"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταπείνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταπείνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Η ΘΕΑΡΕΣΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ (Kυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου)


Τὸ Εὐαγγελικὸ  Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς 13.02.2011.
(Λουκ. ιη΄ 10-14)
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.
Ἀπόδοση στὰ Νέα Ἑλληνικά:
Εἶπε ὁ Κύριος τὴν ἑξῆς παραβολή: «Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν εἰς τὸν ναόν, διὰ νὰ προσευχηθοῦν, ὁ ἕνας ἦτο Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος ἐστάθηκε καὶ ἔκανε τὴν ἑξῆς προσευχὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἑαυτόν του: “Θεέ, σ’ εὐχαριστῶ, διότι δὲν εἶμαι ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἢ ὅπως αὐτὸς ἐδῶ ὁ τελώνης. Νηστεύω δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα, δίνω τὸ δέκατον ἀπὸ ὅλα, ὅσα ἀποκτῶ”. Ὁ τελώνης ὅμως ἐστεκόταν μακρυὰ καὶ δὲν ἤθελε οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσῃ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀλλ’ ἐκτυποῦσε τὸ στῆθός του καὶ ἔλεγε, “Θεέ, ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλόν”. Σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὸς κατέβηκε εἰς τὸ σπίτι του δικαιωμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν παρὰ ὁ ἄλλος. Διότι ὅποιος ὑψώνει τὸν ἑαυτόν του θὰ ταπεινωθῇ, καὶ ἐκεῖνος ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτόν του θὰ ὑψωθῇ.
Η ΘΕΑΡΕΣΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
«Κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος»
.          Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου σήμερα καὶ στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο ἀκούσαμε τὴν Παραβολὴ ποὺ μᾶς παρουσιάζει ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ δύο πρόσωπα: τὸν Φαρισαῖο καὶ τὸν τελώνη. Καὶ οἱ δύο ἀνέβηκαν στὸ Ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Στὸν ἴδιο Ναὸ πῆγαν. Ὄχι ὅμως μὲ τὴν ἴδια διάθεση. Τὸ ἀπέδειξαν αὐτὸ μὲ τὴ στάση τους καὶ τὰ λόγια τους. Καὶ τελικὰ ὁ τελώνης ἔφυγε δικαιωμένος, συγχωρημένος, ὄχι ὅμως καὶ ὁ Φαρισαῖος. «Κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος». Ἂς μαθητεύσουμε λοιπὸν στὸντρόπο τῆς προσευχῆς τοῦ τελώνου, ὑπογραμμίζοντας τρία στοιχεῖα τῆς θεάρεστης προσευχῆς του.
1. ΦΟΒΟΣ ΘΕΟΥ
.         Ὁ τελώνης ἀπὸ σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια στεκόταν «μακρόθεν», μακριὰ ἀπὸ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο καὶ «οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι». Δὲν εἶχε τὴν τόλμη ὄχι μόνο τὰ χέρια του ἀλλ’ οὔτε τὰ μάτια του νὰ ὑψώσει πρὸς τὸν οὐρανό. Μὲ κατεβασμένο τὸ βλέμμα καὶ συγκεντρωμένο τὸ νοῦ προσευχόταν στὸν Θεὸ νὰ τὸν λυπηθεῖ γιὰ τὸ κατάντημά του. Οὔτε ἔλεγε περιττοὺς λόγους, οὔτε ἔκανε ἐπιδεικτικὲς κινήσεις, οὔτε περιέφερε τὸ βλέμμα του δεξιὰ κι ἀριστερά. Ἡ ὅλη στάση του φανέρωνε εὐλάβεια, συστολή, φόβο Θεοῦ.Ἂν ὁ τελώνης αἰσθανόταν ἔτσι στὸ Ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου ὅλα ἦταν τύπος καὶ σκιὰ τῆς ἀληθινῆς λατρείας, πῶς πρέπει ἄραγε νὰ αἰσθανόμαστε ἐμεῖς μέσα στοὺς χριστιανικοὺς Ναούς μας, ὅπου φανερώνεται αὐτὸς ὁ Τριαδικὸς Θεός; Τὸ ψάλλουμε στὴν ἐκκλησία: «Ἐν τῷ ναῷ ἑστῶτες τῆς δόξης σου ἐν οὐρανῷ ἑστάναι νομίζομεν». Ἂν μέσα στὸ ναὸ συναισθανόμασταν ὅτι βρισκόμαστε στὸν οὐρανό, τότε μὲ πολὺ φόβο Θεοῦ καὶ περισσὴ εὐλάβεια θὰ πλησιάζαμε καὶ θὰ προσφέραμε τὴν ταπεινὴ λατρεία μας.
2. ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ
.           Τὸ δεύτερο στοιχεῖο ποὺ εἶχε ἡ προσευχή του ἦταν ἡ ταπεινοφροσύνη. Ὁ τελώνης συναισθανόταν βαθιὰ τὴν ἁμαρτωλότητά του. Τὸ ὁμολογοῦσε: «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν τὰ ἔλεγε τυπικά. Αἰσθανόταν ἔνοχος καὶ ἐξαρτοῦσε τὴ σωτηρία του ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ταπείνωσή του ἦταν εἰλικρινής. Γι’ αὐτό, σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὁ τελώνης «οὐκ ἤλγησεν ἐπὶ τῇ κατηγορίᾳ, ἀλλὰ κατεδέξατο τὸ εἰρημένον μετ’ εὐγνωμοσύνης»· δὲν ἀντέδρασε στὰ περιφρονητικὰ λόγια τοῦ Φαρισαίου, οὔτε πόνεσε ἀπὸ τὴν κατηγορία, ἀλλὰ δέχθηκε μὲ εὐγνωμοσύνη τὸν πικρὸ λόγο, διότι πίστευε ὅτι τοῦ ἄξιζε. Τόσο μεγάλο ἀγαθὸ εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη!Πόσο πολὺ μᾶς διδάσκει τὸ ταπεινό του φρόνημα! Μπορεῖ κι ἐμεῖς νὰ ὀνομάζουμε τὸν ἑαυτό μας ἁμαρτωλό, νὰ ἀπαγγέλλουμε στὴν προσευχή μας τὰ ἴδια λόγια «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», ἀλλὰ ὅταν μᾶς ὑποδείξουν ἕνα λάθος, ὅταν μᾶς κατηγορήσουν, ἀμέσως ἀντιδροῦμε καὶ στενοχωριόμαστε. Μήπως τελικὰ δὲν τὸ πιστεύουμε αὐτὸ τὸ «ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ»; Ἡ ταπεινοφροσύνη ἀπαιτεῖ τόλμη καὶ εἰλικρίνεια κι εἶναι αὐτὴ ποὺ ἑλκύει τὴν χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
3. ΜΕΤΑΝΟΙΑ
.         Τὸ τρίτο στοιχεῖο ποὺ εἶχε ἡ προσευχή του ἦταν ἡ μετάνοια. Καὶ μάλιστα μετάνοια βαθιὰ καὶ εἰλικρινής. Ὁ τελώνης «ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Χτυποῦσε τὸ στῆθος του, διότι ἐκεῖ βρίσκεται ἡ καρδιά, τὸ κέντρο ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν ἐπιθυμιῶν καὶ διαθέσεων τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν κατηγοροῦσε τοὺς ἄλλους, δὲν μετεβίβαζε εὐθύνες, οὔτε προέβαλλε δικαιολογίες γιὰ τὶς πράξεις του. Δὲν ἔλεγε «παρασύρθηκα», «εἶναι ἡ φύση τοῦ ἐπαγγέλματός μου τέτοια ποὺ μὲ ἀναγκάζει νὰ παρανομήσω» καὶ ἄλλα παρόμοια. Παραδεχόταν ὅτι αὐτὸς καὶ μόνο αὐτὸς ἔφταιγε γιὰ τὸ κατάντημά του καὶ κατηγοροῦσε τὸν ἑαυτό του. Αὐτὴ εἶναι πραγματικὴ μετάνοια. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ μὲ τέτοια εἰλικρινῆ διάθεση καταφεύγει στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπολύτως βέβαιο ὅτι θὰ βρεῖ συγχώρηση ἀπὸ τὸν Θεό. «Καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει» (Ψαλμ. ν ́ [50] 19). Τὴν συντετριμμένη καρδιὰ ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν θὰ τὴν ἀπορρίψει. Ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ποὺ ἐπιθυμεῖ τὴν σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων δέχεται τὴν μετάνοια κάθε ἁμαρτωλοῦ, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τοῦ τελώνη τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς.
.            Καθὼς σήμερα ἀνοίγει ἡ κατανυκτικὴ περίοδος τοῦ Τριωδίου, κατὰ τὴν ὁποία ὅλο καὶ πιὸ συχνὰ θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ προσερχόμαστε στοὺς ἱεροὺς Ναούς μας γιὰ νὰ προσευχηθοῦμε καὶ νὰ λατρεύσουμε τὸν Κύριο, ἂς φέρνουμε συχνὰ στὸν νοῦ μας τὴν Παραβολὴ αὐτὴ τοῦ Κυρίου. Κι ἂς ἀκολουθήσουμε τὴν προτροπὴ τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου: «Μὴ προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί» ἀλλὰ «τελωνικῶς διὰ νηστείας κράζοντες· ἱλάσθητι ἡμῖν ὁ Θεὸς τοῖς ἁμαρτωλοῖς». Ἂς συμμετέχουμε κι ἐμεῖς στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ εἰλικρινῆ μετάνοια γιὰ νὰ χαρίσει καὶ σ’ ἐμᾶς ὁ πανάγαθος Θεὸς αὐτὸ ποὺ ἔλαβε καὶ ὁ τελώνης: τὴν δικαίωση καὶ τὴν σωτηρία.
ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», τ. 2016, 01.02.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

