Προεόρτια Γεννέσεως Ὑπεραγίας Θεοτόκου
Παραμονὴ τῆς μεγάλης Ἑορτῆς.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.
Ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί, καὶ ἐξ ὀσφύος τοῦ Δαβίδ, ἡ Θεόπαις Μαριάμ, τίκτεται σήμερον ἡμῖν· διὸ καὶ χαίρει ἡ σύμπασα καὶ καινουργεῖται· συγχαίρει τε ὁμού, ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ. Αἰνέσατε αὐτὴν, αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν· Ἰωακεὶμ εὐφραίνεται, καὶ Ἄννα πανηγυρίζει κραυγάζουσα· Ἡ στεῖρα τίκτει, τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ Παρθένος σήμερον, καὶ Θεοτόκος Μαρία, ἡ παστὰς ἡ ἄλυτος, τοῦ οὐρανίου Νυμφίου, τίκτεται, ἀπὸ τῆς στείρας θεοβουλήτως, ὄχημα, τοῦ Θεοῦ Λόγου εὐτρεπισθῆναι· εἰς τοῦτο γὰρ καὶ προωρίσθη, ἡ θεία πύλη, καὶ Μήτηρ τῆς ὄντως ζωῆς.
Μεγαλυνάριον.
Ἐκ λαγόνων ἤδη στειρωτικῶν, τὴν καρποφορίαν, γεωργοῦσα τῶν ἀγαθῶν, ἡ Ἁγνὴ Παρθένος, προέρχεται τῷ κόσμῳ· λαοὶ μετ’ εὐφροσύνης, προεορτάσατε.
Πηγή:᾿Αναβάσεις
Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010
Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010
† Aὐγουστῖνος Kαντιώτης, Ο πύρινος προφήτης - ἐπίσκοπος
«Καὶ ἐξάρας τοὺς πόδας αὐτοῦ ἐτελεύτησεν» ὁ ὑπεραιωνόβιος Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης, Πρεσπῶν καὶ Ἑορδαίας κυρὸς Αὐγουστῖνος (Καντιώτης). Ἔπειτα ἀπὸ 104 ἔτη ζωῆς σίγησε ὁριστικῶς πλέον ἡ προφητικὴ φωνή του στὴ γῆ, τὸ βροντῶδες ἀφυπνιστικὸ κήρυγμά του. Ἀλλὰ τὸ πλουσιότατο κοινωνικὸ καὶ συγγραφικό του ἔργο – ἔγραψε περισσότερα ἀπὸ 80 βιβλία – καὶ τὸ φωτεινὸ παράδειγμά του θὰ συνεχίζουν νὰ ἐμπνέουν τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Διότι ὁ ἀοίδιμος Μητροπολίτης Αὐγουστῖνος ὑπῆρξε προσωπικότητα κατ’ ἐξοχὴν δυναμική, πολύπλευρη, πολυμαθὴς καὶ ὀξυδερκὴς μὲ ὁσιακὴ βιοτή. Γι’ αὐτὸ σελάγισε ὡς ἀστέρας φωτεινότατος στὸ στερέωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καθόλο σχεδὸν τὸν περασμένο αἰώνα......
Λαμπρὸς καὶ ἀκατηγόρητος, εὐθὺς καὶ ὁλόφωτος, ἄκαμπτος, πύρινος καὶ πνευματοφόρος, ἀτρόμητος καὶ ἀνυποχώρητος, οἰκοδομοῦσε τὸν λαό. Συγκινοῦσε, συνήγειρε, ἠλέκτριζε τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ μακαριστὸς ἱεράρχης μόνον τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία του εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν. Εἴτε ἔγραφε εἴτε κήρυττε εἴτε νουθετοῦσε κατ’ ἰδίαν, μὲ εὐθύτητα καὶ καταπληκτικὴ εἰλικρίνεια «τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ ἐδίδασκεν ἐν ἀληθείᾳ», χωρὶς περιστροφές, ἀδιαφορώντας ἂν θὰ ἀποκτή σει ἐχθροὺς ἢ δι ῶκτες. Ὁ λόγος του δὲν «ἔκνηθε τὴν ἀκοήν». Πολεμοῦσε τὴν αἵρεση, ἤλεγχε τὴν ἁμαρτία, ἐπαινοῦσε τὴν ἀρετή, ἐνθουσίαζε τὸν ἁγνὸ ἀγωνιστὴ τῆς πίστεως.
Τὸν φλογερὸ κήρυκα τῆς ἀληθείας δὲν «ἔμελε περὶ οὐδενός», διότι δὲν «ἔβλεπεν εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων». Δὲν ἐπηρεαζόταν ἀπὸ ἰδέες καὶ φιλοσοφίες ἀνθρώπων τοῦ κόσμου, οὔτε χαριζόταν σὲ πρόσωπα. Μιμούμενος τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο δὲν φοβήθηκε νὰ ἐλέγξει κατὰ πρόσωπο τὸν τότε βασιλέα Παῦλο καὶ τὸν τότε πρωθυπουργὸ Κων. Καραμανλῆ, γιὰ τὴ φανερὴ καὶ σκανδαλώδη ὑποστήριξή τους πρὸς τὴ μασονία. Οὔτε τὴ βασίλισσα Φρειδερίκη δίστασε νὰ ἐλέγξει γιὰ τὴ στάση της καὶ τὴν πρόσκλισή της πρὸς τὸν βουδισμό. Καὶ αὐτὰ σὲ περίοδο κατὰ τὴν ὁποία τὰ ἀνωτέρω πρόσωπα ἀπελάμβαναν τὴν ἐκτίμηση τοῦ λαοῦ.
Ἐπίσης δὲν ἐδειλίασε νὰ ἐλέγξει καὶ τὴν ἡγεσία τῆς στρατιωτικῆς δικτατορίας. Κατὰ τὰ δύσκολα χρόνια τῆς τριπλῆς Κατοχῆς τῆς Ἑλλάδος – Γερμανικῆς, Ἰταλικῆς, Βουλγαρικῆς – ἐστράφη ἀπ’ ἄμ βωνος ἐπανειλημμένως κατὰ τῶν κατακτητῶν μὲ παρρησία καὶ σθένος, διακινδυνεύοντας τὴ ζωή του. Παράλληλα στήριζε τὸν δεινοπαθοῦντα ἑλληνικὸ λαὸ μὲ τὰ ἐθνικά του κηρύγματα καὶ τοῦ συμπαρίστατο ἔμπρακτα μὲ συσσίτια. Μόνο στὴν Κοζάνη λειτουργοῦσαν συσσίτια ὑπὸ τὴν ἐποπτεία του μὲ 8.000 σιτιζομένους καθημερινῶς.
