"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

ΑΛΛΟ ΦΑΝΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΚΟΛΛΗΣΗ ΚΙ ΑΛΛΟ ΕΥΛΑΒΙΚΗ ΠΡΟΣΗΛΩΣΗ


Μιὰ νηφάλια καὶ καλοτοποθετημένη ἐπιφυλλίδα γιὰ τὶς μεταφραστικὲς πρωτοβουλίες τοῦ Μητρ. Δημητριάδος καὶ τὴν πρόθυμη (!) «κάλυψη» ποὺ τοῦ πρόσφερε ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ Θεσσαλονίκης. 

Η «ΣΥΓΧΡΟΝΙΑΡΧΙΚΗ» ΑΗΘΕΙΑ

.         Ἔχει πλέον ὁλοφάνερα διαμορφωθεῖ ἕνα περιβάλλον βαρύ, ἕνα κλίμα ἐπικίνδυνο μέσα στοὺς κόλπους τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας. Ἕνας κύκλος κληρικῶν, διανοητῶν, καθηγητῶν κ. ἄ. ἐκφέρουν μειωτικοὺς χαρακτηρισμοὺς ἐναντίον ὅσων δὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ τοὺς ἀκολουθήσουν στὶς καινοτομίες, τὶς ὁποῖες θέλουν νὰ ἐπιβάλουν ΕΤΣΙΘΕΛΙΚΑ στὴν Ἐκκλησία χρησιμοποιώντας ἀφ᾽ ἑνὸς λογικοφανῆ ἐπιχειρήματα, ποὺ ἀκουμπᾶνε στὸ ἐκκοσμικευμένο φρόνημα τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου κοσμικὰ μέσα: τὴν ἐξουσία καὶ τὴν αὐθαιρεσία. Αὐτοὶ λοιπὸν μὲ τὸν ἀέρα τῆς διανοητικῆς κατανοήσεως τῶν περὶ προσκολλήσεως στὸ γράμμα τοῦ νόμου εὐαγγελικῶν λόγων πρῶτα τεμάχισαν καὶ  ἀποχαρακτήρισαν ὅ,τι παραδοσιακό. Ὕστερα ἔντυσαν μὲ γυαλιστερὸ περιτύλιγμα τὴν αὐτόνομη καὶ ἀχαλίνωτη προοδευτικότητα. Ἀνακάτεψαν λίγη ἐκκοσμίκευση γιὰ νοστιμιά καὶ τέλος σερβίρισαν τὶς ἰδιόκτητες θεωρίες τους σὰν καθαρὴ «ὀρθοδοξία». Μὲ τὴν σειρά της αὐτὴ ἡ καμουφλαρισμένη ἰδεολογία δικαιοῦται ipso jure πέρα καὶ πάνω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ἀνυποστάτου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πανεπιστημιακοῦ δῆθεν κύρους νὰ καταφρονεῖ καὶ νὰ κακολογεῖ ὅσους νομίμως (ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΜΕ ΑΣΘΕΝΕΣΤΕΡΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, βλ. σχετ. Οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω [Α´ Κορ. η´ 13]) καὶ ἀπὸ φιλότιμη προσήλωση (καὶ ὄχι προσκόλληση) στὰ θέσμια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπὸ εὐλάβεια στὰ παραδεδομένα ἀντιμετωπίζουν τὰ διάφορα ποιμαντικὰ καὶ ἄλλα προβλήματα ἐκκινώντας ἀπὸ τὶς παραδοσιακὲς λύσεις.
.          Αὐτὴ ἡ «συγχρονιαρχικὴ» ἀντίληψη δὲν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ παγιδεύεται στὴν ἴδια παγίδα ποὺ καταριέται. Ἔχοντας ἀναγάγει νευρωσικὰ σὲ ἀπόλυτη ὑπεραξία τὴν ἀντὶ πάσης θυσίας “προοδευτικότητα” καὶ τὸν ἀδιαπραγμάτευτο “συγχρονισμὸ” ἐγκλωβίζεται σὲ ἕνα νέο, ἀντίστροφο φαρισαϊσμό. Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια δὲν συμβαδίζει ποτὲ μὲ τὴν ἀήθεια καὶ ἡ Χάρη δὲν ἀναπαύεται οὔτε στὴν ἀλαζονεία τῆς προσκολλήσεως στὸ γράμμα οὔτε ὅμως καὶ στὴν οἴηση τῆς αὐθαίρετης ἀπαρνήσεως τῶν γεμάτων Πνεῦμα παραδοσιακῶν “πρακτικῶν”. Ἡ ὑπεροψία “τῶν νεοκαθαρῶν” ἀπέναντι στὸν μολυσμὸ τῆς  «σχολαστικῆς προσκολλήσεως»καὶ τῶν «κωδικοποιημένων πρακτικῶν» δὲν θὰ βραδύνει νὰ καταπέσει. Μόνο ποὺ θὰ συμπαρασύρει πολλούς.
.          Ἕνα πάντως εἶναι σίγουρο: ὅ,τι ἀρέσει στὸ Ἅγιον Πνεῦμα αὐτὸ καὶ θὰ γίνει. Καὶ συνεπῶς ἡ πόλωση μόνο τὴν Ἐκκλησία δὲν διακονεῖ.

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

π. Γεώργιος Μεταλληνός: Προωθεῖται (ἀπό τούς διαστρεβλωτές τῆς ἑλληνικῆς ῾Ιστορίας καί Παραδόσεως) ἀντιευαγγελικά ἡ «μία ποίμνη» μέ ποιμένα ὄχι τόν Χριστό, ἀλλά τόν Ἀντίχριστο

Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, Το πρόβλημα με την (νεοεποχίτικην) Ιστορίαν

πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 22/10/2010

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΗΝ (ΝΕΟΕΠΟΧΙΤΙΚΗΝ) ΙΣΤΟΡΙΑΝ
Γράφει ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δ. Μεταλληνός,
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ «νά ξαναγραφῆ ἡ ἱστορία» κυριαρχεῖ σήμερα σέ κύκλους διανοουμένων καί πολιτικῶν καί γι᾽ αὐτούς σημαίνει προσφορά -ἰδιαίτερα στήν ἐκπαίδευση- μιᾶς κολοβωμένης ἱστορίας γιά την ἐπίτευξη πολιτικῶν σκοπιμοτήτων.
1.Τό πρόβλημα ἐμφανίσθηκε πρίν ἀπό μερικές δεκαετίες, ἀρχίζοντας μέ τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Τό 1962 ξέσπασε ὁ μεγάλος πράγματι ἀγώνας τῶν Φοιτητῶν τῆς Θεολογίας, Ἀθηνῶν-Θεσσαλονίκης, πού ἐκράτησε ἐπί ἕνα ἑπτάμηνο (27.2-27.9) κλειστές τίς δύο Θεολογικές Σχολές, ὅταν διεπιστώθη ἡ προσπάθεια συρρικνώσεως καί μειώσεως τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν μέ τόν -κατ' ἀρχάς- ἐπιλεκτικό περιορισμό τῶν ὡρῶν διδασκαλίας ἀπό δίωρο σέ μονόωρο σέ κάποιους τύπους σχολείων. Τό πρόσχημα: ἡ ἔνταξή μας στην Εὐρώπη (Ε.Ο.Κ., τότε), πού ἐκφραζόταν με τήν «ἐκσυγχρονιστική» κορώνα τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, κατόχου «Βραβείου Καρλομάγνου», τοῦ μεγαλύτερου ἐχθροῦ τῆς Ρωμιοσύνης: «Δέν χρειαζόμαστε θεολόγους, ἀλλά γεωπόνους καί μηχανικούς»!.....
Ὀρθότατα ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Παναγιώτης Μπρατσιώτης, μέλος τοῦ ΑΣΕΠ (ἦταν τό Παιδ. Ἰνστιτοῦτο τῆς ἐποχῆς), τοῦ ἀπηύθυνε τό ἐρώτημα: «Ἄν σεῖς λέγετε αὐτά, τί θά πεῖ καί τί θά πράξει αὔριο μία ἀριστερωτέρα ὑμῶν κυβέρνησις;». Σ' αὐτό τόν προβληματισμό ζοῦμε μέχρι σήμερα.
Σημαντικό ὅμως εἶναι, ὅτι ἡ φοιτητική ἡγεσία αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα διαπιστώσαμε ὅτι δέν ἦταν μόνο τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, πού ἔπρεπε νά πέσει θῦμα τῆς μανίας τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ καί τῆς παγκοσμιοποίησης, ἄλλα γρήγορα θά ἐπεκτεινόταν ἡ πολεμική αὐτή καί στό μάθημα τῆς Ἱστορίας καί τῆς Γλώσσας μας. Διότι τά τρία αὐτά μαθήματα, τό καθένα μέ τον τρόπο του, συνιστοῦν τά ἑρμηνευτικά κλειδιά κατανοήσεως καί ἑρμηνείας τοῦ πολιτισμοῦ μας, συμβάλλοντας συνάμα στην διατήρηση τῆς ἱστορικῆς μας συνέχειας καί κοινωνικῆς συνοχῆς. Ἀλλʼ αὐτά τά δύο μεγέθη εἶναι σήμερα τό «κόκκινο πανί» για τούς «ἐκσυγχρονιστές» ὅλων τῶν παρατάξεων, πού προσπαθοῦν, μέ τήν παρουσία τους στόν χῶρο τῆς ἐκπαίδευσης, νά τά διαστρέψουν μέχρι νά τά καταστρέψουν. Ἡ πορεία αὐτή, πού ὁδηγεῖ σταθερά στην διάλυση τοῦ Ἔθνους μας, μέσα στήν ἐπίσης προωθούμενη ἀντιεθνική ἰδέα τῆς Νέας Ἐποχῆς, μόνον ἐκ τῶν ἔνδον μπορεῖ νά ἔχει ἀποτελεσματικότητα, καί αὐτό τό ἔχουν συνειδητοποιήσει ὅλοι οἱ ἐξωτερικοί ἐχθροί τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Αὐτό εἶχε διατυπώσει τόν 19ον αἰώνα ὁ Jakob Philip Fallmerayer (1790-1861) ἐκθέτοντας τίς «Ἀναμνήσεις ἀπό τό ἅγιον Ὄρος και τήν Θεσσαλονίκην», πού πρόσφατα παρουσίασε ὁ συνάδελφος κ. Ἀθανάσιος Καραθανάσης, στήν Ἐπετηρίδα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης. Κάνοντας λόγο ὁ γερμανός ἱστορικός για τήν νοερά εὐχή, τόν φιλοδυτικό Βαρλαάμ, τόν Ἡσυχασμό τοῦ 14ου αἰ., ἀλλά καί τήν Ἀθωνιάδα καί τόν Εὐγένιο Βούλγαρη, πού ἐκτιμᾶ ἰδιαίτερα, προχωρεῖ στήν ταύτιση Ἑλληνισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας: «Ἀπ' ἔξω, ἄς τό θυμοῦνται αὐτό στήν Εὐρώπη -παρατηρεῖ- ὅλες οἱ ἐπιθέσεις κατά τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, πού εἶναι ταυτόσημο μέ τό ἀνατολικό χριστιανικό δόγμα, εἶναι μάταιη προσπάθεια. Ὁ κίνδυνος μπορεῖ νά εἶναι μόνον ἐσωτερικός»! Τήν ἐκτίμηση αὐτή τοῦ Fallmerayer, προϋποθέτουν ὅσα γράφησαν κατά καιρούς ἄπο τόν Kissinger, τόν Χομπσμπάουμ κ.ἄ. τῆς ἴδιας νοοτροπίας, ὅπως οἱ συνεργαζόμενοι μέ τό Ἵδρυμα Soros τῶν ΗΠΑ.
2. Τήν σκοπιμότητα τῶν νεοποχιτῶν συγγραφέων Ἱστορίας ὑποστυλώνει ἕνας «παγκόσμιος εἰρηνισμός», πού ὑποστασιώνει την ἄποψη, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἀπάλειψη τῶν διαιρούντων καί ὁ τονισμός τῶν ἑνούντων, γιά νά ἀρθεῖ τό «μεσότειχον» (Ἐφ. 2,14) μεταξύ ἐθνῶν καί ἀνθρώπων, γιά τήν προώθηση τοῦ πλανητικοῦ ἀνθρώπου και τῆς πλανητικῆς κοινωνίας, ὑπό τήν «προστασία» καί τόν «ἔλεγχο» τοῦ Πλανητάρχη τῆς Νέας Ἐποχῆς. Προωθεῖται, συνεπῶς, ἀντιευαγγελικά ἡ «μία ποίμνη» μέ ποιμένα ὄχι τόν Χριστό, ἀλλά τον Ἀντίχριστο, γιά νά μιλήσω ἐσχατολογικά.
Ἡ μέθοδος αὐτή, τῆς προβολῆς τῶν ἑνούντων καί ὄχι τῶν διαιρούντων, ἐφαρμόζεται καί στήν ἄλλη ὄψι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, στόν θρησκευτικό-θεολογικό, τόν διαχριστιανικό διάλογο. Εἶναι γεγονός, ὅτι ὄχι μόνον οἱ ἴδιες ἐξουσιαστικές δυνάμεις, ἄλλα και τό ἴδιο πνεῦμα διέπει καί τίς δύο πλευρές τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἀλλά καί ὁ ἴδιος στόχος, ἡ ἐξυπηρέτηση τῶν σχεδίων τῆς Ὑπερδύναμης καί τῆς Νέας Τάξης. Σ᾽ αὐτό τό κλίμα «συνωστίζονται» τά σχολικά μαθήματα, πού σχετίζονται ἄμεσα μέ τήν ταυτότητά μας. Τό περιεχόμενο, ἄλλωστε, αὐτῶν τῶν μαθημάτων εἶναι τό κύριο διαφοροποιητικό στοιχεῖο τοῦ πολιτισμοῦ μας ἀπό τόν πολιτισμό τῆς Φραγκοτευτονικῆς Δύσης.
Δέν θέλουν κάποιοι Ἱστορικοί μας -καί ἴσως καί δέν μποροῦν-νά κατανοήσουν, ὅτι γιά τίς διχοστασίες καί διαιρέσειςδέν πταίουν τά θρησκευτικά καί ἡ ἱστορία (τό παρελθόν δηλαδή), ἄλλα ἡ πολιτική, οἱ προκλήσεις καί τά ἀνοσιουργήματα τῆς Ὑπερδύναμης καί τῶν συνεργῶν της. Οἱ ἁλώσεις τοῦ 1204 καί τοῦ 1453, οἱ ἐθνικοί διχασμοί μας ὡς τόν 20όν αἰώνα, τό δράμα τῆς Κύπρου καί το Σκοπιανό, δέν λύνονται μέ τό ξαναγράψιμο τῆς ἱστορίας, ἄλλα με τήν ὀρθή κατανόηση τῶν μηνυμάτων της. Ἐδῶ ὅμως γίνεται ἀληθινή «γενοκτονία», μέ τήν προσπάθεια γιά τήν διάλυση τῶν ἐθνικῶν ταυτοτήτων, μέσα ἀπό τήν λοβοτόμηση τῆς ἐθνικῆς μνήμης καί τήν διάσπαση τῆς ἐθνικῆς μας συνέχειας. Ἔτσι ὅμως δεν ξαναγράφεται ἡ ἱστορία, ἄλλα φιμώνονται οἱ πηγές, χωρίς τις ὁποῖες δέν γράφεται ἀληθινή ἱστορία, ἄλλα μία ἀνύπαρκτη-κατασκευασμένη παρα-ἱστορία. Ἡ ἐπιστήμη τότε δίνει τήν θέση της στήν πολιτική.
Τό σημαντικότερο ὅμως καί ἐπικίνδυνο εἶναι, ὅτι δέν πρόκειται γιά ἰδιοτροπίες μεμονωμένων προσώπων, ἄλλα γιά ὀργανωμένη καί συστηματικά μεθοδευμένη ἀναθεώρηση τῆς ἱστορίας, στα ὅρια εἰδικῆς γι᾽ αὐτό «σχολῆς». Τά ἄρθρα τοῦ περιοδικοῦ ΑΡΔΗΝ (τ. 62/2006) ἀναλύουν πειστικότατα τό ζήτημα αὐτό, χωρίς μάλι- στα κενό. Τό προϊόν αὐτῆς τῆς κίνησης εἶναι πραγματικά «ἱστορία τοῦ σωλήνα» ὡς «Κοινή ἱστορία τῶν Βαλκανίων». Ἐνδιαφέρον ὅμως εἶναι, ὅτι ἀνάλογες προσπάθειες στήν ἄλλη Εὐρώπη δέν μποροῦν νά γίνουν δεκτές. Ἡ Γαλλία, ἄλλωστε, δέν μπορεῖ νά ἀπορρίψει τόν Ναπολέοντα καί ἡ Γερμανία ἀδυνατεῖ νά ἀπαγγιστρωθεῖ ἀπό τό φάντασμα τοῦ Βίσμαρκ. Εἶναι δέ γεγονός, ὅτι ἡ ἀπώθηση τοῦ κακοῦ στή λήθη μᾶς καταδικάζει νά ξαναζήσουμε τίς ἴδιες συμφορές. Ἀντίθετα, ἡ πλήρης γνώση του ὁδηγεῖ στήν ἐμπέδωση τῆς γνώσης ὡς ὕλης γιά τήν δημιουργία ἑνιαίας συνείδησης.
Ἡ μέθοδος καί στοχοθεσία τῶν «ἐκσυγχρονιστῶν» τῆς πολιτικῆς καί τῆς ἱστορίας θυμίζει ἕναν προφητικό λόγο, πρίν ἀπό ἀρκετά χρόνια, τοῦ μεγάλου μας φιλοσόφου τῆς γελοιογραφίας κ. Κυριακόπουλου= ΚΥΡ: «Ἕλληνες καί Τοῦρκοι ἔκαμαν τσιμπούσι στήν Ἀλαμάνα. Ἔψησαν καί ἔφαγαν σουβλάκια. Συμμετεῖχε και ὁ Ἀθανάσιος Διάκος»! Αὐτή τήν ἱστορία θέλουν, βασιζόμενη σε εὐνουχισμένους στήν μνήμη πολίτες, μέ βάση τήν ἀρχή (τήν εἶπε σέ μιά στιγμή ἡ πρωταγωνίστρια τῆς ὁμάδος): «ὅποιος ἐλέγχει το παρελθόν, ἐλέγχει καί τό μέλλον»!
3. Τήν κατεδάφιση αὐτή καί «ἀνοικοδόμηση» μέ τά ὑλικά τῆς Νέας Ἐποχῆς ἐπιχειροῦν ἄνθρωποι, πού ὄχι μόνον ἐνισχύονται, ἀλλά εἶναι τραγικά κατευθυνόμενα θύματα τῆς ἐκσυγχρονιστικῆς πολιτικῆς καί διακονοῦν τίς στοχοθεσίεςτης. Εἶναι δέ ὀρθό αὐτό, πού ἔλεγαν οἱ Βυζαντινορωμηοί πρόγονοί μας: «ὅποιος ἔχει την Κωνσταντινούπολη εἶναι αὐτοκράτορας»! Ὅποιος ἔχει σήμερα το Ὑπουργεῖο Παιδείας, πλάθει γενιές ἀνθρώπων, ὡς θλιβερά ρομπότ. Χρηστούς, δηλαδή εὔχρηστους, πολίτες. Ὁπότε γεννιέται το ἐρώτημα: ἐμεῖς τί μποροῦμε νά κάμουμε; Θά δεχθοῦμε παθητικά τά τεκταινόμενα μέ τό ἰησουίτικο πρόσχημα «non possumus»; Ὄχι βέβαια!
Στήν ἀντίσταση- ἀντίδραση σ᾽ αὐτά τά ἐγχειρήματα, σέ μιά χώρα πού ἀκόμη ἡ πλειονοψηφία τοῦ Λαοῦ μας δηλώνει τήν ὀρθόδοξη ταυτότητά της, ἡ πρώτη κινητοποίηση ἀνήκει στούς Ἰδίους τούς δασκάλους καί καθηγητές. Τί διδάσκουν; Τό βιβλίο ἔχει δευτερεύουσα σημασία. Πρωτεύουσα σημασία ἔχει ὁ δάσκαλος. Ἔτσι: α) Τά ἐλλείποντα, διεστραμμένα ἤ καί ἀσαφῆ στό διδακτικό ἐγχειρίδιο συμπληρώνονται καί διορθώνονται ἀπό τόν ἕλληνα και ὀρθόδοξο δάσκαλο. Τό ἐπιχείρημα τῶν συγγραφέων τῆς ἐξαμβλωματικῆς Ἱστορίας, ὅτι «τό μάθημα εἶναι Ἱστορία καί ὄχι Θρησκευτικά» ἀγνοεῖ τόν μέχρι σήμερα διφυῆ χαρακτήρα τοῦ Γένους μας, στήν ἱστορία τοῦ ὁποίου πολιτική καί θεολογία συμπλέκονται ὡς δύο ὄψεις τῆς ἰδίας πραγματικότητας, συνεπῶς ὅτι αὐτό πού εἶναι ἐκτός πραγματικότητας γιά τή μία πλευρά, εἶναι καί γιά την ἄλλη.
β) Χρειάζεται ἐσωτερική διεργασία, ἐκστρατεία διαφώτισης τοῦ Ποιμνίου. Καί αὐτό εἶναι εὐκολότερο στήν Κύπρο ἀπ' ὅσο στην ἑλλαδική ἐπικράτεια. Διαφώτιση μέ κάθε προσφερόμενο ἐκκλησιαστικό μέσο.
γ) Χρειάζεται προώθηση στήν δημοσιότητα ἱστορικῶν ἔργων, πού ἐκθέτουν τήν Ἱστορία μας καί ὄχι τήν νεοεποχίτικη διαστροφή της. Περιοδικά, ὅπως τό Ἄρδην καί τό Ρεσάλτο, προσφέρουν μεγάλη βοήθεια καί εἶναι δυνατόν νά ἀξιοποιηθοῦν.
Καί τό τελευταῖο:
δ) Εἶναι ἀπόλυτη ἀνάγκη νά διακρατηθεῖ ἡ σύνδεση Ἱστορίας, Θρησκείας καί Γλώσσας, διότι ἡ ὅποια ἀποσύνδεσή τους θα προσφέρει μεμονωμένους στόχους, πού εἶναι εὔκολο νά κτυπηθοῦν καί νά ἐξουδετερωθοῦν μέ τήν μέθοδο τοῦ σαλαμιοῦ.

