"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

π. ᾿Αρσένιος Παπατσιόκ: ῾Ο 96χρονος γέροντας τοῦ πόνου καί τῆς ταπείνωσης

 


 
 



 
 
 


-Παρακαλώ να μας εξηγήσετε αυτό που λέει ο άββας Αμμωνάς στο γεροντικό:«Πρέπει να ''γκρεμίσεις'' τον εαυτό σου για να τον φτιάξεις από την αρχή»
π.Αρσένιος:Να γκρεμίσεις δηλαδή τον παλαιό ανθρωπο για να βάλεις τα νέα θεμέλια.Να γκρεμίσεις δηλαδή τον παλαιό άνθρωπο,την πτώση του Αδάμ που έχει αποτυπωθεί σ'εμάς και που φεύγει με τη βάπτιση.Εαν έπινες να μην ξαναπιείς,να γκρεμίσεις  το παλιό που σε είχε κυριεύσει και να γίνεις ένας εν Χριστώ νέος άνθρωπος,κατά τη χριστιανική διδασκαλία.Αυτό μας ενδιαφέρει όχι αν σου εμφανίστηκαν άγγελοι ή κάτι παρόμοιο.Εμένα,επειδή έμεινα στη φυλακή πολλά χρόνια,αλλά και στην έρημο με τον γέροντα Κλεόπα,με ρωτάει ο κόσμος:''Εγιναν θαύματα στη φυλακή;''Εγώ τους απαντάω:''Ναι,έγιναν''
-Τί θαύμα;
π.Α.-΄΄Κανένα!''
-Αυτό ήταν το μεγάλο θαύμα ότι δεν έγινε κανένα θαύμα;
π.Α-.Ναι!Στο Αιούντ που ήμουν φυλακισμένος,ήθελαν να με σκοτώσουν.Μ'έβαλαν σ'ένα μέρος παγωμένο σαν ψυγείο.Τρομερό ήταν,τρομερό.Αυτοί είχαν υπολογίσει ότι σε τρεις μέρες θα πεθάνω.Μ'έβαλαν για 3 μέρες,τίποτα.Μ'έβαλαν για 5 μέρες τίποτα.Μέβαλαν για επτά μέρες αλλά δεν πέθανα ούτε τότε.Αυτό δεν ήταν ένα θαύμα;Ημουν εκεί μέσα γυμνός,τελως πάντων,τρομερό.τρομερό.
Ωστόσο ήμουν ζωντανός και -ζητώ συγνώμη-είχα μια παιδική αφέλεια και περιέργεια,να δω πως βγαίνει η ψυχή,πως είναι αυτό το πέρασμα στον άλλο κόσμο.Αλλά δεν πέθανα...Και,αλοίμονο μου, με κράτησαν εκεί 14 χρόνια.Με είχαν καταδικάσει σε 40 χρόνια φυλάκιση...
-Τόση ήταν η καταδίκη;
Ναι και μου κόστισε.Σε όποια φυλακή πήγαινα με ρωτούσαν οι κομμουνιστές τι έκανα.''Τίποτα,απαντούσα εγώ''-''Εαν δεν είχες κάνει τίποτα θα σου έριχναν 10-15 χρόνια'';μου έλεγαν.
Τέλως πάντων, μας ελευθέρωσαν το 1964 όταν δόθηκε γενική αμνηστία.Και σήμερα θα πήγαινα εκεί αν το ήθελε ο καλός Θεός.Θέλω να πω ότι έζησα τη ζωή τόσο έντονα εκεί,οπου έμεινε βαθιά χαραγμένο επάνω μου ένα ίχνος χριστιανικό
-Ζήσατε εκεί σαν σε μοναστήρι;
π.Α-Τι μοναστήρι;!Εκει λίγο ψωμί,όσο ένα νύχι ήταν τεράστια ποσότητα!
-Η άσκησή σας ήταν πιο σκληρή από των πατέρων της ερήμου;
π.Α.-Δε μπορώ να κάνω σύγκριση.Εγώ σας λέω τι συνέβαινε εκεί.Δεν μας έβγαλαν τα νύχια αλλά οποιαδηποτε στιγμή μπορούσαν να το κάνουν.Είναι τρομερά δύσκολο να τα διηγείσαι όλα αυτά εαν τα έχεις ζήσει.Τότε εκπλησόμουν. Αναρωτιόμουν.''Θεέ μου υπάρχω;''Υπήρχα.Όταν με έβγαλαν από τη μεγάλη δοκιμασία-τα κατεψυγμένα δωμάτια-μ'έβαλαν στην απομόνωση.Δεν υπήρχε εκεί τίποτα,τίποτα.Το πάτωμα ήταν καταβρώμικο και τα τζάμια είχαν εκείνα τα κάγκελα.Δίπλα μου υπήρχε ένα κομμάτι μαμαλίγκα(σ.σ πουλέντα)πράσινη,μουχλιασμένη.Το έφαγα και μου φάνηκε σαν να ήταν παντεσπάνι!Δεν είχα τίποτα.Δεν έκανα υπολογισμούς,ζούσα τη ζωή έντονα.
Μια φορά με ρώτησαν πού ηταν πιο δύσκολα στην έρημο ή στην φυλακή;Εγώ τα είχα ζήσει και τα δύο.Εγώ λέω ότι στην έρημο παλεύεις με τον διάβολο και ο διάβολος φοβάται το Θεό.Δεν του επιτρέπεται το παν,έχουμε και έναν φύλακα άγγελο.Τη σχέση με τον άγγελό σου δεν μπορείς να την περιγράψεις ,την ζείς.Το ίδιο και τη σχέση σου με το Θεό.Εκεί λοιπόν στην έρημο πάλευα κατά διαστήματα.
Στη φυλακή όμως αυτοί ήταν άθεοι,σε σκότωναν,δεν υπολόγιζαν τίποτα.Σε μισούσαν σαν τον μεγαλύτερο εχθρό τους,επειδή έτσι τους μάθαιναν.Είχα την ατυχία ο πρώτος μου φύλακας να είναι ένας Ούγγρος.Πολύ κακός.Εγώ γενικά με τους Ουγγρους δεν τα πήγαινα καλά.Μια μέρα μου λέει:«Θα σε κάνουν πατριάρχη»
 -Προσπαθούσε να σας δελεάσει
 π.Α.-Nαι,βέβαια προσπαούσε να με δελεάσει.Λες και εγώ τον πίστεψα.Αλλά εμένα με θεωρούσαν αρχηγό,είχα ένα όνομα εκεί στη φυλακή.Μια φορά μας μάζεψαν για να μας μιλήσουν οι συγκρατούμενοι που είχαν πουληθεί.Άρχισαν να μας μιλάνε για τον Μεσαίωνα.Τότε εγώ,έτσι κοντούλης όπως με βλέπετε σηκώθηκα και φώναξα:«Άκουσε βρε,τι ξέρεις εσύ για τον Μεσαίωνα;Ο Μεσαίωνας ήταν θεοκεντρικός.Τι μας λες και εσύ.Μετά χάθηκα μέσα στο πλήθος.Ήμασταν χιλιάδες.Βέβαια είχαν ανάμεσά μας τους πληροφοριοδότες τους.Ήταν ένα θαύμα που δεν μου έκαναν τίποτα
(Σε αυτό το σημείο κάνουν μια συζήτηση για τους φακέλους τησ περιφημης Σεκουριτάτε,που ανοίχθηκαν το 2008 όπου βρέθηκαν και ονόματα επισκόπων και έπειτα συνεχίζεται ο διάλογος ως εξής)
-Και τι πρέπει να κάνουμε γέροντα;
π.Α.-Φτιάξε τον εαυτό σου!Αυτη είναι η καλύτερη απάντηση στην ερώτηση αυτή που βάζει κάθε άνθρωπος με λίγη συνείδηση.Φτιάξε την ζωή σου.Γίνε ξανά άνθρωπος
-Χωρίς να ψάχνεις στα λάθη του άλλου
π.Α.-Κυρίως αν δεν έχεις αγάπη.Και εαν ακολουθείς την αυθεντική ορθόδοξη γραμμή βλέπεις ότι και εκείνον τον κρατάει ο Θεός.Ο Χριστός λέει''δεν κουνιέται τρίχα χωρίς τη θέλησή μου''Εκείνος ξέρει τι σκέφτεσαι,ξέρει ότι κάνεις.Γι'αυτό λέω φτιάξε τη ζωή σου!Και εαν είσαι ένας ήλιος κρυφός από τον κόσμο,ζέστανε τον κόσμο,πες ότι χρειάζεται.Επειδή ο κόσμος με ρωτάει να του πω έναν λόγο και τους λέω:«Να ξέρεις να πεθαίνεις και να ανασταίνεσαι κάθε μέρα»
-Πως δηλαδή;
 π.Α.-Να είσαι νεκρός για την αμαρτία!Δεν το δέχομαι αυτό!Καλύτερα να πεθάνω,σου λένε:'΄΄Εγώ κοίταξα ε΄ναν νεκρό και δεν γίνεται''μου είπαν.Ρώτησε κάποτε έναν γέροντα κάποιο πνευματικό του τέκνο:«Πάτερ,τι είναι η ταπεινοφροσύνη»;«Να βλέπεις τον εαυτό σου κατώτερο από κάθε πλάσμα παιδί μου».«Από κάθε πλάσμα;...και το σκουλίκι πλάσμα είναι»«Και από το σκουλίκι παιδί μου»!
-Πως μπορείς όμως να φτάσεις σ'ένα τέτοιο μέτρο;
π.Α.-Κοίτα να δεις γιατί είπε έτσι εκείνος ο γέροντας:επειδή το σκουλίκι κινείται συνεχώς,ψάχνει τη ζωή.Την ψάχνει για να ζήσει,να δοκιμάσει.Λέει ο Χριστος να είμαστε σοφοί όπως ένα φίδι.Γιατί όπως ένα φίδι.Γιατί μας έδωσε αυτό ακριβώς ως παράδειγμα σοφίας;
-Επειδή εμείς περιφρονούμε τα φίδια ...το θεωρούμε κάτι που σέρνεται!
-Ναι,αλλά γιατί;.Επειδή το φίδι εαν το κόψεις δέκα κομμάτια δεν πεθαίνει.Εαν όμως το χτυπήσεις στο κεφάλι πεθαίνει.Η κεφαλή μας είναι ο Χριστός,να προστατέψουμε την Κεφαλή μας.
Γι'αυτό ο Χριστός είπε«γένεσθε σοφοί όπως οι όφεις»,επειδή εαν ''χτυπήσεις τον Χριστό τότε η χάρη του Θεού φεύγει από εσένα και βρίσκεσαι στη διάθεση των πονηρών πνευμάτων''
(...)Το κεράκι για να φωτίσει πρέπει να κάψει το φυτίλι και το κερί.Συνεπώς για να φωτίσει πρέπει να θυσιαστεί!Αφησε τη γνώμη σου,ξέχνα την κούραση!Δε γίνεται χωρίς θυσία!Ο κόσμος αυτό δεν το βλέπει και δεν τον νοιάζει.Ο σατανάς όμως εαν το δει θα κάνει το παν να σε προκαλέσει ο άλλος.Τον νικάς και σε νικαέι Μην ξεχνάτε ότι ο σατανάς είναι ελεύθερος!Του επιτρέπει βέβαια ο Θεός αλλά είναι ελεύθερος.Με ρωτούν πολλές φόρες ''πώς να γλυτώσω από τον σατανά''και τους απαντώ''τι θα απογίνουμε χωρίς αυτόν.Αυτός μας προσκαλεί στη μάχη,στον αγώνα χωρίς να το καταλάβει.Με ρώτησαν σε κάποιο βιβλίο ''τι είναι ο διάβολος''; και απάντησα:'' ολοι οι διαβολοι...ειναι του διαβόλου''!
Συμπερασματικά τώρα, επειδή δεν έχουμε άλλον χρόνο,ειλικρινά σας λέω, σαν ένας αδελφός που σε λίγο συμπληρώνει τα εκατό του χρόνια:δεν ωφείλω τόσα στα σχολεία που πήγα και μάζεψα γνώσεις και στα λόγια που άκουσα εκεί που εγώ πήγα,όσο μου χρησίμευσε ο πόνος!Τότε κατάλαβα γιατί ο Θεός κρατάει τον διάβολο,για να μπορείς να έχεις με έναν αόρατο τρόπο το σπαθί στο χέρι!Δεν είσαι καλός αγωνιστής εαν τρέμει το χέρι σου όταν κρατάς το σπαθί στο χέρι!Δεν επιτρέπεται αυτό, με το σπαθί στο χέρι.Είναι δυνατόν οτιδήποτε εν Χριστώ,οτιδήποτε...Δεν επιτρέπω όμως να είναι κάποιος λυπημένος.Αυτή είναι η μεγαλύτερη νίκη του διαβόλου.Να έχουμε χαρά και εμπιστοσύνη!Πρώτα όμως να έχουμε ταπείνωση
Πόνος,ναι πόνος.Και αν έφυγες από τον κόσμο(στο μοναστήρι),αρνήσου και τον εαυτό σου!Αλλά λέγει:«Αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολούθειτω μοι»Να λοιπόν ο πόνος, δεν γίνεται χωρίς πόνο.Στον μοναχισμό ειδικά,η υποταγή της θελήσεως σου,η υπακοή,είναι η μεγαλύτερη νίκη.Δεν γίνεται όμως χωρίς θυσία,χωρίς Σταυρό.Μη το κυνηγάς αλλά εαν έρθει μην το αρνηθείς.Ο Χριστός δεν ήθελε τον Σταυρό,αλλά αφού ήρθε,τον δέχτηκε.Δεν τον αρνήθηκε!Να κάνεις και εσύ αυτό κατά τη δύναμή σου,γιατί ο Θεός δεν σου δίνει σταυρό πέρα από τις δυνάμεις σου
Ειλικρινά υπέφερα!Ο πόνος μου άνοιξε πολλές μυστικές πορτίτσες.Και τότε έχεις μια σχέση ζωντανη με τον Ουρανό ,με την Παναγία η οποία να ξέρατε πόσο κοντά μας βρίσκεται,πόσο πολύ μας αγαπάει και πόσο λυπημένη είναι όταν δεν της ζητάμε τίποτα!Μεγάλο λάθος.Συνεπώς ο πόνος ηρέμησε τη ψυχή μου.Όμως στην κορυφή βρίσκεται η ταπείνωση,στην οικογένεια και στο μοναστήρι.