Ὁμολογητὴς καὶ ὑπερασπιστὴς τῶν Ὀρθοδόξων δογμάτων, τόλμησε νὰ διακόψει, μὲ ἄλλους δύο Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ μνημόσυνο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, γιὰ τὰ ἀνοίγματα καὶ τὶς ὑποχωρήσεις του πρὸς τοὺς Παπικοὺς καὶ τὸν Οἰκουμενισμό. Οἱ τρεῖς λέξεις τοῦ πτηνοῦ τῆς ἐρήμου, τοῦ προφήτου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννου πρὸς τὸν σκληρὸ βασιλέα Ἡρώδη «οὐκ ἔξεστί σοι» (δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται), ἦταν οἱ πιὸ συνηθισμένες στὸ λεξιλόγιο τοῦ πύρινου αὐτοῦ ἱεράρχου, ὁ ὁποῖος ἔλαμψε μὲ τὸν χριστομίμητο βίο του. Ἄλλωστε γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ κήρυγμά του γινόταν ἄμεσα ἀποδεκτὸ καὶ μὲ ἐνθουσιασμὸ ἀπὸ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ σύμπασα ἡ Ὀρθοδοξία, ἔχει κάθε λόγο νὰ καυχᾶται γιὰ τὸν σεπτὸ ἱεράρχη καὶ πρόμαχο τῆς πίστεως, τὸν πύρινο κήρυκα τοῦ λόγου, τὸν ἀκούραστο κοινωνικὸ ἐργάτη, τοῦ ὁποίου τὰ πνευματικὰ τέκνα διακονοῦν τὴν Ἐκκλησία ὡς λαϊκοὶ ἱεροκήρυκες, ὡς μοναχοί, ὡς ἱερεῖς, ὡς ἡγούμενοι Ἱερῶν Μονῶν καὶ Ἀδελφοτήτων καὶ ὡς ἐπίσκοποι. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑλλὰδα ἔχει κάθε λόγο νὰ εὐγνωμονεῖ καὶ νὰ καυχᾶται γιὰ τὸν ἀοίδιμο ἐπίσκοπο Αὐγουστῖνο Καντιώτη. Διό τι σὲ χρόνια δίσεκτα εἶχε σταθεῖ δίπλα ὄχι μόνο στὸν δοκιμαζόμενο λαό, ἀλλὰ καὶ στοὺς μαχόμενους στρατιῶτες καὶ ὑπερασπιστὲς τῆς πατρίδος μὲ αὐτοθυσία, ἀπέραντη στοργή καὶ ἔμπρακτη συμπαράσταση.
Δοξάζουμε τὸν Θεό, διότι ἐχάρισε στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Ὀρθοδοξία τέτοιον πύρινο προφήτη - ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος δόξασε τὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τώρα ἀντιδοξάζεται ἀπὸ τὸν Κύριο τῆς δόξης. Συγχρόνως δεόμεθα ὁλόψυχα στὸν
θεῖο Δομήτορα τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἀναδείξει καὶ ἄλλους ἀνταξίους ἐπισκόπους, ὁμολογητὲς καὶ κήρυκες τῆς ἀληθείας, προασπιστὲς τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων καὶ τῶν ἑλληνικῶν ἰδανικῶν, μάλιστα στοὺς σημερινοὺς δυσχειμέρους καιρούς μας.
Λαμπρὸς καὶ ἀκατηγόρητος, εὐθὺς καὶ ὁλόφωτος, ἄκαμπτος, πύρινος καὶ πνευματοφόρος, ἀτρόμητος καὶ ἀνυποχώρητος, οἰκοδομοῦσε τὸν λαό. Συγκινοῦσε, συνήγειρε, ἠλέκτριζε τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ μακαριστὸς ἱεράρχης μόνον τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία του εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν. Εἴτε ἔγραφε εἴτε κήρυττε εἴτε νουθετοῦσε κατ’ ἰδίαν, μὲ εὐθύτητα καὶ καταπληκτικὴ εἰλικρίνεια «τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ ἐδίδασκεν ἐν ἀληθείᾳ», χωρὶς περιστροφές, ἀδιαφορώντας ἂν θὰ ἀποκτή σει ἐχθροὺς ἢ δι ῶκτες. Ὁ λόγος του δὲν «ἔκνηθε τὴν ἀκοήν». Πολεμοῦσε τὴν αἵρεση, ἤλεγχε τὴν ἁμαρτία, ἐπαινοῦσε τὴν ἀρετή, ἐνθουσίαζε τὸν ἁγνὸ ἀγωνιστὴ τῆς πίστεως.
Τὸν φλογερὸ κήρυκα τῆς ἀληθείας δὲν «ἔμελε περὶ οὐδενός», διότι δὲν «ἔβλεπεν εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων». Δὲν ἐπηρεαζόταν ἀπὸ ἰδέες καὶ φιλοσοφίες ἀνθρώπων τοῦ κόσμου, οὔτε χαριζόταν σὲ πρόσωπα. Μιμούμενος τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο δὲν φοβήθηκε νὰ ἐλέγξει κατὰ πρόσωπο τὸν τότε βασιλέα Παῦλο καὶ τὸν τότε πρωθυπουργὸ Κων. Καραμανλῆ, γιὰ τὴ φανερὴ καὶ σκανδαλώδη ὑποστήριξή τους πρὸς τὴ μασονία. Οὔτε τὴ βασίλισσα Φρειδερίκη δίστασε νὰ ἐλέγξει γιὰ τὴ στάση της καὶ τὴν πρόσκλισή της πρὸς τὸν βουδισμό. Καὶ αὐτὰ σὲ περίοδο κατὰ τὴν ὁποία τὰ ἀνωτέρω πρόσωπα ἀπελάμβαναν τὴν ἐκτίμηση τοῦ λαοῦ.