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

ΟΤΑΝ Ο ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ (ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ)




ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ
ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ (αἰῶνος;)

«ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ ΣΟΥ ΔΕΝ ΤΗΝ ΘΕΛΩ
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ»;

(…)Οἱ ἴδιες οἱ κοινωνικὲς συνθῆκες τὸ ἀπαιτοῦν ἢ θὰ τὸ ἀπαιτήσουν στὸ ἄμεσο μέλλον, ἐπειδὴ ἡ ἴδια ἡ κοινωνία τοῦ αὔριο προκαλεῖ τὴν Ἐκκλησία τοῦ σήμερα… Ἡ Ἐκκλησία τοῦ σήμερα καλεῖται νὰ δώσει ἕνα νόημα ζωῆς καὶ ἐλπίδας σὲ ἕναν κόσμο, ὁ ὁποῖος κινεῖται πρὸς τὸ μέλλον, ὄχι με κριτήρια ἠθικιστικῶν ὁδηγιῶν ἢ κατευθύνσεων, ἀλλὰ μὲ ὅρους καὶ προϋποθέσεις ὑπαρξιακῶν δεδομένων. Τὸ νόημα γιὰ ζωὴ δὲν σημαίνει ἁπλῶς συνταγογράφηση μεθόδων ἐπιβίωσης, ἀλλὰ νοήματος ζωῆς καί, κυρίως, τί σημαίνει νὰ ζεῖς. Κάθε πρόβλημα τὸ ὁποῖο ἀγγίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κοινωνία εἶναι πλέον πρόβλημα καὶ γιὰ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία, καὶ ἐκείνη καλεῖται σήμερα νὰ συμβάλει μὲ κάθε μέσο καὶ τρόπο,  ὥστε νὰ διαμορφωθεῖ στὴν κοινωνία τοῦ αὔριο μία ἄλλη διαφορετικ συνείδηση ἀπὸ αὐτὴ τοῦ χθές. Ὑπερβαίνουσα ἡ Ἐκκλησία τὴν ξύλινη γλώσσα τῶν ἐπαναληπτικῶν ὁδηγιῶν πρὸς τοὺς νέους ἢ τοὺς γέροντες καὶ τοῦ καθωσπρεπισμοῦ, πρέπει νὰ ἀνοίξει τοὺς ὁρίζοντες τῶν ἐνδιαφερόντων της καὶ μὲ σύγχρονη γλώσσα καὶ λεξιλόγιο καλεῖται νὰ δώσει τὰ στοιχεῖα, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ νοηματοδοτήσει τὸ περιεχόμενο καὶ τὴν ἀξία τῆς ζωῆς τοῦ αὔριο.… ὥστε ὁ ἄνθρωπος τοῦ αὔριο νὰ μάθει … ἡ Ἐκκλησία τοῦ σήμερα θὰ ἀναγκαστεῖ νὰ ἀνοίξει τὸν κλειστό της ἑαυτὸ καὶ θὰ συνδέσει τὸ παρελθόν της, τὴν παράδοσή της, μὲ τὸ μέλλον, τὸ αὔριo. (Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ἐφημ. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 17.10.10)
Σημ. «Χ.Β.»: Αὔριο, μέλλον, σήμερα, χθές, πλέον: Πέντε ὑπέροχες καὶ μεγαλειώδεις λέξεις μὲ πλούσιο θεολογικὸ περιεχόμενο, προνομιακὰ χορηγημένο σὲ Ἀρχαγγέλους τοῦ νέου κόσμου. Μὲ τέτοια κι ἄλλα τέτοια διδάσκεται ἀποστολικῶς τὸ (καταναλωτικὸ) κοινὸ γιὰ τὴν ριζικὴ τομὴ μὲ τὸ «παλιό», τὴν διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν παλιὰ, ληγμένη Ἐκκλησία καὶ τὴν καινούργια μὲ τοὺς ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες (:σὲ νέα συσκευασία μὲ διπλάσιο ἀμμονιαζόλ), χωρὶς τὴν ξύλινη γλώσσα τῶν συνταγογραφήσεων (τοῦ Εὐαγγελίου) καὶ τὶς ἐπαναληπτικὲς ὁδηγίες καθωσπρεπισμοῦ (τῶν Πατέρων) ἀλλὰ τῆς  νοηματατοδότησης ΠΛΕΟΝ (ὅχι δηλ. ὅπως μέχρι τώρα, ποὺ δὲν διέθετε «νοηματοδότηση» ἡ Ἐκκλησία) τῆς ζωῆς ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ. Ὅλα πολὺ ἀξιοπρόσεκτα καὶ ὀμορφογραμμένα.

«Ἀπὸ τέτοιους καθηγητὲς περιμένει νὰ φωτισθεῖ ἡ Ἑλλάδα, ποὺ πήγανε νὰ μάθουνε τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της, κι ἀπὸ κείνους ποὺ καταξεράνανε μὲ τὴν ἄπιστη σοφία τους τὸ δροσόφυλλο δέντρο τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πήγανε στὸ ἔρεβος τοῦ Μέλανος θεολογικοῦ Δρυμοῦ… Αὐτοὶ δὲν μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων ἀπὸ τὴ θύρα, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, ἀλλὰ πηδᾶνε ἀπάνω ἀπὸ τὴ μάντρα, καὶ παρουσιάζουνται σὰν ποιμένες, ἐνῶ εἶναι ληστὲς καὶ κλέφτες. (…) Ἀκοῦς θεολόγε ξενοσπουδασμένε, τί λέγει ὁ Πατριάρχης στοὺς δασκάλους σου τοὺς πολύξερους; «Τὴν σοφία σου δὲν τὴν θέλω, ἐμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ». Τέτοιοι εἶναι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Τέτοιοι εἶναι οἱ λέοντες τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔχουνε μέσα στὴν καρδιά τους τὴ μωρία τοῦ Εὐαγγελίου. (…)». (Φώτης Κόντογλου, Μ. Παρασκευή 1960)

Χριστιανική Βιβλιογραφία

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

Ἡ Ἀληθινὴ Θεολογία, τοῦ Φώτη Κόντογλου



῾Η Κύμη Εὐβοίας χιονισμένη



Εἴπαμε πώς, ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα, ὄχι μοναχὰ δὲν διαβάζουμε, ἀλλὰ κἄν δὲν ξέρουμε ἂν ὑπάρχουνε οἱ μυστικοὶ Πατέρες ποὺ φωτίσανε τὴν Ὀρθοδοξία. Γιὰ τοὺς θεολόγους ἡ Ὀρθοδοξία κατάντησε μιὰ κούφια λέξη, ἀφοῦ ἡ μυστικὴ οὐσία της τοὺς εἶναι ἄγνωστη, ὅπως κι' ἡ παράδοσή τους. Οἱ δικοί μας θεολόγοι παίρνουνε τὰ φῶτα ἀπὸ τὴ Δύση, γιατί ἐκεῖ ἡ θεολογία ἔχει γίνει ἐπιστήμη, κ' ἡ ματαιοδοξία τους κολακεύεται ἀπ' αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἡ πίστη, γι' αὐτούς, δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία. Θὰ μοῦ πῆτε, "θεολογία χωρὶς πίστη, γίνεται;" Μὰ κ' ἐγὼ σᾶς ρωτῶ, μὲ τὴν ἴδια ἀπορία, "γίνεται θεολογία χωρὶς πίστη;"

Ὡστόσο, στὶς Δυτικὲς χῶρες καὶ στὴν Ἀμερική, πολὺς κόσμος ἔχει στραφεῖ πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ἀπὸ τὴ δίψα τῆς ἀληθείας. Στὴν Ἑλλάδα, μοναχὰ λιγοστοὶ ἄνθρωποι καὶ κάποιοι παλιοημερολογίτες διαβάζουνε τὰ βιβλία τῶν Πατέρων, ἐκτός τοῦ Βασιλείου καὶ τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ τοὺς παίρνουνε οἱ θεολόγοι γιὰ ρήτορας καὶ γιὰ φιλολόγους τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Τὰ βιβλία τῶν μυστικῶν Πατέρων δὲν ξανατυπώνουνται πιὰ καὶ καταντήσανε σπάνια. Ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία τυπώνει προχειρολογήματα διάφορων νεωτεριστῶν θεολόγων, χωρὶς καμμιὰ οὐσία, ποὺ φανερώνουνε μοναχὰ τὴν ἀπίστευτη γύμνια ἐκείνων ποὺ τὰ γράφουνε. Μοναχὰ τώρα τελευταῖα ἄρχισε νὰ τυπώνει ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία τὴν Πατρολογία τοῦ Migne. Μὰ κι' αὐτὴ ἡ ἔκδοση εἶναι γιὰ τοὺς θεολόγους, κι' ὄχι γιὰ τοὺς πιστούς, ἀφοῦ εἶναι τυπωμένη στὴν ἀρχαία γλῶσσα. Ἐκτὸς ἀπ' αὐτό, ἡ ἔκδοση τῆς Πατρολογίας δὲν ἔχει καμμιὰ βαθύτερη δικαίωση, μὲ τὸ δυτικὸ χαρακτῆρα ποὺ ἔχει ἡ γενικὴ μόρφωση τῶν θεολόγων μας, ποὺ δὲν ἔχουνε καμμιὰ βαθύτερη γνώση τῆς οὐσίας τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε καὶ τῆς παράδοσής μας. Ἔτσι κι' αὐτὴ ἡ ἔκδοση καταντᾶ ἕνα γεγονὸς χωρὶς βαθύτερη σημασία, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τὸ κατάλληλο ὀρθόδοξο χῶμα γιὰ νὰ ριζοβολήσει.

Στὸ νὰ στραφοῦνε οἱ Δυτικοὶ κι' οἱ Προτεστάντες στοὺς Πατέρες τῆς Ὀρθοδοξίας, συντελέσανε πολὺ οἱ Λευκορῶσοι θεολόγοι, ποὺ σκορπίσανε στὶς διάφορες χῶρες καὶ φωτίσανε τὶς ψυχὲς μὲ τὰ σοφὰ κηρύγματά τους, μὲ τὴν ἀρετὴ τῆς ζωῆς τους, καὶ μὲ τὴν τυπικὴ εὐσέβειά τους. Ἐνῷ οἱ κληρικοὶ ποὺ στέλνουμε ἐμεῖς στὶς διάφορες παροικίες, εἶναι οἱ πιὸ ἀνίδεοι στὸ τί θὰ πεῖ Ὀρθοδοξία, κι' οἱ ἐκκλησίες μας στὸ ἐξωτερικὸ δὲν ἔχουνε κανέναν θρησκευτικὸ προορισμό, ἀλλὰ ἔχουνε καταντήσει κέντρα κοινωνικῆς συγκεντρώσεως τῶν ὁμογενῶν κάθε Κυριακή.

Ἔτσι, ἡ Ὀρθοδοξία, δηλαδὴ ἡ πρώτη κι' ἀπαραμόρφωτη μορφὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἔγινε πάλι τὸ στήριγμα ὅλων τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζητᾶνε λιμάνι σωτηρίας κι' ὁ κανόνας τῆς χριστιανικῆς πίστης.

Στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερικὴ ἔχουνε μεταφρασθεῖ, ἕως τώρα, σὲ διάφορες γλῶσσες ἡ Φιλοκαλία, τὸ μέγα καὶ θαυμαστὸ αὐτὸ βιβλίο, ποὺ στὴν Ἀθήνα τὸ βρίσκει κανένας μοναχὰ στὶς συλλογὲς τῶν βιβλιοφίλων νὰ κάθεται στὸ ράφι ἄχρηστο, σὰν κανένα ἀρχαιολογικὸ ἀντικείμενο, ὁ Εὐεργετινός, οἱ ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Βασιλείου καὶ κάποιων ἄλλων Πατέρων, οἱ λόγοι Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, μερικὰ ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ μαθητοῦ του Νικήτα Στηθάτου, καὶ κάποια ἄλλα. Ἐμεῖς, ἀλλοίμονο, τυρβάζομεν περὶ τοῦ πῶς θὰ φανοῦμε ἐπιστημονικοὶ καὶ εὐρωπαϊκότεροι ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους. Μοναχὰ κανένας "θρησκόληπτος", καθυστερημένος κατὰ τοὺς νεωτεριστὰς αὐτοὺς παπαγάλους, διαβάζει τέτοια βιβλία.

Οἱ λόγοι τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου εἶναι μεταφρασμένοι στὰ Γαλλικά, στὰ Γερμανικά, στὰ Ἐγγλέζικα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ Ρωσικά, ποὺ ἔχουνε μεταφρασθεῖ ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ πρωτοτυπωθήκανε στὰ Ἑλληνικὰ ἀπὸ τ' ἀρχαῖα χειρόγραφα. Στὴν ἁπλὴ ἑλληνικὴ γλῶσσα ὑπάρχει μία θαυμάσια μετάφραση καμωμένη μὲ εὐλάβεια "παρὰ τοῦ πανοσιολογιωτάτου Διονυσίου Ζαγοραίου, τοῦ ἐνασκήσαντος ἐν τῇ ἐρημονήςῳ τῇ καλουμένῃ Πιπέρι, ἀπέναντι τοῦ Ἁγίου Ὄρους", τυπωμένη στὴ Σύρα στὰ 1886. Ποῦ νὰ καταδεχτοῦμε, ἐμεῖς, νὰ διαβάσουμε τέτοια πράγματα, μεταφρασμένα μάλιστα ἀπὸ ἕναν ἀγράμματο καλόγερο, ποὺ καθότανε κ' ἔγραφε ἀπάνω σὲ κάποιον βράχο, στὸ ρημονήσι Πιπέρι, μαζὶ μὲ τοὺς γλάρους; Ἐμεῖς διαβάζουμε τοὺς σοφοὺς καὶ ἀξιοπρεπεῖς καθηγητάδες ποὺ γράφουνε καθισμένοι στὶς πολυθρόνες, στὰ Παρίσια καὶ στὰ Βερολίνα! Δὲν ἀκοῦμε τί λέγει ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη "Ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ' ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντά μου τοὺς λόγους;" Ποῦ νὰ ὑποπτευθοῦμε τὸ μυστικὸ πλοῦτο ποὺ κρύβεται μέσα σὲ τέτοιες ἁγίες ψυχές.