π. ᾿Αρσένιος Παπατσιόκ: ῾Ο 96χρονος γέροντας τοῦ πόνου καί τῆς ταπείνωσης

 


 
 



 
 
 


-Παρακαλώ να μας εξηγήσετε αυτό που λέει ο άββας Αμμωνάς στο γεροντικό:«Πρέπει να ''γκρεμίσεις'' τον εαυτό σου για να τον φτιάξεις από την αρχή»
π.Αρσένιος:Να γκρεμίσεις δηλαδή τον παλαιό ανθρωπο για να βάλεις τα νέα θεμέλια.Να γκρεμίσεις δηλαδή τον παλαιό άνθρωπο,την πτώση του Αδάμ που έχει αποτυπωθεί σ'εμάς και που φεύγει με τη βάπτιση.Εαν έπινες να μην ξαναπιείς,να γκρεμίσεις  το παλιό που σε είχε κυριεύσει και να γίνεις ένας εν Χριστώ νέος άνθρωπος,κατά τη χριστιανική διδασκαλία.Αυτό μας ενδιαφέρει όχι αν σου εμφανίστηκαν άγγελοι ή κάτι παρόμοιο.Εμένα,επειδή έμεινα στη φυλακή πολλά χρόνια,αλλά και στην έρημο με τον γέροντα Κλεόπα,με ρωτάει ο κόσμος:''Εγιναν θαύματα στη φυλακή;''Εγώ τους απαντάω:''Ναι,έγιναν''
-Τί θαύμα;
π.Α.-΄΄Κανένα!''
-Αυτό ήταν το μεγάλο θαύμα ότι δεν έγινε κανένα θαύμα;
π.Α-.Ναι!Στο Αιούντ που ήμουν φυλακισμένος,ήθελαν να με σκοτώσουν.Μ'έβαλαν σ'ένα μέρος παγωμένο σαν ψυγείο.Τρομερό ήταν,τρομερό.Αυτοί είχαν υπολογίσει ότι σε τρεις μέρες θα πεθάνω.Μ'έβαλαν για 3 μέρες,τίποτα.Μ'έβαλαν για 5 μέρες τίποτα.Μέβαλαν για επτά μέρες αλλά δεν πέθανα ούτε τότε.Αυτό δεν ήταν ένα θαύμα;Ημουν εκεί μέσα γυμνός,τελως πάντων,τρομερό.τρομερό.
Ωστόσο ήμουν ζωντανός και -ζητώ συγνώμη-είχα μια παιδική αφέλεια και περιέργεια,να δω πως βγαίνει η ψυχή,πως είναι αυτό το πέρασμα στον άλλο κόσμο.Αλλά δεν πέθανα...Και,αλοίμονο μου, με κράτησαν εκεί 14 χρόνια.Με είχαν καταδικάσει σε 40 χρόνια φυλάκιση...
-Τόση ήταν η καταδίκη;
Ναι και μου κόστισε.Σε όποια φυλακή πήγαινα με ρωτούσαν οι κομμουνιστές τι έκανα.''Τίποτα,απαντούσα εγώ''-''Εαν δεν είχες κάνει τίποτα θα σου έριχναν 10-15 χρόνια'';μου έλεγαν.
Τέλως πάντων, μας ελευθέρωσαν το 1964 όταν δόθηκε γενική αμνηστία.Και σήμερα θα πήγαινα εκεί αν το ήθελε ο καλός Θεός.Θέλω να πω ότι έζησα τη ζωή τόσο έντονα εκεί,οπου έμεινε βαθιά χαραγμένο επάνω μου ένα ίχνος χριστιανικό
-Ζήσατε εκεί σαν σε μοναστήρι;
π.Α-Τι μοναστήρι;!Εκει λίγο ψωμί,όσο ένα νύχι ήταν τεράστια ποσότητα!
-Η άσκησή σας ήταν πιο σκληρή από των πατέρων της ερήμου;
π.Α.-Δε μπορώ να κάνω σύγκριση.Εγώ σας λέω τι συνέβαινε εκεί.Δεν μας έβγαλαν τα νύχια αλλά οποιαδηποτε στιγμή μπορούσαν να το κάνουν.Είναι τρομερά δύσκολο να τα διηγείσαι όλα αυτά εαν τα έχεις ζήσει.Τότε εκπλησόμουν. Αναρωτιόμουν.''Θεέ μου υπάρχω;''Υπήρχα.Όταν με έβγαλαν από τη μεγάλη δοκιμασία-τα κατεψυγμένα δωμάτια-μ'έβαλαν στην απομόνωση.Δεν υπήρχε εκεί τίποτα,τίποτα.Το πάτωμα ήταν καταβρώμικο και τα τζάμια είχαν εκείνα τα κάγκελα.Δίπλα μου υπήρχε ένα κομμάτι μαμαλίγκα(σ.σ πουλέντα)πράσινη,μουχλιασμένη.Το έφαγα και μου φάνηκε σαν να ήταν παντεσπάνι!Δεν είχα τίποτα.Δεν έκανα υπολογισμούς,ζούσα τη ζωή έντονα.
Μια φορά με ρώτησαν πού ηταν πιο δύσκολα στην έρημο ή στην φυλακή;Εγώ τα είχα ζήσει και τα δύο.Εγώ λέω ότι στην έρημο παλεύεις με τον διάβολο και ο διάβολος φοβάται το Θεό.Δεν του επιτρέπεται το παν,έχουμε και έναν φύλακα άγγελο.Τη σχέση με τον άγγελό σου δεν μπορείς να την περιγράψεις ,την ζείς.Το ίδιο και τη σχέση σου με το Θεό.Εκεί λοιπόν στην έρημο πάλευα κατά διαστήματα.
Στη φυλακή όμως αυτοί ήταν άθεοι,σε σκότωναν,δεν υπολόγιζαν τίποτα.Σε μισούσαν σαν τον μεγαλύτερο εχθρό τους,επειδή έτσι τους μάθαιναν.Είχα την ατυχία ο πρώτος μου φύλακας να είναι ένας Ούγγρος.Πολύ κακός.Εγώ γενικά με τους Ουγγρους δεν τα πήγαινα καλά.Μια μέρα μου λέει:«Θα σε κάνουν πατριάρχη»
 -Προσπαθούσε να σας δελεάσει
 π.Α.-Nαι,βέβαια προσπαούσε να με δελεάσει.Λες και εγώ τον πίστεψα.Αλλά εμένα με θεωρούσαν αρχηγό,είχα ένα όνομα εκεί στη φυλακή.Μια φορά μας μάζεψαν για να μας μιλήσουν οι συγκρατούμενοι που είχαν πουληθεί.Άρχισαν να μας μιλάνε για τον Μεσαίωνα.Τότε εγώ,έτσι κοντούλης όπως με βλέπετε σηκώθηκα και φώναξα:«Άκουσε βρε,τι ξέρεις εσύ για τον Μεσαίωνα;Ο Μεσαίωνας ήταν θεοκεντρικός.Τι μας λες και εσύ.Μετά χάθηκα μέσα στο πλήθος.Ήμασταν χιλιάδες.Βέβαια είχαν ανάμεσά μας τους πληροφοριοδότες τους.Ήταν ένα θαύμα που δεν μου έκαναν τίποτα
(Σε αυτό το σημείο κάνουν μια συζήτηση για τους φακέλους τησ περιφημης Σεκουριτάτε,που ανοίχθηκαν το 2008 όπου βρέθηκαν και ονόματα επισκόπων και έπειτα συνεχίζεται ο διάλογος ως εξής)
