"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

ΤΙ ΛΕΕΙ Ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΡΙΑΡΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ;



[Σχόλιο ᾿Οδυσσέως: ῾Η συνέντευξη πού φιλοξενοῦμε στό ἱστολόγιό μας εἶναι, νομίζουμε, ἀποκαλυπτική τῶν προθέσεων πολλῶν "προοδευτικῶν" καί "εἰδομόνων"περί τῶν γλωσσικῶν μας πραγμάτων. ῞Οταν μάλιστα τέτοιες ἀπόψεις ἀκούγονται καί γράφονται ἀπό χείλη καθηγητῶν Πανεπιστημίου καί μάλιστα πολύ γνωστῶν φιλολόγων, τότε ἡ ἀνυσηχία μας γίνεται ἀκόμη μεγαλύτερη. Θά γίνουν ἄραγε δεκτές οἱ εἰσηγήσεις του ἀπό τούς ἁρμοδίους κυβερνητικούς παράγοντες; ῞Οπως καί νά ἔχει τό πρᾶγμα, ἐμεῖς θά πρέπει νά καιροφυλακτοῦμε, γιά νά μήν πέσει ἀμαχητί τό κάστρο πού λέγεται ἑλληνική γλῶσσα, γιά νά μήν θρηνήσουμε κι ἄλλες γενιές νέων ἀμόρφωτων γλωσσικά, γιά νά μήν ἔχουν ἐρείσματα ὅσοι κατά καιρούς αὐθαιρετοῦν μέ τό νά εἰσαγάγουν τήν νεοελληνική στή λατρεία τῆς ᾿Εκκλησίας μας ἐξοβελίζοντας τό πρωτότυπο κείμενο. ῾Ο κ. Κριαρᾶς σέ συνέντευξή του στόν Σταῦρο Θεοδωράκη (Βῆμα, 13-12-09) εἶπε τά ἑξῆς χαρακτηριστικά:

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: «Μέ τή θρησκεία πῶς τά πᾶτε; Γιατί λένε πώς ὅποιος γερνάει, τό γυρνάει στη θρησκεία».
ΚΡΙΑΡΑΣ: «Δέν ἀνήκω σ΄ αυτούς. Οι θρησκευτικές μου πεποιθήσεις εἶναι ὅμοιες ἀπό τότε πού ἔπαψα νά πηγαίνω στήν ἐκκλησία». Τ

Το ἄρθρο τοῦ Βήματος τελειώνει ἀμέσως μετά μέ τήν επισήμανση «Περιττεύουν τά σχόλια». Κι ὁ Θεός βοηθός!, προσθέτουμε κι ἐμεῖς.]


Ο κορυφαίος φιλόλογος Εμμ. Κριαράς μιλά στην εφημερίδα “ΠΑΤΡΙΣ” της Κρήτης

Της Σοφίας Τσεντελιέρου

“Εγκληματούμε όταν δεν βλέπουμε τη σημερινή γλωσσική κατάσταση στο Γυμνάσιο”

«Οφείλομε προπαντός να φροντίσομε ώστε να διασωθεί η γλώσσα μας,

η νέα ελληνική και να διατηρήσομε την κληρονομημένη ζωντανή παράδοση του αρχαίου λόγου»

Ο μεγάλος δημοτικιστής και κορυφαίος Έλληνας φιλόλογος Εμμανουήλ Κριαράς μιλά στην “Π”

Σε πλήρη σύγχυση οδηγεί η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών τους μαθητές του Γυμνασίου, αφού από το Δημοτικό είναι ακόμα ακατάρτιστοι στη σημερινή τους γλώσσα. Αυτό υποστηρίζει ο μεγάλος δημοτικιστής Εμμανουήλ Κριαράς, ο οποίος προσθέτει ότι θα έπρεπε να καταρτιστεί εκ νέου το σχολικό πρόγραμμα του Δημοτικού Σχολείου και του Γυμνασίου.

Ο κορυφαίος Έλληνας φιλόλογος που διανύσει το 103ο έτος της ηλικίας του, σε συνέντευξή του στην «Π» τονίζει ότι στις μέρες μας «αγωνιζόμαστε, σχεδόν ματαίως, να διατηρήσομε σταγόνα ανθρωπισμού μέσα στην ολοκληρωτική σύγχρονη τεχνολογία» και προσθέτει ότι «Οφείλομε προπαντός να φροντίσομε ώστε να διασωθεί η γλώσσα μας, η νέα ελληνική και να διατηρήσομε την κληρονομημένη ζωντανή παράδοση του αρχαίου λόγου».

Ο καθηγητής Εμμανουήλ Κριαράς μιλά για το εκπαιδευτικό σύστημα, για τα λάθη που έχουν γίνει, αλλά και για το τι πρέπει να γίνει ώστε να βελτιωθούν τα πράγματα, αναφέρεται στους σημερινούς νέους, αλλά και στην αυτοβιογραφία του που πρόκειται να κυκλοφορήσει πολύ σύντομα.

«Π»: Πώς βλέπετε, κύριε καθηγητά, την κατάσταση στην εκπαίδευσή μας σήμερα; Τι νομίζετε ότι πρέπει να γίνει ώστε να υπάρξει βελτίωση;

Απαντ.: Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η εκπαίδευσή μας επιβάλλει να ενδιαφερθούμε ιδιαίτερα για μια αποκατάσταση. Έργο των επιτροπών που έχουν συγκροτηθεί από το υπουργείο Παιδείας είναι να προτείνουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν την κατάσταση. Τα προβλήματα είναι σοβαρά και προβάλλουν τόσο στη δημοτική και τη μέση εκπαίδευση όσο και στην ανωτάτη. Πρέπει σοβαρά να τα αντιμετωπίσουν και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εκπαιδευτικών, αλλά και οι οργανώσεις των φοιτητών να κατανοήσουν ότι η σημερινή κατάσταση επιβάλλει μεταρρυθμίσεις. Αναρωτιέμαι όμως: έχομε σήμερα συνειδητοποιήσει επαρκώς την κατάσταση που πρέπει να αντιμετωπίσομε; Χρειάζεται προηγουμένως σωστός κατατοπισμός μας ώστε να αναζητήσομε την κατάλληλη θεραπεία. Χρειάζεται, ανάμεσα στα άλλα, να προσέξομε σε ποιο βαθμό το σημερινό σύστημα παιδείας που εφαρμόζεται-σύστημα που έχει αφεθεί να λειτουργεί χωρίς συνεχή παρακολούθηση- οδηγεί σε κάποιο ικανοποιητικό αποτέλεσμα.

«Π»: Εσείς τι προτείνετε;

Απαντ.: Παρατηρώ ότι πρέπει να καταρτίσομε εκ νέου το σχολικό πρόγραμμα του δημοτικού σχολείου και του Γυμνασίου. Χρειάζεται να περιοριστεί ο αριθμός των μαθημάτων, αλλά και η ύλη του κάθε μαθήματος στα βασικά και απαραίτητα. Ιεράρχηση επίσης των μαθημάτων είναι απαραίτητη. Ειδικότερα υποστηρίζω -και δεν το λέω μόνος εγώ- ότι με τη σημερινή διδασκαλία στο γυμνάσιο δημοτικής και καθαρεύουσας οδηγείται ο μαθητής σε πλήρη σύγχυση, καθώς έρχεται από το δημοτικό γλωσσικά ακατάρτιστος στη σημερινή του γλώσσα. Ξέρομε ότι η μεταρρύθμιση του 1976 απομάκρυνε την αρχαία γλώσσα από το γυμνάσιο και τη μετέθεσε στο λύκειο. Μεταγενέστερες προτάσεις οδήγησαν με τον καιρό στο εσφαλμένο μέτρο της επαναφοράς της καθαρεύουσας στο γυμνάσιο. Χρειάζεται άμεση αποκατάσταση των πραγμάτων. Είναι ανάγκη ο μαθητής να κατακτήσει όσο γίνεται καλύτερα τη σύγχρονη γλώσσα του για να μπορέσει αργότερα στο λύκειο, βασιζόμενος στη γλώσσα τη σύγχρονη, να επεκτείνει τις γνώσεις του και στην αρχαία γλώσσα. Στο γυμνάσιο ο μαθητής πρέπει απλώς να προϊδεαστεί ως προς την αρχαία γλώσσα, ενώ σήμερα φιλοδοξούμε να επιτύχομε το ακατόρθωτο: παράλληλη προσπέλαση δύο γλωσσικών μορφών από μαθητές όχι ανάλογα παρασκευασμένους.

Υπογραμμίζω ότι εγκληματούμε όταν δε βλέπομε τη σημερινή γλωσσική κατάσταση στο γυμνάσιο και εξακολουθούμε να δεχόμαστε τη διαιώνιση ενός καταδικαστέου συστήματος. Ελπίζω οι σημερινοί επίσημοι εισηγητές των αναγκαίων μέτρων να θελήσουν να δουν ρεαλιστικά το θέμα και όχι κινούμενοι από θεωρίες για τη δύναμη και την υπεροχή του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Μόνο με την κατάλληλη ρύθμιση των γλωσσικών μας πραγμάτων στο γυμνάσιο, θα μπορέσει ο μαθητής του λυκείου να καταρτιστεί στο βαθμό που χρειάζεται στην αρχαία γλώσσα. Εκείνο που είναι απαραίτητο στο μαθητή του γυμνασίου είναι να κατακτήσει όσο γίνεται καλύτερα τη σύγχρονή του γλώσσα, να ακούσει από τον αρμόδιο δάσκαλο υπαινιγμούς χρήσιμους για την αρχαία γλώσσα ώστε να είναι έτοιμος στο λύκειο να γνωρίσει τα μυστικά της αρχαίας. Πρέπει σʼ αυτά να περιοριστούμε και όχι, όπως γίνεται σήμερα, να επιδιώκομε συστηματική διδασκαλία του αρχαίου ελληνικού λόγου.


Tεχνολογία

«Π»: Τι θα προσθέτατε ακόμη, κύριε καθηγητά;

Απαντ.: Προσθέτω τούτο: ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής (να το πω καλύτερα), ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Γεώργιος Ράλλης, είχαν καταλάβει ότι με την καθαρεύουσα δεν μπαίνομε στην Ευρώπη (είτε λέγεται ΕΟΚ είτε λέγεται Ενωμένη Ευρώπη) και αναγνώρισαν τη δημοτική. Πότε θα καταλάβουν οι σημερινοί μας πολιτικοί και άλλοι πνευματικοί και εκπαιδευτικοί ταγοί ότι ο αρχαϊσμός στο γυμνάσιο, και αν υπάρχει κάποιος ζήλος των μαθητών για τη γλώσσα, μαραίνεται; Πότε θα αποφασίσουν οι σημερινοί μας ποικίλων κλάδων επιστήμονες να περιοριστούν στα «χωράφια» τους και να μη φιλοδοξούν να γίνουν «δραγάτες» στα «χωράφια» για τα οποία δεν είναι κατάλληλοι; Πότε θα αποφασίσουν οι εκπαιδευτικοί μας, συνδικαλιστές και μη, να δουν την πραγματικότητα που έχουν μπροστά τους;

Στην εποχή μας ο μαθητής και ο σπουδαστής περισπάται ιδιαιτέρως από τις συνεχείς προόδους της τεχνολογίας και δυσκολεύεται σε μεγάλο βαθμό να αφομοιώσει παρεχόμενη σ
ʼ αυτόν αναγκαία ανθρωπιστική ύλη. Όμως είναι ανάγκη η πολιτεία και οι οργανωτές των εκπαιδευτικών μας πραγμάτων να αντιληφθούν ότι χρειάζεται κατάλληλος συνδυασμός τεχνολογίας και ανθρωπιστικής διδασκαλίας για να ελπίσομε ότι διαμορφώνομε καλλιερ- γημένα άτομα.

