"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

"Μήν ἐνοχλεῖτε. Δέν δέχομαι ἐπισκέψεις»



Ρώτησα τον ασκητή να μου πει αν τον κουράζουν οι συχνές επισκέψεις ανθρώπων από τον κόσμο κι εκείνος απάντησε:

«Ο καλόγερος πρέπει συνέχεια να μοχθεί. Δε με κουράζουν οι άνθρωποι. Με συγκλονίζει το ότι πολλοί χριστιανοί δεν είναι σε θέση να καταλάβουν μια πολύ απλή αλήθεια: Όλοι εμείς εδώ στο Άγιο Όρος δεν είμαστε Άγιοι και δεν κάνουμε θαύματα, αλλά αμαρτωλοί πού φύγαμε απ' τον κόσμο από επιθυμία να ζήσουμε μια λιγότερο «χαμοζωή και δουλοζωή». Πολλοί έρχονται εδώ και άλλοι μου γράφουν περιμένοντας να τους δώσω εγώ λύση στα προβλήματα πού οι ίδιοι αντιμετωπίζουν. Ο ένας θέλει να του πω αν το κορίτσι πού γνώρισε κάνει γι' αυτόν και αν πρέπει να το παντρευτεί. Ο άλλος ρωτάει πάσο παιδιά έχει καθήκον να κάνει ο χριστιανός. Άλλοι ζητούν να τους πω αν είναι αμαρτία θανάσιμη να πάρουν αντίδωρο όταν έχουν πιει ένα ποτήρι γάλα και άλλοι ρωτάνε αν υπάρχουν στο Άγιο Όρος βότανα πού θεραπεύουν αποτελεσματικά τη στειρότητα. Πολλά προβλήματα έχει ο κόσμος ... Φοβερές οι προλήψεις και οι προκαταλήψεις στις όποιες πιστεύει ... Δύσκολο πράγμα να πείσεις τον άλλον πώς στο Άγιο Όρος δεν υπάρχουν μάγοι και θαυματοποιοί, αλλά αμαρτωλοί πού ψάχνουν να βρουν το Θεό με μετάνοια, νηστεία και προσευχή ...».
Ανεβαίνοντας από τα Καρούλια στα Κατουνάκια, είδα στην άκρη του δρόμου μια πινακίδα πού έγραφε: «Μην ενοχλείτε. Δεν δέχομαι επισκέψεις». Μου φάνηκε στ' αλήθεια παράξενο και το θεώρησα καυτερή ειρωνεία γιατί παρόμοιες επιγραφές δεν είναι καθόλου συνηθισμένες στο Άγιο Όρος όπου η φιλοξενία παρέχεται στον καθένα με τρόπο αβραμιαίο και όπου οι πάντες ακόμα και οι αιρετικοί και οι αλλόθρησκοι είναι ευπρόσδεκτοι στο τραπέζι των μοναχών, θέλησα να μάθω ποιος είναι ο συντάκτης αυτών των απωθητικών λέξεων και τι ήταν εκείνο πού τον έκανε έτσι δημόσια, ανοιχτά καί με τρόπο ελάχιστα παρηγορητικό να δηλώσει πώς η επαφή με τους κοσμικούς του δημιουργεί πανικό κι αλλεργία. Γιατί τάχα να πίστευε πώς συνιστούσε κακούργημα και πράξη ανόσια το να περάσει το δικό του κατώφλι κάποιος πού ζει μέσα στον κόσμο και του οποίου ή στολή της ψυχής είναι συγκαλυμμένη από αδυναμίες και πάθη;
                                 107.JPG
Περίμενα ώρα πολλή για να δω τον γέροντα ασκητή τον Κατουνακιώτη. Οι υποτακτικοί του «ορκίζονταν» πώς ο γέροντας είναι πολύ άρρωστος και δεν δέχεται επισκέψεις. Τελικά, μπόρεσα να μιλήσω μαζί του σε μια στιγμή πού βγήκε από το σπίτι για να πάει στην τουαλέτα πού βρισκόταν λίγα μέτρα κάτω απ' το δρόμο. Ψηλός, κάτασπρος, γεροδεμένος, ασκητικός και καλωσυνάτος, ακέραιος από την επιδρομή του χρόνου, άφθαρτος και αλώβητος από την επέλαση του κομφορμίστικου συμβιβασμού καί του ιδεαλισμού, το βλεπες καθαρά πώς πάνω του είχε κάτι το εξωγήινο και το υπέροχα ζηλευτό πού τον διαφοροποιούσε από την υπόλοιπη άκτιβιστική οικουμένη και τον περιφρουρούσα από την ανθρώπινη ματαιότητα.

Ερώτηση: Μερικοί λένε πώς είσαστε Άγιος και ότι στο Όρος εύκολα συναντάει κανείς τέτοιους Άγιους. Είναι αλήθεια;
Απάντηση: Αλίμονο από τους Αγίους πού η φήμη τους έφτασε στην Αθήνα. Υπάρχουν πραγματικοί Άγιοι πού βρίσκονται μέσα στις πόλεις, τις πολυκατοικίες και τα χωριά. Έτυχε να γνωρίσω πολλούς τέτοιους Άγιους πού ζούνε στον κόσμο.

