"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Ο Οβολός



Από το "Ο Οβολός και άλλα διηγήματα", ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2004.


Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ σήκωσε τα άδεια πιάτα από το τραπέζι.

- Σου άρεσε το φαγητό; με ρώτησε.

- Παίρνεις πάντα το ωραιότερο μέρος, της είπα.

- Τηλεφωνώ στον Κώστα, απέναντι, κι όταν έχει κατσικάκι μου στέλνει το λαιμό και τη σπάλα.

Την ώρα που την αποχαιρετούσα στην εξώπορτα, έβαλε το χέρι στην τσέπη της ρόμπας της — ακριβώς όπως παληά, όταν εξοικονομούσε λίγα χρήματα και μας έδινε για χαρτζηλίκι.

- Παρ' τα αυτά, μου λέει με χαμηλωμένο κεφάλι, εσύ χρησιμοποιείς λεωφορεία.

Ήταν τρία εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών. Κατάλαβα τη σημασία της προσφοράς: η μάνα μου μου δήλωνε πως δεν μπορούσε, πλέον, να ανέβει σε λεωφορείο.

Πράγματι, την ίδια εκείνη άνοιξη αρρώστησε και, ξαφνικά, πέθανε τα ξημερώματα.

- Εγώ φεύγω, μου είχε πει την παραμονή το βράδυ στο νοσοκομείο.

Κατεβήκαμε όλοι στον Πύργο, όπου και ο οικογενειακός μας τάφος. Προηγείτο το φέρετρο, και ακολουθούσαμε εμείς.

Μέχρις ότου έρθει η ώρα της κηδείας, άρχισα να τριγυρνώ στα πέριξ του νεκροταφείου. Στις άκρες των ελαιώνων, δίπλα από τη σιδηροδρομική γραμμή, έβλεπα με έκπληξη κόκκινες ανεμώνες, που δεν θυμόμουν να υπήρχαν, όταν παιδιά ζούσαμε στο κοντινό χτήμα.

Έφθασα και σε αυτό. Δεν είχε απομείνει, φυσικά, τίποτα. Το πουλήσαμε στην Κατοχή και τώρα είχε καταντήσει ένας γύφτικος οικισμός, εντός σχεδίου πια. Μια μπουλντόζα άνοιγε έναν ακόμη δρόμο.

Προχώρησα προς το μέρος όπου βρισκόταν το πατρικό μου. Ήταν μεσημεράκι, και επικρατούσε μια περίεργη ερημιά, ίσως γιατί όλοι κοιμόντουσαν, ή απουσίαζαν. Βρήκα το παληό μου σπίτι αγνώριστο, με προσθήκες από τσιμεντόλιθους και αλουμινένιες πόρτες. Από τα δέντρα και τον κήπο δεν είχε μείνει ούτε δείγμα.

Ξαφνικά είδα τη μανταρινιά! Μέσα σε όλον αυτό το χαλασμό, είχε καταφέρει να επιβιώσει. Γέρικη, σχεδόν αιωνόβια, με καταφαγωμένον τον κορμό και τα κλαδιά της χωρίς φύλλα, διατηρούσε ακόμη αρκετούς καρπούς, κάτι πολύ μικρά μανταρίνια, ίδια με εκείνα που έκανε και τότε, όταν σκαρφάλωνα επάνω της την άνοιξη κι έκοβα τα φρούτα της.

Τα καλοκαίρια με τις ζέστες υπέφερε πολύ. Αγωνιζόμουν να την διατηρήσω στη ζωή: δεν είχαμε αρκετό νερό, αλλά όταν μπορούσα της κουβαλούσα έναν δύο τενεκέδες να ξεδιψάσει.

Πλησίασα με συγκίνηση, ένιωθα σχεδόν τύψεις για τα χρόνια της δίψας της. Πώς επέζησε, έτσι εγκαταλελειμμένη, τόσα καλοκαίρια; Είχα να την δω μισόν αιώνα ακριβώς και ουδέποτε την είχα θυμηθεί.

Έφαγα δυο τρία μανταρίνια, έβαλα μερικά στη τσέπη μου, την χάιδεψα και έφυγα. Έσπευσα στο νεκροταφείο, όπου ήδη χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα.

Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας, παρατηρώντας το πρόσωπο της μητέρας μου, σκεφτόμουν όλα εκείνα τα παρελθόντα. Αφαιρέθηκα, κι ήταν η γυναίκα μου που με προέτρεψε:

- Πήγαινε να φιλήσεις πρώτος τη μητέρα σου.

Πλησίασα. Της άφησα το ματσάκι με τις κόκκινες ανεμώνες, της γλίστρησα στα χέρια τα τρία εισιτήρια του λεωφορείου και, χαϊδεύοντάς της το κρύο μάγουλο, της ψιθύρισα στο αυτί:

- Μάνα, η μανταρινιά μας ζει!


Πηγή: http://www.myriobiblos.gr

«Πάγωσε» τό ΠΑΣΟΚ μέ τόν Πάγκαλο...




Πηγή:http://img.protothema.gr
Αμηχανία και κακεντρεχή σχόλια προκαλεί στο εσωτερικό του  κυβερνώντος κόμματος η αποκάλυψη του Πρώτου Θέματος ότι ο αντιπρόεδρος Θεόδωρος Πάγκαλος πέρασε πολυτελώς την παραμονή της  Πρωτοχρονιάς σε μεγάλο ξενοδοχείο.

Το γεγονός ότι  την ώρα που ο κ. Πάγκαλος κατηγορεί  μεγάλες ομάδες εργαζομένων ότι φταίνε για την κρίση, ο ίδιος βυθίζεται στη χλιδή, αφήνει άναυδους τους περισσότερους υπουργούς και  βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, καθώς η συμπεριφορά του δεν συνάδει  με το ρόλο του καταγγέλλοντα, όπως χαρακτηριστικά λένε στελέχη του  κυβερνώντος κόμματος.

Στο μέγαρο Μαξίμου αιφνιδιάστηκαν με τις εξελίξεις και στενοί συνεργάτες του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου τηρούν σαφείς αποστάσεις από τον αντιπρόεδρο, αρνούμενοι να τον καλύψουν. 

Πληροφορίες αναφέρουν  ότι ο κ. Παπανδρέου είναι πιθανό να στείλει έμμεσο πλην σαφές μήνυμα προς κάθε πλευρά, με αποδέκτη φυσικά και  τον κ. Πάγκαλο, ότι η κυβέρνηση  δεν υιοθετεί συμπεριφορές πολυτελούς διαβίωσης, όταν εφαρμόζει τόσο σκληρά μέτρα σε βάρος των εργαζομένων.

Στην πραγματικότητα ο κ. Πάγκαλος εξελίσσεται σε ξένο σώμα για την κυβέρνηση, αφού έτσι κι αλλιώς – όπως μάλιστα παραδέχονται αρκετά υψηλόβαθμα στελέχη της –  ελάχιστα συμμετέχει στις καθοριστικές διεργασίες, παρότι ο πρωθυπουργός του έχει τυπικά αναθέσει σημαντικές αρμοδιότητες.

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, πολλοί είναι οι βουλευτές, αλλά και οι υπουργοί, οι οποίοι ετοιμάζονται να διαφοροποιηθούν και να αποδοκιμάσουν δηλώσεις και τοποθετήσεις του κ. Πάγκαλου, όπως αυτές που διατύπωσε  για τους δημόσιους υπαλλήλους.

Όπως λένε κάποιοι με ανησυχία, «ο Πάγκαλος δεν θα μπορεί να κυκλοφορήσει στο δρόμο σε λίγο και κανείς από μας δεν έχει διάθεση να τον καλύψει μόνο και  μόνο επειδή είναι αντιπρόεδρος της  κυβέρνησης. Έχει ο ίδιος την ευθύνη των λόγων και των πράξεών  του».

Αν και τίποτα δεν  αποκλείεται για την τύχη του  κ. Πάγκαλου σχετικά με την παραμονή του στην κυβέρνηση, θεωρείται ωστόσο δύσκολο να υπάρξει αυτή την περίοδο  κάποια δραματική απόφαση του  πρωθυπουργού, έστω κι αν ο βουλευτής Αττικής είναι πλέον βαρίδι για  την προσπάθεια, που καταβάλλει  ο κ. Παπανδρέου να πείσει ότι η  κυβέρνηση καταβάλλει ειλικρινείς και δίκαιες προσπάθειες για  την έξοδο από την οικονομική κρίση.

῾Ερμηνεία στό "Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι" / τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου Νύσσης

Πρῶτος λόγος εἰς τοὺς μακαρισμούς
Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης


 


ΛΟΓΟΣ Α΄

«Ὅταν ὁ Ἰησοῦς εἶδε τὰ πλήθη, ἀνέβηκε στὸ ὄρος, κι ὅταν κάθισε, πλησίασαν οἱ μαθητές Του, κι ἄρχισε νὰ τοὺς διδάσκει, λέγοντας: Μακάριοι εἶναι οἱ ταπεινοί, γιατί σ' αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

Ἐλᾶτε νὰ ἀνεβοῦμε στὸ ὄρος τοῦ Κυρίου

1.
Ποιὸς ἄραγε εἶναι ἄξιος ἀπὸ τοὺς ἐδῶ συναγμένους ὥστε καὶ μαθητὴς τοῦ Κυρίου νὰ γίνει καὶ ν' ἀνεβεῖ μαζί Του ἀπὸ τὶς ταπεινὲς καὶ χαμηλὲς σκέψεις στὸ πνευματικὸ ὄρος τῆς ὑψηλῆς θεωρίας; Τὸ ὄρος αὐτὸ εἶναι ἀπαλλαγμένο ἀπὸ κάθε σκιά, ποὺ ρίχνουν οἱ ὑπερυψωμένοι λόφοι τῆς κακίας, καὶ συγχρόνως καταυγάζεται ἀπὸ τὴ λάμψη τοῦ ἀληθινοῦ φωτός. Καὶ μέσα στὴ διαύγεια τῆς καθαρῆς ἀλήθειας κάνει θεατὰ ἀφ' ὑψηλοῦ ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ εἶναι ἀθέατα γιὰ ὅσους βρίσκονται δεμένοι στὰ χαμηλά. Ποιὰ καὶ πόσα εἶναι αὐτά, ποὺ ἀπὸ τὸ ὕψος φαίνονται κάτω, ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Ὅταν, μακαρίζοντας αὐτοὺς ποὺ ἀνέβαιναν μαζί Του στὸ ὄρος, τοὺς ἀναπτύσσει, σὰν νὰ τοὺς δείχνει μὲ κάποιο δάκτυλο, ἀπὸ τὴ μία μεριὰ γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν κι ἀπὸ τὴν ἄλλη γιὰ τὴν κληρονομιὰ τῆς ἄνω πατρίδας. Ἔπειτα τοὺς ἀναπτύσσει γιὰ τὴν εὐσπλαγχνία, τὴ δικαιοσύνη, τὴν παρηγοριὰ καὶ γιὰ τὴ συγγένεια ποὺ ἀναπτύσσεται μὲ τὸν Θεὸ τῶν ὅλων. Ἀκόμη τοὺς μιλάει γιὰ τὴν ὠφέλεια τῶν διωγμῶν, ποὺ εἶναι τὸ νὰ γίνει σύνοικος τοῦ Θεοῦ. Δείχνει ἀκόμη ὁ Κύριος κι ὅσα ἄλλα κοντὰ σ' αὐτὰ μπορεῖς νὰ βλέπεις ψηλὰ ἀπὸ τὸ ὄρος, ἀντικρίζοντάς τα ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ σκοπιὰ μὲ τὶς ἐλπίδες.

Ἐπειδή, λοιπόν, ὁ Κύριος ἀνεβαίνει στὸ ὄρος, ἂς ἀκούσουμε τὴν πρόσκληση τοῦ Ἠσαΐα ποὺ φωνάζει «Ἐλᾶτε νὰ ἀνεβοῦμε στὸ ὄρος τοῦ Κυρίου» ( Ἠσ. 2,3). Κι ἂν εἴμαστε ἀδύνατοι ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας, ἂς τονώσουμε τὰ κουρασμένα χέρια καὶ τὰ παραλυμένα γόνατα, καθὼς ὑποδεικνύει ὁ προφήτης ( Ἠσ. 35, 3). Γιατί ἂν φτάσουμε στὴν κορυφή, θὰ συναντήσουμε Ἐκεῖνον ποὺ γιατρεύει κάθε ἀσθένεια καὶ κάθε ἀδυναμία. Θὰ βροῦμε Ἐκεῖνον ποὺ σηκώνει ἐπάνω Του τὶς ἀσθένειες καὶ φορτώνεται τὶς ἀρρώστιες μας. Λοιπόν, ἂς τρέξουμε κι ἐμεῖς πρὸς τὴν ἄνοδο, γιὰ νὰ φτάσουμε μαζὶ μὲ τὸν Ἠσαΐα στὴν κορυφὴ τῆς ἐλπίδας καὶ νὰ δοῦμε ἀπὸ ψηλὰ τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα ποὺ δείχνει ὁ Κύριος σ' αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι Τὸν ἀκολούθησαν στὴν ἀνάβαση. Ἀλλὰ ἂς ἀνοίξει καὶ σὲ μᾶς τὸ στόμα Του, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἂς μᾶς διδάξει ἐκεῖνα, ποὺ τὸ ἄκουσμά τους εἶναι ἡ μακαριότητα. Ἂς ἀρχίσουμε δὲ τὴν μελέτη μας ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζει ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου.



Ἡ μακαριότητα

2.
Μακάριοι, λέγει, εἶναι οἱ πτωχοὶ κατὰ τὸ πνεῦμα, γιατί σ' αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι κάποιος ποὺ ἀγαπάει τὸν χρυσό, τυχαίνει νὰ βρεῖ μέσα στὰ βιβλία πληροφορίες γιὰ τὴν ὕπαρξη θησαυροῦ σὲ κάποιο μέρος. Τὸ μέρος ὅμως ἐκεῖνο, ποὺ κρύβει τὸ θησαυρό, ἀπαιτεῖ πολὺ κόπο καὶ ἱδρώτα, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θὰ θελήσουν νὰ ἀποκτήσουν τὸ χωράφι. Ἄραγε θὰ δειλιάσει μπροστὰ στοὺς κόπους καὶ θὰ ἀδιαφορήσει γιὰ τὸ κέρδος καὶ θὰ θεωρήσει πιὸ γλυκὸ ἀπὸ τὸν πλοῦτο τὸ νὰ μὴν κουραστεῖ καθόλου, προσπαθώντας νὰ τὸν ἀποκτήσει; Δὲν γίνονται ὅμως αὐτά, δὲν γίνονται. Ἀντίθετα μάλιστα, θὰ παρακαλέσει γι’ αὐτὸ ὅλους τοὺς φίλους. Κι ἀπ' ὅπου μπορεῖ, θὰ ζητήσει βοήθεια γι’ αὐτό, συγκεντρώνοντας πολλὰ χέρια καὶ θὰ ἰδιοποιηθεῖ τὸν κρυμμένο θησαυρό.

Αὐτὸς εἶναι ἀδελφοί, ἐκεῖνος ὁ θησαυρὸς γιὰ τὸν ὁποῖο μιλάει τὸ γράμμα, ἀλλὰ εἶναι κρυμμένος ὁ πλοῦτος κάτω ἀπὸ τὴν ἀσάφεια. Κι ἐμεῖς ποὺ ἐπιθυμοῦμε (ν' ἀποκτήσουμε) τὸ καθαρὸ χρυσάφι, ἂς χρησιμοποιήσουμε τὴ δύναμη τῶν προσευχῶν, ὥστε νὰ ἔλθει ὁ θησαυρὸς γιὰ χάρη μας στὴν ἐπιφάνεια κι ἂς τὸν μοιραστοῦμε ὅλοι ἐξίσου κι ὁ καθένας μας θὰ τὸν κατέχει ὁλόκληρο. Γιατί ἡ μοιρασιὰ τῆς ἀρετῆς εἶναι τέτοια, ὥστε καὶ νὰ μοιράζεται σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ τὴ διεκδικοῦν, κι ὅλη νὰ ἀνήκει στὸν καθένα, χωρὶς νὰ μειώνεται ἀνάμεσα σὲ ἐκείνους ποὺ παίρνουν μέρος σ' αὐτήν. Ἐνῶ στὴν μοιρασιὰ τοῦ ὑλικοῦ πλούτου ὅποιος ἀποσπάσει τὸ περισσότερο, ἀδικεῖ ἐκείνους ποὺ παίρνουν ἴσο μερίδιο. Γιατί, ὅποιος αὐξήσει τὸ δικό του μερίδιο, μειώνει ὁπωσδήποτε τὸ τοῦ ἄλλου ποὺ μετέχει στὴ μοιρασιά. Ἀλλὰ μὲ τὸ πνευματικὸ πλοῦτο συμβαίνει ὅ,τι καὶ μὲ τὸν ἥλιο, ποὺ καὶ μοιράζεται σ' ὅλους ἐκείνους ποὺ τὸν βλέπουν, κι ὅλος ἀνήκει στὸν καθένα. Ἐπειδή, λοιπόν, καθὼς ἐλπίζουμε, τὸ κέρδος γιὰ τὸν καθένα θὰ εἶναι ἀνάλογο τοῦ κόπου, ἂς βοηθήσουμε ἐξίσου ὅλοι μὲ τὶς προσευχές, γιὰ νὰ πετύχουμε αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε.