«Π»: Νομίζετε ότι βιαστήκαμε μετά τη μεταρρύθμιση του 1976;

Aπαντ.: Πράγματι βιαστήκαμε. Δεν περιμέναμε να δοκιμαστεί λίγα χρόνια η μεταβολή. Φροντίσαμε γρήγορα να την ξεστρατίσομε με τις άμετρες και ευφάνταστες φιλοδοξίες μας. Κυβερνά ακόμα πολλούς από μας η μεγάλη ιδέα ότι η Ελλάδα- με την αρχαία της δόξα -είναι η μοναδική κληρονομιά της ανθρωπότητας. Μέσα δηλαδή στο νεότερο δημοτικισμό, όπως μερικοί τον καταλαβαίνουν, βρισκόμαστε μπροστά σε έναν καθαρευουσιάνικο αρχοντοχωριατισμό. Κι αυτό γιατί ζούμε μακριά από τη θλιβερή πραγματικότητα. Θέλω να πω ότι δεν την κατανοούμε και δε βλέπομε τα θλιβερά επακόλουθα που μας απειλούν. Οι εκάστοτε ταγοί της παιδείας μας ακροβατούν και αυτοσχεδιάζουν. Πριν από είκοσι και παραπάνω χρόνια, στα 1986-88, είχαμε την περίπτωση του υπουργού παιδείας μακαρίτη Αντώνη Τρίτση, καλοπροαίρετου ασφαλώς πολιτικού και πνευματικού προσώπου. Είχε επιχειρήσει να επαναφέρει τη διδασκαλία της αρχαίας γλώσσας στο γυμνάσιο. Ακολούθησαν, όπως ήταν φυσικό, αντιδράσεις αρμόδιων ερευνητών, καθηγητών του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ανάμεσά τους ο κορυφαίος κλασικός φιλόλογος Ιωάννης Κακριδής) και μελών του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, που τάχθηκαν χωρίς επιφύλαξη εναντίον της επαναφοράς. Υπέβαλαν μάλιστα και με έγγραφο τις απόψεις τους στον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου. Ο υπουργός Τρίτσης αναγκάστηκε τότε να παραιτηθεί, όμως αργότερα συντηρητικοί κύκλοι επέβαλαν την επαναφορά του μαθήματος στο γυμνάσιο με τη δικαιολογία ότι εγκαίρως ο μαθητής του γυμνασίου πρέπει να κατατοπίζεται στα θέματα της αρχαίας γλώσσας. Δεν υπολόγιζαν όμως σωστά τη σύγχυση που θα δημιουργόταν, όπως είπα, με την παράλληλη διδασκαλία των δύο γλωσσικών μορφών. Δεν πρέπει να αγνοούμε ότι, ακριβώς επειδή η συγγένεια μεταξύ αρχαίας και νέας ελληνικής είναι στενή, για το μαθητή του γυμνασίου είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσει συγγένεια και διαφορές.

Πέρασαν είκοσι και πάνω χρόνια από την πρωτοβουλία Τρίτση και εκείνων που ακολούθησαν τις απόψεις του. Είδαμε καμιά βελτίωση των γλωσσικών μας πραγμάτων; Η κατάσταση χειροτερεύει έκτοτε. Ολοένα και περισσότερο διαμαρτυρόμαστε για την «αγραμματοσύνη» των νέων – και δεν έχομε άδικο. Πιστεύω ότι η αιτία της αγραμμα- τοσύνης αυτής οφείλεται στη γλωσσική μας πολυπραγμοσύνη στο γυμνάσιο. Δεν περιορι- ζόμαστε να διδάξομε στα χρόνια του γυμνασίου όσο μπορούμε καλύτερα όσα ο μαθητής μπορεί να αφομοιώσει. Ζητούμε το ακατόρθωτο. Οι γενικότερες απόψεις του Αντώνη Τρίτση απέβλεπαν σε μια μάταιη γενικότερη προσπάθεια να ανανεωθεί ο νεότερος κόσμος μας με το κήρυγμα και την προάσπιση του πολιτισμού των αρχαίων προγόνων μας. Οι απόψεις του με πληρότητα εμφανίζονται στο βιβλίο που εξέδωσε τελευταία το «Ίδρυμα Τρίτση, για τα δικαιώματα και την απελευθέρωση των λαών» με την επιμέλεια των καθηγητών Γ. Μοσχόπουλου και Σήφη Μπουζάκη του πανεπιστημίου Πατρών.

«Π»: Πώς βλέπετε τους σημερινούς νέους, κύριε καθηγητά;

Aπαντ.: Τους νέους μας σήμερα, για να μιλήσω με γενικότητα, τους βλέπω να υστερούν αισθητά στην όλη συγκρότησή τους, χωρίς να είναι οι ίδιοι πάντα υπαίτιοι για το γεγονός. Υπάρχουν πάντα λαμπρές εξαιρέσεις, αλλά υποχρέωσή μας είναι να ενδιαφερόμαστε για το σύνολο και όχι για μεμονωμένες ομάδες.

«Π»: Τι είναι το νέο βιβλίο σας, που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες;

Aπαντ.: Πρόκειται για αυτοβιογραφία μου. Περιλαμβάνει τα εξής κεφάλαια: Τα πρώτα απ
ʼ αυτά αναφέρονται στα παιδικά, τα νεανικά και τα πανεπιστημιακά μου χρόνια. Ακολουθούν όσα σχετίζονται με το ερευνητικό μου ξεκίνημα στη δεκαετία του 30. Έρχονται κατόπιν τα κρίσιμα χρόνια 40-50 που σκιαγραφούν την περαιτέρω πορεία μου για να ακολουθήσουν κατόπιν τα χρόνια της πανεπιστημιακής μου θητείας έως την απόλυσή μου από τη Χούντα (1968) και της μεταπανεπιστημιακής κατόπιν. Το βιβλίο κλείνει με σελίδες που αναφέρονται σε κρίσεις μου για τις επιστημονικές έρευνες που με απασχόλησαν, καθώς και σκέψεις μου για τον όλο βίο μου.
“Δεν μπορεί να διδαχτεί η αρχαία σε ανώριμα παιδιά”

«Π»: Πώς βλέπετε το πρόβλημα: τεχνολογία - ανθρωπισμός;

Απαντ.: Σήμερα αγωνιζόμαστε, σχεδόν ματαίως, να διατηρήσομε σταγόνα ανθρωπισμού μέσα στην ολοκληρωτική σύγχρονη τεχνολογία. Οφείλομε προπαντός να φροντίσομε ώστε να διασωθεί η γλώσσα μας, η νέα ελληνική και να διατηρήσομε την κληρονομημένη ζωντανή παράδοση του αρχαίου λόγου. Έχομε υποχρέωση να συνειδητοποιήσομε ότι το σημερινό γυμνάσιο εξέπεσε ιεραρχικώς· βρίσκεται στη θέση του παλαιού δημοτικού σχολείου· και να το ενισχύσομε στους τομείς που επιβάλλεται· ρεαλιστικά και νηφάλια να δούμε το θέμα. Επαναλαμβάνω, δεν μπορεί να διδαχτεί η αρχαία σε ανώριμα παιδιά. Ας το προσέξουν ιδιαίτερα οι θρηνωδοί του αρχαίου ιδεώδους!

[Περιεχόμενα Ανακοινώσεων]

[Κεντρική Σελίδα]

[εισαγωγική σελίδα]

[Forum]

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ τοῦ Τάκη Θεοδωρόπουλου




Ζητείται δάσκαλος αρχαίων ελληνικών!

[Σχόλιο ῾Οδυσσέως: ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου σχολιάζει τήν εἴδηση πού ἀκολουθεῖ μέ ἕνα εἰρωνικό καί σαρκαστικό τρόπο γιά νά δείξει πιό ἔντονα τήν κατάντια ἡμῶν τῶν νεοελλήνων πού μέ τίς ἐνέργειές μας πετάμε στόν κάλαθο τῶν ἀχρήστων τό γλωσσικό ἀρχαιοελληνικό καί βυζαντινό θησαυρό μας]

Καλιφόρνια: «Οκταμελής οικογένεια ζητεί δάσκαλο αρχαίων ελληνικών και λατινικών. Μαθητές του θα είναι ο πατέρας, η μητέρα, ο γιος και η κόρη, ηλικίας επτά και έξι ετών. Τα τέ
σσερα νεώτερα παιδιά της οικογένειας θα χρειαστούν κάποια προκαταρκτικά μαθήματα»


Η αγγελία είναι δημοσιευμένη εντός πλαισίου στη σελίδα 33 του τεύχους της 6ης Δεκεμβρίου 2002 της βρετανικής επιθεώρησης ΤLS. Συμπληρωματικά οι ενδιαφερόμενοι εξηγούν ότι προτιμούν κάποιον συνταξιούχο άνδρα ή γυναίκα που να ξέρει καλά και τις δύο γλώσσες, ότι ο μισθός είναι εξαιρετικός και ότι κατοικούν σε έναν από τους λόφους που έχουν θέα στο Μonterey Βay.

Προσπάθησα να τους φαντασθώ: σίγουρα δεν είναι μεγάλοι στην ηλικία για να είναι τα μεγάλα τους παιδιά επτά και έξι ετών. Μπορεί να είναι σαράντα ή ακόμη και κάτω από σαράντα. Σίγουρα είναι εύποροι. Όχι μόνον μπορούν να δίνουν έναν καλό μισθό σε έναν δάσκαλο αρχαίων ελληνικών και λατινικών, αλλά δεν χρειάζεται και να εργάζονται κιόλας, αφού μπορούν να απασχοληθούν πλήρως για την εκμάθηση των δύο αυτών νεκρών γλωσσών.

Σίγουρα δεν είναι γκέι - εκτός και αν πρόκειται για ζευγάρι ανδρών ή γυναικών που έχουν υιοθετήσει έξι παιδιά. Σίγουρα δεν είναι βουδιστές - κουβέντα για σανσκριτικά στην αγγελία. Μπορεί να είναι θρησκόληπτοι - εάν τα έξι παιδιά είναι δικά τους και δεν είναι υιοθετημένα, η υπόθεση δεν πρέπει να απορριφθεί.

Μπορεί να είναι ψυχοπαθείς οι οποίοι θέλουν να παρασύρουν κάποιον ταλαίπωρο συνταξιούχο φιλόλογο για να τον κόψουν κομματάκια σε κάποια από τις παγανιστικές ολονυχτίες τους; Μπορεί. Είναι και το πιο πιθανό, εξάλλου.