-Και τι πρέπει να κάνουμε γέροντα;
π.Α.-Φτιάξε τον εαυτό σου!Αυτη είναι η καλύτερη απάντηση στην ερώτηση αυτή που βάζει κάθε άνθρωπος με λίγη συνείδηση.Φτιάξε την ζωή σου.Γίνε ξανά άνθρωπος
-Χωρίς να ψάχνεις στα λάθη του άλλου
π.Α.-Κυρίως αν δεν έχεις αγάπη.Και εαν ακολουθείς την αυθεντική ορθόδοξη γραμμή βλέπεις ότι και εκείνον τον κρατάει ο Θεός.Ο Χριστός λέει''δεν κουνιέται τρίχα χωρίς τη θέλησή μου''Εκείνος ξέρει τι σκέφτεσαι,ξέρει ότι κάνεις.Γι'αυτό λέω φτιάξε τη ζωή σου!Και εαν είσαι ένας ήλιος κρυφός από τον κόσμο,ζέστανε τον κόσμο,πες ότι χρειάζεται.Επειδή ο κόσμος με ρωτάει να του πω έναν λόγο και τους λέω:«Να ξέρεις να πεθαίνεις και να ανασταίνεσαι κάθε μέρα»
-Πως δηλαδή;
 π.Α.-Να είσαι νεκρός για την αμαρτία!Δεν το δέχομαι αυτό!Καλύτερα να πεθάνω,σου λένε:'΄΄Εγώ κοίταξα ε΄ναν νεκρό και δεν γίνεται''μου είπαν.Ρώτησε κάποτε έναν γέροντα κάποιο πνευματικό του τέκνο:«Πάτερ,τι είναι η ταπεινοφροσύνη»;«Να βλέπεις τον εαυτό σου κατώτερο από κάθε πλάσμα παιδί μου».«Από κάθε πλάσμα;...και το σκουλίκι πλάσμα είναι»«Και από το σκουλίκι παιδί μου»!
-Πως μπορείς όμως να φτάσεις σ'ένα τέτοιο μέτρο;
π.Α.-Κοίτα να δεις γιατί είπε έτσι εκείνος ο γέροντας:επειδή το σκουλίκι κινείται συνεχώς,ψάχνει τη ζωή.Την ψάχνει για να ζήσει,να δοκιμάσει.Λέει ο Χριστος να είμαστε σοφοί όπως ένα φίδι.Γιατί όπως ένα φίδι.Γιατί μας έδωσε αυτό ακριβώς ως παράδειγμα σοφίας;
-Επειδή εμείς περιφρονούμε τα φίδια ...το θεωρούμε κάτι που σέρνεται!
-Ναι,αλλά γιατί;.Επειδή το φίδι εαν το κόψεις δέκα κομμάτια δεν πεθαίνει.Εαν όμως το χτυπήσεις στο κεφάλι πεθαίνει.Η κεφαλή μας είναι ο Χριστός,να προστατέψουμε την Κεφαλή μας.
Γι'αυτό ο Χριστός είπε«γένεσθε σοφοί όπως οι όφεις»,επειδή εαν ''χτυπήσεις τον Χριστό τότε η χάρη του Θεού φεύγει από εσένα και βρίσκεσαι στη διάθεση των πονηρών πνευμάτων''
(...)Το κεράκι για να φωτίσει πρέπει να κάψει το φυτίλι και το κερί.Συνεπώς για να φωτίσει πρέπει να θυσιαστεί!Αφησε τη γνώμη σου,ξέχνα την κούραση!Δε γίνεται χωρίς θυσία!Ο κόσμος αυτό δεν το βλέπει και δεν τον νοιάζει.Ο σατανάς όμως εαν το δει θα κάνει το παν να σε προκαλέσει ο άλλος.Τον νικάς και σε νικαέι Μην ξεχνάτε ότι ο σατανάς είναι ελεύθερος!Του επιτρέπει βέβαια ο Θεός αλλά είναι ελεύθερος.Με ρωτούν πολλές φόρες ''πώς να γλυτώσω από τον σατανά''και τους απαντώ''τι θα απογίνουμε χωρίς αυτόν.Αυτός μας προσκαλεί στη μάχη,στον αγώνα χωρίς να το καταλάβει.Με ρώτησαν σε κάποιο βιβλίο ''τι είναι ο διάβολος''; και απάντησα:'' ολοι οι διαβολοι...ειναι του διαβόλου''!
Συμπερασματικά τώρα, επειδή δεν έχουμε άλλον χρόνο,ειλικρινά σας λέω, σαν ένας αδελφός που σε λίγο συμπληρώνει τα εκατό του χρόνια:δεν ωφείλω τόσα στα σχολεία που πήγα και μάζεψα γνώσεις και στα λόγια που άκουσα εκεί που εγώ πήγα,όσο μου χρησίμευσε ο πόνος!Τότε κατάλαβα γιατί ο Θεός κρατάει τον διάβολο,για να μπορείς να έχεις με έναν αόρατο τρόπο το σπαθί στο χέρι!Δεν είσαι καλός αγωνιστής εαν τρέμει το χέρι σου όταν κρατάς το σπαθί στο χέρι!Δεν επιτρέπεται αυτό, με το σπαθί στο χέρι.Είναι δυνατόν οτιδήποτε εν Χριστώ,οτιδήποτε...Δεν επιτρέπω όμως να είναι κάποιος λυπημένος.Αυτή είναι η μεγαλύτερη νίκη του διαβόλου.Να έχουμε χαρά και εμπιστοσύνη!Πρώτα όμως να έχουμε ταπείνωση
Πόνος,ναι πόνος.Και αν έφυγες από τον κόσμο(στο μοναστήρι),αρνήσου και τον εαυτό σου!Αλλά λέγει:«Αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολούθειτω μοι»Να λοιπόν ο πόνος, δεν γίνεται χωρίς πόνο.Στον μοναχισμό ειδικά,η υποταγή της θελήσεως σου,η υπακοή,είναι η μεγαλύτερη νίκη.Δεν γίνεται όμως χωρίς θυσία,χωρίς Σταυρό.Μη το κυνηγάς αλλά εαν έρθει μην το αρνηθείς.Ο Χριστός δεν ήθελε τον Σταυρό,αλλά αφού ήρθε,τον δέχτηκε.Δεν τον αρνήθηκε!Να κάνεις και εσύ αυτό κατά τη δύναμή σου,γιατί ο Θεός δεν σου δίνει σταυρό πέρα από τις δυνάμεις σου
Ειλικρινά υπέφερα!Ο πόνος μου άνοιξε πολλές μυστικές πορτίτσες.Και τότε έχεις μια σχέση ζωντανη με τον Ουρανό ,με την Παναγία η οποία να ξέρατε πόσο κοντά μας βρίσκεται,πόσο πολύ μας αγαπάει και πόσο λυπημένη είναι όταν δεν της ζητάμε τίποτα!Μεγάλο λάθος.Συνεπώς ο πόνος ηρέμησε τη ψυχή μου.Όμως στην κορυφή βρίσκεται η ταπείνωση,στην οικογένεια και στο μοναστήρι.