Λοιπόν, αὐτὴ ἡ μετάφραση δὲν ξανατυπώθηκε ἀπὸ τότε στὴν Ἑλλάδα, ποὺ τυπώνεται κάθε λογῆς ἀνοησία, πρᾶγμα ποὺ φανερώνει σὲ τί πνευματικὸ σκοτάδι βρισκόμαστε, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί. Ἀπὸ τὴν προκοπὴ ποὺ ἔχουμε, βάλαμε "τὸν λύχνον ὑπὸ τὸν μόδιον", κι' ἀπάνω στὸ λυχνοστάτη βάζουμε τὶς τυπωμένες βαθυστόχαστες ἀνοησίες ποὺ ἀνάφερα, καὶ περιμένουμε νὰ μᾶς φωτίσουνε. Τοὺς βαθύτερους μυσταγωγούς, ποὺ φανήκανε στὸν κόσμο, τοὺς ἔχουμε ἄξιους νὰ τοὺς διαβάζει μοναχὰ κανένας ἀγράμματος παλιοημερολογίτης. Ἡμεῖς, οἱ ἔξυπνοι κι' οἱ συγχρονισμένοι, βάλαμε τὴν ἐξυπνάδα μας καὶ μέσα στὰ μυστήρια τῆς θρησκείας, κι' ἀγαπᾶμε τὰ μεγάλα λόγια καὶ τὰ ἐπιστημονικά, τί λέγει ὁ τάδε ἄθεος γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ γιὰ τὴ θρησκεία του, ἢ κανένας καμουφλαρισμένος θεομπαίχτης, ἐπειδὴ αὐτὰ δίνουνε τροφὴ στὸν ἐγωισμό μας. Καὶ βουλώνουμε τ' αὐτιά μας γιὰ νὰ μὴν ἀκούσουμε τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ φωνάζει "Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;"

Ἀλλά, κοντὰ στοὺς χαλασμένους αὐτοὺς ποὺ λέγω, ὑπάρχουνε καὶ πλῆθος ἄνθρωποι ποὺ νοιώθουνε βαθειὰ τὴν οὐσία τῆς θρησκείας μας, τὴ μεγάλη σημασία τῆς λατρείας καὶ τῆς ἱερῆς παράδοσής μας. Γιὰ ὅσους ἀπ' αὐτοὺς δὲν ἔχουνε πατερικὰ βιβλία, σὰν αὐτὰ ποὺ εἴπαμε παραπάνω, κ' εἶναι σχεδὸν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, γιατί ἡ ἀδιαφορία ἐκείνων ποὺ εἶναι βαλμένοι γι' αὐτὴ τὴ δουλειά, στέρησε τὸν κόσμο ἀπὸ τέτοια ἄφθαρτη κι' ἅγια θροφή, θὰ προσπαθήσω μὲ τὶς μικρὲς δυνάμεις μου νὰ τοὺς μεταδώσω ὅ,τι μπορέσω ἀπὸ τοὺς περιφρονημένους αὐτοὺς προγονικούς μας θησαυρούς. Ἀφοῦ οἱ θεολόγοι γινήκανε φιλόσοφοι κ' ἐπιστήμονες, ἂς γίνουμε θεολόγοι ἡμεῖς, δίχως ἄλλο ἐφόδιο, παρὰ μοναχὰ τὴν πίστη μας, κατὰ τὰ βαθυστόχαστα λόγια του ἁγίου Νείλου, ποὺ λέγει "Εἰ ἀληθῶς προσεύχῃ, θεολόγος εἶ". "Ἂν προσεύχεσαι ἀληθινά, εἶσαι θεολόγος".


Πηγή: http://www.agiazoni.gr

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Ἡ μοναδικότητα τῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθοδοξίας / Κόντογλου Φώτης





(Ἀπάντησις σὲ ἀρχιμανδρίτην τῶν Ἀθηνῶν)





Ὑπάρχει φανερὴ ὑπερηφάνεια, ὑπάρχει καὶ κρυφὴ ὑπερηφάνεια. Τὴν κρυφὴ ὑπερηφάνεια ἐννοεῖ ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος, λέγοντας: «Ἡ ὑπερηφάνεια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον».

Αὐτὴ τὴν ὑποχθόνια ὑπερηφάνεια, ποὖναι κρυμμένη κάτω ἀπὸ τὴν ταπεινολογία καὶ τὴν ταπεινοφάνεια, ἔχουνε ὅσοι δὲν σέβουνται τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὴ λατρεία καὶ στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, καὶ θέλουνε νὰ εἰσάξουνε σ᾿ αὐτὴ κάποιους νέους τρόπους ποὺ εἶναι ὁλότελα ξένοι πρὸς τὴν οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ὄχι μοναχὰ ξένοι πρὸς τὸν πνευματικὸν χαρακτήρα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ὁλότελα ἀντιορθόδοξοι.

Εἶδες τί λέγει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τῶν νεωτερισμῶν; Δὲν λέγει ἁπλῶς «κινεῖ» ἀλλὰ «ἀναγκάζει», βιάζει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει τὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ ἔπειτα λέγει «ἐπινοεῖν», νὰ ἐφεύρει, νὰ φτιάξει κάποια ψεύτικα πράγματα. Τὸ «ἐπινοεῖν» ἔχει μέσα του τὴν πονηρία. Καὶ παρακάτω λέγει ὁ ἅγιος: «μὴ ἀνεχομένη». Ἡ περιφάνεια, λέγει δὲν ἀνέχεται, δὲν χωνεύει, δὲν ὑποφέρει «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ «τὴν παράδοση», ἀλλὰ τὴν πολεμᾶ μὲ λύσσα. Πῶς νὰ τὴν ἀνεχθεῖ ἀφοῦ τὴ μποδίζει στοὺς νεωτερισμοὺς ποὺ ἐπιθυμᾶ νὰ ἐπιδίδεται. Ἡ ὑπερηφάνεια, λοιπόν, μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὸ ἔργον τῶν εὐσεβῶν ψυχῶν ποὺ μᾶς παραδώσανε τὸν ἐξωτερικὸ χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδοξίας μαζὶ μὲ τὸν ἐσωτερικό, γιὰ νὰ τὰ φυλάξουμε μὲ δέος καὶ μὲ ἀγάπη. Τὸ νὰ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι φυσικὸ ἰδίωμά της. Ἀλλὰ τί μισεῖ; Μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὴν παράδοση. Μά, ἕνα πράγμα ποὺ τὸ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια, τὸ σατανικὸ αὐτὸ πάθος, θὰ πεῖ πὼς αὐτὸ ποὺ μισεῖ πρέπει νὰ εἶναι κάποιο πράγμα ἁγιασμένο, ἱερώτατο, ποὺ κάνει τὴ διαβολικὴ ὑπερηφάνεια νὰ φρυάξει καταπάνω του.

Λοιπόν, ἐκεῖνοι ποὺ κάνουνε τοὺς νεωτερισμοὺς ὁποὺ παραμορφώνουνε τὸν χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἴτε στὴν ἐσωτερικὴ πνευματικὴ οὐσία της, εἴτε στὴν ἐξωτερικὴ μορφή της, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μὲ τὴν τελετουργία καὶ μὲ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, σπρώχνουνται σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀνίερο ἔργο ἀπὸ τὸν σατανᾶ τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς ἀπιστίας. Ἀπ᾿ ἐναντίας, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουνε μέσα τους τὴ βλογημένη ταπείνωση, νοιώθουνε τέτοια ἀγάπη πρὸς τὴν παράδοση, ποὺ ἡ χαρά τους εἶναι νὰ τῆς ὑποτάσσονται προθυμερά, ὅπως ὁ καλὸς δόκιμος ὑποτάσσεται στὸν πνευματικὸν πατέρα του, κι ὁ πόθος τους εἶναι νὰ συντηρηθεῖ αὐτὴ ἡ πολύτιμη κληρονομιὰ τῆς παράδοσης, κι ὄχι νὰ παραμορφωθεῖ καὶ νὰ καταστραφεῖ, ὅπως εὔχουνται οἱ ἀσεβεῖς νεωτεριστές.

Καὶ μὅλα ταῦτα, κάποιοι τέτοιοι νεωτεριστὲς παρουσιάζονται, οἱ ἀθεόφοβοι, σὰν ἀνακαινιστὲς τῆς ὀρθοδοξίας, καὶ γιορτάζουνε τὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ εἶναι ἡ νίκη τῆς Ἐκκλησίας καταπάνω στοὺς ἴδιους αὐτοὺς νεωτεριστές. Ναί, γιορτάζουν μαζὶ μὲ κείνους ποὺ κρατοῦνε τὶς παραδόσεις σὰν ἀτίμητο θησαυρό.

Ἀλλά, τοῦτοι οἱ καταργητές, αὐτοὶ ποὺ μισοῦν τὴν ἱερὴ παράδοση, (ποὺ ὁ θρίαμβός της εἶναι ἡ γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας), θέλουν νὰ διδάξουν τί ἐστὶ Ὀρθοδοξία στὰ τέκνα τὰ γνήσια τῆς Ὀρθοδοξίας. Καὶ τοῦτοι οἱ πονηροὶ καθηγηταὶ εἶναι χειροτονημένοι ἀπὸ τοὺς ὀρθοδοξώτατους Προτεστάντες δασκάλους τους! Ἀπ᾿ αὐτοὺς διδαχθήκανε ποιά εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ὀρθοδοξία, κι ὄχι ἡ πεπαλαιωμένη κείνη Ὀρθοδοξία ποὺ διδάξανε οἱ Πατέρες ποὺ μᾶς τὴν παραδώσανε, καὶ ποὺ βεβαιώσανε τὴ διδασκαλία τους μὲ τὴν ἁγιωσύνη τῆς ζωῆς τους.

Ἀπὸ τέτοιους καθηγητὲς περιμένει νὰ φωτισθεῖ ἡ Ἑλλάδα, ποὺ πήγανε νὰ μάθουνε τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της, κι ἀπὸ κείνους ποὺ καταξεράνανε μὲ τὴν ἄπιστη σοφία τους τὸ δροσόφυλλο δέντρο τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πήγανε στὸ ἔρεβος τοῦ Μέλανος θεολογικοῦ Δρυμοῦ, γιὰ νὰ φέρουνε τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου στὸν λαὸ ποὺ τὸ κήρυξε στὰ ἔθνη, αὐτοὶ ποὺ ἀφήσανε τὰ ἡφαίστεια τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ πυρπολήσανε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, καὶ πήγανε στὰ παγόβουνα τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς ἀπιστίας, γιὰ νὰ φέρουνε σ᾿ ἐμᾶς, ποὺ μᾶς ἔθρεψε ἐπὶ αἰῶνες τὸ μάνα τῆς παράδοσης, τὴν ψύχρα τῆς πονηρῆς γνώσης. Αὐτοὶ μιλοῦν γιὰ Ὀρθοδοξία ἐν ὀνόματι τῶν ἁγίων Πατέρων Χάρνακ, Στράους, Ρενὰν καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς ἁγιασάντων!!

Τόσο ἀφιονισθήκανε, λοιπόν, οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸ ἀφιόνι τῆς Δύσης, ὥστε νὰ γίνουνται μαθητὲς κι ἀκροατὲς σὲ τέτοιους δασκάλους, ποὺ διαφημίζουνε πὼς τοὺς φέρνουνε μιὰ Εὐρωπαϊκὴ Ὀρθοδοξία, μαζὶ μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ σπίτια, μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ προϊόντα καὶ μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ πλυντήρια;

Αὐτοὶ οἱ ἐπιστημονικοὶ θεολόγοι καὶ νεορθόδοξοι δὲν θὰ εἶναι παράξενο νὰ ὑποστηρίζουνε κάποτε, ἐπιστημονικῶς, πὼς κατὰ λάθος γράφηκε ὅτι οἱ Πατέρες ποὺ διδάξανε στὸν κόσμο τὸν Χριστιανισμὸ γεννηθήκανε ἐδῶ στὴν Ἀνατολή, καὶ πὼς κατόπιν τῶν νέων ἐρευνῶν τῆς ἐπιστήμης ἐβεβαιώθη ὅτι ὁ μὲν Βασίλειος γεννήθηκε στὴν σεπτὴν Φραγκφούρτη, ὁ Χρυσόστομος στὴν ἁγίαν πόλιν τοῦ Μονάχου, τὴν νέαν Σιών, ὁ Γρηγόριος στὸ ἱερὸν Ἀμβοῦργον, ὁ Ἀντώνιος πὼς ἀσκήτεψε παρὰ τὴν Βαλτικὴν θάλασσαν, κ.λπ.

Ὅσον γιὰ τὸν Ἐφραὶμ τὸν Σῦρο, ποὺ εἴπαμε παραπάνω, ποῦ νὰ καταδεχτοῦνε νὰ τὸν γράψουνε στὰ σοφὰ συγγράμματά τους, ἕναν ἄξεστον καὶ ἀπαίδευτον τουρκοκαλόγηρον, καθὼς καὶ τοὺς ἄλλους, μὲ τὴν περιορισμένη διάνοια, ὅπως εἶναι ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, Βαρσανούφιος, Νεῖλος, Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Νικήτας Στηθᾶτος, Γρηγόριος Σιναΐτης, κι οἱ ἄλλοι φανατικοὶ καὶ μισαλλόδοξοι ἀνατολίτες.

Ἡ σημερινὴ «θεολογικὴ ἐπιστήμη», λένε οἱ ἐξ Ἑσπερίας φωτοδόται, ἐσυγχρονίσθη εἰς τὰς πολιτισμένας χώρας, καὶ ὁδηγεῖται εἰς τὴν ἔρευνάν της ὑπὸ τῶν πορισμάτων τῶν ἄλλων ἐπιστημῶν, τῆς βιολογίας, γεωλογίας, τῆς ἀστρονομίας κ.λπ. Ζῶμεν εἰς τὸν αἰῶνα τῶν ἐπιστημονικῶν θαυμάτων, τῶν πυραύλων, τῶν σπούτνικ. Εἰς τὰ ἀγωνιώδη ἐρωτήματα τὰ ὁποῖα προβάλλουν οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι, τί εἶναι εἰς θέσιν ν᾿ ἀπαντήσουν οἱ ἀγαθοὶ καὶ ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι γέροντες τῆς ἐρήμου, οἱ ζήσαντες ἐν σπηλαίοις ὡς οἱ τρωγλοδῦται, καὶ εἰς μίαν ἐποχὴν καθ᾿ ἣν ἐβασίλευεν ἡ βαρβαρότης, ἡ ἀμάθεια καὶ ἡ νοσηρὰ δεισιδαιμονία;

Ποιὰ θρησκεία λοιπὸν παραμορφώθηκε σὲ τέτοιον ἀπίστευτον βαθμό; Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς ἔφερε τὴν ἀλήθεια, ἁπλή, καθαρὴ σὰν κρύσταλλο, καὶ ποὺ γλύτωσε τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ ἀπὸ τὴν πολύπλοκη καὶ μπερδεμένη ψευτιὰ τῆς γνώσης, αὐτὴ ἡ θρησκεία ἔπεσε πάλι στὰ πονηρὰ συστήματα ἐκείνων γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε ὁ Χριστὸς πὼς εἶναι κλέφτες καὶ ληστὲς ποὺ ληστεύουνε τὶς ψυχές.

Αὐτοὶ δὲν μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων ἀπὸ τὴ θύρα, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, ἀλλὰ πηδᾶνε ἀπάνω ἀπὸ τὴ μάντρα, καὶ παρουσιάζουνται σὰν ποιμένες, ἐνῶ εἶναι ληστὲς καὶ κλέφτες.

Καὶ ποιοὶ εἶναι αὐτοί; Εἶναι τοῦτοι οἱ λαοπλάνοι, ποὺ ἔρχουνται ἀπὸ τὰ Πανεπιστήμια τῆς ἀπιστίας, βαστώντας στὰ χέρια τους διπλώματα καὶ πιστοποιητικὰ τῆς θεολογίας, σὰν νὰ εἶναι ἡ θεολογία γιατρικὴ ἢ χημεία, καὶ χαλᾶνε μὲ τὴν πονηρὴ διδασκαλία τους τὰ ἁπλοϊκὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, λέγοντάς τους πὼς ἡ πίστη τους εἶναι δεισιδαιμονία καὶ τυπολατρεία, καὶ πὼς ἡ ἱερὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας τὴ μποδίζει νὰ συγχρονισθῆ, δηλαδὴ νὰ γίνει σὰν τὴ Χριστιανικὴ ἀθεΐα ποὺ λέγεται Προτεσταντισμός.

Ναί. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κλέφτες κι οἱ ληστὲς ποὺ εἶπε ὁ Κύριος πὼς ἀνεβαίνουνε ἀπ᾿ ἀλλοῦ καὶ μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων, δηλαδὴ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ δὲν μπαίνουνε ἀπὸ τὴ θύρα, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ θέλουνε νὰ ξεγελάσουνε τὰ ἀθῶα τὰ πρόβατα ποὺ ζοῦνε μὲ τὴν πατροπαράδοτη εὐσέβεια καὶ ποὺ γνωρίζουνε καλὰ τὸν Χριστό, καὶ Ἐκεῖνος τὰ γνωρίζει.

Μίλησα γιὰ τὶς ξένες χῶρες ποὺ σπουδάζουνε οἱ θεολόγοι μας. Αὐτοὶ οἱ λαοὶ εἶναι ἀγαθὴ γῆ καὶ καλοδεχτική, γιὰ νὰ φυτρώσει μέσα τους ὁ σπόρος τῆς ἀληθινῆς πίστης. Ἀλλὰ οἱ δικοί μας ποὺ πηγαίνουνε νὰ σπουδάσουνε ἐκεῖ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀντὶ νὰ μεταλαμπαδεύουνε τὴν Ὀρθοδοξία σὲ κεῖνες τὶς ψυχές, ποὺ τὶς ξέρανε ὁ λίβας τοῦ Προτεσταντικοῦ ὀρθολογισμοῦ, φέρνουν ἀπὸ κεῖ σὲ μᾶς, στὴ φυλὴ ποὺ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλη τὴ γῆ, τὸν παραμορφωμένον ἐκεῖνον Χριστιανισμό, πιθηκίζοντας τὰ ξένα κι ἀποθεώνοντάς τα, ὅπως ὁ Παυσανίας ὁ Περιηγητὴς λέγει, πὼς κάνανε οἱ Ἕλληνες τῆς παρακμῆς στὸν καιρό του: «Ἕλληνες ἐν θαύματι τιθέασι τ᾿ ἀλλότρια, ἢ τὰ οἰκεῖα».

«Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται. Καὶ ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὅντες μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν; Εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει» (Ἰωάν. Θ´, 39).

«Ἦλθα σὲ τοῦτον τὸν κόσμο, λέγει ὁ Χριστός, γιὰ νὰ δοῦνε τὸ φῶς ἐκεῖνοι ποὺ δὲν βλέπουνε, καὶ γιὰ νὰ τυφλωθοῦνε ὅσοι βλέπουνε».

«Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν βλέπουνε» εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουνε τὴν ὑπερήφανη ἰδέα πὼς εἶναι σοφοὶ στὰ τῆς θρησκείας, ὅπως ἡμεῖς ποὺ πιστεύουμε μὲ ἁπλότητα καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη στὸ Εὐαγγέλιο καὶ σὲ ὅσα μᾶς παραδώσανε οἱ Πατέρες, διατηρώντας μὲ εὐλάβεια ὀλότελα ἀνάλλαχτον τὸν χαρακτήρα τῆς λατρείας, καὶ θεωρώντας πὼς εἶναι ἀσέβεια τὸ νὰ βάζουμε τὰ τῆς θρησκείας μας κάτω ἀπὸ τὴ δική μας κρίση. Ἤμαστε τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, κι ὅπως τὰ πρόβατα ἐμπιστεύουνται στὸν τσομπάνη, κι ἐμεῖς ἐμπιστευόμαστε στὸν ἀρχιποιμένα τὸν Χριστὸ καὶ στοὺς ποιμένας ποὺ διώρισε Ἐκεῖνος νὰ φροντίζουνε γιὰ τὴν αὐλὴ τῶν προβάτων, ἤγουν γιὰ τὴν Ἐκκλησία.

Καί «ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουνε» εἶναι ὅσοι ἔχουνε τὴν περιφανῆ ἰδέα πὼς εἶναι σοφοὶ στὰ θρησκευτικὰ πράγματα, ἐπειδὴ σπουδάσανε σὲ κάποια μεγάλα σχολεῖα τῆς Εὐρώπης, ἐκεῖ ποὺ διδάσκουνε ἀνάμεσα στὶς ἄλλες ἐπιστῆμες καὶ τὴ θεολογία, σὰν νὰ εἶναι ἡ θεολογία μιὰ κοσμικὴ γνώση, ὅπως εἶναι ἡ γιατρική, ἡ μηχανικὴ κ.λπ.