Cristian Curte
πηγή-''Lumea Monahilor''Ιαν.2008
μετάφραση-www.proskynitis.blogspot.com

Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

Τό μυστήριο τοῦ πόνου- τοῦ μοναχοῦ Μωϋσῆ ῾Αγιορείτου



"Μακάριοι οι υπομένοντες αδιαμαρτύρητα, ελπιδοφόρα και νικηφόρα το μεγάλο μαρτύριο και μυστήριο του πόνου"

"Στο κρεβάτι του πόνου πηγάζουν οι ωραιότερες προσευχές"





Ένας άνθρωπος που υποφέρει είναι πάντοτε συμπαθής. Ο Ντοστογιέφσκι λέει πως το ζήτημα ενός ανθρώπου που πονά είναι ιερό. Είναι γεγονός πως ο πόνος δεν ωφελεί πάντα τον πονεμένο. Ένας παρατηρητής ενός πάσχοντος σπάνια συμμετέχει πολύ στο άλγος του.
Είναι ένας απλός θεατής, που μπορεί να συγκινείται και να λέει δυο λόγια συμπαθείας, αλλά δεν βιώνει το μαρτύριο του αλγούντος. Ο πόνος σαν θέαμα μπορεί να συγκινήσει κάποιον και να αισθανθεί την ιερότητά του. Έναν που υποφέρει είναι ανάγκη να τον συνδράμω κατά το δυνατόν. Να προσπαθήσω να εμβαθύνω στον μυστήριο του πόνου του.
Ο εκ δεξιών ληστής του σταυρού του Χριστού μετανόησε, βοηθήθηκε και σώθηκε. Ο εξ αριστερών ληστής τα ίδια έβλεπε και άκουγε, το ίδιο πονούσε, αλλά δεν θέλησε να συνετιστεί. Ο πόνος δεν του έγινε ιατρός. Στην ωραία ευαγγελική παραβολή του καλού Σαμαρείτη ο συμπαραστάτης του πληγωμένου ανθρώπου, που συναντά στον δρόμο του, ληστεμένου και ημιθανούς, δεν τον κουράζει με διάφορες και πολλές ερωτήσεις, από πού κρατά η σκούφια του, πόθεν έρχεται και πού υπάγει, τι κάνει, με τι ασχολείται, πώς αισθάνεται και τι επιθυμεί, αν είναι καλός, έντιμος, ηθικός, σοβαρός, αλλά πρόθυμα συντρέχει στο πάθημά του. Ο αληθινός πιστός δεν ζητά πιστοποιητικά για να συνδράμει, κατά το δυνατόν, έναν πάσχοντα. Ένας ελεήμονας, που πραγματικά λυπάται και συμπονά τον πονεμένο συνάνθρωπό του, δεν τον βλέπει αφ’ υψηλού, με οίκτο, με υπεροχή, ούτε ενδιαφέρεται για το μέλλον του. Έχει μάθει να ζει έτσι, δεν μπορεί να μην αγαπά και συμπονά. Την καλλιέργεια της καρδιάς του και τη λεπτότητα της ψυχής του την έχει δωρίσει η πλούσια χάρη του πανάγαθου Θεού.
Ένας ορθολογιστής δεν μπορεί επ’ ουδενί να συλλάβει στο νου του τον λόγο ότι στο πρόσωπο του κάθε φτωχού, ασθενούς, φυλακισμένου, κυνηγημένου, κατηγορούμενου και αδικημένου μπορείς να συναντήσεις τον ίδιο τον Χριστό. Ο Χριστός αγαπά να εμφανίζεται λιτά, άσημα, άδοξα, άφωτα, μακριά από πλατείες, κοσμοσυρροή, οχλοβοή, ταραχή και διαφήμιση. Δεν ξέρω πώς να το πω, αλλά, όπως έλεγε ένας σοφός, ο Χριστός αρέσκεται να θέτει εμπόδια στη συνάντηση μαζί του. Θέλει κατά κάποιον τρόπο να επιμείνεις ταπεινά. Προκαλεί και προσκαλεί σε μία συγκινητική περιπέτεια, σ’ ένα άθλημα και μια καλή αγωνία.
Η συμπάθεια και η συμπόνια χαρακτηρίζουν την ευγένεια της ψυχής ενός ανθρώπου και του χαρίζουν μυστική, άυλη χαρά, που λέει ο ποιητής, και οι άνθρωποι τη χαρακτηρίζουν ευτυχία. Το κάθε καλό, αν δεν γίνεται αθώα και ταπεινά, χάνει την αξία του. Η αγιότητα έχει τα στοιχεία της αλήθειας, της αγάπης, της θυσίας, της ανιδιοτέλειας. Η αγιότητα είναι σπάνια, όμως, ως μειοψηφία, υπάρχει συνήθως κρυμμένη. Οι άγιοι και ήρωες κάποτε ταυτίζονται. Η ψευτοαγιότητα είναι μια μεγάλη απάτη, ένα ανόσιο μασκαριλίκι, μια σκέτη υποκρισία. Ο Θεός να μας φυλάει από τους ψευτοαγίους, που τρέχουν στους πονεμένους, για να ανέβουν τάχα οι πνευματικές τους μετοχές.
Οι πονεμένοι που γογγύζουν, τρώγονται με τα ρούχα τους, είναι σκληροί και απαιτητικοί και απαιτούν οίκτο αστοχούν και χάνουν το κέρδος της ευκαιρίας να δουν βαθύτερα τον εαυτό τους και με μεγαλύτερη κατανόηση τους άλλους. Ο Θεός παραχωρεί και επιτρέπει τον πόνο στη ζωή των ανθρώπων παιδαγωγικά και όχι τιμωρητικά και εκδικητικά. Είναι συμπονετικός, ιατρός χηρών, ορφανών, ασθενών, φτωχών, αναπήρων. Ελεεί δίχως να ξεσυνερίζεται, να ζητά ανταλλάγματα, το μόνο που θέλει είναι πίστη. Είναι ιδιαίτερα ευγενικός ο Χριστός προς όλους. Ποτέ δεν έβρισε, δεν περιφρόνησε κανένα, δεν πείσμωσε, δεν κάκιωσε, δεν προσβλήθηκε, δεν φέρθηκε με μικροπρέπεια.
Η Ορθοδοξία είναι μια πολυκλινική με αρχίατρο τον Χριστό και θεραπευτές τους λειτουργούς του Ύψιστου. Επειδή δεν αγαπούμε την άσκηση, μας δίνει ο Χριστός τον ακούσιο πόνο, που αποτελεί μια παράξενη καταρχάς αλλά τελικά συγκλονιστική θεραπεία της πέτρινης καρδιάς μας, και μας χαρίζει υπέρτατη ειρήνη, που μας κάνει να αισθανόμαστε αληθινά, ελεύθερα, μακάρια παιδιά του Θεού. Μέσα από τον πόνο γεννιέται το δάκρυ της μετάνοιας και η θέρμη της ικεσίας. Στο κρεβάτι του πόνου πηγάζουν οι ωραιότερες προσευχές. Ο πόνος είναι τελικά γιατρικό. Οι πονεμένοι είναι πλούσια ευλογημένοι. Μακάριοι οι υπομένοντες αδιαμαρτύρητα, ελπιδοφόρα και νικηφόρα το μεγάλο μαρτύριο και μυστήριο του πόνου.
᾿Εφημ. Μακεδονία ( 20/06/2010)

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

῾Ο πόνος καί αἱ θλίψεις εἰς τήν ζωή μας-Γέροντος ᾿Εφραίμ, προηγουμένου ῾Ι. Μονῆς Φιλοθέου





Το μονοπάτι της ζωής είναι όλο πόνος και δάκρυ∙ όλο αγκάθια και καρφιά∙ παντού φυτρωμένοι σταυροί∙ παντού αγωνία και θλίψη. Κάθε βήμα και μία Γεθσημανή. Κάθε ανηφοριά και ένας Γολγοθάς. Κάθε στιγμή και μία λόγχη. «Αν μπορούσαμε να στίψουμε την γη σαν το σφουγγάρι θα έσταζε αίμα και δάκρυα».

«Άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει», λέγει ο ψαλμωδός
.

Το τριαντάφυλλο βγάζει αγκάθι και το αγκάθι τριαντάφυλλο. Τα ωραία συνοδεύονται με πόνο, αλλά κι ο πόνος βγάζει στη χαρά. Συνήθως το ουράνιο τόξο υψώνεται ύστερα από την μπόρα. Πρέπει να προηγηθούν οι καταιγίδες για να ξαστερώσει ο ουρανός.

