"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Γιατί κάνουμε τόν Σταυρό μας; Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. ῾Ιεροθέου Βλάχου



«Σταυρέ τοῦ Χριστοῦ σῶσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει σου».






Οἱ λόγοι γιά τούς ὁποίους κάνουμε τόν Σταυρό ἐπάνω μας εἶναι πολλοί. Θά ἀρκεσθοῦμε στήν ἀπαρίθμηση τῶν κυριοτέρων.
   Πρῶτον ἐκφράζουμε τήν εὐγνωμοσύνη μας πρός τόν Χριστό, πού μᾶς ἀγάπησε μέχρι Σταυροῦ καί μᾶς ἔσωσε.
   Δεύτερον ζητᾶμε τήν Χάρι καί τήν Εὐλογία Του γιά νά νικήσουμε τά πάθη καί νά ἐκδιώξουμε τόν πολυμήχανο ἐχθρό.
  Τρίτον σχηματίζουμε ἐπάνω μας τόν Σταυρό γιά νά σταυρώσουμε τούς κακούς λογισμούς, τίς πονηρές ἐπιθυμίες καί τήν ἀχαλίνωτη καί διεστραμμένη θέλησι, πού μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ.
   Τέταρτον μέ τό σχῆμα τῆς χειρός ὁμολογοῦμε τό δόγμα τῆς ῾Αγίας Τριάδος καί τό δόγμα τῆς ἀσυγχύτου καί ἀδιαιρέτου ἑνώσεως τῆς θείας καί ἀνθρωπίνης φύσεως στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Μέ τά τρία δάκτυλα ἑνωμένα ὁμολογοῦμε τήν ῾Αγία Τριάδα καί μέ τά δύο ἄλλα τήν θεανδρικότητα τοῦ Χριστοῦ.
   Πέμπτον ὁμολογοῦμε ὅτι θά ζήσουμε σταυρική ζωή , θά ἀγαπήσουμε τήν ἄσκησι, θά θυσιάσουμε καί τήν ζωή μας, ἄν ὁ Κύριος τό ἐπιτρέψη, ὅπως ἔκαναν οἱ ἅγιοι μάρτυρες καί γενικά, ὅπως ἔκαναν ὅλοι οἱ ἄγιοι. Γι᾿ αὐτό,  ὅταν ἀσπαζώμαστε τίς εἰκόνες τους,  κάνουμε τό σημεῖο τοῦ  Σταυροῦ.  
    ῾Η δύναμί μας, ἡ δόξα μας καί ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας εἶναι ὁ Τίμιος τοῦ Κυρίου Σταυρός, ὁ ὁποῖος ἀντλεῖ δύναμι ἀπό τόν ᾿Εσταυρωμένο Κύριο. Γι᾿ αὐτό σταυρώνοντας τό σῶμα μας, ἄς προσευχώμαστε μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς μας: «Σταυρέ τοῦ Χριστοῦ σῶσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει σου».

Πηγή: Σεβ. ῾Ιεροθέου Βλάχου: «᾿Οσμή γνώσεως», σελ. 164, ᾿Εκδ. Τέρτιος,  Κατερίνη 1985.

᾿Αντιγραφή:᾿Οδυσσεύς

Ἡ παιδεία εἶναι ἄσκησις ἀρετῆς! τοῦ Σαράντου Καργάκου


"Σήμερα ἔτσι καὶ τολμήσης καὶ πῆς μία ἀρχαία ἑλληνικὴ φρᾶσι, μπορεῖς νὰ ἀκούσης -καὶ τὸ ἔχω ἀκούσει γιὰ τὸν ἑαυτό μου- «Ἀλβανὸ εἶσαι κύριε;». Τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ θεωροῦνται πλέον ἀλβανικά".