Καὶ πρῶτα, λοιπόν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κατανοήσουμε τί ἀκριβῶς σημαίνει ἡ λέξη μακαρισμός. Μακαριότητα, κατὰ τὴν γνώμη μου βέβαια, εἶναι μία περίληψη ὅλων ἐκείνων ποὺ ἐννοοῦμε σχετικὰ μὲ τὸ ἀγαθό. Ἀπ' αὐτὴ δὲν λείπει τίποτε ἀπ' ὅσα ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἀγαθὴ ἐπιθυμία. Μποροῦμε ὅμως νὰ κάνουμε ἀκόμη σαφέστερη τὴν ἔννοια τοῦ μακαρισμοῦ, συγκρίνοντάς την μὲ τὸ ἀντίθετο. Καὶ ἀντίθετο πρὸς τὸ μακάριο εἶναι τὸ ἄθλιο. Ἀθλιότητα, λοιπόν, εἶναι ἡ ταλαιπωρία μέσα στὰ ἀξιοθρήνητα καὶ ἀθέλητα πάθη. Διακρίνονται δὲ μεταξύ τους, ἡ μακαριότητα κι ἡ ἀθλιότητα, ἀπὸ τὴν ἀντίθετη διάθεση ἐκείνων ποὺ θὰ βρεθοῦν σ' αὐτές. Δηλ. ὁ μὲν μακάριος εὐφραίνεται κι ἀγάλλεται, μὲ ὅσα ἔχει μπροστά του κι ἀπολαμβάνει, ἐνῶ ὁ ἄθλιος πονεῖ κι ὑποφέρει, μὲ ὅσα τὸν ἔχουν βρεῖ. Ἀληθινὰ δὲ μακαριστὴ ὕπαρξη εἶναι τὸ Θεῖο. Γιατί ὅ,τι καὶ νὰ ὑποθέσουμε πὼς εἶναι τὸ Θεῖο, μακαριότητα εἶναι ἐκείνη ἡ καθαρὴ ζωή, τὸ ἀνεκδιήγητο καὶ ἀκατάληπτο ἀγαθό, τὸ ἀνέκφραστο κάλλος, αὐτὸ ποὺ εἶναι ὅλο χάρη καὶ σοφία καὶ δύναμη, τὸ ἀληθινὸ φῶς, ἡ πηγὴ κάθε ἀγαθότητας, ἡ ἀνώτερη ἐξουσία ὅλων, τὸ μόνο ποθητό, αὐτὸ ποὺ πάντα εἶναι τὸ ἴδιο, ἡ παντοτινὴ ἀγαλλίαση, ἡ αἰώνια εὐφροσύνη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ πολλά, κι ὅμως νὰ μὴν ἔχει πεῖ τίποτε τὸ ἰσάξιο. Γιατί οὔτε ὁ νοῦς πλησιάζει τὸν Θεό, μά, κι ἂν ἀκόμη μπορέσουμε νὰ κατανοήσουμε κάτι ἀπὸ τὰ ὑψηλότερα γι' Αὐτόν, μὲ κανέναν λόγο δὲν ἐκφράζεται αὐτὸ ποὺ θὰ γίνει κατανοητό.

Ἀφοῦ ὅμως ὁ δημιουργός τοῦ ἀνθρώπου τὸν ἔπλασε κατ' εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ κατὰ δεύτερο λόγο νὰ εἶναι μακάριο αὐτό, ποὺ ἔχει δημιουργηθεῖ ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ καὶ μετέχει στὴν πραγματικὴ μακαριότητα. Γιατί μὲ τὴν σωματικὴ ὀμορφιὰ π.χ. τὸ πρωτότυπο κάλλος ὑπάρχει στὸ ζωντανὸ καὶ ὑπαρκτὸ πρόσωπο, ἐνῶ ἐκεῖνο, ποὺ ἀποτυπώνεται στὸν πίνακα μὲ τὴν ἀπομίμηση, ἔρχεται σὲ δεύτερη μοίρα. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς ὑπερέχουσας μακαριότητας, ποὺ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση. Κι αὐτὴ στολίζεται μὲ τὸ ἀγαθὸ κάλλος, ὅταν φέρει πάνω της τὰ σημάδια τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ μακαρίου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ βρωμιὰ τῆς ἁμαρτίας μουτζούρωσε τὸ κάλλος τῆς εἰκόνας, ἦλθε ὁ Χριστός, ποὺ μᾶς καθαρίζει μὲ τὸ δικό Του νερό, τὸ ὁποῖο εἶναι ζωογόνο καὶ ἀναβλύζει τὴν αἰώνια ζωή. Κι ἔτσι μποροῦμε ἐμεῖς ν' ἀποβάλουμε τὴν ἀσχημοσύνη τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ ἀνακαινισθοῦμε καὶ πάλι σύμφωνα μὲ τὴ μακάρια θεϊκὴ μορφή. Κι ὅπως στὴ ζωγραφικὴ τέχνη θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ ὁ εἰδικὸς στοὺς ἀρχάριους, πὼς καλὴ εἶναι ἐκείνη ἡ προσωπογραφία ποὺ ἔχει τὰ ἐπὶ μέρους συστατικά τοῦ σώματος τέτοια: ἔτσι νὰ εἶναι ἡ κόμη, οἱ κύκλοι τῶν ματιῶν, οἱ γραμμὲς τῶν φρυδιῶν, ἡ θέση τῶν παρειῶν καὶ ξεχωριστὰ ὅλα τὰ ἄλλα, μὲ τὰ ὁποῖα ὁλοκληρώνεται ἡ ὀμορφιά, ἔτσι καὶ ὁ Κύριος ποὺ ξαναζωγραφίζει τὴν ψυχή μας κατὰ τὴν ἀπομίμηση τοῦ μόνου μακαρίου, τοῦ Θεοῦ, περιγράφει μὲ τὸ λόγο τὰ ἰδιαίτερα στοιχεῖα ποὺ συμβάλλουν στὴν μακαριότητα. Καὶ πρῶτα λέγει: «Μακάριοι εἶναι οἱ πτωχοὶ κατὰ τὸ πνεῦμα, γιατί σ' αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».



Ἡ μακαριζόμενη πτωχεία

3.
Ἀλλὰ ποιὸ κέρδος θὰ προκύψει ἀπὸ τὴν μεγάλη αὐτὴ δωρεὰ τοῦ Κυρίου, ἂν δὲν ἀνακαλύψουμε τὸ βαθύτερο νόημα ποὺ κρύβεται στὸ βάθος τοῦ λόγου; Γιατί καὶ στὴν ἰατρικὴ πολλὰ φάρμακα ἀπὸ τὰ ἀκριβὰ καὶ δυσεύρετα παραμένουν ἀχρησιμοποίητα καὶ ἀνώφελα γιὰ ὅσους ἀγνοοῦν τὴν ἀξία τους, μέχρι ποὺ νὰ μάθουμε ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς σὲ τί εἶναι χρήσιμο τὸ καθένα ἀπὸ αὐτά. Τί σημαίνει, λοιπόν, ἡ πτωχεία τοῦ πνεύματος, μὲ τὴν ὁποία ἐξασφαλίζεται ἡ κατάκτηση τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν; Ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφὴ ἔχουμε μάθει δύο εἴδη πλούτου. Ὁ ἕνας εἶναι ἀξιοθαύμαστος καὶ ὁ ἄλλος ἀξιοκατάκριτος. Καὶ ὁ πλοῦτος τῶν ἀρετῶν εἶναι θαυμαστός, ἐνῶ ὁ ὑλικὸς καὶ γήινος κατακρίνεται. Γιατί ὁ μὲν ἕνας γίνεται κτῆμα τῆς ψυχῆς, ὁ δὲ ἄλλος εἶναι ἐπιτήδειος γιὰ νὰ ἐξαπατᾶ τὶς αἰσθήσεις. Γὶ αὐτὸ ὁ Κύριος ἀπαγορεύει νὰ θησαυρίζουμε αὐτόν, ἐπειδὴ βρίσκεται ἐκτεθειμένος στὰ σκουλήκια γιὰ τροφὴ καὶ τὸν ἐπιβουλεύονται οἱ κλέφτες ( Ματθ. 6,19). Ἐπιβάλλει δὲ νὰ δείχνουμε προθυμία γιὰ τὸν πλοῦτο τῶν ἀνωτέρων ἀγαθῶν, ποὺ ἡ δύναμη τῆς φθορᾶς δὲν τὸν ἀγγίζει. Κι ὅταν λέγει σκουλήκια καὶ κλέφτες, ὑπονοεῖ ἐκεῖνον ποὺ καταστρέφει τοὺς θησαυροὺς τῆς ψυχῆς. Συνεπῶς ἂν ἡ φτώχεια ξεχωρίζεται ἀπὸ τὸν πλοῦτο, ἀσφαλῶς μποροῦμε κατ' ἀναλογία νὰ μάθουμε πὼς ὑπάρχει καὶ δύο εἰδῶν φτώχεια. Ἡ μία ἀπορρίπτεται, ἡ ἄλλη μακαρίζεται. Ἐκεῖνος π.χ. ποὺ εἶναι φτωχὸς ὡς πρὸς τὴν σωφροσύνη, ἢ στερεῖται τὸ πολύτιμο ἀπόκτημα τῆς δικαιοσύνης, ἢ τῆς σοφίας, ἢ τῆς σύνεσης, ἢ κάποιον ἄλλον ἀπὸ τοὺς πολύτιμους θησαυρούς, αὐτὸς ἀποδεικνύεται πεινασμένος, χωρὶς κτήματα καὶ φτωχός, ἄθλιος γιὰ τὴ φτώχεια καὶ ἀξιολύπητος γιὰ τὴν ἔλλειψη πολύτιμων κτημάτων. Ἐνῶ ὁ ἄλλος ποὺ θεληματικὰ στερεῖται ὅλα, ὅσα ὑπονοοῦνται γύρω ἀπὸ τὴν κακία, καὶ δὲν ἔχει ἀποθηκεύσει στὶς ἀποθῆκες του κανέναν ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἔχει ζῆλο πνευματικὸ καὶ μ' αὐτὸν θησαυρίζει γιὰ τὸν ἑαυτὸ του τὴν φτώχεια ἀπὸ τὰ κακά, αὐτὸς μπορεῖ νὰ παρουσιασθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο ὅτι βρίσκεται μέσα στὴ μακάρια φτώχεια, τῆς ὁποίας καρπὸς εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.



Ὁρᾶτε τὸ μέτρον τῆς ἑκουσίας πτωχείας

4.
Ἀλλὰ ἂς ξαναγυρίσουμε στὴν ἐπεξεργασία τοῦ θησαυροῦ κι ἂς μὴν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀνακάλυψη τοῦ κρυμμένου μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ μεταλλείου. Μακάριοι εἶναι, λέγει, οἱ πτωχοὶ κατὰ τὸ πνεῦμα. Τὸ ἔχουμε πεῖ αὐτὸ κατὰ κάποιο τρόπο καὶ πιὸ μπροστά, θὰ τὸ ποῦμε ὅμως καὶ τώρα, ὅτι σκοπὸς τοῦ ἐνάρετου βίου εἶναι ἡ ἐξομοίωση πρὸς τὸ Θεό. Ὅμως αὐτὸ ποὺ εἶναι χωρὶς πάθη καὶ καθαρό, ξεφεύγει ἐξολοκλήρου τὴν ἀπομίμηση ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατο νὰ ἐξομοιωθεῖ ἡ ἐμπαθὴς ζωὴ πρὸς τὴ φύση ποὺ δὲν ἐπιδέχεται πάθη. Ἂν ὅμως μόνο ὁ Θεὸς εἶναι μακάριος, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος (Α΄ Τιμ. 6,15), κι ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ μακαριότητα γίνεται μὲ τὴν ἐξομοίωση πρὸς τὸν Θεό, τότε ἡ μίμηση εἶναι ἀδύνατη. Συνεπῶς ἡ μακαριότητα εἶναι κάτι τὸ ἄφθαστο γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Κι ὅμως, ὑπάρχουν ὁρισμένες ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ ποὺ μποροῦν, ὅσοι θέλουν, νὰ τὶς μιμηθοῦν. Ποιὲς εἶναι αὐτές; Νομίζω ὅτι ὁ Κύριος ὀνομάζει πτωχεία τοῦ πνεύματος τὴ θεληματικὴ ταπεινοφροσύνη. Πρότυπο αὐτῆς μᾶς προβάλλει ὁ Ἀπόστολος τὴν πτωχεία τοῦ Κυρίου, «ὁ Ὁποῖος γιὰ μᾶς ἐπτώχευσε, μολονότι εἶναι πλούσιος, προκειμένου νὰ γίνουμε ἐμεῖς πλούσιοι χάρη στὴ δική του πτωχεία» (Β΄ Κορ. 8, 9). Ὅλες οἱ ἄλλες ἰδιότητες, ὅσες ἀναφαίνονται γύρω ἀπὸ τὴ θεία φύση, ξεπερνοῦν τὰ μέτρα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἐνῶ ἡ ταπεινότητα εἶναι γιὰ μᾶς ἔμφυτη καὶ συνυπάρχει μὲ ὅσους προέρχονται ἐκ τῶν κάτω κι ἔχουν τὰ συστατικά τους γήινα καὶ στὴ γῆ ξαναπέφτουν. Σὺ ὁ ἴδιος ἀποκτᾶς τὰ χαρακτηριστικά τῆς μακαριότητας ὅταν μιμεῖσαι τὸν Θεὸ στὸ μέτρο τοῦ φυσικὰ δυνατοῦ. Κι ἂς μὴ νομίσει κανεὶς πὼς ἡ ταπεινοφροσύνη πετυχαίνεται μὲ εὐκολία καὶ χωρὶς κόπο. Τὸ ἀντίθετο συμβαίνει. Εἶναι ἡ πιὸ κουραστικὴ ἀρετὴ ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη ποὺ ἐπιδιώκουμε. Κι αὐτὸ γιατί; Διότι ἐνῶ κοιμᾶται ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει δεχθεῖ τὰ σπέρματα τοῦ καλοῦ, δέχεται τὸ σπόρο τῆς ἀντίθετης σπορᾶς ἀπὸ τὸν ἐχθρό τῆς ζωῆς μας καὶ ριζώνει τὸ ζιζάνιο τῆς ὑπερηφάνειας. Γιατί μ' ὅποιο τρόπο ἔριξε τὸν ἑαυτό του στὴ γῆ, ἐκεῖνος, δηλ. ὁ διάβολος, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο συμπαρέσυρε μαζί του στὴν κοινὴ πτώση καὶ τὸ ταλαίπωρο γένος τῶν ἀνθρώπων. Καὶ δὲν ὑπάρχει κανένα ἄλλο παρόμοιο κακὸ γιὰ τὴ φύση μας, ὅπως τὸ κακὸ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια. Τὸ πάθος, λοιπόν, τῆς ἔπαρσης φυτρώνει κατὰ κάποιο τρόπο μέσα σχεδὸν σὲ κάθε ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτὸ ἀρχίζει τοὺς μακαρισμοὺς ξεριζώνει ἀπὸ τὸ χαρακτήρα μας τὴν ὑπερηφάνεια ὡς ἄλλο πρωταρχικὸ κακό, μὲ τὸ νὰ μᾶς συμβουλεύει νὰ μιμούμαστε Ἐκεῖνον, ποὺ θεληματικὰ ἐπτώχευσε καὶ ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ ἀληθινὰ μακάριος. Ἔτσι θὰ τραβήξουμε πάνω μας τὴν κοινωνία τῆς μακαριότητας, ἀφοῦ θὰ ἔχουμε ἐξομοιωθεῖ μὲ τὸ νὰ πτωχεύσουμε θεληματικά, ὅσο μποροῦμε κι ὅποιοι κι ἂν εἴμαστε. Νὰ ἔχετε μέσα σας τὸ φρόνημα ἐκεῖνο, γράφει ὁ Ἀπόστολος ( Φιλιπ. 2, 5 κ.ἑ. ) ποὺ εἶχε κι ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος μολονότι ἦταν Θεός, δὲν θεώρησε κλεμμένο ἀγαθὸ τὸ νὰ εἶναι ἴσος μὲ τὸ Θεό, ἀλλὰ ἄδειασε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴ θεότητα καὶ πῆρε τὴ μορφὴ τοῦ δούλου. Τί ἄλλο πτωχότερο ὑπάρχει ἀπὸ τὸ νὰ ἔλθει σὲ ἐπικοινωνία μὲ τὴ φτωχή μας φύση; Ὁ Βασιλιὰς ἐκείνων ποὺ βασιλεύουν κι ὁ Κύριος ἐκείνων ποὺ ἐξουσιάζουν, θεληματικὰ φοράει τὸ δουλικὸ σχῆμα. Ὁ Κριτὴς τῶν πάντων γίνεται ὑποτελὴς καὶ πληρώνει φόρο στοὺς δυνάστες. Ὁ Κύριος τῆς δημιουργίας κατεβαίνει στὸ σπήλαιο. Δὲ βρίσκει θέση στὸ χάνι Ἐκεῖνος ποὺ περικρατεῖ τὰ πάντα, ἀλλὰ πετιέται σὲ μία ἄκρη μέσα στὴ φάτνη τῶν ἀλόγων ζώων. Ὁ καθαρὸς καὶ ἀκηλίδωτος παίρνει πάνω του τὸ μολυσμὸ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Καὶ ἀφοῦ περάσει ἀπὸ ὅλες τὶς φάσεις τῆς πτωχείας μας, φθάνει καὶ σ' αὐτὴ τὴ δοκιμὴ τοῦ θανάτου. Βλέπετε τὸ μέγεθος τῆς θεληματικῆς συγκατάβασης; Καὶ γεύεται ἡ ζωὴ τὸ θάνατο. Ὁ Κριτὴς ὁδηγεῖται στὸ δικαστήριο. Ὁ Κύριος τῆς ζωῆς τῶν ὄντων φθάνει, γιὰ νὰ ἀκούσει τὴν ἀπόφαση τοῦ δικαστῆ. Ὁ Βασιλιὰς κάθε ὑπερκόσμιας δύναμης δὲν ἀποφεύγει τὰ χέρια τῶν δημίων. Πρὸς αὐτὸ τὸ πρότυπό σου, λέγει ὁ Ἀπόστολος, νὰ ἀποβλέπει τὸ μέτρο τῆς ταπεινοφροσύνης σου.



Ἡ ματαιότητα τῆς ἀλαζονείας

5.
Μοῦ φαίνεται ὅμως πὼς ἴσως εἶναι καλὸ νὰ ἐξετάσουμε καὶ τὸν παραλογισμὸ τοῦ πάθους αὐτοῦ, ὥστε νὰ γίνει εὔκολα κατορθωτὴ γιὰ μᾶς ἡ μακαριότητα, ἀφοῦ μὲ μεγάλη ἐπιδεξιότητα κι εὐκολία θὰ πετυχαίνουμε τὴν ταπεινοφροσύνη. Γιατί ὅπως οἱ καλοὶ γιατροί, ἐξουδετερώνοντας τὸ αἴτιο ποὺ γεννάει τὴ νόσο, ἐλέγχουν εὔκολα τὴν ἀρρώστια, ἔτσι κι ἐμεῖς θὰ κάνουμε εὐκολοπερπάτητο γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας τὸ δρόμο τῆς ταπεινοφροσύνης, ὅταν ὑποτάξουμε μὲ τὴ σκέψη τὴν ἀλαζονεία τῶν ὑπερηφάνων.