Αλλιώς, πώς να εξηγήσει κανείς τέτοια τρέλα; Γιατί είναι σίγουρο ότι πρόκειται περί τρέλας. Για φαντασθείτε κάποιον από τους δικούς μας προύχοντες της Μυκόνου, με 4x4, θράσος επιτυχημένου πειρατή και αυτοπεποίθηση νεοευρωπαίου με πισίνα να ζητάει δάσκαλο αρχαίων ελληνικών και λατινικών;
Οι άνθρωποι είτε τρελοί είναι, είτε δεν έχουν ιδέα τι θα πει πρόοδος και πνευματική ανάπτυξη ενός τόπου. Δεν πήραν είδηση από την κοσμογονία που έγινε στην ελληνική εκπαίδευση πριν από δύο δεκαετίες, όταν οι μεγάλοι μας μεταρρυθμιστές αποφάσισαν να καταργήσουν τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών για να την επαναφέρουν από το παράθυρο κολοβωμένη, μίζερη, ταλαίπωρη και αφόρητα υποχρεωτική - για τα λατινικά δεν γίνεται κουβέντα ούτως ή άλλως, αυτά από την εποχή την δική μου διδάσκονταν στην καθ' ημάς Ανατολή υπό μορφήν Κρυφού Σχολειού.
Μα επιτέλους, κύριοι άσχετοι Καλιφορνέζοι που ποιος ξέρει από πού κρατάει η σκούφια σας, δεν έχετε ακούσει κανένα από τα επιχειρήματα των προοδευτικών της νεοελληνικής γλωσσολογίας, που εξηγούν ότι η εκμάθηση της αρχαίας ελληνικής όχι μόνο είναι άχρηστη, αλλά μπορεί να γίνει και βλαβερή, γιατί φορτώνει την ολοζώντανη γλώσσα μας μ' ένα σωρό νεκρά κύτταρα;
Το βρήκα: μάλλον για τίποτα αντιδραστικούρες της παλιοσυντήρησης πρόκειται, τίποτα οπαδούς του κόσμου του Μεσαίωνα. Μακριά από εμάς και αυτοί και τα αρχαία τους.

Του Τάκης Θεοδωρόπουλου

ΤΑ ΝΕΑ , 25-01-2003 , Σελ.: P59
Κωδικός άρθρου: A17548P592

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ: Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΣΧΟΛΗΘΕΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΕΣ ΣΤΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΠΡΕΒΕΖΗΣ


Βαρυσήμαντη συνέντευξη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κ. ῾Ιερωνύμου


[Σχόλιο ᾿Οδυσσέως: ᾿Επιτέλους, ὁ σκανδαλισμός τῶν πιστῶν ἀπό την εἰσαγωγή τῆς δημοτικῆς στή θεία λατρεία φαίνεται πώς ἀπασχολεῖ σοβαρά τούς ἐκκλησιαστικούς ὑπευθύνους. ᾿Ορθοτομῆστε Μακαριώτατε ἐν Συνόδῳ τόν λόγον τῆς ἀληθείας. Φυλάξατε τήν ἀκεραιότητα τῆς λειτουργικῆς μας γλώσσας ἀπό ὄθνειες ἐπεμβάσεις.Μἠν διστάσετε ἐνώπιον ἐκκλησιαστικῶν προσώπων ὅσο Ὑψηλά κι ἄν ἵστανται. "Φίλος ὁ Πλάτων, φιλτάτη ἡ ἀλήθεια". ῾Η πλειοψηφία τοῦ θρησκεύοντος ὀρθοδόξου λαοῦ εἶναι στό πλευρό σας! ]



Βαρυσήμαντον συνέντευξιν πα-

ρεχώρησεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθη -

νῶν κ. Ἱερώνυμος εἰς τό ἑβδομα-

διαῖον Περιοδικόν «Ἐπίκαιρα». Εἰς

αὐτήν ἐπισημαίνει ὅτι:


_ Ὁ χωρισμός Ἐκκλησίας–Κρά-

τους ἤδη ἔχει γίνει, ἀφοῦ λειτουρ-

γοῦν μέ διακριτούς ρόλους καί χρει-

άζονται διευκρινήσεις ὡς πρός τήν

ἀλληλοπεριχώρησίν των.

_

Δέν ἔχει τελεσιδικήσει ἡ ὑπό-

θεσις τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου

διά τήν παρουσίαν τοῦ Τιμίου Σταυ-

ροῦ εἰς τάς σχολικάς αἰθούσας.

Ὑπεν θυμίζει ὅτι ἡ παρουσία τοῦ

Σταυροῦ εἰς τάς σχολικάς αἰθούσας

εἰς τὴν Ἰταλίαν ἔχει ὁρισθῆ διά νό-

μου, ἐνῶ εἰς τήν Ἑλλάδα ἔχει ἐπι-

κρατήσει ἐθιμικῶς.

_

Ἡ Ἱερά Σύνοδος θά πρέπει νά ἀ -

σχο ληθῆ μέ τό πρόβλημα, τό ὁποῖον

ἔχει ἀνακύψει σχετικῶς μέ τήν τέ-

λεσιν τῆς θείας Λειτουργίας, ἀλλά καί ἄλλων μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας

εἰς τήν δημοτικήν γλῶσσαν καί συγ-

κεκριμένως εἰς τήν περιοχήν τῆς

Πρεβέζης.

_

Εὐελπιστεῖ εἰς πολύ καλήν συν -

εργασίαν μετά τῆς ὑπουργοῦ Παι-

δείας, διά νά ὑπάρξη ἕν οὐσιαστικώ-

τερον ἀποτέλεσμα εἰς διάφορα ζη-

τήματα, μεταξύ τῶν ὁποίων περι-

λαμβάνονται καί αἱ ἀλλαγαί εἰς τό

βιβλίον τῶν Θρησκευτικῶν.

_

Τά σκάνδαλα ὑπῆρχαν, ὑπάρ-

χουν καί θά ὑπάρχουν εἰς ὅλας τάς

ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς καί εἶναι ἀποτέ-

λεσμα τῆς ἀστοχίας ἑνός ἑκάστου.

«Τό ζητούμενον εἶναι» –ὡς ἐτόνι-

σε– «πότε, πόσοι καί πῶς θά περιο-

ρίσουμε τέτοια φαινόμενα». Τάς δη-

λώσεις διά τά σκάνδαλα εἰς τήν

Ἐκκλησίαν τάς ἔκαμνε μετά ἀπό

σχετικήν ἐρώτησιν.

Ἀπήντησε τέλος καί διά τήν βα-

ρεῖαν φορολογίαν εἰς βάρος τῆς

᾽Εκκλησίας, ὑποστηρίζων ὅτι ὅσοι

διαβάζουν ὀλίγον Ἱστορίαν καί εἶναι

καλοπροαίρετοι, θά ἴδουν ὅτι ἡ

Ἐκκλησία καταβάλλει πάντοτε τούς

θεσπισμένους φόρους καί ἔχει προ-

σφέρει ὅσο κανένας ἄλλος θεσμός




ἐφημ. ᾿Ορθόδοξος Τύπος (1-1-2010)

Η Λειτουργική Γλώσσα Φώτιος Σχοινάς, Δρ. Φιλοσοφίας


[Σημείωση-Σχόλιο ᾿Οδυσσέως: Γνωστός κληρικός μοῦ ἔδωσε νά διαβάσω τό περιοδικό γιά ἱερεῖς ᾿Εφημέριος (Νοέμβριος 2009, τεῦχος 9ο ) καί ἰδίως τό ἄρθρο τοῦ πρωτ. Π. Βασιλείου Θερμοῦ μέ τίτλο: «Βλαπτικά ζιζάνια καί θρεπτικό σιτάρι» (σ. 24-25). Στό ἄρθρο του, λοιπόν, αὐτό μεταξύ ἄλλων γράφει καί ὅσα θά παραθέσω, προφανῶς γιατί τά ἐνστερνίζεται (εἶναι γνωστές οἱ ἀπόψεις τοῦ κληρικοῦ αὐτοῦ γιά τήν καθιέρωση τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας στή Θεία λατρεία). Γράφει λοιπόν: «᾿Ακούω ὅτι αὐξάνονται ἐνθαρρυντικά οἱ ἀπόπειρες τελέσεως ἀκολουθιῶν στή νεοελληνική καί μάλιστα ἀπό ἐπισκόπους. ῎Ετσι λοιπόν, πατέρας παιδιοῦ πού βαπτιζόταν καί ὁ ὁποῖος ἄκουσε τίς εὐχές στά νέα ἑλληνικά, δήλωσε στόν ἱερουργούντα ἐπίσκοπο: «Σήμερα αἰσθάνθηκα ὅτι ξαναβαπτίσθηκα»! ῎Αλλος δέ, ἀριστερός κατά τά φρονήματα καί μή συμπαθῶν μέχρι τότε, εὐχαρίστησε τόν ἱερέα πού τέλεσε τόν σχολικό ἁγιασμό στά νέα ἑλληνικά καί τόν παρακάλεσε νά συνεχίσει νά τό κάνει καί μέ ἄλλες ἀκολουθίες». ῾Ο π. Βασίλειος παίρνει μεμωνωμένες περιπτώσεις περιστασιακά ἐκκλησιαζομένων, οἱ ὁποῖοι μή διαθέτοντας γνήσιο ὀρθόδοξο κριτήριο ἐντυπωσιάζονται ἀπό τέτοιους ἐρασιτεχνικούς πειραματισμούς. ῾Η θεία λατρεια, ὅμως, π. Βασίλειε, δέν εἶναι πειραματόζωο καί χῶρος αὐτοσχεδιασμοῦ. Αὐτό μοῦ θυμίζει τό γνωστό: «᾿Απόψε αὐτοσχεδιάζουμε». ῎Ε, λοιπόν, π. Βασίλειε, οὔτε αὐτοσχεδιάζουμε στή λατρεία, οὔτε καί θά ἀφήσουμε τούς αὐτοσχεδιάζοντας κληρικούς στήν ἡσυχία τους. Θά ὀρθώνουμε πάντοτε λόγο διαφώτισης καί ἀφανάτιστης ἀντιπαράθεσης ἐπιχειρημάτων, γιά νά μήν ἐξαπλωθεῖ ἡ «γάγγραινα τῶν μεταφράσεων», ὅπως πολύ εὔστοχα τίς χαρακτήρισε κάποιος. Στή συνέχεια παραθέτουμε λίαν διαφωτιστικό ἄρθρο τοῦ κ. Φώτη Σχοινᾶ, ὡς ἀπάντηση στούς «αὐτοσχεδιάζοντας κληρικούς».]