Cristian Curte
πηγή-''Lumea Monahilor''Ιαν.2008
μετάφραση-www.proskynitis.blogspot.com

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Γέροντας¨Παΐσιος: Στόν ταπεινό ἀναπαύεται τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ


- Γέροντα, ποιες αρετές πρέπει νά έχη ό άνθρωπος, γιά νά τον επισκίαση ή Χάρις τοϋ Θεοϋ;
- Και μόνον ή ταπείνωση φθάνει. Συχνά μέ ρωτούν:
«Πόσος καιρός χρειάζεται, γιά νά απόκτηση κανείς τήν θεία Χάρη;». Μερικοί μπορεί σε όλη,τους τήν ζωή νά ζουν δήθεν πνευματικά, νά κάνουν άσκηση κ.λπ., άλλά νά νομίζουν δτι κάτι είναι, καί γι' αυτό νά μή λαμβάνουν τήν Χάρη τοϋ Θεοϋ. Καί άλλοι σε λίγο χρόνο χαριτώνονται, επειδή ταπεινώνονται.
"Αν ό άνθρωπος ταπεινωθή, μπορεί μέσα σέ ένα λεπτό νά τόν λούση ή θεία Χάρις, νά γίνη άγγελος καί νά βρεθή στον Παράδεισο. Ένώ, άν ύπερηφανευθή, μπορεί μέσα σέ ένα λεπτό νά γίνη ταγκαλάκι καί νά βρεθή στήν κόλαση. "Αν θέλη δηλαδή ό άνθρωπος, γίνεται άρνί• άν θέλη, γίνεται κατσίκι. Τά καημένα τά κατσίκια, καί νά θέλουν νά γίνουν αρνιά, δέν μπορούν στον άνθρωπο όμως ό Θεός έδωσε τήν δυνατότητα νά γίνη άπό κατσίκι άρνί, αρκεί νά τό θέληση.

Ή Χάρις τοϋ Θεοϋ πάει μόνο στον ταπεινό καί πράο άνθρωπο. Έκεΐ αναπαύεται τό πνεύμα τοϋ Θεοϋ. Είδες τί λέει ό Προφήτης Ησαΐας; «Έπί τίνα επιβλέψω, αλλ" ή έπί τόν ταπεινόν καί ήσύχιον;»
Ό Θεός θέλει νά έχουμε μόνο λίγη ταπείνωση, γιά νά συγγενεύουμε μαζί Του, καί μετά δλες οί δωρεές Του έρχονται άφθονες ή μία μετά τήν άλλη. Γιατί ό Θεός χρωστά κατά κάποιον τρόπο στον ταπεινό άνθρωπο πολλή Χάρη καί τοϋ τήν δίνει ως δώρο, χωρίς εκείνος νά τήν ζήτηση. Είναι πνευματικός νόμος αυτό. «Ό Θεός ϋπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοϊς δέ δί-δωσι χάριν» , δέν λέει τό Ευαγγέλιο; "Ετσι τά έχει κανονίσει ό Θεός. «Είμαι ταπεινός» θά πή: «Έχω θεία Χάρη»! Πολύ ταπεινός, πολλή Χάρη λαμβάνει άπό τόν Θεό, γιατί ό ταπεινός σαν σφουγγάρι τήν ρουφάει τήν θεία Χάρη.
Όποιος σκύβει ταπεινά καί δέχεται τά χτυπήματα άπό τους άλλους, διώχνει τά δικά του εξογκώματα, ομορφαίνει πνευματικά σάν "Αγγελος, καί έτσι χωράει άπό τήν στενή πύλη τού Παραδείσου. Στόν Ουρανό δέν ανεβαίνει κανείς μέ τό κοσμικό ανέβασμα άλλά μέ τό πνευματικό κατέβασμα.
Ή ταπείνωση ανοίγει τις πόρτες τοϋ Ουρανού καί έρχεται στόν άνθρωπο ή Χάρις τοϋ Θεοϋ, ένώ ή υπερηφάνεια τις κλείνει. Ό Παπα-Τύχων έλεγε: «Ένας ταπεινός άνθρωπος έχει περισσότερη Χάρη άπό πολλούς ανθρώπους μαζί. Κάθε πρωί ό Θεός ευλογεί τόν κόσμο μέ τό ένα χέρι, άλλά, δταν δή κανέναν ταπεινό άνθρωπο, τόν ευλογεί μέ τά δυό Του χέρια. Εκείνος πού έχει μεγαλύτερη ταπείνωση, είναι ό μεγαλύτερος άπό όλους!» .
Όλα άπό τό ταπεινό φρόνημα εξαρτώνται. Όταν ύπάρχη στόν άνθρωπο ταπεινό φρόνημα, τότε φυσιολογικά ανταμώνει ή γη μέ τόν Ουρανό. Οί άνθρωποι μέ τήν ταπείνωση βρήκαν τό κουμπί• τό πατούν καί ανεβαίνουν στόν «Τρίτο Ουρανό» μέ τό πνευματικό ασανσέρ τής αγάπης. Καί άκοϋς μερικούς νά λένε: «Καί γιατί ό Θεός θέλει νά ταπεινωθούμε;». Άκοϋς κουβέντα; Μά, άν δέν ταπεινωθή ό άνθρωπος, δέν χωράει στόν Παράδεισο, άλλά καί σ' αυτήν τήν ζωή δέν έχει ανάπαυση. Τί εΐπε ό Χριστός; «Μάθετε άπ" έμοϋ δτι πράος είμι και ταπεινός τη καρδία και ευρήσετε άνά-πανσιν ταΐς ψνχαΐς υμών»