Αὐτοὶ λοιπὸν «οἱ βλέποντες», ἐρευνοῦνε καὶ κρίνουνε τὰ τῆς θρησκείας, κι ἄλλα παραδέχουνται, ἄλλα δὲν τὰ παραδέχουνται, ἐπειδή, κατὰ τὴν κρίση τους, δὲν εἶναι σωστὰ ἀλλὰ εἶναι γεννήματα τῆς ἀμάθειας, κι ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς πρέπει ν᾿ ἀλλάξουνε, γιατὶ παληώσανε, μὴν πιστεύοντας πὼς εἶναι ἀνάλλαχτα κι αἰώνια, ἐπειδὴ δὲν πιστεύουνε πὼς προέρχουνται ἀπὸ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τοῦτοι λοιπὸν «οἱ βλέποντες», ἤγουν «οἱ οἰόμενοι βλέπειν», τυφλώνουνται, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, σὲ καιρὸ ποὺ κάνουνε τὸν καθηγητὴ καὶ τὸν ὁδηγό. Κι ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειά τους, κοιτάζουνε «τοὺς μὴ βλέποντας», δηλαδὴ ἐκείνους ποὺ παραδίνουνται σὰν τὸν τυφλὸ νὰ τοὺς χειροκροτήσει ἡ ἀμετασάλευτη πίστη τους στὴν ἁγιασμένη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς κοιτάζουνε λοιπὸν μὲ περιφρόνηση σὰν ἀμαθεῖς τυπολάτρες ποὺ ἔχουνε στενὴ ἀντίληψι τῆς θρησκείας.

Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ξενοσπουδασμένους θεολόγους, ἔβγαλε λόγο σὲ μιὰ ἐκκλησιά, κατὰ τὴ λειτουργία τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ γιορτὴ αὐτὴ γίνεται σὲ ἀνάμνησιν τῆς νίκης τῆς Ὀρθοδοξίας καταπάνω στοὺς νεωτεριστές. Φαντάσου λοιπόν, ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς νεωτεριστὲς νὰ γιορτάζει, πρῶτος καὶ καλίτερος, γιὰ τὴ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας καταπάνω στοὺς ὁμοίους του, καὶ νὰ βγάζει καὶ λόγο, γεραίροντας αὐτὸν τὸν θρίαμβο.

Ὁ θρίαμβος τῆς Ὀρθοδοξίας ἤτανε τότε κατὰ τῶν εἰκονομάχων, ἀλλὰ ἀπ᾿ ἀφορμὴ τῶν εἰκονομάχων, καταδικαστήκανε ὅλοι μαζὶ οἱ ἀνίεροι νεωτεριστές, ποὺ ἐπιχειρήσανε κι ἐπιχειροῦνε νὰ ξεσχίσουν τὸν ἄρραφο κι ἀκομμάτιαστον χιτώνα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὡστόσο, ὁ καλόβουλος αὐτὸς θεολόγος, ποὺ εἶναι κι ἱερωμένος, συμβίβασε τὴν Ὀρθοδοξία με τοὺς νεωτερισμούς. Στὴν ἐκκλησία ποὺ λειτούργησε καὶ κήρυξε ὁ νεωτεριστὴς Ὀρθόδοξος, οἱ εἰκόνες κι ἡ μουσικὴ ἤτανε εὐρωπαϊκές, ἀντιορθόδοξες. Κι ἡ λειτουργία, σὲ πολλὰ παραμορφωμένη ἐπὶ τὸ νεωτεριστικώτερο, τὸ ὕφος δυτικό, ἡ ἀτμόσφαιρα χωρὶς τίποτα σχεδὸν Ἑλληνικὸ καὶ Ὀρθόδοξο.

Ἀλλὰ κι ὁ ἴδιος, πρόθυμα, θὰ ἔβγαζε πολλὰ περιττὰ ἀπὸ τὴ λειτουργία, θὰ ἔκοβε τὰ γένειά του, θὰ ἄλλαζε τὰ ἄμφιά του μὲ πολιτικὰ ροῦχα, θὰ καταργοῦσε τὰ κεριά, τὸ λιβάνι, τὰ καντήλια, τὰ πάντα, «ὡς ἐπουσιώδη», ὅπως συμπεραίνει κανεὶς ἀπὸ τὸν λόγο του.

Κατὰ βάθος ἴσως νὰ ἐλεεινολογοῦσε μάλιστα καὶ τοὺς Πατέρας ποὺ θεσπίσανε τὴν ἑορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ θὰ τὄλεγε, ἂν δὲν φοβότανε τὸν «ὄχλο». Γιατὶ, κατὰ τὴ γνώμη του, ἡ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἤτανε ἡ νίκη τῆς τυπολατρείας καὶ τῆς δεισιδαιμονίας κατὰ τῆς ὑψηλῆς καὶ εὐρείας ἀντιλήψεως τῆς θρησκείας, ἡ ὁποία, κατ᾿ αὐτόν, εὑρίσκεται μέσα στὰ κεφάλια τῶν καθηγητῶν ποὺ εἶχε στὴν Εὐρώπη.

Γι᾿ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ὅμοιούς του δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς μακάριζε τὶς ἁπλὲς ψυχές, λέγοντας στοὺς Ἀποστόλους πὼς εἶναι μακάριοι γιατὶ ἀξιωθήκανε, αὐτοὶ οἱ ψαράδες, νὰ δοῦνε καὶ νὰ νοιώσουνε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ ποὺ θελήσανε νὰ τὰ δοῦνε σοφοὶ καὶ σπουδαῖοι ἄνθρωποι, καὶ δὲν μπορέσανε γιατὶ τὰ ἔκρυψε ἀπ᾿ αὐτοὺς ὁ Θεός. Ναί, τὰ ἔκρυψε, γιατὶ δὲν ἤτανε ἄξιοι νὰ τὰ δοῦνε, τυφλωμένοι ἀπὸ τὴν ψεύτικη σοφία τους.

Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἐκκλησία τῶν ἁπλῶν ψυχῶν κι ὄχι τῶν σοφῶν καὶ τῶν ἐπιστημόνων, δηλ. ἐκκλησία ὅπως τὴ θέλησε ὁ Χριστός. Ὁ Ὀρθόδοξος λαός μας δὲν χρειάζεται σπουδασμένους θεολόγους, ἀλλὰ ἱερεῖς ποὺ νὰ ὑπηρετοῦνε τὸν Θεὸ «ἐν ἀφελότητι καρδίας». Πρὶν ἀπὸ χρόνια ἔγραφα σ᾿ ἕνα βιβλίο μου τὰ παρακάτω λόγια: «Τοῦτο τὸ γραΐδιο ποὺ κάνει τὸν σταυρό του καὶ στέκεται σὰν κουρούνα μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα, εἶναι ψυχὴ χιλιάδων χρονῶν καὶ ξέρει ἀπὸ ποῦ βαστᾶ καὶ ποῦ πάει, καλίτερα ἀπὸ τὸν κάθε λιμοκοντόρο ποὺ σπουδάζει στὰ Παρίσια» (Ταξίδια, ΜΗΛΟΣ). Ὁ εὐσεβὴς λαός μας διψᾶ γιὰ ἁγιότητα, κι ὄχι γιὰ ἐπιστημονικὲς θεολογίες.

Ἡ Ὀρθοδοξία ἔζησε πάντα μέσα στὴν ἁπλότητα ποὺ δίδαξε ὁ Χριστός, ἐνῶ οἱ εὐρωπαϊκὲς ὀργανώσεις ποὺ λέγουνται Ἐκκλησίες, ξεπέσανε στὰ πολύπλοκα συστήματα τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς ἐπιστήμης. Ἰδοὺ τί ἔγραφε γιὰ τοὺς παπιστὲς ἕνας Πατριάρχης, ποὺ σκοτώθηκε ἀπὸ τοὺς κακούργους δυτικούς: «Ἂν δὲν ἔχομεν σοφίαν ἐξωτέραν (δηλαδὴ κοσμική, θύραθεν), ἔχομεν, χάριτι Χριστοῦ, σοφίαν ἐσωτέραν καὶ πνευματικήν, ἡ ὁποία στολίζει τὴν Ὀρθόδοξόν μας πίστιν, καὶ εἰς τοῦτο πάντοτε εἴμεσθεν ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς λατίνους, εἰς τοὺς κόπους, εἰς τὰς σκληραγωγίας καὶ εἰς τὸ νὰ σηκώνωμεν τὸν σταυρόν μας καὶ νὰ χύνωμεν τὸ αἷμα μας διὰ τὴν πίστιν καὶ ἀγάπην, τὴν πρὸς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.

Ἂν εἶχε βασιλεύση ὁ Τοῦρκος εἰς τὴν Φραγκίαν δέκα χρόνους, χριστιανοὺς ἐκεῖ δὲν εὕρισκες. Καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τώρα τριακόσιους χρόνους εὑρίσκεται, καὶ κακοπαθοῦσιν οἱ ἄνθρωποι καὶ βασανίζονται διὰ νὰ στέκουν εἰς τὴν πίστιν των, καὶ λάμπει ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ μυστήριον τῆς εὐσεβείας, καὶ ἐσεῖς μοῦ λέγετε ὅτι δὲν ἔχομεν σοφίαν; Τὴν σοφίαν σου δὲν ἐθέλω ὀμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ».

Ἄκοῦς θεολόγε ξενοσπουδασμένε, τί λέγει ὁ Πατριάρχης στοὺς δασκάλους σου τοὺς πολύξερους; «Τὴν σοφία σου δὲν τὴν θέλω, ἐμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ».

Τέτοιοι εἶναι οἱ Ὀρθοδοξοι Χριστιανοί. Τέτοιοι εἶναι οἱ λέοντες τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔχουνε μέσα στὴν καρδιά τους τὴ μωρία τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτοὶ εἶναι ποὺ τοὺς ὀνομάζεις ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου τυπολάτρες καὶ στενοκέφαλους. Αὐτοὺς λοιπόν, ποὺ δὲν εἶναι σὰν κι ἐσένα «μαθόντες» στὰ Πανεπιστήμια, ἀλλὰ ποὺ εἶναι «παθόντες τὰ θεῖα», κατὰ τὸν θεωρητικότατον ἅγιον Διονύσιον, αὐτοὺς ποὺ δὲν χωρίζουνε τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸν τῦπο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ τὴν ζοῦνε σὰν ἕνα πράγμα ἀτόφιο, αὐτοὺς ἔρχεσαι νὰ διδάξεις, ἀντὶ νὰ διδαχθεῖς ἐσὺ ἀπ᾿ αὐτούς;

Πλέκεις ἕνα ρητορικὸ ἐγκώμιο τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ ἐκεῖνο τὸ τυποποιημένο ὕφος ποὺ ἔχουνε οἱ παρόμοιες ὁμιλίες, καὶ ἐξυμνεῖς «τὰ χρυσορρήμονα στόματα», «τὴν ζωοποιὸν δύναμιν τοῦ λαοῦ μας», «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας». Ἀλλά, μαζὶ μ᾿ αὐτὰ ρίχνεις καὶ τὸ ὕπουλο καὶ φαρμακερὸ σύνθημα, λέγοντας: «Προσοχὴ ὅμως! Δὲν πρέπει νὰ παρεξηγήσωμεν τὸ περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας οὔτε νὰ ὑποβαθμίσωμεν τὴν ἀξίαν Της. Ὁ θησαυρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας μας δὲν ταυτίζεται οὔτε μὲ συνδυασμοὺς χρωμάτων μιᾶς στενῆς καθορισμένης τεχνοτροπίας, οὔτε μὲ τὴν ποικιλίαν καὶ τὴν ποιότητα μουσικῶν ἤχων, μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς».

Μὲ ἄλλα λόγια θέλεις νὰ πεῖς πὼς τὸ περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἄσχετο μὲ τὰ ἔργα τῆς λειτουργικῆς μουσικῆς καὶ τῆς ἁγιογραφίας, μὲ τὰ ὁποῖα ἐκφράζεται ἐπὶ αἰῶνες. Πὼς αὐτὰ εἶναι κάποια συμβατικὰ στολίδια τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ πρέπει νὰ τ᾿ ἀλλάξουμε, δηλαδὴ κάποιο φόρεμα ποὺ πάλιωσε, καὶ πὼς πρέπει νὰ τῆς φορέσουμε ἄλλο, καινούργιο.

Ἀληθινά, μοναχὰ ἕνας «ἐπιστημονικός» θεολόγος μπορεῖ νὰ ἔχει τόσο λίγη εὐαισθησία καὶ τόση ψυχικὴ ἀμορφοσιά, μ᾿ ὅλα τὰ πτυχία τῆς Εὐρώπης, γιὰ νὰ λέγει τέτοια ἀσύστατα πράγματα! Μοναχὰ μιὰ ψυχὴ ποὺ λείπει ἀπὸ μέσα της ἡ θερμὴ αἴσθηση τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ποὺ τὴν ἔχει ξεράνει ὁ χιονιᾶς τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ψυχὴ ποὺ τὴν στέγνωσε ἡ πρακτικὴ βορεινὴ μεθοδολογία, καὶ γιὰ νὰ πῶ μ᾿ ἕναν σύντομο λόγο, ποὺ λείπει ἀπὸ μέσα της ὁλότελα ἡ βλογημένη καὶ δροσερὴ πνοὴ ποὺ λέγεται ποίηση τῆς Ὀρθοδοξίας, κι ἡ κατάνυξη ποὺ τὴν μεθᾶ μὲ τὸν οὐράνιον οἶνον, μιὰ τέτοια ψυχὴ μοναχὰ μπορεῖ νὰ πεῖ καὶ νὰ γράψει παρόμοια λόγια.

Ἀλλά, πρῶτα-πρῶτα, τί γνωρίζεις Πανοσιολογιώτατε, ἀπὸ τέχνη, καὶ μιλᾶς μὲ τέτοια κατηγορηματικότητα γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ γιὰ τὰ ἔργα της; Ξέρουμε πὼς ἐσὺ καὶ οἱ ὅμοιοί σου δὲν ἤσαστε σὲ θέση νὰ νοιώσετε παραπάνω ἀπὸ τὶς λιθογραφίες ποὺ κρέμουνται στὰ κορνιζοπωλεῖα τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, κι ἀπὸ τὶς ἐλεεινὲς χαλκομανίες... Μὲ ἄλλα λόγια, πὼς βρισκόσαστε στὸ νηπιαγωγεῖο τῆς ζωγραφικῆς.

Τὸ ἴδιο καὶ στὴ μουσική. Μ᾿ ὅλο ποὺ κάνετε τοὺς μοντέρνους καὶ τοὺς συγχρονισμένους, δὲν ἤσαστε σὲ θέση νὰ νοιώσετε παραπάνω ἀπὸ τὶς ζακυνθινὲς βαρκαρόλες καὶ τὰ πρίμα-σεγκόντα τῆς Πλάκας. Τὸ πολὺ-πολύ, νὰ ἐνθουσιασθῆτε ἀπὸ τὴν αἰσθηματικὴ γεροντοκόρη Νόρμα τοῦ Μπελλίνι.

Μ᾿ αὐτὰ λοιπὸν τὰ σπουδαῖα ἐφόδια, δηλαδὴ μ᾿ αὐτὴ τὴν παιδαριώδη καὶ οἰκτρὴ αἰσθηματολογία, ἐπιχειρεῖς νὰ κρίνεις τὰ ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀρθόδοξης παράδοσης, ποὺ ἔχουνε καταπλήξει σήμερα τὸν κόσμο; Κι ἡ τεχνικὴ κατάρτισή σου εἶναι τόσο μεγάλη, ποὺ νὰ μιλᾶς τόσο ἄπρεπα γι᾿ αὐτά; λέγοντάς τα «συνδυασμοὺς χρωμάτων μιᾶς στενῶς καθορισμένης τεχνοτροπίας;».

Ὡστόσο, αὐτὰ τὰ εἰκονίσματα προσκυνούσανε ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Χρυσόστομος, ὁ Φώτιος, ὁ Παλαμᾶς, κι ἀπ᾿ αὐτὰ φούντωνε μέσα τους ἡ φλόγα τῆς πίστης. Αὐτὰ τὰ ἔργα κάνανε τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Νύσσης, τὸν ἄξιο ἀδελφὸ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, νὰ χύνει δάκρυα κατανύξεως, καὶ τὸν Χρυσόστομο νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ζήσει καὶ νὰ προσευχηθῆ, χωρὶς νὰ ἔχει κρεμασμένο στὸ κελλί του τὸ εἰκόνισμα τοῦ Ἁγίου Παύλου, ποὺ τὸ ἀσπαζότανε κι ἔκλαιγε. Αὐτὰ τὰ ἔργα ἔβλεπε ὁ Μέγας Φώτιος νὰ καταστολίζουνε τὴν Ἁγία Σοφία, καὶ σκιρτοῦσε ἀπὸ θεῖον οἶστρο, καὶ τὰ ἐγκωμίαζε στὶς ὁμιλίες του. Ναί, αὐτὰ τὰ ἔργα μᾶς παραδώσανε, μαζὶ μὲ τὴν Ὀρθόδοξο πίστη, οἱ μεγάλοι Πατέρες, γιὰ νὰ τὰ προσκυνοῦμε στὸν αἰῶνα, ὅσο θὰ ἔχουμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Γιατὶ δὲν εἶναι ἕνα φόρεμα φθαρτό, ποὺ τῆς τὸ φορέσαμε μιὰ φορὰ καὶ ποὺ πάλιωσε, καὶ ποὺ θέλετε ἐσεῖς οἱ νεωτεριστὲς νὰ τ᾿ ἀλλάξετε, ἀλλὰ εἶναι στολὴ ἄφθαρτη, ποὺ μ᾿ αὐτὴ θὰ ὑπάρχει στολισμένη στὴν αἰωνιότητα. Εἶναι περισσότερο ἀπὸ στολὴ ἄφθαρτη. Εἶναι τὸ ἴδιο τὸ ἁγιασμένο σῶμα της, ποὺ τὸ φόρεσε, ὅπως ὁ Χριστὸς τὸ δικό του, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ τὴ δοῦμε «ὡς ἐν ἐσόπτρῳ» με τὰ σαρκικὰ μάτια μας, καὶ ν᾿ ἀκούσουμε τὴ φωνή της μὲ τὰ σαρκικὰ αὐτιά μας.