Ερώτηση: Ενώ στο Άγιο Όρος η φιλοξενία είναι κανόνας, σεις έχετε βάλει έξω από το σπίτι σας πινακίδα με την οποία προειδοποιείτε τους ξένους ότι οι επισκέψεις σας ενοχλούν. Είναι αυτό χριστιανικό;
Απάντηση: Εγώ δεν είμαι καλός χριστιανός. Πιστεύω όμως πώς η αλήθεια πρέπει να λέγεται ανοιχτά. Δεν με κουράζουν οι άνθρωποι των οποίων κι εγώ με τον τρόπο μου ζω τα προβλήματα πού αντιμετωπίζουν. Με στενοχωρεί όμως αφάνταστα, όταν βλέπω ανθρώπους να θεοποιούν συνανθρώπους τους και χριστιανούς να απαιτούν από σένα να γίνεις κοσμοδιορθωτής. Δεν βρίσκομαι σε σχέση εχθρότητας με τους ανθρώπους πού περνούν από δω αλλά κάτι πού ο ίδιος χρειάζομαι και πού ίσως κι αυτοί για το ίδιο να ψάχνουν, είναι η σιωπή και ή ησυχία.

Ερώτηση: Ναι. αλλά αν αυτό πού κάνετε σεις το κάνουν όλα τα μοναστήρια, οι σκήτες και τα κελιά, τότε οι προσκυνητές θα βρεθούν ξαφνικά μέσα στο δρόμο. Είναι αυτό σωστό;
Απάντηση: Δέστε τα πετεινά τ' ουρανού. Δε σπέρνουν και δε θερίζουν κι όμως ο θεός δεν τ' αφήνει ποτέ να χαθούν. Είναι ποτέ δυνατό να γίνει διαφορετικά με τον άνθρωπο;

Στην ερώτηση, αν το κήρυγμα της Εκκλησίας στον τόπο μας, σήμερα, διατηρεί το βαθμό παραγωγικότητας πού θα έπρεπε, δεν πήρα απάντηση γιατί ο ασπρομάλλης αναχωρητής πού μια ζωή τώρα θητεύει στην άσκηση και τη σιωπή, μου κανε νόημα πώς έπρεπε να πηγαίνω. Δεν με κέρασε τσίπουρο, δεν μου δωσε καφέ και λουκούμι, δεν μου πε καν να μπω μέσα για να ξαποστάσω λιγάκι. Ωστόσο. Έφυγα δίχως την παραμικρή δυσφορία και δίχως αισθήματα ανασφάλειας για το δρόμο πού είχα ακόμα μπροστά μου να διανύσω και το σκοτάδι πού είχε αρχίσει ανεξιχνίαστα να φουντώνει στις γύρω πλαγιές. Έφυγα με την ικανοποίηση και τη σιγουριά πώς ήταν άνθρωπος άλλης απόχρωσης τούτος δω ο καλόγερος πού θέλει να ζει ξεχασμένος στα Κατουνάκια ...

Από το βιβλίο του ΤΑΣΟΥ ΜΙΧΑΛΑ
«ΟΡΟΣ ΑΓΙΟ-ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ»

᾿Ηλία Βενέζη: Οἱ γλάροι (διήγημα)



Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.
Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.

Ο γερο-φαροφύλακας τράβηξε τη βάρκα στον άμμο. Τη σιγούραρε καλά, μην τυχόν τη νύχτα γυρίσει ο καιρός και φουσκώσουν τα νερά. Την κοίταξε για τελευταία φορά, πριν πάρει το δρόμο για το φάρο.
— Λοιπόν, πάει κι αυτό το ταξίδι..., λέει σιγά.
Το λέει μονάχος του και σωπαίνει. Το ταξίδι αυτό, στην αντικρινή στεριά, γίνεται μια φορά το μήνα. Πηγαίνει για τις προμήθειές του, για το αλεύρι, το λάδι και για τα γεννήματα που του χρειάζονται. Στην αρχή, σε κάθε ταξίδι, έμενε όλη τη μέρα στο χωριό. Μιλούσε με παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα για τη χώρα, για τον κόσμο, αν οι άνθρωποι ήταν σε πόλεμο για είχαν ειρήνη.
Ο τελωνοφύλακας του έδινε το μισθό του.
— Λοιπόν, και τον άλλο μήνα με το καλό, μπαρμπα-Δημήτρη.
Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του κι ευχαριστούσε. — Με το καλό, αν θα ‘χουμε ζωή, παιδί μου.
Τις άλλες ώρες, ώσπου να γυρίσει στο «νησί του», τις περνούσε ανεβαίνοντας στη μικρή Παναγιά, στο βράχο με τα εκατό σκαλιά, να κάμει την προσευχή του. Σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο παλιό εικόνισμα, χαμήλωνε το κεφάλι και προσευχόταν για τα δυο αγόρια του, που χάθηκαν στην καταστροφή της Ανατολής, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του.
— Αν ζούνε, προστάτευέ τα, παρακαλούσε για τα παιδιά του. Φύλαγέ τα από θυμό κι από κακή ώρα. Φύλαγέ τα απ’ το μαχαίρι...
Μουρμούριζε τους χαιρετισμούς, ό,τι άλλο ήξερε από προσευχή, και τα γερασμένα πόδια του τρέμαν.
— Κι εμένα, καιρός πια είναι να ξεκουραστώ..., έλεγε και βούρκωναν τα μάτια του.
Κατέβαινε τα εκατό σκαλιά κάθε φορά με πιο αλαφρή καρδιά. Στο δρόμο στεκόταν και κοίταζε τα παιδάκια που παίζαν. Τον ξέραν όλα και σαν τον βλέπανε, βάζαν τις φωνές:
— Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!
Τους αγόραζε φουντούκια και τους τα μοίραζε, κι εκείνα φωνάζαν χαρούμενα:
— Μην αργήσεις να ξανάρθεις, παππούλη! Μην αργήσεις!