Ἡ παιδεία εἶναι ἄσκησις ἀρετῆς, εἶναι ἀνθρωποπλαστικὸ ἰδανικό. Μὲ τὴν παιδεία, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἐτυμολογικὴ βᾶσι τὸ παιδί, δημιουργεῖς ἀνθρώπους. Ἀρτίους ἀνθρώπους, ἱκανοὺς νὰ ἀνταποκριθοῦν στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ μέλλοντος, ποὺ ὅμως δὲν σὲ θέλει ὑπήκοο, σὲ θέλει πολίτη. Μὲ τὴν παιδεία δημιουργεῖς τὸν πολίτη καὶ ὄχι τὸν ἀλήτη, καὶ μὲ τὴν ἀθώα καὶ μὲ τὴν κακὴ σημασία. Διότι ἀλήτης σὲ πρώτη σημασία σημαίνει ὁ περιπλανώμενος.
Ἐκπαίδευσις εἶναι παροχὴ δεξιοτήτων. Χωρὶς ἐγὼ νὰ ἀποκλείω τὸ στοιχεῖο τῆς ἐκπαιδεύσεως στὴν διάρκεια τῆς παιδαγωγικῆς λειτουργίας, δὲν θέλω νὰ ὀνομάζω τὴν παιδεία ἐκπαίδευσι. Διότι σὲ ἐκπαίδευσι ὑπόκεινται καὶ οἱ σκύλοι. Ἡ παιδεία εἶναι μόνο γιὰ ἀνθρώπους. Τὸ μεγάλο λάθος, τὸ ὁποῖο ἔκαναν οἱ πολιτικοὶ ἀπὸ τὴν μεταπολεμικὴ περίοδο καὶ μετὰ εἶναι ὅτι βλέποντας τὴν οἰκονομική μας ὑστέρησι, ἡ ὁποία δὲν ὀφειλόταν ἀποκλειστικῶς σὲ θέματα παιδείας, ἀλλὰ στὶς τρομακτικὲς καταστροφὲς τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, τῆς κατοχῆς καὶ τοῦ ἐμφυλίου, ἤθελαν νὰ κάνουν τὴν παιδεία μας περισσότερο πρακτική. Τὴν ἔκαναν πρακτική, ἀλλὰ δὲν τὴν ἔκαναν ἀποδοτική.
Ποιός εἶναι ὁ χαρακτήρας καὶ ποιά ἡ ποιότης τῆς παρεχομένης ἀπὸ τὸ ἐπίσημο ἑλληνικὸ κράτος παιδείας σήμερα;
Πρῶτον, δὲν προσφέρεται παιδεία. Προσφέρεται κακοπαιδεία ἢ ὑποπαιδεία ἢ ὑπνοπαιδεία ἀπὸ ἕνα Ὑπουργεῖο, τὸ ὁποῖο ἔχω ὀνομάσει Πνευματικῆς Ἡμιπληγίας. Θὰ ἦταν σωτήριο γιὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ καταργηθῆ τὸ ὑπουργεῖο αὐτὸ καὶ νὰ ξαναγυρίσουμε στὸ σύστημα τῶν κοινοτήτων, ὅπου οἱ κοινότητες εἶχαν τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ἵδρυση σχολείων, γιὰ τὴν πρόσληψι δασκάλων, γιὰ τὴν πληρωμὴ τῶν δασκάλων, ὁπότε εἶχαν καὶ τὴν εὐθύνη τῆς ποιότητος, καὶ τῶν διδασκόντων ἀλλὰ καὶ τῆς διδασκόμενης ὕλης.
Σήμερα ἔτσι καὶ τολμήσης καὶ πῆς μία ἀρχαία ἑλληνικὴ φρᾶσι, μπορεῖς νὰ ἀκούσης -καὶ τὸ ἔχω ἀκούσει γιὰ τὸν ἑαυτό μου- «Ἀλβανὸ εἶσαι κύριε;». Τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ θεωροῦνται πλέον ἀλβανικά. Καὶ ἂν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔχουν μεταφέρει -θὰ τὸ διαπιστώσω πολὺ σύντομα ἂν εἶναι ἀληθές- μοῦ ζητήθηκε ἀπὸ κάποιον κύριο ἀρκετὰ ἰσχυρὸ οἰκονομικῶς, νὰ συνθέσω ἕναν Πινδαρικὸ ὕμνο γιὰ νὰ διαβαστῆ στοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνες τοῦ Πεκίνου. Κάθησα 22 ἡμέρες καὶ ἔκανα αὐτὸν τὸν Πινδαρικὸ ὕμνο σὲ βοιωτικὴ διάλεκτο, ποὺ δὲν μοῦ εἶναι τόσο οἰκεία ὅσο ἡ δωρικὴ ἢ ἡ ἰωνική. Ὁ κύριος αὐτὸς τὸ ἔδωσε σὲ ἕναν πολὺ γνωστὸ Ἀμερικανὸ ἑλληνιστή, ποὺ ἐπιδίδεται στὴν μελέτη τοῦ Πινδάρου, ἀλλὰ αὐτὸς ζήτησε νὰ τοῦ στείλω καὶ γλωσσάρι, λέξι πρὸς λέξι, γιὰ νὰ μπορέση νὰ τὸ ἀποδώση στὰ ἀγγλικά. Καὶ ἀφοῦ αὐτὸ μεταφράστηκε στὰ ἀγγλικά, μεταφράστηκε στὰ κινεζικά. Ἀπ' ὅτι μοῦ εἶπαν, κάποιος ὑπουργός μας διάβασε στὸ Πεκίνο τὴν ὡδὴ στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ καὶ οἱ Ἕλληνες ἀκροατὲς νόμιζαν ὅτι εἶναι κινέζικα. Ὅταν ἀκολούθως διαβάστηκε στὰ κινεζικά, οἱ Ἕλληνες ἀκροατὲς νόμιζαν ὅτι εἶναι ἀρχαῖα ἑλληνικά. Καὶ μόνο ὅταν διαβάστηκε στὰ ἀγγλικά, δηλαδὴ στὴν «μητρική» μας γλῶσσα, κατάλαβαν τὸ νόημα.