Πηγή: http://ellinorthodoxia.blogspot.com

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

Ο Κόντογλου και η..."εξομολόγησή του" Καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη...



Τοῦ ἀειμνήστου ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ † 1965

...Χρυσά χέρια και πολλά χαρίσματα μου έδωσε ο Κύριος. Δεν τα μεταχειρίσθηκα για να αποχτήσω υλικά αγαθά, μήτε χρήματα, μήτε δόξα, μήτε κανενός είδους καλοπέραση. Τα μεταχειρίσθηκα προς δόξαν του Κυρίου και της Ορθοδοξίας του.
Όχι μόνο τον εαυτό μου παράβλεψα, μα και τους δικούς μου, τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου τα αδίκησα, κατά το πνεύμα του κόσμου. Κανένας άνθρωπος δεν στάθηκε τόσο ανίκανος να βοηθήσει τους συγγενείς του, όσο εγώ. Μ' όλο που είχα ένα όνομα και πολλούς θαυμαστές, ποτέ δεν τα με¬ταχειρίσθηκα για ωφέλειά μου, τόσο, ώστε ν' απορούν οι γνωστοί μου κι οι ξένοι. Ήμουνα προσηλωμένος στο έργο που έβαλα για σκοπό μου, και στον σκληρόν αγώνα για την Ορθόδοξη πίστη μας. Για τούτο τυραννιστήκαμε και τυραννιόμαστε στη ζωή μας. Φτωχός εγώ, φτωχά και τα παιδιά μας. Βιοπάλη σκληρή.
Μα, με την ελπίδα του Θεού, όλα γαληνεύουν. Όλα τα θλιβερά τα περνούμε με ευχαριστία. Ξέρω πως όσα βάσανα μας έρχονται, μας έρχονται γιατί δεν πέσαμε να προσκυνήσουμε τον διάβολο, να καλοπεράσουμε, παρά ακολουθούμε Εκείνον που μας δείχνει «την στενήν και τεθλιμμένην οδόν», και σ' αυτόν τον δρόμο τον ακολουθούμε πρόθυμα....
*********
Εχθές, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ήμουνα ξαπλωμένος στο κουβούκλι μας περασμένα τα μεσάνυχτα, και συλλογιζόμουνα. Είχα δουλέψει νυχτέρι για να τελειώσω μια Παναγία Γλυκοφιλούσα, και δίπλα μου καθότανε η γυναίκα μου κι έπλεκε. Όποτε δουλεύω, βρίσκουμαι σε μεγάλη κατάνυξη, και ψέλνω διάφορα τροπάρια. Σιγόψελνα λοιπόν εκεί που ζωγράφιζα την Παναγία, κι η Μαρία έψελνε και κείνη μαζί μου με τη γλυκειά φωνή της. Βλογημένη γυναίκα μου έδωσε ο Θεός, ας είναι δοξασμένο τ' όνομά του για όλα τα μυστήρια της οικονομίας του. Τον ευχαριστώ για όσα μου έδωσε, και πρώτο απ' όλα για την απλή τη Μαρία, που μου τη δώρισε συντροφιά στη ζωή μου, ψυχή θρησκευτική, ένα δροσερό ποταμάκι που γλυκομουρμουρίζει μέρα νύχτα δίπλα σ' έναν παλιόν καστρότοιχο....
Κοντά μου κάθεται και με συντροφεύει, ήμερος άνθρωπος, Μαρία η Απλή. Εκείνη πλέκει είτε ράβει, κι εγώ δουλεύω την αγιασμένη τέχνη μου και φιλοτεχνώ εικονίσματα που τα προσκυνά ο κόσμος. Τί χάρη μας έδωσε ο Παντοδύναμος, που την έχουνε λιγοστοί άνθρωποι: «Ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν των δούλων αυτού». Το καλύβι μας είναι φτωχό στα μάτια του κόσμου, και μολαταύτα στ' αληθινά είναι χρυσοπλοκώτατος πύργος κι ηλιοστάλαχτος θρόνος, γιατί μέσα του σκήνωσε η πίστη κι η ευλάβεια. Κι εμείς που καθόμαστε μέσα, ήμαστε οι πιο φτωχοί από τους φτωχούς, πλην μας πλουτίζει με τα πλούτη του Εκείνος που είπε: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού».
Αφού λοιπόν τελείωσα τη δουλειά μου κατά τα μεσάνυχτα, ξάπλωσα στο μεντέρι μου, κι η Μαρία ξάπλωσε και κείνη κοντά μου και σκεπάσθηκε και την πήρε ο ύπνος. Έπιασα να συλλογίζουμαι τον κόσμο. Συλλογίσθηκα πρώτα τον εαυτό μου και τους δικούς μου, τη γυναίκα μου και το παιδί μου. Γύρισα και κοίταξα τη Μαρία που ήτανε κουκουλωμένη και δεν φαι­νότανε αν είναι άνθρωπος αποκάτω από το σκέπασμα. Κι είπα: Ποιος μας συλλογίζεται; Οι άνθρωποι λένε λόγια πολλά, μα δεν πιστεύουνε σε τίποτα, γι' αυτό είπε ο Δαυίδ: «Πας άνθρωπος ψεύστης». Γύρισα και κοίταξα το φτωχικό μας, πούνε σαν ξωκλήσι, στολισμένο με εικονίσματα και με αγιωτικά βιβλία, χωμένο ανάμεσα στ' αρχοντόσπιτα της Βαβυλώνας, κρυμένο, σαν τον φτωχό που ντρέπεται μη τον δει ο κόσμος. Η καρδιά μου ζεστάθηκε, κρυμένη και κείνη μέσα μου. Ένοιωσα πως ήμουνα χωρισμένος από τον κόσμο, κι οι λογισμοί μου πως ήτανε και κείνοι κρυμένοι πίσω από το καταπέτασμα που χώριζε τον κόσμο από μένα, και πως άλλος ήλιος κι άλλο φεγγάρι φωτίζανε τον δικό μας τον κόσμο. Κι αντί να πικραθώ, ευφράνθηκε η ψυχή μου πως μ' έχουνε ξεχασμένο, κι η χαρά η μυστική, που τη νοιώθουνε όσοι είναι παραπεταμένοι, άναψε μέσα μου ήσυχα κι ειρηνικά, κι η παρηγοριά με γλύκανε σαν μπάλσαμο, ανακατεμένη με το παράπονο. Και φχαρίστησα Εκείνον που φανερώνει τέτοια μυστήρια στον άνθρωπο, και που κάνει πλούσιους