Έτσι γινόταν σε κάθε ταξίδι κάθε φορά. Μα όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο ξεσυνήθιζε με τους ανθρώπους. Η ερημιά ολοένα τον κυρίευε, μέρα με τη μέρα, τον απορροφούσε, σαν να στάλαζε μες στην ύπαρξή του τη φοβερή της δύναμη. Σε κάθε ταξίδι λιγόστευε, όσο μπορούσε, τον καιρό που έπρεπε να μείνει στο χωριό για τις δουλειές του.
Έκοψε και το ανέβασμα στην εκκλησίτσα του βράχου.
— Συχώρεσέ με, γιατί πια δεν μπορώ, έλεγε στο Θεό, σαν να είχε κάμει αμαρτία. Παντού μπορώ να σε παρακαλώ, για να βλέπεις πόσο είμαι αδύναμος.
Κι όταν γύριζε στο νησί του, ύστερα από κάθε ταξίδι, έμενε πολύ αργά τη νύχτα, κάτω απ’ τα άστρα, να προσεύχεται.

Δε ρωτούσε πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Δεν ήξερε τίποτα. Όλος ο κόσμος στένευε, μέρα με τη μέρα, γύρω στο έρημο νησί, κι έκλεινε με το βαθύ πέλαγο και με τα χρώματα, σαν έγερνε ο ήλιος.
Οι τελευταίοι σύντροφοι που άλλαζε πότε πότε καμιά κουβέντα μαζί τους ήταν ψαράδες που, σαν δεν τους έπαιρνε ο καιρός, άραζαν για λίγο στο νησί του. Μέναν εκεί στην ακρογιαλιά, όπου ερχόταν να σβήσει το κύμα, και λέγαν για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούσαν εκεί. Τότε, στις μακριές ώρες, ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τέλειωναν, ερχόταν και η επίσημη ώρα για τα δυο παιδιά του.
— Ποιος το ξέρει..., του λέγαν οι ψαράδες. Μπορεί να ζούνε κι να ’ρθουν, μπαρμπα-Δημήτρη. Έτσι σαν τους γλάρους σου, που γύρισαν.
Δε μιλούσε, δε σάλευε, τα ήμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.
— Ναι, μπαρμπα-Δημήτρη, σαν τους γλάρους σου. Έτσι μπορούν να γυρίσουν και να ’ρθουν. Μην απελπίζεσαι.
Οι ψαράδες τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρναν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.
— Αλήθεια, του λέγανε, Πώς μπόρεσες να τους μερώσεις, μπαρμπα-Δημήτρη; Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι...
— Έτσι είναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αυτός. Όλα μερώνουν εδώ κάτου. Μοναχά ο άνθρωπος...
Τον ρωτούσαν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μόλο που την ξέραν, όπως την ξέραν κι όλοι όσοι ζούσαν στην αντικρινή στεριά. Τα είχε βρει μικρά, μες στους βράχους, δυο γλαρόπουλα αμάλλιαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο καλύβι του, πλάι στο φάρο. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του. Μια μέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.
«Ε, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε...»
Μες στις αναμνήσεις του, μες στην καρδιά του, κείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά και τα φώναζε.
«Λοιπόν..., εσένα να σε λέμε Βασιλάκη, είπε στο ένα πουλί. Κι εσένα να σε λέμε Αργύρη...»
Έτσι, από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Κι οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.
Σαν μεγάλωσαν κι ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να έχει σκλαβωμένα τα πουλιά. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες στα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ αλαφρή.
«Άιντε, λοιπόν, Βασίλη!» είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του, να το αφήσει να φύγει.
Το πουλί πέταξε, έφυγε.
Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο, το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα κείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.
Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο μικρό παράθυρο της καλύβας αλαφριά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε. Πετούσε απ’ τη χαρά του, σαν να ήταν τα παιδιά του που γύριζαν.
Άνοιξε την πόρτα να μπουν μέσα οι γλάροι.
Από τότε αυτό γινόταν: τα πουλιά φεύγαν το πρωί, ταξιδεύανε ως τις αντικρινές στεριές της Ανατολής, ως πέρα στο Σίγρι, και τα βράδια γύριζαν. Έκαναν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούσαν πάνω απ’ το ρημονήσι. Αν ήταν χαμηλά, ο γέρος μπορούσε να τους ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια που είχαν κάτω απ’ τις φτερούγες. Σαν έβγαινε με τη βάρκα κι αυτοί τριγύριζαν εκεί σιμά, χαμήλωναν και τσίριζαν από πάνω του. Τους είχαν μάθει κι σι άλλοι ψαράδες στα μέρη εκείνα. Και σαν τους βλέπανε, φωνάζαν γελώντας:
— Ε, Βασίλη!... Ε, Αργύρη!...