...Ἀλλὰ μιᾶς καὶ φθάσαμε καὶ μὲ ρωτήσατε γιὰ τόνους καὶ πνεύματα, ἐγὼ ὑπῆρξα ἀπ’ ἀρχῆς πολέμιος τοῦ μονοτονικοῦ καὶ τῶν ὀρθογραφικῶν ἁπλουστεύσεων. Καὶ ὁ λόγος δὲν ἦταν οἱ δῆθεν συντηρητικὲς καταβολές μου, ἀλλὰ ἦταν λόγοι καθαρὰ παιδαγωγικοί. Διότι ἡ προσπάθεια ποὺ ἔκανε τὸ παιδὶ νὰ γράψη σωστὰ μία λέξι ἰσοδυναμοῦσε μὲ μία ἄσκησι. Κάθε λέξις, ποὺ ἔγραφε τὸ Ἑλληνόπουλο ἦταν ἕνα μικρὸ προβληματάκι. Ἔτσι ἡ γραφὴ τῆς λέξεως προϋπέθετε στοχασμό, σκέψι. Αὐτὸ τὸ πολὺ ἁπλό: «γλῶσσα», νὰ βάλω ὀξεῖα ἢ περισπωμένη; Τὸ μακρὸν πρὸ βραχέως περισπᾶται ἦταν μία συνεχής, διαρκὴς ἐπιταγὴ ποὺ ἔκανε τὸ παιδὶ ὅταν ἔγραφε, ἕνα σκεπτόμενο μαθητή. Τώρα ὁ μαθητὴς δὲν ἔχει τόνους, δὲν ἔχει πνεύματα, γράφει, ὅπως τοῦ κατέβη, ὅ,τι τοῦ κατέβη καὶ ὁ καθηγητὴς δὲν κάνει τὸν κόπο νὰ διορθώση, διότι καὶ ἡ διόρθωσις ἀπαγορεύεται. Σήμερα ἔχουμε μία ὀρθογραφία ΙΧ, γράφει καθένας ὅπως θέλει, καὶ γι' αὐτὸ πλέον ἡ ἑλληνικὴ ἔχει ἐγκαταλειφθῆ σὲ σημεῖο ποὺ νὰ διασχίζης τὴν Λεωφόρο Κηφισίας καὶ τὴν Λεωφόρο Συγγροὺ καὶ νὰ μὴ βλέπης ἑλληνικὴ ἐπιγραφή.
Προδώσαμε τὴν ἔννοια τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία γιὰ μένα ἡ Ἑλλάδα ταυτίζεται μὲ τὸ ἀπροσκύνητο ἦθος. Ἕλλην, ὅπως ἔχει πῆ ἕνας μεγάλος Ἐλβετὸς ἱστορικός, ὁ Γιάκομπ Μπούρκχαρτ, εἶναι ὁ ἀγωνιζόμενος ἄνθρωπος, διότι στὴν γλῶσσα τὴν ἑλληνική, ἡ λέξις ἀγὼν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀποδίδει τὴν βασικὴ ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνα.
Ποιά θὰ πρέπη νὰ εἶναι ἡ στάσις τῆς Ἑλλάδος; Ἡ στάσις τῆς Ἑλλάδος θὰ πρέπη νὰ βρίσκεται πάντα κοντὰ σὲ ἕνα ἠχηρὸ «ὄχι». Ὅπως λέει ὁ ποιητής, στὸ πίσω μέρος τῆς παλάμης μας εἶναι γραμμένο τρεῖς φορὲς τὸ «ὄχι». Οἱ Ἕλληνες δὲν εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ «ναὶ» καὶ δὲν εἶναι τυχαῖο, ὅτι ὁ μεγαλύτερος προδότης στὰ χρόνια τῆς Ἐπαναστάσεως λεγόταν «Ναινέκος». Ὄχι ὅτι ἔλειψαν οἱ προδότες ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, εἴχαμε καὶ προδότες στὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς ἀλλὰ δὲν εἴχαμε στὸν βαθμὸ ποὺ εἶχαν οἱ Γάλλοι, Δανοὶ καὶ λοιποί, νὰ μὴν ἀναφέρω χῶρες καὶ γίνουμε δυσάρεστοι, διότι εἴμαστε ὁ μόνος λαός, ὁ ὁποῖος δὲν πολέμησε στὸ πλευρὸ τῶν Γερμανῶν, ὅπως τὸ ἔπραξαν ἄλλοι Εὐρωπαῖοι ὑβριστές μας αὐτὴ τὴν στιγμή. Δύο πράγματα ἀκόμη: ὅταν ὁ Λάμπρος Κατσώνης ἐστάλη ἀπὸ τὴν Μεγάλη Αἰκατερίνη γιὰ ἀντιπερισπασμὸ τὸ 1792, κάποια στιγμὴ ἡ Αἰκατερίνη, ἀφοῦ ἔκανε τὴν δουλειά της τοῦ εἶπε: «Λάμπρο