Πώς μπορούμε να διεισδύσουμε στην ουσία του Χριστιανισμού; Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε το βαθύτερο σωτηριολογικό περιεχόμενό του και κυρίως να το οικειοποιηθούμε καθιστώ¬ντας το προσωπικό μας κτήμα; Πώς μπορούμε να μετουσιώσουμε σε προσωπική μας βίωση τις αλήθειες που διεκήρυξαν οι Απόστολοι και οι Πατέρες της Εκκλησίας; Πώς μπορούμε να συμμετάσχουμε στην αιώνια ζωή του προανάρχου Λόγου, ο οποίος ενηθρώπισε και εφανερώθη εν σαρκί για τη δική μας σωτηρία; Η απάντηση σ' αυτά τα ερωτήματα νομίζω ότι μπορεί να συνοψισθεί στην επάξια και καρποφόρο συμμετοχή μας στη Θ. Λειτουργία. Βεβαίως και η κατ' ιδίαν προσευχή και η εργασία των εντολών του Χριστού και η άσκηση των αρετών είναι απαραίτητες προϋποθέσεις και όροι sine qua non της εν Θεώ ζωής, όμως επιστέγασμα, επισφράγιση και τελείωση όλων αυτών είναι η επάξια συμμετοχή μας στο Ποτήριον της Ζωής.


Όλες οι αρετές, όλη η άσκηση, όλες οι κακοπάθειες και οι θυσίες της εν Χριστώ ζωής οδηγούν εκεί ακριβώς, στο Πασχάλιο Δείπνο και στη μετάληψη του Κυριακού Σώματος. Πέραν τούτου δεν μπορούμε να προχωρήσουμε, λέγει ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας. Το Πασχάλιο Δείπνο αποτελεί το τέρμα και τον έσχατο σκοπό όλης της χριστια¬νικής ζωής μας. Αν μας επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε αριστοτελική φρασεολογία θα λέγαμε ότι είναι το τέλος (= ο σκοπός) «ου μεν ένεκα πάντα, τούτο δε ουδενός ένεκα».

Η συμμετοχή μας στη Θ. Λειτουργία πρέπει να είναι ολοσώματη και ολόψυχη. Κανένα μέρος της υπάρξεώς μας δεν πρέπει να μένει αμέτοχο στη Λειτουργία της Ζωής, επομένως και η διάνοιά μας, ή λογική μας. Αλλωστε η Λατρεία που προσφέρουμε στο Θεό - ή μάλλον που μας προσφέρει ο Θεός, καθότι ο Χριστός, ο μέγας Αρχιερεύς είναι ο προσφέρων και ο προσφερόμενος - είναι λογική λατρεία. Έτσι λοιπόν και η διάνοια πρέπει να έχει (και να επανακτήσει) τα απαράβατα δικαιώματά της, όπως ισχυ¬ρίζεται, απολύτως δικαιολογημένα και εύστοχα, ένας διακεκριμένος ιερεύς, υποστηρικτής της Λειτουργικής μεταρ¬ρυθμίσεως.
Προτού προχωρήσω παρακάτω, οφείλω μία, άκρως απαραίτητη, διευκρίνηση στο φίλο αναγνώστη: δεν πρέπει να υποτιμούμε τη διάνοια, δεν πρέπει όμως και να την απολυτοποιούμε. Η διάνοια δεν είναι γνωστικό όργανο θεογνωσίας. Γνωστική δύναμη θεογνωσίας είναι ο νους. Οι γνωστικές δυνάμεις της ψυχής κατά τους Πατέρες, ιεραρχικά καταγραφομένες, είναι ο νους, η διάνοια (= λογική), η δόξα (= γνώμη), η φαντασία και οι αισθήσεις.
Ο νους - που σημειωτέον ταυτίζεται με την καρδιά - δέχεται, αφού καθαρθεί από τα ψεκτά πάθη, τη θεία έλλαμψη και η διάνοια την μορφοποιεί σε λογικές προτάσεις και την κοινοποιεί είτε γραπτώς είτε προφορικώς. Ουδόλως έργο της διάνοιας είναι η κατάληψη των θείων μυστηρίων και η απόκτηση της υπερφυούς θείας γνώσεως. Μετά την πτώση ο νους σκοτίζεται και η διάνοια, σφετεριζόμενη το έργο του απονεκρωμένου νου, αποβαίνει το μοναδικό όργανο -επικουρουμένη από τη φαντασία - θεογνωσίας, κοσμογνωσίας και ανθρωπογνωσίας. Τούτο είναι το βαθύτερο δράμα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, είτε ουμανιστικού είτε τεχνοκρατικού. Γιατί τα γράφω αυτά και τι σχέση έχουν με το θέμα μας;
Για να τονίσω ότι η διανοητική κατανόηση της Θ. Λειτουργίας, επιθυμητή βέβαια και καθόλου αμελητέα, ουδόλως μπορεί να αντικαταστήσει την «καρδιακή» - «νοερά» κατανόηση της Θ. Λειτουργίας. Το πρώτιστο ζητούμενο είναι η συμμετοχή μας στη θεία ζωή και η μέ¬θεξη της θείας ακτίστου Χάριτος και όχι ο ψιλός διανοητικός στοχασμός περί του θείου. «῞Ετερον τὸ λέγειν τι περί Θεοῦ, ὦ φιλόσοφε,ἕτερον το συγγίγνεσθαι Θεῷ», λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, απευθυνόμενος στον Βαρλα¬άμ. Και αλλού λέγει πάλι ότι οι ορθόδο¬ξοι μοναχοί πάσχουν τα θεία και δεν δια¬νοούνται απλώς αυτά, τοποθετώντας στη σωστή τους θέση τους σκοπούς της ορθοδόξου αγωγής. Επομένως το πρώτιστο ζητούμενο στη Λειτουργική αγωγή, νοουμένης ορθοδόξως και όχι βαρλααμικώς δεν είναι η γλωσσική - διανοητική κατάληψη της θείας Λατρείας αλλά η βιωματική μέθεξη του πιστού σ' αυτήν.
Μετά την απαραίτητη αυτή διευκρίνηση επανερχόμενοι στο θέμα μας τονίζουμε ότι για τη διανοητική κατανόηση της θείας Λατρείας αναγκαία προϋπό¬θεση είναι η γλωσσική προσπέλασή της, αφού γλώσσα και σκέψη συνυφαίνονται αρρήκτως. Η γλώσσα της Θ. Λατρείας πρέπει να είναι προσιτή στο σύγχρονο πιστό και ταυτόχρονα απολύτως συμβατή με τον λογικό και ιερό χαρακτήρα της. Ποια γλώσσα λοιπόν πληροί τις ανωτέρω τρεις προϋποθέσεις (την προσιτότητα, τη λογικότητα και την ιερότητα) καλύτερα, η παραδεδομένη - αρχαιότροπη ή μία μεταγλωττισμένη στη νεο¬ελληνική; Στο ερώτημα αυτό η απάντη¬ση δεν είναι τόσο εύκολη όσο φαντάζει εκ πρώτης όψεως (η «προφανής» απά¬ντηση θα ήταν ότι η μεταγλωττισμένη νεοελληνική γλώσσα πληροί επαρκέ¬στερα τις ανωτέρω τρεις προϋποθέ¬σεις).

Πρώτον η αρχαία Ελληνική έχει λογικότερη δομή, ενώ η νεοελληνική ψυχολογικότερη δομή (Ιωάννης Κακριδής), άρα η ως έχει αρχαιόμορφη Λειτουργική γλώσσα προσιδιάζει περισ¬σότερο στο λογικό χαρακτήρα της Χριστιανικής Λατρείας.

Δεύτερον εγγενώς η νεοελληνική αδυνατεί να αποδώσει όλες τις λεπτές σημασιολογικές αποχρώσεις της πρωτότυπης γλώσσας.

Τρίτον η εν μεταφράσει νεοελληνική πιθανόν - πιθανότατα, σχεδόν σίγουρα -θα διαταράξει τη θεραπευτική της φαντασίας, φωτιστική του νου, ενισχυτική της λογικής και ομαλοποιητική του συναισθήματος λειτουργία της παραδεδομένης Λειτουργικής γλώσσας (βεβαίως αναγνωρίζω ότι τούτο θα αρθεί αν την μεταγλώττιση επιτελέσουν εξίσου πε¬φωτισμένοι με τον Μ. Βασίλειο και ι. Χρυσόστομο νόες...).

Τέταρτον λόγω του επιλεκτικού -λόγω της ερμηνείας - χαρακτήρα που αναγκαστικά θα έχει κάθε μεταφραστική απόπειρα θα μειωθεί δραματικά το «ση¬μαντικό» εύρος και βάθος της πρωτότυπης Λειτουργικής γλώσσας, συρρικνώνοντας έτσι τη δηλωτική των νοημάτων δύναμή της.

Πέμπτον η μετάφραση μοιραία θα αποδυναμώσει το κάλλος της πρωτότυπης γλώσσας, αποδυναμώνοντας την αισθητική απόλαυσή της.

Εκτον η μεταγλώττιση θα μας απομακρύνει από το Αποστολικό- πατερικά πολιτισμικό «παράδειγμα», αφού η γλώσσα όχι απλώς εκφράζει, αλλά και διαμορφώνει τον τρόπο σκέψεως εκάστου ατόμου, λαού, γλωσσικής κοινότητος.

Εβδομον θα μας αποκόψει οριστικά από τους πιστούς των παρελθοντικών γενεών, από τη λατρευτική συνέχεια των Αποστόλων, Μαρτύρων, Πατέρων, Νεομαρτύρων, ασκητών, μοναχών που ελάτρευσαν τον Θεό στην ίδια ακριβώς γλώσσα.

Ογδοον θα διχάσει τραγικά το πλήρωμα της Εκκλησίας, αφού σε άλλη γλώσσα θα λατρεύουν το Θεό οι λαϊκοί και σε άλλη οι μοναχοί (ο διακεκριμένος και καταξιωμένος ιερεύς που πρωτοπο¬ρεί στη μεταγλώττιση πρότεινε τα Μοναστήρια να διατηρήσουν την ισχύουσα αρχαιότροπη γλώσσα, ενώ οι ενορίες να χρησιμοποιούν μεταγλωττισμένη νεοελληνική γλώσσα στη Θ. Λειτουργία -βεβαίως και σ' αυτή την περίπτωση οι λαϊκοί άλλη γλώσσα θα ακούν στον Όρθρο και τον Εσπερινό και άλλη στη Θ. Λειτουργία...).

Ενατον θα μειωθεί η παιδαγωγική διάσταση του Λειτουργικού λόγου, αδικώντας έτσι κατ' ουσίαν τους νέους, αφού τους στερεί την ευεργετική επίδραση και γονιμοποιό επαφή μ' ένα άφθαστου κάλλους, πλούτου και τελειό¬τητας γλωσσικό όργανο και τέλος θα υποστεί βαρύ πλήγμα η ιεροπρέπεια της Λειτουργικής γλώσσας, αφού η καθημε¬ρινή γλώσσα δεν προσιδιάζει σε επίσημη, λατρευτική χρήση, καταρρακώνο¬ντας το κύρος της. (Ολα τα ανωτέρω αναλύω εν εκτάσει και κατά δύναμιν τεκμηριωμένα στο προσφάτως κυκλοφορηθέν βιβλίο μου «Η Λειτουργική γλώσσα. Δοκίμια προβληματισμού»).