Έτσι περνούσαν οι μέρες στο ρημονήσι. Η μια, η άλλη, αυτή που πέρασε, αυτή που θα ’ρθει. Μια αδιατάραχτη σειρά από μέρες και νύχτες, που δεν είχαν τίποτα να περιμένουν, άλλο απ’ το θάνατο.
Μια βραδιά του καλοκαιριού έγινε κάτι ασυνήθιστο. Οι γλάροι δε γύρισαν. Μήτε την άλλη μέρα φάνηκαν, μήτε την άλλη νύχτα.
— Μπορεί να ταξιδέψαν μακριά, συλλογίστηκε ο γέρος, για να ξεγελάσει την ανησυχία του.
Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε το πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σαν να περνούσαν δελφίνια και παίζαν. Πολλές φορές έβλεπε στ’ ανοιχτά να περνούν δελφίνια. Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ’ το νερό, πάλι να πέφτουν.
— Δελφίνια θα είναι και τώρα.
Μα σε λίγο είδε καθαρά πως δεν ήταν.
— Άνθρωποι είναι! είπε ξαφνιασμένος.
Κατέβηκε στο ακρογιάλι και περίμενε. Σε λίγο ξεχώρισε πως ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κολυμπούσαν πλάι πλάι, με αργές κινήσεις, γεμάτες βεβαιότητα. Και το μικρό κύμα έκλεινε πάνω στο αυλάκι που άφηναν.
Τι να θέλουν;
Δε θυμόταν άλλη φορά να είχαν έρθει κατά κει για κολύμπι άνθρωποι. Κι ύστερα, δε φαινόταν εκεί γύρω καμιά βάρκα, απ’ όπου να είχαν πέσει.
Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει.
Τα δυο βρεμένα κορμιά τινάζουνται απ’ τη θάλασσα στ’ ακρογιάλι.
Το αγόρι κοιτάζει το κορίτσι μες στα μάτια και τεντώνει τα χέρια του ψηλά.
— Αχ! λέει παίρνοντας βαθιά ανάσα. Τι καλά που ήταν!
Το κορίτσι κάνει την ίδια κίνηση με τα χέρια. Πιο αργά:
— Τι καλά που ήταν!
Ύστερα τρέξαν προς το φαροφύλακα.
— Εσύ ‘σαι ο μπαρμπα-Δημήτρης; λέει το αγόρι.
— Εγώ είμαι, λέει με ταραχή. Μπας και σας έτυχε τίποτα;
— Α, μπα! βιάζεται να πει το αγόρι. Είπαμε χτες να κάνουμε αυτό το ταξίδι με τη φίλη μου, και να που ήρθαμε.
— Από πού; ρωτά ο γέρος με απορία. — Μα απ’ αντίκρυ, απ’ την Πέτρα.