μάζεψέ τα καὶ ἔλα διότι ἐγὼ τερμάτισα τὸν πόλεμο μὲ τοὺς Τούρκους» καὶ ὁ Λάμπρος, σὲ μία ὑποτεταγμένη Ἑλλάδα, μὲ τὴν περίφημη φανέρωσί του -ἔτσι ὀνομάζεται τὸ μανιφέστο του, Φανέρωσις- εἶπε τὸ περίφημο: «Ἂν ἡ Αἰκατερίνη ὑπέγραψε, ὁ Λάμπρος δὲν ὑπογράφει, δὲν ὑποκύπτει». Τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐκφράζουν τρία πράγματα: πρῶτον τὸ «μολὼν λαβὲ» τοῦ Λεωνίδα, δεύτερον ἡ ἀπάντησις ποὺ ἔδωσε ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος στὸν Μεχμὲτ τὸν Β΄ , δὲν εἶναι σωστὸ νὰ λέμε Μωάμεθ, «τὸ δὲ τὴν Πόλιν σοι δοῦναι οὔτ' ἐμόν ἐστι οὔτ' ἄλλου τινὸς τῶν ἐν αὐτῇ οἰκούντων. Πάντες γὰρ κοινῇ γνώμῃ αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν μὴ φειδόμενοι τῆς ζωῆς ἠμῶν» καὶ τρίτον ἡ ἀπάντησις ποὺ εἰσέπραξε ὁ ναύαρχος Χάμιλτον ἀπὸ τὸν Γέρο τοῦ Μωριᾶ ὅταν τοῦ πρότεινε συμβιβασμὸ καὶ ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ τοῦ εἶπε: «Ἐμεῖς συμβιβασμὸ δὲν κάνουμε. Ἐλευθερία ἢ Θάνατος. Καπετὰν Ἄμιλτον ὁ Βασιλιᾶς μας σκοτώθηκε, συνθηκολόγησι δὲν ὑπέγραψε καὶ ἡ φρουρά του ἐξακολουθεῖ τὸν πόλεμο ἐναντίον τῶν κατακτητῶν καὶ ἡ φρουρὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τὰ φρούρια τοῦ Βασιλέως ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ἄπαρτα»· καὶ λέει ὁ Χάμιλτον: «Καὶ ποιά εἶναι ἡ φρουρὰ καὶ ποιά εἶναι τὰ φρούρια;» καὶ ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ τοῦ ἁπαντᾷ: «Ἡ φρουρὰ εἶναι οἱ κλέφτες καὶ φρούρια τὰ βουνά, τὸ Σούλι καὶ ἡ Μάνη». Καὶ ὁ Χάμιλτον, γράφει ὁ Γέρος, δὲν ὡμίλησε. Ἐὰν μιλούσαμε ἔτσι στοὺς ξένους, δὲν θὰ τολμοῦσαν νὰ μᾶς μιλήσουν καὶ νὰ μᾶς ἀντιμιλήσουν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Ἑλλὰς σήμερα δὲν εἶναι ἡ Ἑλλάδα τῶν κλεφτῶν καὶ τῶν ἁρματολῶν, εἶναι δυστυχῶς ἡ Ἑλλάδα τῶν κλεφτῶν καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἡ ἁμαρτία εἶναι, καὶ ὅταν λέω ἁμαρτία τὴν ἐννοῶ καὶ μὲ τὴν ἀρχαία καὶ μὲ τὴν χριστιανικὴ σημασία, τὸ σαράκι ποὺ ἔφαγε τὴν αὐτοκρατορία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ἁμαρτία εἶναι καὶ τὸ μαράζι ποὺ τρώει τὴν σύγχρονη Ἑλλάδα. Θὰ μοῦ πῆτε τὰ λέω ἐγὼ καὶ ξεχνάω αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστός, «ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλέτω». Ὄχι βεβαίως. Ὅλοι ἔχουμε κάνει λάθη. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐμεῖς οἱ πολῖτες τὰ λάθη τὰ πληρώσαμε καὶ τὰ πληρώνουμε, καὶ τὰ πληρώνουμε πολὺ βαρειά. Διότι τὰ λάθη τῶν πολιτικῶν εἶναι ἁμαρτίες ποὺ δὲν παιδεύουν αὐτοὺς οὔτε τὰ τέκνα τους, παιδεύουν ἐμᾶς τοὺς πολῖτες. Ἀλλὰ καλὰ κάνουν καὶ μᾶς παιδεύουν διότι οἱ πολιτικοί, ἡ ἐκλογὴ δηλαδὴ τῶν πολιτικῶν, ἡ ἐπιλογὴ τῶν πολιτικῶν, εἶναι εὐθύνη τῶν πολιτῶν. Ἂς μάθουν οἱ πολῖτες νὰ ἐπιλέγουν σωστά, ὥστε νὰ ἔχουμε γκεσέμια ἱκανὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν πρὸς τὰ ἐμπρός.