τους φτωχούς, τους χαρούμενους, τους θλιμμένους, που δίνει μυστική συντροφιά στους ξεμοναχιασμένους, και που μεθά με το κρασί της τράπεζάς του όσους κρεμάσανε την ελπίδα τους σε Κείνον. Αν δεν ήμουνα φτωχός και ξευτελισμένος, δεν θα μπορούσα να αξιωθώ τούτη την πονεμένη χαρά, γιατί δεν ξαγοράζεται με τίποτα άλλο, παρεκτός με την συντριβή της καρδιάς, κατά τον Δαυίδ που λέγει: «Κύριε, εν θλίψει επλάτυνάς με». Επειδή όποιος δεν πόνεσε και δεν ταπεινώθηκε, δεν παίρνει έλεος. Έτσι τα θέλησε η ανεξιχνίαστη σοφία. Μα οι άνθρωποι δεν τα νοιώ­θουνε αυτά, γιατί δεν θέλουνε να πονέσουνε και να ταπεινωθούνε, ώστε να νοιώσουνε κάποιο πράγμα που είναι παραπέρα από την καλοπέραση του κορμιού κι από τα μάταια πάθη τους.
Ολοένα, χωρίς να το καταλάβω, ανεβαίνανε τα δάκρυα στα μάτια μου, δάκρυα για τον κόσμο και δάκρυα για μένα. Δάκρυα για τον κόσμο γιατί γυρεύει να βρει τη χαρά εκεί που δεν βρίσκεται, και δάκρυα για μένα γιατί πολλές φορές δείλιασα μπροστά στη φτώχια και στους άλλους πειρασμούς, και δικαίωσα τους ανθρώπους, ενώ τώρα ένοιωσα πως δεν παίρνει ο άνθρωπος μεγάλο χάρισμα χωρίς να περάσει μεγάλον πειρασμό. Κι αντρειεύθηκα κατά το πνεύμα, κι ένοιωσα πως δεν φοβάμαι τη φτώχια, παρά πως την αγαπώ. Και κατάλαβα καλά πως δεν πρέπει ο άνθρωπος να αγαπήσει άλλο τίποτα από τον πόνο του, γιατί από τον πόνο αναβρύζει η αληθινή χαρά κι η παρηγοριά, κι εκεί βρίσκουνται οι πηγές της αληθινής ζωής.
Αληθινά, η φτώχια είναι φοβερό θηρίο. Όποιος το νικήσει όμως και φτάξει να μην το φοβάται, θα βρει μεγάλα πλούτη μέσα του. Τούτη την αφοβία τη δίνει ο Κύριος, άμα ταπεινωθεί ο άνθρωπος. Σ' αυτόν τον πόλεμο που η αντρία λέγεται ταπείνωση, και τα βραβεία είναι καταφρόνεση και εξευτελισμός, δεν βα­στάνε οι αντρείοι του κόσμου. Όποιος δεν περάσει από τη φωτιά της δοκιμής, δεν ένοιωσε αληθινά τί είναι η ζωή, και γιατί ο Χριστός είπε: «Εγώ είμαι η ζωή», και γιατί είπε πάλι: «Μακάριοι οι πικραμένοι, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούνε». Όποιος δεν απελπί­σθηκε από όλα, δεν τρέχει κοντά στον Θεό, γιατί λογαριάζει πως υπάρχουνε κι άλλοι προστάτες γι' αυτόν, παρεκτός του Θεού.
Κι εκεί που τα συλλογιζόμουνα αυτά, ένοιωσα μέσα μου ένα θάρρος και μια αφοβιά ακόμα πιο μεγάλη, κι ειρήνη με περισκέπασε, κι είπα τα λόγια που είπε ο Ιωνάς μέσα από το θεριόψαρο: «Εβόησα εν θλίψει μου προς Κύριον τον Θεόν μου και εισήκουσέ μου. Από την κοιλιά του Άδη άκουσες την κραυγή μου, άκουσες τη φωνή μου. Άβυσσο άπατη με έζωσε. Το κεφάλι μου χώνεψε μέσα στις σκισμάδες των βουνών, κατέβηκα στη γης, που την κρατάνε αμπάρες ακατάλυτες. Ας ανεβεί η ζωή μου από τη φθορά προς εσένα, Κύριε ο Θεός μου. Την ώρα που χάνεται η ζωή μου, θυμήθηκα τον Κύριο. Ας έρθει η προσευχή μου στην αγιασμένη εκκλησιά σου. Όσοι φυλάγουνε μάταια και ψεύτικα θα παρατηθούνε χωρίς έλεος. Μα εγώ θα σε φχαριστήσω και με φωνή αινέσεως θα σε δοξολογήσω». Και πάλι δόξασα τον Θεό και τον φχαρίστησα γιατί μ' έκανε αναίσθητο για τις ηδονές του κόσμου, τόσο που να συχαίνουμαι όσα είναι ποθητά για τους άλλους, και να νοιώσω πως είμαι κερδισμένος όποτε οι άλλοι λογαριάζουνε πως είμαι ζημιωμένος. Και γιατί πήρα δύναμη από Κείνον να καταφρονήσω τον σατανά, που παραφυλάγει πότε θα λιγοψυχήσω, κι έρχεται και μου λέγει: «Πέσε προσκύνησέ με, γιατί θα γίνουνε ψωμιά αυτές οι πέτρες που βλέπεις». Και πάλι ξανάρχεται και μου λέγει: «Ε, πως χαίρεται ο κόσμος! Ακούς τον αλαλαγμό, τις φωνές που βγαίνουνε από τα παλάτια όπου διασκεδάζουνε οι φτυχισμένοι υποταχτικοί μου, άντρες και γυναίκες; Πέσε προσκύνησέ με και σαν απλώσεις μοναχά το χέρι σου να τα πάρεις όλα. Εσύ είσαι άνθρωπος τιμημένος για την τέχνη σου. Γιατί να υποφέρνεις, σε καιρό που αυτοί χαίρουνται όλα τα καλά και τ' αγαθά, μ' όλο που δεν έχουνε τη δική σου την αξιοσύνη; Κοίταξε τη φτώχια σου, κι αν δεν λυπάσαι τον εαυτό σου, λυπήσου την καϋμένη τη γυναίκα σου και το φτωχό το παιδί σου, που υποφέρνουνε από σένα!». Άλλη φορά τον άκουγα, μ' όλο που δεν έκανα ότι μούλεγε, μα τώρα τον άφησα να λέγει χωρίς να τον ακούσω ολότελα. Έμενα ο νους μου ήτανε σε κείνους τους θλιμμένους και τους βασανισμένους που δεν έχουνε ελπίδα, και σε κείνους που τρώγανε και πίνανε κείνη τη νύχτα και που χορεύανε με τις γυναίκες που δεν έχουνε ντροπή, και σε κείνους που μαζεύουνε πλούτη κι