Η διάκριση - φωτισμένη από την χριστιανική πίστη και φιλοσοφία - βλέπει. Έχει την ικανότητα με την ενόραση να βλέπει πολύ βαθιά απ' τα φαινόμενα. Μέσα από τον πόνο βλέπει την χαρά και την ελπίδα, όπως ο θρίαμβος του Χριστού βγήκε μέσα από τον πόνο του Πάθους και του Σταυρού.

Τα πιο θαυμάσια αγάλματα έχουν τα περισσότερα κτυπήματα.. Οι μεγάλες ψυχές οφείλουν την μεγαλοσύνη τους στα κτυπήματα του πόνου. Τα χρυσά και βαρύτιμα κοσμήματα περνούν πρώτα απ' την φωτιά.

Συγκλονίζει την ανθρώπινη ύπαρξη ο πόνος. Είναι φωτιά καμίνι που καίει και κατακαίει. Είναι καταιγίδα και τρικυμία. «Τα σπλάχνα μου και η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν», λέει ο Σολωμός. Είναι  στιγμές που οι δοκιμασίες έρχονται απανωτές, η μία μετά την άλλην ή και όλες μαζί. Πολύ βαρύς τότε ο σταυρός. Η αγωνία κορυφώνεται. Η ψυχή φορτίζεται τόσο, ώστε είναι έτοιμη να λυγίσει. Όλα φαίνονται μαύρα. παντού σκοτεινά. Παντού αδιέξοδα. Λέει ο αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Τα καλά φύγανε, τα δεινά είναι γυμνά και προκλητικά, το ταξίδι γίνεται μέσα στη νύχτα, φάρος δεν φαίνεται πουθενά και ο Χριστός φαίνεται να κοιμάται»
Καρφιά και μαχαίρια είναι της ζωής οι θλίψεις. Μαχαίρια και καρφιά που σκίζουν ανελέητα και τρυπούν τις καρδιές. Τις πυρακτώνουν και τις παραλύουν εξουθενωτικά.
Το μόνο που απομένει σε τούτες τις στιγμές είναι η κραυγή που σαν παράπονο ικεσίας απευθύνεται στο Θεό. «Ελέησον με Κύριε.... Η ψυχή μου εταράχθη σφόδρα...εκοπίασα εν τω στεναγμώ μου...εγενήθη η καρδία μου ωσεί κηρός τηκόμενος... Ελέησόν με Κύριε ότι θλίβομαι...εξέλιπεν εν οδύνη η ζωή μου και τα έτη μου εν στεναγμοίς...επελήσθην ωσεί νεκρός...εγενήθην τα δάκρυά μου εμοί άρτος ημέρας και νυκτός...ινά τι περίλυπος ει η ψυχή μου, και ίνα τι συνταράσσεις με;»

Ο άνθρωπος είναι ο βασιλιάς της δημιουργίας, αλλά το στεφάνι του είναι από αγκάθια. Η πορεία του είναι άλλοτε τραγούδι και συμφωνία χαράς, τις περισσότερες όμως, φορές είναι ένα θλιβερό και ασταμάτητο πένθιμο εμβατήριο.

Μεγάλο και αιώνιο το πρόβλημα του πόνου. Το μελέτησαν φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι και άλλοι πολλοί. Την αυθεντικότερη ωστόσο απάντηση τη δίνει ο χριστιανισμός, η πίστη, ο νόμος του Θεού. Και η απάντηση είναι διπλή. Θεολογικά είναι συνέπεια της πτώσεως, όπως όλα τα κακά.. Είναι αποτέλεσμα της κακής χρήσεως της ελευθερίας. Είναι καρπός της παρακοής. Ηθικά είναι ευκαιρία και μέσον αρετής και τελειώσεως.

Θα σέβομαι πάντα τον Θεό- λέγει ο Θεολόγος. Γρηγόριος - όσα ενάντια και αν επιτρέπη να με βρουν. Ο πόνος για μέσα είναι φάρμακο σωτηρία. Ο δε μέγας Βασίλειος λέγει: «Εφ' όσον μας ετοιμάζει ο Θεός το στεφάνι της βασιλείας Του, αφορμή για αρετή ας γίνει η ασθένεια». Οι θλίψεις θα πει και ο ιερός Χρυσόστομος μας φέρνουν πιο κοντά στο Θεό. Και όταν σκεφτόμαστε το αιώνιο κέρδος των θλίψεων δεν θα στεναχωριόμαστε.
Ο άγιος Απόστολος Παύλος, ο όσο διωγμένος και πονεμένος και κατάστικτος από τα «στίγματα του Κυρίου», διδάσκει ότι, ο Θεός αφήνει τον άνθρωπο να πονέσει με τις θλίψεις, « επί το συμφέρον, εις το μεταλαβείν της αγιότητος αυτού».
Χιλιάδες τρόπους έχει ο Θεός για να σε κάμει να ιδείς την αγάπη Του. Ο Χριστός μπορεί να μετατρέψει την δυστυχία, σε μελωδικό δοξολογητικό τραγούδι. «Η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται» είπε ο Κύριος.
Τέτοια μάχη, τέτοια νίκη. «Στην αγορά τ' ουρανού δεν υπάρχουν φτηνά πράγματα». Οι στιγμές του πόνου και της θυσίας είναι στιγμές ευλογίας. Κοντά σε κάθε σταυρό, είναι και μια ανάσταση. Τι κι' αν τώρα πονάμε και κλαίμε ασταμάτητα; «Το γαρ παραυτίκα ελαφρόν της θλίψεως ημών καθ' υπερβολήν εις υπερβολήν αιώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ημίν», λέει ο Παύλος.
Ο άνθρωπος του πόνου είναι ο άριστος αθλητής της ζωής με τις ένδοξες νίκες. Θ' ακριβοπληρωθεί με τα αιώνια βραβεία, «α οφθαλμός ουκ οίδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν», λέει προς Κορινθίους ο Παύλος.
Όποιος ατενίζει και αντιμετωπίζει τον πόνο με το πρίσμα της αιωνιότητος, είναι ήδη από τώρα νικητής. Είναι ο εκλεκτός που με την ακατάβλητη πίστη στο Θεό έφθασε στην χαρά. Γεύτηκε την χρηστότητα του Κυρίου και είναι υποψήφιος στεφανηφόρος. Μπορεί να επαναλάβει του Απ., Παύλου την νικηφόρα κραυγή: «τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την  πίστιν τετήρηκα, λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι ο Κύριος εν εκείνη τη ημέρα».
Με τέτοιες μεταφυσικές διαστάσεις η υπέρβαση του πόνου και η μεταμόρφωση του σε χαρά λυτρωτική, είναι πραγματικότητα, Είναι αλλοίωση που οφείλεται στη δύναμη του Θεού. Είναι μετακαίνωση - παράλογο για τον άνθρωπο του ορθού λόγου - φυσική συνέπεια της χριστιανικής πίστεως. Είναι για τον άνθρωποι της πίστεως, το μέγα θαύμα της αλλοίωσης του Θεού. Η μεταφυσική βίωση του πόνου οδηγεί στη λύση του μεγάλου προβλήματος. Οδηγεί από το σκοτάδι στο φως.
Οφείλουμε λοιπόν, ν' αποδεχόμαστε τον πόνο που μας επισκέπτεται, σαν μια ευλογία του Θεού. Το σιτάρι συμπιέζεται και λιώνει μέσα στη γη, αλλά τότε καρποφορεί την ζωή. Πλούσια και ευλογημένη του πόνου η συγκομιδή. Μεγάλη η ευλογία του Θεού στον αγρό των δακρύων. Ευλογία που την βιώνουν όσοι με το χάρισμα της διακρίσεως αληθινά πιστεύουν.
Ευλογία Θεού και έλεος όσοι διήλθαν το καμίνι του  ποικίλου πόνου με θεϊκή δύναμη και επίγνωση. Τους περιμένει η αιώνια,  η αθάνατη, η πανευτυχής ανάπαυσις εν τω Θεώ. Αμήν.
Ορθόδοξα Μυνήματα
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
 

Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ! Της ιατρού κ. Λαμπρινής Πρωτονοταρίου-Παρασκευαϊδου



    Υπάρχουν κάτι σοφές κουβέντες, που βγαίνουν από το άγιο στόμα των ταπεινών της γης.
    Θυμάμαι λοιπόν την προσευχή της μανούλας μου, όταν βρισκόταν βαριά άρρωστη από καρκίνο και ζητούσε κάθε πρωί από τον Κύριο:
– Χριστέ μου, δώσε μου για σήμερα κουράγιο και δύναμη, τόσο όσο είναι ένας κόμπος δάκρυ.
    Κι εγώ, όταν άκουγα αυτά τα λόγια, της έλεγα αστειευόμενη:
– Γιατί δε ζητάς κάτι παραπάνω;
    Κι εκείνη, η σοφή και άγια, μου απαντούσε:
– Τόσο μου φθάνει, ώσπου να βραδιάσει, δε χρειάζομαι περισσότερο.
    Πράγματι, τόσο χρειάστηκε, ώσπου εκείνο το βράδυ να παραδώσει την ψυχή της.
    Ποτέ δεν ζήτησε σ' όλη την διαδρομή του Γολγοθά της τίποτε άλλο, τίποτε περισσότερο.
    Μόνο έναν κόμπο δάκρυ κουράγιο και δύναμη. Ένα απλό κόμπο δάκρυ, τόσο λίγο.
    Μου θυμίζει την προσευχή, που μας άφησε ο Κύριος: «τον άρτον ημών τον επιούσιον», τίποτε παραπάνω.
    Πολλές φορές την ημέρα και τη νύχτα ακόμα, σκέπτομαι τούτη την προσευχή της, από τότε που κοιμήθηκε εκείνη. Πόσο με ωφέλησε αυτή η μικρή, ελάχιστη και ταπεινή της προσευχή!
    Ζητούσε ό, τι λίγο της χρειαζόταν και κάποτε-κάποτε πρόσθετε:
– Ξέρει Εκείνος τι θα κάνει, δε θα του πούμε εμείς.
    Κι Εκείνος που ξέρει και ανταμείβει «τους πτωχούς τω πνεύματι» την κατεδίωξε με το έλεός Του.
    Το είδα, το έζησα, όταν την τελευταία της στιγμή μου είπε: Τους περιμένω να έρθουν. Περιμένω τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, τον Βασιλέα του παντός, και την Κυρία Θεοτόκο.
– Φοβάσαι, μαμά; της είπα δακρυσμένη.
– Ζει Κύριος! Χριστός Ανέστη! μου απάντησε.
    Πόσο το έλεός Του καταδιώκει, αλήθεια, τους ταπεινούς, απλούς και αθώους!
    Το έζησα αυτό το έλεος μαζί της, με πολλά άλλα γεγονότα, κατά τη διάρκεια της αρρώστιας της, του θανάτου της και ακόμα μετά.


Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

Ο Κόντογλου και η..."εξομολόγησή του" Καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη...