Τώρα στο θέμα της γλωσσικής προσιτότητος η υπεροχή της νεοελληνικής είναι αδιαμφισβήτητη. Πράγματι ο σύγ¬χρονος πιστός καλύτερα κατανοεί τη σύγχρονη γλώσσα παρά την αρχαιόμορ¬φη. Όμως και η παραδεδομένη αρχαιό¬μορφη Λειτουργική γλώσσα δεν είναι γλωσσικά απρόσιτη από το σύγχρονο πιστό. Η Ελληνική γλώσσα είναι μια και αδιάσπαστη, έτσι ώστε γνωρίζοντας καλά μία μορφή της ένας χρήστης της χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία μπορεί να γνωρίζει και τις άλλες μορφές της.

Ο επιφανής Αγγλος ελληνιστής Robert Browning έχει γράψει χαρακτηριστικά ότι «δεν είναι υπερβολικό να τονίσουμε παρά πολύ το γεγονός ότι τα Ελληνικά δεν είναι μια σειρά από ξεχω¬ριστές γλώσσες, αλλά μία γλώσσα. Αν κάποιος θέλει να μάθει Ελληνικά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν θα αρχίσει από τον Ομηρο, τον Πλάτωνα, την Καινή Διαθήκη, το έπος του Διγενή Ακρίτα ή τον Καζαντζάκη. Από τη στιγμή που ο σπουδαστής έχει γερές βάσεις σε μια φάση της γλώσσας, η προσπάθεια που απαιτείται για να καταπιαστεί με παλιότερους ή μεταγενέστερους γλωσσικούς σταθμούς δεν είναι μεγάλη»[1].

Και ο καθηγητής Γεώργιος Μπαμπινιώτης γραφεί: «Έτσι, η ελληνική γλώσσα έχει υποστεί αρκετές μεταβο¬λές στη δομή της. Ωστόσο, όπως εξηγήσαμε ήδη, οι μεταβολές αυτές δεν ήταν τόσες και τέτοιες ώστε να αλλοιώσουν τη δομική φυσιογνωμία της Ελληνικής σε τέτοιο βαθμό, που ο νέος Ελληνας, λ.χ., να αδυνατεί να πλησιάσει και να κατανοήσει, περισσότερο ή λιγότερο, ένα πεζό κείμενο του Ξενοφώντος ή του Πλάτωνος με μικρή προσπάθεια (η υπογράμμιση δική μου) και κατάλληλη καθοδήγηση»[2]. Αν ισχύει - και βεβαίως ισχύει - αυτή η γνώμη του διαπρεπούς καθηγητού για τα κλασικά κείμενα, κατά μείζονα λόγο ισχύει για τα Λειτουργικά και Πατερικά κείμενα, που είναι γραμμένα σε απλούστερη γλώσσα. Άλλωστε κατά τον εμβριθή Αγγλο ελληνιστή George Thomson στο βιβλίο του Η Ελληνική γλώσσα. Αρχαία και νέα, Β΄ έκδοση, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1989, το οποίο σημειωτέον έγραψε απευθείας στα Νέα Ελληνικά «η Ελλη¬νιστική κοινή βρίσκεται πιο κοντά στη σημερινή δημοτική παρά στη γλώσσα των ομηρικών επών» (σελ. 91). Ετσι χω¬ρίς μεγάλη και ιδιαίτερη προσπάθεια η Λειτουργική γλώσσα (μπορεί να) είναι γλωσσικά προσιτή στο σύγχρονο πιστό. Να είναι εντελώς σίγουροι οι οπαδοί της μεταγλωττίσεως - τους διαβεβαιώνω γι' αυτό εν πάση ειλικρινεία- ότι εάν η Λει¬τουργική γλώσσα ήταν όντως γλωσσικά απρόσιτη, ανυπερβλήτως ακατανόητη και η εξοικείωση μ' αυτήν απαιτούσε την καταβολή τεραστίου και υπέρμετρου μό¬χθου από τον σημερινό πιστό, πρώτος εγώ θα υπεστήριζα την γλωσσική απλο¬ποίησή της!

Είναι όντως κρίμα να απολέσουμε ένα τέτοιας τελειότητος (π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ) και αφθάστου κάλλους γλωσ¬σικό όργανο λόγω ραστώνης και αβελ¬τηρίας. Τουναντίον τα οφέλη που θα προκύψουν από την εξοικείωση μ' αυτήν θα είναι πολλαπλά: πνευματικά, διανοη¬τικά, γλωσσικά, αισθητικά κ.λπ.

Τώρα πώς επιτυγχάνεται η εξοικείω¬ση με τη Λειτουργική γλώσσα; Πρωτί¬στως και κυρίως με τον συχνό Εκκλη¬σιασμό και τη συνεχή τριβή και επαφή με τη Λειτουργική γλώσσα.«᾿Εκ πολλῆς συνουσίας (= συναναστροφῆς) περὶ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ καὶ τοῦ συζῆν» [3] όπως έλε¬γε ο Πλάτων επέρχεται η εξοικείωση, κα¬τάληψη και εντελής κατοχή οιουδήποτε αντικειμένου του επιστητού ή εν γένει η επίτευξη οιασδήποτε επιδιώξεως.

Και ο Αριστοτέλης λέγει ότι «ποιοῦντες μανθάνομεν»: «῞Α γὰρ δεῖι μαθόντας ποιεῖν, ταῦτα ποιοῦντες μαν¬θάνομεν, οἷον οἰκοδομοῦντες οἰκοδόμοι γίνονται καὶ κιθαρίζοντες κιθαρισταί΄ οὕτω δὴ καὶι τὰ μὲν δίκαια πράττοντες δί¬καιοι γινόμεθα, τὰ δὲ σώφρονα σώφρο¬νες, τὰ δ' ἀνδρεία ἀνδρεῖοι»[4]. Μετάφρα¬ση (Σπ. Μαγγίνα): «Διότι όσα πρέπει να κατασκευάζωμεν, όταν τα μάθωμεν, αυτά τα μανθάνομεν, εάν τα κατασκευά¬ζωμεν΄ όπως επί παραδείγματι γίνονται μερικοί άνθρωποι οικοδόμοι, εάν κατα¬σκευάζουν οικίας, και γίνονται κιθαρισταί εάν παίζουν κιθάραν΄ κατά τον ίδιον λοι¬πόν τρόπον και όταν πράττωμεν δικαίας πράξεις, γινόμεθα δίκαιοι, όταν δε σώ¬φρονα έργα. γινομεθα σώφρονες, και όταν πράττωμεν ανδρεία έργα, γινόμε¬θα ανδρείοι» [5]. Αλλωστε και η σύγχρονη Παιδαγωγική διατείνεται ότι μαθαίνουμε κάτι επιτελώντας το συχνά.
Είναι το λεγόμενο learning by doing του Dewey. Επιπλέον και οι Πατέρες τονίζουν ότι σε όσα χρονίζει ο νους, σ' αυτά πλατύνεται, ηδύνεται και εξοικειώνεται. Είναι εμπειρικά διαπιστωμένο ότι όσοι πιστοί, ασχέτως ηλικίας και μορ¬φωτικού επίπεδου, εκκλησιάζονται συ¬χνά (και όταν λέμε συχνά εννοούμε του¬λάχιστον τον Εσπερινό του Σαββάτου, τον Όρθρο, ή μέρος του Όρθρου, και ολόκληρη την Κυριακάτικη Θ. Λειτουρ¬γία, αλλά και συχνότερα - γιατί όχι; -αγρυπνίες τελούνται πολλές...) δεν έχουν σοβαρό πρόβλημα κατανοήσεως της Λειτουργικής ιερολογίας και ιε¬ρουργίας. Προβλήματα κατανοήσεως έχουν οι αραιά και σποράδην εκκλησιαζόμενοι.

Δεύτερον, πολύ θα βοηθήσει στην κατανόηση της Θ. Λειτουργίας εάν μελετήσουμε ορισμένα βιβλία ερμηνευτικά αυτής. Εγώ θα είχα να προτείνω τα εξής βιβλία: α) Εις την θείαν Λειτουργίαν του άγιου Νικολάου του Καβάσιλα, β) Ιερο¬μονάχου Γρηγορίου, Η Θεία Ευχαριστία και η Θεία Κοινωνία, Ιερόν Κουτλουμουσιανόν Κελλιον Αγιος Ιωάννης ο Θεο¬λόγος, Αγιον Ορος, γ) του ιδίου, Σχόλια στη Θεία Λειτουργία, δ) Ανδρέα Θε¬οδώρου, «Τα σα εκ των σων», Ερμη¬νευτικό σχόλιο στη Θεία Λειτουργία, Α¬ποστολική Διακονία - το βιβλίο αυτό πε¬ριέχει και πολύ καλή και πιστή μετάφρα¬ση της ιερολογίας της Θείας Λειτουρ¬γίας, ε) Αλεξάνδρου Σμέμαν, Ευχαρι¬στία, Ακρίτας, στ) Π. Ν. Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξον Λατρείαν μας, εκδ. Σωτήρ, ζ) Μητροπολίτου Κοζάνης Διονυσί¬ου Α. Ψαριανού, Η Θεια Λειτουργία, Α¬ποστολική Διακονία, η) Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου (Ζηζιούλα), Ευχαρι¬στίας Εξαμπλάριον, εκδ. Ευεργέτις, Ιε¬ρά Ανδρώα Κοινοβιακή Μονή Αγ. Πα¬ρασκευής Μαζίου Μεγάρων και φυσικά άλλα συναφή. Όσο για τα Ευαγγελικά και Αποστολικά αναγνώσματα υπάρ¬χουν πολλές, έγκυρες και έγκριτες με¬ταφράσεις και ερμηνείες της Καινής Διαθήκης. Μπορεί (και οφείλει) ο πιστός να αφιερώνει ελάχιστο χρόνο το βράδυ ή το απόγευμα του Σαββάτου για να με¬λετά το Αποστολικό και Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής. Αλλωστε υποτίθεται ότι ο πιστός μελετά επί κα¬θημερινής βάσεως την Καινή Διαθήκη (αλλά και την Παλαιά Διαθήκη - γιατί όχι;), τον Λόγο του Θεού που τρέφει πνευματικά την ψυχή του.

Μα καλά, θα πει κανείς, πρέπει να διαβάσω όλα αυτά τα βιβλία, για να κατανοήσω την Θ. Λειτουργία; Πρώτον, αν δεν μπορεί να τα διαβάσει όλα, ας δια¬βάσει δυο - τρία από αυτά, εξάπαντος βέβαια την Κ. Διαθήκη και όχι μία, άλλα πολλάκις και πλειστάκις. Δεύτερον και κυριότερον, αυτά τα ερμηνευτικά βιβλία της Θ. Λειτουργίας, ή έστω ορισμένα εξ αυτών, ο πιστός οφείλει να τα διαβάσει ούτως ή άλλως, δηλαδή όχι μόνο αν τε¬λείται η Θ. Λειτουργία στην αρχαιόμορφη γλώσσα, αλλά και στη μεταγλωττι¬σμένη.
Το πρόβλημα της κατανοήσεως της Θ. Λειτουργίας είναι πρωτίστως ερμηνευτικό και δευτερευόντως ψιλής γλωσ¬σικής μεταγλωττίσεως. Η μεταγλώττιση δεν λύνει το πρόβλημα της ερμηνευ¬τικής προσπελάσεως της Θ. Λειτουρ¬γίας, απλά το μεταθέτει - και όπως τα¬πεινά φρονώ εγώ, υπό συνθήκας και όρους δυσμενέστερους...

