"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἐξουσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἐξουσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

᾿Εμφανίσθηκε ὁ Γέροντας Παΐσιος;





Φύλαγε τά ροῦχα σου...
   
   Πολύς ντόρος ἔγινε τόν τελευταῖο καιρό περί ἐμφανίσεως τοῦ Γέροντος Παϊσίου τοῦ ῾Αγιορείτου. ᾿Εμφανίσθηκε , λοιπόν, ὁ Γέροντας Παῒσιος ἤ ὄχι. Κι ἐνῶ ἐδῶ καί καιρό ἡ εἴδηση κυκλοφοροῦσε στό διαδίκτυο καί πολλοί τήν διέψευδαν, ξαφνικά ἡ εἴδηση ἄρχισε νά γίνεται πιστευτή γιά κάποιο πρόσθετο λόγο:τό εἶπε καί ἡ τηλεόραση. ῾Οπότε, σκέφτηκαν πολλοί ἀδελφοί μας, ἀφοῦ εἶπε καί ἡ τηλεόραση, τότε μᾶλλον θά εἶναι ἀλήθεια. Βλέπετε, ἀγαπητοί μου, ἡ τηλεόραση ἔχει ταυτιστεῖ στήν συνείδηση τοῦ νεοέλληνα μέ τήν ἐγκυρότητα καί τήν ἀξιοπιστία.
   ῎Ας μήν ξεχνᾶμε πόσες ὧρες καταναλίσκουν οἱ ἀπανταχοῦ τῆς γῆς συνέλληνες καί ὄχι μόνο, γιά νά πληροφοροῦνται τά νέα, νά διασκεδάζουν, νά διώχνουν βρέ ἀδερφέ μου τήν πλήξη τους.
   Οἱ εὐκολόπιστοι ἀδελφοί μας, μᾶς δείχνουν μέ τή στάση τους πόσο βαθιά ἔχει μπεῖ στή ζωή τοῦ νεοέλληνα ἡ ἠλεκτρονική νταντά τῶν παιδιῶν μας. ῾Η τηλεόραση πολλές φορές ἀντικαθιστᾶ τήν σύζυγο ἤ τόν σύζυγο, τόν φίλο ἤ τήν φίλη,  τήν μητέρα ἤ τόν πατέρα καί μερικές φορές τόν ἐξομολόγο, κυρίως σέ περιπτώσεις ὅπου φιλοξενοῦνται διάφοροι ψυχολόγοι ἕτοιμοι νά ἀκούσουν τά προβλήματα τοῦ κοσμάκη καί νά προτείνουν τίς φωτισμένες λύσεις τους.
   Πανταχοῦ παροῦσα ἡ τηλεόραση.Σέ κάθε σπίτι δύο τρεῖς τηλεοράσεις, ἀναμμένες μέρα –νύκτα ἐπιτελοῦν τό «κοινωνικό τους λειτούργημα». Τό μόνο πού δέν ἔχουμε κάνει εἶναι νά τίς παντρευόμαστε κιόλας. ᾿Αλλά ποῦ ξέρεις καμμιά φορά, ὅλα εἶναι πιθανά!
  ῾Η τηλεόραση, λοιπόν, ὁ ἀχώριστος αὐτός σύντροφός μας, μᾶς περιμένει σάν γυρίσουμε ἀπ᾿  τήν δουλειά νά μᾶς σερβίρει ὅ, τι αὐτή νομίζει ὅτι εἶναι γιά τό καλό μας. ῎Εχει τόση καλοσύνη ἡ καημένη πού σέ κατασκλαβώνει. ῎Αραγε μέ τό ἀζημείωτο; ῎Οχι, βέβαια! Ξέρει πολύ καλά τή δουλειά της καί προσπαθεῖ μέ κάθε τρόπο νά εὐχαριστήσει τά ἀφεντικά της, ἀλλά καί τούς θαμῶνες της. Θά μοῦ πεῖτε:καί καλά, ποιά εἶναι , τέλος πάντων, τά ἀφεντικά της; Μά οἱ κάθε λογῆς ἐξουσία καί οἱ ἑκάστοτε ἐκπρόσωποί της. Οἱ δημοσιογράφοι, οἱ δημοσιογραφίσκοι, τά φερέφωνα τῶν κυβερνώντων, οἱ καναλάρχες, τά διαπλεκόμενα συμφέροντα, ὅπως ἔλεγε παλιότερα κι ὁ Μητσοτάκης, καλή του ὧρα!
   Οἱ ἄνθρωποι λοιπόν τῆς κάθε ἐξουσίας κρύβοντα ἀπό πίσω καί μᾶς πασσάρουν ὅ, τι ἐκεῖνοι νομίζουν καλό καί ὠφέλιμο γιά τήν τσέπη τους κυρίως καί γιά ἄλλους σκοπούς φανερούς καί ἄδηλους. ῎Ετσι λοιπόν καί ἡ εἴδηση περί ἐμφανίσεως τοῦ Γέροντος Παϊσίου, πολύ πιθανό, νά ἐντάσσεται σέ ἕνα ὀργανωμένο σχέδιο κατασπιλώσεως τῆς μορφῆς τοῦ Γέροντος μέ ἀπώτερο σκοπό νά ἀχρηστεύσουν ὅσα μέ προφητική ἐνάργεια ἔχει πεῖ γιά τίς δύσκολες μέρες πού περνᾶμε.
   Τό ῞Αγιο ῎Ορος βοᾶ ἀπό ὅλες τίς μεριές:῾Η εἴδηση εἶναι ἀπάτη. ῾Επομένως τό συμπέρασμα πού βγαίνει ἀβίαστα εἶναι ὅτι ὅ, τι λέει ἡ τηλεόραση δέν εἶναι ἑκατό τοῖς ἑκατό ἀξιόπιστο, δέν εἶναι πάντα γιά τό καλό μας, δέν εἶναι πάντα ὑπέρ τῆς σκέψης μας, δέν εἶναι –τίς περισσότερες φορές ὑπέρ τῆς ᾿Εκκλησίας μας.
   Πολλές φορές ἡ τηλεόραση, σοῦ δίνει τήν ἐντύπωση ὅτι μισεῖ τήν ᾿Εκκλησία μας, μισεῖ τόν κλῆρο της, μισεῖ τήν ἀποστολή της. ῾Η τηλεόραση εἶναι σκανδαλοθηρική, ἀρέσκεται στή φιλοσοφία τῆς κλειδαρότρυπας,  εἰσχωρεῖ στήν ἰδιωτική ζωή τῶν ἀνθρώπων καί κυρίως περνάει τό μήνυμά της πού εἶναι πρωτίστως ἀντιπνευματικό, ἀντιεκκλησιαστικό, φανατικά ἀντορθόδοξο καί χριστοκτόνο. Ποῦ εἶναι οἱ παιδαγωγικές ἐκπομπές, οἱ πολιτιστικές εἰδήσεις, ἡ ἀναφορά στό ἔργο καί τήν προσφορά τῆς ᾿Εκκλησίας; Τίποτε. Ξεραῒλα. Μόνο ἄν κάποιος κληρικός ὑποπέσει σέ κάποιο παράπτωμα, εἶναι ἕτοιμη νά τόν διαπομπέυσει, νά τόν κατασπαράξει.
   Τό συμπέρασμα:ὅταν ἀκοῦμε κάποια εἴδηση ἀπό τήν τηλεόραση καί ἀπό τά προσφυῶς χαρακτηρισθέντα «τηλεδικεῖα»,  ἄς εἴμαστε στό ἔπακρον καχύποπτοι κι ἐπιφυλακτικοί. Εἶναι αὐτό πού λέει ὁ λαός μας:φύλαγε τά ροῦχα σου νά ἔχεις τά μισά...
Φιλικά,