Ο μπαρμπα-Δημήτρης δεν ξέρει τι να πει, μουρμουρίζει μονάχα πως δε θυμάται να του είχαν έρθει άλλη φορά ξένοι με τέτοιο ταξίδι.
Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν προς το φάρο.
Περπατούσε πρώτος, τα παιδιά ακολουθούσαν. Δε θα ήταν το καθένα περισσότερο από δεκαοχτώ, δεκαεννιά χρονώ. Κι εκείνος βάδιζε μπρος, και τα χρόνια βάραιναν στους ώμους του, σαν να του ζητούσαν την ευθύνη, γιατί δεν τ’ άφηνε να ξεκουραστούν.
Κάθισαν στο πεζούλι του φάρου. Μπροστά τους το Αιγαίο ακύμαντο, ο ήλιος έτρεμε πάνω του.
— Από πού έρχεστε; ρώτησε ο γέρος.
— Σπουδάζουμε στην Αθήνα, είπε το κορίτσι. Εγώ σπουδάζω χημικός κι ο φίλος μου στο Πολυτεχνείο.
— Α, αλήθεια!... Μουρμουρίζει ο γέρος χωρίς να καταλαβαίνει.
— Έχεις πάει καμιά φορά στην Αθήνα, παππούλη; Ρωτά το κορίτσι.
— Όχι. Ποτές.
— Θα το ήθελες τώρα;
Η φωνή του είναι σιγανή, μόλις ακούεται:
— Όχι, παιδί μου. Τώρα είναι αργά.
— Θα είσαι πολύ μονάχος εδώ, παππούλη.
— Είμαι πολύ μοναχός, παιδί μου.
Σώπασαν. Πέρασε λίγη ώρα. Ψηλά πέρασε ένα κοπάδι γλάροι. Ο γέρος σηκώνεται και μπαίνει στο καλύβι να φέρει γλυκό. Απ’ το μικρό παράθυρο μπορεί να βλέπει τα δυο παιδιά, έτσι που είναι ξαπλωμένα. Στα κορμιά τους και στα πρόσωπά τους τρέμουν ακόμα στάλες απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος τα έχει ψήσει αλύπητα, είναι κει σαν δυο αγάλματα από μπρούντζο που τα ξέβρασε το πέλαγο — μια θεότητα της υγείας και μια θεότητα της νεότητας. Τα μαύρα μαλλιά του κοριτσιού πέφτουν πάνω στους ώμους του και στα μεγάλα μαύρα μάτια του σαλεύει βαθύ φως.
...Έτσι απλά και ήμερα είναι όλα στο ρημονήσι αυτή την ιερή ώρα. Έτσι ήμερα είναι και μες στην καρδιά του γέρου ανθρώπου. Είναι πλημμυρισμένος, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό, είναι βουρκωμένος. Αυτή η απρόοπτη τρυφερότητα που ήρθε να ταράξει την ερημιά του, τα ακίνητα νερά...
— Παππούλη, να ‘ρθουμε κι εμείς μέσα; του φωνάζει απ’ έξω το κορίτσι.
— Έρχουμαι εγώ, έρχουμαι! Λέει ταραγμένος.
Τους έφερε γλυκό, αμύγδαλα, κρύο νερό.
— Δεν έχω τίποτα άλλο..., μουρμουρίζει, σαν να θέλει να τον συχωρέσουν.
— Κάθισε, κάθισε, παππούλη, — τον πιάνει το κορίτσι απ’ το χέρι να καθίσει πλάι του.
Κάθισε.
— Ελάτε και αύριο, τους λέει δειλά. Θα ψαρέψω για σας τη νύχτα. Αύριο φεύγουμε, απαντά το κορίτσι με λύπη. Κρίμα, τόσες μέρες που ήμαστε εδώ να μην ερχόμαστε! Είσαι πάντα έτσι έρημος, παππούλη;
— Πάντα, παιδί μου.
— Α. τώρα καταλαβαίνω τι ήταν οι γλάροι..., μουρμουρίζει το αγόρι.
— Ναι, παιδί μου, αυτό είναι. Η ερημιά.
— Θα πρέπει να τους συχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι το αγόρι σε λίγο. Αν ήξεραν, δε θα το έκαναν ποτέ.
Ο γέρος δεν καταλαβαίνει. Στέκει με απορία.
— Για ποιους λες, παιδί μου;
—Γι’ αυτούς που σκοτώσαν τους γλάρους σου λέω, μπαρμπα-Δημήτρη. Είναι φίλοι μας.
Καταλαβαίνει τα γόνατά του να τρέμουν, η καρδιά του χτυπά.
— Τους σκοτώσαν είπες;
— Α, δεν το ήξερες ακόμα;...
Το παιδί δαγκάνει τα χείλια του, μα είναι αργά. Του λέει την ιστορία: πως κυνηγούσαν, όλη η νεολαία, ύστερα κατεβήκαν στην ακρογιαλιά· οι δυο γλάροι χαμήλωσαν απ’ το άλλο κοπάδι, ο φίλος τους τράβηξε εκεί σιμά, γνώρισαν τις σταχτιές φτερούγες.
Ο γέρος ακούει, ακούει, — δεν είναι τίποτα, δυο γλάροι ήταν.
— Δεν ήξεραν, παππούλη..., λέει με θερμή φωνή το κορίτσι, συγκινημένο απ’ τη βουβή λύπη που βλέπει στο γερασμένο πρόσωπο. Δεν ήξεραν...
Κι εκείνος κουνά μόλις, αργά, το κεφάλι του, συγκατανεύοντας:
— Ναι, ναι, παιδί μου. Δε θα ξέραν...

Αρκετή ώρα πέρασε.
— Πρέπει να φύγουμε, λέει το αγόρι. Το κορίτσι σηκώνεται.
— Να φύγουμε.
Πηγαίνουν μπροστά, ο γέρος έρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στην ακρογιαλιά.
— Σε χαιρετούμε, παππούλη, λέει πρώτο το κορίτσι.
Πιάνει το χέρι του, σκύβει να το φιλήσει. Κι αυτός της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά.
— Να σας βλογά ο Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.
Έφυγαν. Παρακολουθεί πολλή ώρα το μικρό αυλάκι που κάνουν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Ώσπου όλα σβήνουν απ’ τα μάτια του. Και το πέλαγο είναι πάντα έρημο Και ατελείωτο.
Νυχτώνει. Έχει καθίσει στο πεζούλι, σι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του: τα μικρά του τα χρόνια, τα παιδιά που μεγάλωσε και χάθηκαν, οι άνθρωποι που τον πικράνανε. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Και τα δυο παιδιά κι ένα κοπάδι γλάροι που πετούν ψηλά. Δυο γλάροι έχουν σταχτιές φτερούγες. Κι αυτοί περνούν και χάνουνται. Δεν είναι πια να γυρίσει τίποτα. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι και τα δάκρυα στάζουν στην ξερή γη. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά και αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
   
Πηγή:http://www.sarantakos.com
ἀναδημοσίευση: http://ellas60.blogspot.com

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

Μιὰ εὐχάριστη ἔκπληξη μᾶς ἐπεφύλαξε χθὲς ὁ Σεβ. Μητροπολ. Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος...