Υποτίθεται ότι η Θ. Λειτουργία είναι το κέντρο της ζωής ημών των Χρι¬στιανών, και όχι ένα πάρεργο ή μία δευτερευούσης σημασίας δραστηριότητα. Αξίζει λοιπόν τον κόπο να αφιερώνουμε λίγο χρόνο προετοιμασίας γι' αυτήν.


Παραπομπές:

[1] Robert Browning, Η Ελληνική γλώσσα. Μεσαιωνική και νέα, μετάφραση Μαρία Ν. Κονομή, τέταρτη έκδοση, εκδ. Παπαδήμας, Αθή¬να 2004, σελ. 9-10.

[2] Γεωργίου Μπαμπινιώτη, Συνοπτική Ιστορία της Ελληνικής γλώσσης, Ε' έκδοση, Αθήνα 2002, σελ. 11.

[3] Πλάτωνος, Επιστολή Ζ΄, 341d.

[4] Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, 1103a, 29.

[5] Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, εισαγωγή - μετάφρασις - εισαγωγικαί σημειώσεις Σπ. Χ. Μαγγίνα, εκδ. Ωφέλιμο βιβλίο, Αθήναι 1979, σελ. 73.


(Πηγή: Περιοδικό «Πειραϊκή Εκκλησία», τ. 177, σ. 26-29, Δεκ. 2006)

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

19 Δεκέμβρη 198..., όταν πρωτοείδα τον γέροντα Ιάκωβο


Γράφει κάπου ο μητροπολίτης Ναυπάκτου ότι η ανάκληση στην μνήμη των προσκυνημάτων που έχουμε κκάνει, των ιερών αποδημιών, των συναντήσεων μας με αγίους άνδρες και γυναίκες συντελεί στην αναθέρμανση της αγάπης προς τον Θεό και την τήρηση των εντολών Του.
Toν αγ.Βονιφάτιο και την οσία Aγλαΐδα δεν τους ήξερα. Τους πρωτοείδα, θυμάμαι, σε μιά φορητή εικόνα στο μοναστήρι του οσίου Δαβίδ που είχα πάει πιτσιρικάκι με τρείς φίλους, εκ των οποίων μόνο η αφεντομουτσουνάρα μου δε φόρεσε το ράσο.

Και κάθε χρόνο τέτοια μέρα , ανακαλώ , σχεδόν με παυλωβιανό τρόπο, την μνήμη εκείνου του προσκυνήματος.
Τότε δεν ήταν πολύ γνωστός ακόμη ο γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης και στο μοναστήρι εγκαταβίωναν μόλις τρεις μοναχοί:ο π.Ιάκωβος, ο τωρινός ηγούμενος Κύριλλος και ο π.Σεραφείμ και οι συνθήκες διαβίωσης ήταν δύσκολες , ειδικά με την πολλή υγρασία και την έλλειψη αποτελεσματικής θέρμανσης.

Την ημέρα του αγ.Βονιφατίου και της ερωμένης του οσίας Αγλαίας , γνώρισα τον κοκκαλιάρη ασκητή με το τρύπιο πουλόβερ, το "με συγχωρείτε" συνεχώς στα χείλη και τις ασταμάτητες διηγήσεις για οφθαλμοφανείς εμφανίσεις του οσίου Δαβίδ και του αγίου Ιωάννη του Ρώσου.
Εκείνες τις μέρες έβαλα το ξεροκέφαλο μου κάτω από το πετραχήλι του και μετέλαβα από τα χέρια του.

Αχ, νάρχονταν τα χρόνια πίσω...
Την ευχή σου να έχουμε γέροντα πάτερ Ιάκωβε κι άμποτες να αξιωθούμε να σε συναντήσουμε και πάλι ..
ἀπό: http://misha.pblogs.g

Σχόλιο ᾿Οδυσσέως: Πράγματι, πολύ συγκινητική ἡ περιγραφή. ῾Ο Γέροντας ὅμως κάνει αἰσθητή τήν παρουσία του μέ τήν προσευχή του καί τή συμπαράστασή του σέ ὅσους τόν ἐπικαλοῦνται... ᾿Ας μᾶς δώσει τήν εὐχή του καί γιά τό 2010 πού σέ λίγες ὧρες θά μπεῖ, τήν ἔχουμε πραγματικά ἀνάγκη.

Καλή καί εὐλογημένη χρονιά σέ ὅλους σας!

Ο Παπαθεμελής για τις Χριστουγεννιάτικες ευχές του Πάπα στη σκοπιανή γλώσσα

Ο Παπαθεμελής για τις Χριστουγεννιάτικες ευχές του Πάπα στη σκοπιανή γλώσσα


[Σημείωση –σχόλιο ᾿Οδυσσέως: ῾Ο πᾶπας δέν μᾶς ξεχνάει καί σέ κάτι τέτοιες εὐκαιρίες μᾶς δείχνει τά φιλελληνικά του συναισθήματα. Τό πρόσωπο ἀποκαλύπτεται.....]
Δήλωση Παπαθεμελή εξ’ αφορμής του γεγονότος ότι ο Πάπας απηύθυνε τις χριστουγεννιάτικες ευχές του στη ψευδώνυμη σκοπιανή γλώσσα.

«Ο προκαθήμενος της Καθολικής Εκκλησίας πρόσωπο ευρείας γνώσεως υψηλής κλασικής παιδείας δεν δικαιολογείται να αντιπαρέρχεται την ιστορική αλήθεια που επιβεβαιώνουν αδιάψευστες πηγές αιώνων σύμφωνα με τις οποίες οι Μακεδόνες είναι ῞Ελληνες γένος τω ρχαίον» (Ηρόδοτος ΙΧ, 45,2).

Ο Πάπας Βενέδικτος XVI επέμεινε για άλλη μια φορά να απευθύνει τις χριστουγεννιάτικες ευχές του στην ψευδώνυμη γλώσσα των Σκοπίων, επαναλαμβάνοντας το αρχικό του λάθος.

Δεν υπήρξε στην ιστορία μακεδονική γλώσσα, όπως δεν υπήρξε σπαρτιατική, μυκηναϊκή, βοιωτική κ.λ.π. Η γλώσσα είναι μία ΕΛΛΗΝΙΚΗ. Οι διάλεκτοι πολλές. Αλλά και στην φανταστική εκδοχή να υπήρχε μακεδονική γλώσσα, αυτή δεν θα μπορούσε να είναι το σημερινό μιξοσλαβικό ιδίωμα των Σκοπίων. Η μακεδονική γλώσσα είναι η ελληνική γλώσσα.
Η ψευδώνυμη των Σκοπίων είναι νόθον προπαγανδιστιικόν κατασκεύασμα, απόκλιση του βουλγαρικού ιδιώματος και ομιλείται από τους Σλάβους κατοίκους του γειτονικού μας κράτους που οι πρόγονοί τους εγκατεστάθησαν στην περιοχή τον 6ον - 7ον μ.Χ.αιώνα, χίλια χρόνια αφότου ο Μέγας Αλέξανδρος είχε καταστήσει τον ελληνικό πολιτισμό και τη γλώσσα του παγκόσμια γλώσσα.
Κυβέρνηση και Εκκλησία της Ελλάδος αλλά και οι Έλληνες Καθολικοί οφείλουν να διαμαρτυρηθούν στο Βατικανό και να αξιώσουν να σταματήσει επί τέλους το ατόπημα, το οποίο θίγει και τον ίδιο τον Ποντίφηκα».

Δευτέρα, 28 Δεκέμβριος 2009
Συντάχθηκε απο τον/την Romfea.gr

῾Η μετάφραση τῆς Καινῆς Διαθήκης στήν Νεοελληνική γλῶσσα Τοῦ ἀειμνήστου ᾿Ιωάννη Παναγόπουλου

῾Η μετάφραση τῆς Καινῆς Διαθήκης στήν Νεοελληνική γλῶσσα
Τοῦ ἀειμνήστου᾿Ιωάννη Παναγόπουλου
Καθηγητῆ ῾Ερμηνείας τῆς Καινῆς Διαθήκης
Στή θεολογική Σχολῆς τοῦ Παν/μίου ᾿Αθηνῶν

[ Σημείωση-σχόλιο ᾿Οδυσσέως: Τό κάτωθι ἄρθρο τοῦ μακαριστοῦ καθηγητῆ ᾿Ιωάννη Παναγόπουλου δείχνει τίς μεγάλες δυσχέρειες πού ὑποκρύπτει ἡ ἀπόπειρα μεταφράσεως τῆς Καινῆς Διαθήκης στή Νεοελληνική γλῶσσα γιά ἰδιωτική χρήση. Πόσο μᾶλλον οἱ σήμερον χρησιμοποιούμενες ἀδόκιμες καί ἐπικίνδυνες μεταφραστικές προσπάθειες στήν Μητρόπολη Πρεβέσης γιά λειτουργική χρήση, χωρίς καμμία ἐγκριση τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου. ῞Οπως θά δεῖ καί ὁ ἀναγνώστη στό κείμενο πού ἀκολουθεῖ ἠ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται καί μάλιστα κακόγουστα!]