Τοῦ ἀειμνήστου ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ † 1965

...Χρυσά χέρια και πολλά χαρίσματα μου έδωσε ο Κύριος. Δεν τα μεταχειρίσθηκα για να αποχτήσω υλικά αγαθά, μήτε χρήματα, μήτε δόξα, μήτε κανενός είδους καλοπέραση. Τα μεταχειρίσθηκα προς δόξαν του Κυρίου και της Ορθοδοξίας του.
Όχι μόνο τον εαυτό μου παράβλεψα, μα και τους δικούς μου, τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου τα αδίκησα, κατά το πνεύμα του κόσμου. Κανένας άνθρωπος δεν στάθηκε τόσο ανίκανος να βοηθήσει τους συγγενείς του, όσο εγώ. Μ' όλο που είχα ένα όνομα και πολλούς θαυμαστές, ποτέ δεν τα με¬ταχειρίσθηκα για ωφέλειά μου, τόσο, ώστε ν' απορούν οι γνωστοί μου κι οι ξένοι. Ήμουνα προσηλωμένος στο έργο που έβαλα για σκοπό μου, και στον σκληρόν αγώνα για την Ορθόδοξη πίστη μας. Για τούτο τυραννιστήκαμε και τυραννιόμαστε στη ζωή μας. Φτωχός εγώ, φτωχά και τα παιδιά μας. Βιοπάλη σκληρή.
Μα, με την ελπίδα του Θεού, όλα γαληνεύουν. Όλα τα θλιβερά τα περνούμε με ευχαριστία. Ξέρω πως όσα βάσανα μας έρχονται, μας έρχονται γιατί δεν πέσαμε να προσκυνήσουμε τον διάβολο, να καλοπεράσουμε, παρά ακολουθούμε Εκείνον που μας δείχνει «την στενήν και τεθλιμμένην οδόν», και σ' αυτόν τον δρόμο τον ακολουθούμε πρόθυμα....
*********
Εχθές, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ήμουνα ξαπλωμένος στο κουβούκλι μας περασμένα τα μεσάνυχτα, και συλλογιζόμουνα. Είχα δουλέψει νυχτέρι για να τελειώσω μια Παναγία Γλυκοφιλούσα, και δίπλα μου καθότανε η γυναίκα μου κι έπλεκε. Όποτε δουλεύω, βρίσκουμαι σε μεγάλη κατάνυξη, και ψέλνω διάφορα τροπάρια. Σιγόψελνα λοιπόν εκεί που ζωγράφιζα την Παναγία, κι η Μαρία έψελνε και κείνη μαζί μου με τη γλυκειά φωνή της. Βλογημένη γυναίκα μου έδωσε ο Θεός, ας είναι δοξασμένο τ' όνομά του για όλα τα μυστήρια της οικονομίας του. Τον ευχαριστώ για όσα μου έδωσε, και πρώτο απ' όλα για την απλή τη Μαρία, που μου τη δώρισε συντροφιά στη ζωή μου, ψυχή θρησκευτική, ένα δροσερό ποταμάκι που γλυκομουρμουρίζει μέρα νύχτα δίπλα σ' έναν παλιόν καστρότοιχο....
Κοντά μου κάθεται και με συντροφεύει, ήμερος άνθρωπος, Μαρία η Απλή. Εκείνη πλέκει είτε ράβει, κι εγώ δουλεύω την αγιασμένη τέχνη μου και φιλοτεχνώ εικονίσματα που τα προσκυνά ο κόσμος. Τί χάρη μας έδωσε ο Παντοδύναμος, που την έχουνε λιγοστοί άνθρωποι: «Ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν των δούλων αυτού». Το καλύβι μας είναι φτωχό στα μάτια του κόσμου, και μολαταύτα στ' αληθινά είναι χρυσοπλοκώτατος πύργος κι ηλιοστάλαχτος θρόνος, γιατί μέσα του σκήνωσε η πίστη κι η ευλάβεια. Κι εμείς που καθόμαστε μέσα, ήμαστε οι πιο φτωχοί από τους φτωχούς, πλην μας πλουτίζει με τα πλούτη του Εκείνος που είπε: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού».
Αφού λοιπόν τελείωσα τη δουλειά μου κατά τα μεσάνυχτα, ξάπλωσα στο μεντέρι μου, κι η Μαρία ξάπλωσε και κείνη κοντά μου και σκεπάσθηκε και την πήρε ο ύπνος. Έπιασα να συλλογίζουμαι τον κόσμο. Συλλογίσθηκα πρώτα τον εαυτό μου και τους δικούς μου, τη γυναίκα μου και το παιδί μου. Γύρισα και κοίταξα τη Μαρία που ήτανε κουκουλωμένη και δεν φαι­νότανε αν είναι άνθρωπος αποκάτω από το σκέπασμα. Κι είπα: Ποιος μας συλλογίζεται; Οι άνθρωποι λένε λόγια πολλά, μα δεν πιστεύουνε σε τίποτα, γι' αυτό είπε ο Δαυίδ: «Πας άνθρωπος ψεύστης». Γύρισα και κοίταξα το φτωχικό μας, πούνε σαν ξωκλήσι, στολισμένο με εικονίσματα και με αγιωτικά βιβλία, χωμένο ανάμεσα στ' αρχοντόσπιτα της Βαβυλώνας, κρυμένο, σαν τον φτωχό που ντρέπεται μη τον δει ο κόσμος. Η καρδιά μου ζεστάθηκε, κρυμένη και κείνη μέσα μου. Ένοιωσα πως ήμουνα χωρισμένος από τον κόσμο, κι οι λογισμοί μου πως ήτανε και κείνοι κρυμένοι πίσω από το καταπέτασμα που χώριζε τον κόσμο από μένα, και πως άλλος ήλιος κι άλλο φεγγάρι φωτίζανε τον δικό μας τον κόσμο. Κι αντί να πικραθώ, ευφράνθηκε η ψυχή μου πως μ' έχουνε ξεχασμένο, κι η χαρά η μυστική, που τη νοιώθουνε όσοι είναι παραπεταμένοι, άναψε μέσα μου ήσυχα κι ειρηνικά, κι η παρηγοριά με γλύκανε σαν μπάλσαμο, ανακατεμένη με το παράπονο. Και φχαρίστησα Εκείνον που φανερώνει τέτοια μυστήρια στον άνθρωπο, και που κάνει πλούσιους τους φτωχούς, τους χαρούμενους, τους θλιμμένους, που δίνει μυστική συντροφιά στους ξεμοναχιασμένους, και που μεθά με το κρασί της τράπεζάς του όσους κρεμάσανε την ελπίδα τους σε Κείνον. Αν δεν ήμουνα φτωχός και ξευτελισμένος, δεν θα μπορούσα να αξιωθώ τούτη την πονεμένη χαρά, γιατί δεν ξαγοράζεται με τίποτα άλλο, παρεκτός με την συντριβή της καρδιάς, κατά τον Δαυίδ που λέγει: «Κύριε, εν θλίψει επλάτυνάς με». Επειδή όποιος δεν πόνεσε και δεν ταπεινώθηκε, δεν παίρνει έλεος. Έτσι τα θέλησε η ανεξιχνίαστη σοφία. Μα οι άνθρωποι δεν τα νοιώ­θουνε αυτά, γιατί δεν θέλουνε να πονέσουνε και να ταπεινωθούνε, ώστε να νοιώσουνε κάποιο πράγμα που είναι παραπέρα από την καλοπέραση του κορμιού κι από τα μάταια πάθη τους.
Ολοένα, χωρίς να το καταλάβω, ανεβαίνανε τα δάκρυα στα μάτια μου, δάκρυα για τον κόσμο και δάκρυα για μένα. Δάκρυα για τον κόσμο γιατί γυρεύει να βρει τη χαρά εκεί που δεν βρίσκεται, και δάκρυα για μένα γιατί πολλές φορές δείλιασα μπροστά στη φτώχια και στους άλλους πειρασμούς, και δικαίωσα τους ανθρώπους, ενώ τώρα ένοιωσα πως δεν παίρνει ο άνθρωπος μεγάλο χάρισμα χωρίς να περάσει μεγάλον πειρασμό. Κι αντρειεύθηκα κατά το πνεύμα, κι ένοιωσα πως δεν φοβάμαι τη φτώχια, παρά πως την αγαπώ. Και κατάλαβα καλά πως δεν πρέπει ο άνθρωπος να αγαπήσει άλλο τίποτα από τον πόνο του, γιατί από τον πόνο αναβρύζει η αληθινή χαρά κι η παρηγοριά, κι εκεί βρίσκουνται οι πηγές της αληθινής ζωής.
Αληθινά, η φτώχια είναι φοβερό θηρίο. Όποιος το νικήσει όμως και φτάξει να μην το φοβάται, θα βρει μεγάλα πλούτη μέσα του. Τούτη την αφοβία τη δίνει ο Κύριος, άμα ταπεινωθεί ο άνθρωπος. Σ' αυτόν τον πόλεμο που η αντρία λέγεται ταπείνωση, και τα βραβεία είναι καταφρόνεση και εξευτελισμός, δεν βα­στάνε οι αντρείοι του κόσμου. Όποιος δεν περάσει από τη φωτιά της δοκιμής, δεν ένοιωσε αληθινά τί είναι η ζωή, και γιατί ο Χριστός είπε: «Εγώ είμαι η ζωή», και γιατί είπε πάλι: «Μακάριοι οι πικραμένοι, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούνε». Όποιος δεν απελπί­σθηκε από όλα, δεν τρέχει κοντά στον Θεό, γιατί λογαριάζει πως υπάρχουνε κι άλλοι προστάτες γι' αυτόν, παρεκτός του Θεού.
Κι εκεί που τα συλλογιζόμουνα αυτά, ένοιωσα μέσα μου ένα θάρρος και μια αφοβιά ακόμα πιο μεγάλη, κι ειρήνη με περισκέπασε, κι είπα τα λόγια που είπε ο Ιωνάς μέσα από το θεριόψαρο: «Εβόησα εν θλίψει μου προς Κύριον τον Θεόν μου και εισήκουσέ μου. Από την κοιλιά του Άδη άκουσες την κραυγή μου, άκουσες τη φωνή μου. Άβυσσο άπατη με έζωσε. Το κεφάλι μου χώνεψε μέσα στις σκισμάδες των βουνών, κατέβηκα στη γης, που την κρατάνε αμπάρες ακατάλυτες. Ας ανεβεί η ζωή μου από τη φθορά προς εσένα, Κύριε ο Θεός μου. Την ώρα που χάνεται η ζωή μου, θυμήθηκα τον Κύριο. Ας έρθει η προσευχή μου στην αγιασμένη εκκλησιά σου. Όσοι φυλάγουνε μάταια και ψεύτικα θα παρατηθούνε χωρίς έλεος. Μα εγώ θα σε φχαριστήσω και με φωνή αινέσεως θα σε δοξολογήσω». Και πάλι δόξασα τον Θεό και τον φχαρίστησα γιατί μ' έκανε αναίσθητο για τις ηδονές του κόσμου, τόσο που να συχαίνουμαι όσα είναι ποθητά για τους άλλους, και να νοιώσω πως είμαι κερδισμένος όποτε οι άλλοι λογαριάζουνε πως είμαι ζημιωμένος. Και γιατί πήρα δύναμη από Κείνον να καταφρονήσω τον σατανά, που παραφυλάγει πότε θα λιγοψυχήσω, κι έρχεται και μου λέγει: «Πέσε προσκύνησέ με, γιατί θα γίνουνε ψωμιά αυτές οι πέτρες που βλέπεις». Και πάλι ξανάρχεται και μου λέγει: «Ε, πως χαίρεται ο κόσμος! Ακούς τον αλαλαγμό, τις φωνές που βγαίνουνε από τα παλάτια όπου διασκεδάζουνε οι φτυχισμένοι υποταχτικοί μου, άντρες και γυναίκες; Πέσε προσκύνησέ με και σαν απλώσεις μοναχά το χέρι σου να τα πάρεις όλα. Εσύ είσαι άνθρωπος τιμημένος για την τέχνη σου. Γιατί να υποφέρνεις, σε καιρό που αυτοί χαίρουνται όλα τα καλά και τ' αγαθά, μ' όλο που δεν έχουνε τη δική σου την αξιοσύνη; Κοίταξε τη φτώχια σου, κι αν δεν λυπάσαι τον εαυτό σου, λυπήσου την καϋμένη τη γυναίκα σου και το φτωχό το παιδί σου, που υποφέρνουνε από σένα!». Άλλη φορά τον άκουγα, μ' όλο που δεν έκανα ότι μούλεγε, μα τώρα τον άφησα να λέγει χωρίς να τον ακούσω ολότελα. Έμενα ο νους μου ήτανε σε κείνους τους θλιμμένους και τους βασανισμένους που δεν έχουνε ελπίδα, και σε κείνους που τρώγανε και πίνανε κείνη τη νύχτα και που χορεύανε με τις γυναίκες που δεν έχουνε ντροπή, και σε κείνους που μαζεύουνε πλούτη κι αδιαφόρετα πράματα που δεν μπορούνε να τ' αποχωριστούνε σαν σιμώσει ο θάνατος, και που καταγίνουνται να δέσουνε τον εαυτό τους με πιο πολλά σκοινιά, αντίς να τα λιγοστέψουνε. Επειδής οι δύστυχοι είναι φτωχοί από μέσα τους κι αδειανοί και τρεμάμενοι, και θέλουνε να ζεσταθούνε και γι' αυτό ρίχνουνε από πάνω τους όλα αυτά τα πράματα, σαν τον θερμιασμένον που ρίχνει απάνω του παπλώματα και ρούχα, δίχως να ζεσταθεί. Λογαριάζω πως οι σημερινοί οι άνθρωποι είναι πιο φτωχοί στο απομέσα πλούτος και γι' αυτό έ­χουνε ανάγκη από τόσα πολλά μάταια πράματα. Αυτά που λένε χαρές και ηδονές, τα δοκίμασα κι εγώ σαν άνθρωπος, και πίστευα κι εγώ πως ήτανε στ' αληθινά χαρά κι ευτυχία. Μα γλήγορα κατάλαβα πως ήτανε ψευτιές και φαντασίες ασύστατες, και πως χοντραίνουνε την ψυχή και στραβώνουνε τα πνευματικά της μάτια, και τότε δε μπορεί να δει, και γίνεται κακιά κι αλύπητη στον πόνο τ' αδερφού της, αδιάντροπη, ακατάδεκτη, άθεη, θυμώτρα, αιμοβόρα.
Όσοι είναι σκλάβοι στην καλοπέραση του κορμιού τους δεν έχουνε αληθινή χαρά, γιατί δεν έχουνε ειρήνη. Για τούτο θέλουνε να βρίσκουνται μέσα σε φουρτούνα και να ζαλίζουνται, ώστε να θαρούνε πως είναι φτυχισμένοι. Η χαρά η αληθινή είναι μια θέρμη της διάνοιας και μιαν ελπίδα της καρδιάς που τις αξώνουνται όσοι θέλουνε να μην τους ξέρουνε οι άνθρωποι, για να τους ξέρει ο Θεός. Γι' αυτό, Κύριε και Θεέ και πατέρα μου, καλότυχος όποιος έκανε σκαλούνια από τη φτώχια κι από τα βάσανα κι από την καταφρό­νεση του κόσμου, για ν' ανεβεί σε Σένα. Καλότυχος ο άνθρωπος που ένοιωσε την αδυναμία του αληθινά. Όσο πιο γλήγορα το κατάλαβε, τόσο πιο γλήγορα θα απογευτεί από το ψωμί που θρέφει κι από το κρασί που δυναμώνει, αν έχει την πίστη του σε Σένα. Αλλοιώς θα γκρεμνιστεί στο βάραθρο της απελπισίας.
Με τί λόγια να φχαριστήσω τον Κύριό μου, που ήμουνα χαμένος και με χεροκράτησε, στραβός και μ' έκανε να βλέπω; Εκείνος έστρεψε την λύπη μου σε χαρά. «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος, και εξήγαγεν ημάς εις αναψυχήν. Μακάριος άνθρωπος ο ελπίζων επ' Αυτόν».
Αδέλφια μου, δώστε προσοχή στα λόγια μου! Έτσι που βλέπετε, έβλεπα κι εγώ, και θαρρούσα πως έβλεπα" μα τώρα κατάλαβα πως ήμουνα στραβός και κουφός και ποδαγρός. Μετά χαράς δέχουμαι κάθε κακοπάθηση, γιατί αλλοιώς δεν ανοίγουνε τα μάτια στο αληθινό το φως, μήτε τ' αυτιά ακούνε τα καλά μηνύματα, μήτε τα πόδια περπατάνε στον δρόμο που πάγει εκεί όπου είναι η αιώνια πολιτεία του Χριστού, εκεί που βρίσκουνε ειρήνη κι ανάπαψη οι αγαπημένοι του. Όποιος δεν καταλάβει πως είναι απροστάτευτος από τους ανθρώπους κι έρημος στον κόσμον τούτον, δεν θα ταπεινωθεί. Κι όποιος δεν ταπεινωθεί δεν θα ελεηθεί. Η λύπη της διάνοιας μας σιμώνει στον Θεό. Γι' αυτό δεν θέλω καμιά καλοπέραση, αλλά καρδιά συντριμμένη.
Αυτά κι άλλα πολλά αναβρύζανε από μέσα μου κείνη τη νύχτα, και τα μάτια μου τρέχανε. Δεν ήξερε τι συλλογίζουμαι κανένας άνθρωπος, εκεί που ήμουνα τρυπωμένος, στο κουβούκλι μου, ούτε καν η Μαρία που κοιμότανε δίπλα μου κουκουλωμένη. Ο βοριάς έκανε μεγάλη ταραχή απ' όξω. Τα δέντρα αναστενάζανε, θαρρούσες πως κλαίγανε και πως παρακαλούσανε ν' ανοίξω να μπούνε μέσα να προστατευτούνε. Το καντήλι έριχνε το χρυσοκέρινο φέγγος του απάνου στα κονίσματα και στ' ασημωμένο Ευαγγέλιο.
Δόξα σοι ο Θεός, καλά ήμαστε! Μακάριος είναι όποιος είναι ξεχασμένος. Ο κόσμος παραπέρα γλεντά, χορεύει, κάνει αμαρτίες με τις γυναίκες, παίζει χαρτιά. Ο δυστυχής γιορτάζει τον θάνατο του κορμιού του, που κάνει τόσα για να το φχαριστήσει. Λες πως κερδίσανε την αθανασία, τώρα που ήρθε ο καινούργιος χρόνος, αντίς να κλάψουνε πως σιμώνουνε ολοένα στο τέλος αυτής της πονηρής ζωής. «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τί ποιούσι». Τί κάνουνε; Πού πάνε; Σε λίγο θα καταντήσουνε τα κόκκαλά τους σαν λιθάρια άψυχα, θα γκρεμνιστούνε τα παλάτια τους, θα σβύσει όλη τούτη η οχλοβοή κι η φωτοχυσία, σαν κάποιο πράγμα που δεν γίνηκε ποτές. Ω κατάδικοι, τί ξεγελοιώσαστε; «Ίνα τί αγαπάτε ματαιότητα και ζητήτε ψεύδος;».
Ξημέρωμα 1ης Ιανουαρίου 1950
Αξιοπρόσεκτες ευσεβείς σκέψεις
του ακαταβλήτου αγωνιστού
αειμνήστου ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ † 1965
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" Θεσσαλονίκη
ΑΠΟ: http://www.impantokratoros.gr/EC9939DC.el.aspx
http://patmias.blogspot.com