Κι ἐσύ, ὁ ἱερεύς, ἀντὶ νὰ σκύψεις καὶ νὰ προσκυνήσεις τὶς ἅγιες εἰκόνες τῆς Ὀρθοδοξίας, σήμερα ποὺ γιορτάζει ἡ Ἐκκλησία τὴν ἀναστήλωσή τους, καὶ νὰ παρακινήσεις καὶ τοὺς ἄλλους, σὰν ἱερωμένος, νὰ τὶς ἀσπασθοῦνε, σήμερα, αὐτὴ τὴ μέρα ποὺ σείσθηκε ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κι ἔκλαψε ἀπὸ χαρὰ γιατὶ οἱ περιπόθητες εἰκόνες ρίξανε πάλι τὴ λάμψη τους στὶς καρδιὲς τῶν Ὀρθοδοξων, σήμερα βρῆκες τὴν εὐκαιρία νὰ ρίξεις τὸ δηλητήριο, λέγοντας πὼς αὐτὰ περάσανε, πὼς αὐτὰ τὰ ἱερὰ ἔργα εἶναι «μιᾶς ὡρισμένης ἐποχῆς», πὼς πρέπει δηλ. νὰ τὰ κατεβάσουμε, (σήμερα, ποὺ γιορτάζουμε τὴν ἀναστήλωσή τους!), καὶ νὰ βάλουμε στὴ θέση τους ἄλλα, μοντέρνα, φράγκικα, τῆς ἀρεσκείας σου.

Ἀλλά, καλίτερα νὰ ἔλεγες νὰ μὴ βάλουμε τίποτα. Τουλάχιστον θὰ ἤσουνα ἕνας ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους, μ᾿ ὅλον ποὺ θὰ ἤσουνα ὁ χειρότερος, γιατὶ διάλεξες τὴν Κυριακή της Ἀναστηλώσεως τῶν εἰκόνων γιὰ νὰ κάνεις τὸ ὕπουλο κήρυγμα τῆς νέας εἰκονομαχίας. Αὐτὸ ποὺ κάνεις εἶναι χειρότερο ἀπὸ τὴν εἰκονομαχία. Εἶναι εἰκονομαχία κρυμμένη κάτω ἀπὸ τη ψεύτικη εἰκονολατρευτικὴ προσωπίδα.

Σ᾿ ἕνα ἐξαίσιο βιβλίο ποὺ ἔγραψε γιὰ τὴ σημασία τῆς Εἰκόνας ὁ ὀρθοδοξώτατος καὶ εὐσεβέστατος Λεωνίδας Οὐσπένσκης, καθηγητὴς τῆς εἰκονογραφίας στὸ Ὀρθόδοξο Ρωσσικὸ Ἰνστιτοῦτο τῆς Γαλλίας (τέτοιοι καθηγητὲς εἶναι σεβαστοί, γιατὶ εἶναι ἐχθροὶ τῶν ὑπόπτων νεωτεριστῶν), λέγει τὰ παρακάτω λόγια: «Τὸν καιρὸ τῶν εἰκονομάχων, κατὰ τὸν η´ καὶ θ´ αἰῶνα, μέσα στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξή της, ἡ Ἐκκλησία ὑπερασπίσθηκε τὸ δόγμα τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ «Θεὸς γέγονεν ἄνθρωπος». Σήμερα κινδυνεύει ὁ σκοπὸς τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ «ἵνα ὁ ἄνθρωπος γένηται Θεός». Ἡ σημερινὴ εἰκονομαχία, ποὺ δὲν τὴν ὑποπτεύουνται οὔτε ἐκεῖνοι ποὺ τὴν κάνουν, δὲν εἶναι τόσο ἡ ἄρνηση τῆς Εἰκόνας, ἀλλὰ περισσότερο ἡ παραμόρφωσή της, μάλιστα ἡ παραφθορά της, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν καταλαβαίνουνε πιὰ τὴ δογματικὴ καὶ διδακτικὴ σημασία της. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τὴν Εἰκόνα τὴν θεωροῦνε σὰν κάποιο πράγμα δευτερεῦον. Μοναχὰ ὁ λόγος, τὸ κήρυγμα, κρίνεται πὼς εἶναι ἀρκετὸ ὅπως κάνουνε οἱ Προτεστάντες. Ξεχνᾶνε πὼς ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι μοναχὰ ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἡ Εἰκὼν τοῦ Πατρός... Ἡ Εἰκόνα, γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους, δὲν εἶναι ἕνα ἀντικείμενο ποὺ μᾶς δίνει μιὰ αἰσθητικὴ ἀπόλαυση ἢ μᾶς κινεῖ τὴν ἐπιστημονικὴ περιέργεια, ἀλλὰ ἔχει μιὰ θεολογικὴ ἔννοια. Ὅπως ἡ κοσμικὴ τέχνη παριστάνει τὴν πραγματικότητα τοῦ κόσμου τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν αἰσθημάτων, κατὰ τὸν τρόπο ποὺ τὴν βλέπει κάθε τεχνίτης, ἡ Εἰκόνα παριστάνει τὴν πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν».

Βλέπει λοιπὸν κανείς, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, πόσα πράγματα σχετικὰ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τέχνη γνωρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ προσεγγίζουν μὲ βαθειὰ εὐλάβεια καὶ μὲ δέος τὰ ἔργα της, καὶ μὲ πόσον ζῆλο ἀγωνίζονται γιὰ τὴ συντήρηση τῆς ἱερῆς παράδοσης, κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος πόση ἀμάθεια, σ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ εἶναι τόσο σημαντικὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ἔχουνε κάποιοι, ποὺ μὲ ἐλαφρὴ κι ἀνύποπτη συνείδηση, ἀποφθέγγονται γι᾿ αὐτά, ὡς ἀπὸ τρίποδος, καὶ μολονότι εἶναι θεόγυμνοι ἀπὸ κάθε ἰδέα τέχνης, καὶ βρίσκουνται σὲ πρωτόγονη κατάσταση, ἔχουνε τὸ θράσος, συνεργούσης καὶ τῆς ἀσέβειας καὶ τῆς πνευματικῆς ὑποταγῆς στὰ θεότυφλα Πανεπιστήμια ποὺ τοὺς δώσανε τὰ διπλώματα, ἔχουνε λοιπὸν τὸ θράσος νὰ δογματίζουν, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, ἐν ὀνόματι τῆς προόδου καὶ τῆς «ἐπιστημονικῆς θεολογίας», καὶ νὰ ὑποδεικνύουν μὲ τί ἔργα πρέπει νὰ στολισθοῦν οἱ ναοί μας, γιὰ νὰ εἶναι συγχρονισμένοι, γιὰ νὰ μοιάζουνε δηλαδὴ μὲ τὰ ἀρχοντοχωριάτικα σπίτια τους, ποὺ φανερώνουνε τὴν πιὸ φρικτὴ ἀκαλαισθησία. Ἀφοῦ δὲν ἔχουν, οἱ δυστυχεῖς, μήτε τὴν συνηθισμένη εὐαισθησία, στὰ σπίτια τους, στὰ γραφεῖα τους, στὰ βιβλία τους, σὲ ὅλα τους, ποὺ βασιλεύει ἐπιδεικτικὰ ἡ πιὸ ἀηδιαστικὴ ἀκαλαισθησία, θέλουνε νὰ γίνουνε οἱ ὁδηγοὶ στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, ποὺ εἶναι ἄβυσσοι μυστηρίου κι οἱ πιὸ ἀποκαλυπτικοὶ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους ἀξιώθηκε ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐκφράσει τὸ ἀνέκφραστο. Καὶ μάλιστα, αὐτοὶ ποὺ ἰκανοποιοῦνται μὲ τὶς κοκκινοπράσινες λιθογραφίες καὶ μὲ τὰ ἰταλικὰ ναπολιτάνικα τραγούδια, ξεστομίζουν πὼς εἶναι ἄτεχνες καὶ κατώτερες ἀπὸ τὶς πνευματικὲς ἀπαιτήσεις των (!!) οἱ βυζαντινὲς εἰκόνες μὲ τὴν βαθύτατη ἱερατικότητα, καθὼς καὶ τὰ ἀριστουργήματα τῆς μυστικῆς μουσικῆς, ποὺ κάνουν ν᾿ ἀπορήσουν ὅσους ἔχουν πνευματικὲς κεραῖες γιὰ νὰ τ᾿ ἀντιληφθοῦν. Ἐπειδὴ ἐκεῖνοι, γιὰ τοὺς ὁποίους γράφουνται αὐτὰ ποὺ γράφω, ἐκτιμοῦν ὑπὲρ πᾶν ἄλλο τὴ γνώμη τῶν Εὐρωπαίων γιὰ τὰ δικά μας πράγματα, ἀναφέρω πὼς ὁ μέγας μουσικὸς SΑΙΝΤ SΑΕΝS κι ὁ διάσημος συγγραφεὺς Ἀλέξανδρος Δουμᾶς, ἐγκωμιάσανε τὴ βυζαντινὴ μουσική μας.

Ἀλλά, τί νὰ νοιώσει ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει αὐτὲς τὶς κεραῖες, ποὺ δὲν ἔχει δηλαδὴ τὴν παντογνωστικὴ δύναμη ποὺ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο ἡ πνευματικὴ ἐγρήγορση, κι ἡ βλογημένη ταπείνωση, ἡ ὁποία δὲν θέλει νὰ στήσει τὸ θέλημά της ἀπάνω ἀπὸ τὴν τάξη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν παράδοση; Πῶς νὰ ὑψωθεῖ στὴν ὑπερούσια γνώση, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ταπεινώθηκε ἀληθινά; Πῶς νὰ ἀξιωθεῖ νὰ εἰσέλθει στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ ἰδεῖ τὰ μυστήρια της, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀρνήθηκε, μαζὶ μὲ τὰ αἰσθητὰ ἀγαθά, καὶ τὴν ἁμαρτωλὴ γνώση, «τὸν νοῦν τῆς σαρκὸς αὐτοῦ», μαζὶ μὲ τὴν οἴηση ποὺ φέρνει αὐτὴ ἡ γνώση, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει ὁ ἄνθρωπος; «Τὰ γὰρ μυστήρια τοῖς ταπεινόφροσιν ἀποκαλύπτεται». Ἀλλά, ἂς κρίνουμε τὰ γραφόμενα τοῦ ἱερωμένου ποὺ ἔγραψε κι εἶπε αὐτὴ τὴν ὁμιλία μὲ τὸν παραπλανητικὸ τίτλο «Θεματοφύλακες τοῦ Θριάμβου», ἂς κρίνουμε λοιπὸν τὰ λεγόμενα αὐτοῦ τοῦ «θεματοφύλακος» ποὺ ἐκτιμᾶ τόσο λίγο αὐτὰ ποὺ λέγει πὼς φυλάγει, ἂς τὸν κρίνουμε μὲ κάποια μέτρα ποὺ εἶναι πιὸ χεροπιαστὰ καὶ ποὺ τὰ νοιώθει ὁ καθένας:

Ἐνῶ, ὅπως εἴπαμε, πλέκει τὸν ὕμνο τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἐγκωμιάζει «τὴν κληρονομίαν τὴν ἄφθαρτον καὶ ἀμίαντον καὶ ἀμάραντον» (Α´ Πέτρ. α´, 4), μὲ τὴν ὁποίαν «ἐγαλουχήθησαν αἱ γενεαὶ τῶν Πατέρων μας», καθὼς καὶ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας» (τῆς Ὀρθοδοξίας), μαζὶ μ᾿ αὐτά, τὴν ἴδια στιγμή, λέγει πὼς κάποια ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας εἶναι μαραμένα καὶ ξερά, ἐννοώντας τὴ θεοδώρητη λειτουργικὴ εἰκονογραφία γιὰ τὴν ὁποία λέγει πὼς εἶναι «συνδυασμὸς χρωμάτων μιᾶς στενῶς καθορισμένης τεχνοτροπίας», καθὼς καὶ γιὰ τὰ ἐξαίσια ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς μας, ποὺ γι᾿ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ὁμοίους του ἄξεστους φραγκολάτρες εἶναι: «ποικιλία καὶ ποιότης μουσικῶν ἤχων μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς». Μὲ ἄλλα λόγια, κατὰ τὴ γνώμη του, ἡ κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση εἰκονογραφία καὶ μουσικὴ δὲν τὸν ἱκανοποιοῦν, γιατὶ τὰ ἔργα τους εἶναι βάναυσα κι ἀνυπόφορα γιὰ ἀνθρώπους σοφοὺς κι εὐρωπαϊσμένους, ποὺ ἔχουνε γιὰ ἀριστουργήματα τὰ παιδιακίσια κάρτ-ποστάλ, ποὺ τὰ λένε οἱ Γάλλοι SAINT SULPICE, (ἐπειδὴ τὰ πουλᾶνε στὴν πλατεία αὐτῆς τῆς ἐκκλησίας), καθὼς καὶ τὰ ἀνάλατα μουσικὰ κατασκευάσματα, τύπου «Ἀνθισμένης ἀμυγδαλιᾶς», φτάνει νὰ λέγουνται μὲ πρίμο καὶ μὲ σεγκόντο! Ὤ! Ἀληθινά, μοναχὰ οἱ σοφοὶ κι οἱ ἐπιστήμονες μποροῦν νὰ ποῦν τέτοιες ἐπιστημονικὲς ἀνοησίες. Κι ἀντὶ νὰ κρύψουνε τὴν ἀμάθειά τους, οἱ τέτοιοι φωστῆρες, θέλουν νὰ κάνουνε καὶ τὸν προφέσορα!

Ἂς μᾶς ἐξηγήσει λοιπὸν ὁ προκείμενος δύσκολος κριτὴς τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας καὶ τῆς λειτουργικῆς μουσικῆς, ποὺ δὲν ἔχει κἂν ἰδέαν ἀπὸ τὸ τί θὰ πεῖ λειτουργικὴ καὶ τί μὴ λειτουργικὴ τέχνη, ἂς μᾶς ἐξηγήσει ποιὰ εἶναι γι᾿ αὐτὸν τὰ «ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λειτουργίας», καὶ ποιὰ εἶναι τὰ μαραμένα. Μήπως «τὰ ἀμάραντα» εἶναι, κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴ γνώμη του, μοναχὰ οἱ ὁμιλίες τῶν Πατέρων, ποὺ θὰ τὶς ἐκτιμᾶ σὰν ρητορεῖες, καὶ ἡ ὑμνολογία, χωρὶς ὅμως τὴ μουσική, ἐπειδὴ τὸν θαμπώνει τὸ κλασικὸν κάλλος τῶν ἰάμβων, ἀπὸ προγονοπληξία; Γιατὶ, τί ἄλλο μποροῦνε νὰ εἶναι «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς λατρείας»;

Ὥστε ἔχουμε μέν, κατὰ τὸν γλαφυρὸν ὁμιλητὴν τῶν κοινοτοπιῶν τοῦ ἄμβωνος, «ἀμάραντα μνημεῖα» τῆς ὑμνολογίας ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ κρατήσουμε γυμνὰ ἀπὸ τὴν μουσική τους, ἐπειδή, κατὰ τὴ γνώμη του αὐτὴ ἡ μουσικὴ εἶναι «μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς». Σάμπως τὰ λόγια τῆς ὑμνολογίας δὲν εἶναι μιᾶς ὡρισμένης ἐποχῆς, καὶ γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ τὰ ντύσουμε, αὐτὰ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα» τῆς ὑμνολογίας, μὲ ἄλλο μουσικὸ φόρεμα τῆς ἐποχῆς μας, ἤγουν μὲ τὴν ἀνθισμένην ἀμυγδαλιά, μὲ βαρκαρόλες, καὶ τὰ παρόμοια. Δηλαδή, ἔχουμε κι ἐδῶ ἕναν ἄλλον Σοῦτσο ποὺ ἔλεγε γιὰ τὰ ποιήματα τοῦ Σολωμοῦ πὼς ἤτανε «ἰδέαι πλούσιαι, πτωχὰ ἐνδεδυμέναι», κι ἤθελε νὰ τὸν πάρει κοντά του ὁ Σολωμὸς νὰ ράβει αὐτὸς τὰ πλούσια ροῦχα γιὰ νὰ ντύνει τὶς ἰδέες τοῦ Σολωμοῦ. Ἐδῶ μάλιστα, ὁ προκείμενος ἐπιδιορθωτὴς τῆς ὑμνωδίας μας εἶναι χειρότερος ἀπὸ τὸν Σοῦτσο, γιατὶ θέλει νὰ ντύσει τὰ ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας μας, ὅπως εἶναι π.χ. τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἢ τὸ ἰαμβικὸ «Ἰμερτὸν ἐξέφηνε σὺν πανολβίῳ ἤχῳ Πατήρ, ὃν γαστρὶ ἐξηρεύξατο», μὲ μουσικὴν τῆς Νόρμας τοῦ Μπελλίνι ἢ τῆς Τραβιάτας τοῦ Βέρντι! Λοιπόν, βλέποντες πόσο ἀνώτερος εἶναι ὁ συγγραφεὺς τῶν «Θεματοφυλάκων τοῦ Θριάμβου» ἀπὸ τὸν ποιητὴν Σοῦτσον, μποροῦμε νὰ ἀναφωνήσουμε· «Ἰδού, πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε! Ἰδού, πλεῖον Σολομῶντος ὧδε!»

Ἂν ὁ συγγραφεὺς δὲν ἐννοεῖ τὴν ὑμνολογία, γράφοντας γιὰ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας», τότε τί ἄλλο μπορεῖ νὰ ἐννοεῖ; Μήπως τὴν τελετουργικὴ διάταξη; Μὰ καὶ κείνη θέλει ἀλλαγὴ καὶ διόρθωμα, κατὰ τὸν συγγραφέα καὶ τοὺς ὁμοίους του. Ἢ ἐννοεῖ τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων; Μὰ αὐτὰ δὰ εἶναι ποὺ δὲν τὰ φέρνει ποτὲ στὸ στόμα του ὁ συγγραφεὺς κι οἱ ὅμοιοί του, ὡς πεπαλαιωμένα, ἐνῶ μεταφράζει τὸν Χόλτσνερ καὶ κάποια ἄλλα ψυχολογικὰ δοκίμια, σὲ καιρὸ ποὺ ἡ φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ τ᾿ ἄλλα Ὀρθόδοξα πατερικὰ συγγράμματα μεταφράζουνται στὶς ξένες γλῶσσες, καὶ γίνουνται πνευματικὴ τροφὴ τῶν λαῶν ποὺ προσκυνᾶνε οἱ δικοί μας νεωτεριστές, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὴ βυζαντινὴ εἰκονογραφία καὶ μὲ τὴ βυζαντινὴ μουσική. Μήπως ἀκόμα γιὰ «ἀμάραντα ἄνθη» ἐννοεῖ ὁ ὁμιλητὴς τὰ ἔργα ποὺ κάνουνε οἱ ἄλλες ἐκκλησιαστικὲς τέχνες τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ἀρχιτεκτονική, ἡ μικροτεχνία, ἡ ποικιλτική; Ἀλλὰ κι ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν νοιώθει περισσότερο ἀπ᾿ ὅτι νοιώθει ἀπὸ εἰκονογραφία κι ἀπὸ ψαλμωδία, καὶ θὰ τὰ νομίζει κι αὐτὰ ὁλότελα συμβατικά, ἀσήμαντα γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, καὶ χρήζοντα ἀλλαγῆς.

