθώς γράφτηκε ότι ζούμε το αντίστοιχο της προτεσταντικής μεταρρύθμισης. Ο καθένας μπορεί να γίνει πάπας ή, σ’ αυτή την περίπτωση, εκδότης. Οι φραγμοί για την είσοδο στην αγορά των πληροφοριών έχουν πέσει και τώρα οι πολίτες δεν εξαρτώνται από τους δημοσιογράφους για να δημοσιεύσουν τις απόψεις ή τα ρεπορτάζ τους. Κανείς δεν σκότωσε την εφημερίδα, απλώς οι πληροφορίες, που έρεαν από πάνω προς τα κάτω, αρχίζουν τώρα να ρέουν από κάτω προς τα πάνω».


Το πρωτότυπο άρθρο: www.economist.com/displaystory.cfm?story_id=7830218

Πηγή: http://www.netschoolbook.gr