Ἐπίσης δὲν ἐδειλίασε νὰ ἐλέγξει καὶ τὴν ἡγεσία τῆς στρατιωτικῆς δικτατορίας. Κατὰ τὰ δύσκολα χρόνια τῆς τριπλῆς Κατοχῆς τῆς Ἑλλάδος – Γερμανικῆς, Ἰταλικῆς, Βουλγαρικῆς – ἐστράφη ἀπ’ ἄμ βωνος ἐπανειλημμένως κατὰ τῶν κατακτητῶν μὲ παρρησία καὶ σθένος, διακινδυνεύοντας τὴ ζωή του. Παράλληλα στήριζε τὸν δεινοπαθοῦντα ἑλληνικὸ λαὸ μὲ τὰ ἐθνικά του κηρύγματα καὶ τοῦ συμπαρίστατο ἔμπρακτα μὲ συσσίτια. Μόνο στὴν Κοζάνη λειτουργοῦσαν συσσίτια ὑπὸ τὴν ἐποπτεία του μὲ 8.000 σιτιζομένους καθημερινῶς.
Ὁμολογητὴς καὶ ὑπερασπιστὴς τῶν Ὀρθοδόξων δογμάτων, τόλμησε νὰ διακόψει, μὲ ἄλλους δύο Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ μνημόσυνο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, γιὰ τὰ ἀνοίγματα καὶ τὶς ὑποχωρήσεις του πρὸς τοὺς Παπικοὺς καὶ τὸν Οἰκουμενισμό. Οἱ τρεῖς λέξεις τοῦ πτηνοῦ τῆς ἐρήμου, τοῦ προφήτου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννου πρὸς τὸν σκληρὸ βασιλέα Ἡρώδη «οὐκ ἔξεστί σοι» (δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται), ἦταν οἱ πιὸ συνηθισμένες στὸ λεξιλόγιο τοῦ πύρινου αὐτοῦ ἱεράρχου, ὁ ὁποῖος ἔλαμψε μὲ τὸν χριστομίμητο βίο του. Ἄλλωστε γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ κήρυγμά του γινόταν ἄμεσα ἀποδεκτὸ καὶ μὲ ἐνθουσιασμὸ ἀπὸ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ σύμπασα ἡ Ὀρθοδοξία, ἔχει κάθε λόγο νὰ καυχᾶται γιὰ τὸν σεπτὸ ἱεράρχη καὶ πρόμαχο τῆς πίστεως, τὸν πύρινο κήρυκα τοῦ λόγου, τὸν ἀκούραστο κοινωνικὸ ἐργάτη, τοῦ ὁποίου τὰ πνευματικὰ τέκνα διακονοῦν τὴν Ἐκκλησία ὡς λαϊκοὶ ἱεροκήρυκες, ὡς μοναχοί, ὡς ἱερεῖς, ὡς ἡγούμενοι Ἱερῶν Μονῶν καὶ Ἀδελφοτήτων καὶ ὡς ἐπίσκοποι. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑλλὰδα ἔχει κάθε λόγο νὰ εὐγνωμονεῖ καὶ νὰ καυχᾶται γιὰ τὸν ἀοίδιμο ἐπίσκοπο Αὐγουστῖνο Καντιώτη. Διό τι σὲ χρόνια δίσεκτα εἶχε σταθεῖ δίπλα ὄχι μόνο στὸν δοκιμαζόμενο λαό, ἀλλὰ καὶ στοὺς μαχόμενους στρατιῶτες καὶ ὑπερασπιστὲς τῆς πατρίδος μὲ αὐτοθυσία, ἀπέραντη στοργή καὶ ἔμπρακτη συμπαράσταση.
Δοξάζουμε τὸν Θεό, διότι ἐχάρισε στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Ὀρθοδοξία τέτοιον πύρινο προφήτη - ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος δόξασε τὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τώρα ἀντιδοξάζεται ἀπὸ τὸν Κύριο τῆς δόξης. Συγχρόνως δεόμεθα ὁλόψυχα στὸν
θεῖο Δομήτορα τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἀναδείξει καὶ ἄλλους ἀνταξίους ἐπισκόπους, ὁμολογητὲς καὶ κήρυκες τῆς ἀληθείας, προασπιστὲς τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων καὶ τῶν ἑλληνικῶν ἰδανικῶν, μάλιστα στοὺς σημερινοὺς δυσχειμέρους καιρούς μας.
http://thriskeftika.blogspot.com/(αναδημοσίευση)
῾H Γέννηση τῆς Θεοτόκου

Τοῦ Πρωτοπρεσβύτερου Ἀλεξάνδρου Σμέμαν
Ή ευλάβεια πού δείχνει ή Εκκλησία στην Παναγία ριζώνει στην υπακοή της στον Θεό, στην εκούσια επιλογή της να δεχθεί μια πρόσκληση αδύνατη στα ανθρώπινα μέτρα. Ή Ορθόδοξη Εκκλησία ανέκαθεν τόνιζε τη σύνδεση της Παναγίας με τον άνθρωπο και χαίρεται γι' αυτήν και τη θεωρεί ως τον καλύτερο, καθαρότερο και πιο υπέροχο καρπό της ανθρώπινης Ιστορίας και της αναζητήσεως τού Θεού από τον άνθρωπο, της αναζητήσεως τού έσχατου νοήματος, τού έσχατου περιεχομένου της ζωής τού άνθρωπου. 'Αν στη Δυτική Χριστιανοσύνη ή ευλάβεια προς την Παναγία περιστράφηκε γύρω από την άειπαρθενία της, ή καρδιά της ευλάβειας, της σκέψεως και της αγάπης της Ορθόδοξης Ανατολής προς την Παναγία, υπήρξε πάντοτε ή Μητρότητα της, ή σχέση σαρκός και αίματος πού είχε με τον Ιησού Χριστό. Ή Ανατολή χαίρεται πού ό ρόλος τού ανθρώπου είναι βασικός στο θειο σχέδιο. Ό Υιός τού Θεού έρχεται στη γη, ό Θεός εμφανίζεται για να λυτρώσει τον κόσμο, γίνεται άνθρωπος για να ενσωματώσει τον άνθρωπο στη θεϊκή του κλήση, και σ' αυτό συμμετέχει ολόκληρη ή ανθρωπότητα. 'Αν αντιληφθούμε πώς ή κοινή φύση τού Χριστού με τη δική μας είναι ή μεγαλύτερη χαρά και το μεγαλύτερο βάθος τού Χριστιανισμού, ότι ό Χριστός είναι γνήσιος άνθρωπος κι όχι κάποιο φάντασμα ή κάποιο ασώματο φαινόμενο, ότι είναι κάποιος από μας και παραμένει αιωνίως ενωμένος μαζί μας μέσω της ανθρώπινης φύσεως Του, τότε ή ευλάβεια προς την Παναγία γίνεται κατανοητή , επειδή αυτή τού προσέφερε την ανθρώπινη φύση, τη σάρκα και το αίμα Του. Αυτή δίνει τη δυνατότητα στον Χριστό να ονομάζεται πάντοτε "Υιός τού Άνθρωπου".