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ ΤΟΥ ΆΓΙΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ



Στα Τουρκοβούνια πού μέναμε, ή τοποθεσία ήταν πολύ κατηφορική. Σηκωνόμουν πολύ πρωί, έφευγα για την εκκλησία, τον Άγιο Γεράσιμο, και γύριζα το βράδυ. Ό δρόμος έξω άπ' το σπίτι μας ήταν ένας δρόμος δύσκολος κι είχε μεγάλη κατωφέρεια. Κάποιο πρωινό έπεσα κάτω κι έσπασα το πόδι μου. Ήταν Κυριακή πρωί, δεν είχε καλά καλά ξημερώσει κι υπήρχε ησυχία. Έτσι άκουσαν τα βογγητά μου κάποιοι άνθρωποι, βγήκαν έξω κι αμέσως κάλεσαν ασθενοφόρο. Ήλθε το ασθενοφόρο, με πήγε στο νοσοκομείο. Είχα σπάσει το αριστερό μου πόδι στην κνήμη. Όλα τα κόκαλα είχαν γίνει θρύψαλα. Οι πόνοι μου ήταν αφόρητοι. Όταν μ' έφθασαν στην Πολυκλινική, με κατέβασαν άπ' το ασθενοφόρο και μ' έβαλαν σ' ένα κρεβάτι. Οι γιατροί απεφάσισαν να βάλουν το πόδι μου στο γύψο. Ό κόσμος περίμενε να λειτουργήσω. Αναγκάσθηκαν να φύγουν.
Μετά δεκαπέντε ημέρες, πού έμεινα ξάπλα στο κρεβάτι, ενώ έκανα την προσευχή μου, έριξα αυθόρμητα και μια ματιά στο πόδι μου. Βλέπω λοιπόν, με την χάρι του Θεού, ότι το πόδι μου το είχαν βάλει στραβά στο γύψο.
Τότε ζήτησα άπ' τους γιατρούς να ανοίξουν το γύψο. Ό καθηγητής, πού το έμαθε, είπε γελώντας:
Ό παπάς αντί να κοιτάξει την εκκλησία του, για την οποία είναι αρμόδιος, θέλει εμάς να μας ελέγξει, τη στιγμή πού εμείς κάναμε τη δουλειά μας σωστά και περάσαμε το πόδι του από ακτίνες. Τι θέλει, τώρα, να μας παιδεύει;
Δεν έδειξε κανείς ενδιαφέρον. Εγώ επέμεινα να δούνε το πόδι μου. Εκείνοι τίποτα. Όποτε φέρνουν φαγητό το μεσημέρι, δεν το έφαγα, λέγοντας ότι ζητώ να με πάνε στις ακτίνες. Επιμένω να γίνει αυτό, διότι θα δέσει το πόδι μου στραβά και θα μείνει έτσι για πάντα. Ό καθηγητής έστειλε μήνυμα:
Να κοιτάξει την ιεροσύνη του! Το πόδι του είναι καλά.
Ήλθε το βράδυ. Μου φέρανε φαγητό, πάλι δεν το έφαγα, επιμένοντας να δούνε το πόδι μου. Την άλλη μέρα το πρωί ήλθε Όλα καθηγητής και λέει θυμωμένος:
Τι είναι αυτά, βρε παπά; Τι είναι αυτά, να μας παιδεύεις εδώ πέρα;
Με τα πολλά με κατεβάζουν στις ακτίνες. Βλέπουν ότι όντως το πόδι μου το είχαν βάλει στραβά κι είχε θρέψει κιόλας. Ό καθηγητής έβαλε τα γέλια.
Ρε παπά, λέει, είσαι πολύ αμαρτωλός. Τώρα το κατάλαβα κι εγώ. θα δεις τώρα Τι θα τραβήξεις! Πρέπει να σου το σπάσομε το πόδι και να το ξαναβάλαμε καλά.
Άρχισαν με δύναμη να χτυπούν το γύψο, για να σπάσει. Εγώ δεν μιλούσα, μόνο έκανα την ταπεινή μου προσευχή.
Α, δεν μιλάεις τώρα, μου λέγει. Άλλα τώρα εγώ θα σου συγχωρέσω τις αμαρτίες σου.
Σε μια στιγμή τραβούνε, βγάζουνε το γύψο. Εγώ πονούσα πολύ. Δύο γιατροί μου τραβούσανε το πόδι κι Όλα καθηγητής με τη γροθιά του το χτυπούσε στην κνήμη δυνατά, για να σπάσει.
Ε, ρε παπά, έλεγε, θα σου συγχωρέσω όλες τις αμαρτίες, αλλά κοντά σ' εσένα θα μου συγχωρεθούν κι οι δικές μου.
Μου σπάγανε το κόκαλο· είχε λίγο θρέψει κι εγώ πονούσα αφόρητα. Έσφιγγα τα χείλη μου. Τέλος μου το σπάσανε. Με ξάπλωσαν πάλι κάτω άπ' τις ακτίνες, τεντώσανε το πόδι και το έφεραν στον άξονα του. Μετά μου έβαλαν πάλι το γύψο προσεκτικά και μ' έστειλαν στο κρεβάτι.
Επί δύο-τρεις μήνες —δεν θυμάμαι ακριβώς— έμεινα ξάπλα στο κρεβάτι. Μετά άπ' αυτό το διάστημα με σήκωσαν καθιστό και μου έδωσαν να κρατώ δυο πατερίτσες, για να περπατώ. Εγώ δεν τις ήθελα. Μου λέει Όλα καθηγητής:
Να τις πάρεις, για να σηκωθείς, γιατί σ' έφαγε το ξάπλα.
Δεν κράτησε πολύ αυτό με τις πατερίτσες, γιατί άρχισα να ισορροπώ μόνος μου. Φοβόμουνα τις πατερίτσες, μήπως συνηθίσω και μετά δεν μπορέσω να τις αφήσω.
Τότε Όλα καθηγητής μου λέει:

Να φροντίσεις ν' αγοράσεις ένα μπαστούνι.
Όχι, του λέω, δεν το θέλω.
είσαι και παπάς, μου λέει, κι είσαι ανυπότακτος;
Να ακούσεις, γιατί θα πέσεις και θα σπάσεις όλα τα κόκαλά σου.
Αναγκάσθηκα τότε να πω στην αδελφή μου:
Να μου αγοράσετε ένα μπαστούνι. Φτωχοί είμαστε, αλλά πρέπει να μου αγοράσεις ένα μπαστούνι. Να πετάξω τούτα, γιατί στενοχωρούμαι.
Ήταν ένδεκα ή ώρα πρωινή και κατέβηκα με τις πατερίτσες στην εκκλησία του νοσοκομείου.
Αμέσως ή αδελφή μου ετοιμάσθηκε για την οδό Αιόλου, για ν' αγοράσει το μπαστούνι. Ενώ ξεκινούσε, να σου μία κυρία, κρατώντας ένα μπαστούνι στο χέρι, μπήκε μες στην εκκλησία.
Ό Άγιος Γεράσιμος είναι εδώ; λέει.
Ναι, παιδί μου, εδώ είναι, της λέει ή νεωκόρος.
και που βρίσκεται ή εικόνα του Αγίου;
Να την, απαντάει και της δείχνει την εικόνα.
Τότε αυτή ή άγνωστη κυρία πέφτει κάτω στην εικόνα του Αγίου και με δάκρυα του έλεγε δυνατά κι ακούγαμε όλοι:
Άγιε μου, εγώ δεν σε ήξερα. Ούτε είχα ακούσει ποτέ για σένα. Ούτε το όνομά σου είχα ακούσει κι όμως με τίμησες και μ' επισκέφθηκες και μου ζήτησες το μπαστούνι πού αγόρασα άπ' τα Ιεροσόλυμα να το φέρω στο σπίτι σου. και να, το έφερα, Άγιε μου. Μου είπες: «Το μπαστούνι το θέλω αύριο το πρωί να μου το φέρεις»! Εγώ δεν ήξερα που βρίσκεσαι και ρωτώντας έμαθα και σε βρήκα.
Εγώ με την αδελφή μου και την νεωκόρο καθόμασταν στα στασίδια δίπλα στο παγκάρι. Μας πλησίασε και μας
είπε:
- Τι πράγμα ήταν αυτό; Γιατί μου ζήτησε Όλα Άγιος το μπαστούνι; Τι το ήθελε; Κι ή νεωκόρος είπε:
—Άκουσε να δεις Τι το θέλει Όλα Άγιος το μπαστούνι.
Ό ίδιος δεν το χρειάζεται, αλλά Όλα Άγιος έχει και τον υπηρέτη του κι Όλα υπηρέτης του είναι από δω Όλα παπάς πού βλέπεις. Είχε σπάσει το πόδι του και μήνες υπέφερε πολλά,
αλλά σήμερα σηκώθηκε κι Οι γιατροί του είπαν να κρατήσει μπαστούνι. και να, ή αδελφή του ήταν έτοιμη να πάει στην οδό Αιόλου, να του αγοράσει το μπαστούνι. Έλα, λοιπόν, πάρε το μπαστούνι από τον Άγιο και φέρε το εδώ στον υπηρέτη του.
Συγκινημένη ή κυρία μου έφερε το μπαστούνι και μου φίλησε το χέρι.
Πάρε το, μου λέγει, πάτερ μου, και συγχώρεσε μου τις αμαρτίες. Το αγόρασα στα Ιεροσόλυμα. Είναι άπ' τον Πανάγιο Τάφο. Έρχομαι, μου λέγει, άπ' το συνοικισμό Προμπονά, τέρμα Πατήσια. Εκεί πέρα μένω. Εκεί είδα τον Άγιο στον ύπνο μου.
Την ευχαρίστησα. Πήρα το μπαστούνι και το χρησιμοποίησα αμέσως, αφού πέταξα τις πατερίτσες. Αυτό το μπαστούνι τ' ονόμασα «του Αγίου Γερασίμου» και τ' αγάπησα πολύ. Το προσέχω να μην το χάσω. Άλλα είναι και πολύ θαυμαστό, γιατί, όταν κανείς πονάει κάπου στο σώμα του, τον χτυπώ λίγο με το μπαστούνι και γίνεται καλά. Πράγματι, είναι πολύ θαυμαστό. Τι ήταν αυτό το πράγμα! Ό Άγιος να φροντίσει για μένα τον ελάχιστο!
Ολοζώντανος παρουσιάστηκε στην κυρία, ή οποία ούτε για τον Άγιο Γεράσιμο είχε ακούσει ούτε για μένα. Πολύ θαυμαστά έργα κάνουν Οι άγιοι, γι' αυτό πρέπει να τους τιμάμε. Κι εγώ προσκυνώ τον Άγιο Γεράσιμο, πού είναι ή βακτηρία των ασθενών με την αγιοσύνη και την χάρι του.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ.

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

π. Μάρκελλος Καρακαλληνός: ὁ ἄνθρωπος τῆς ἰωβείου ὑπομονῆς, τοῦ πόνου καί τῆς προσευχῆς

Αξιόλογη μαρτυρία αδελφού της Μονής Καρακάλλου

δια τον μακαριστό π. Μάρκελλο

99.jpg

Μετά την κοίμηση του σεβαστού και αγαπητού αδελφού της μονής μας π. Μαρκέλλου μου ζητήθηκε από τον κ. Στυλιανό Κεμεντζετζίδη τον υπεύθυνο του εκδοτικού οίκου «Ορθόδοξος Κυψέλη» να γράψω κάτι γι' αυτόν από όσα έζησα κοντά του, όλο αυτό το διάστημα της δοκιμασίας του, που τον διακονούσα και ευρισκόμουν συνέχεια δίπλα του.
Αφού γράψω στην αρχή λίγα σχετικά με την ζωή του, όπως τον ζήσαμε όλα αυτά τα χρόνια, που αγωνιζόμασταν στην Μονή μας, θα περιγράψω πιο εκτεταμένα για την δοκιμασία του και την συνακόλουθη κοίμηση του.

Πάντα έβρισκε χρόνο, παρά το γεμάτο πρόγραμμα του, για να παρηγορεί και να στηρίζει με διάφορα μέσα και τρόπους τους εν τω κόσμω αγωνιζόμενους αδελφούς. Τους έστελνε επιστολές συνοδευόμενες με αγιορείτικες ευλογίες όπως λουλούδια, ρίγανη κλπ.

Μία από τις πνευματικές του δραστηριότητες ήταν και οι ομιλίες που έκανε σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, μετά από πρόσκληση των Αρχιερέων ή διάφορων τοπικών συλλόγων. Αυτές οι ομιλίες του εμπλουτιζόμενες κατόπιν απετέλεσαν τα διάφορα βιβλία που εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος «Ορθόδοξος Κυψέλη». Χαρακτηριστικό της επιμέλειας των διαφόρων ομιλιών του ήταν ότι μαζί με την ομιλία πάντα είχε εκδόσει κάποιο σχετικό κείμενο στα χέρια των ακροατών του, για μια περισσότερη κατανόηση των λεγομένων του.

Μία απόδειξη του πόσο ήταν κάτοχος της θεολογίας των συγγραμμάτων των Αγίων Πατέρων, καθώς επίσης και των λεπτοτάτων εννοιών της νηπτικής και ησυχαστικής παραδόσεως, υπήρξαν οι συνεντεύξεις που έδωσε εδώ στο μοναστήρι μας στον κύριο Μανώλη Μελινό. Όπως ομολογούσε και ο ίδιος είχε ετοιμάσει ένα ερωτηματολόγιο με 70 ερωτήσεις πνευματικού περιεχομένου και χωρίς να τον έχει προειδοποιήσει, θαύμασε την ευχέρεια του να του δίνει απαντήσεις, που μαρτυρούσαν την εξαίρετη θεολογική κατάρτισή του. Καρπός αυτών των συνεντεύξεων είναι ο 11ος τόμος της σειράς «Πείρα Πατέρων» του κ. Μελινού.

Μία άλλη πνευματική διακονία του ήταν οι ομι­λίες που έκανε μετά το Απόδειπνο εις τους προσκυνη­τάς, είτε στον εξωνάρθηκα - είτε στο Αρχονταρίκι της μονής.

999.jpg

Βλέποντας τον ανθρώπινο πόνο (ασθένειες, διάφο­ρα προβλήματα) των προσκυνητών θυσίαζε την ησυ­χία του και ασχολείτο με τα προβλήματά τους, παρ' όλο που όσο περνούσε ο καιρός καταβαλλόταν από τις διάφορες ασθένειες και από τον καθημερινό κόπο της μοναχικής ασκήσεως.

Του άρεσε να μην χάνονται αλλά να συνεχίζονται διάφορες παραδοσιακές μοναχικές ασχολίες όπως οι παγκοινιές, που αναφερθήκαμε προηγουμένως, για το μάζεμα των ελιών, των φουντουκιών, αλλά και του τρύγου των σταφυλιών, κ.α. Αυτές οι παγκοινιές ήταν ευλογημένες συναντήσεις μεταξύ μας, που αναθέρμε­ναν τον ζήλο μας, καθώς λέγαμε την ευχή εκφώνως και καθώς ακούγαμε κατά τη διάρκεια του μικρού δια­λείμματος από το στόμα του διάφορες ιστορίες - γεγο­νότα, από την ζωή των παλαιοτέρων μοναχών που γνώριζε.