᾿Οδυσσεύς

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Εξουσία που «αποδομεί» την κοινωνία -Tου Χρήστου Γιανναρά

᾿Οδυσσεύς τοῦ Klision: Τό ἄρθρο πού ἀκολουθεῖ τό ἀφιερώνω σέ συναδελφό-(συνώνυμον τοῦ ἀεί ζῆν καί φιλαναγνώστη τοῦ ἰστολογίου μας) πού τοῦ ἀρέσει τό γιανναρικό στύλ, χωρίς βέβαια νά ταυτίζεται μέ αὐτό, ἀλλά διατηρεῖ τό δικό του ὕφος γραψίματος.









ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (7-2-2010)

Το να είσαι Ιταλός, Γάλλος, Βρετανός, Ελληνας ή ό, τι ανάλογο δεν δηλώνει μόνο μια συμβατική, κρατική υπηκοότητα. Δηλώνει ότι «ανήκεις» σε μια συλλογικότητα με μεγαλύτερη ή μικρότερη ώς τώρα διαδρομή στην ανθρώπινη Ιστορία – ανήκεις σε μια γλώσσα, σε μια συνείδηση κοινού παρελθόντος, σε κοινή νοο-τροπία, κοινό θησαύρισμα πείρας που παραδίνεται από γενιά σε γενιά και διαμορφώνει συν-ήθειες, ένα κοινό ήθος, περίπου συλλογικό χαρακτήρα.