Ο λόγος του Θεού, ως το μοναδικό και θεόπνευστο γραπτό ευαγγέλιο της ζωής και της σωτηρίας, είναι ασφαλώς «δικαίωμα» του ανθρώπου κάθε εποχής και πρέπει να προσφέρεται σ' αυτόν σε γλώσσα προσιτή και εύληπτη. Το έργο της μεταφράσεως του θείου λόγου είναι συνεπώς ουσιαστική ανάγκη και ευθύνη της Εκκλησίας, που πρέπει να επιχειρείται πάντοτε εκ νέου. Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία τήρησε κατ' αρχήν ανοικτή στάση απέναντι στο ζωτικό τούτο αίτημα και παρά το γεγονός, ότι η ίδια δεν προέβη σε επιστήμη μετάφραση της Αγ. Γραφής στην σύγχρονη γλώσσα, όμως σε αρκετές περιπτώσεις ενεθάρρυνε και επιδοκίμασε παρόμοιες προσπάθειες. Είναι βέβαια αυτονόητο, ότι την στάση της Εκκλησίας διέκρινε υψηλή ευαισθησία ως προς το ζήτημα των βιβλικών μεταφράσεων. Εφιστούσε ιδιαίτερα την προσοχή στις σοβαρές δυσχέρειες του έργου τούτου και απαιτούσε σεβασμό των ιερών κειμένων και της θεοπνευστίας της θείας αποκαλύψεως.
Τούτο επιβάλλει βασικά αυτή η φύση του γραπτού βιβλικού λόγου, που προϋποθέτει, εκτός από τους τεχνικούς-μεταφραστικούς, επί πλέον ειδικούς πνευματικούς και εκκλησιαστικούς όρους κατανοήσεως και ερμηνείας, αφού ως προς την μορφή, το περιεχόμενο, τις συνθήκες συγγραφής και τον ειδικό σκοπό του διαφέρει ριζικά από τα λοιπά γραπτά κείμενα του ανθρωπίνου πνεύματος. Επειδή η αξίωση του θείου λόγου είναι απόλυτη, γι’ αυτό η ορθή κατανόηση και ερμηνεία του είναι ουσιαστικός όρος για την σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου. Ιδιαίτερα όμως η μετάφραση της Αγ. Γραφής έχει καίρια σημασία για την ταυτότητα και την συνείδηση της Εκκλησίας, για την δογματική της διδασκαλία, για το κήρυγμα, την πίστη, την ευσέβεια, την ηθική, την λατρεία, τους εκκλησιαστικούς κανόνες και γενικά για ό,τι αφορά την ιστορική της υπόσταση και παρουσία.
Η ζωή και η παράδοση της Εκκλησίας σε όλες τις μορφές της είναι στη ουσία μεταφορά και εκσυγχρονισμός του βιβλικού ευαγγελίου με εξιδιασμένα πνευματικά, φιλολογικά και αισθητικά μέσα. Επίσης οι μακροχρόνιες και έντονες διαμάχες της Εκκλησίας με τις αιρέσεις όλων των αποχρώσεων και όλων των εποχών είναι κατά βάση ασυμβίβαστος αγώνας για την ορθή κατανόηση και μεθερμηνεία της βιβλικής αλήθειας. Το έργο τούτο επιτέλεσε η Εκκλησία με την εδραία συνείδηση, ότι η ορθή ερμηνεία και η αυθεντική διδασκαλία του θείου λόγου είναι αποκλειστικά δική της υπόθεση, αφού σε τελευταία ανάλυση ο λόγος του Θεού δεν μπορεί να διαχωρισθεί από το ζωντανό σώμα του Χριστού και συνεπώς η δημόσια διακήρυξη και η προσωπική οικειοποίηση του είναι συστατικό γεγονός της Εκκλησίας.
Ιδιαίτερα, ως προς την μετάφραση της Κ. Δ. Στην νεοελληνική γλώσσα πρέπει να επισημάνουμε ορισμένες επί πλέον ιδιαιτερότητες. Δεν πρόκειται δηλαδή Για μετάφραση από μία ξένη γλώσσα σε άλλη, αλλά σε μία μορφή της ελληνικής γλώσσης, η οποία, όπως είδαμε προηγουμένως, προήλθε απ’ ευθείας από την Κοινή της Κ. Δ.. Συνεπώς η μεταλλαγή του ύφους της και η μετάφραση των βασικών της όρων δημιουργεί ρήγμα στην ενιαία γλωσσική παράδοση του Ελληνικού λαού, έχει δηλαδή Αρνητικές συνέπειες ως προς την πνευματική, γλωσσική και πολιτιστική ταυτότητα του. Επίσης η γλώσσα της Κ. Δ. έχει ουσιαστικά συνυφανθεί με την καθολική ζωή και σκέψη της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και η οργανική αυτή σύνδεση έχει δημιουργήσει στον Έλληνα Ορθόδοξο πιστό υψηλή ευαισθησία. Ο βιβλικός και εκκλησιαστικός λόγος έχει σε μεγάλο ποσοστό διατηρηθεί στο σύγχρονο νεοελληνικό ιδίωμα και η λεγόμενη θρησκευτική γλώσσα είναι αναπόσπαστο στοιχείο της νεοελληνικής δημοτικής. Το δεδομένο τούτο είναι μέγιστο πλεονέκτημα για τον Ορθόδοξο Έλληνα μεταφραστή της Κ. Δ. Και αν το αγνοήσει έρχεται αναπότρεπτα σε ρήξη με την γλωσσική συνείδηση, με την πνευματική, πολιτιστική ταυτότητα του τόπου και φυσικά με την θεολογική και εκκλησιαστική του παράδοση.
Το θέμα της μεταφράσεως της Αγ. Γραφής και ιδιαίτερα της Κ. Δ. Στην ιστορία της Εκκλησίας μας έχει δυστυχώς οδυνηρές διαστάσεις και δημιούργησε πολλαπλά τραύματα στο σώμα της. Επιχειρούμε μία σύντομη ιστορική επισκόπηση του θέματος.
1) Πριν από τον 17ο αιώνα υπήρξαν ευάριθμες μεταφράσεις βιβλικών κειμένων (περισσότερο της Παλαιάς Διαθήκης και λιγότερο της Κ. Δ.), που οφείλονταν σε ιδιωτική πρωτοβουλία Εβραίων και Ορθοδόξων Ελλήνων. Δεν δημιούργησαν σοβαρό πρόβλημα στην επιστήμη Εκκλησία, εκτός από την μετάφραση του Ιωαννικ. Καρτάνου.
2) Από την εποχή όμως της μεταφράσεως του Μαξίμου Καλλιουπολίτου (1638), την οποία υποστήριξε ο Κύριλλος Λούκαρις (1572-1638), στο ζήτημα τούτο εμπλέκεται η επίσημη Εκκλησία, η οποία και προβαίνει στην καταδίκη της (Πατρ. Ιεροσολύμων 1672). Την ίδια τύχη είχε και η διορθωμένη αυτή μετάφραση από τον Σεραφείμ Μυτιληναίο (από το Πατρ. Κων/λεως 1704). Στο μεταξύ είχε ιδρυθεί η Βρετανική Βιβλική Εταιρεία (Β. Ε.), η οποία πέτυχε την έγκριση (1814) από τον Οικουμ. Πατριάρχη Κύριλλο ΣΤ΄ της αναθεωρημένης αυτής μεταφράσεως (από τον Αν. Μιχαήλ) του 1810, για την οποία όμως ασκήθηκε πίεση σ' αυτόν. Η κατάχρηση της εγκρίσεως αυτής από τους μισσιοναρίους του Προτεσταντισμού προκάλεσε, ιδιαίτερα στα Ιόνια νησιά, ισχυρή αντίδραση.
3) Η κρίση κορυφώθηκε κατά τον 19ο αιώνα με τις μεταφράσεις του Μητρ. Τυρνάβου Ιλαρίωνος και του Ν. Βάμβα, τις οποίες θέλησε να προωθήσει και να καθιερώσει επίσημα η βρετανική Β. Ε. Και για μεν την μετάφραση του Ιλαρίωνος (εκδόθηκε μόνον η Κ. Δ. Το 1828) πέτυχε βέβαια την συναίνεση των Πατριαρχών Κυρίλλου Στ' και Γρηγορίου Ε', δεν μπόρεσε όμως να αποτρέψει την καταδίκη της από την Ι. Σύνοδο το 1823. Η μετάφραση του Ν. Βάμβα έγινε χωρίς την γνώμη και έγκριση της Εκκλησίας και δημοσιεύθηκε ολόκληρη (Π. και Κ. Δ.) το 1851, αφού προηγουμένως είχε καταδικασθεί δύο φορές (1836 και 1839) από την Σύνοδο του Οικ. Πατριαρχείου. Η καταδίκη και των δύο τούτων μεταφράσεων έγινε με τα επιχειρήματα, ότι α) κλονίζουν την εκκλησιαστική διδασκαλία και δογματική παράδοση, β) υποτιμούν την αξία της Κοινής γλώσσης της Κ. Δ. Και γ) δημιουργείται ο κίνδυνος να διεισδύσουν προτεσταντικές διδασκαλίες και μεταρρυθμιστικές τάσεις στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Επί πλέον προκάλεσε μεγάλη αντίδραση η ανοικτή πρόκληση των προτεσταντών μισσιοναρίων, οι οποίοι με την βοήθεια των βιβλικών τούτων μεταφράσεων, με την ίδρυση σχολείων, την διάδοση θρησκευτικών εντύπων και με το πρόσχημα της κατανοήσεως του θείου λόγου από τον απαίδευτο λαό, αποσκοπούσαν (μυστικά ή φανερά) σε «διαφωτιστικό» και προσηλυτιστικό έργο ανάμεσα στον Ορθόδοξο λαό. Για τους σπουδαίους καιρικούς αυτούς λόγους, μαζί με την καταδίκη των μεταφράσεων, απαγορεύθηκε πρόσκαιρα και κάθε νέα μετάφραση της Αγ. Γραφής.
Ακολούθησαν τα λεγόμενα «ευαγγελικά» του Νοεμβρίου του 1901, όταν έγινε φανερή η τακτική της ξενόφερτης βασιλικής εξουσίας και άλλων οργανωμένων κύκλων να επιβάλλουν και δια μέσου νέων μεταφράσεων της Κ. Δ. (της Ιουλίας Σωμάκη - Καρόλου και του Αλ. Πάλλη) «διαφωτιστικές» ιδέες στον ελληνικό λαό και συνεπώς να επιτύχουν βαθμιαία τον εκδυτικισμό του. Απέναντι στην οργανωμένη αυτή προσπάθεια εξεγέρθησαν οι φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αποτέλεσμα να χυθεί άφθονο αίμα και να παραιτηθούν η τότε κυβέρνηση και ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Με αφορμή τα γεγονότα αυτά στο άρθρο 2, παρ. 2 του Συντάγματος του 1911, προστέθηκε η φράση: «Το κείμενο των Αγίων Γραφών τηρείται αναλλοίωτον η εις άλλον γλωσσικόν τύπον απόδοσις τούτου άνευ της προηγουμένης εγκρίσεως και της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας απαγορεύεται απολύτως». Το άρθρο αυτό υπάρχει σε όλα τα μεταγενέστερα Συντάγματα ως σήμερα με την προσθήκη (από το 1927): «… άνευ της προηγουμένης εγκρίσεως της αυτοκέφαλου Εκκλησίας της Ελλάδος και… ».