αδιαφόρετα πράματα που δεν μπορούνε να τ' αποχωριστούνε σαν σιμώσει ο θάνατος, και που καταγίνουνται να δέσουνε τον εαυτό τους με πιο πολλά σκοινιά, αντίς να τα λιγοστέψουνε. Επειδής οι δύστυχοι είναι φτωχοί από μέσα τους κι αδειανοί και τρεμάμενοι, και θέλουνε να ζεσταθούνε και γι' αυτό ρίχνουνε από πάνω τους όλα αυτά τα πράματα, σαν τον θερμιασμένον που ρίχνει απάνω του παπλώματα και ρούχα, δίχως να ζεσταθεί. Λογαριάζω πως οι σημερινοί οι άνθρωποι είναι πιο φτωχοί στο απομέσα πλούτος και γι' αυτό έ­χουνε ανάγκη από τόσα πολλά μάταια πράματα. Αυτά που λένε χαρές και ηδονές, τα δοκίμασα κι εγώ σαν άνθρωπος, και πίστευα κι εγώ πως ήτανε στ' αληθινά χαρά κι ευτυχία. Μα γλήγορα κατάλαβα πως ήτανε ψευτιές και φαντασίες ασύστατες, και πως χοντραίνουνε την ψυχή και στραβώνουνε τα πνευματικά της μάτια, και τότε δε μπορεί να δει, και γίνεται κακιά κι αλύπητη στον πόνο τ' αδερφού της, αδιάντροπη, ακατάδεκτη, άθεη, θυμώτρα, αιμοβόρα.
Όσοι είναι σκλάβοι στην καλοπέραση του κορμιού τους δεν έχουνε αληθινή χαρά, γιατί δεν έχουνε ειρήνη. Για τούτο θέλουνε να βρίσκουνται μέσα σε φουρτούνα και να ζαλίζουνται, ώστε να θαρούνε πως είναι φτυχισμένοι. Η χαρά η αληθινή είναι μια θέρμη της διάνοιας και μιαν ελπίδα της καρδιάς που τις αξώνουνται όσοι θέλουνε να μην τους ξέρουνε οι άνθρωποι, για να τους ξέρει ο Θεός. Γι' αυτό, Κύριε και Θεέ και πατέρα μου, καλότυχος όποιος έκανε σκαλούνια από τη φτώχια κι από τα βάσανα κι από την καταφρό­νεση του κόσμου, για ν' ανεβεί σε Σένα. Καλότυχος ο άνθρωπος που ένοιωσε την αδυναμία του αληθινά. Όσο πιο γλήγορα το κατάλαβε, τόσο πιο γλήγορα θα απογευτεί από το ψωμί που θρέφει κι από το κρασί που δυναμώνει, αν έχει την πίστη του σε Σένα. Αλλοιώς θα γκρεμνιστεί στο βάραθρο της απελπισίας.
Με τί λόγια να φχαριστήσω τον Κύριό μου, που ήμουνα χαμένος και με χεροκράτησε, στραβός και μ' έκανε να βλέπω; Εκείνος έστρεψε την λύπη μου σε χαρά. «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος, και εξήγαγεν ημάς εις αναψυχήν. Μακάριος άνθρωπος ο ελπίζων επ' Αυτόν».
Αδέλφια μου, δώστε προσοχή στα λόγια μου! Έτσι που βλέπετε, έβλεπα κι εγώ, και θαρρούσα πως έβλεπα" μα τώρα κατάλαβα πως ήμουνα στραβός και κουφός και ποδαγρός. Μετά χαράς δέχουμαι κάθε κακοπάθηση, γιατί αλλοιώς δεν ανοίγουνε τα μάτια στο αληθινό το φως, μήτε τ' αυτιά ακούνε τα καλά μηνύματα, μήτε τα πόδια περπατάνε στον δρόμο που πάγει εκεί όπου είναι η αιώνια πολιτεία του Χριστού, εκεί που βρίσκουνε ειρήνη κι ανάπαψη οι αγαπημένοι του. Όποιος δεν καταλάβει πως είναι απροστάτευτος από τους ανθρώπους κι έρημος στον κόσμον τούτον, δεν θα ταπεινωθεί. Κι όποιος δεν ταπεινωθεί δεν θα ελεηθεί. Η λύπη της διάνοιας μας σιμώνει στον Θεό. Γι' αυτό δεν θέλω καμιά καλοπέραση, αλλά καρδιά συντριμμένη.
Αυτά κι άλλα πολλά αναβρύζανε από μέσα μου κείνη τη νύχτα, και τα μάτια μου τρέχανε. Δεν ήξερε τι συλλογίζουμαι κανένας άνθρωπος, εκεί που ήμουνα τρυπωμένος, στο κουβούκλι μου, ούτε καν η Μαρία που κοιμότανε δίπλα μου κουκουλωμένη. Ο βοριάς έκανε μεγάλη ταραχή απ' όξω. Τα δέντρα αναστενάζανε, θαρρούσες πως κλαίγανε και πως παρακαλούσανε ν' ανοίξω να μπούνε μέσα να προστατευτούνε. Το καντήλι έριχνε το χρυσοκέρινο φέγγος του απάνου στα κονίσματα και στ' ασημωμένο Ευαγγέλιο.
Δόξα σοι ο Θεός, καλά ήμαστε! Μακάριος είναι όποιος είναι ξεχασμένος. Ο κόσμος παραπέρα γλεντά, χορεύει, κάνει αμαρτίες με τις γυναίκες, παίζει χαρτιά. Ο δυστυχής γιορτάζει τον θάνατο του κορμιού του, που κάνει τόσα για να το φχαριστήσει. Λες πως κερδίσανε την αθανασία, τώρα που ήρθε ο καινούργιος χρόνος, αντίς να κλάψουνε πως σιμώνουνε ολοένα στο τέλος αυτής της πονηρής ζωής. «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τί ποιούσι». Τί κάνουνε; Πού πάνε; Σε λίγο θα καταντήσουνε τα κόκκαλά τους σαν λιθάρια άψυχα, θα γκρεμνιστούνε τα παλάτια τους, θα σβύσει όλη τούτη η οχλοβοή κι η φωτοχυσία, σαν κάποιο πράγμα που δεν γίνηκε ποτές. Ω κατάδικοι, τί ξεγελοιώσαστε; «Ίνα τί αγαπάτε ματαιότητα και ζητήτε ψεύδος;».
Ξημέρωμα 1ης Ιανουαρίου 1950
Αξιοπρόσεκτες ευσεβείς σκέψεις
του ακαταβλήτου αγωνιστού
αειμνήστου ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ † 1965
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" Θεσσαλονίκη
ΑΠΟ: http://www.impantokratoros.gr/EC9939DC.el.aspx
http://patmias.blogspot.com