Υιός τού Θεού, Υιός τού Άνθρωπου... ό Θεός πού κατήλθε κι έγινε άνθρωπος, ώστε να μπορέσει ό άνθρωπος να εξαγιαστεί, να μπορέσει να γίνει κοινωνός "θείας φύσεως" (Β' Πέτρου 1, 4), ή, σύμφωνα με την έκφραση των διδασκάλων της Εκκλησίας, να "θεωθεί". Ακριβώς εδώ, σ' αυτή την εξαιρετική αποκάλυψη της αυθεντικής φύσεως και κλήσεως τού άνθρωπου, βρίσκεται ή πηγή αυτής της ευγνωμοσύνης και τρυφεράδας πού περιβάλλει τη Θεοτόκο, ως σύνδεσμο μας με τον Χριστό, και μέσω Αυτού με τον Θεό. Πουθενά δε άλλου δεν αντικατοπτρίζεται αυτό καλύτερα απ' ό,τι στη γέννηση της Θεοτόκου. Σε κανένα όμως σημείο της άγιας Γραφής δεν αναφέρεται τίποτε γι' αυτό το γεγονός. Γιατί όμως θα έπρεπε να αναφέρεται; Υπάρχει κάτι το αξιόλογο, κάτι το ιδιαίτερα μοναδικό στη συνηθισμένη γέννηση ενός παιδιού, σε μια γέννα όπως όλες οι άλλες; 'Αν όμως ή Εκκλησία άρχισε να μνημονεύει το γεγονός με μια ιδιαίτερη εορτή, αυτό δεν έγινε επειδή ή γέννα καθαυτή ήταν κάτι το μοναδικό ή θαυματουργικό ή ασυνήθιστο γεγονός. Το αντίθετο, μάλιστα.
Το ότι είναι τόσο συνηθισμένο γεγονός αποκαλύπτει μια φρεσκάδα και μια λάμψη όσον άφορα το καθετί πού αποκαλούμε "ρουτίνα" και συνηθισμένο, και δίνει νέο βάθος στις "ασήμαντες" λεπτομέρειες της ζωής του άνθρωπου. Τι παρατηρούμε στην εικόνα της εορτής, όταν την αντικρίζουμε με τα πνευματικά μας μάτια; Πάνω σ' ένα κρεβάτι είναι ξαπλωμένη μια γυναίκα, ή 'Άννα, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, πού μόλις έχει γεννήσει μια κόρη. Δίπλα της είναι ό πατέρας του παιδιού, ό Ιωακείμ, σύμφωνα πάλι με την ίδια παράδοση. Λίγες γυναίκες στέκονται εκεί κοντά, πού πλένουν το νεογέννητο για πρώτη φορά. Το πιο συνηθισμένο, δηλαδή, και απαρατήρητο γεγονός. 'Ή δεν είναι έτσι; Μήπως ή Εκκλησία θέλει, μέσα απ' αυτή την εικόνα, να μας πει πώς ή κάθε γέννα, ή είσοδος κάθε νέου άνθρωπου στον κόσμο και στη ζωή, δεν είναι παρά ένα μέγιστο θαύμα, ένα θαύμα πού διαρρηγνύει κάθε ρουτίνα, επειδή σημαδεύει την αρχή κάποιου γεγονότος δίχως τέλος, την αρχή μιας μοναδικής και ανεπανάληπτης ζωής, την αρχή ενός νέου προσώπου; Με κάθε γέννα ό κόσμος δημιουργείται, κατά μία έννοια, εξ αρχής, και προσφέρεται ως δώρο σ' αυτόν το νέο άνθρωπο για να είναι ή ζωή του, ό δρόμος του, ή δημιουργία του.
Κατ' αρχάς, αυτή ή γιορτή δεν είναι παρά ένας γενικός εορτασμός της γεννήσεως του άνθρωπου, και, όπως λέει το Ευαγγέλιο, δεν θυμόμαστε πλέον την αγωνία "διά την χαράν ότι έγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον" (Ίωάν. 16,21). Δεύτερον, τώρα γνωρίζουμε αυτόν τού όποιου την ιδιαίτερη γέννηση και τον ερχομό εορτάζουμε: την Παναγία. Γνωρίζουμε τη μοναδικότητα, την ομορφιά, τη χάρη ακριβώς αυτού τού παιδιού, τον προορισμό του, τη σημασία του για μας και για ολόκληρο τον κόσμο. Και τρίτον, γιορτάζουμε όλους όσοι προετοίμασαν τον δρόμο της Παναγίας, πού συνέβαλαν στο να κληρονομήσει τη χάρη και την ομορφιά. Σήμερα πολλοί άνθρωποι μιλούν για κληρονομικότητα, άλλα μόνο με μια αρνητική, ύποδουλωτική και αιτιοκρατική έννοια. Ή Εκκλησία πιστεύει σε μια θετική και πνευματική κληρονομικότητα. Πόση πίστη, πόση καλωσύνη, πόσες γενιές ανθρώπων πού αγωνίστηκαν να ζήσουν την αγιότητα, δεν χρειάστηκαν πριν το δένδρο της ιστορίας μπορέσει να βγάλει ένα τέτοιο υπέροχο και ευωδιαστό λουλούδι -την Παρθένο Παναγία! Γι' αυτό ή εορτή της Γεννήσεως της είναι ένας εορτασμός της ανθρώπινης ιστορίας, εορτασμός της πίστεως στον άνθρωπο, ένας εορτασμός τού άνθρωπου. Δυστυχώς όμως, ή κληρονομιά τού κακού είναι πολύ πιο ορατή και γνωστή σήμερα. Υπάρχει τόσο κακό γύρω μας, ώστε αυτή ή πίστη στον άνθρωπο, στην ελευθερία του, στη δυνατότητα του να παραδίδει στις μελλοντικές γενιές μια φωτεινή κληρονομιά καλοσύνης έχει σχεδόν εξατμιστεί κι έχει αντικατασταθεί από τον κυνισμό και την υποψία... Αυτός ό εχθρικός κυνισμός και ή αποθαρρυντική υποψία είναι ακριβώς ό,τι μας κάνει ν' απομακρυνόμαστε από την Εκκλησία, τη στιγμή πού αυτή γιορτάζει, με τέτοια χαρά και πίστη, τη γέννηση ενός κοριτσιού, στο όποιο συγκεντρώνεται όλη ή καλοσύνη, ή πνευματική ομορφιά, ή αρμονία και ή τελειότητα, πού είναι στοιχεία της γνήσιας ανθρώπινης φύσεως. Μέσα απ' αυτό το νεογέννητο κορίτσι, ό Χριστός -το δώρο του Θεού, ή συνάντηση μαζί Του - έρχεται ν' αγκαλιάσει τον κόσμο. Εορτάζοντας έτσι τη γέννηση της Παναγίας, βρισκόμαστε ήδη στον δρόμο προς τη Βηθλεέμ, κινούμενοι προς το χαρμόσυνο μυστήριο της Παναγίας ως Θεοτόκου.
Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ Παναγία», ἐκδ. Ἀκρίτας
«Πειραϊκή Εκκλησία» • Σεπτέμβριος 2009, τ. 207
Ετικέτες
Αλέξανδρος Σμέμαν,
Γέννηση Θεοτόκου,
Παναγία
῾Ο γέροντας Παΐσιος γιά τήν Ψυχολογία καί Ψυχιατρική πού δέν παραδέχεται τήν ψυχή
Γ7. Προς Βασίλειον
Τίμιος Σταυρός 23/7/1977
Αγαπητέ μου αδελφέ κύριε Βασίλειε,
«Χαίρε εν Κυρίω»
Διάβασα το βιβλίο σας [και], αν και εγώ δεν είμαι αρμόδιος, θα σας πω το λογισμό μου επάνω σ’ αυτά που μου γράφετε, μια που το ζητάτε.
Κατ’ αρχάς ο τίτλος του βιβλίου «Ψυχολογία» [1] δεν μου άρεσε.
Μέσα έχει πολλά καλά – και πολύ θα βοηθήσουν τους νέους- αλλά και πολλά από αυτά, εάν δεν τα γνώριζαν οι νέοι ( τα λέγατε μόνο στους εκπαιδευτικούς ), θα βοηθούσαν καλύτερα.
Επίσης, εάν περισσότερο τα παρουσιάζετε τα πράγματα πνευματικά –παρά επιστημονικά- θα βοηθιόντουσαν πιο θετικά (με το να συλλάβουν το βαθύτερο νόημα της ζωής) να έλθη η Θεία Χάρις με τη θεία παρηγοριά, για να νοιώθουν χαρούμενα τα παιδιά και να μην καταφεύγουν σε χαμηλές και μάταιες χαρές, που δεν ξεδιψάνε την ψυχή, αλλά την καίνε περισσότερο.
Ο άνθρωπος, που δεν πιστεύει στο Θεό και στη μέλλουσα αιώνια ζωή, καταδικάζει αιώνια τη ψυχή του, και μένει απαρηγόρητος και σ’ αυτή τη ζωή. Νομίζω ότι όλη η προσπάθεια πρέπει να γίνη σ’ αυτή την κατεύθυνση∙ διότι βλέπουμε σχεδόν όλη την Ευρώπη που διέθεσε όλη την επιστήμη (την ανθρώπινη γνώση), για να διορθώση [δήθεν] την εικόνα του Θεού∙ αλλά για να μην είναι [ενν. επειδή δεν είναι] οι ίδιοι (σχεδόν όλοι) στραμμένοι προς τον Θεόν, και [για] να [μη] ζητάνε και την θεία Του επέμβαση, ταλαιπωρούνται συνέχεια, και ταλαιπωρούν συνέχεια μικρούς και μεγάλους∙ και από την φύση [Εννοεί, το φυσικό περιβάλλον], την οποία σιγά-σιγά παραμορφώνουν, άρχισαν να παραμορφώνουν και τους ανθρώπους, και να τους «περιποιούνται» στα ψυχιατρεία με ηλεκτροσόκ. Ο Θεός να μας ελεήση.
Συγχώρεσέ με, τα γράφω με πόνο, γιατί βλέπω την καημένη την νεολαία εγκαταλειμμένη από πνευματικούς, γιατί οι περισσότεροι [πνευματικοί] ασχολούνται με την πρόνοια (ενώ υπάρχει η κοινωνική πρόνοια και κάνει πιο καλύτερα τη δουλειά της στον τομέα αυτό), και το έργο του πνευματικού (δυστυχώς), το κάνουν ψυχίατροι [2], που οι περισσότεροι δεν παραδέχονται ψυχή, ή την παραδέχονται με τον δικό τους τρόπο, και να μην αναγνωρίζουν (ενν: δεν αναγνωρίζουν) την αξία της ψυχής, που μια ψυχή αξίζει περισσότερο από όλον τον κόσμο, καθώς μα λέει ο Χριστός.
Εάν δεν υπήρχαν και τα ψυχολογικά βιβλία και τα ψυχολογικά βιβλία, θα έχουμε λιγότερες αυτοκτονίες, γιατί πολλοί που τα διαβάζουν, καταδικάζουν τον εαυτό τους, ενώ η χάρις του Θεού διώχνει και τα κληρονομικά και σκορπάει και χαρά.
Εάν το επανεκδώσετε, δώστε «τα πρωτεία στα Αναστάσιμα».
Επίσης, εάν περισσότερο τα παρουσιάζετε τα πράγματα πνευματικά –παρά επιστημονικά- θα βοηθιόντουσαν πιο θετικά (με το να συλλάβουν το βαθύτερο νόημα της ζωής) να έλθη η Θεία Χάρις με τη θεία παρηγοριά, για να νοιώθουν χαρούμενα τα παιδιά και να μην καταφεύγουν σε χαμηλές και μάταιες χαρές, που δεν ξεδιψάνε την ψυχή, αλλά την καίνε περισσότερο.