Μὲ λίγα λόγια, τὸ συμπέρασμα ἀπ᾿ ὅλη τούτη τὴν ἀνιαρὴ ἀνάλυση τῆς ὁμιλίας τοῦ καθηγητοῦ, εἶναι, ἂν κατάλαβα καλά, πὼς χτυπᾶ μιὰ στὸ καρφὶ καὶ μιὰ στὸ πέταλο, χωρὶς νὰ γνοιασθεῖ καθόλου ἂν συμφωνοῦν μεταξύ τους αὐτὰ ποὺ λέγει. Ἐκτὸς ἂν παραλογίζεται ἄθελά του.

Ἔχω ὅμως τὴν ἰδέα ὅτι ἀπὸ τὰ λεγόμενά του φαίνεται πὼς ἐπιχειρεῖ πολὺ ἀδέξια νὰ κρύψει τὴν ἀντιπάθειά του πρὸς τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, θέλοντας νὰ συμβιβάσει τὰ ἀσυμβίβαστα, τὴν Ὀρθοδοξία με τὶς ἀντιορθόδοξες καινοτομίες, παρουσιάζοντας ἔτσι ἕνα τερατῶδες κατασκεύασμα. Ἀλλά, δὲν ἀκούει τί λέγει ὁ θεόγλωσσος Παῦλος, ποὺ τὸν συχνοαναφέρει στὰ γραφόμενά του, ἀπὸ προτεσταντικὴ μίμηση, ὅπως φαίνεται: «Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες... Τίς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; Τίς δὲ συμφώνησις Χριστοῦ πρὸς Βελίαλ;»

Δὲν πιστεύω πὼς ἀδικῶ τὸν πανοσιολογιώτατον καθηγητήν. Μακάρι νὰ ἤτανε ἄλλη ἡ ἀλήθεια. Θὰ χαιρόμουνα πολὺ νἄβγαινα ψεύτης. Μὰ τὰ ἔργα ποὺ κάνουνε αὐτοὶ οἱ νεωτεριστές, μαρτυροῦν ἀπὸ τὰ λόγια τους αὐτὸ τὸ ἀλλοπρόσαλλο κατάντημά τους: Οἱ ἐκκλησίες στὶς ὁποῖες εἶναι προϊστάμενοι δὲν ἔχουνε τίποτα ποὺ νὰ εἶναι ὀρθόδοξο. Εἶναι ἀπογυμνωμένες ἀπὸ τὸν θερμὸ ἑλληνικὸ χαρακτήρα τους. Ἡ ἁγιογραφία, ἡ μουσική, τὰ σκεύη, τὰ κηρύγματα, ἀκόμα, σὲ πολλά, κι ἡ ἀκολουθία, μυρίζουν προτεσταντικὴ μούχλα. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι ψυχροσχολαστική, ἀκατάνυκτη, χωρὶς ἐκείνη τὴ ζεστὴ μυστικοπάθεια ποὺ ἔχουνε οἱ γνήσιες ἐκκλησίες μας. Ἀκόμα καὶ τὰ κεριά, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ ἁπλό, κι ἴσως τὸ πιὸ πνευματικὸ σύμβολο τῆς ψυχῆς ποὺ προσεύχεται μὲ ταπείνωση, ἀκόμα καὶ τὸ θυμίαμα ποὺ προσφέρνεται «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς», κι αὐτὰ ἀκόμα ἔχουνε καταργηθεῖ σὲ κάποιες ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς ἐκκλησίες ποὺ εἶπα. Ἀλλὰ καὶ τὸν σταυρό τους, ἐκεῖ μέσα, τὸν κάνουνε πολὺ ἀραιά, μὲ πολλὴ οἰκονομία, ἢ καθόλου, παπάδες κι ἐκκλησιαζόμενοι. Ὅ,τι ποιητικὸ στοιχεῖο συντείνει στὸ νὰ νοιώσει κατάνυξη ὁ ὀρθόδοξος Χριστιανός, δὲν τὸ θέλουνε ἐκεῖνες οἱ παγωμένες καρδιές, ποὺ τὶς ξέρανε ὁ λίβας τῆς σχολαστικῆς καὶ τῆς στενόψυχης ἠθικῆς. Γιατὶ γι᾿ αὐτοὺς ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνα κατάξερο ἠθικὸ σύστημα, κατάλληλο γιὰ πρακτικὲς καὶ μικρολόγες σκοπιμότητες. Οὔτε ἀποκάλυψη φρικτῶν μυστηρίων, οὔτε εὐωδία τοῦ καινοῦ ἀέρος τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ εὐφροσύνη, οὔτε πυρπόλησις τῆς καρδίας, οὔτε μέθη ἀπὸ τὸν πνευματικὸν οἶνον, οὔτε χαρμολύπη, οὔτε δάκρυον κατανύξεως, οὔτε συντριβή, οὔτε κοινωνία τοῦ Παρακλήτου, οὔτε μυστικὴ ὅρασις καὶ ἀκοή, οὔτε ὑπὲρ αἴσθησιν αἴσθησις. Τίποτα!

Πῶς νὰ μὴν εἶναι λοιπὸν τόσο ψυχρὲς κι ἀκατάνυκτες οἱ ἐκκλησίες τους, ἀφοῦ ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, «ἡ καρδία ἔσωθεν ὁμοίως τοῖς ἐξωτέροις σχήμασιν ἐνδιατυποῦται»;

Τί σχέση μποροῦνε νὰ ἔχουν αὐτὰ τὰ ἀνέκφραστα τραγούδια ποὺ ἀκούονται ἐκεῖ μέσα, μὲ τὴν ὀρθόδοξη λατρεία, μὲ τὴν ἱερατικὴ γλώσσα τῆς ὑμνολογίας, μὲ τὸν σοβαρὸ χαρακτήρα τῆς προγονικῆς μας εὐσέβειας;

Ὤ! Τί βεβήλωση εἶναι αὐτή, νὰ μπαίνουνε οἱ μίμοι καὶ νὰ ἀσχημονοῦν μέσα στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ, μὲ κάποιες φωνὲς ποὺ γαργαλίζουν τὴ σάρκα τους; Ὥστε αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία σας, νὰ μὴν ἔχει ὁ ναὸς τίποτα ὀρθόδοξο; Ἡ πνευματικὴ γεύση σας τόσο πολὺ χάλασε, ὥστε κάθε τί ποὺ στάθηκε γιὰ τοὺς Ἁγίους ὁ οὐράνιος ἄρτος κι ὁ ὑπερούσιος οἶνος, νὰ σᾶς φαίνεται στυφὸ καὶ πικρό; Τὰ ἁγιασμένα ὁράματα καὶ ἀκούσματα, ποὺ εὐφράνανε μυριάδες εὐλαβεῖς ψυχές, ἐσεῖς δὲν τὰ κρίνετε ἄξια νὰ τὰ διατηρήσουμε, ἀλλὰ θέλετε νὰ τὰ ἀλλάξετε, καὶ νὰ βάλετε στὴ θέση τους τὰ μουγκρίσματα τῶν ζώων, γιὰ νὰ εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν ἐκφυλισμένη ἐποχή μας;

Λέτε πὼς σεβόσαστε καὶ τιμᾶτε τοὺς Ἁγίους. Ἀλλὰ ποιοί μᾶς παρέδωσαν, μαζὶ μὲ τὴν πίστη, τὸν τρόπο τῆς λατρείας καὶ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες; Δὲν μᾶς τὰ παραδώσανε οἱ Πατέρες; Γιατί λοιπὸν δὲν τὰ σεβόσαστε καὶ δὲν τὰ τιμᾶτε;

Ἰδιαίτερα δὲν σᾶς ἀρέσει ἡ μουσική της ἐκκλησίας μας, δηλαδὴ ἡ μόνη ἱερατικὴ χριστιανικὴ μουσική. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔψελνε μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους κι ὑμνοῦσε τὸν Θεό: «Καὶ ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ Ὄρος τῶν ἐλαιῶν», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος. Καὶ μὲ τί εἴδους μουσικῆς ἄραγε ὕμνησαν; Ρωτῶ νὰ μοῦ πεῖς. Μήπως μὲ τὴ θεατρικὴ μουσικὴ ποὺ εἰσάγεις στὶς ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ, μ᾿ αὐτή, λέγω τὴν εὐρωπαϊκὴ τετραφωνία, ἢ μὲ τὴν ἱεροπρεπῆ ἀνατολικὴ μουσικὴ ποὺ δὲν τὴν θέλεις, ποὺ τὴν θεωρεῖς βάρβαρη, ἐσὺ ὁ βάρβαρος καὶ βλάσφημος;

Ναί! Ἐδῶ δὲν εἶναι θολὲς καὶ ὀμιχλώδεις θεωρίες, σὰν κι αὐτὲς ποὺ ἄκουσες στὰ μουχλιασμένα Πανεπιστήμια. Ἐδῶ εἶναι καθαρὰ καὶ ἁπλὰ πράγματα: Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε σὰν ἄνθρωπος στὴν Ἀνατολή, καὶ δὲν γεννήθηκε, ὅπως θἄθελες, στὸ Παρίσι ἢ στὴ Στοκχόλμη ἢ στὴ Λόντρα. Γεννήθηκε σ᾿ ἕνα φτωχοχώρι τῆς Ἰουδαίας. Ἡ γλώσσα ποὺ μιλοῦσε ἤτανε Ἀνατολίτικη. Κι ἡ μουσική, ποὺ μ᾿ αὐτὴ ὑμνοῦσε τὸν Θεό, ἤτανε κι αὐτὴ Ἀνατολίτικη, ἢ τὸ θέλεις εἴτε δὲν τὸ θέλεις.

Λοιπόν, γιατί δὲν τὴ καταδέχεσαι αὐτὴ τὴ μουσική, ἐσὺ ὁ ὑπηρέτης τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ τὴ μουσικὴ ποὺ τὴν ἁγίασε ὁ Χριστός; Ἐγὼ φρίττω, δακρύζω, καταπλήττομαι, μόνο ποὺ συλλογίζουμαι πὼς μ᾿ αὐτὴ τὴ μουσικὴ ἔψελνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, καὶ πὼς ἀξιονόμαστε κι ἐμεῖς νὰ τὴ ψέλνουμε ὅπως Ἐκεῖνος! Κι ἐσύ, ἀντὶ νὰ ἀγάλλεσαι, ἀντὶ νὰ νοιώθεις πνοὴ ἀθανασίας ἀπάνω σου ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ θεαγάπητη μουσική, ποὺ μᾶς κληροδοτήθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα οὐράνια δῶρα ὁποὺ βρίσκουνται φυλαγμένα μέσα στὸ θησαυροφυλάκιο τῆς γεραρᾶς παραδόσεώς μας, ἐσὺ δὲν τὴν θέλεις, τὴν ἀπεχθάνεσαι, τὴν λὲς τούρκικη, δὲν τὴ νομίζεις ἄξια γιὰ τὰ ἁμαρτωλὰ στόματά μας!

Τέτοια τύφλωση, λοιπόν, παθαίνει ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὴ ματαιότητα καὶ ζητᾶ τὸ ψεῦδος.

Ὁ Θεὸς ἂς μὲ συγχωρήσει γιὰ ὅσα ἀναγκάσθηκα νὰ πῶ γιὰ ἕναν ὑπηρέτη του.

Κύριε, νά, εἶμαι μπροστά σου, καὶ κρίνε με. Ἐσὺ εἶσαι καρδιογνώστης καὶ ξέρεις τὴν πίκρα τῆς καρδιᾶς μου γιὰ τὴ βεβήλωση ποὺ παθαίνουν οἱ ἅγιες ἐκκλησίες σου. Ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με. Ἐσὺ ποὺ ἐπέτρεψες στὸν Προφήτη Ἠλία, νὰ ἐξαγριωθεῖ ἀπὸ τὸν πύρινο ζῆλο ποὺ τὸν ἔκαιγε, Ἐσὺ ποὺ τὸν συγχώρεσες γιὰ τὴ φοβερὴ ἁμαρτία ποὺ ἔκανε νὰ σφάξει τοὺς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ, ἐπειδὴ εἶδες πὼς ἤτανε ὁ μονώτατος δοῦλος σου ποὺ πίστευε σὲ Σένα, καὶ τὸν στεφάνωσες μὲ τὸν ἀμάραντον στέφανο, καὶ τὸν ἅρπαξες ἀπάνω σ᾿ ἕνα ἁμάξι πύρινο καὶ τὸν πῆρες κοντά Σου μὲ τὸ σάρκινο κορμί του, δίχως νὰ δοκιμάσει θάνατο, Ἐσύ, Κύριε, εὔσπλαχνε καὶ δίκαιε, συγχώρεσε κι ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό. Γιατὶ Ἐσὺ ἄνοιξες τὸ στόμα μου, ὅπως ἄνοιξες τὸ στόμα τῆς ὄνου τοῦ Βαλαάμ, γιὰ νὰ μιλήσω γιὰ τὴ βεβήλωση τοῦ οἴκου σου, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ματαιότητας.

Φώτισε, Κύριε, τὶς σκοτισμένες διάνοιές μας. Ἐλευθέρωσέ τες ἀπὸ τὰ φιλόσαρκα φρονήματα. Γέμισε τὴν καρδιά μας μὲ τὴν πανευφρόσυνη λύπη σου. Γιατὶ μ᾿ αὐτὴ βρίσκουμε τὸν μυστικὸ δρόμο ποὺ μᾶς φέρνει σὲ Σένα, κι ὄχι μὲ τὶς ἀπατηλὲς σοφίες τοῦ κόσμου τούτου.

Ἡ λύπη τῆς διανοίας εἶναι θυμίαμα εὔοσμο, ποὺ ἀνεβαίνει πρὸς τὸν θρόνο σου. Αὐτὴ ἀνοίγει τὴν κλεισμένη πύλη, γιὰ νὰ μπεῖ ἡ ψυχή μας στὴ χώρα τῶν μυστηρίων Σου. Γιὰ τοῦτο εἶπες· «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται».

Φώτης Κόντογλου,


Μεγάλη Παρασκευή, 1960


Πηγή:http://www.agiazoni.gr

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Γι᾿ αὐτούς πού ζητοῦν "ἀνανέωση" στήν ᾿Εκκλησία -Γέροντος Παϊσίου ῾Αγιορείτου




- Γέροντα, συχνά μιλούν για «ανανέωση στην Εκκλησία»· λες και η Εκκλησία γηράσκει και χρειάζεται ανανέωση!

- Ναι, γέρασε!... Μα και αυτοί ακόμη που δεν έχουν ευλάβεια αλλά λίγο μυαλό δεν αναπαύονται σ’ αυτά τα νέα που φτιάχνουν τώρα και ψάχνουν να βρουν εκείνα τα αρχαία. Δεν τους συγκινούν λ.χ. οι νέες εικόνες· καταλαβαίνουν την αξία της παλιάς εικόνας. Αυτοί που έχουν λίγο μυαλό δηλαδή· πόσο μάλλον αυτοί που έχουν ευλάβεια! Από εκεί να καταλάβης πόσο λάθος είναι αυτά που λένε για «ανανέωση» κ.λπ.!

Σήμερα, αν κανείς προσπαθή να κρατήση λίγο την παράδοση, να τηρή τις νηστείες, να μη δουλεύη τις γιορτές, να είναι ευλαβής, λένε μερικοί: «Πού βρίσκεται αυτός; Πάνε αυτά τα πράγματα! Αυτά ήταν για τότε!» Και αν τους πης τίποτε, θα σου πουν: «Σε ποια εποχή ζης; Αυτά δεν γίνονται τώρα!» Σιγά-σιγά τα παίρνουν για παραμύθια. Τι λέει όμως; «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας». Τουλάχιστον, αν δεν μπορή κανείς να τα τηρήση, ας πη: «Θεέ μου, ήμαρτον!» Τότε ο Θεός θα τον ελεήση. Αλλά τώρα, ενώ έχει την αδυναμία του, πάει να επιβληθή στον άλλον, γιατί ελέγχεται. Πάρε έναν δαιμονισμένο και βάλ’ τον σε μια πνευματική ατμόσφαιρα. Θα δης, θα γυρίζη από ’δω-από ’κει· δεν θα μπορή να σταθή, γιατί θα ζορίζεται. Το ίδιο και αυτοί· ελέγχονται, ζορίζονται και πάνε να καταπατήσουν την συνείδησή τους, γι’ αυτό τα λένε αυτά. Και τις αξίες τις λένε κατεστημένο τώρα και πάνε να αντικαταστήσουν τις αξίες με αταξίες. Μεγάλη διαστροφή υπάρχει στον κόσμο! Την ομορφιά
την πνευματική την θεωρούν ασχήμια. Η πνευματική ομορφιά δηλαδή για τους κοσμικούς είναι κοσμική ασχήμια. Να, αν πάρης έναν καλόγερο τώρα και του κόψης τα μαλλιά του, πόσο άσχημος
γίνεται! Αυτήν όμως την ασχήμια οι κοσμικοί την θεωρούν ομορφιά.

Και βλέπεις, τώρα μάχονται την Εκκλησία, αγωνίζονται για την καταστροφή της. Καλά, να πούμε, δεν πιστεύουν, διδάσκουν την αθεΐα. Αλλά να μην αναγνωρίζουν το καλό που προσφέρει η Εκκλησία και να τα βάζουν με την Εκκλησία; Αυτό έχει πολλή κακότητα. Να μην αναγνωρίζουν π.χ. ότι η Εκκλησία προστατεύει τα παιδιά, τα βοηθάει να μη γίνουν αλητάκια, να γίνουν καλοί άνθρωποι; Αυτοί προωθούν τα παιδιά στο κακό· επιτρέπουν την καταστροφή των παιδιών ελεύθερα. Ενώ η Εκκλησία τι διδάσκει; «Να είναι ο νέος φρόνιμος, να σέβεται τους άλλους, να διατηρηθή αγνός, για να παρουσιασθή στην κοινωνία σωστός άνθρωπος». Αλλά τα πράγματα θα έρθουν πάλι στην θέση τους. Στην Ρωσία μια γιαγιά προσευχόταν γονατιστή μέσα στην Εκκλησία δίπλα σε μια κολόνα. Πάει μια νεαρή γυναίκα, που ήταν μεγάλη επιστήμων, και της λέει: «Αυτά είναι ξεπερασμένα πράγματα». Της απαντάει η γιαγιά: «Σ’ αυτήν την κολόνα που προσεύχομαι και κλαίω τώρα εγώ, θα ’ρθης μετά να κλαις εσύ. Τα δικά σας θα έρχωνται και θα περνούν, θα έρχωνται και θα περνούν, ενώ ο Χριστιανισμός δεν ξεπερνιέται ποτέ».