Μας μένει αλησμόνητη η πηγαία χαρά και ο παι­δικός ενθουσιασμός του καθώς μας μιλούσε, αλλά και της ευθύνης που ένοιωθε ώστε να μεταδώσει και στους νεωτέρους ό,τι ζούσε και γνώριζε. Αυτός δε ο ενθουσιασμός και αυθορμητισμός του δεν «τον παρέ­συρε» αλλά μας εντυπωσίαζε που τον συνείχε η ευθύ­νη, ώστε να τηρείται ακριβέστατα το πρόγραμμά μας. Ενώ μας μιλούσε και μας έλκυε με τις ωραίες μοναχι­κές ιστορίες του, κάποια στιγμή μας φώναζε: σηκωθεί­τε πατέρες να συνεχίσουμε την διακονία μας.
Ήταν πολλά τα άνθη των χαρισμάτων του πατρός Μαρκέλλου, όσα τον είχε προικίσει η Θεία Χάρις και όσα απέκτησε με τους επίμονους αγώνας του, τα ο­ποία θα πρέπει μελλοντικά κάποιος να αναλάβει την συλλογή όλων αυτών των στοιχείων για να φανερώ­σουν τον πνευματικό πλούτο που έκρυβε αυτή ή σύγχρονη Αγιορειτική μορφή.

Ας έλθωμε τώρα στο θέμα της ασθενείας του, που τελικά τον οδήγησε στον θάνατο, αν και σε όλη την μοναχική του ζωή στην μονή μας κατατρυχόταν από διάφορες ασθένειες (ζαλάδες, οσφυαλγίες, φλεβική α­νεπάρκεια, δύσπνοιες κ.α.).

Κατά την διάρκεια του 2005 και συγκεκριμένα την διάρκεια της νηστείας του Δεκαπενταυγούστου τον έ­ζωσαν δυνατοί πόνοι που τους απέδωσε «στη μέση του» από την οποία έπασχε, από παλαιότερα (δισκο­πάθεια).

Σκόπευε να βγει στη Θεσ/νίκη μετά την νηστεία της Παναγίας, αλλά οι πόνοι ήσαν τόσο δυνατοί και συνεχείς -μέρα νύχτα- που τον ανάγκασαν να βγει και παρά την θέλησή του την άλλη μέρα της Μετα­μορφώσεως. Έλεγε χαρακτηριστικά: Παναγία μου δεν ήμουν άξιος να μείνω στις παρακλήσεις σου και στην γιορτή σου!

Οι πόνοι του ήσαν τόσο δυνατοί που δεν μπορού­σε ούτε να αναπνεύσει, ούτε να ξαπλώσει σε κρεβάτι, αλλά καθόταν μόνο καθιστός.

Τελικά με τις ιατρικές εξετάσεις διαγνώσθηκε η νόσος του καρκίνου στο παχύ έντερο, με μεταστάσεις σε αρκετά μέλη του σώματος. Αμέσως έγινε η εγχεί­ρηση και εγώ με την εντολή του Γέροντος βγήκα στη Θεσ/νίκη να του συμπαρασταθώ σαν διακονητής στην δοκιμασία του.

Η εγχείρηση έγινε στο Νοσοκομείο του Παπανι­κολάου, με την άμεση συμπαράσταση και υποστήριξη του κ. Κωνσταντίνου Κάτση, πνευματικού αδελφού και φίλου της μονής μας, ο οποίος προΐσταται ως αρχίατρος στην ιατρική μονάδα «express servise». Η μετεγχειριτική παραμονή μας στο νοσοκομείο ηταν στην 4η χειρουργική κλινική με μία εξαίρετη φροντί­δα του νοσηλευτικού προσωπικού. Όλως ιδιαιτέρως μας έβαλλαν σε ένα δωμάτιο με δυο κρεβάτια για να μπορώ και εγώ να ξεκουράζομαι.

Ο π. Μάρκελλος με την πνευματική ακτινοβολία του είχε γίνει γνωστός στο χώρο του νοσοκομείου, απ' όπου ερχόταν πλήθος ανθρώπων να τον επισκεφθούν (όχι μόνο ασθενείς αλλά και ιατροί - νοσοκό­μες).

89.jpg

Ιδιαίτερα μετά την εγχείρηση οι πόνοι του ήσαν αβάστακτοι και μαρτυρικοί. Είχε φοβερή δύσπνοια και οι νύκτες του φαίνονταν χρόνια, αξεπέραστες, μέ­σα στους φρικτούς πόνους πού δοκίμαζε. Αλλά και σε όλη τη διάρκεια του ενός έτους και περισσότερο, που κράτησε η δοκιμασία του οι πόνοι του ήταν δριμύτα­τοι. Κάθε βράδυ σκεπτόταν πως θα περάσω πάλι αυτή την βραδυά.

Αυτό που μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση εκείνη την περίοδο ήταν, πως, παρ' όλους τούς φρικτούς πό­νους του έβρισκε την δύναμη με μία ιδιαίτερη πνευμα­τική ευφορία να ομιλεί στους πολυπληθείς επισκέ­πτας του και να τους στηρίζει στα δικά τους προβλή­ματα. Περνούσε πάρα πολύς κόσμος, άνθρωποι δηλα­δή που είχαν από πριν μεγάλο δέσιμο μαζί του. Έτσι μάθαμε εκ των πραγμάτων ότι ο π. Μάρκελλος βοη­θούσε πάρα πολύ κόσμο, ποικιλοτρόπως. Απαντούσε κυρίως από το τηλέφωνο της μονής σε πολλούς που τον ζητούσαν γιατί δεν ήθελε να έχει μαζί του κινητό, που θα τον αποσπούσε από την συνεχή εσωτερική πνευματική εργασία του. Σε πολλούς έστελνε βιβλία, διάφορα χειρόγραφα πνευματικού περιεχομένου που τα φιλοκαλούσε ο ίδιος.

Αυτή η ευγενής διάθεσή του να ανταποκρίνεται προς όλους τους επισκέπτας είχε πολύ κόστος γι' αυ­τόν, γιατί αμέσως μετά που έφευγαν του δημιουργείτο κρίσις και επιδείνωσις. Στην διάρκεια των 3 πρώτων μετεγχειρητικών μηνών συνέβη να δημιουργηθεί συ­ρρίγιον πάνω στην εγχείρηση ώστε να λένε και να α­πορούν οι γιατροί, πως τον βρίσκουν συνεχείς επιδει­νώσεις της ασθενείας του.

Σε όλην αυτήν την πολυώδυνη δοκιμασία του δεν υπέστελλε την σημαία αλλά έβρισκε δύναμη και με χαρά ασχολείτο στο να διαβάζει και να συγγράφει νέα χειρόγραφα πνευματικού περιεχομένου.

Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό είναι το έξης: Μια μέρα ενώ ήταν καθιστός στο κρεβάτι και έγραφε πάνω στα πόδια του σημειώσεις, τον επισκέφθηκε στο δωμάτιό του ο υπεύθυνος γιατρός του και με ενδιαφέ­ρον τον ρώτησε τι γράφει. Αυτός δε με ένα χαρίεν πρόσωπο του απαντά, δείχνοντάς του την επικεφαλίδα του κειμένου που έγραφε. «περί του αφθάρτου και ου­ρανίου σώματός μας», τώρα που κατέπεσε το φθαρτόν σώμα μου, γράφω για το ουράνιο και άφθαρτο σώμα.

Ένα μεγάλο στήριγμα στην δοκιμασία του ήταν η συμπαράσταση που έννιωθε από τον Γέροντα Ε­φραίμ, ο οποίος από το μεγάλο ενδιαφέρον και την α­γάπη που έτρεφε απέναντί του τον έπαιρνε τακτικά τηλέφωνο από την Αριζόνα της Αμερικής. Αφού μά­θαινε τα σχετικά με την εξέλιξη της υγείας του επί πολλήν ώρα τον στήριζε και τον νουθετούσε με τις θεόσοφες συμβουλές του. Ιδιαίτερα του συνιστούσε να μην χάση την ζέση της προσευχής.

Επίσης μεγάλη ανακούφιση έννιωθε από την συ­χνή συμπαράσταση και το μεγάλο ενδιαφέρον του Γέ­ροντός μας Φιλοθέου, ο οποίος τακτικά έβγαινε στο Νοσοκομείο για να τον στηρίξει και να του διαβάζει ειδικές ευχές από το ευχολόγιον της Εκκλησίας μας.
Όταν έβρισκα ευκαιρία πήγαινα σε νυκτερινές λειτουργίες σε διάφορους ιερούς ναούς. Όταν επέ­στρεφα πάντα με περίμενε και έκανε τον κόπο να σηκωθεί από το κρεβάτι, μου έβαζε μετάνοια και με πολ­λή ταπεινότητα ζητούσε να μου ασπασθεί το χέρι για να λάβει και αυτός την ευλογία της Θείας Λειτουρ­γίας και Θείας Κοινωνίας.
Κάποια φορά πού είχα πάει σε μια αγρυπνία στη μονή της Σουρωτής, όταν επέστρεψα μου εκμυστηρεύ­τηκε μία δαιμονική επίθεση που δέχτηκε βλέποντας τον κοινό εχθρό σαν μανιασμένη Τίγρη.

Ήταν χαρακτηριστικό της φιλοπονίας του και της ακριβείας του στα μοναχικά του καθήκοντα ότι ό­λη κυριολεκτικά την ήμέρα αλλά και όλη την νύκτα εξαιτίας της αϋπνίας του δεν έφευγε το 300αρι κομπο­σχοίνι από τα χέρια του, καθώς κάθε κόμπο τον συνό­δευε με το σημείο του σταυρού.

Το άλλο αξιοσημείωτο είναι, ότι, παρ' όλο το πλήθος των επισκεπτών και των γιατρών που διέρχο­νταν από το δωμάτιό του, έβρισκε χρόνο να διαβάζομε όλες τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Μόλις έφευγε μία ομάδα επισκεπτών και ήταν η ώρα της ακολου­θίας με εγρήγορση μου έλεγε φέρε τα βιβλία να κάνο­με την ακολουθία, πριν έλθει άλλη ομάδα.

Αν έρχονταν ενδιαμέσως άλλοι επισκέπτες κάθο­νταν και αυτοί και συμμετείχαν στην ακολουθία και τους είναι αξέχαστη η πνευματική εκείνη ατμόσφαιρα που δημιουργείτο.
Μετά από όλη αυτή την μετεγχειριτική και οδυνη­ρή περίοδο των 3 μηνών επιστρέψαμε στη μονή μας με μία καλυτέρευση της υγείας του και με ελπίδα δια το μέλλον, όπως του έδιναν οι γιατροί, επιθυμώντας, όσο χρόνο του έδινε πλέον ο Κύριος να τον αφιερώ­σει στην διακονία, τόσο προφορική, όσο και γραπτή του πλησίον.

Έτσι ξανάρχισε σιγά-σιγά τις παλαιές ασχολίες του, παίρνοντας το καλαθάκι του και επισκεπτόμενος τα διάφορα περιβόλια γύρω στη μονή, που τα είχε δη­μιουργήσει εκ του μηδενός και αναγιγνώσκων την Α­γία Γραφή και διάφορα άλλα πατερικά βιβλία.

Όπως είπαμε και πιο πριν δεν σταμάτησε την συγ­γραφή, αλλά έγραφε διάφορα χειρόγραφα και τώρα μάλιστα μέσα από το πρίσμα του πόνου και του θανά­του το περιεχόμενο έπαιρνε ιδιαίτερη αξία και μεταρ­σίωση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν πρόλαβε να ολοκλη­ρώσει το τελευταίο έργο του περί θανάτου, παραδεί­σου και κολάσεως και έτσι ημιτελές το εξέδωσε η Ορ­θόδοξος Κυψέλη και διαμοιράστηκε στους προσκυνη­τάς την διάρκεια του 40μέρου μνημοσύνου του.