 Σχόλιο klision:᾿Από τό καινούργιο καί πολλά ὑποσχόμενο ἱστολόγιο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ, πού ἀποτελεῖ τό ἠλεκτρονικό παράρτημα τῶν πολύ γνωστῶν  ᾿Εκδόσεων Τήνου, μέ ἐκδότη τόν μαχητή Θεολόγο κ. Στυλιανό Λαγουρό (Διαδίκτυο: http://christianvivliografia.wordpress.com), φιλοξενοῦμε τό ἐπίκαιρο σχόλιό του, πού ἔχει πολλούς ἀποδέκτες. Εὐχόμαστε στό νέο ὀρθόδοξο ἱστολόγιο καλή συνέχεια... 

Γέροντος Παΐσιου τοῦ ῾Αγιορείτου: «Χάσμα γενεῶν»





Γέροντος Παΐσιου του Αγιορείτου Λόγοι Α΄ Μέρος Γ΄ Κεφάλαιο 4ο «Χάσμα γενεών»
Λόγοι Α΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Κεφάλαιο 4ο Η αναίδεια και η έλλειψη σεβασμού
«Χάσμα γενεών»
Ο κόσμος έγινε τρελλοκομείο. Τα μικρά παιδιά κοιμούνται τα μεσάνυχτα, ενώ πρέπει να κοιμούνται με το ηλιοβασίλεμα. Είναι κλεισμένα στις πολυκατοικίες, στα μπετά και μπαίνουν στο πρόγραμμα των μεγάλων. Τι να κάνουν τα παιδιά, τι να κάνουν και οι γονείς; Έρχονται τα παιδιά και μου λένε: «Δεν μας καταλαβαίνουν οι γονείς». Έρχονται οι γονείς και μου λένε: «Δεν μας καταλαβαίνουν τα παιδιά μας». Έχει δημιουργηθή χάσμα ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά. Για να εξαλειφθή, πρέπει οι γονείς να έρθουν στην θέση των παιδιών και τα παιδιά στην θέση των γονέων. Και αν τώρα τα παιδιά δεν παιδεύουν τους γονείς, και τα παιδιά τους αργότερα δεν θα τους παιδεύουν. Ενώ αν τώρα δεν ακούν και παιδεύουν τους γονείς, και τα δικά τους παιδιά αργότερα θα τους βασανίζουν, γιατί θα λειτουργήσουν οι πνευματικοί νόμοι.

- Γέροντα, μερικά παιδιά λένε ότι έχουν βλαφτή από την αγάπη των γονέων τους.

- Δεν έχουν δίκαιο. Όταν το παιδί έχη φιλότιμο, δεν βλάπτεται από την αγάπη των γονέων. Αν εκμεταλλεύτεται την αγάπη τους, θα καταστραφή. Αν το παιδί βλάπτεται από την αγάπη των γονέων, στην ουσία το παιδί είναι βλαμμένο. Ενώ θα έπρεπε να ευγνωμονή τον Θεό για τους γονείς, για την
αγάπη τους, εκείνο στενοχωριέται, γιατί του δείχνουν καλωσύνη, ενώ άλλα παιδιά δεν έχουν γονείς! Τι να πης! Όταν ένα παιδί δεν αναγωνρίζη τους γονείς σαν ευεργέτες του και δεν τους αγαπάη –και ένας λόγος παραπάνω όταν οι γονείς έχουν φόβο Θεού- πώς είναι δυνατόν να σέβεται και να αγαπάη τον Θεό, τον μεγάλο του ευεργέτη και Πατέρα όλων των ανθρώπων, που είναι πολύ δύσκολο να το καταλάβη στην παιδική ηλικία;
συνεχίζεται ...

Πηγή: http://anavaseis.blogspot.com

Πάγκαλος: Τό μαῦρο χρῆμα δέν εἶναι παράνομο! (video)

Καλά, μήν τρελαθοῦμε....

῾Ο πόνος καί αἱ θλίψεις εἰς τήν ζωή μας-Γέροντος ᾿Εφραίμ, προηγουμένου ῾Ι. Μονῆς Φιλοθέου





Το μονοπάτι της ζωής είναι όλο πόνος και δάκρυ∙ όλο αγκάθια και καρφιά∙ παντού φυτρωμένοι σταυροί∙ παντού αγωνία και θλίψη. Κάθε βήμα και μία Γεθσημανή. Κάθε ανηφοριά και ένας Γολγοθάς. Κάθε στιγμή και μία λόγχη. «Αν μπορούσαμε να στίψουμε την γη σαν το σφουγγάρι θα έσταζε αίμα και δάκρυα».

«Άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει», λέγει ο ψαλμωδός
.

Το τριαντάφυλλο βγάζει αγκάθι και το αγκάθι τριαντάφυλλο. Τα ωραία συνοδεύονται με πόνο, αλλά κι ο πόνος βγάζει στη χαρά. Συνήθως το ουράνιο τόξο υψώνεται ύστερα από την μπόρα. Πρέπει να προηγηθούν οι καταιγίδες για να ξαστερώσει ο ουρανός.