Ἀπὸ ποιὸ σημεῖο θὰ ἀποδείκνυε κανεὶς καλύτερα τὴ ματαιότητα τῆς περηφάνιας; Ἀπὸ ποιὸ ἄλλο παρὰ ἀπὸ τὸ νὰ ἀποδείξει ποιὰ ἀκριβῶς εἶναι ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου; Γιατί ὅποιος ἐξετάζει τὸν ἑαυτό του καὶ ὄχι τὰ γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, δικαιολογημένα δὲν θὰ καταντήσει σὲ αὐτὸ τὸ πάθος. Τί εἶναι, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος; Θέλεις νὰ σοῦ πῶ τὸν πιὸ σεβαστὸ καὶ τὸν πιὸ ὑπολογίσιμο ἀπὸ ὅλους τους λόγους; Ἄκουσε λοιπόν. Ἐκεῖνος ποὺ στολίζει τὰ ἀνθρώπινα καὶ διαμορφώνει τὴν ἀνθρώπινη εὐγένεια κατὰ τρόπο ὑπερβολικὰ ἐντυπωσιακό, καταρτίζει τὴν γενεαλογία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπὸ τὴν λάσπη. Κι ἂν θελήσεις νὰ μάθεις τὸν συνηθισμένο κι ἀκριβῆ τρόπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ἄφησε, καλύτερα νὰ μὴν πεῖς τίποτε γι’ αὐτόν. Νὰ μὴν πεῖς λέξη. Νὰ μὴν ξεσκεπάσεις, ὅπως ὁρίζει ὁ Νόμος ( Λευτ. 18,6 κ.ἑ ) τὴν ἀσχημοσύνη τοῦ πατέρα σου καὶ τῆς μητέρας σου. Νὰ μὴν κοινολογήσεις, ὅσα ἀξίζουν νὰ ξεχαστοῦν καὶ νὰ ἀποσιωπηθοῦν ἐντελῶς. Καὶ ἔπειτα δὲν ντρέπεσαι, ἐσὺ ποὺ εἶσαι χωματένιο ὁμοίωμα καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο γίνεσαι σκόνη, σύ, ποὺ σὰν τὴν φούσκα ἔχεις μέσα σου τὸ φούσκωμα, τὸ ὁποῖο γρήγορα χάνεται, ὅταν γεμίζεις ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια καὶ καίγεσαι ἀπὸ παντοῦ ἐξαιτίας τῆς ἀλαζονείας καὶ μὲ τὶς ἀνόητες ἰδέες παίρνουν τὰ μυαλά σου ἀέρα; Δὲν προσέχεις καὶ στὰ δύο ἄκρα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, δηλαδὴ καὶ πῶς ἀρχίζει καὶ σὲ τί καταλήγει;

Ἀλλὰ περηφανεύεσαι γιὰ τὴ νεότητά σου καὶ κοιτάζεις τὴν ἡλικία στὸ ἄνθος της καὶ καυχιέσαι γιὰ λίγο, γιατί τὰ χέρια σου εἶναι ἀκμαιότατα γιὰ νὰ κινοῦνται καὶ τὰ πόδια ἐλαφρὰ γιὰ τὸ πήδημα κι ἀνεμίζουν στὸ ἐλαφρὸ ἀεράκι τὰ μαλλιὰ καὶ στὰ μάγουλα ξεφυτρώνει τὸ πρῶτο ἀνδρικὸ τρίχωμα καὶ γιατί τὸ φόρεμά σου καταστολίζεται μὲ τὸ πορφυρὸ βάψιμο καὶ τὰ μεταξωτὰ φορέματά σου τὰ ἔχεις κεντήσει μὲ παραστάσεις πολεμικὲς ἢ κυνηγετικὲς ἢ μὲ ἄλλες ἱστορίες; Ἢ μήπως (περηφανεύεσαι) νὰ προσέχεις μὲ σχολαστικότητα τὰ πέδιλα ποὺ γυαλίζουν στὸ μαῦρο χρῶμα καὶ σ' εὐχαριστοῦν ἰδιαίτερα κατὰ τρόπο περίεργο μὲ τὶς γραμμὲς τῆς ραφῆς τους; Σ' αὐτὰ προσέχεις καὶ δὲν βλέπεις τὸν ἑαυτό σου; Νὰ σοῦ δείξω, σὰν σὲ καθρέφτη, ποιὸς εἶσαι καὶ τί ἀκριβῶς εἶσαι.



Ὄνειρο ποὺ φαίνεται καὶ χάνεται κάθε στιγμὴ

6.
Δὲν εἶδες σὲ νεκροταφεῖα τὰ μυστήρια τῆς ἀνθρώπινης φύσης μας; Δὲν εἶδες τὸν στοιβαγμένο σωρὸ τῶν ὀστῶν; Κρανία ἀπογυμνωμένα ἀπὸ σάρκες, θέαμα φοβερὸ κι ἀπαίσιο, νὰ φαίνονται μὲ ἀδειανὲς τὶς κόγχες τῶν ματιῶν. Εἶδες στόματα ἀνοικτὰ ( χάσκοντα ) καὶ τὰ ὑπόλοιπα μέλη τοῦ σώματος νὰ ἔχουν διασκορπιστεῖ ἀπὸ τὸ συναρμολογημένο σῶμα; Ἂν εἶδες ἐκεῖνα, μέσα σ' ἐκεῖνα ἔχεις δεῖ τὸν ἑαυτό σου. Ποῦ εἶναι τὰ σημάδια τοῦ σημερινοῦ ἄνθους; Ποῦ εἶναι τὸ ὡραῖο χρῶμα τοῦ μάγουλου; Ποῦ εἶναι τὸ χαμόγελο ποὺ ἄνθιζε στὰ χείλη; Ποῦ εἶναι μέσα στὰ μάτια ἡ αὐστηρὴ ὀμορφιά, ἡ ὁποία φωτιζόταν ἐλαφρὰ κάτω ἀπὸ τὸ περίβλημα τῶν φρυδιῶν; Ποῦ εἶναι ἡ ἴσια μύτη στὴ μέση τῆς ὀμορφιᾶς τῶν παρειῶν. Ποῦ εἶναι τὰ ριγμένα πάνω στὸν αὐχένα μαλλιά; Ποῦ εἶναι οἱ γύρω ἀπὸ τοὺς κροτάφους πλεξίδες; Ποῦ εἶναι τὰ χέρια ποὺ ἐξαπολύουν βέλη; Ποῦ εἶναι τὰ πόδια ποὺ καβαλλικεύουν ἄλογα; Ἡ πορφύρα, ἡ βύσσος, ὁ ἐλαφρὸς ἐπενδύτης, ἡ ζώνη, τὰ πέδιλα, τὸ ἄλογο, τὸ τρέξιμο, ἡ αὐθάδης ἔπαρση, ὅλα ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα αὐξάνει τώρα ἡ ἀλαζονεία σου; Πές μου ποῦ διακρίνεις σ' ἐκείνους αὐτά, γιὰ τὰ ὁποῖα τώρα περηφανεύεσαι καὶ ὑψηλοφρονεῖς; Ποιὸ ὄνειρο εἶναι τόσο ἀνύπαρκτο; Ποιὰ φαντασιοκοπήματα ποὺ γεννιῶνται στὸν ὕπνο εἶναι τέτοια; Ποιὰ σκιὰ εἶναι τόσο ἀδύνατη καὶ ἄπιαστη, ὅπως εἶναι τὸ νεανικό σου ὄνειρο, ποὺ ἅμα φανεῖ, ἀμέσως χάνεται; Κι αὐτὰ μὲν εἶχα νὰ ὑπενθυμίσω στοὺς νέους, ποὺ ἀνοηταίνουν ἐξαιτίας τῆς ἀσυμπλήρωτης ἡλικίας τους.

Τί νὰ πεῖ κανεὶς ὅμως γιὰ τοὺς ἤδη ὥριμους; Γι’ αὐτοὺς ἡ μὲν ἡλικία πέρασε, ὁ χαρακτήρας εἶναι ὅμως ἀσταθὴς κι ἡ ἀσθένεια τῆς περηφάνειας ἐπιδεινώνεται. Ὑψηλοφροσύνη ὀνομάζουν αὐτὴ τὴν ἀρρώστια τοῦ χαρακτήρα. Αἰτία δὲ τῆς περηφάνειας, ὥς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι ἡ ἀρχομανία καὶ ἡ σχετικὴ μ' αὐτὴν ἐξουσία. Καὶ τὸ παθαίνουν αὐτὸ εἴτε ὅταν πάρουν στὰ χέρια τους τὴν ἐξουσία, εἴτε ὅταν προετοιμάζονται γι’ αὐτήν, ἢ ἀκόμη ἀπὸ σχετικὲς μὲ αὐτὲς διηγήσεις, ποὺ ἀνανεώνουν πολλὲς φορὲς τὴν ἀσθένεια. Καὶ ποιὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ θὰ μπορέσουν νὰ τὸν ἀκούσουν, ἀφοῦ τὰ αὐτιὰ τους ἔχουν βουλώσει ἀπὸ τὶς φωνὲς τῶν κηρύκων; Ποιὸς μπορεῖ νὰ τοὺς πείσει, ὅτι δὲν διαφέρουν καθόλου ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ κινοῦνται ἐπιδεικτικὰ πάνω στὴν θεατρικὴ σκηνή; Ἀλλὰ ἐκεῖνοι τουλάχιστον φοροῦν κι ἕνα προσωπεῖο ἀπὸ τὰ λεπτοκαμωμένα, καὶ πορφύρα χρυσοκέντητη, κι ἡ πομπὴ της γίνεται πάνω σὲ ἅρμα καὶ παρόλα αὐτὰ σ' αὐτοὺς δὲν εἰσχωρεῖ τὸ μικρόβιο τῆς περηφάνιας ἐξαιτίας ὅλων αὐτῶν. Ἀλλὰ ὅποια ἰδέα ἔχουν γιὰ τὸν ἑαυτὸ τους πρὶν ἀνεβοῦν στὴ σκηνή, τὴν ἴδια διατηροῦν μέσα τους καὶ ὅταν βρίσκονται πάνω στὴ σκηνή. Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ δὲν στεναχωροῦνται ὅταν κατέβουν ἀπὸ τὸ ἅρμα καὶ ὅταν ἀφαιρέσουν τὸ προσωπεῖο. Ὅσοι ὅμως κινοῦνται ἐπιδεικτικὰ πάνω στὴ σκηνὴ τῆς ζωῆς, κατέχοντας κάποιο ἀξίωμα, δὲν σκέπτονται οὔτε τὸ πρὶν ἀπὸ λίγο, δηλ. τὸ αὔριο, καὶ φουσκώνουν ὅπως οἱ φοῦσκες μὲ τὸ φούσκωμα. Ἔτσι κι αὐτοὶ φουσκώνουν ἀπὸ τὴ μεγάλη φωνὴ τοῦ κήρυκα καὶ φοροῦν πάνω στὸν ἑαυτὸ τους τὰ χαρακτηριστικὰ κάποιου ξένου προσωπείου καὶ μεταβάλλουν τὴ φυσικὴ διάθεση τοῦ προσώπου τους καὶ δὲν γελοῦν ἢ παριστάνουν τὸν φοβισμένο. Ἐφευρίσκουν κι ἕνα τρόπο ὁμιλίας πιὸ σκληρό, κάνοντάς την νὰ μοιάζει μὲ φωνὴ θηρίου, γιὰ νὰ προκαλέσει κατάπληξη σὲ ὅσους τὴν ἀκούουν. Δὲν παραμένουν μέσα στὰ ἀνθρώπινα ὅρια, ἀλλὰ διαφημίζουν τοὺς ἑαυτούς τους ὡς ἀπιδιὰ τῆς θεϊκῆς δύναμης καὶ ἐξουσίας. Πιστεύουν πὼς εἶναι κύριοι τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ὅτι στὸν ἕνα ἀπ' αὐτοὺς ποὺ δικάζουν δίνουν ἀθωωτικὴ ψῆφο, ἐνῶ τὸν ἄλλο τὸν καταδικάζουν μὲ θάνατο. Καὶ δὲν προσέχουν οὔτε καὶ τοῦτο, ποιὸς δηλ. εἶναι ὁ ἀληθινὰ κύριος τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ὁ ὁποῖος καθορίζει καὶ τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος της. Καὶ ὅμως αὐτὸ καὶ μόνο εἶναι ἀρκετὸ γιὰ τὸ χτύπημα τῆς ἀλαζονείας, τὸ ὅτι δηλ. βλέπουμε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες νὰ ἁρπάζονται ἀπὸ τοὺς θρόνους τους καὶ ἀπὸ τὸ προσκήνιο τῆς ἐξουσίας καὶ νὰ μεταφέρονται ἔξω στοὺς τάφους κι ὁ θρῆνος γιὰ τὸ θάνατό τους νὰ διαδέχεται τὶς φωνὲς τῶν κηρύκων.



«... τῶν καθελκόντων πτωχεύσωμεν »

7.
Πῶς εἶναι λοιπόν, κανεὶς κύριος τῆς ξένης ζωῆς, ὅταν εἶναι ξένος τῆς δικῆς του; Κι αὐτὸς ἂν μὲν εἶναι πτωχὸς στὸ πνεῦμα, δηλ. ταπεινός, καὶ προσβλέπει στὸ Χριστό, ποὺ γιὰ μᾶς θεληματικὰ πτώχευσε, κι ἀκόμη προσέχει στὴν ὁμοτιμία τῆς φύσης, δὲ θὰ βρίσκει καθόλου τὴν τιμὴ τοῦ ὁμοίου, ἐξαιτίας τῆς ψεύτικης ἐκείνης ἐπίδειξης γύρω ἀπὸ τὴν ἐξουσία. Αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ μακάριος, ἐπειδὴ μὲ τὴν ἐφήμερη ταπεινοφροσύνη πῆρε ὡς ἀντάλλαγμα τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μὴν ἀπορρίψεις, ἀδελφέ, καὶ τὸν ἄλλο λόγο τῆς πτωχείας ποὺ ἀποφέρει ὡς κέρδος τὸν οὐράνιο πλοῦτο, καὶ λέγει «Πώλησε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ μοίρασέ τα στοὺς πτωχοὺς καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις καὶ θὰ ἀποκτήσεις θησαυρὸ στοὺς οὐρανοὺς» ( Ματθ. 19, 21). Γιατί νομίζω πὼς κι αὐτὴ ἡ πτωχεία δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστη μ' ἐκείνη ποὺ μακαρίζει ὁ Κύριος. Γιατί λέγει πρὸς τὸ διδάσκαλο ὁ μαθητής: «Μακάριοι ὅσοι εἶναι πτωχοὶ στὸ πνεῦμα, γιατί σ' αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Θέλεις νὰ κατανοήσεις ποιὸς εἶναι ὁ πτωχὸς στὸ πνεῦμα; Ἐκεῖνος ποὺ ἀνταλάσσει τὸ πλοῦτο τῆς ψυχῆς μὲ τὴν ὑλικὴ εὐμάρεια. Πτωχεύει στὸ πνεῦμα ὅποιος πετάει ἀπὸ πάνω του, σὰν ἄλλο βάρος, τὸν ὑλικὸ πλοῦτο γιὰ νὰ ἀνέβει πρὸς τὰ ἄνω μετέωρος καὶ μέσα ἀπὸ τὸν ἀέρα, καθὼς λέγει ὁ Ἀπόστολος (Α΄ Θεσ. 4,16) «πορεύεται μαζὶ μὲ τὸ Θεὸ πάνω στὶς νεφέλες».

Τὸ χρυσάφι εἶναι πράγμα βαρύ. Βαριὰ εἶναι κι ὅλα τὰ ἐπιδιωκόμενα ὑλικὰ πλούτη. Ἀνάλαφρο καὶ πρὸς τὰ ἄνω φερόμενο πράγμα εἶναι ἡ ἀρετή. Μεταξύ τους, ὅμως, αὐτά, τὸ βαρὺ καὶ τὸ ἐλαφρό, εἶναι ἀντίθετα. Συνεπῶς εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνει κανεὶς ἀνάλαφρος, ὅταν ἔχει καρφώσει τὸν ἑαυτὸ του πάνω στὸ βάρος τῆς ὕλης. Ἐὰν πρέπει, λοιπόν, νὰ ἀνεβοῦμε στὰ ψηλά, θὰ πτωχεύσουμε ὡς πρὸς ἐκεῖνα ποὺ μᾶς τραβοῦν πρὸς τὰ κάτω, γιὰ νὰ φθάσουμε στὰ ψηλά. Ποιὸς εἶναι ὁ τρόπος, μᾶς τὸ λέγει ὁ ψαλμωδός: «Σκορπίζει, δίνει στοὺς πεινασμένους, ἡ ἀρετὴ του μένει αἰώνια» ( Ψαλμ. 101, 9). Ὅποιος κοινωνεῖ στὴν πτωχεία τοῦ πτωχοῦ, κατατάσσει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν Χριστὸ ποὺ ἐπτώχευσε γιά μᾶς. Ἀφοῦ ὁ Κύριος ἐπτώχευσε, οὔτε κι ἐσὺ νὰ φοβηθεῖς στὴν πτωχεία. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ γιὰ μᾶς ἐπτώχευσε, βασιλεύει σ' ὅλη τὴ δημιουργία. Ἄν, λοιπόν, πτωχεύσεις μαζὶ μὲ τὸν πτωχεύσαντα Κύριο καὶ θὰ βασιλεύσεις μαζὶ μὲ τὸν Βασιλεύοντα. Ἀλήθεια, εἶναι μακάριοι οἱ πτωχοὶ στὸ πνεῦμα, ἐπειδὴ σ' αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Εἴθε κι ἐμεῖς νὰ βρεθοῦμε ἄξιοι αὐτῆς τῆς βασιλείας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα κι ἡ ἐξουσία στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Τίτλος:Πρῶτος λόγος εἰς τοὺς μακαρισμούς

Συγγραφέας: Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης

Κατηγορία:Πατερικά Κείμενα




Πηγή/Έκδοση:Λόγοι εἰς τοὺς μακαρισμούς, Ἔκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία

Χρ.Έκδοσης:1985


Πηγή:http://www.agiazoni.gr

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΩΜΩΔΗΣΗ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ


πιστολ πρς τν ἐφημ. «Καθημερινὴ»
γι
τ διακωμώδηση π τν ΣΚΑΪ
το
ορτασμο τῶν Θεοφανείων
Πρὸς τὴν Ἐφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»
ΕΝΤΑΥΘΑ
Κύριε Διευθυντά,
.    Χθὲς ἡμέρα τῶν Ἁγίων Θεοφανείων, ἡ Χριστιανωσύνη ἑώρταζε τὴν Φανέρωσιν τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ σὲ ὅλες τὶς Ἐνορίες τῆς Πατρίδος μας ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ὅλοι οἱ πιστοὶ Ἕλληνες συμμετεῖχαν εἰς τὸν ἑορτασμὸν τῆς καταδύσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, μὲ συγκίνησιν καὶ εὐλάβειαν. Ἐν τούτοις, εὑρέθηκαν ἄνθρωποι ἀνεγκέφαλοι, κούφιοι καὶ ἀδιάντροποι ποὺ ἐνόμισαν ὅτι ἐπωλοῦσαν «ἐξυπνάδα καὶ πρωτοτυπίαν», μὲ τὸ νὰ διακωμωδήσουν σὲ ραδιοτηλεοπτικὸ σταθμὸ ἐθνικῆς ἐμβελείας Αὐτὸν τὸν Τίμιον Σταυρόν!
.     Ἐμφάνιζαν ἕνα ἀξιοθρήνητο πλάσμα, μὲ καλυμμένο τὸ κεφάλι του, νὰ σατυρίζει τὴν κατάδυσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἐμβαπτίζοντας Αὐτὸν σὲ ἕνα κουβὰ καὶ μεταβάλλοντας Αὐτὸν σέ…ἀγκίστρι ποὺ ἀνασύρει ἕνα ψάρι…
.      Καὶ εἰς ἄλλην φάσιν, ψέλνοντας τὸ «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου Σου Κύριε…», νὰ ρίχνει τὸν Τίμιον Σταυρὸν ὁ ἴδιος σάτυρος καὶ νὰ ἀνασύρει ἀντὶ τοῦ Σταυροῦ ἕνα τηγάνι…, διακωμωδώντας ἔτσι τὰ Ὅσια καὶ τὰ Ἱερά!! Χωρὶς Ἐντροπήν! Δὲν φταίει ἀσφαλῶς ὁ ταλαίπωρος μασκοφόρος σάτυρος.Τὸ ἔγκλημα εἶναι αὐτῶν τῶν ἀνεγκεφάλων ποὺ συνέλαβαν τὴν ἰδέαν καὶ «ἔφτιαξαν» τὸ σενάριο…, γιὰ νὰ «διασκεδάσουν» τοὺς ὁμοίους τους «Ἕλληνες» ἀθέους, ἀντιχρίστους καὶ βλασφήμους, ἐξοργίζοντας συγχρόνως κάθε συνετὸν καὶ εὐπρεπῆ ἄνθρωπον!
.      Ἂς χαίρονται τὸ «ΣΚΑΙ» καὶ ὁ ἰδιοκτήτης του κ. Ἀλαφοῦζος τοὺς τέτοιους συνεργάτες τους. Θέλω νὰ πιστεύω ὅτι δὲν τοὺς ἐκφράζουν, ΟΜΩΣ πρέπει νὰ ζητήσουν συγγνώμην ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ τοὺς τηλεθεατές του, διὰ τὴν βλάσφημον καὶ ἐξοργιστικὴν πρόκλησιν τοῦ καναλιοῦ τους καὶ νὰ ἀποπέμψουν τοὺς ἀθέους καὶ ἀντιχρίστους σατύρους-συνεργάτες τους! Εἶναι ἀδιανόητον νὰ προκαλοῦν ἔτσι τὸ θρησκευτικὸν καὶ ἀνθρώπινον συναίσθημα τοῦ Χριστιανικοῦ Λαοῦ ἀλλὰ καὶ κάθε συνετοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι πράγματι ΕΝΤΡΟΠΗ!
Εὐχαριστῶ διὰ τὴν φιλοξενία,
ΦΙΛΟΛΑΟΣ ΔΗΜ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Δρ.Ν. – ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ ΑΡΕΙῼ ΠΑΓῼ
I.B.A. – A.A.A. – L.C.I.ARB.

Πηγή:Χριστιανική Βιβλιογραφία

Μοναχός Μωϋσῆς, Τί εἶναι ἡ ἐκκλησία;



Τι είναι η εκκλησία;
Γράφει ο μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης
Η εκκλησία δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, αλλά θεοΐδρυτη οικοδομή. Η εκκλησία σε σώζεται αλλά σώζει όσους θέλουν. Δεν κάνει επίδειξη ισχύος και δυνάμεως. Ανέχεται, υπομένει, αρύτερα. Τη διώκουν αλλά δεν διώκει. Είναι φιλεύσπλαχνη μητέρα και γνωρίζει μόνο να αγαπά. Ο κόσμος δεν γνωρίζει την αξία της γι’ αυτό αδιαφορεί ή και την κτυπά. Η αγκάλη της εκκλησίας έχει αίγλη, θέρμη και εύρος. Μέσα της χωρά και αναπαύει όλους τους μετανοημένους. Μπορεί ο κόσμος να ξέφυγε, όμως η δίψα και η πείνα για ον Θεό υπάρχει βαθιά στην καρδιά του σύγχρονου ανθρώπου. Υπάρχουν και στους δύσκολους καιρούς άνθρωποι γνήσια πιστοί που δεν παρασύρθηκαν από την ευκολία και την κακία. Η πνευματική ζωή δεν θέλει μεγάφωνα και προβολείς, δημοσιότητα, διαφήμιση και επικρότηση. Αγαπά πολύ την άφωτη μυστικότητα και την ιερή σιγή. Ορθόδοξοι Χριστιανοί όσοι δεν φανατίζονται τα υπέρμετρα, δεν θυμώνουν με τους κακούς, δεν κυνηγούν τους αμαρτωλούς αλλά την αμαρτία, δεν διαπομπεύουν και δεν γελοιοποιούν κανένα, δεν ευκολασκανδαλίζονται....
Η αποστολή των Χριστιανών στον κόσμο σήμερα δεν είναι καταγγελτική, ανατρεπτική και εισαγγελική. Οι πιστοί αισθάνονται συνυπεύθυνοι για το υπάρχον κακό στον κόσμο. Είναι ανεκτικοί, συμπαθείς και επιεικείς με τους άλλους. Κύριο έργο τους δεν είναι να καταλογίζουν ευθύνες, να παρατηρούν τους άλλους συνεχώς αυστηρά, να μεμψιμοιρούν και να μελαγχολούν για το πολύ κακό των καιρών μας.
Η εκκλησία του Χριστού δεν φοβάται, δεν αισθάνεται ανασφαλής, δεν παίρνει επιθετική ή αμυντική στάση. Υπάρχει σε κάποιους μια φοβία και μια καχυποψία ότι όλοι μας εχθρεύονται και πολύ μας πολεμούν. Η υπερβολική καχυποψία είναι νοσηρή, εγωπαθής και φανερώνει άνθρωπο που δεν έχει να εμπιστοσύνη στο Θεό αλλά στον εαυτό του. Και θέλει κανείς συνεχώς να παρατηρεί τους άλλους, να τους κάνει όπως θέλει και φαντάζεται. Άνθρωπος που δεν αγαπά είναι δυστυχισμένος. Η χριστιανική αγάπη είναι πάντοτε διφυής, προς Θεό και άνθρωπο. Η αγάπη αυτή είναι ανιδιοτελής, ουσιαστική και πασίχαρη.
Η εκκλησία ξέρει μόνο να αγαπά. Δεν δυσκολεύεται καθόλου να υποδεχθεί το απομακρυσμένο τέκνο της, αν θελήσει να τη πλησιάσει. Δεν τα μαλώνει, δεν το επιτιμά, δεν του φωνάζει, δεν το κάνει να περιμένει, το αγκαλιάζει αμέσως, το καταφιλά. Τέτοια εκκλησία έχουμε, μάνα φιλόστοργη, καταδεκτική. Η εκκλησία κινείται στον κόσμο αλλά δεν είναι εκ του κόσμου τούτου.
Κάθε φορά που επιχειρήθηκε να δοθεί στην εκκλησία κοσμική δύναμη, είχαμε εκτροπή από την αποστολή της και αποτυχία από τον προορισμό της. Η εκκλησία θα μπορούσαμε να πούμε είναι ένα πνευματικό φαρμακείο, θεραπευτήριο και ησυχαστήριο. Θεωρούν ότι η εκκλησία είναι υπερβολική, δύσκολη, απαιτητική, απηρχαιωμένη, όλο απαγορεύσεις, δικαιολογεί μόνο τους άλλους.
Φέρνουν οι άνθρωποι γνωστές ενστάσεις. Έχουμε κι εμείς καρδιά και δικαιώματα, όλο εμείς θα υποχωρούμε, θα ταπεινονόμαστε, θα πηγαίνουμε με το σταυρό στο χέρι; Οι άλλοι θα μας φάνε λάχανο, θα μας πατήσουν, θα μας βγάλουν το λάδι, θα μας περιθωριοποιήσουν και θα μας εκμεταλλευτούν. Έχουμε κι εμείς, βρε αδελφέ, τα όριά μας. Τα βάζουμε κάποτε και με τον Θεό, που δεν μας καταλαβαίνει, δεν μας ακούει, δεν επεμβαίνει, σιωπά ενοχλητικά, δεν μας υπολογίζει.
Ο Θεός είναι πάντοτε με ανοιχτή θύρα, καλεί όλους τους πεφορτισμένους και κεκοπιακότες να τους αναπαύσει αληθινά. Δεν έχει ώρες που δέχεται και άλλες όχι, δεν χρειάζονται μεσάζοντες, να κλείσεις συνάντηση από τα πριν, να έχεις τίτλους, να είσαι κάτι, να έχεις ιδιαίτερες γνώσεις. Είναι ένας Θεές υπέροχος, που ποτέ δεν κρατά κρατούμενα και δεν ξεσυνερίζεται. Απεχθάνεται τρομερά την υποκρισία και τη ψευδοαγιότητα. Του αρέσουν τα ντόμπρα, τα γνήσια, τ’ αληθινά, ελεύθερα και εγκάρδια πράγματα.
Η εκκλησία δεν χάνει, εμείς χάνουμε. Δεν ζητά οπαδούς αλαλάζοντες και καταχειροκροτούντες. Είναι κατά των οπαδών. Ζητά και έχει παιδιά αγαπητά. Η εκκλησία τηρεί τις υποσχέσεις της. Δεν ξεγέλασε ποτέ κανέναν. Τα είπε όλα από την αρχή καθαρά και ξάστερα. Η εκκλησία θεραπεύει, συγχωρεί, μεταμορφώνει τον λύκο σε αρνί, ανασταίνει, χαριτώνει, παραμυθεί, αγιάζει, σώζει και λυτρώνει. Η εκκλησία ευλογεί και εμπνέει παντού και πάντοτε. Η εκκλησία υπάρχει για όλους. Δεν εκβιάζει κανένα, δεν του τραβά το αυτί. Η εκκλησία υπάρχει κα θα υπάρχει. Πολλοί τη φθόνησαν, τη χτύπησαν και τη μίσησαν.
Διατηρείται όμως ακέραια, νικηφόρα παρά την τόση πολεμική, ακόμη και κάποτε και αυτών των ίδιων των εκπροσώπων της. Ο κόσμος αγνόησε τον βαθύ πνευματικό πλούτο της εκκλησίας και ασχολήθηκε με τα κτήματά της. Δεν ήθελε πολύ να μπερδεύεται καθημερινά στο πόδια του. Να τη έχει για Χριστούγεννα και Πάσχα και για πολύ έκτακτες ανάγκες. Την εκκλησία μερικοί σήμερα τη θέλουν μόνο για το κοινωνικό της έργο, κάτι σαν παράρτημα του υπουργείου κοινωνικής προνοίας.
Η ορθόδοξη εκκλησία όμως δεν πεισμώνει, δεν κακιώνει, δεν εκδικείται. Συνεχίζει έναν θαυμαστό τρόπο το σωτήριο έργο της, που κανείς δεν μπορεί να αντικαταστήσει. Η εκκλησία δεν θυμώνει που δεν της αναγνωρίζουν την αξία της, αλλά λυπάται. Μπορεί να της πήραν την περιουσία της, να της πάρουν και την υπόλοιπη, να είναι δίχως κανένα περιουσιακό στοιχείο, σαν τον γυμνό Χριστό στη Φάτνη και όμως να παραμένει αμύθητα πλούσια. Μπορεί κάποιοι ελάχιστοι εκπρόσωποί της λαθεύουν, όμως δεν παύει να δίνει ορθό νόημα βίου, υψηλούς στόχους, να γεννά Αγίους.

Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν Γέροντά μου Ἰωσὴφ Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης (Προηγούμενος Ἱ. Μ. Φιλοθέου)





Ὅταν ἀκόμη ἤμεθα κοντὰ στὸν μακαριστὸ Γέροντά μου Ἰωσήφ, πολλὲς φορές, γιὰ νὰ μᾶς ὠφελήσει, ἔπιανε καὶ μᾶς ἐδιηγεῖτο τὴν ζωή του. Ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία καὶ λέγοντάς μας ὅσα πράγματα εἶχε γνωρίσει μᾶς ὠφελοῦσε πολύ. Μᾶς ἔλεγε πράγματα ποὺ ἐμεῖς δὲν ἐγνωρίζαμε καί, ὅπως ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, μᾶς ὠφέλησαν πολὺ μετὰ τὴν ἀποδημία του γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο. Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἐκθέσω μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ μάθαμε ἢ βιώσαμε κοντά του καὶ πρὸς ἰδικὴν σας ὠφέλεια.

Ὅπως ξέρετε, ὅταν ὁ Γέροντας ἦταν στὸν κόσμο, δὲν εἶχε καθόλου θρησκευτικότητα, ἦταν ἕνας ἁγνὸς νέος, λογικός, δίκαιος, τίμιος καὶ μισοῦσε πάρα πολὺ τὸ ἄδικο. Προήρχετο ἀπὸ πολὺ φτωχὴ οἰκογένεια καὶ ἀπὸ νωρὶς ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὸ ἐμπόριο, μὲ σκοπὸ νὰ βοηθήσει τὴν οἰκογένειά του καὶ νὰ πλουτίσει. Μὲ τὴν ἐξυπνάδα καὶ τὶς ἱκανότητές του κατάφερε, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀφ’ ὅτου ἦλθε στὴν Ἀθήνα, νὰ προκόψει στὸ ἐμπόριο καὶ νὰ δημιουργήσει ἱκανὴ περιουσία. Πρὶν τὸν ἐπισκεφθεῖ ὁ Θεὸς καὶ τοῦ δώσει τὴ μεγάλη μετάνοια, εἶχε ἀρραβωνιασθεῖ, ἀλλά, καθὼς ἔλεγε ὁ ἴδιος, ζοῦσε τόσο προσεκτικά, ὥστε ποτὲ δὲν ἄγγισε τὴ μνηστὴ του φοβούμενος μήπως φθάσει στὸ σημεῖο νὰ τὴν ἀσπασθεῖ.

Κάποια μέρα διάβασε ἕνα θρησκευτικὸ βιβλίο καὶ τὸν σαγήνευσε. Δημιουργήθηκε μέσα του μία λύπη, μία ἀθυμία καὶ μία βαριεστημάρα πρὸς τὰ ἐγκόσμια. Ὅταν τὸν εἶδαν ἔτσι ἄκεφο οἱ κόρες τῆς ἰδιοκτήτριας τοῦ σπιτιοῦ στὸ ὁποῖο ἔμενε, τὸν ρώτησαν τὴν αἰτία καί, γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν, τοῦ ἔδωσαν νὰ διάβασει τὸ «Νέον Ἐκλόγιον», ἕνα βιβλίο μὲ μία πολὺ καλὴ ἐπιλογὴ βίων Ἁγίων.

Ἀπόρησε ὁ Γέροντας ὅταν τὸ διάβασε, δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει πὼς ὑπῆρχαν τέτοιοι ἄνθρωποι ποὺ ἀγωνίσθηκαν γιὰ τὸ Θεὸ τόσο σκληρὰ στὴ ζωή τους, ποὺ ἔκαμαν μὲ τὴ βοήθειά Του τόσα καὶ τέτοια τέρατα καὶ σημεῖα. Τότε τοῦ ἦρθε ἡ μνήμη τοῦ θεοῦ κι ἀπὸ τότε ὁ Θεὸς ἔστειλε τὴ μετάνοια, ἔστειλε τὸ φωτισμό του, τοῦ ἄνοιξε τὸ νοῦ κι ἄρχισε νὰ σκέπτεται γιὰ τὴν ψυχή του.

Ἀπὸ τότε ἄρχισε ἡ νέα πνευματικὴ σταδιοδρομία του. Ἐξομολογήθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωή του στὸν πνευματικὸ τὶς ἁμαρτίες του μὲ πολλὰ-πολλὰ δάκρυα, ἄρχισε νὰ «κρυώνει» πρὸς τὸ ἐμπόριο, ποὺ τὸ θεωροῦσε πλέον ἐμπόδιο καὶ ἁμαρτία στὴν καινούρια του πορεία, τὸ ἐγκατέλειψε κι ἄρχισε νὰ ἐργάζεται πολὺ ἁπλὰ ἐδῶ κι ἐκεῖ, γιὰ νὰ κερδίζει μόνο τὸ ψωμί του.

Τὶς μέχρι τότε οἰκονομίες του ἄρχισε νὰ τὶς δίνει ἐλεημοσύνη, γιὰ νὰ συγχωρηθεῖ ὁ πατέρας του, ἐνῶ παράλληλα πήγαινε σὲ διάφορα προσκυνήματα, γιὰ νὰ τονωθεῖ ἡ πίστη του καὶ ἡ μετάνοιά του.

Πρὶν ἀναχώρησει γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἤθελε νὰ ἐλέγξει κάπως τὶς δυνατότητές του γιὰ τὴ μοναχικὴ ζωὴ καὶ προσπαθοῦσε νὰ ἀσκηθεῖ, ὅσο μποροῦσε, μέσα στὸν κόσμο. Πήγαινε στὴν Πεντέλη καὶ θέλοντας νὰ μιμηθεῖ τοὺς στυλίτες ξενυχτοῦσε πάνω στὰ δένδρα, νήστευε πολὺ (περνοῦσε τὸ εἰκοσιτετράωρο μὲ λίγο ψωμὶ ἢ ἕνα-δύο λουκούμια), ντυνόταν ἁπλά, σκορποῦσε τὰ χρήματά του καὶ μὲ λίγα λόγια ἄρχισε νὰ μιμεῖται τοὺς ἁγίους.