Οταν στη μητρική σου γλώσσα (τη γλώσσα που σε πρωτομπόλιασε στην κοινή «λογική»: σε σκέψη και κρίση) η συλλογικότητα σημαίνεται ως «κοινωνία» (δυναμική σχέσεων, συμ-μετοχή και αλληλεξάρτηση στην πραγμάτωση της ζωής), δεν είναι δυνατό να έχεις την ίδια οπτική και την ίδια εκδοχή της πραγματικότητας με συνάνθρωπό σου, καθ’ όλα σεβαστόν και αγαπημένο, που στη μητρική του γλώσσα η συλλογικότητα είναι μόνο «societas», δηλαδή «εταιρισμός επί κοινώ συμφέροντι». Αλλη νοο-τροπία και άλλα αντανακλαστικά σκέψης και πράξης διαμορφώνει το νοηματικό και βιωματικό φορτίο της λέξης «α-λήθεια» και άλλο της λέξης «veritas», διαφορετικό της λέξης «νόμος» και διαφορετικό της λέξης «lex» – το ίδιο και με αναρίθμητα ακόμη ζεύγη λέξεων: «λόγος» και «ratio», «πρόσωπο» και «persona», «δημοκρατία» και «res publica» κ. λπ., κ. λπ.

Διαφορετικόν ανθρωπολογικό τύπο διαμορφώνει μια συλλογικότητα με παρελθόν κατακτητικών κυρίως πολέμων, επιθετικών αναζητήσεων «ζωτικού χώρου», αποικιοκρατικών εθισμών, και διαφορετικόν μια άλλη που αιώνες πολλούς κυρίως αμυνόταν, επιβίωνε χάρη στην πανανθρώπινη εμβέλεια της πνευματικής της πραμάτειας. Διαφορετική νοο-τροπία και ήθος χαρακτηρίζει μια συλλογικότητα που η μεταφυσική της αναφορά ήταν πάντοτε ένας Θεός τιμωρός, αμείλικτος δικαστής και σαδιστής πατέρας, η «αμαρτία» παράβαση νόμου, ενοχή, εξαγοράσιμος κολασμός, και διαφορετική προκύπτει μια συλλογικότητα που ξέρει τον Θεό «νυμφίο», «εραστή μανικώτατον» του ανθρώπου και την αμαρτία «αστοχίαν», «απόπτωσιν από του στόχου», του στόχου πληρότητας της ζωής που είναι ο «όντως έρως».

Δεν ανήκουμε σε «εθνότητα», είναι ανεπαρκέστατη η λέξη. Ανήκουμε σε μια γλώσσα, σε μια κοινή ιστορική εμπειρία, σε μια παράδοση και συνέχεια πείρας, νοοτροπίας, μεταφυσικής ελπίδας. Αλλά αυτό το «ανήκειν», το «συνυπάρχειν» με κοινό, συνεκτικό της συλλογικότητας «τρόπο», βιώνεται και κατανοείται σε συνάρτηση πάντοτε με την καλλιέργεια του καθενός, το αισθητήριό του «ποιότητας» της ζωής.

Οι φτηνοί άνθρωποι του ό, τι φάμε ό, τι πιούμε και ό, τι τέλος πάντων ηδονικό αρπάξουμε, παρακάμπτουν το υπάρχειν (που είναι πάντοτε συνύπαρξη) και λογαριάζουν για ζωή το «έχειν»: Να κατέχουν, να εξουσιάζουν, να τα έχουν όλα υποταγμένα στις απαιτήσεις του εγώ. Καταλαβαίνουν τη συλλογικότητα μόνο σαν «κράτος» και το «ανήκειν» μόνο σαν συμβατική «υπηκοότητα». Λογαριάζουν το κράτος σαν εξουσιαστικό μηχανισμό διαχείρισης των κοινών και τους ενδιαφέρει μόνο για όσα χρηστικά τους παρέχει.

Πολύ συχνά, φτηνοί άνθρωποι ορέγονται τη διαχείριση του κράτους, την εξουσία της διαχείρισης. Οχι για να υπηρετήσουν τον δημιουργικό δυναμισμό της κοινωνικής συνοχής, τη γλώσσα, την ιστορική συνείδηση, τη θησαυρισμένη παράδοση, τη μεταφυσική ελπίδα – είναι ευτελείς άνθρωποι, δεν καταλαβαίνουν τίποτε από αυτά. Διψάνε εξουσία από ιδιοτέλεια και μόνο: Να προβληθεί το εγώ τους, να εξαρτώνται όλοι οι άλλοι από αυτούς, να βρίσκονται συνεχώς στη δημοσιότητα, να εισπράττουν κολακείες και χειροκροτήματα. ΄Η για σκοπιμότητες χυδαίου ηδονισμού: Να μπορούν να κλέβουν το δημόσιο ταμείο, να διαπλέκονται με μεγιστάνες του πλούτου και να δωροδοκούνται, να ζουν με πολυτέλεια ονειρώδη για τις ικανότητές τους και την καταγωγική τους ανέχεια.