Μετά από ένα διάστημα στο μοναστήρι άρχισαν οι χημειοθεραπείες, οπότε βγαίναμε κάθε 20 ήμέρες στο Νοσοκομείο Παπανικολάου και συγκεκριμένα στην γαστρεντερολογική κλινική. Οι χημειοθερα­πείες βέβαια είχαν πολλές παρενέργειες (ζαλάδες, με­γάλο πρίξιμο στα πόδια, παραμόρφωση του προσώ­που του και πτώση των τριχών της κεφαλής και των γενίων του κ.ά.). Φιλοξενούμασταν στο μεγάλο και ά­νετο σπίτι της ευλαβούς και φιλομονάχου κ. Ελένης Σιμωνίδου, η οποία με πολύ κόπο και θυσία μας συμπαραστέκονταν μαζί με το φιλομόναχο ζεύγος και α­δελφικούς φίλους μας Αλεξάνδρα και Νικόλαο Ζουρ­νατζόγλου. Είναι αδύνατον να περιγράψω την ηρωικοί τους συμπαράσταση, που εκτός από όλα τα άλλα ιδιαίτερα την νύκτα παρέμεναν σε κατάσταση ετοιμό­τητος καί αϋπνίας για να μας συμπαρασταθούν στις κρίσεις που συχνά καταλαμβανόταν. Τα γράφω αυτά παρόλο πού προσκρούουν στη ταπείνωσή τους και στην ανιδιοτελή και φιλόχριστη διάθεσή τους. Είμα­στε πολλαπλώς ευγνώμονες απέναντί τους για όλη την προσφορά τους.
Ευρισκόμενοι στην οικία της κ. Ελένης συνέβη πολλές φορές να συγκεντρωθούν πολλοί γνωστοί πνευματικοί αδελφοί και ο π. Μάρκελλος για πολλή ώρα μας μιλούσε σχετικά και εκπληττόμασταν με την χάρη την πνευματική με την οποία μας δίδασκε. Μας ανέφερε και πολλές εμπειρίες του από τα χρόνια που έζησε σαν δάσκαλος σε ακριτικές περιοχές, πριν απαρνηθεί τον κόσμο και γίνει μοναχός.

Όσο περνούσε ο καιρός τόσο και κατέπιπτε σω­ματικά ώστε είχε γίνει αγνώριστος. Επειδή ποτέ δεν ξάπλωνε στο κρεβάτι, διότι η υπτία θέση του αύξανε τον πόνο και επειδή ήταν όλο το 24ωρο καθιστός, ο κόπος τον έκανε να γέρνει προς τα δεξιά με απoτέλε­σμα να σκεβρώσει η σπονδυλική του στήλη και να φαίνεται ένα διπλωμένο στα δύο γεροντάκι.

Στην τελευταία εξέλιξη του καρκίνου δημιουργήθηκε ένα τεράστιο πρήξιμο από την κοιλιακή χώρα μέχρι τα πέλματα των ποδιών του.

Ευρισκόμενοι στο Νοσοκομείο και παρ' όλη την προσπάθεια των γιατρών να ξεπεράσουν τα προβλήματα που είχαν προκύψει, συνέβη μία ημέρα Παρασκευή μία κατακόρυφη καθίζηση στον οργανισμό του. Συνειδητοποιώντας ότι βάδιζε προς το τέλος ζήτησε ε­πίμονα -παρ' όλες τις αντιδράσεις των γιατρών ό,τι στη μονή δεν υπάρχουν τα ιατρικά μέσα προς συμπα­ράστασή του- να επιστρέψει αμέσως ώστε να κοιμηθεί, στην μετάνοιά του, μέσα στο περιβόλι της Παναγίας.

Αυτό ήταν και ιδιαίτερη επιθυμία του Γέροντος της μονής μας, το να έλθει εγκαίρως κοντά στους πα­τέρες και αδελφούς για να χαρεί την συναναστροφή μαζί τους και να αισθανθεί την μοναχική ζεστασιά που αισθάνεται ένας μοναχός στο μοναστήρι του.
Ιδιαίτερα αυτό το διάστημα που είχε κορυφωθεί η αγωνία όλων μας με την άσχημη εξέλιξη της ασθε­νείας του, επληθύνθησαν οι παρακλήσεις και οι προσευχές όλων των πατέρων. Η τελευταία νύκτα Σάββα­το προς Κυριακή μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ένας προσωπικός Γολγοθάς. Είχαν αχρηστευθεί όλα τα όργανα του σώματός του, εξαιτίας της επιδεινώσεως του καρκίνου και έχοντας παντελή έλλειψη οξυγόνου στον οργανισμό του χρειάστηκε να του κάνουν δυο φορές παρακέντηση, αφαιρώντας του από την πλάτη αιματώδες υγρό.

Προς τα ξημερώματα ήλθαν εσπευσμένα μερικά συγγενικά του πρόσωπα για να τον αποχαιρετήσουν, διότι είχαμε κανονίσει να έλθει το ασθενοφόρο για να μας μεταφέρει επειγόντως στην μονή μας.

Ήταν συγκινητικές οι στιγμές, όπου εκτός από τους συγγενείς του μαζεύτηκαν και άλλοι πνευματικοί αδελφοί για να του προσφέρουν τον τελευταίο ασπα­σμό - χαιρετισμό. Εντύπωση έκανε η θαυμαστή γαλή­νη που έννιωθε σε σημείο που ο συνοδεύων ιατρός του ασθενοφόρου να εκπλήττεται γι' αυτό το σπάνιο θέαμα της ήρεμης αντιμετωπίσεως του θανάτου.

Έτσι παρ' όλες τις δηλώσεις των ιατρών ότι υ­πήρχε κίνδυνος να πεθάνει στον δρόμο φτάσαμε στην μονή μας, όπου μας υποδέχτηκε με συγκινητικό τρό­πο έξω από την πύλη της μονής όλη η αδελφότητα συγκεντρωμένη.

Κατά παράδοξο τρόπο όταν ήλθε στην μονή μας ανέλαβε δυνάμεις και έζησε ακόμη για 8 μέρες. Την πρώτη νύκτα της Κυριακής μετά το Απόδειπνο συγ­κεντρωθήκαμε στο κελλί του μερικοί πατέρες με τον Γέροντα και τότε ο π. Μάρκελλος μας μίλησε με ένα ενθουσιασμό και με μια μεγάλη ψυχική ευφορία, προ­τρέποντάς μας να συνεχίσουμε με ζήλο το υπόλοιπον της μοναχικής μας πορείας. Τότε μας εκμυστηρεύτη­κε, ότι λίγο καιρό προτού τον ζώσουν οι πόνοι του καρκίνου είδε σε ώρα προσευχής ένα όραμα που μας το περιέγραψε και που τον προειδοποιούσε για τον ε­πικείμενο θάνατό του. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας του, άκουσε μία γλυκειά παρηγορητική φωνή πού του έλε­γε ότι θα περάσει μέσα από αυτή την οδυνηρή δοκιμα­σία αλλά σύντομα θα έλθει η λύτρωσή του.

Στο διάστημα αυτό συνομιλούσε με πολλή χαρά με τους αδελφούς της μονής αλλά και με άλλους πατέ­ρας που έρχονταν από διάφορα μέρη του Αγίου Ό­ρους για να τον ιδούν.

Έτσι φτάσαμε στην τελευταία μαρτυρική του νύ­κτα της Κυριακής προς Δευτέρα κατά την οποία είχα­με ολονύκτιο αγρυπνία στην αποτομή του Τιμίου Προδρόμου. Επειδή οι πνεύμονές του, λόγω της ελ­λείψεως οξυγόνου, είχαν γεμίσει από διοξείδιο του άνθρακος έβγαζε ακουσίως κάτι σπαρακτικές κραυγές -διότι βρισκόταν σχεδόν σε κατάσταση κώματος­- και τιναζόταν ολόκληρο το σώμα του.

Μετά το τέλος της αγρυπνίας οι πατέρες έψαλαν τον κανόνα εις ψυχοραγούντα του Αγίου Νήφωνος και ο Γέροντας του εδιάβασε τις κατάλληλες προς τούτο ευχές και οι άλλοι αδελφοί που βρισκόμασταν μέσα και έξω από το κελί του, του συμπαραστεκόμα­σταν με το κομποσχοίνι μας σ' αυτές τις τελευταίες δύσκολες στιγμές.

Λίγο αργότερα έπεσε σε κώμα που κράτησε μέχρι την ώρα του Εσπερινού. Συγκεκριμένα, την ώρα του προοιμιακού ψαλμού που εδιαβάζετο μέσα στο ναό, ά­φησε την τελευταία του πνοή. Ήταν ημέρα Δευτέρα στις 29 Αυγούστου και 11 Σεπτεμβρίου με το νέο ημε­ρολόγιο στις 5:30' μ.μ. του έτους 2006.

Άξιο σημειώσεως είναι ότι το κοσμικό του όνομα ήταν Ιωάννης και ως εκ τούτου ο Τίμιος Πρόδρομος που τον είχε υπό την προστασία του τον παρέλαβε κα­τά την ήμέρα της εορτής του.

Όταν ετελειώθη και αφού τον ράψαμε κατά την τάξη την μοναχική, μετεφέρθη το σκήνωμά του στη Λιτή του Καθολικού, όπου οι πατέρες κατά διαδοχή ανεγίγνωσκαν το ψαλτήρι και οι ιερείς οι της μονής και όσοι έρχονταν από άλλα μέρη του Αγίου Όρους τελούσαν τρισάγιο.

Ως φαίνεται είχε προηγηθεί θερμή προσευχή εν τω κελλίω του διότι ευρισκόμενος σε κατάσταση βα­θυτάτης συγκινήσεως και έχων τεταμένας τας χείρας προς το σκήνωμα του αγαπητού συνεργάτη του, εξε­χύθη η καρδία του σε λόγια θερμής παρακλήσεως, ζη­τώντας τις ευχές και μεσιτείες του.

Η εξόδιος ακολουθία έγινε την επομένη ημέρα 30 Αυγούστου με πολύ πλήθος κόσμου τόσο πατέρων, ό­σο και προσκυνητών. Προέστη της ακολουθίας ο Κα­θηγούμενος της Μονής Ιβήρων π. Ναθαναήλ και συμμετείχαν πολλοί Πατέρες, που είχαν έλθει και από άλλα μοναστήρια και σκήτες, διότι ήταν πολύ γνω­στός στο αγιορειτικό κοινό.

Νιώθαμε όλοι την ώρα της ακολουθίας μία αίσθηση εντόνου χαράς ή συγκινήσεως σαν να ήταν ημέρα εορτής. Μετά τη συμπλήρωση των 40 ημερών από της εκδημίας του πολλές οικογένειες, που είχαν πολυχρό­νιο πνευματικό δεσμό μαζί του, καθώς επίσης και μο­ναστικές αδελφότητες σε διάφορα μέρη της Ελλάδος, που τον είχαν καθοδηγητή σε θέματα νοεράς προσευ­χής και νήψεως, μας ζήτησαν ως ευλογία να τους στείλομε κάτι από τα προσωπικά του αντικείμενα.

Αυτά με πολύ συντομία έγραψα γιατί ήταν πολλές και αξιόλογες οι εμπειρίες που έζησα κοντά του, και τελειώνω ζητώντας τις ευχές του για να μας συνο­δεύουν στον ανηφορικό δρόμο της πολυκυμάντου μο­ναχικής ζωής μας, έχοντας την χαρά ότι τον έχουμε συμβοηθό και πρεσβευτή προς τον Κύριο μετά των άλλων Αγιορειτών Πατέρων που βρίσκονται στην θριαμβεύουσα Εκκλησία.

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"