Ὅταν πιὰ εἶδε ὅτι μπορεῖ νὰ ἀσκηθεῖ, νὰ γίνει μοναχός, τὸ ἀποφάσισε. Ἀφοῦ ἀποκατέστησε τὴν ἀδελφή του δίνοντάς της τὴν ἀνάλογη προίκα καὶ σὲ ἡλικία 24-25 ἐτῶν ξεκίνησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Σκοπὸς του ἦταν νὰ μπεῖ στὴν ὑπακοὴ κάποιου ἀσκητῆ ποὺ νὰ τρώει μόνο χόρτα, νὰ ἀγρυπνᾶ ὅλη τὴ νύχτα καὶ νὰ νήφει. Γι’ αὐτὸ καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὴν ἔρημο. Μὰ τέτοιον ἀσκητὴ ποὺ γύρευε δὲν βρῆκε, γιατί, καθὼς τοῦ εἶπαν, οἱ τέτοιου εἴδους ἀγωνιστὲς εἶχαν ἐκλείψει. Ὑπῆρχαν κάποιοι ἀσκητὲς ποὺ ἔτρωγαν μία φορὰ τὴν ἡμέρα, ἀλλὰ ὄχι μόνο χόρτα. Μπῆκε στὴν ὑπακοὴ τοῦ γέρο-Δανιήλ, τοῦ Γέροντα τῶν Δανιηλαίων, ἀνθρώπου πολὺ πνευματικοῦ, ἔμεινε ἕνα διάστημα κοντά του, τοῦ διάβαζε τὸ Ψαλτήρι κι ἀπὸ τὴν πολλὴ κατάνυξη ἔκλαιγε. Εἶδε ὁ γερὸ-Δανιὴλ τὴν πνευματικότητά του καὶ τὸν ἔστειλε πάλι στὴ σπηλιά του, γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ μόνος του. Σὲ λίγο, γιὰ νὰ μὴν πέσει σὲ πλάνη, πράγμα ποὺ κινδυνεύουν νὰ πάθουν ὅσοι ἀσκοῦνται μόνοι τους, τοῦ ἔστειλε τὸν γέρο-Ἀρσένιο, ἕναν ἁπλοϊκὸ μοναχὸ ποὺ εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ποθοῦσε τὴν ἡσυχία. Μὲ τὴν ὑπόδειξη τότε τοῦ γέρο-Δανιὴλ ὁ Γέροντας καὶ ὁ γέρο-Ἀρσένιος πήγανε καὶ κοινοβιάσανε στὸ γέρο-Ἐφραὶμ καὶ τὸν γέρο-Ἰωσήφ, οἱ ὁποῖοι ἦταν συγγενεῖς, Ἀρβανίτες στὴν καταγωγή, καὶ μόναζαν μαζὶ στὰ Κατουνάκια.

Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα περιστατικό, γιὰ νὰ δεῖτε πόσο ὁ Γέροντας ἀγωνίσθηκε πάνω στὸ πάθος τοῦ θυμοῦ, γιατί, ὅπως ξέρετε, ἦταν λίαν θυμώδης. Κάποια μέρα ἕνας γείτονας μοναχὸς Κρητικὸς ἄρχισε νὰ φωνάζει καὶ νὰ βρίζει τὸν γέρο-Ἐφραὶμ ἄδικα γιὰ κάποιο λόγο. Ὁ Γέροντας, νέος μὲ ζωντανὰ τὰ πάθη ἀκόμα μέσα του, σκέφθηκε νὰ βγεῖ ἔξω ἀγανακτισμένος νὰ «τακτοποίησει» τὸν μοναχό, γιατί ἄδικα στενοχωροῦσε τὸ Γέροντά του. Ὅμως κρατήθηκε, μπῆκε στὸ ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἔπεσε στὸ ἔδαφος κι ἄρχισε νὰ ἐπικαλεῖται τὴν Παναγία νὰ τὸν συγκράτησει ἀπὸ κάποια ἐνδεχομένως ἀκραία συμπεριφορά. Κλαίγοντας καὶ ὀδυρόμενος, βρέχοντας τὸ ἔδαφος μὲ τὴν πλημμύρα τῶν δακρύων του εἶδε ὅτι τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ ὑποχώρησε, ἠρέμησε, λογικεύθηκε καὶ βγαίνοντας ἔξω τακτοποίησε τὸ πράγμα μὲ πολλὴ ἀγάπη.

Ὅπως ἐκ τῶν ὑστέρων ὁμολογοῦσε ὁ Γέροντας, ἂν δὲν κυριαρχοῦσε στὸ θυμὸ του ἐκείνη τὴ μέρα, ἴσως καὶ νὰ σκότωνε τὸν μοναχὸ γιατί εἶχε τόση ἀνδρεία καὶ δύναμη μέσα του, ποὺ μποροῦσε νὰ τὰ βάλει μὲ δέκα καὶ νὰ τοὺς νικήσει. Αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη νίκη στὸ μοναχικό του στάδιο.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ γέρο-Ἐφραὶμ καὶ τοῦ γέρο-Ἰωσὴφ οἱ δύο μοναχοὶ φλεγόμενοι ἀπὸ τὸν πόθο γιὰ σκληρότερη ἀσκητικὴ ζωὴ ἀνέβηκαν στὸν Ἅγιο Βασίλειο ποὺ τοὺς ἦταν γνωστὸς ὅπως καὶ ἄλλες σπηλιὲς μεγάλων ὁσίων τοῦ Ἁγίου Ὄρους — τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Λαυριώτου, τοῦ ὁσίου Νείλου τοῦ Μυροβλήτου, τοῦ ἅγιου Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου — πρὶν μονάσουν κοντὰ στὸν παπποὺ Ἐφραίμ. Μία φορὰ βαδίζοντας ἀπὸ τὸν Ἅγιο Βασίλειο πρὸς τὴν Λαύρα, ὅπου ἦταν ὁ πνευματικός τους, γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ νὰ λειτουργηθοῦν, καθὼς ἔφθασαν στὴ θέση «Κρύα Νερὰ» κάτω ἀπὸ τὸν Ἄθωνα, ἀπὸ τὸ πολὺ χιόνι, τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴν ἐξάντληση ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ νηστεία ὁ Γέροντας ἀπέκαμε. Σταμάτησαν ἄναψαν λίγη φωτιὰ νὰ ζεσταθοῦν κι ὅλη τὴ νύχτα τὴν πέρασαν κάνοντας μετάνοιες, μέχρι ποὺ ξημέρωσε καὶ γύρισαν πίσω.

Γιὰ νὰ βιάζει ὁ Γέροντας τὸν ἑαυτό του σὲ ὁλονύχτια ὀρθοστασία (δέκα ὧρες), ἔφτιαξε ἕνα μπαστούνι κάπως διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ συνηθισμένα, ὅπως ἔχετε δεῖ, καὶ κεῖ πάνω ἀκουμποῦσε καὶ προσηύχετο μὲ ἢ χωρὶς τὸ κομποσχοίνι. Μία φορὰ — ποιὸς ξέρει μετὰ ἀπὸ πόσες ὧρες τέτοιας ἀγρυπνίας — ἔχασε τὶς αἰσθήσεις του καὶ ἔπεσε κάτω. Ὅταν συνῆλθε, ἔνιωσε τὸν ἑαυτὸ του πεσμένο κάτω, τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ τὸ καντηλάκι του πεσμένο κάτω καὶ χυμένο πλάι του, τὸ μπαστούνι πεταμένο πέρα μακρυά.

Ἄλλοτε πάλι ἔκανε ἔγκλειστος, δὲν ἔβγαινε καθόλου. Ἀπὸ τὸ παραθυράκι κατὰ διαστήματα ὁ γέρο-Ἀρσένιος τοῦ ἔδινε τὸ παξιμαδάκι. Μία νύχτα ἄνοιξε τὸ παράθυρο νὰ πάρει ἀέρα, ζαλίστηκε κι ἔπεσε ἀπ’ τὸ παράθυρο.

Κάποτε σὲ μίαν ἑορτή, ὁ γέρο-Ἀρσένιος πῆγε σὲ γειτονικὴ καλύβη γιὰ νὰ κοινωνήσει, ἐνῶ ὁ Γέροντας ἀγρυπνοῦσε μόνος του μὲ πολὺ πένθος καὶ μία αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος καὶ ἀναξιότητός του, διότι οἱ ἄλλοι πατέρες θὰ μεταλάμβαναν, ἐνῶ αὐτὸς θὰ ἔμενε ἄμοιρος αὐτῆς τῆς χάριτος γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Ξαφνικὰ ἔνιωσε ἕνα σκούντημα στὸ κεφάλι, σήκωσε τὸ κεφάλι, κοίταξε καὶ μέσα στὰ σκοτεινὰ εἶδε μία λάμψη. Μέσα στὴ λάμψη ἦταν ἕνας ὡραιότατος ἄγγελος ποὺ κρατοῦσε στὸ ἀριστερό του χέρι ἕνα κουτάκι ὁλόλαμπρο καὶ στὸ δεξὶ μία λαβίδα. Ὁ Γέροντας εὑρισκόμενος ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ φαινομένου καὶ τοῦ μυστηρίου τῆς χάριτος τῆς ὀπτασίας κατάλαβε ἀθέλητα καὶ χωρὶς νὰ σκεφθεῖ — γιατί σ’ αὐτὲς τὶς στιγμὲς ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ σκέφτεται αἰσθάνεται κατὰ τὸ σύνηθες — ἔκαμε αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ ἔλεγε νὰ κάνει: Ἄνοιξε τὸ στόμα του, κοινώνησε ἀπὸ τοῦ ἀγγέλου τὸ χέρι μὲ Ἅγιον Ἄρτον καὶ ἔφυγε ὁ ἄγγελος, ἔσκυψε πάλι τὸ κεφάλι του καὶ δυναμωμένος ἀπὸ τὸ γεγονὸς συνέχισε τὴν εὐχή.

Πολλὲς εἶναι οἱ ἀσκήσεις ποὺ ἔκαμνε ὁ Γέροντας καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ κατάφερε νὰ ἁγνίσει τελείως τὸν ἑαυτὸ του κυρίως ἀπὸ τὸ σαρκικὸ πάθος. Ἡ θέση τοῦ μονάχου ἀπέναντι στὸ πάθος τὸ σαρκικό, πρέπει νὰ εἶναι πόλεμος στῆθος μὲ στῆθος. Οἱ σαρκικοὶ λογισμοὶ νὰ ἀντιμετωπίζονται μὲ ξύλο. «Σκοτῶστε τὸν ἑαυτό σας», μᾶς ἔλεγε, «γιὰ νὰ ζήση ἡ ψυχή». Ἐὰν δὲν ἀντιμετωπίσομε αὐτὸ τὸ θηρίο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, δὲν ὑποτάσσεται ἡ σάρκα στὸ πνεῦμα. «Τὸ ξύλο θὰ τόχετε κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι καί, μόλις ἔλθουν οἱ λογισμοί, ξύλο! Ἔτσι σιγὰ-σιγὰ ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὸ ἄνθος καὶ τὴν εὐωδία τῆς ἁγνότητας καὶ τῆς καθαρότητας, πράγμα ποὺ ἔχει πολλὴ παρρησία στὸ Θεό».

Ἡ ἁγνότης τοῦ Γέροντος ἦταν κάτι τὸ θαυμαστό. Θυμᾶμαι, ὅταν ἔμπαινα τὸ βράδυ στὸ κελλάκι του, εὐωδίαζε ὅλο. Ἡ δὲ ὀσμὴ τῆς προσευχῆς του αἰσθανόμουν νὰ διαποτίζει ὅ,τι τὸν περιέβαλε, ἐπηρεάζοντας ὄχι μόνο τὶς ἐσωτερικὲς ἀλλὰ καὶ τὶς ἐξωτερικές μας αἰσθήσεις. Ὅταν μᾶς μιλοῦσε γιὰ τὴν ἁγνότητα τῆς ψυχῆς καὶ σώματος, ἔφερνε πάντοτε ὡς παράδειγμα τὴν Παναγία μας. «Δὲν μπορῶ νὰ σᾶς περιγράψω», ἔλεγε, «πόσο ἀρέσει στὴν Παναγία μας ἡ καθαρότης καὶ ἡ σωφροσύνη. Ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἁγνὴ Παρθένος, γι’ αὐτὸ καὶ ὅλους ἔτσι μᾶς θέλει καὶ μᾶς ἀγαπᾶ». Καὶ πάλι ἔλεγε: «Δὲν ὑπάρχει ἄλλη πιὸ εὐωδιαστὴ θυσία πρὸς τὸν Θεό, σὰν τὴν ἁγνότητα τοῦ σώματος, ποὺ ἀποκτᾶται μὲ ἀγώνα καὶ αἷμα. Γι’ αὐτὸ βιασθεῖτε! Μὴ δέχεσθε καθόλου τοὺς αἰσχροὺς λογισμούς!»

Ὅταν ἤμεθα στὴ Νέα Σκήτη, ἦρθε κάποιος μοναχὸς καὶ εἶπε στὸν Γέροντα ὅτι εἶχε σαρκικὸ πόλεμο καὶ τὰ σχετικά. Ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε νὰ κόψει τὸ κρασί, νὰ «σφίξει τὴ ζώνη του», νὰ διώχνει τὶς αἰσχρὲς φαντασίες, νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ ξύλο καὶ νὰ εἶναι σίγουρος ὅτι ὁ πόλεμος θὰ ὑποχώρησει. Μετὰ ἀπὸ κάποιο διάστημα ξανάρθε ὁ μοναχὸς καὶ εἶπε ὅτι ἀκολούθησε τὴν ἐντολή, ἀλλὰ ὁ πόλεμος συνεχιζόταν. Τοῦ ‘δωσε τὸ ξύλο ὁ Γέροντας, γιὰ νὰ τοῦ δείξει πῶς χτυπάει τὸν ἑαυτό του, μὰ ἐκεῖνος στὴν οὐσία χάιδευε τὸ σῶμα του. Τότε ὁ Γέροντας ἅρπαξε τὸ ξύλο, σήκωσε τὸ ζωστικὸ καὶ μὲ τρεῖς ποὺ ἔδωσε στὰ πόδια τόσπασε τὸ ξύλο. Ἀπόρησε ὁ μοναχός. «Παιδάκι μου, ἔτσι βγαίνουν τὰ δαιμόνια! Ὄχι μὲ χαϊδέματα!»

Ἔλεγε μάλιστα ὁ Γέροντας σχετικά, ὅτι μία μέρα κάνοντας τὴν εὐχή, καθὼς ἔκλεισε τὰ μάτια του, εἶδε μπροστά του ἕνα δαίμονα. Φώναξε τὸν γέρο-Ἀρσένιο ν’ ἀνάψει φωτιά, μιὰ καὶ μετὰ ἀπὸ πάλη τὸν εἶχε δέσει, ὥστε νὰ τὸν κάψουν. Ὅταν κατάλαβε ὁ δαίμονας, ἔγινε κόρακας κι ἔφυγε. Ὅταν ξύπνησε ὁ Γέροντας, εἶδε ὅτι εἶχε ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τὸ πάθος τῆς σαρκός. Οἱ τοῖχοι τοῦ κελλιοῦ του ἦταν χαλασμένοι ἀπὸ τὶς μπουνιὲς καὶ τὰ κτυπήματα, δείγματα τῆς πάλης του μὲ τοὺς δαίμονες.

Μέσα στὴν ἀδελφότητά μας, στὴ μικρή μας συνοδεία, βασικὸ στοιχεῖο τῆς μοναστικῆς μας ζωῆς ἦταν καὶ ἡ ἀγρυπνία. Μᾶς τὸ τόνιζε ὁ Γέροντας ὅτι χωρὶς ἀγρυπνία προκοπὴ δὲν γίνεται, δὲν ἀποκτᾶ θεμέλιο ὁ μοναχός. Καὶ ὅπως ξεύρετε, ἦταν καθιερωμένο, ἀπὸ τὴν πρώτη νύχτα ποὺ θὰ ἐρχόταν κάποιος δόκιμος στὴ συνοδεία μας ἔπρεπε οὕτως ἢ ἄλλως νὰ ἀγρυπνήσει. Ἀγρυπνούσαμε ὅλη τὴ νύχτα, Ἰδιαίτερα τὸ καλοκαίρι ποὺ ἡ νύκτα εἶναι μικρή. Ἡ ἀγρυπνία μας ἦταν δέχα ὧρες: κομποσχοίνι, μετάνοιες, μελέτη καὶ λογισμοὶ στὸν Γέροντα. Μὰ μπόρεσες νὰ κοιμηθεῖς τὸ ἀπόγευμα, μὰ δὲν μπόρεσες ἐξαιτίας πειρασμοῦ ἢ γιὰ κάποιον ἄλλο λόγο, ἡ ἀγρυπνία σου θὰ γίνει! Αὐτὸ ἦταν τὸ τυπικό. Οὐδεμία συγκατάβασις συγχωρεῖτο ἀπὸ μέρους τοῦ Γέροντος, ὥστε νὰ μὴν ἀγρυπνήσει ὁ ἀδελφός. Μᾶς γύμναζε πάντοτε στὴν ἀγρυπνία καὶ μᾶς ἔλεγε τὸ πόσον ὠφέλιμη εἶναι. Πόσα εἶναι τὰ κέρδη τὰ πνευματικά, πόσο πλουτίζει τὸν ἄνθρωπο, πῶς τὸν κρατάει νηφάλιο. Πόσα εἶναι τὰ χαρίσματα τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Μᾶς ὑπενθύμιζε τὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο ἐγκαταλείψαμε τὸν κόσμο καὶ πήγαμε κοντὰ του ἔχοντας γνώση τοῦ αὐστηροῦ τυπικοῦ. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ μὲ κάμει μοναχό, μοῦ εἶπε: «Θάνατος! Εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς, εἴτε ζῆς, εἴτε ἀρρωστήσης, εἴτε πόνεσης, ἕνα θα ’χης στὴ σκέψη σου: ὅτι ὁ θάνατος μόνο θὰ σὲ χωρίσει ἀπὸ ἐδῶ. Μὴ ζήτησης παράκληση, μὴ ζητήσης θεραπεῖες». «Νά ’ναι εὐλογημένο, Γέροντα. Θάνατος, θάνατος!»