Αφού λογαριάζουν τη συλλογικότητα μόνο σαν χρηστικό δεδομένο, ωφελιμιστική πραγματικότητα, τι πιο φυσικό να είναι απάτριδες, διεθνιστές, συνεπέστατοι «αποδομιστές» κάθε μη χρηστικής εκδοχής των θεμελίων της συνύπαρξης – της γλώσσας, της παιδείας, της Ιστορίας, της Τέχνης, της πολιτικής, της μεταφυσικής. Και για να προσδώσουν εγκυρότητα στον πρωτογονισμό του ατομοκεντρισμού, καταφεύγουν στην πιο αναχρονιστική και άκριτη ανάγνωση του Μαρξισμού: Βλέπουν τη συλλογικότητα να συγκροτείται μόνο στη «βάση» των παραγωγικών και ανταλλακτικών σχέσεων, επομένως ο πολιτισμός, οι διαφορές των πολιτισμών, η ποικιλία των παραδόσεων, δεν είναι παρά «εποικοδόμημα» σε αυτή την πρωτεύουσα βάση. Πώς λοιπόν να μην είναι πανέτοιμοι, παίρνοντας την εξουσία, να καταστρέψουν τη γλώσσα, να στρεβλώνουν και κατασυκοφαντήσουν την ιστορία του τόπου τους, να διασύρουν την αξιοπρέπεια του λαού τους, να χλευάσουν τη λαϊκή παράδοση και ευσέβεια, να πρακτορεύσουν (με το αζημίωτο) ξένα συμφέροντα;

Η καταφυγή της μηδενιστικής πολιτικής πρακτικής σε μαρξιστικά ψιμύθια, προκειμένου να εξωραϊστεί ο πρωτογονισμός της ακοινώνητης εγωκεντρικής ύπαρξης, δεν περιορίζει το σύμπτωμα σε μόνη την παράταξη της δήθεν Αριστεράς. Στην Ελλάδα τουλάχιστον, η διαχείριση της Παιδείας ανατίθεται (από κάθε κυβέρνηση οποιουδήποτε κόμματος και πρωθυπουργού) σε άτομα του ανθρωπολογικού τύπου των «αποδομιστών». Και αν υπάρξουν διαμαρτυρίες για την προκλητική αυθαιρεσία και αναίδεια αυτών των ατόμων, ξεσηκώνεται αμέσως μια θαυμαστά συντονισμένη συγχορδία υπερασπιστών της «αποδόμησης», συγχορδία από πριμαντόνες της δημοσιότητας που καλύπτουν όλο το «πολιτικό» φάσμα: από τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά ώς την πιο φανταιζίστικη τάχα και Αριστερά.

Οταν έγραφε ο Καβάφης: «... το άριστον εκείνο, Ελληνικός – ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν· εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν», απηχούσε μιαν επίγνωση της ελληνικότητας αυτονόητη στις μέρες του για μεγάλες πληθυσμικές ομάδες (όχι μόνο ελληνόφωνες). Από μια τέτοια επίγνωση (συνάρτηση καλλιέργειας) στερούν τον Ελληνισμό (τον ελλαδικό και της διασποράς) οι θλιβερές συμπλεγματικές φιγούρες που προσλαμβάνονται στο υπουργείο Παιδείας (με κάθε κυβέρνηση) για να οργανώσουν την κοινωνική άμυνα απέναντι στην απειλή του «εθνικισμού».

Οι πολλοί απλοί άνθρωποι που επενδύουν συναισθηματικά σε ιδεολογικές γενικότητες περί ενδόξων προγόνων και πρωτοπορίας άλλοτε στον πολιτισμό, δεν μπορούν πια να έχουν την επίγνωση της καβαφικής ελληνικότητας. Νιώθουν, όμως, να βιάζεται ο ψυχισμός τους από την πολιτική μεθοδικού αφελληνισμού της ελληνόφωνης (ακόμα) κοινωνίας. Και η μόνη λογική εξήγηση που βρίσκουν γι’ αυτό τον βιασμό, συνάγεται από συμπεριφορές που όζουν «πρακτοριλίκι». Δεν είναι μυστικό ότι ο «ξένος παράγων» θέλει από το ελλαδικό κρατίδιο να απεμπολήσει εσπευσμένα την ελληνικότητα της Κύπρου, της Μακεδονίας, του Αιγαίου – τουλάχιστον.

Ολα έχουν μια τιμή. Εκτός από την καβαφική ελληνικότητα.