Πηγή:http://stisepalxeis.blogspot.com

Τό σταυρουδάκι, μιά ἀληθινή ἱστορία τοῦ Πόντου




Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ

Σύμφωνο Συμβίωσης καί γιά ὁμόφυλα ζευγάρια!


πηγή: cosmo.grTης Μαρίνας Κουτσούμπα
Στην κατάρτιση Συμφώνου Συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια προσανατολίζεται η κυβέρνηση, σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης, Χάρη Καστανίδη.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης, όπως ανέφερε στο ραδιοφωνικό σταθμό ΒΗΜΑ 99,5, την Παρασκευή (17/9), ο υπουργός Δικαιοσύνης, Χάρης Καστανίδης, σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Ισότητας έχει δημιουργήσει μία νομοπαρασκευαστική επιτροπή που θα καταθέσει προτάσεις για το Σύμφωνο Συμβίωσης ατόμων του ιδίου φύλου.
Υπενθυμίζεται ότι το Σύμφωνο Συμβίωσης ισχύει σήμερα μόνο για τα ετερόφυλα ζευγάρια.

᾿Αρχιμ. Διονυσίου Φαραζουλῆ: «῎Ας γίνη, Θεέ μου, ὅ,τι θέλεις καὶ ὅπως τὸ θέλεις»




"Νὰ ὑπομείνωμεν καὶ νὰ ὑπομένωμεν ἀγογγύστως τὴν βουλὴν καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ καρδίαν πιστεύουσαν καὶ ἐντελῶς εἰς αὐτὸν παραδεδομένην, νὰ λέγωμεν καὶ νὰ ἐπαναλέγωμεν: «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου".


«ΓΕΝΗΘΗΤΩ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΣΟΥ»

ΥΠΟΤΑΓΗ ΣΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ 


   Διὰ  τῆς εὐχῆς ταύτης:  «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου», εὐχόμεθα ἀκόμη καὶ ζητοῦμεν, ἵνα μᾶς χορηγῆ ὁ Θεὸς ὑπομονὴν εἰς τὰς διαφόρους θλίψεις καὶ περιπετείας τοῦ βίου. Διότι πολλάκις τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ δι᾿ ἡμᾶς εἶναι νὰ δοκιμάσωμεν ποικίλας θλίψεις ἐν τῷ βίῳ ἡμῶν. Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἰς πολλὰς περιστάσεις δι᾿ ἡμᾶς  εἶναι νὰ πίωμεν ἀκόμη καὶ πικρὰ ποτήρια καὶ νὰ ὑποστῶμεν δοκιμασίας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐνίοτε, καθὼς βλέπομεν, σχίζεται ἡ καρδία τῶν ἀνθρώπων. Ναί, ὁ Θεὸς πολλάκις θέλει νά διέλθωμεν διὰ πολλῶν θλίψεων πρὶν ἤ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν βασιλείαν του, θέλει νὰ δοκιμασθῶμεν.
   Τί πρέπει λοιπόν ἡμεῖς νὰ κάμωμεν εἰς τοιαύτας περιστάσεις; Νὰ γογγύσωμεν καὶ νὰ παραπονεθῶμεν; Νὰ ἐμπέσωμεν εἰς πικρὰν ἀπογοήτευσιν καὶ νὰ βυθισθῶμεν εἰς τὸ πέλαγος τῆς ἀπελπισίας; Νὰ καταστήσωμεν ὀδυνηρὰς τὰς ἡμέρας τοῦ βίου μας καὶ νὰ ποθήσωμεν, ἵνα ἔλθη τὸ ταχύτερον τὸ τέρμα τῆς ἐπιγείου σταδιοδρομίας μας, καθὼς κάμνουν πολλοὶ ἀτυχεῖς ἐκ τῶν ἀγνοούντων ἀνθρώπων; ῎Οχι, ὄχι. Μὴ γένοιτο! ᾿Αλλὰ τί λοιπόν; Νὰ ὑπομείνωμεν καὶ νὰ ὑπομένωμεν ἀγογγύστως τὴν βουλὴν καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ καρδίαν πιστεύουσαν καὶ ἐντελῶς εἰς αὐτὸν παραδεδομένην, νὰ λέγωμεν καὶ νὰ ἐπαναλέγωμεν: «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου».
   Ναί. ῎Οχι μόνον ὅταν εὐτυχῆς, ἀλλὰ καὶ ὅταν δυστυχῆς, ἀδελφέ μου, ἔχεις καθῆκον νὰ λέγης πρὸς τὸν Θεόν: «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου».
   Καὶ ὅταν τὰ νέφη τῶν θλίψεων ἐπικάθηνται ἐπὶ τοῦ ὁρίζοντος τῆς οἰκογενείας σου καὶ βλέπης τὴν ἀσθένειαν καὶ τὸν θάνατον νὰ εἰσορμᾶ εἰς τὸν οἶκον σου, ὅταν εὑρίσκεσαι εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην νὰ ἀποχωρίζεσαι ἀπὸ τὰς προσφιλεστέρας διὰ σὲ ὑπάρξεις καὶ νὰ συνοδεύης νεκροὺς πρὸς τὸν τάφον ἐκείνους, ἐπὶ τῶν ὁποίων πολλὰς καὶ χρυσᾶς ἐστήριξες ἐλπίδας, καὶ τότε ἔχεις καθῆκον νὰ λέγης: «Θεέ μου, γενηθήτω τὸ θέλημά σου».
   Καὶ ὅταν αἱ καταιγίδες τοῦ βίου πνέουν σφοδραί, καὶ τὰ κύματα τῆς καθημερινῆς βιοπάλης σὲ περικυκλώνουν, καὶ βλέπης τὸν ἑαυτόν σου μέσα εἰς τὴν ταλαιπωρίαν καὶ τὸν πόνον καὶ ἀρχίζης νὰ δακρύης καὶ νὰ στενάζης, καθ᾿ ὅν χρόνον μάλιστα θὰ ἀκούης ἴσως ἄλλους νὰ χαίρουν καὶ νά ἀπολαύουν τῶν εὐχαριστήσεων τῆς ζωῆς, ὤ! Καὶ τότε σύ, Χριστιανὲ ἀδελφέ, καθῆκον ἔχεις νὰ κλίνης τὰ γόνατα, νὰ κύπτης τὸν εὐχένα, νὰ κινῆς τὴν γλῶσσαν, καί, μέ καρδίαν πιστεύουσαν καὶ ἀφοσιωμένην εἰς τὸν Θεόν, νὰ παρακαλῆς διὰ νὰ δίδει ὁ Θεὸς ὑπομονὴν καὶ καρτερίαν, ὥστε νὰ λέγης: «Θεέ μου, γενηθήτω τὸ θέλημά σου. ᾿Αφοῦ σύ, Κύριέ μου, τὸ θέλεις καὶ τὸ διατάσσεις, ἀφοῦ σύ, ὁ Πατὴρ τῆς ἀγάπης, τὸ ἐπιτρέπεις καὶ μοῦ τὸ στέλλεις, τὸ δέχομαι καὶ δὲν ἀντιλέγω. ῎Ας γίνη ὅ,τι θέλεις καὶ ὅπως τὸ θέλεις. Γενηθήτω τὸ θέλημά σου»