Από την εποχή των «ευαγγελικών» δεν δημιουργήθηκε σοβαρό πρόβλημα ως προς την μετάφραση της Αγ. Γραφής στην νεοελληνική γλώσσα. Στην δεκαετία του 1960 η ενωμένη πλέον Β. Ε. επανέφερε όμως το θέμα μιας νέας μεταφράσεως της Κ. Δ. και ανέθεσε το έργο τούτο σε τέσσερες Καθηγητές της Θεολογικής Σχολής Αθηνών. Δυστυχώς δεν ήλθε σε επαφή και συνεννόηση με το Οικ. Πατριαχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος, όπως όριζε το ισχύον Σύνταγμα. Την εκκλησιαστική έγκριση επεζήτησε και έλαβε εκ των υστέρων (1967), αφού όμως παραπλάνησε την Εκκλησία ως προς το πρωτότυπο κείμενο (ενώ υποσχέθηκε να χρησιμοποιήσει το κείμενο του Πατριαρχείου, όμως εξετύπωσε το γνωστό δυτικό textus receptus με συμπληρώσεις από την έκδοση του Nestle).
Από την ως τότε ιστορία των βιβλικών μεταφράσεων στην Ελλάδα εξαίρουμε τα εξής ενδεικτικά γεγονότα: α) Το θέμα δημιουργήθηκε ως εμβόλιμη κατάσταση στην ζωή της Εκκλησίας, όταν προτεσταντικοί κύκλοι, με το πρόσχημα της προσφοράς του λόγου του Θεού στο λαό σε κατανοητή, απλή γλώσσα, επεδίωξαν αλλότριους προς το γράμμα και το πνεύμα της μεταφραζόμενης Αγ. Γραφής σκοπούς, β) Η μετάφραση της Αγ. Γραφής, που προώθησαν συστηματικά προτεσταντικοί κύκλοι, εντάσσεται στο γενικώτερο σχέδιο της «μεταρρυθμίσεως» όχι μόνο της ελληνικής Εκκλησίας, σύμφωνα με προτεσταντικά πρότυπα, αλλά και της «πνευματικής διαφωτίσεως» του Ελληνικού λαού. γ) Με την διάδοση των νέων μεταφράσεων και με τα μέσα της διπλωματίας επεδίωκαν οι προτεσταντικοί κύκλοι να δημιουργήσουν διχασμό στους κόλπους του λαού και της Εκκλησίας και να διαβρώσουν την Ορθόδοξη συνείδηση κλήρου και λαού. δ) Ο κύριος σκοπός των προτεσταντικών μεταφράσεων ήταν κυρίως προσηλυτιστικός και ο εκδυτικισμός της ελληνικής κοινωνίας. Για τον λόγο τούτο η Β. Ε. Επεδίωκε πάντοτε να εισέλθουν οι μεταφράσεις της στην εκπαίδευση, ως επίσημο διδακτικό εγχειρίδιο, ε) Ως κείμενο της μεταφράσεως της Παλαιάς Διαθήκης έπρεπε να λαμβάνεται το Εβραϊκό και όχι των Ο'. Με τον τρόπο αυτό θα διευκολυνόταν η είσοδος στην ελληνική Εκκλησία του εβραϊκού κανόνα της ΠΔ. στ) Το κείμενο της Κ. Δ. Έπρεπε να είναι το δυτικό textus receptus και όχι το Βυζαντινό - Εκκλησιαστικό. Και τέλος ζ) η νέα μετάφραση έπρεπε να τυπώνεται και χωρίς το πρωτότυπο, με αποτέλεσμα να χάσει ο λαός την επαφή με την Κοινή ελληνική γλώσσα της Κ. Δ..
Η μετάφραση των τεσσάρων Καθηγητών του 1967 δεν προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις στους κόλπους της ελληνικής Εκκλησίας και συνεχίζεται να ανατυπώνεται ως σήμερα. Ωστόσο η Β. Ε. επανέφερε στην δεκαετία του 1980 πάλι το θέμα της μεταφράσεως της Κ. Δ. στην νεοελληνική γλώσσα. Επέλεξε έξι Καθηγητές των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, οι οποίοι, ύστερα από καθοδήγηση και εκπαίδευση εκ μέρους αξιωματούχων της Β. Ε., ετοίμασαν την νέα μετάφραση τους (1985). Δυστυχώς και την φορά αυτή η Β. Ε. αγνόησε την Εκκλησία, δεν επέλεξε το εκκλησιαστικό, αλλά το κριτικό κείμενο της εκδόσεως Nestle-Aland και επέβαλε την μέθοδο της λεγόμενης «δυναμικής αντιστοιχίας», δηλαδή την κατ' έννοια ελεύθερη απόδοση σε δημώδη, πολλές φορές χυδαία και λαϊκίζουσα γλώσσα. Την γλώσσα αυτή, την μεταφραστική μέθοδο και τους μεταφραστικούς κανόνες προδιέγραψε βέβαια η Β. Ε. Η μετάφραση αυτή περιέχει σοβαρά δογματικά και μεταφραστικά λάθη, δημιουργεί σύγχυση ως προς την ευσέβεια και την ηθική της Εκκλησίας, έχει έντονο κοινωνικοπολιτικό χρωματισμό, συγχέει το νόημα πολλών βιβλικών όρων και εξαρτάται εν μέρει από αντίστοιχες μεταφράσεις της Κ. Δ. της Β. Ε. σε σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες.
Η νέα αυτή μετάφραση των Έξι Καθηγητών προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στους κόλπους της Εκκλησίας. Για τους λόγους τούτους παρενέβη, καθώς όφειλε, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία και κατέταξε με εγκύκλιο της τον Μάϊο του 1985 «την ως άνω έκδοσιν εις τας μη ανεγνωρισμένας υπό της Εκκλησίας, θεωρούσα ταύτην και τυπικώς και ουσιαστικώς απαράδεκτον», επειδή «παρεκκλίνει κατά πολύ της παραδεδομένης και αγιοπνευματικής Ορθοδόξου ερμηνείας και λειτουργικής παραδόσεως, περιέχουσα ελευθέραν, αυθαίρετον και από πλευράς Ορθοδόξου Εκκλησίας απαράδεκτον απόδοσιν νοήματος πολλών αγιογραφικών περικοπών». Στην συνέχεια αποτρέπει την κατ' ιδίαν και δημόσια χρήση της, επειδή δημιουργεί κίνδυνον «νοθεύσεως της Αγιογραφικής αληθείας και του Ορθοδόξου φρονήματος του πληρώματος της Εκκλησίας». Παράλληλα η Ι. Σύνοδος διώρισε ειδική Συνοδική Επιτροπή από Αρχιερείς και Καθηγητάς της Θεολογικής Σχολής Αθηνών προς εκπόνηση νέας εκκλησιαστικής μεταφράσεως της Κ. Δ..
Η Β. Ε. δεν μπορούσε βέβαια να δεχθεί αμαχητί την ήττα της. Προτού προλάβει η Συνοδική Επιτροπή να προχωρήσει στο έργο της, επανέφερε το ζήτημα και εξετύπωσε, με την συνεργασία τώρα τεσσάρων Καθηγητών, το 1989, σε νέα «βελτιωμένη» έκδοση την πρώτη της μετάφραση. Οι μεταφραστές έδωσαν στην Ι. Σύνοδο την διαβεβαίωση, ότι διώρθωσαν τα επίμαχα χωρία. Για λόγους, που αδυνατούμε να γνωρίζουμε, η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος έδωσε τελικά την έγκριση της και μάλιστα χαρακτήρισε την νέα αυτή μετάφραση … «σύμφωνον προς το πνεύμα των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας και προς την Ιεράν αυτής Παράδοσιν» (2 Ιουνίου 1988). Επευλογίες απέσπασαν οι μεταφραστές και από τα λοιπά Ελληνορθόδοξα Πατριαρχεία, ύστερα από προσωπικές διαβεβαιώσεις για την «ορθοδοξία» της μεταφράσεως και περιφορά σ' αυτά των τυπογραφικών δοκιμίων της.
Είναι αυτονόητο, ότι ύστερα από την απρόβλεπτη αυτή και βεβιασμένη έγκριση η Συνοδική Επιτροπή ανέκοψε το έργο της και υπέβαλε την παραίτηση της.
Έτσι φαινομενικά λύθηκε το θέμα της μεταφράσεως αυτής. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για νέα παραπλάνηση της Εκκλησίας και του Ελληνικού λαού εκ μέρους της Β. Ε. Η δεύτερη και δήθεν «βελτιωμένη» αυτή έκδοση της μεταφράσεως δεν διαφέρει στην ουσία από την πρώτη και επισήμως καταδικασθείσα. Η «αναθεώρηση» αφορά κυρίως την μερική βελτίωση της γλώσσης, τον περιορισμό χονδροειδών και λαϊκίστικων αποδόσεων, ενώ παρέμειναν τα ίδια απαράδεκτα δογματικά και μεταφραστικά λάθη. Επί πλέον η Β. Ε., Κύριος οίδε πώς, πέτυχε την έγκριση της Εκκλησίας και του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, ώστε να διανέμεται η μετάφραση αυτή, και μάλιστα … χωρίς το πρωτότυπο κείμενο, υποχρεωτικά στην Μέση Εκπαίδευση ως διδακτικό εγχειρίδιο. Έτσι για πρώτη φορά στην ιστορία της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας η Β. Ε. Πραγματοποίησε τον προαιώνιο σκοπό της, δηλαδή να υποσκελίσει και υποκαταστήσει την Εκκλησία στο μεταφραστικό έργο της Κ. Δ., να εμφανισθεί ως ο υπεύθυνος φορέας και ζηλωτής του θείου λόγου στον χώρο της Εκκλησίας μας και να αναλάβει τον «ευαγγελισμό» και την «διαφώτιση» του Ελληνικού λαού και της νεολαίας.
Η νέα αυτή προκλητική μετάφραση της Κ. Δ. από την Β. Ε. αποτελεί σοβαρότατο κίνδυνο για το Ορθόδοξο πλήρωμα και δημιουργεί τεράστιες ευθύνες στην διοικούσα Εκκλησία. Βέβαια οι συνθήκες και οι διαδικασίες, με τις οποίες εκπονήθηκε και εγκρίθηκε η νέα αυτή μετάφραση, καθώς και η ποιότητα της την έχουν ήδη θέσει στο περιθώριο της ελληνικής κοινωνίας. Το θέμα συνεπώς της μεταφράσεως της Κ. Δ. Στην νεοελληνική γλώσσα παραμένει ακόμα ανοικτό. Η ευθύνη της Εκκλησίας για την εκπόνηση μιας νέας μεταφράσεως με τη δική της εποπτεία, σύμφωνης προς το γράμμα και το πνεύμα της βιβλικής αλήθειας, όπως αυτή κατανοείται, ευαγγελίζεται και βιώνεται στην ζωντανή παράδοση της, παραμένει ακέραιη
Για πληρέστερη ενημέρωση παράβαλλε μ.ά. τις εργασίες: Κακουλίδη Eλ., για την μετάφραση της Καινής Διαθήκης. Ιστορία-Κριτική-Απόψεις. Βιβλιογραφία, Θεσσαλονίκη 1976. Μεταλληνού Γ., Το ζήτημα της μεταφράσεως της Αγίας Γραφής εις την νεοελληνικήν κατά τον ΙΘ' αι., Αθήναι 1977. Παναγόπουλου I. , Η νέα μετάφραση της Καινής Διαθήκης στην νεοελληνική γλώσσα, Αθήναι 1986, ανατ. από την «Εκκλησία» 1986, τεύχ. 4 και 5. Η μετάφραση της Αγίας Γραφής στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Εισηγήσεις Α΄ Συνάξεως Ορθοδόξων Βιβλικών Θεολόγων, Θεσσαλονίκη 25-28 Οκτωβρίου 1986, Θεσσαλονίκη 1987.
Πηγή: "Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη" τού Ιωάννου Παναγόπουλου, σελ. σελίδες 46-53. Αθήνα 1995. Εκδόσεις Ακρίτας.
[Διαδίκτυο: http://www.oodegr.com/oode/grafi/keimena/ell_met_kd_1.htm]