1) Εβρ. 13, 8
 

Γέροντος Παΐσιου του Αγιορείτου Λόγοι Α΄ Μέρος Δ΄ Κεφάλαιο 4ο. Η ορθόδοξη παράδοση. «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας»(1)

 
 
Πηγή: ᾿Αναβάσεις

Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

Οἱ ἀρνητικές συνέπειες τῆς διακοπῆς τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου μέ τήν παράδοση-Κώστα Ε. Τσιρόπουλου

Φωτογραφία:"Λάβε τήν Παρακαταθήκην ταύτην..." (ἀπό τή χειροτονία εἰς Διάκονο τοῦ μοναχοῦ π. ᾿Ανθίμου τῆς Μονῆς τοῦ ὁσίου Δαυίδ στήν Εὔβοια) 


  
Το ρήγμα (Κώστας Ε. Τσιρόπουλος)


Πώς στέκεται ο σημερινός άνθρωπος μπροστά σ’ αυτό πού λέμε «Παράδοση», δηλαδή, στην πείρα και την αστάθμητη δύναμη που αναβρύζει αδιάκοπα από τα σπλάγχνα της ιστορίας για να διαμορφώνει, ως ήθος και ως έθος, την ατομική και κοινωνική ζωή σε κάθε εποχή; Αυτό είναι το πρόβλημα που μας απασχολεί σήμερα.

Παλιότερα, η ζωή του κάθε ανθρώπου που ζούσε συνειδητά, άγρυπνα, ήταν ένας συνεχής διάλογος με την παράδοση, μια επίμονη αναμέτρηση μαζί της και μια νόμιμη λεηλασία της απ’ όλα τα στοιχεία εκείνα που φαίνονταν ζωντανά, πολύτιμα και απαραίτητα για να θεμελιωθεί πάνω τους η καινούρια μορφή της ζωής. Ο άνθρωπος εκείνος δεν αρνιόταν την παράδοση. Την εξέταζε, τη μελετούσε και ερμήνευε το αιώνιο πνεύμα της με μια σύνθεση ζωής που έδινε μορφή σε όλα τα νέα προσωπικά ή κοινωνικά στοιχεία της εποχής. Η παράδοση ήταν το θεμέλιο, το προζύμι που η κάθε γενιά χρησιμοποιούσε για να μορφοποιήσει, για να τοποθετήσει και δικαιώσει ιστορικά και ηθικά τη ζωή της.

Σήμερα, αυτός ο διάλογος του ανθρώπου με τη παράδοση έχει – για τους περισσότερους τουλάχιστον – διακοπεί. Η παράδοση δεν λέγει τίποτε στο νέο άνθρωπο ή η γλώσσα της του είναι ακατανόητη. Άλλοτε το πνεύμα της εποχής επιδίωκε και πετύχαινε να την ερμηνεύσει, να την πρακτικοποιήσει και να διακηρύξει έτσι τη συνέχεια της ζωής που γέμιζε γαλήνη και σιγουριά τη ψυχή του ανθρώπου.

Τώρα, και η γαλήνη και η σιγουριά έχουν εξαφανιστεί. Η αβεβαιότητα έγινε το χαρακτηριστικό βίωμα του αιώνα μας. Το πνεύμα της εποχής, ένα πνεύμα ατίθασο, ανισόρροπο και βλάσφημο, αρνείται τη παράδοση, αποκρούει τη συνεργασία μαζί της και επιδιώκει να δημιουργήσει μια ζωή εκ θεμελίων νέα. Ζωή άμορφη, με μοναδικό μέχρι στιγμής χαρακτηριστικό την ψυχόρμητη ασυδοσία του ζώου.

Το σημαντικότατο αυτό γεγονός δεν παρουσιάστηκε ξαφνικά, αναιτιολόγητα. Εκδηλώθηκε, βέβαια, και κορυφώθηκε στα τελευταία μεταπολεμικά χρόνια, όταν η αβεβαιότητα της ειρήνης, η πικρία και η απογοήτευση δημιούργησαν αυτό το ζοφερό κλίμα στο οποίο ζούμε μέχρι σήμερα και που δηλητηριάζει βαθμιαία τον καθένα μας. Ξεκινά όμως από πολύ μακρυά. Από τότε που μέσα στα πυροτεχνήματα της Αναγέννησης, οι πνευματικοί αρχηγοί του ανθρώπινου γένους άρχισαν να ξηλώνουν τον κόσμο, από τα ουράνια ως τα καταχθόνια. Δεν άφησαν τίποτε που να μη γίνει αντικείμενο της εγωιστικής διαλεκτικής τους. Μέσα στο ταραγμένο ορθολογιστικό πνεύμα δεν υπήρχε καμία διάθεση οικοδομής. Τους δυνάστευε ένα πάθος ελευθερίας, πλατείας αναπνοής· πάθος που έφτασε σε ακρότητες, έχασε την ισορροπία του και έγινε στείρα άρνηση. Φανερό πια, πως η ορθολογιστική υπερβολή εκείνων είχε μέσα της – με την απόρριψη ενός μεγάλου μέρους των αξιών που η παράδοση διαφύλαγε- τα σπέρματα του παραλογισμού που βασανίζει σήμερα και εξουθενώνει την Τέχνη, την Επιστήμη, τη ζωή μας ολόκληρη.

Έτσι, ανάμεσα στον άνθρωπο και στην παράδοση παρουσιάζεται σήμερα ένα ρήγμα· ρήγμα τέτοιο που μας κάνει αβέβαιους για το μέλλον.

Η περιπέτεια της σημερινής νεότητας είναι ακόμη πιο σοβαρή. Όταν ζήτησε από τους μεγάλους μια ζωή καλύτερη, δεν εννοούσε τίποτε άλλο στην ουσία παρά μια ζωή θερμή, γεμάτη από το νόημα και το πνεύμα της παράδοσης. Γιατί μια μορφή ζωής ολότελα καινούρια δεν σημαίνει πως είναι καλύτερη από τη παλιά. Την Παράδοση τη δημιουργεί ο άνθρωπος. Η άρνησή της κινδυνεύει να μας ρίξει μέσα σε νέα αλλά απάνθρωπη ζωή.

Οι περασμένες όμως γενιές τη παράδοση αυτή την είχαν αρνηθεί, την είχαν εξορίσει από τη ζωή τους, χωρίς να υποπτεύονται πως έτσι εξορίζουν την αλήθεια, την ειλικρίνεια και τη δικαιοσύνη. Έτσι, ο παραδομένος τρόπος ζωής, το έθος και το ήθος που κληροδοτούσε η παράδοση, παρουσιάστηκαν μπρος στους νέους χωρίς αίμα, χωρίς πειθώ, ένα φρούριο από χαρτόνι ικανό να ξεγελάσει μονάχα τους απλοϊκούς.

Για πρώτη φορά οι νέοι με τη δαιμονική – όπως λένε οι μεγάλοι -ευφυΐα, για πρώτη φορά αισθάνονται μια βαθειά, ανομολόγητη πλήξη. Πλήξη για τις αρχές, τη μεταφυσική πίστη που πρέπει να γίνει βίωμα, τον τρόπο ζωής, για όλα. Πλήξη και κούραση. Προσπαθούν να απλοποιήσουν τη ζωή, να αφήσουν ελεύθερο το έδαφος για τις ευκαιρίες εκείνες που ωριμάζουν γρήγορα. Και αυτή η απλοποίηση επιχειρείται χωρίς προζύμι, χωρίς τη παράδοση που είναι ο φρόνιμος οδηγός των επαναστάσεων.

Αυτό το γεγονός γεννά το αίσθημα του ξεριζωμένου, του πανικού που γίνεται αναρχισμός και αυθάδεια. Συχνά, αυτή η απλοποίηση φέρνει μια νύστα πνευματική. Η ζωή γίνεται ομοιόμορφη, χωρίς ακίδες, χωρίς ποικιλία, και δεν εφάπτεται ποτέ με τη ψυχή για να την ξυπνήσει. Ζωή χωρίς ερεθισμούς. Και η προσωπικότητα, αυτό το τίμιο δώρο του Θεού, καταποντίζεται. Αυτή είναι η τραγικότερη συνέπεια του ρήγματος ανάμεσα στο σύγχρονο άνθρωπο και στη παράδοση.

Κανείς δεν μπορεί να διακινδυνεύσει σήμερα και να προφητεύσει για τη ζωή που μας περιμένει.

Άλλοτε μια προφητεία στηριζόταν στις πιθανότητες. Τώρα, οι πιθανότητες καθημερινά ανατρέπονται. Εκείνο όμως που φαίνεται κρίσιμα αναγκαίο -αν θέλουμε να συνεισφέρουμε στη ζωή που μορφοποιείται- είναι να σκύψουμε, να μελετήσουμε, να μπολιαστούμε με τη Παράδοση, να ξαναπατήσουμε στη γη και να αντλήσουμε δυνάμεις από το ταμείο που μας προσφέρει η ιστορική ζωή.

Αυτό δεν είναι πια έργο των μεγάλων, που η πνευματική τους φυσιογνωμία έχει κρυσταλλωθεί. Είναι έργο των νέων. Και οι νέοι,  στην Πατρίδα μας, τουλάχιστο, έχουν να αντλήσουν τη παράδοση από δύο κεφαλόβρυσα: την Ορθοδοξία και το Ελληνικό Πνεύμα.


(Κ. Ε. Τσιρόπουλου, «Δοκίμια ευθύνης»)
 
Πηγή:http://www.alopsis.gr


Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος «Ιθαγένεια και Παράδοση»


᾿Οδυσσεύς τοῦ klision:Φιλοξενοῦμε τό παρακάτω ἄρθρο τοῦ σεβ. κ. ῾Ιεροθέου Βλάχου τό ὁποῖο περιέχει μερικά θετικά στοιχεῖα, ἀλλά καί ὁρισμένες ἀποσπασματικές θέσεις, τίς ὁποῖες, ἄν δέν τίς δοῦμε σφαιρικά, μποροῦν νά ὁδηγήσουν σέ παρανοήσεις. ᾿Εμεῖς θά εἴχαμε νά κάνουμε ὁρισμένες παρατηρήσεις στόν Σεβασμιώτατο: 1. Τό ἄρθρο του ἔχει ἔντονα ἐπικαιρικό χαρακτῆρα καί μᾶς μιλάει γιά τό πνεῦμα στήν ὀρθοδοξία, χωρίς νά μᾶς λέει τό πῶς ἀντιλαμβάνονται αὐτό τό πνεῦμα ἄλλες παραδόσεις, ὅπως π.χ. ἡ παράδοση τοῦ μουσουλμανικοῦ χώρου. 2. Δέν καταλαβαίνουμε γιατί κάποιος πού ὑπερασπίζεται τό αἷμα ἤ τή γλῶσσα, θά πρέπει νά εἶναι κατ'ἀνάγκην καί ρατσιστής; Τό παράδειγμα τῶν ναζιστῶν εἶναι ἕνα ἀκραῖο παράδειγμα καί δέν πρέπει νά πέφτουμε στήν παγίδα τῆς συγκρίσεως τοῦ ὑγιοῦς πατριωτισμοῦ ὡς διαχρονικῆς ἀξίας τῶν ῾Ελλήνων.3. ῾Η ὑπεράσπιση τῆς γλώσσας μας, τῆς ἀπείρου κάλλους ἑλληνικῆς γλώσσας, γιατί νά ἐμπεριέχει ρατσιστικό χαρακτήρα; Δηλαδή ὅ,τι καλό ἔχουμε ὡς ἔθνος, ὡς πολύτιμη κληρονομιά, δέν θά πρέπει νά τό διατηρήσουμε γιά νά μήν μᾶς ποῦν ρατσιστές; 4. Καλά αὐτά περί οἰκουμενικότητος τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἀλλά φαντάζουν κάπως ἀνέφικτα. ᾿Ερωτῶ, λοιπόν, γιατί θά πρέπει ἡ μικρή ῾Ελλάδα τῶν ἕνδεκα ἑκατομμυρίων νά δείξει αὐτό τό οἰκουμενικό πνεῦμα, πού ὑπερασπίζεται ὁ Σεβασμιώτατος, τή στιγμή πού ἡ ρωσική ᾿Εκκλησία τῶν τριακοσίων ἑκατομμυρίων ἔχει ἔντονες ἐθνικές ἀγκυλώσεις καί δέν κάνει τίς ὑπερβάσεις πού ζητεῖ ἀπό ἐμᾶς ὁ Σεβασμιώτατος. Γι᾿ αὐτό ἄς ὁμιλοῦμε καλύτερα στό χῶρο τοῦ ρεαλισμοῦ καί τοῦ ἐφικτοῦ, γιατί οἱ ἐξιδανικευμένες καταστάσεις μπορεῖ νά μᾶς ὁδηγήσουν κάπου ἀλλοῦ!


Κυριακή, 28 Φεβρουάριος 2010
Συντάχθηκε απο τον/την Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος - Βήμα 13:49
E-mail Εκτύπωση PDF

Η συζήτηση για την χορήγηση ελληνικής ιθαγένειας σε μετανάστες δημιουργεί πολλές συζητήσεις μεταξύ κληρικών και λαϊκών και διατυπώνονται διάφορες απόψεις, οι οποίες, τις περισσότερες φορές, είναι αποσπασματικές, συνθηματολογικές και γι΄ αυτό προβληματικές. Με όσα θα καταγράψω στην συνέχεια θα εντοπίσω μια πλευρά του θέματος που είναι όμως γενική, παρά το ευσύνοπτο, και όχι αποσπασματική.

Η ιθαγένεια ως λέξη συνδέεται με την νομική επιστήμη και δηλώνει τον «νομικό δεσμό που συνδέει ένα πρόσωπο με ορισμένο κράτος και το καθιστά πολίτη του κράτους» και νομικά είναι συνώνυμη με την υπηκοότητα.

Είναι αυτονόητο ότι η ιθαγένεια αποτελεί την βάση ενότητος ενός Κράτους και δημιουργεί υποχρεώσεις και δικαιώματα, σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές του Κράτους. Αυτό σημαίνει ότι η Πολιτεία, κατόπιν εμπεριστατωμένης έρευνας και μελέτης, χορηγεί σε κάποιον μετανάστη την ιθαγένεια, ή αίρει την ιθαγένεια κάποιου άλλου για διαφόρους λόγους που προβλέπονται από την νομοθεσία. Ετσι, υπάρχει η κτήση, η διατήρηση και η αποβολή της ελληνικής ιθαγένειας. Οπότε, είναι οι ιθαγενείς και οι ανιθαγενείς.

Όταν μελετήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίον συνδέονται οι άνθρωποι μεταξύ τους, μπορεί να εντοπίσει τρεις πραγματικότητες που προσδιορίζονται με ανάλογες λέξεις-κλειδιά, ήτοι το αίμα, την παιδεία και το πνεύμα.

Το αίμα είναι η βάση συνδέσεων των οικογενειών και γενικότερα των ιδιαιτέρων λαών. Πρόκειται για την συγγένεια του αίματος που συνδέει στενά τις οικογένειες και τις φυλές. Στους δεσμούς αίματος μπορούμε να εντοπίσουμε τα προβλήματα που δημιουργεί ο ρατσισμός.

Πράγματι, ο ρατσισμός-εθνοφυλετισμός διακηρύσσει την βιολογική ενότητα, αλλά και την βιολογική ανισότητα των ανθρώπων και συγχρόνως κάνει λόγο για ανώτερες και κατώτερες φυλές και με αυτόν τον τρόπο δικαιολογούνται φυλετικές διαφορές, καταπιέσεις και δουλείες, εθνικές, κοινωνικές και φυλετικές.

Η παιδεία εξετάζει την ενότητα της κοινωνίας μέσα από άλλη ευρύτερη βάση, αφού την προσδιορίζει με την γλώσσα και τις ιδιαίτερες αρχές που καθορίζει ο πολιτισμός, που επικρατεί σε έναν χώρο. Στο σημείο αυτό δίνεται μεγάλη σημασία και προτεραιότητα στα ιδιαίτερα πολιτισμικά στοιχεία ενός τόπου.

Πολιτισμός είναι όλος ο τρόπος ζωής, η κληρονομιά και οι σχέσεις μιας ομάδας ανθρώπων προς το περιβάλλον, τις αξίες της ζωής, τον Θεό και τον άνθρωπο. Εάν το αίμα προσδιορίζει τον βιολογικό οργανισμό του ανθρώπου, πράγμα που παρατηρείται και στα άλογα ζώα, ο πολιτισμός είναι εκείνος που χαρακτηρίζει κυρίως τον άνθρωπο και προσδιορίζει την ποιότητα της ζωής του. Είναι η «συλλογική μνήμη των ομάδων» που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά και ενώνει τις ιδιαίτερες πολιτισμικές ομάδες των ανθρώπων.

Το πνεύμα είναι μια τρίτη ενότητα που συγκροτεί ευρύτερες ομάδες ανθρώπων, ανεξάρτητα από το αίμα και την παιδεία. Με την λέξη πνεύμα δεν εννοώ μόνον τις ανώτερες πνευματικές και καλλιτεχνικές αξίες, αλλά κυρίως την θρησκεία και στην προκειμένη περίπτωση την διδασκαλία και τις επιταγές της Εκκλησίας. Πρόκειται για το εκκλησιαστικό πνεύμα, για τον εκκλησιαστικό τρόπο ζωής που διακρίνεται για την διδασκαλία και το ιδιαίτερο βίωμα, που ονομάζεται εκκλησιαστικό πολίτευμα.

Επομένως, οι τρεις αυτές λέξεις, ήτοι αίμα, παιδεία, πνεύμα, συνιστούν τρεις επάλληλους και ομόκεντρους κύκλους, από τους οποίους το αίμα, δηλαδή η βιολογική συγκρότηση, είναι ο στενός και εσωτερικός κύκλος, που συνδέεται με τον ρατσισμό, η παιδεία είναι ο αμέσως ευρύτερος κύκλος που χαρακτηρίζεται κυρίως από τον πολιτισμό, και το πνεύμα που είναι ο ευρύτατος και εξωτερικός κύκλος, βλέπει τα πράγματα με άλλη οπτική γωνία. Ο άνθρωπος όσο ωριμάζει πολιτισμικά και πνευματικά τόσο και εξέρχεται από το αίμα, προχωρεί στην παιδεία-πολιτισμό και ανέρχεται στο πνεύμα, που συνιστά την μεγαλύτερη και πληρέστερη ελευθερία.

Από την φύση της η ενότητα που στηρίζεται μόνο στο αίμα, παραβλέποντας και τα άλλα δύο στοιχεία, προωθεί την θεωρία της ανώτερης φυλής και αυτό συνδέεται με επιθετικότητες, όπως το είδαμε τον 20ό αιώνα με τον ναζισμό. Η παιδεία βελτιώνει κάπως τα πράγματα, αλλά είναι δυνατόν και αυτή να λειτουργήση επιθετικά, όταν προσδένεται στο άρμα του εθνοφυλετισμού- ρατσισμού, δηλαδή της νοοτροπίας του αίματος, οπότε δημιουργούνται οι συγκρούσεις μεταξύ πολιτισμών. Το πνεύμα, όπως εκφράζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία, υπέρκειται του αίματος και της ιδιαίτερης πολιτισμικής έκφρασης, γιατί αναφέρεται περισσότερο στην οικουμενικότητα.

Ειδικά η Ορθόδοξη Εκκλησία, χωρίς να καταργή τις ιδιαίτερες Πατρίδες, κινείται πάνω και πέρα από αυτές, γιατί προσδιορίζεται από την «μέλλουσαν» και όχι την «μένουσαν πόλιν» (Εβρ. ιγ΄, 14). Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ότι όλος ο παρών βίος είναι «αποδημία» και ότι ο άνθρωπος δεν είναι απλώς «πολίτης», αλλά «οδίτης». Γι΄ αυτό συνιστά: «Μη είπης έχω τήνδε την πόλιν, και έχω τήνδε. Ουκ έχει ουδείς πόλιν. Η πόλις άνω εστί. Τα παρόντα οδός εστιν».