Ο άνθρωπος, που δεν πιστεύει στο Θεό και στη μέλλουσα αιώνια ζωή, καταδικάζει αιώνια τη ψυχή του, και μένει απαρηγόρητος και σ’ αυτή τη ζωή. Νομίζω ότι όλη η προσπάθεια πρέπει να γίνη σ’ αυτή την κατεύθυνση∙ διότι βλέπουμε σχεδόν όλη την Ευρώπη που διέθεσε όλη την επιστήμη (την ανθρώπινη γνώση), για να διορθώση [δήθεν] την εικόνα του Θεού∙ αλλά για να μην είναι [ενν. επειδή δεν είναι] οι ίδιοι (σχεδόν όλοι) στραμμένοι προς τον Θεόν, και [για] να [μη] ζητάνε και την θεία Του επέμβαση, ταλαιπωρούνται συνέχεια, και ταλαιπωρούν συνέχεια μικρούς και μεγάλους∙ και από την φύση [Εννοεί, το φυσικό περιβάλλον], την οποία σιγά-σιγά παραμορφώνουν, άρχισαν να παραμορφώνουν και τους ανθρώπους, και να τους «περιποιούνται» στα ψυχιατρεία με ηλεκτροσόκ. Ο Θεός να μας ελεήση.
Συγχώρεσέ με, τα γράφω με πόνο, γιατί βλέπω την καημένη την νεολαία εγκαταλειμμένη από πνευματικούς, γιατί οι περισσότεροι [πνευματικοί] ασχολούνται με την πρόνοια (ενώ υπάρχει η κοινωνική πρόνοια και κάνει πιο καλύτερα τη δουλειά της στον τομέα αυτό), και το έργο του πνευματικού (δυστυχώς), το κάνουν ψυχίατροι [2], που οι περισσότεροι δεν παραδέχονται ψυχή, ή την παραδέχονται με τον δικό τους τρόπο, και να μην αναγνωρίζουν (ενν: δεν αναγνωρίζουν) την αξία της ψυχής, που μια ψυχή αξίζει περισσότερο από όλον τον κόσμο, καθώς μα λέει ο Χριστός.
Εάν δεν υπήρχαν και τα ψυχολογικά βιβλία και τα ψυχολογικά βιβλία, θα έχουμε λιγότερες αυτοκτονίες, γιατί πολλοί που τα διαβάζουν, καταδικάζουν τον εαυτό τους, ενώ η χάρις του Θεού διώχνει και τα κληρονομικά και σκορπάει και χαρά.
Εάν το επανεκδώσετε, δώστε «τα πρωτεία στα Αναστάσιμα».
Με πολλή αγάπη Χριστού
Ο αδελφός σας
Μον. Παϊσιος
Ο αδελφός σας
Μον. Παϊσιος
__________________________
[1] Ο Γέροντας, ενώ συνιστούσε στους ασθενείς να συμβουλεύωνται χριστιανούς ιατρούς -«διότι τους φωτίζει ο Θεός» κατά το λόγιό του- είχε εκφράσει επανειλημμένως την απαρέσκειά του προς τα «ψυχολογικά» βιβλία, αλλά και προς αυτή την ίδια την «ψυχολογία» και την «ψυχιατρική» η οποία ασκείται από επιστήμονες και ιατρούς, οι οποίοι δεν πιστεύουν στην ύπαρξη της ανθρώπινης ψυχής, όπως δέχεται αυτήν η θεολογία της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Όντας ο ίδιος βαθύς γνώστης, Χάριτι Θεού, του μυστηρίου της ενοικούσης στον άνθρωπο λογικής και νοεράς ψυχής, των φυσιολογικών αλλά και των παθολογικών εκδηλώσεών της, στενοχωριόταν και υπέφερε πολύ, όταν έβλεπε τις βαριές αστοχίες και τα λάθη στην αντιμετώπιση των ασθενών αυτών, τα οποία είχαν σοβαρότατες συνέπειες για τον ασθενή και το περιβάλλον του.
Δεδομένου δε ότι οι πλείστοι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι της ψυχιατρικής θεωρούν ότι τα «ψυχικά φαινόμενα» έχουν μόνον βιολογικό υπόβαθρο –θεώρηση, η οποία συνιστά άρνηση της ύπαρξης άυλης, νοερής και λογικής ψυχής στον άνθρωπο- ήταν πολύ επιφυλακτικός ή αρνητικός για πολλές «θεραπείες» που εφάρμοζαν οι προαναφερθέντες ψυχίατροι.
Ο Γέροντας θεωρούσε ότι τα αίτια των περισσοτέρων ψυχικών ασθενειών είναι πνευματικά και ότι τα «ψυχοφάρμακα» δεν θεραπεύουν, αλλά έχουν μόνον κατασταλτικό χαρακτήρα, και ότι είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται με φειδώ σε περιπτώσεις πασχόντων «ψυχασθενών», έως ότου καταστή εφικτή η επικοινωνία με αυτούς.
[2] Ο Γέροντας θλίβεται και πονά, διότι διαπιστώνει ότι πολλοί πνευματικοί (εξομολόγοι) έχουν εγκαταλείψει το κύριο έργο τους -που είναι η διαποίμανση των νέων- και ασχολούνται με έργα δευτερεύοντα. Ταυτόχρονα δηλώνει την σαφή αντίθεσή του προς την ανάθεση του έργου των πνευματικών σε ψυχιάτρους -και φυσικά και προς την περίπου ταυτόσημη μεταποίηση των πνευματικών σε ψυχιάτρους, που επιχειρείται στις ημέρες μας. Το αποτέλεσμα είναι ν' αυξάνουν οι τρόφιμοι των ψυχιατρείων και οι αυτοκτονίες, ενώ αυτά θα περιορίζονταν δραστικά, εάν η Εκκλησία μας διέθετε πολλούς θεοφώτιστους πνευματικούς!
(Από το βιβλίο: «ΚΕΙΜΕΝΑ-ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ Γέροντος ΠΑΪΣΙΟΥ του ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ 1924-1994», ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ, Θεσσαλονίκη 2009, ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΖΟΥΡΝΑΤΖΟΓΛΟΥ ΕΠΙΣΜΗΝΑΓΟΣ Ε.Α.)