᾿Από τό βιβλίο: ᾿Αρχιμ. Διονυσίου Φαραζουλῆ: «῾Ερμηνεία τῆς Κυριακῆς προσευχῆς». σελ. 66. 67, ἐκδ. «Ζωῆς».

᾿Αντιγραφή: ᾿Οδυσσεύς

᾿Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Φαραζουλῆς: ῾Ο φλογερός ἱεροκήρυξ (90 χρόνια ἀπό τήν κοίμησή του 23/2/1920)



του Αρχιμ. Χρυσοστόμου Κ. Παπαθανασίου
Ιεροκήρυκος Καθεδρικοού Ναού Αθηνών
από το βιβλίο «Σύγχρονες Πνευματικές Μορφές»,
Έκδοσις Χριστιανική Στέγη Καλαμάτας, 2009


Σπουδαία προσωπικότης της Ελλαδικής Εκκλησίας υπήρξεν ο αείμνηστος Διονύσιος Φαραζουλής κατά την δευτέρα δεκαετία του 20ου αιώνος. Το πνευματικό του έργον, το όποιον επετέλεσεν εντός ολίγων ετών, διότι ο Θεός τον επήρεν εις την επουράνιον Βασιλείαν Του εις ηλικίαν μόλις 38 ετών, ήταν πράγματι θαυμαστό.
Ο αοίδιμος γεννήθηκε στο Αίγιο το 1882 από αρχοντική, ευσεβή και πολύτεκνη οικογένεια, η οποία του γνώρισε «από βρέφους τα ιερά γράμματα». Αφού τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην ιδιαιτέρα του πατρίδα ήλθε στην Αθήνα και ενεγράφη στην Νομική Σχολή.
Αργότερα μετεγράφη στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου με τον πόθο να υπηρετήσει τον Κύριον και να εργασθεί προς δόξαν του αγίου Ονόματος Του. Περισσότερον από τα επιστημονικά έργα μελετούσε την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας. Ως τριτοετής φοιτητής, μάλιστα, άρχισε να κηρύττει τις Κυριακές σε διαφόρους μικρούς Ναούς των Αθηνών και οι ακροατές του αμέσως τον εξετίμησαν, θαυμάζοντες την φυσική ευφράδεια του, την ταπεινοφροσύνη και το αγωνιστικόν του φρόνημα.
Το 1907 ανηγορεύθη διδάκτωρ της θεολογίας με τον βαθμόν «άριστα» και την 17ην Μαρτίου 1908 εκάρη Μοναχός στην ιστορική Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου και τον Μάϊο του ιδίου έτους χειροτονήθηκε Διάκονος στον μικρό Ναό του Νοσοκομείου της πόλεως Αιγίου. Τον Δεκέμβριο του 1912, σε ώριμη ηλικία των 31 ετών, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στον Ναό του Αγίου Γεωργίου (Καρύτση) από τον Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Τιμόθεο και συνέχισε τα φλογερά του κηρύγματα. Κήρυττε στον ιστορικό Ιερό Ναό της Χρυσοσπηλαιωτίσσης, όπου ο λαός του Θεού τον αγάπησε και τον παρακολουθούσε τακτικότατα γιατί πραγματικά ένοιωθε να οικοδομείται και να καλλιεργείται πνευματικά από τον δόκιμο αυτό κήρυκα του Ευαγγελίου του Χριστού.
Τον Φεβρουάριο του 1919 μετετέθη από την Χρυσοσπηλιώτισσα, και διορίσθηκε από τον Μητροπολίτη Αθηνών Μελέτιον Γ', ως τακτικός ιεροκήρυξ στο Ναό του Αγίου Γεωργίου (Καρύτση), από όπου είχε ξεκινήσει ως Διάκονος. Όμως ο Μητροπολίτης Μελέτιος την 1ην Ιανουαρίου του 1920 τον μετέθεσε στον Καθεδρικό Ναό των Αθηνών για να παρακολουθούν περισσότεροι άνθρωποι τα κηρύγματα του.