Ὁ λογισμὸς βέβαια, πότε τῆς ὑπερηφάνειας, πότε τῆς ἀμελείας ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο, μὲ πολεμοῦσε πολύ, ἀλλὰ μᾶς ἔλεγε νὰ τὸν ἀντιμετωπίζουμε μὲ τέλεια καταφρόνηση καὶ ἀδιαφορία. «Κράτα τὴν εὐχή! Θὰ περάσει. Φουρτούνα εἶναι- ἐπίθεσις. θὰ ὑποχώρησει. Ὅταν ἐσὺ ἀντισταθεῖς, ὅταν κρατήσεις τὸ μέτωπο γερά, ὅταν δὲν χάσεις τὸ θάρρος σου, θὰ ὑποχώρησει. Οὕτως ἢ ἄλλως αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική τοῦ διαβόλου: νὰ ἐπιτίθεται, γιὰ νὰ σπάσει τὸ μέτωπο, νὰ ρίξει τὸ τεῖχος, νὰ προχωρήση ἡ ὁρμητικότητα τοῦ νεροῦ, νὰ κατακλύσει, νὰ γκρεμίσει ὅ,τι ὄρθιο ὑπάρχει. Κράτα τὸ τεῖχος γερά, καὶ αὐτὸς θὰ ὑποχώρησει». Καὶ ὑποχωροῦσαν οἱ λογισμοί.

Ἀγρυπνούσαμε κάθε νύχτα. Ὧρες στὴν προσευχή. Ἄλλος στὸ σκαμνάκι, ἄλλος κάτω, εἰσπνέαμε καὶ ἐκπνέαμε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἀγωνιζόμαστε μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη. Μᾶς πολεμοῦσε ὁ ὕπνος; Ἀντιστεκόμεθα, βγαίναμε ἔξω ἀπὸ τὴν καλύβα. Μὰ κρύο, μὰ βροχή, μὰ παγωνιά, ἔξω! Προκειμένου νὰ κοιμηθοῦμε καὶ νὰ χάσουμε τὴν ἀγρυπνία, προτιμότερος ὁ πόλεμος, προτιμότερη ἡ δυσκολία. Κι ἂς μὴ καταλαβαίναμε τὴν εὐχή, ἀρκεῖ νὰ ἤμεθα ἄγρυπνοι καὶ νὰ μαχώμεθα. Μᾶς συνιστοῦσε ἐπίσης ὁ Γέροντας ὅτι δὲν πρέπει νὰ λείπουν τὰ δάκρυα ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία τοῦ μοναχοῦ. Ὁ μοναχὸς πρέπει νὰ κλαίει συνεχῶς, γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, γιὰ τοὺς ἄλλους, γιὰ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπη.

Μᾶς ἔλεγε ἐπίσης ὅτι, ὅταν ἡ προσευχὴ προχώρησει καὶ καλλιεργηθεῖ προφορικὴ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, ἀρχίζει σταδιακὰ ὁ νοῦς νὰ ἁπαλάσσεται ἀπὸ τὸν μετεωρισμὸ καὶ νὰ κατακτᾶ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ ὁ νοῦς πάρει ὅλη τὴν προσευχή, τότε ἀρχίζει νὰ ἀνοίγεται ἡ καρδιὰ καὶ νὰ δέχεται τὸ κατέβασμα τῆς προσευχῆς. Καὶ μετὰ ἀπὸ χρόνια, μετὰ ἀπὸ βία περιεκτική, δηλ. βία γενίκη σ’ ὅλους τοὺς ἀγῶνες τῆς ἀσκήσεως, ἡ καρδιὰ δέχεται ὁλόκληρη τὴν προσευχὴ καὶ δημιουργεῖται ἡ καρδιακὴ κατάστασις, ποὺ εἶναι μία κατάκτηση βασιλική τῆς καρδιᾶς πάνω στὴν εὐχὴ καὶ στὰ πάθη. Κυριαρχεῖ μία εἰρήνη καὶ μία ὑποταγὴ τῶν πάντων στὴν κυβέρνηση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ βασιλεύει διὰ τοῦ θείου ὀνόματός Του.

Πρωτοπόρος στὴν εὐχὴ ἦταν ὁ Γέροντας. Ἀγρυπνοῦσε πάντα μὲ μεγάλες ἐπιτυχίες. Νοερὰ προσευχὴ ἑπτὰ-ὀκτὼ ὧρες, ὀκτὼ ὧρες ὁ νοῦς μέσα στὴν καρδιά. Σκεφθεῖτε δουλειὰ μὲ τὸ ὄνομα τοϋ Χριστοῦ! Ὀκτὼ ὧρες μέσα στὴν καρδιά! Σκεφθεῖτε τὸ ὄργωμα τῆς καρδιᾶς διὰ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ! Ἐξ οὗ γινόταν ὁ κλαυθμός, κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὸν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ παράκλησις, ὁ κλαυθμὸς ἐστρέφετο πενθικὸς γύρω ἀπὸ τὸν θάνατο, γύρω ἀπὸ τὴν σταύρωση τοῦ θεανθρώπου Χριστοῦ μας, γύρω ἀπὸ τὴν προσευχὴ γιὰ τὸν κόσμο — γιατί εἶχε πάρα πολὺ μεγάλη ἀγάπη γιὰ τὸν κόσμο. Ἂν κάποτε δὲν εἶχε ἄμεσα τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ, τὴν προκαλοῦσε: Ἔψαλλε κανένα νεκρώσιμο τροπάριο, ἔφερνε στὴ μνήμη του ἄλλους ἀγωνιστὲς κι ἔτσι προσπαθοῦσε νὰ ξεπεράσει τὴ δυσκολία καὶ νὰ ἑλκύσει τὴ θεία χάρη. Ὅλη τὴ μέρα μᾶς ὑπενθύμιζε: «Κρατᾶτε τὴν εὐχή! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με!»

Πήγαινα τὸ βράδυ, ὅταν ἔβγαινε ἀπὸ τὴν καλύβα του, τὸν πλησίαζα καὶ τοῦ ἔλεγα ὅτι ὁ ὕπνος μὲ πολεμᾶ. «Κράτα γερά! Κράτα τὸ ὅπλο καὶ μὴ φοβᾶσαι», μοῦ ἀπαντοῦσε. Τὸ καλοκαίρι ἔρχονταν οἱ βάρκες καὶ ψάρευαν μὲ τὸ φῶς, μὲ τὶς λάμπες. «Βλέπεις παιδί μου, ἔλεγε, πῶς ἀγωνίζεται αὐτὸς ἐδῶ ὁ ψαρᾶς ὅλη τὴ νύχτα, γιὰ νὰ πιάσει μία χούφτα ψάρια, νὰ τὰ πάει στὸ σπίτι του, καὶ παρακολουθεῖ καὶ ἀγρυπνεῖ γιὰ κάτι τὸ γήινο; Βλέπεις, καμιὰ φορὰ τραγουδάει, γιὰ νὰ περάσει ἡ ὥρα. Ἐμεῖς ποὺ ἤλθαμε, γιὰ νὰ ψαρέψουμε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἀγρυπνοῦμε; Κι ἐμεῖς πρέπει νὰ τραγουδοῦμε, δηλαδὴ νὰ ψάλλουμε, νὰ ὑμνολογοῦμε τὸν Θεὸ- νὰ ἀγρυπνοῦμε στοὺς λογισμούς, νὰ μὴ κοιμώμεθα. Αὐτὸς ἐδῶ κάτω ὁ ψαρᾶς γιὰ τὰ λίγα ψαράκια, ἐμεῖς ὅμως γιὰ πνευματικὴ ἄγρα, γιὰ τὸ ψάρεμα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, γιὰ χάρη περισσότερη, γιὰ μισθὸ αἰώνιο ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ. Μεγάλη ὑπόθεσις!». «Εἶναι ἀλήθεια, Γέροντα…». Κι ἔτσι μᾶς δυνάμωνε.

Ὁ Γέροντας ἀγωνιζότανε πολὺ καὶ στὴν ἐγκράτεια. Ὅταν ἔφθανε ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, ἐκεῖ πιὰ ἐκορυφώνετο ἡ νηστεία του. Στὴν πρώτη Σαρακοστὴ ποὺ ἤμουν κοντά Του, ἡ νηστεία ποὺ μᾶς ἐπέβαλε μοῦ φάνηκε ὑπερβολική, ἀλλὰ ἦταν πολὺ πιὸ ἤπια ἀπ’ αὐτὴν ποὺ ἔκαναν μὲ τὸν γέρο-Ἀρσένιο τὰ προηγούμενα χρόνια. Εἶχαν κάτι πιατάκια ποὺ χωροῦσαν μερικὲς μόνο κουταλιὲς φαγητό. Αὐτὸ ἦταν τὸ φαγητὸ τοῦ εἰκοσιτετραώρου καὶ χωρὶς βέβαια ψωμί. Ἔπαιρναν ἐλάχιστη τροφή, ἴσα-ἴσα νὰ μποροῦν νὰ στέκουν στὰ πόδια τους, γιὰ νὰ ἀγωνίζονται.

Ὅταν τὸν συνάντησα ἐγώ, ἦταν μέτριος στὴν αὐστηρότητα ἐν συγκρίσει μὲ τὴν αὐστηρότητα ποὺ εἶχε, ὅταν ἦταν στὸν Ἅγιο Βασίλειο. Εἶχε ἀκουσθεῖ ἡ φήμη του ὡς μεγάλου ἀσκητοῦ καὶ πῆγαν ἀρκετοί, γιὰ νὰ μονάσουν κοντά του, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν, γιατί ἦταν ἀπαιτητικός. Ὅταν κατέβηκε στὴ Μικρὴ Ἁγία Ἄννα, ὅπου τὸν βρῆκα ἐγώ, ἦταν αὐστηρός. Κυρίως μὲ μένα ἦταν ἕνας συνεχὴς καταπέλτης. Βέβαια ὁ θεὸς τὸν φώτιζε νὰ μὲ μεταχειρισθεῖ ἔτσι, γιατί εἶχα ἀνάγκη καθαρισμοῦ ἀπὸ τὸν πολὺ ἐγωισμὸ καὶ τὴν σκουριὰ ποὺ εἶχα μέσα μου. Ἔτσι ἦταν αὐστηρότατος στὸν Ἅγιο Βασίλειο, μέτρια αὐστηρὸς στὴν Ἁγία Ἄννα καὶ ἀκόμη λιγότερο στὴ Νέα Σκήτη. Ὅταν εἶχε ἔρθει ὁ π. Παντελεήμων ἀπὸ τὴν Ἀμερική, ἔχοντας ὑπ’ ὄψη του πόσο ἤπιος καὶ μαλακὸς εἶναι ὁ Γέροντας, δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει τὴν παιδαγωγία στὴν ὁποία μὲ ὑπέβαλε. Κι ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας ὁμολογοῦσε ὅτι στὸν Ἅγιο Βασίλειο, ὄντας νέος ἦταν πολὺ αὐστηρός, προϊόντος ὅμως τοῦ χρόνου θεώρησε προτιμότερο καὶ ἀποτελεσματικότερο νὰ ἐπιβάλλεται ὄχι μὲ τὴν αὐτστηρότητα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ συγκατάβαση.

Στὴν πρώτη Σαρακοστὴ ποὺ κάναμε πάνω τὶς πέντε ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος δὲν μᾶς ἔδινε οὔτε φαγητό, οὔτε ψωμί. Μία φορὰ τὸ εἰκοσιτετράωρο τρώγαμε χυλό, ποὺ φτιάχναμε μὲ 25 δράμια ἀλεύρι. Τὸ Σαββατοκύριακο μᾶς ἔκαμνε φαγητὸ μὲ ψωμί. Τὸ βράδυ δέκα ὧρες ἀγρυπνία μὲ προσευχή, μὲ διπλάσιο καὶ τριπλάσιο κανόνα σὲ κομποσχοίνια καὶ μετάνοιες, καὶ τὴν ἡμέρα πολὺ σκληρὴ δουλειά, πράγμα ποὺ ὁπωσδήποτε μᾶς ὠφελοῦσε ψυχικά. Ἐνῶ ἐμεῖς σήμερα, ὄντες πολὺ ἀδύναμοι ψυχοσωματικά, δὲν μποροῦμε κἄν νὰ διανοηθοῦμε τέτοια ἄσκηση. Τὰ κελλιά μας δὲν εἶχαν τὴν ἀνάπαυση τῶν σημερινῶν κελλιῶν. Ἡ ζωὴ μας ἦταν ἀνθρωπίνως δύσκολη, ἀλλὰ μὲ τὸ λογισμὸ τῆς αὐταπαρνήσεως εὔκολη. Ὅταν μᾶς καλλοῦσε ἡ ὑπακοὴ νὰ τρέξουμε ἀπὸ τὸ βουνὸ κάτω καὶ νὰ φορτωθοῦμε φορτίο, πολλὲς φορὲς πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις μας, τὸ κάναμε ἀμέσως, χωρὶς καμία ἀντίρρηση. Μὰ αὐτὴ ἦταν ἡ διδασκαλία τοῦ Γέροντος: Ὁ πρόθυμος ἄνθρωπος εἰς τὰ σωματικὰ εἶναι καὶ στὰ πνευματικὰ πρόθυμος, ὅταν ἐγκεντρισθεῖ τὸ πράγμα- ὅταν γίνει σὲ μία ὑπόσταση. Τότε ὁλοκληρώνεται ὁ ἀγωνιστὴς εἰς πνευματικὸν ἄνθρωπον. Διότι ὁ κόπος ὁ σωματικὸς ἐν γνώσει καὶ ἀληθείᾳ βοηθᾶ θαυμάσια τὸν ἄνθρωπο, τὸν μοναχὸ εἰς μετάνοια, εἰς πένθος καὶ εἰς δάκρυα. Αὐτοὶ οἱ κόποι τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νύκτας, μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ Γέροντος, μᾶς ἔφερναν δάκρυα νύχτα-μέρα. Μὰ στὴν προσευχὴ ἦταν αὐτά, μὰ στὸ διακόνημα, μὰ πάνω στὸν κόπο, τὰ μάτια δὲν σταματοῦσαν. Φθάναμε στὸ σημεῖο νὰ μὴ νιπτώμεθα μὲ νερό, ἀλλὰ μὲ τὰ δάκρυα. Γι’ αὐτὸ πολλὲς φορές, ὅταν πέφταμε νὰ κοιμηθοῦμε, εὐωδία Θεοῦ μᾶς κύκλωνε. Οἱ εὐχὲς τοῦ Γέροντα ἦταν πολὺ δυνατές.

Μοῦ ἔλεγε ὁ Γέροντας ὅτι στοὺς μεγάλους πειρασμοὺς γνώρισε χειροπιαστὰ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἀνάλογα μὲ τὸν πειρασμὸ ποὺ ὑπομένει κάποιος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὁ Θεὸς ἀποκρίνεται. Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐργάζεται διὰ τὸν Θεὸν μὲ πολὺ καλὴ προαίρεση, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἀφήσει νὰ πειρασθεῖ ὑπεράνω τῶν δυνάμεών του. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνταπόδοση ἀπὸ τὸν Θεὸ θὰ εἶναι ἀνάλογη. Μᾶς τὸ λέει αὐτὸ κι ὁ ἀββὰς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος: «Ὅταν κανεὶς περνάει μεγάλο πειρασμὸ καὶ παρακάλεσει τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀπαλλάξει καὶ εἰσακουσθεῖ, ὁ ἄνθρωπος στερεῖται ἀνάλογης χάρης, ὅσο ἦταν τὸ μέγεθος τοῦ πειρασμοῦ τὸν ὁποῖον τοῦ ἀφαίρεσε»*. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὅποιος θέλει νὰ γνωρίσει τὴν χάρη τὸ πολύ, νὰ κάνει ὑπομονὴ στοὺς πειρασμούς. Μὲ πίστη κι ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ νὰ κράτηση τὸ μέτωπο, κι ὁ Θεὸς εἶναι παρών.

Κάποτε ὁ Γέροντας περνοῦσε κάποιο μεγάλο πειρασμὸ ἐξωτερικά, ἀλλὰ κοπίαζε πάρα πολὺ καὶ ψυχικά. Κατέφυγε λοιπὸν στὴν ἐκκλησία καὶ ἔχυσε ὅλο τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς του μπροστὰ στὴν Παναγία, τὴν ὁποία λάτρευε κυριολεκτικά. Τότε, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει, ἔκλεισαν τὰ σωματικά του μάτια κι ἄνοιξαν τὰ ψυχικά. Εἶδε ὅτι ἡ Παναγία βγῆκε, ξεκόλλησε ἀπὸ τὸ τέμπλο κι ὁλοζώντανη στάθηκε μπροστά του ἔχοντας στὴν ἀγκαλιὰ της τὸν Κύριο, βρέφος μικρό. «Μὴ στενοχωριέσαι, τοῦ εἶπε, ἐγὼ θὰ σὲ βοηθήσω». Κι ἁπλώνοντας τὸ βρέφος τὸ χεράκι Του τὸν θώπευε στὸ πρόσωπο καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ Γέροντα γέμισε μὲ ἀπέραντη ἀγάπη καὶ ἔρωτα Θεοῦ. Ἡ στενοχώρια ἔφυγε καὶ ἡ ὑπόθεση τακτοποιήθηκε πολὺ καλά.

Ἂν πεῖτε γιὰ τὴ σιωπή, λόγο δὲν ἔβγαζε χωρὶς ἀνάγκη. Ἰδιαιτέρως τὴ Μεγάλη Σαρακοστή, ὅταν ἦταν μόνοι τους μὲ τὸν γέρο-Ἀρσένιο, τηροῦσαν σιωπὴ ὅλη τὴν ἑβδομάδα. Μιλοῦσαν μόνο ἀπὸ τὸν ἑσπερινό τοῦ Σαββάτου ἕως τὸ ἀπόδειπνο τῆς Κυριακῆς καὶ μετὰ πάλι σιωπηλοὶ ὅλη τὴν ἑβδομάδα- μὲ νοήματα συνεννοοῦντο. Καὶ ἐπειδὴ πολλὴ ὠφέλεια εἶχε δεῖ ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῆς σιωπῆς, ἀπαγόρευε καὶ σὲ μᾶς νὰ μιλοῦμε μεταξύ μας, μόνο γιὰ τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἔπρεπε νὰ χαλοῦμε τὴ σιωπή. Ὅταν μᾶς ἔστελνε ἔξω ἀπ’ τὸ ἡσυχαστήριό μας γιὰ κάποια διακονία, δὲν μᾶς ἐπέτρεπε νὰ μιλήσουμε μὲ κανένα. Θυμᾶμαι, ὅταν ἐπέστρεφα, πάντοτε μοῦ ἔκαμε ἀκριβῆ ἐξέταση, ἂν ἐτήρησα ἀπόλυτη ὑπακοὴ καὶ σιωπή. Σὲ παράβαση δύο-τριῶν λέξεων ὁ πρῶτος μου κανόνας ἦταν διακόσιες μετάνοιες.