Πηγή:http://www.alopsis.gr
Ετικέτες
Γέροντας Παΐσιος,
νέοι,
ψυχασθενεῖς,
ψυχή,
ψυχιατρική,
ψυχολογία,
ψυχολογικά προβλήματα
Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010
᾿Εκεῖ στόν ἀπόλυτο κίνδυνο θά εἶναι ᾿Εκεῖνος πλάϊ μας...
Τό Φθινόπωρο μᾶς ἦρθε μέ μιά πτώση τῆς θερμοκρασίας καί μᾶς ἔφερε μιά δροσιά πού ὅλοι περιμέναμε. Εἶναι κάτι σάν τήν δροσιά πού φέρνει στήν ψυχή ἡ γνήσια καί ἔμπονος μετάνοια, ὕστερα ἀπό τόν φοβερό καύσωνα τῶν παθῶν καί τή ζάλη πού φέρνει ἡ ἁμαρτία. «Δρόσος ᾿Αερμών»...Κι αὐτό τό ἀεράκι πού καμιά φορά φυσᾶ αὐτήν τήν ἐποχή, μοιάζει σάν τήν αὔρα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, πού ἐπισκιάζει τίς θεοφιλεῖς ψυχές. ᾿Αλήθεια, πόσο τήν ἔχουμε ἀνάγκη αὐτήν τήν αὔρα, τώρα πού σάν ζαλισμένο κοπάδι δέν ξέρουμε πού πηγαίνουμε!
ΔΝΤ, μνημόνιο, τρόϊκα, οἰκονομική κρίση, δημοτικές ἐκλογές, ἀμείλικτη φορολογία –πάντα στίς πλάτες τῶν ἀσθενεστέρων-, ἡ μορφή τοῦ Γιωργάκη, ἡ ἀπουσία τοῦ Καραμανλῆ, ἡ χλιαρή παρουσία τοῦ Σαμαρᾶ, τά πυροτεχνήματα τοῦ Τσίπρα καί τῆς παρέας του καί ἡ φωνή τῆς ᾿Αλέκας –λές καί βγαλμένη ἀπό κάποιο μακρινό κόσμο-, ὅλα αὐτά συνθέτουν ἕνα ἀποπνικτικό τοπίο, πού μυρίζει μούχλα, κλειστό γιά μῆνες δωμάτιο καί ἀπαίσια μυρουδιά ἀνήλια φυλακῆς. Καί οἱ νέοι μας νά προσπαθοῦν μέ τά πτυχία στό χέρι νά βροῦν μιά θέση στόν ἥλιο.
῎Αχ, αὐτοί οἱ νέοι! Πῶς μέ πληγώνουν! Χωρίς ἰδανικά, οἱ νέοι τῶν cafe καί τῆς coca colla, οἱ νέοι πού περπατοῦν στούς δρόμους ἀνέμελοι καί δέν ἔχουν ἀκόμη συνειδητοποιήσει τί τούς περιμένει. Καί πίσω ἀπό τούς νέους κρύβονται οἱ ταλαίπωροι οἱ γονεῖς πού τσοντάρουν ἀπό τά ἐναπομείναντα εἰσοδήματά τους τούς νέους τῆς σημερινῆς ῾Ελλάδας. ᾿Ακούω μερικούς παλιούς τῶν μετακατοχικῶν χρόνων νά λένε: «Περάσαμε κι ἐμεῖς δύσκολα χρόνια, μά τά καταφέραμε»! Θά ἰσχύσει ἄραγε αὐτό καί γιά ᾿μᾶς; Πόσοι ἀπό ᾿μᾶς δέν θά λυγίσουν ἀπό τίς στερήσεις, τόν κοινωνικό καί οἰκονομικό ἀποκλεισμό, τήν ἀπελπισία πού προμηνύει τό μέλλον; ῾Υπάρχει ἐλπίδα; ῾Υπάρχει διέξοδος ἀπό τήν κρίση; ῾Υπάρχει κάποια ὄαση στή Σαχάρα τῆς σύγχρονης ἐποχῆς;
Μερικές φορές πιάνω τόν ἑαυτό μου αἰσιόδοξο. Μιά περίεργη αἰσιοδοξία, πού ἀναρωτιέμαι μήπως πρόκειται γιά ψευδαίσθηση καί ἄπιαστο ὄνειρο; ῎Οχι, ὄχι, αυτή ἡ αἰσιοδοξία εἶναι κάτι τό χειροπιαστό. Εἶναι μιά αἰσιοδοξία πού πηγάζει ἀπό τήν πίστη μας στόν Χριστό τῆς ὀρθοδοξίας καί ὄχι στόν παραμορφωμένο Χριστό τοῦ Καθολικισμοῦ. ῾Ο λαός μας πιστεύει εἰλικρινῶς σέ μεγάλο βαθμό. Ο δύσκολες μέρες πού περνᾶμε κι αὐτές πού θά ἔρθουν, πιστεύω, πώς θά ἀφυπνίσουν ὅ, τι ὡραιότερο κρύβει μέσα του ὁ ῞Ελληνας καί θά ὑπάρξει κάποια ἀναγέννηση. Κάτι καινούργιο θά γεννηθεῖ. Φτάνει νά εἴμαστε κοντά στήν μητέρα μας ᾿Εκκλησία, φτάνει νά αὐξήσουμε λίγο τήν προσευχή μας, φτάνει νά γίνουμε λίγο πιό ἀληθινοί μέ τόν ἑαυτό μας καί τόν διπλανό μας. Φτάνει, τέλος, νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό μέ τήν θέρμη πού τόν ἀγαποῦσαν οἱ ἅγιοί μας. Φτάνει νά ἔχουμε γνήσια διάθεση γιά μαρτυρία μά καί γιά μαρτύριο. Νά ξεβολευτοῦμε λιγάκι καί νά ἀνοιχτοῦμε στό φουρτουνιασμένο πέλαγο τῶν δυσκολιῶν μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν ᾿Ιησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος στέκεται ἐπί τῶν κυμάτων καί εἶναι ἕτοιμος νά μᾶς ἁπλώσει τό χέρι, ὅταν ἐμεῖς θά λιποψυχοῦμε καί θά καταποντιζόμαστε. ᾿Εκεῖ στόν ἀπόλυτο κίνδυνο θά εἶναι ᾿Εκεῖνος πλάϊ μας...