Η διάκριση - φωτισμένη από την χριστιανική πίστη και φιλοσοφία - βλέπει. Έχει την ικανότητα με την ενόραση να βλέπει πολύ βαθιά απ' τα φαινόμενα. Μέσα από τον πόνο βλέπει την χαρά και την ελπίδα, όπως ο θρίαμβος του Χριστού βγήκε μέσα από τον πόνο του Πάθους και του Σταυρού.

Τα πιο θαυμάσια αγάλματα έχουν τα περισσότερα κτυπήματα.. Οι μεγάλες ψυχές οφείλουν την μεγαλοσύνη τους στα κτυπήματα του πόνου. Τα χρυσά και βαρύτιμα κοσμήματα περνούν πρώτα απ' την φωτιά.

Συγκλονίζει την ανθρώπινη ύπαρξη ο πόνος. Είναι φωτιά καμίνι που καίει και κατακαίει. Είναι καταιγίδα και τρικυμία. «Τα σπλάχνα μου και η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν», λέει ο Σολωμός. Είναι  στιγμές που οι δοκιμασίες έρχονται απανωτές, η μία μετά την άλλην ή και όλες μαζί. Πολύ βαρύς τότε ο σταυρός. Η αγωνία κορυφώνεται. Η ψυχή φορτίζεται τόσο, ώστε είναι έτοιμη να λυγίσει. Όλα φαίνονται μαύρα. παντού σκοτεινά. Παντού αδιέξοδα. Λέει ο αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Τα καλά φύγανε, τα δεινά είναι γυμνά και προκλητικά, το ταξίδι γίνεται μέσα στη νύχτα, φάρος δεν φαίνεται πουθενά και ο Χριστός φαίνεται να κοιμάται»
Καρφιά και μαχαίρια είναι της ζωής οι θλίψεις. Μαχαίρια και καρφιά που σκίζουν ανελέητα και τρυπούν τις καρδιές. Τις πυρακτώνουν και τις παραλύουν εξουθενωτικά.
Το μόνο που απομένει σε τούτες τις στιγμές είναι η κραυγή που σαν παράπονο ικεσίας απευθύνεται στο Θεό. «Ελέησον με Κύριε.... Η ψυχή μου εταράχθη σφόδρα...εκοπίασα εν τω στεναγμώ μου...εγενήθη η καρδία μου ωσεί κηρός τηκόμενος... Ελέησόν με Κύριε ότι θλίβομαι...εξέλιπεν εν οδύνη η ζωή μου και τα έτη μου εν στεναγμοίς...επελήσθην ωσεί νεκρός...εγενήθην τα δάκρυά μου εμοί άρτος ημέρας και νυκτός...ινά τι περίλυπος ει η ψυχή μου, και ίνα τι συνταράσσεις με;»

Ο άνθρωπος είναι ο βασιλιάς της δημιουργίας, αλλά το στεφάνι του είναι από αγκάθια. Η πορεία του είναι άλλοτε τραγούδι και συμφωνία χαράς, τις περισσότερες όμως, φορές είναι ένα θλιβερό και ασταμάτητο πένθιμο εμβατήριο.

Μεγάλο και αιώνιο το πρόβλημα του πόνου. Το μελέτησαν φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι και άλλοι πολλοί. Την αυθεντικότερη ωστόσο απάντηση τη δίνει ο χριστιανισμός, η πίστη, ο νόμος του Θεού. Και η απάντηση είναι διπλή. Θεολογικά είναι συνέπεια της πτώσεως, όπως όλα τα κακά.. Είναι αποτέλεσμα της κακής χρήσεως της ελευθερίας. Είναι καρπός της παρακοής. Ηθικά είναι ευκαιρία και μέσον αρετής και τελειώσεως.