Ὅπως σᾶς ἔχω ξαναπεῖ, ὅταν ὁ Γέροντας ἤθελε κάπου νὰ πάει μὲ τὸν γέρο-Ἀρσένιο, σὲ κάποιο μοναστήρι φερ’ εἰπεῖν, ξεχώριζαν, κρατοῦσαν μία ἀπόσταση καθ’ ὁδὸν καὶ λέγανε τὴν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Δὲν πηγαίνανε μαζί, γιὰ νὰ μὴ τοὺς νικήσει ὁ διάβολος τῆς ἀργολογίας καὶ ἀπὸ τὴν ἀργολογία ξεκινήσει ἡ κατάκριση καὶ τόσα ἄλλα. Γιατί παίρνανε τὸ μέτρο αὐτό; Μὰ γιὰ νὰ ἐμποδίσουν τὸν πειρασμό. Γιατί ὁ πειρασμὸς παίρνει τὴν εὐκαιρία καὶ προσπαθεῖ νὰ ρίξει τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁμαρτία.

Καμιὰ φορὰ ὁ γέρο-Ἀρσένιος, εἴτε γιατί ἦταν παππούλης εἴτε γιατί ἦταν ἁπλός, πήγαινε νὰ πεῖ κανένα λόγο γιὰ κάποιον ἀδελφὸ ἐκτός τῆς συνοδείας ἢ ἐντὸς ἢ κάποιο νέο ποὺ ἔμαθε. Μόλις ἄρχιζε, μὲ τὶς πρῶτες λέξεις, ὁ Γέροντας σήκωνε τὸ χέρι του, τοῦ δινε μιὰ στὸ κεφάλι κι ἔλεγε: «Ἀρσένιε, πρόσεχε- μὴ κατακρίνεις, δὲν ἐπιτρέπεται- θὰ χάσεις τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ». «Ἔλα, τζάνεμ, τί εἶπα;», ἀπαντοῦσε. «Αὐτὸ ποὺ εἶπες εἶναι εἰς θέσιν νὰ σοῦ στερήσει τὴν εὐλογία τῆς προσευχῆς. Τί ἄλλο θέλεις;». «Εὐλόγησον!». Ἀλλὰ ἐμεῖς οἱ νεότεροι ν’ ἀνοίξουμε τὸ στόμα νὰ μιλήσουμε, αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζαμε, ἢ νὰ μιλήσουμε μεταξύ μας καὶ νὰ ἀργολογήσουμε, δὲν τὸ εἴδαμε ποτέ.

Ἔμπαινε στὸ καράβι ὁ Γέροντας νὰ πάει π.χ. ἀπὸ τὴν Ἁγία Ἄννα στὴ Δάφνη: Τὸ κεφάλι κάτω καὶ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με…» Πήγαινε κάποιος πατέρας: «Τί κάνετε, π. Ἰωσήφ, πῶς πάει ἡ συνοδεία;». «Καλά, καλά, εὐλογεῖτε. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…», τὸν ἔκοβε.

Ἐπιστατοῦσε πολὺ στὸ θέμα τῆς ἀργολογίας. Ἡ κατάκριση ἦταν ἀνύπαρκτη. Ὅταν ἐπιχειροῦσε κανεὶς νὰ μιλήσει, καταπέλτης ὁ Γέροντας: «Ἐδῶ μέσα δὲν χωροῦν νέα καὶ εἰδήσεις. Μόνο μπροστά! Σιωπὴ καὶ εὐχή! Τίποτ’ ἄλλο! Δὲν ἤρθαμε ἐδῶ νὰ περάσουμε τὸν καιρό μας. Ὁ διάβολος καιροφυλακτεῖ, ἄγρυπνει τρέχει ἐδῶ κι ἐκεῖ σὰν λιοντάρι, ποιὸν νὰ βρεῖ σὲ ἀμέλεια, σὲ ραθυμία, σὲ ἀπρόσεκτη κατάσταση, νὰ τὸν ἁρπάξει. Πρέπει νὰ ‘χωμε τὸ νοῦ μας». Αὐτὰ καὶ τόσα ἄλλα, γιὰ μᾶς τοὺς νεωτέρους, τοὺς νέους μοναχοὺς ποὺ ἤμεθα κοντὰ στὸ Γέροντα, ἦταν ὁ θεμέλιος λίθος, τὸ βαθὺ θεμέλιο. Ἐὰν δὲν εἴχαμε αὐτὲς τὶς νουθεσίες τοῦ Γέροντος κι ἐμεῖς ἀπὸ πλευρᾶς μας δὲν τὶς ἐφαρμόζαμε καὶ δὲν τὶς ὑλοποιούσαμε δὲν θὰ γινόταν τίποτε ἀπολύτως.

Μόλις κάποιος νέος ἀδελφὸς προσετίθετο στὴν συνοδεία μας, ἡ πρώτη διδασκαλία ποὺ τοῦ ἔκανε ἦταν: «Παιδί μου, τὴν εὐχή, θέλω νὰ σὲ ἀκούω νὰ λὲς τὴν εὐχή!». Κι ὅταν μεγαλώσαμε καὶ γίναμε Ἱερεῖς καὶ ὅ,τι ἄλλο, συνέχεια τὴν εὐχή! Τοῦ ἔλεγα χαρακτηριστικὰ κάποτε: «Γέροντα, ἀπὸ τὴν εὐχὴ πονάει τὸ στόμα μου ἡ γλώσσα μου, ἔκλεισε ὁ λάρυγγάς μου, δὲν μπορῶ νὰ ἀναπνεύσω- πονάει ἡ καρδιά μου». «Δὲν παθαίνεις τίποτα, ὑπομονή!» μοῦ ἀπάντησε. Καὶ πράγματι ἡ ὠφέλεια ἦταν πάρα πολὺ μεγάλη. Πολλὲς φορὲς ἐρχόταν τόση χάρις ἀπὸ τὴν προφορικὴ εὐχή, ποὺ ἔνιωθε κανεὶς μέσα του τόση θεία ἀγάπη, τόση ἁρπαγὴ τοῦ νοῦ του. Καὶ πάνω στὸ διακόνημα κατὰ περίεργο τρόπο ὁ νοῦς δὲν ἦταν ἁπλῶς στὴν προσευχὴ ἀλλὰ στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ, στὴ θεωρία — ἐν αἰσθήσει — τοῦ ἄλλου κόσμου.

Ὅταν τὸν ρωτοῦσα γιατί καμιὰ φορὰ ἡ προσευχή μου δὲν μπορεῖ νὰ περάσει τὴ σκεπὴ τοῦ κελλιοῦ μου, ὁ Γέροντας ἀπαντοῦσε ὅτι τὴν ἐμποδίζουν τὰ δαιμόνια κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ γιὰ πείρα. Ἄλλοτε ἔβλεπες τὸν νοῦ, νὰ μὴν τὸν ἐμποδίζει ἀπολύτως τίποτε τὸ πνευματικὸ καὶ σὰν σφαίρα μὲ ἀφάνταστη καὶ ἀσύλληπτη ταχύτητα νὰ ἀνεβαίνει καὶ νὰ ἅπτεται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ξεπερνοῦν τὴν ὑλικὴ φύσι.

Γέροντα, τοῦ ἔλεγα, δὲν νιώθω δυσκολία πάνω στὰ ἁμαρτήματά μου, δυσκολία στὴ σκέψη καὶ στὴ θεωρία τῆς ἐξόδου, δυσκολία στὸ ξεπέρασμα τῶν τελωνίων; Προσπαθῶ νὰ βάλω τὸν νοῦ μου, τὸν ἑαυτό μου στ’ ἀριστερά τοῦ Κριτοῦ γιὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία καὶ δὲν πηγαίνει, ἀλλὰ ἀθέλητα, ἀνεμπόδιστα καὶ ἀβίαστα πηγαίνει πρὸς τὰ δεξιά». «Καλά, δὲν καταλαβαίνεις;» μοῦ λέει. «Δὲν καταλαβαίνω ἀπαντῶ. «Τὴ στιγμὴ ποὺ σὰν ὑποτακτικὸς ἄφησες τὸ φορτίο σου ὅλο ἐπάνω στοὺς δικούς μου ὤμους, ἐσὺ ἐλάφρωσες. Γιὰ ποιὰ πράξη θὰ δώσεις ἀπολογία, τὴ στιγμὴ ποὺ ὅλα τὰ ἔχεις ἀναθέσει σ’ ἐμένα, τὰ ἔχεις ἐναποθέσει μπροστά μου, τὰ ἔχω ἀναλάβει ἐγὼ καὶ σὺ εἶσαι ἐλεύθερος; Πῶς νὰ μὴν πᾶς πρὸς τὰ κεῖ, ποιὸ πράγμα θὰ σ’ ἐμποδίσει;». Καὶ εἶχε δίκιο ὁ Γέροντας, γιατί δὲν κάναμε τίποτε χωρὶς νὰ τὸν ρωτήσουμε.

Ὅταν, ἐνῶ ἤμασταν ἀκόμη στὴν Μικρὴ Ἁγία Ἄννα, εἶδε ὁ Γέροντας ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ παραμείνουμε ἄλλο λόγω τῶν δυσμενῶν συνθηκῶν διαβίωσης, τῆς σκληρῆς ζωῆς, τῶν ταλαιπωριῶν καὶ τοῦ ἀνθυγιεινοῦ κλίματος (γιατί αὐτοὶ ἦταν προχωρημένης ἡλικίας κι ἐμεῖς οἱ νέοι μὲ σακατεμένη ὑγεία, αἱμοπτύσεις κ.λ,π.), πῆρε στὴν προσευχὴ του τὴν πληροφορία νὰ φύγουμε γιὰ τὴ Νέα Σκήτη, ποὺ ἦταν πιὸ χαμηλὰ καὶ πιὸ ὑγιεινὲς οἱ συνθῆκες διαβίωσης. Μείναμε γιὰ λίγο διάστημα μέσα στὴ σκήτη, στοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους. Ὅμως τὸ καθεστὼς καὶ κάποιες διενέξεις δὲν μᾶς ἀνέπαυαν καὶ σὰν ἄνθρωποι εἰρηνικοὶ ἀποφασίσαμε νὰ φύγουμε. Ὁ ἡγούμενος ὅμως τοῦ Ἁγίου Παύλου, ὅπου ἀνήκει ἡ σκήτη, μᾶς παρεχώρησε δωρεὰν κάτι ἡσυχαστικὰ καλύβια ποὺ ἦταν ἔξω ἀπὸ τὴ Σκήτη, τὰ ὁποία καὶ μᾶς ἀνέπαυσαν πλήρως, γιατί καὶ σχέσεις διοικητικῆς φύσεως δὲν θὰ εἴχαμε μὲ τὴ σκήτη καὶ τὸ τυπικό τῆς ἐρήμου θὰ μπορούσαμε νὰ τηρήσουμε. Καὶ πράγματι μέχρι τελευταία τὸ τηρήσαμε.

Μετὰ τὴν πολυχρόνια πείρα του ὁ Γέροντας εἶχε καταλήξει ὅτι συμφέρει σὲ κάποιον νὰ βρεῖ ἕνα πνευματικὸ ὁδηγὸ καὶ νὰ μπεῖ σὲ ἕνα πρόγραμμα μὲ λίγους κόπους πάνω στὰ σωματικὰ καὶ νὰ ἔχει ἕνα τυπικὸ πάνω στὸ θέμα τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἐγκράτειας. Αὐτὸ τὸ πράγμα τὸ βρήκαμε, ὅταν κατεβήκαμε στὴ Νέα Σκήτη. Τηρήσαμε ἀκριβῶς τὸ τυπικό μας, τὴν τάξη μας, τὴν προσευχή μας, τὶς λειτουργίες, κάθε μέρα τὴν ἐξομολόγηση, τὴν ἀκρίβεια στὶς ὁμιλίες καὶ ζούσαμε πάρα πολὺ ὄμορφα, ἕως ὅτου ὁ Θεὸς ἔκρινε, ἀποφάσισε καὶ πῆρε τὸν Γέροντα στοὺς Οὐρανούς.

Τὴ μνήμη τῆς ἐξόδου ὁ Γέροντας προσπαθοῦσε μὲ τὴν διήγηση διαφόρων Ἱστορικῶν γεγονότων νὰ μᾶς τὴν ἐμφυτεύσει πολὺ βαθιά, γιὰ νὰ ἔχουμε ἀδολεσχία πνευματικὴ καὶ γιὰ νὰ λεπτύνει ἡ συνείδησή μας πρὸς καλύτερη αὐτοκριτική, τὴν ὁποία ἐπιμελέστατα ἐφρόντιζε κι ὁ Γέροντας, κυρίως τὸ βράδυ. Μᾶς ἔλεγε ὅτι κάθε βράδυ στὴν ἀγρυπνία ἐξέταζε σὲ τί ἔσφαλε, ποιὸ πάθος κινήθηκε τὴν ἡμέρα, ποιοὶ λογισμοὶ πέρασαν ἀπ’ τὸ νοῦ του κι ἀμέσως, ὅπου ἔβλεπε ὅτι ἔσφαλε, ζητοῦσε συγχώρηση κι ἔπαιρνε ἀπόφαση γιὰ ἕνα καινούργιο ξεκίνημα καὶ ἀνάλογον γιὰ τὸ κάθε πάθος ἀγώνα τὴν ἑπόμενη μέρα. Σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ δὲν ἔκαμνε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐξετάζει τὴ συνείδησή του, νὰ τὴν συμβουλεύεται καὶ νὰ τῆς κάμνει ὑπακοή. Κι ἔτσι ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ μὴν τὸν κατηγορεῖ σὲ τίποτε. Ἀπὸ δῶ ἡ παρρησία στὴν προσευχή, ἀπὸ δῶ ἡ σιγουριὰ γιὰ τὸν Παράδεισο. Τὸ ἴδιο συνιστοῦσε καὶ σέ μᾶς. Ὅταν κουραζόμαστε ἀπὸ τὴ νοερὰ προσευχή, μᾶς συνιστοῦσε μελέτη, θεωρία πνευματική, αὐτοκριτικὴ καὶ πάλι νὰ ἐπανερχόμαστε στὴ νοερὰ προσευχή. Καὶ οἱ διδασκαλίες διανθίζονταν μὲ διάφορα γεγονότα καὶ ἀνάλογα περιστατικὰ Πατέρων καὶ γνωστῶν μοναχῶν.

Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ κοιμηθεῖ ὁ Γέροντάς του ὁ γέρο-Ἐφραίμ, τὸν ρώτησε σὰν ἀρχάριος ποὺ ἦταν ἂν εἶχε πληροφορία ὅτι θὰ σωθεῖ. Ὁ γέρο-Ἐφραὶμ τοῦ ἀπάντησε πὼς νιώθει ὅτι ὅλοι θὰ σωθοῦν καὶ μόνον αὐτὸς θὰ πήγαινε στὰ ἀριστερά τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ δικαιολογοῦσε ὕστερα αὐτὸ ὁ Γέροντας λέγοντας ὅτι ὁ Θεὸς θέλοντας νὰ προφύλαξει τὸν ἄνθρωπο στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀπὸ τὴν κενοδοξία καὶ τὴν ὑπερηφάνεια, ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴν ἀπώλεια, τὸν κάνει νὰ αἰσθάνεται πολὺ ἁμαρτωλός.

Μία συνοδεία εἶχε φιλικὲς σχέσεις μὲ τὸν Γέροντα καὶ τὸν Γέροντα Ἀρσένιο καὶ τοὺς ἐπισκέπτονταν γιὰ συμβουλὲς καὶ πνευματικὴ ὠφέλεια. Ὁ π. Ἰωαννίκιος, ὁ νεώτερος ἀδελφός τῆς συνοδείας, ἕνα χαριτωμένο, γεροδεμένο παιδὶ ἀπέκτησε πιὸ στενὴ πνευματικὴ σχέση μὲ τὸν Γέροντα καὶ τὸν συμβουλευόταν σὲ θέματα προσευχῆς. Οἱ συμβουλὲς τοῦ Γέροντα εἶχαν ἀποτέλεσμα μέσα του καὶ σὲ λίγο ἡ προσευχὴ ἄρχισε νὰ λέγεται ἄνετα καὶ νὰ τοῦ δημιουργεῖ καρδιακὴ θέρμη, ὁπότε ὁ νέος μοναχὸς ἐπιδόθηκε ὁλόψυχα σ’ αὐτὴ τὴν εὐλογημένη ἐργασία. Τὸ Θέλημα ὅμως τοῦ Θεοῦ ἦταν ὁ μοναχὸς αὐτὸς νὰ φύγει ἐνωρὶς ἀπὸ τὴ ζωὴ ἀρρώστησε ἀπὸ φυματίωση, ἡ ὁποία τότε ἦταν ἀνίατη καὶ θανατηφόρα. Οἱ τῆς συνοδείας του τὸν περιποιόνταν στὰ σωματικά, ἀλλὰ καὶ τὸν προετοίμαζαν γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο. Τὸ ἴδιο ἔκανε κι ὁ Γέροντάς μου, ὁ ὁποῖος, ὅταν διαπίστωσε ὅτι ὁ π. Ἰωαννίκιος δὲν μποροῦσε πλέον λόγω γενικώτερης κατάπτωσης τῶν δυνάμεών του νὰ ἀνηφορίζει μέχρις αὐτόν, προσφέρθηκε νὰ κατεβαίνει ὁ ἴδιος τὴ νύχτα, τὴν ὥρα τῆς ἀκολουθίας μὲ τὸ κομποσχοίνι, ὥστε νὰ τὸν βλέπει, νὰ τὸν τονώνη καὶ νὰ τὸν προετοιμάζει γιὰ τὴν ἔξοδο.