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

᾿Ιάκωβος Τσαλίκης:῾Ο πιο ταπεινός άνθρωπος στην Ελλάδα (μαρτυρία Γέροντος Πορφυρίου)



Ο μακάριος Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης (1922-1991)

Ο μακαριστός Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης έλεγε για τον π. Ιάκωβο τον Τσαλίκη, ότι ήταν ο πιο ταπεινός άνθρωπος στην Ελλάδα.

Ο Γ. Ιάκωβος δεν θεώρησε σκόπιμο να αφήσει απαρατήρητη τη ζημιά που προκάλεσε κάποιος χωρικός στα χτήματα της Μονής. Γιατί θεωρούσε ότι η περιουσία της Μονής δεν είναι δική του αλλά του αγίου (στην προκείμενη περίπτωση του Οσίου Δαβίδ).

Κάποιο απόγευμα, τον επεσκέφθη στην Μονή ένας χωρικός της περιοχής, μεγάλης ηλικίας, ο οποίος του είπε: «Έμαθες τα νέα Γέροντα; Ποιά νέα βρε; Δεν έμαθες ότι κόψανε τις ελιές από το κτήμα της Μονής στο γυαλό και κάνανε καμίνι; Και ρίξανε πάνω στους κομμένους κορμούς χώμα για να μην φαίνονται. Όχι δεν έμαθα, αλλά ποιος τις έκοψε; Ξεύρω κι εγώ Γέροντα, ρώτησε στο χωριό να μάθεις».
Στενοχωρήθηκα πολύ, κύριε Δημήτρη μου, και δεν ήξερα τί να κάνω" καλόγερος άνθρωπος να τρέχω στις αστυνομίες και τα αγρονομεία, να κάνω μηνύσεις και δικαστήρια. Είναι αυτά πράγματα για μένα; Πάνω στην απελπισία μου σκέφθηκα τον Όσιο Δαβίδ, ιδρυτή και προστάτη της Μονής. Έτρεξα στην εκκλησία και μπροστά στην εικόνα του, όπως ήμουν ταραγμένος, του είπα τα έξης λόγια: Άκουσε, Όσιε Δαβίδ" όπως ξεύρεις, έγώ ούτε σπίτι έχω, ούτε οικογένεια, ούτε κτήματα. Όσα είχα τα χάρισα σε συγγενείς και φίλους" άφησα τα πάντα και ήρθα έδώ να Σε υπηρετήσω και Σε υπηρετώ με δοκιμασίες, στερήσεις και χίλιους πειρασμούς και προβλήματα, τα ξεύρεις ...; Ακουσε λοιπόν. Σε παρακαλώ, αυτόν πού έκοψε τις ελιές από το κτήμα σου, να μου τον φέρεις εδώ, σε 24 ώρες το αργότερο. Διαφορετικά ούτε καντήλι θα Σου ανάψω, ούτε θα Σε λιβανίσω. Άκουσες; Και σηκώθηκα και έφυγα πολύ στενοχωρημένος. Τί άλλο μποροΰσα να κάνω.
Την άλλη ήμερα το απόγευμα και ενώ ετοιμαζόμαστε για τον Εσπερινό, ευρισκόμενος έξω άπό το καθολικό της Μονής, 20 περίπου μέτρα μακρυά, βλέπω να μπαίνει, από την εξωτερική πόρτα, στην αυλή, ένας ηλικιωμένος άνθρωπος, αγρότης, κακοντυμένος, ο οποίος με το κεφάλι κάτω, βλέποντας προς το έδαφος, ερχόταν προς έμενα. Εγώ, μόλις τον είδα, αμέσως είπα μέσα μου: Αυτός είναι πού έκοψε τις ελιές από το κτήμα της Μονής και ο Όσιος Δαβίδ μου τον έφερε, πριν περάσουν 24 ώρες, όπως του το είπα.
Όταν με πλησίασε, μου λέγει: Πατέρα Ιάκωβε, θέλω να σου μιλήσω και να σου πω κάτι. Τί να μου πεις βρε; Να, πως εγώ έκοψα τις ελιές από το κτήμα της Μονής στο γυαλό. Και γιατί τις έκοψες βρε; Είναι σωστό να κόβομε τα δένδρα από τα ξένα κτήματα; Έχεις δίκιο πατέρα Ιάκωβε, δεν είναι σωστό, αλλά τί να κάνω; Είχα μεγάλη ανάγκη για τα παιδιά μου. Εσύ είσαι ένας άγιος άνθρωπος" τί; θα με πας στο Αγρονομείο και την Αστυνομία φαμελίτη άνθρωπο; θα με πας στα Δικαστήρια; Όχι, εγώ δεν θα σε πάω στην Αστυνομία και τα Δικαστήρια, όμως ο Αγρονόμος της Λίμνης, πού έμαθε το γεγονός, κάνει ανακρίσεις. Μπορώ εγώ να τον σταματήσω, αφοΰ ενήργησε μόνος του από υπηρεσιακό καθήκον (αυτεπαγγέλτως); Δεν μπορείς να τον σταματήσεις, μπορείς όμως να με βοηθήσεις, όχι εμένα, τα 5 ανήλικα. Μετά 3 μήνες έγινε το Δικαστήριο στο Αγρονομείο της Λίμνης, για αγροτική φθορά. Πρώτος και μόνος μάρτυς εξητάσθη ο π. Ιάκωβος με διαβεβαίωση της ιερωσύνης του. Ο οποίος ουδέν επιβαρυντικό κατέθεσε διά τον κατηγορούμενο. Αυτός, όμως, ώμολόγησε την πράξη του και εζήτησε συγγνώμη από τον π. Ιάκωβο. Το δε Δικαστήριο τον κατεδίκασε σε χρηματικό πρόστιμο 300 δραχμών, το οποίον, αθορύβως και με διάκριση, κατέβαλε ο π. Ιάκωβος. Έτσι απέφυγαν ο κατηγορούμενος τον εγκλεισμό του στη φυλακή, διότι δεν είχε χρήματα να πληρώσει το πρόστιμο και τα 5 ανήλικα την στέρηση της προστασίας του πατέρα τους.

Πηγή: Δημητρίου Αλεξ. Τζούμα, πρωτοπρεσβυτέρου - αρεοπαγίτου ε.τ., Ο πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης όπως τον γνώρισα, β' έκδοσις, Αθήνα 2008


Πηγή:http://agioritis.pblogs.gr