Ο πρώτος άμβων της χώρας πραγματικά είχε μεγάλο ιεροκήρυκα να κηρύττει λόγον Θεού και να καλλιεργεί ψυχές πού συνέρρεαν για να τον ακούσουν. Στον Ναό αυτό, την Κυριακή της Απόκρεω, πού συνέπεσε και η εορτή της Υπαπαντής, 2 Φεβρουαρίου 1920, ο π. Διονύσιος κήρυξε για τελευταία φορά. Παρ' ότι ήτο πολύ αδιάθετος, ωμίλησε το πρωΐ και στις δυο Θείες Λειτουργίες. Το απόγευμα με πυρετό εκήρυξε πάλιν. Διησθάνθη το τέλος του και ωμίλησε περί Δευτέρας Παρουσίας. Στο μέσον διέκοψε την τελευταία ομιλία του με τους λόγους: «Εύχεσθε λοιπόν πάντες, όπως έχωμεν τέλη ειρηνικά και καλήν απολογίαν».
Από το βράδυ της ημέρας αυτής ησθένησεν από γριπώδη πνευμονία και η καρδία εξαντλήθηκε. Την Κυριακή 23 Φεβρουαρίου, αφού είπε τρεις φορές το «Μνήσθητί μου, Κύριε», παρέδωσε την αγία ψυχήν του στους αγγέλους να την μεταφέρουν στα ουράνια σκηνώματα. Ο π. Διονύσιος εκοιμήθη.
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι πολλά εγκωμιαστικά άρθρα δημοσιεύτηκαν και στον ημερήσιο Τύπο της εποχής. Η εφημερίς «Αθήναι» της 25-2-1920 έγραφε:
«Ο θάνατος του ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως αρχιμανδρίτου Διονυσίου Φαραζουλή, έδωσεν αφορμήν χθες να σφυγμομετρηθή το θρησκευτικόν αίσθημα του λαού. Ο αποθανών κήρυξ του θείου λόγου δεν ήτο μόνον Ο ευπαίδευτος κληρικός, ο γνωρίζων μετά χαρακτηριστικής απλότητας ν' αναλύη την αλήθειαν των ευαγγελικών ρητών. Ήτο περισσότερον η εμπνευσμένη διάνοια, η θερμή πνοή, και προ πάντων ήτο ο παρατηρητικός νους, ο γνωρίζων να εξάγη ηθικά συμπεράσματα από την γύρω κοινωνικήν ζωήν. Το κήρυγμα του ήγγιζε τα μάλλον ευαίσθητους χορδάς της καρδίας του. Ο δε βίος του ήτο το ευγλωτότερον παράδειγμα. Χιλιάδες κόσμου, τας οποίας είχε κατηχήσει προς την οδόν της ψυχικής αναπλάσεως, έκλαιον χθες ως εάν επρόκειτο περί προσφιλούς των οικείου, και αι χιλιάδες αυταί συνώδευαν το λείψανον του εκλιπόντος ιερωμένου μέχρι του τάφου».
Ειδικότερα για τον π. Διονύσιο ως ιεροκήρυκα αξίζει να αναφέρουμε και το έξης περιστατικό:
Η πρώτη του επίσημος εμφάνισις και δοκιμασία ως ιεροκήρυκας έγινεν εις τον Ί. Ν. Ζωοδόχου Πηγής (οδού Ακαδημίας). Ήσαν οι πρώτοι μήνες του 1908. Ο τότε Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος (Μηνόπουλος), προκειμένου να του δώσει άδεια κηρύγματος, εξεδήλωσε την διάθεση να τον κείρη αναγνώστη και με την ευκαιρία αυτή να τον ακούσει και κηρύττοντα. Ο Μητροπολίτης λειτουργούσε στον μνημονευθέντα ναό. Όταν μετά το Ευαγγέλιο παρηκολούθησε από την ωραία Πύλη το κήρυγμα του νεαρού αναγνώστου, συνηρπάγη ολόκληρος και με βαθύτατο θαυμασμό ανεφώνησε προς τον π. Ευσέβιο Ματθόπουλο, ο όποιος παρίστατο εις το ιερό Βήμα: «Νέος Μηνιάτης».
Όπως έλεγον, η φωνή του ήταν γλυκεία. Η απαγγελία του ρέουσα, διαυγής και ζωντανή. Προικισμένος με μνήμην εξαιρετική, ημπορούσεν ευχερέστατα να απομνημονεύει τους λόγους του: Γράφει ο βιογράφος του αρχιμανδρίτης π. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος: «Δεν ήτο κήρυγμα απλούν ο λόγος του π. Διονυσίου. Ήτο μάλλον μία ιερά ανακοίνωσις, μία μυσταγωγία, η οποία εχειραγώγει τον νουν των ακροατών εις το ύψος των θείων αληθειών και έθετε αυτούς εις επικοινωνίαν με τον ίδιον τον Θεόν. Δεν ηυχαρίστει μόνον δια των κηρυγμάτων του, ούτε προεκάλει αισθήματα παροδικά και εφήμερα. Όταν εκήρυττε, ηλέκτριζε, συνήρπαζε, ηχμαλώτιζε προς τον Χριστόν τας ψυχάς. Ήνοιγε μάτια και αυτιά κλεισμένα προς την αλήθειαν, αφύπνιζε συνειδήσεις, ενέπνεε, εθέρμαινε, εφώτιζε τας ψυχάς με το άπλετον φως του Ευαγγελίου». Τα θέματα του αντλούσε ο π. Διονύσιος από την Αγίαν Γραφήν. Ένα δε από τα προσφιλέστατα θέματα του ήταν το περί μετανοίας. Πολλάκις έκλεινε το κήρυγμα του συνιστών αποφασιστική μετάνοια και ειλικρινή εξομολόγησιν.
Εκ των κηρυγμάτων του δημοσιεύθησαν οι λόγοι του εις την Μ. Παρασκευήν και τα συγγράμματα «Ερμηνεία της Κυριακής Προσευχής», «Χριστιανική οικογένεια» και «Ομιλίαι περί Ηθικής και Σωφροσύνης».
Αξίζει να αναφέρουμε τί έγραψαν γι' αυτόν τα τελευταία χρόνια δύο γνωστοί λογοτέχνες. Ο ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς στην εφημερίδα «Εστία» της 9-1-1960 έγραψε:
«Αν υπάρχη ανάγκη ιεροκηρύκων στην ύπαιθρο, δεν συζητείται! Είναι σαν να ρωτάμε, αν χρειάζωνται ιεραπόστολοι στην ζούγκλα. Υπάρχει ανάγκη ανθρώπων, πού να εξημερώσουν τ' αγρίμια, να σταλάζουν στις ψυχές τους ανθρωπινώτερα αισθήματα. Το χριστιανικό κήρυγμα είναι από τα πιο κατάλληλα γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά πρέπει να υπάρχουν άνθρωποι, πού να μπορούν να το κάμουν με τον συναρπαστικό τρόπο του αειμνήστου Διονυσίου Φαραζουλή, του ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως, κατά το 1919, πού όταν πέθανε - νεώτατος, δυστυχώς - όλο το χριστεπώνυμο πλήρωμα τον εθρήνησε από τα βάθη της καρδιάς του, τον επένθησε ειλικρινέστατα κι' ένοιωσε το αληθινά δυσαναπλήρωτο κενόν, πού άφινε. Ήξερε να μιλή ζωντανά αυτός - να καθηλώνη τον ακροατή του, να τον συγκινή».
Επίσης ο λογοτέχνης Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος έγραψε στις 12-6-1960 στην έφημ. «Ελευθερία»:
«Θυμάμαι το Διονύσιο Φαραζουλή, τον πρόωρα χαμένο. Εκείνο το χλωμό πρόσωπο, το γεμάτο αληθινή κατάνυξη, πού μιλούσε κάθε Κυριακή. Με πόση ζέστα, με πόση λιτότητα, με πόση γνώση, με πόση ευφυΐα έπαιρνε τα θέματα της κάθε στιγμής και τα έκανε κήρυγμα! Και με πόση προσοχή τον παρακολουθούσαν, όχι ανόητα γραΐδια και χλωρωτικοί νεανίσκοι. Όχι οι «θεοφοβούμενοι», οι εξωντωμένοι από υποκρισία, όχι εκείνοι με το βλακώδες ύφος, αλλά οι καλλιεργημένοι, οι ανήσυχοι, με τους δισταγμούς, με τις αντιρρήσεις, με τ' αντεπιχειρήματα, οι άνθρωποι της επιστήμης, της τέχνης».
Ο επιτυχέστερος βέβαια χαρακτηρισμός για το κήρυγμα και τον άνδρα είναι εκείνος του αειμνήστου Χρυσοστόμου (Παπαδοπούλου), Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος και Καθηγητού Πανεπιστημίου πού αποδεικνύει την προσωπικότητα του: «Ο ιεροκήρυξ Διονύσιος Φαραζουλής ό,τι ελεγεν, ήτο όπερ αυτός επίστευε και αυτός έζη... Οι ακροαταί του δεν εχώριζον τα λεγόμενα του από της προσωπικότητας του... Και έπειθε, διότι ο ίδιος ήτο πεπεισμένος περί των διδασκομένων».
πηγή:www.zoiforos.gr