Ὅταν πλέον ὁ Γέροντας διαπίστωσε ὅτι πλησιάζει ἡ ἡμέρα τῆς κοιμήσεως τοῦ εἶπε, ὅταν θὰ ἀνηφορίζει πρὸς τὰ πάνω μὲ τὸν ἄγγελό του, νὰ περάσει νὰ τὸν χαιρετήσει. «Νὰ ’ναι εὐλογημένο Γέροντα», ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ ὑποτακτικοῦ. Σὲ λίγες μέρες κι ἐνῶ ὁ Γέροντας μὲ τὸν π. Ἀρσένιο κάθονταν ἔξω κι ἔφτιαχναν σταυρουδάκια, πέρασε ὁ π. Ἰωαννίκιος ἀπὸ κεῖ, γιὰ νὰ τὸν χαιρετήσει. Ὁ Γέροντας τὸν αἰσθάνθηκε, τὸ εἶπε στὴν συνοδεία καὶ σὲ λίγο ἀκούστηκε κάτω ἀπὸ τὰ κελλιὰ τῶν μοναχῶν αὐτῶν τὸ καμπανάκι, δηλωτικό τοῦ θανάτου τοῦ π.Ἰωαννικίου. Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ ὑπακοὴ τοῦ μοναχοῦ αὐτοῦ πρὸς τὸν Γέροντα, παρὰ τὸ ὅτι τὸν εἶχε Γέροντα μόνον «δυνάμει».

Λίγες μέρες πρὸ τῆς δικῆς του κοιμήσεως πρὸς νουθεσία μου καὶ βοήθεια πνευματικὴ ὁ Γέροντας μοῦ εἶπε: «Παιδί μου νιώθω μέσα μου ὁλόκληρο Παράδεισο. Χάρι πολὺ μεγάλη, εὐλογία Θεοῦ. Βλέπεις οἱ κόποι τῆς νεότητος τί κέρδος ἔφεραν. Βλέπεις ὅτι τίποτε δὲν πῆγε χαμένο; Τὸ κάθε τι τὸ μέτρησε ὁ Θεός. Καὶ γιὰ ἕνα ποτήρι νερὸ ἀξιώνεται μισθοῦ ὁ Χριστιανός. Πολλῷ μᾶλλον οἱ κόποι οἱ μοναχικοὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τυγχάνουν ἀνταποδόσεως ἐδῶ μὲν μὲ χάρη καὶ εὐλογία, στὸν ἄλλο κόσμο κατατίθενται στὴν τράπεζα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅταν ὁ μοναχὸς ἀπέλθη ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμο, ὅλο αὐτὸ τὸ ποσὸν θὰ τὸ «σηκώσει», ὅταν βρεθεῖ ἐπάνω στὸν ἄλλο κόσμο. Δηλαδὴ οἱ καταθέσεις τῶν κόπων τὸν περιμένουν καὶ ἀνάλογα τοῦ ποσοῦ ποὺ θὰ ἔχει ἀπ’ ἐντεῦθεν κατατεθεῖ ἐκεῖ θὰ γίνει καὶ ὁ ἄνθρωπος πλούσιος ἐν τῷ Παραδείσῳ».

Τέλος ἦλθε καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἀναχωρήσεώς του. Τὸν θάνατο τὸν ἀνέμενε σ’ ὅλη του τὴν ζωή. Γιατί ἡ παραμονὴ του ἐδῶ ἦταν ἀγώνας καὶ κόπος καὶ πόνος. Λαχταροῦσε ἡ ψυχὴ του ἀνάπαυση, καὶ τὸ σῶμα του ἐπίσης. Καὶ σ’ ἐμᾶς, παρ’ ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μᾶς εἶχε ἐμφυτεύσει ἔντονη τὴν μνήμη τοῦ θανάτου, μᾶς ἔκανε πολὺ δυνατὴ ἐντύπωση ἡ ἐξοικείωσή του μὲ τὸ φοβερὸ μυστήριο τοῦ θανάτου. Ἔδειχνε ὅτι ἑτοιμάζεται γιὰ πανηγύρι. Τόσο ἡ συνείδησίς του τὸν πληροφοροῦσε γιὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὅμως τὶς τελευταῖες μέρες ἔκλαψε πάλι πέραν τοῦ συνηθισμένου. Τοῦ λέει ὁ γέρο- Ἀρσένιος, νὰ τὸν παρηγόρησει: «Γέροντα, τόσους κόπους, τόση προσευχὴ ἔκανες σ’ ὅλη σου τὴ ζωή, τόσα κλάματα, πάλι κλαῖς;». Τὸν κοίταξε ὁ Γέροντας καὶ ἀναστέναξε: «Ἔ, γέρο-Ἀρσένιε! Ἀλήθεια εἶναι αὐτὰ ποὺ εἶπες, ἀλλὰ ἄνθρωπος εἶμαι. Μήπως γνωρίζω ἂν ἦσαν ἀρεστὰ ὅσα ἔπραξα στὸ Θεό μου; Αὐτὸς Θεὸς εἶναι- δὲν κρίνει καθὼς ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Καὶ μήπως θὰ ξαναγυρίσουμε πάλι ἐδῶ, γιὰ νὰ κλάψουμε; Τώρα ὅ,τι προλάβει ὁ καθένας μας. Ὅσο πενθήσει καὶ κλάψει, τόσο θὰ παρακληθεῖ».

Σᾶς ἔχω πεῖ καὶ ἄλλοτε γιὰ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν Παναγία μας. Ἦταν ἀνωτέρα κάθε περιγραφῆς. Μόνο ποὺ ἀνέφερε τὸ ὄνομά της τὰ μάτια του ἔτρεχαν. Τὴν παρακαλοῦσε λοιπὸν ἀπὸ καιρὸ νὰ τὸν πάρει, νὰ ξεκουρασθεῖ. Καὶ τὸν εἰσήκουσε. Τὸν ἐπληροφόρησε ἕνα μήνα πρὶν γιὰ τὴν ἀναχώρησή του. Μὲ κάλεσε τότε ὁ Γέροντας καὶ μοῦ εἶπε τί νὰ ἑτοιμάσουμε.

Τὴν παραμονὴ τῆς κοιμήσεώς του —14 Αὐγούστου 1959 — πέρασε νὰ τὸν δεῖ ὁ κ. Σχοινᾶς ἀπὸ τὸν Βόλο, μὲ τὸν ὁποῖον ἦταν πολὺ γνώριμοι. «Τί κάνετε, Γέροντα, τοῦ λέγει, πῶς πάει ἡ ὑγεία σας;» «Αὔριο φεύγω, Σωτήρη. Ὅταν ἀκούσεις τὶς καμπάνες, νὰ θυμηθεῖς τὸν λόγο μου».

Τὴν ἄλλη μέρα στὴ λειτουργία τῆς Παναγίας μας ὁ Γέροντας ἔψαλε μὲ κόπο τὸ Τρισάγιο καὶ τὴν ὥρα ποὺ κοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια εἶπε: «ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου». Ὅταν ξημέρωσε, ὁ Γέροντας παρέμενε καθισμένος (λόγω δύσπνοιας) στὴ μαρτυρική του πολυθρονίτσα στὴν αὐλὴ τοῦ ἡσυχαστηρίου μας, περιμένοντας τὴν ὥρα καὶ τὴν στιγμή. Ἦταν σίγουρος γιὰ τὴν πληροφορία ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ἡ Παναγία μας, ἀλλὰ βλέποντας τὴν ὥρα νὰ περνᾶ καὶ τὸν ἥλιο νὰ ἀνεβαίνει τοῦ ἦλθε κάτι σὰν στενοχώρια, σὰν ἀγωνία γιὰ τὴν καθυστέρηση. Μὲ φωνάζει καὶ μοῦ λέει: «Παιδί μου, γιατί ἀργεῖ ὁ Θεὸς νὰ μὲ πάρει; Ὁ ἥλιος ἀνεβαίνει καὶ ἐγὼ εἶμαι ἀκόμη ἐδῶ!». Βλέποντας ἐγὼ τὸν Γέροντά μου νὰ ἀδημονεῖ τοῦ λέω μὲ θάρρος: «Γέροντα, μὴ στενοχωρῆστε. Τώρα ἐμεῖς θὰ κάνουμε εὐχὴ καὶ θὰ φύγετε». Τότε σταμάτησαν τὰ δάκρυά του. Οἱ πατέρες, ὁ καθένας τὸ κομποσχοίνι καὶ ἔντονη τὴν εὐχή. Δὲν πέρασε ἕνα τέταρτο καὶ μοῦ λέει: «Κάλεσε τοὺς πατέρες νὰ βάλουν μετάνοια, διότι φεύγω». Βάλαμε τὴν τελευταία μετάνοια. Μετὰ ἀπὸ λίγο σήκωσε τὰ μάτια του ψηλὰ καὶ κοιτοῦσε ἐπίμονα γιὰ δύο περίπου λεπτά. Κατόπιν γυρίζει καὶ λέει: «Ὅλα τελείωσαν. Φεύγω. Εὐλογεῖτε!». Καὶ μὲ τὶς τελευταῖες λέξεις ἔγειρε τὸ κεφάλι του δεξιά, ἀνοιγόκλεισε δύο-τρεῖς φορὲς ἤρεμα τὸ στόμα καὶ τὰ μάτια καὶ αὐτὸ ἦταν! Θάνατος ὄντως ὁσιακός. Δὲν θὰ ξεχάσω ποτὲ τὸ αἴσθημα ποὺ κυριαρχοῦσε τότε μέσα μας. Μπροστὰ μας εἴχαμε νεκρὸ καὶ μέσα μας ζούσαμε ἀνάσταση. Κι ἀπὸ τότε αὐτὸ τὸ αἴσθημα συνοδεύει πάντοτε τὴν μνήμη τοῦ Γέροντα μέσα μας.

Τώρα ἐπάνω ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται, βλέπει πιὸ καθαρὰ τὰ πράγματα πῶς γίνονται. Μᾶς βλέπει πῶς ἐργαζόμεθα. Προσεύχεται, πρεσβεύει, παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς φροντίζει κάπως περισσότερο, γιατί ἐμεῖς δὲν ἔχουμε τὴν ἄσκηση τὴ δική του. Βλέπει τοὺς κινδύνους ποὺ διερχόμεθα, τὶς ἀτασθαλίες μας, τὰ πάθη μας, τὰ σφάλματά μας, βλέπει τόσα καὶ τόσα καὶ παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ γίνει ἴλεως. Εἴθε οἱ εὐχές του νὰ μὴ πάψουν ποτὲ νὰ μᾶς σκεπάζουν ὅλους μας στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας καὶ στὸν ἀγώνα μας γιὰ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.



* Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Τὰ σωζόμενα ἄσκητικά, Λόγος ΜΣΤ
  ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Άνω - κάτω η Νέα Δημοκρατία για την Κάρτα του Πολίτη


Γράφει ο ΑΡΗΣ ΡΑΒΑΝΟΣ
Εσωκομματική αναστάτωση και σύγχυση επικρατεί στη Νέα Δημοκρατία σχετικά με τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την« κάρτα του πολίτη» που προωθεί η κυβέρνηση, μετά την παρέμβαση του τομεάρχη Εσωτερικών του κόμματος κ. Χρ. Ζώη. Ο βουλευτής Λάρισας, σε τελείως διαφορετική γραμμή από αυτή που είχε χαράξει ο πρόεδρος της Ν.Δ. κ. Αντ. Σαμαράς στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, τον περασμένο Σεπτέμβριο, που εμφανίστηκε κάθετα αρνητικός στην υιοθέτηση της κάρτας, προκάλεσε έντονες συζητήσεις στην Κοινοβουλευτική Ομάδα και στο κόμμα, με τη δημόσια παρέμβασή του το απόγευμα της παραμονής των Θεοφανείων....
Ο κ. Ζώης με τη δήλωσή του, επεσήμανε την ανάγκη το Υπουργείο Εσωτερικών, όχι απλώς να διαβεβαιώσει πως θα πράξει το αυτονόητο, ότι δηλ. θα ερωτήσει την Ανεξάρτητη Αρχή για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, αλλά περαιτέρωνα κατανοήσει και τις επιφυλάξεις που εκφράζονται ,τόσο από ειδικούς επιστήμονες και αφορούν την ασφάλεια των συστημάτων, όσο και από απλούς πολίτες, που δικαιούνται να εκφράζουν τους φόβους τους, μπροστά σε κάτι που δεν γνωρίζουν. Μέχρι αυτό το σημείο, κανείς εκ των συναδέλφων του δεν διέγνωσε πρόβλημα, αλλά η γκρίνια προκλήθηκε από το δεύτερο τμήμα της δήλωσης.
«Το Υπουργείο οφείλει να αξιοποιήσει τη διεθνή εμπειρία για να αντιμετωπίσει και να προλάβει ό, τι μπορεί να θέσει σε κίνδυνο ελευθερίες και δικαιώματα των πολιτών και ταυτόχρονα να τους πείσει και να καθησυχάσει τους φόβους τους. Και αυτό μπορεί να γίνει μέσα από μία μεταβατική και δοκιμαστική ταυτόχρονα περίοδο, με πιλοτική εφαρμογή της πρότασης του Υπουργείου Εσωτερικών» ανέφερε στη γραπτή δήλωσή του ο κ. Ζώης, μια επισήμανση που προκάλεσε ερωτηματικά και ενστάσεις από πολλούς νεοδημοκράτες.
Δεν είναι λίγοι οι βουλευτές και τα στελέχη που αντιδρούν, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί η Ν.Δ. να ζητά πιλοτική, μεταβατική και δοκιμαστική περίοδο για τη χρήση της κάρτας, όταν υπάρχει αρνητικό κλίμα στην κοινή γνώμη. Ορισμένοι μάλιστα υπενθυμίζουν τι είπε στην ομιλία του ο κ. Σαμαράς στη ΔΕΘ.
Τον περασμένο Σεπτέμβριο, ο πρόεδρος της Ν.Δ είπε χαρακτηριστικά: «Δεν χρειάζεται να βγάλουμε πρόσθετη «κάρτα» για κάθε πολίτη, όπως πρότεινε ο κ. Παπανδρέου. Αυτό θα φέρει επί πλέον κόστος και μεγάλη καθυστέρηση. Οι τρείς αριθμοί που ήδη έχει και το δελτίο ταυτότητας αρκούν. Είπαμε να μειώσουμε τη γραφειοκρατία, όχι να τη διογκώσουμε. Είπαμε να κόψουμε τις δαπάνες, όχι να τις αυξήσουμε χωρίς λόγο».
Πολλοί βουλευτές της Ν.Δ. που αντιδρούν αναφέρουν, ότι ο μεγάλος κίνδυνος είναι να επικρατήσει η θρησκοληψία και οι εσχατολογικές επισημάνσεις παραεκκλησιαστικών οργανώσεων και υποστηρίζουν πως η μόνη ορθή οδός είναι να απομονωθούν τέτοιες φωνές σε επίπεδο κοινωνίας και να αναδειχθεί το πρόβλημα που υπάρχει με την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Ο βουλευτής Αχαϊας κ. Ν. Νικολόπουλος, ένας από τα μέλη της Κ.Ο. της Ν.Δ. που αντιδρά στη χρήση της κάρτας, επικαλείται στις δημόσιες παρεμβάσεις του τη Μεγάλη Βρετανία, όπου, όπως λέει, «οι πολίτες αντέδρασαν διαμαρτυρόμενοι με κάθε τρόπο και πέτυχαν την κατάργηση των ηλεκτρονικών βιομετρικών ταυτοτήτων».
Άλλοι βουλευτές επικαλούνται την περίπτωση της Γερμανίας, όπου η εισαγωγή της νέας γερμανικής ταυτότητας (Γερμανική Κάρτα του Πολίτη) από 1/11/2010, αύξησε την ανησυχία των πολιτών σχετικά με την ιδιωτικότητα της ζωής τους γιατί, όπως ανέφερε το Reuters, το οποίο επικαλούνται, τους ξύπνησε μνήμες από την εποχή των παρακολουθήσεων της Στάζι και της Γκεστάπο.
Δεν είναι λίγοι οι βουλευτές και τα στελέχη που υποστηρίζουν ότι «η κάρτα του πολίτη παραβιάζει κατάφωρα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και καταρρακώνει την ελευθερία του ανθρώπου». Μάλιστα, αρκετοί επικρίνουν τον κ. Ζώη που υπερασπίστηκε την άποψη να υπάρξει μεταβατική και δοκιμαστική χρήση της κάρτας και λένε ότι όφειλε εξ αρχής να πει όχι στην χρήση της.
«Από τη στιγμή που η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων μας έχει διαφωνίες για τη χρήση της κάρτας, εμείς οφείλουμε να τους ακούσουμε, προτάσσοντας το θέμα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων» λέει βουλευτής της Ν.Δ. και στην ίδια γραμμή είναι και άλλοι συνάδελφοί του, αν και ορισμένοι συντάσσονται με τις απόψεις της Εκκλησίας.
Είναι χαρακτηριστικό, ότι στο εσωτερικό της Εκκλησίας, φουντώνει το λεγόμενο κίνημα κατά της κάρτας του πολίτη και πολλοί ιεράρχες, περισσότεροι των 20, αντιδρούν στην υιοθέτησή της, ενώ κατά είναι και ο σύνδεσμός των κληρικών Ελλάδος.
Με δεδομένο, τη στενή σχέση πολλών βουλευτών της Ν.Δ. με την Εκκλησία και παράγοντές της, αλλά και η σύνδεσή τους με παραεκκλησιαστικές οργανώσεις που πρωτοστατούν στις εκδηλώσεις κατά της κάρτας, είναι πολύ πιθανόν το επόμενο διάστημα να ανέβουν οι τόνοι και να επανέλθουν στη μνήμη πολλών η συμπόρευση «γαλάζιων» βουλευτών με την Εκκλησία την περίοδο των ταυτοτήτων, επί Αρχιεπισκόπου, του μακαριστού Χριστοδούλου.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες δεν αποκλείεται το επόμενο διάστημα να εμφανιστούν με δηλώσεις τους κατά της κάρτας, βουλευτές της Ν.Δ. που εκλέγονται σε νομούς, όπου οι μητροπολίτες αντιδρούν, και θα επιχειρήσουν να εμφανιστούν ως…πολιτική προέκταση της...«Δεξιάς του Κυρίου». Ενδεικτικά, αναφέρονται οι Μητροπολίτες που αντιδρούν: Αιτωλίας κ. Κοσμάς, Κονίτσης κ. Ανδρέας, Πειραιώς κ. Σεραφείμ, Κηφισίας κ. Κύριλλος, Φθιώτιδος κ. Νικόλαος, Αλεξανδρουπόλεως κ. Ανθιμος, Θεσσαλονίκης κ. Ανθιμος, Καλαβρύτων κ. Αμβρόσιος, Σπάρτης κ. Ευστάθιος, Λαγκαδά κ. Ιωάννης, Γόρτυνος κ. Ιερεμίας, Πατρών κ. Χρυσόστομος, Αργολίδος κ. Ιάκωβος, Λαρίσης κ. Ιγνάτιος, Ξάνθης κ. Παντελεήμων και Κυθήρων κ. Σεραφείμ.