Θα σέβομαι πάντα τον Θεό- λέγει ο Θεολόγος. Γρηγόριος - όσα ενάντια και αν επιτρέπη να με βρουν. Ο πόνος για μέσα είναι φάρμακο σωτηρία. Ο δε μέγας Βασίλειος λέγει: «Εφ' όσον μας ετοιμάζει ο Θεός το στεφάνι της βασιλείας Του, αφορμή για αρετή ας γίνει η ασθένεια». Οι θλίψεις θα πει και ο ιερός Χρυσόστομος μας φέρνουν πιο κοντά στο Θεό. Και όταν σκεφτόμαστε το αιώνιο κέρδος των θλίψεων δεν θα στεναχωριόμαστε.
Ο άγιος Απόστολος Παύλος, ο όσο διωγμένος και πονεμένος και κατάστικτος από τα «στίγματα του Κυρίου», διδάσκει ότι, ο Θεός αφήνει τον άνθρωπο να πονέσει με τις θλίψεις, « επί το συμφέρον, εις το μεταλαβείν της αγιότητος αυτού».
Χιλιάδες τρόπους έχει ο Θεός για να σε κάμει να ιδείς την αγάπη Του. Ο Χριστός μπορεί να μετατρέψει την δυστυχία, σε μελωδικό δοξολογητικό τραγούδι. «Η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται» είπε ο Κύριος.
Τέτοια μάχη, τέτοια νίκη. «Στην αγορά τ' ουρανού δεν υπάρχουν φτηνά πράγματα». Οι στιγμές του πόνου και της θυσίας είναι στιγμές ευλογίας. Κοντά σε κάθε σταυρό, είναι και μια ανάσταση. Τι κι' αν τώρα πονάμε και κλαίμε ασταμάτητα; «Το γαρ παραυτίκα ελαφρόν της θλίψεως ημών καθ' υπερβολήν εις υπερβολήν αιώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ημίν», λέει ο Παύλος.
Ο άνθρωπος του πόνου είναι ο άριστος αθλητής της ζωής με τις ένδοξες νίκες. Θ' ακριβοπληρωθεί με τα αιώνια βραβεία, «α οφθαλμός ουκ οίδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν», λέει προς Κορινθίους ο Παύλος.
Όποιος ατενίζει και αντιμετωπίζει τον πόνο με το πρίσμα της αιωνιότητος, είναι ήδη από τώρα νικητής. Είναι ο εκλεκτός που με την ακατάβλητη πίστη στο Θεό έφθασε στην χαρά. Γεύτηκε την χρηστότητα του Κυρίου και είναι υποψήφιος στεφανηφόρος. Μπορεί να επαναλάβει του Απ., Παύλου την νικηφόρα κραυγή: «τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την  πίστιν τετήρηκα, λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι ο Κύριος εν εκείνη τη ημέρα».
Με τέτοιες μεταφυσικές διαστάσεις η υπέρβαση του πόνου και η μεταμόρφωση του σε χαρά λυτρωτική, είναι πραγματικότητα, Είναι αλλοίωση που οφείλεται στη δύναμη του Θεού. Είναι μετακαίνωση - παράλογο για τον άνθρωπο του ορθού λόγου - φυσική συνέπεια της χριστιανικής πίστεως. Είναι για τον άνθρωποι της πίστεως, το μέγα θαύμα της αλλοίωσης του Θεού. Η μεταφυσική βίωση του πόνου οδηγεί στη λύση του μεγάλου προβλήματος. Οδηγεί από το σκοτάδι στο φως.
Οφείλουμε λοιπόν, ν' αποδεχόμαστε τον πόνο που μας επισκέπτεται, σαν μια ευλογία του Θεού. Το σιτάρι συμπιέζεται και λιώνει μέσα στη γη, αλλά τότε καρποφορεί την ζωή. Πλούσια και ευλογημένη του πόνου η συγκομιδή. Μεγάλη η ευλογία του Θεού στον αγρό των δακρύων. Ευλογία που την βιώνουν όσοι με το χάρισμα της διακρίσεως αληθινά πιστεύουν.
Ευλογία Θεού και έλεος όσοι διήλθαν το καμίνι του  ποικίλου πόνου με θεϊκή δύναμη και επίγνωση. Τους περιμένει η αιώνια,  η αθάνατη, η πανευτυχής ανάπαυσις εν τω Θεώ. Αμήν.
Ορθόδοξα Μυνήματα
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
 

Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/

Τό 78% τῶν ᾿Ισραηλινῶν βλέπει τήν Τουρκία σάν ἐχθρό


 

Νικόλας Ζαννέττος
Σύμφωνα με δημοσίευμα της τουρκικής εφημερίδας Hurriyet, 78% των Ισραηλιτών, βλέπει την Τουρκία σαν εχθρό.
Η Τουρκία αποτελούσε κάποτε την μοναδική μουσουλμανική χώρα σύμμαχο του Ισραήλ στην Μέση Ανατολή.
Μετά από τις πρόσφατες εξελίξεις της Γάζας, και το θάνατο Τούρκων ακτιβιστών οι οποίοι προσπάθησαν να μεταφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια στην αποκλεισμένη περιοχή, τα δεδομένα φαίνεται να αλλάζουν.
Οι δύο χώρες ανέπτυξαν κατά την δεκαετία του 90 ιδιαίτερες στρατιωτικές και οικονομικές σχέσεις, ενώ η Τουρκία έγινε ο αγαπημένος προορισμός για τους Ισραηλινούς τουρίστες.
Το 2008 η Τουρκία επέκρινε την στάση του Ισραήλ στο ζήτημα της Γάζας και οι σχέσεις των δύο χωρών πήραν τον κατήφορο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την βελτίωση και ανάπτυξη σχέσεων μεταξύ Άγκυρας και Τεχεράνης.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στο θέμα της Γάζας, είχαν ως αποτέλεσμα μια διπλωματική «κόντρα» των δύο χωρών. Το αποκορύφωμα φυσικά ήταν όταν η Τουρκία ανακάλεσε τον πρέσβη της στο Ισραήλ ενώ ανακοίνωσε και επίσημα πως θα μειώσει τόσο τους οικονομικούς όσο και τους στρατιωτικούς δεσμούς με το Ισραήλ στο χαμηλότερο δυνατό σημείο.
http://www.sigmalive.com/news/international/275112
ἀναδημοσιευση:antibaro.gr