Πάντως, η Ιστορία του γένους μας έχει αποδείξει ότι ο ελληνισμός, ως τρόπος σκέψεως και ζωής, υπήρξε οικουμενικός, και η Ορθόδοξη Εκκλησία ζη και εργάζεται «εις πάντα τα έθνη» (Ματθ. κη΄, 19), προσλαμβάνει και τα πολιτισμικά και φυλετικά στοιχεία άλλων λαών και τα νοηματοδοτεί, όπως έδειξαν οι ιεραποστολικές προσπάθειες στα Βαλκάνια και την Ρωσία.

Οι ρατσιστές βλέπουν την ταυτότητά τους στο αίμα και σε μια πλευρά του πολιτισμού (την γλώσσα), αλλά όσοι διακατέχονται από το ορθόδοξο πνεύμα, και εμπνέονται από τον ελληνισμό, που και τα δυο κυριαρχούνται από την υγιή οικουμενικότητα, εξέρχονται από τη στενότητα των βιολογικών δεσμών, χωρίς να τους καταργούν και εισέρχονται μέσα στην όλη οικογένεια του Αδάμ.

Η πολιτιστική μας παράδοση διδάσκει ότι αυτή προσλαμβάνει άλλες παραδόσεις και τις νοηματοδοτεί, δεν φοβάται τίποτε, αλλά αντέχει στον χρόνο και τις πολιτισμικές επιθέσεις. Το ίδιο και η εκκλησιαστική παράδοση διδάσκει ότι είναι πολύ δυνατή και «όλο το φύραμα ζημοί». Οταν διακατεχόμαστε από φοβίες και αισθανόμαστε τον άλλο ως απειλή της ύπαρξής μας, φανερώνουμε υπαρξιακή ανασφάλεια.

Διαδίκτυο:http://www.romfea.gr

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

῾Ο γλωσσικός μας πολιτισμός-τοῦ Γ. Μπαμπινιώτη





Κάθε πολιτισμός είναι, από τη φύση του, πολυσχιδής. Δεν είναι μόνο ότι περιλαμβάνει δύο άξονες - τον υλικοτεχνικό και τον πνευματικό - αλλά και γύρω από αυτούς αναπτύσσει ποικίλες μορφές. Έτσι, εντός και παράλληλα προς τον υλικοτεχνικό πολιτισμό (Civilization) και τον πνευματικό (Culture) αναπτύσσονται ομόκεντροι κύκλοι που, ως προς τον πνευματικό πολιτισμό, περιλαμβάνουν γλώσσα, ιστορία, θρησκεία, παιδεία, τέχνες και επιστήμες. Αυτό επιτρέπει να μιλάμε για τον χριστιανικό πολιτισμό και τον πολιτισμό τού Ισλάμ, λ.χ., για τον πολιτισμό σε έργα αρχιτεκτονικής, για τον εικαστικό πολιτισμό μιας χώρας, για τον νομικό ή τον πολιτικό μας πολιτισμό κ.ο.κ. Επομένως, κατ' εξοχήν δικαιούται κανείς να μιλάει και για γλωσσικό πολιτισμό: την ιστορία, τις επιδράσεις, τις μορφές που πήρε η γλώσσα μας και το μέγεθος της συμβολής της στην παιδεία και στην όλη καλλιέργεια τής χώρας.

Ο γλωσσικός πολιτισμός της Ελλάδας ειδικότερα ευτύχησε σε τρία πεδία: α) Γεννήθηκαν στον τόπο μας μεγάλα πνεύματα που μαζί με τον δυνατό στοχασμό τους ανέπτυξαν και μια καλλιεργημένη γλώσσα που να τον εκφράζει, β) Επινοήθηκε και αναπτύχθηκε ένα εξαιρετικά οικονομικό και λειτουργικό σύστημα γραφής (ελληνικό αλφάβητο) με το οποίο καταγράφηκε και διασώθηκε σε γραπτά κείμενα μεγάλο μέρος τής ελληνικής πνευματικής παραγωγής, γ) Γνώρισε σπουδαία (αν όχι μοναδική) συνέχεια αφού η ίδια η γλώσσα, η Ελληνική, στον ίδιο (για μερικούς αιώνες και σε πολύ ευρύτερο) χώρο, την Ελλάδα, από τον ίδιο λαό, τους Έλληνες, μιλήθηκε χωρίς διακοπή επί 40 αιώνες και γράφτηκε επί 32 αιώνες (με μοναδικό χάσμα την περίοδο 12ο-8ο αι. π.Χ.). Και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά (ποιότητα σκέψης - γραπτή παράδοση - συνέχεια) εξασφάλισαν για τον γλωσσικό πολιτισμό μας μια ξεχωριστή θέση που είναι μαζί η δύναμη και η αδυναμία μας. Δύναμη λόγω τού γλωσσικού πλούτου που μας προσπορίζει, αδυναμία λόγω τής υποχρέωσής μας να κατακτήσουμε και να αξιοποιήσουμε αυτόν τον πολιτισμό.

Πόσο γνωρίζουμε, λοιπόν, πόσο αξιοποιούμε και πόσο προάγουμε αυτή τη διάσταση τού πολιτισμού μας; Διδάσκουμε σωστά - που θα πει δημιουργικά - στο σχολείο τον γλωσσικό μας πολιτισμό; Έχουν μια εξοικείωση οι μαθητές μας με τον αρχαίο λόγο (πεζογραφία), με την «παγκοσμιοποιημένη» (για την εποχή της) Αλεξανδρινή Κοινή, με τη γλώσσα τού Ευαγγελίου, τα κείμενα των Βυζαντινών (χρονογράφων, υμνογράφων κ.λπ.) και τη νεότερη λόγια παράδοσή μας και, βεβαίως, με τα δημώδη κείμενά μας (τραγούδια, λογοτεχνία); Γενικότερα, βιώνουν μέσα από τα κείμενα - και όχι πληροφοριακά - τη γλωσσική διαχρονία τής Ελληνικής; Κατανοούν την εξέλιξή της και τη σχέση των παλιότερων και των σύγχρονων Ελληνικών και σε δομικό (φωνολογικό, γραμματικό και συντακτικό) επίπεδο; Έχουν από μόνοι τους, ανευρετικά και ανακαλυπτικά, την ευκαιρία να βιώσουν τις ομοιότητες και τις διαφορές στα διάφορα χρονικά επίπεδα τής γλώσσας μας; Και μια που μαθαίνουν (ευτυχώς) τόσες ξένες γλώσσες και μάλιστα Αγγλικά τούς δίνουμε την ευκαιρία να νιώσουν ποια είναι, λ.χ., η παρουσία τής Ελληνικής στη γλώσσα αυτή;

Γιατί, θα το πω και μ' αυτή την ευκαιρία, η ενασχόληση (ιδίως των νέων) με τις λέξεις δεν είναι ένα παιχνίδι με τις λέξεις για τις λέξεις, αλλά μια συνάντηση και γνωριμία με τις έννοιες τής γλώσσας, αυτές που συνιστούν τα νοήματα και συγκροτούν, τελικά, τη σκέψη μας και την όλη νοητική μας λειτουργία. Οσο καλύτερα, δηλαδή ευρύτερα, βαθύτερα και πληρέστερα, γνωρίζουμε τον γλωσσικό πολιτισμό μας, τον κόσμο τής γλώσσας μας ανά τους αιώνες στις πολλαπλές δηλώσεις και σχέσεις του (κοινωνικές, πολιτικές, πνευματικές, επιστημονικές, παιδευτικές) τόσο περισσότερο ακονίζουμε το μυαλό μας, καλλιεργούμε τη γλωσσική μας ικανότητα και ευαισθητοποιούμαστε απέναντι στην αξιακή λειτουργία τής γλώσσας. Με άλλα λόγια, δεν μελετούμε τη γλώσσα για τη γλώσσα, αλλά για ν' ανακαλύπτουμε με αυτή και μέσα απ' αυτήν έναν άλλο, πολύ ευρύτερο κόσμο, τον πνευματικό πολιτισμό ενός λαού στην ιστορική του διαδρομή που μέσα από τη γλώσσα - τις λέξεις, τις φράσεις, τις λεκτικές δυνατότητες από την ποικιλία των γραμματικοσυντακτικών δομών - και συγχρόνως μέσα από την πραγμάτωσή της σε κείμενα πάσης μορφής μάς αποκαλύπτεται με τον πιο ουσιαστικό, άμεσο και ανάγλυφο τρόπο.

Τέλος, η οικείωση τού γλωσσικού πολιτισμού, όπως κάθε γνώση των μορφών ενός πολιτισμού - και περισσότερο ίσως από τη γνώση άλλων μορφών πολιτισμού λόγω τού ιδιάζοντος χαρακτήρα τής γλώσσας -, οδηγεί σε αυτογνωσία και συνείδηση πολιτισμικής καταγωγής, αφού η γλώσσα είναι κύριο συστατικό ταυτότητας, χωρίς να είναι και το μόνο. Έτσι η γνώση και η συνείδηση τού γλωσσικού πολιτισμού γίνεται ισχυρή εσωτερική δύναμη για να αντιπαλέψει κανείς όψεις αλλοτρίωσης, όπως είναι λ.χ. η γλωσσική παγκοσμιοποίηση με την κυριαρχία μιας και μόνης ξένης επικοινωνιακής γλώσσας. Γιατί αυτομάτως η γνώση και ο σεβασμός κάθε γλωσσικού πολιτισμού οδηγούν και ενισχύουν τη γλωσσική πολυμορφία, τη γλωσσική διαφορετικότητα και διαφοροποίηση, σέβονται δηλαδή την οικολογία τής γλώσσας, εξίσου σεβαστή και σημαντική όπως η οικολογία τής φύσης ή η οικολογία τού ανθρώπου. Η γλώσσα ήταν και είναι όχημα αλλά συγχρόνως και φορέας και δημιουργός πολιτισμού.

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 1-4-2007
Reblog this post [with Zemanta]

Από georgkod στις Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010 @ Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010 11:23 πμ
Permalink
Tags: πολιτιστική ταυτότητα , εφημ το βημα , ελληνικόςπολιτισμός , νεοελληνική γλώσσα , μπαμπινιωτης , παράδοση , ελληνική γλώσσα , αναδημοσιεύσεις , πολιτισμός , αλλοτρίωση , παγκοσμιοποίηση

Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/2010/02/575541.html#ixzz0eIMSAKVT
Under Creative Commons License: Attribution
Κάθε πολιτισμός είναι, από τη φύση του, πολυσχιδής. Δεν είναι μόνο ότι περιλαμβάνει δύο άξονες - τον υλικοτεχνικό και τον πνευματικό - αλλά και γύρω από αυτούς αναπτύσσει ποικίλες μορφές. Έτσι, εντός και παράλληλα προς τον υλικοτεχνικό πολιτισμό (Civilization) και τον πνευματικό (Culture) αναπτύσσονται ομόκεντροι κύκλοι που, ως προς τον πνευματικό πολιτισμό, περιλαμβάνουν γλώσσα, ιστορία, θρησκεία, παιδεία, τέχνες και επιστήμες. Αυτό επιτρέπει να μιλάμε για τον χριστιανικό πολιτισμό και τον πολιτισμό τού Ισλάμ, λ.χ., για τον πολιτισμό σε έργα αρχιτεκτονικής, για τον εικαστικό πολιτισμό μιας χώρας, για τον νομικό ή τον πολιτικό μας πολιτισμό κ.ο.κ. Επομένως, κατ' εξοχήν δικαιούται κανείς να μιλάει και για γλωσσικό πολιτισμό: την ιστορία, τις επιδράσεις, τις μορφές που πήρε η γλώσσα μας και το μέγεθος της συμβολής της στην παιδεία και στην όλη καλλιέργεια τής χώρας.

Ο γλωσσικός πολιτισμός της Ελλάδας ειδικότερα ευτύχησε σε τρία πεδία: α) Γεννήθηκαν στον τόπο μας μεγάλα πνεύματα που μαζί με τον δυνατό στοχασμό τους ανέπτυξαν και μια καλλιεργημένη γλώσσα που να τον εκφράζει, β) Επινοήθηκε και αναπτύχθηκε ένα εξαιρετικά οικονομικό και λειτουργικό σύστημα γραφής (ελληνικό αλφάβητο) με το οποίο καταγράφηκε και διασώθηκε σε γραπτά κείμενα μεγάλο μέρος τής ελληνικής πνευματικής παραγωγής, γ) Γνώρισε σπουδαία (αν όχι μοναδική) συνέχεια αφού η ίδια η γλώσσα, η Ελληνική, στον ίδιο (για μερικούς αιώνες και σε πολύ ευρύτερο) χώρο, την Ελλάδα, από τον ίδιο λαό, τους Έλληνες, μιλήθηκε χωρίς διακοπή επί 40 αιώνες και γράφτηκε επί 32 αιώνες (με μοναδικό χάσμα την περίοδο 12ο-8ο αι. π.Χ.). Και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά (ποιότητα σκέψης - γραπτή παράδοση - συνέχεια) εξασφάλισαν για τον γλωσσικό πολιτισμό μας μια ξεχωριστή θέση που είναι μαζί η δύναμη και η αδυναμία μας. Δύναμη λόγω τού γλωσσικού πλούτου που μας προσπορίζει, αδυναμία λόγω τής υποχρέωσής μας να κατακτήσουμε και να αξιοποιήσουμε αυτόν τον πολιτισμό.

Πόσο γνωρίζουμε, λοιπόν, πόσο αξιοποιούμε και πόσο προάγουμε αυτή τη διάσταση τού πολιτισμού μας; Διδάσκουμε σωστά - που θα πει δημιουργικά - στο σχολείο τον γλωσσικό μας πολιτισμό; Έχουν μια εξοικείωση οι μαθητές μας με τον αρχαίο λόγο (πεζογραφία), με την «παγκοσμιοποιημένη» (για την εποχή της) Αλεξανδρινή Κοινή, με τη γλώσσα τού Ευαγγελίου, τα κείμενα των Βυζαντινών (χρονογράφων, υμνογράφων κ.λπ.) και τη νεότερη λόγια παράδοσή μας και, βεβαίως, με τα δημώδη κείμενά μας (τραγούδια, λογοτεχνία); Γενικότερα, βιώνουν μέσα από τα κείμενα - και όχι πληροφοριακά - τη γλωσσική διαχρονία τής Ελληνικής; Κατανοούν την εξέλιξή της και τη σχέση των παλιότερων και των σύγχρονων Ελληνικών και σε δομικό (φωνολογικό, γραμματικό και συντακτικό) επίπεδο; Έχουν από μόνοι τους, ανευρετικά και ανακαλυπτικά, την ευκαιρία να βιώσουν τις ομοιότητες και τις διαφορές στα διάφορα χρονικά επίπεδα τής γλώσσας μας; Και μια που μαθαίνουν (ευτυχώς) τόσες ξένες γλώσσες και μάλιστα Αγγλικά τούς δίνουμε την ευκαιρία να νιώσουν ποια είναι, λ.χ., η παρουσία τής Ελληνικής στη γλώσσα αυτή;

Γιατί, θα το πω και μ' αυτή την ευκαιρία, η ενασχόληση (ιδίως των νέων) με τις λέξεις δεν είναι ένα παιχνίδι με τις λέξεις για τις λέξεις, αλλά μια συνάντηση και γνωριμία με τις έννοιες τής γλώσσας, αυτές που συνιστούν τα νοήματα και συγκροτούν, τελικά, τη σκέψη μας και την όλη νοητική μας λειτουργία. Οσο καλύτερα, δηλαδή ευρύτερα, βαθύτερα και πληρέστερα, γνωρίζουμε τον γλωσσικό πολιτισμό μας, τον κόσμο τής γλώσσας μας ανά τους αιώνες στις πολλαπλές δηλώσεις και σχέσεις του (κοινωνικές, πολιτικές, πνευματικές, επιστημονικές, παιδευτικές) τόσο περισσότερο ακονίζουμε το μυαλό μας, καλλιεργούμε τη γλωσσική μας ικανότητα και ευαισθητοποιούμαστε απέναντι στην αξιακή λειτουργία τής γλώσσας. Με άλλα λόγια, δεν μελετούμε τη γλώσσα για τη γλώσσα, αλλά για ν' ανακαλύπτουμε με αυτή και μέσα απ' αυτήν έναν άλλο, πολύ ευρύτερο κόσμο, τον πνευματικό πολιτισμό ενός λαού στην ιστορική του διαδρομή που μέσα από τη γλώσσα - τις λέξεις, τις φράσεις, τις λεκτικές δυνατότητες από την ποικιλία των γραμματικοσυντακτικών δομών - και συγχρόνως μέσα από την πραγμάτωσή της σε κείμενα πάσης μορφής μάς αποκαλύπτεται με τον πιο ουσιαστικό, άμεσο και ανάγλυφο τρόπο.

Τέλος, η οικείωση τού γλωσσικού πολιτισμού, όπως κάθε γνώση των μορφών ενός πολιτισμού - και περισσότερο ίσως από τη γνώση άλλων μορφών πολιτισμού λόγω τού ιδιάζοντος χαρακτήρα τής γλώσσας -, οδηγεί σε αυτογνωσία και συνείδηση πολιτισμικής καταγωγής, αφού η γλώσσα είναι κύριο συστατικό ταυτότητας, χωρίς να είναι και το μόνο. Έτσι η γνώση και η συνείδηση τού γλωσσικού πολιτισμού γίνεται ισχυρή εσωτερική δύναμη για να αντιπαλέψει κανείς όψεις αλλοτρίωσης, όπως είναι λ.χ. η γλωσσική παγκοσμιοποίηση με την κυριαρχία μιας και μόνης ξένης επικοινωνιακής γλώσσας. Γιατί αυτομάτως η γνώση και ο σεβασμός κάθε γλωσσικού πολιτισμού οδηγούν και ενισχύουν τη γλωσσική πολυμορφία, τη γλωσσική διαφορετικότητα και διαφοροποίηση, σέβονται δηλαδή την οικολογία τής γλώσσας, εξίσου σεβαστή και σημαντική όπως η οικολογία τής φύσης ή η οικολογία τού ανθρώπου. Η γλώσσα ήταν και είναι όχημα αλλά συγχρόνως και φορέας και δημιουργός πολιτισμού.

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 1-4-2007
Reblog this post [with Zemanta]

Από georgkod στις Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010 @ Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010 11:23 πμ
Permalink
Tags: ηπολιτιστική ταυτότητα , εφημ το βημα , ελληνικός πολιτισμός , νεοελληνική γλώσσα , μπαμπινιωτης , παράδοση , ελληνική γλώσσα , αναδημοσιεύσεις , πολιτισμός , αλλοτρίωση , παγκοσμιοποίησ

Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/2010/02/575541.html#ixzz0eIMSAKVT
Under Creative Commons License: Attribution
Διδίκτυο:http://spoudasterion.pblogs.g