Οδυσσεύς
Ετικέτες
᾿Ιησοῦς Χριστός,
αἰσιοδοξία,
ἐλπίδα,
νέοι,
οἰκονομική κρίση
ΘΗΛΕΙΑ ΣΤΟΝ ΛΑΙΜΟ
«Ἐπιδρομαὶ τῶν ἀλαστόρων (ἀσεβῶν, κακούργων) θλίβουσιν Ἑλλάδα τὴν ταπεινήν, καὶ πολλαὶ κακώσεις εὕροσαν τοὺς δούλους σου, ἡμᾶς, Θεοχαρίτωτε, ἀλλὰ τῇ θεαυγεῖ σου εἰκόνι (εἰκόνα ποὺ λάμπει μὲ θεία αὐγὴ) πόθῳ προστρέχοντες λύσιν τῶν δεινῶν ἐξαιτούμεθα». Μόνο ποὺ τώρα οἱ «ἀλάστορες», οἱ κακοῦργοι, δὲν εἶναι φανεροί, μήτε κι οἱ ἐπιδρομές τους μὲ ὅπλα καὶ κανόνια. Τώρα ξέρουν νὰ κρύβονται, γιὰ νὰ μὴν πάψουν νὰ δείχνουν πολιτισμένοι, καὶ τὰ μηχανεύματά τους εἶναι τέτοια ποὺ νὰ μὴ σύρουν ἐπάνω τους τὴν παγκόσμια κατακραυγή. Γι’ αὐτὸ καὶ πιὸ πανοῦργα στέκονται τώρα τὰ σχέδιά τους, πιὸ σατανικὲς οἱ δολιεύσεις τους.
Καθὼς τότε τοὺς πολιορκημένους στὸ Μεσολόγγι κοιτοῦσαν μὲ τὴν πείνα νὰ τοὺς κάνουν νὰ λυγίσουν, παρόμοια καὶ τώρα οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς ἔβαλαν βουλὴ νὰ πολιορκήσουν τὴν ὄμορφη αὐτὴ πατρίδα, τὴν ἀγαπημένη. Εἶπαν: «Θὰ σᾶς ἀναγκάσουμε νὰ μᾶς προσκυνήσετε μέσα ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ ἐξαθλίωση ὅπου θὰ σᾶς ὁδηγήσουμε. Γιατὶ ἐσεῖς οἱ Ἕλληνες εἶστε τραχιὰ γενιά, ἀπροσκύνητη, καὶ πρέπει νὰ βρεθεῖ ἕνας τρόπος νὰ καμφθεῖτε, νὰ λυγίσετε». Καὶ μᾶς ἐπέβαλαν λοιπὸν τὰ «μέτρα τους», μᾶς ἔδεσαν μὲ τὰ σκοινιά τους καὶ πέρασαν γύρω ἀπ’ τὸ λαιμό μας τὴ θηλειά. Πρέπει πάσῃ θυσίᾳ τὸ μικρὸ τοῦτο ἁλωνάκι νὰ ἁλωθεῖ. Πρέπει τὸ κάστρο τῆς Ὀρθοδοξίας νὰ πατηθεῖ. Ἀλλιῶς δὲν μποροῦν νὰ ἁπλωθοῦν τὰ σατανικά τους πλοκάμια ἐπάνω σ’ ὅλη τὴ γῆ.
Καὶ λοιπόν, Ὑπεραγία Θεοτόκε, στενάζουμε. «Στεναγμοὶ τῆς σῆς ποίμνης, θρῆνοί τε καὶ δάκρυα νῦν ἐπληθύνθησαν· αἱ γάρ ἀνομίαι κεφαλὴν τὴν αὐτῆς ὑπερήραντο. Ἄξια γοῦν ὄντως ὧνπερ εἰργάσατο ἀφρόνως τὰ ἐπίχειρα ἤδη κομίζεται». Ὁμολογοῦμε, Παρθένε, ὅτι ἁμαρτήσαμε. Ἁμαρτήσαμε πολύ. Δώσαμε μὲ τὴν πολιτεία μας τὴ λαβὴ νὰ μᾶς κατασπαράξουν. Στηρίξαμε τὴν εὐτυχία μας στὸ μαμωνά. Αὐθαδιάσαμε ριγμένοι μέσα στὰ πολλὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Ἀλαζονευ τήκαμε. Φουσκώσαμε ἀπὸ ἔπαρση. Καὶ τώρα λαμβάνουμε «τὰ ἐπίχειρα» αὐτῆς μας τῆς διαγωγῆς. Οἱ συνέπειες τῆς ἀποστασίας μας ἀπὸ τὸν Θεὸ πέφτουν τώρα στὶς κεφαλές μας καὶ μᾶς κάνουν νὰ θλιβόμαστε καὶ νὰ δακρύζουμε.
Μετανοοῦμε, Παναγία μας, μετανοοῦμε καὶ προστρέχουμε καὶ πάλι – ποῦ ἀλλοῦ; – στὴν πηγὴ τοῦ ἐλέους καὶ τῆς συμπαθείας σου. Καὶ Σὲ παρακαλοῦμε, τὶς τίμιες παλάμες σου καὶ τὸ ἱλαρό σου βλέμμα ὕψωσέ τα ἱκετευτικὰ πρὸς τὸν Υἱὸ καὶ Θεό σου ὑπὲρ τοῦ ἐν περιστάσει εὑρισκομένου λαοῦ σου. Σύ, ἀειπάρθενε Κόρη, «τὸ πένθος τῆς Ἑλλάδος καὶ κατηφὲς εἰς χαρὰν μεταποίησον, Ἄχραντε, καὶ χαρμονήν, ὅτι Σὲ προστάτιν ἐν πειρασμοῖς, λιμένα τε πανεύδιον κέκτηται ἐν σάλῳ τῶν συμφορῶν». Σὲ Σένα στηρίζουμε τὶς ἐλπίδες τῆς σωτηρίας καὶ ἐξόδου μας ἀπὸ τὴ δεινὴ αὐτὴ περίσταση ποὺ διερχόμαστε.
περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», τ. 2006/1-15.08.10
Διαδίκτυο: Χριστιανική Βιβλιογραφία
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



