"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

῾O Βωμός Τῆς Πατρίδος - ᾿Ανδρέου Κάλβου




῾Ηλιοβασίλεμα στή Μάνη
π




 




Tρέξατε αδέλφια, τρέξατε
ψυχαί θερμαί, γενναίαι·
εις τον βωμόν τριγύρω
της πατρίδος αστράπτοντα
τρέξατε πάντες.

 

Ας παύσωσ' η διχόνοιαι
που ρίχνουσι τα έθνη
τυφλά, υπό τα σκληρότατα
ονύχια των αγρύπνων
δολίων τυράννων.

 

Tρέξατ' εδώ· συμφώνως
τους χορούς ας συμπλέξωμεν,
προσφέρων ο καθένας
λαμπράν θυσίαν, πολύτιμον,
εις την πατρίδα.

 

Eδώ ας καθιερώσωμεν
τα πάθη μας προθύμως·
τ' άρματα ημείς αδράξαμεν
μόνον δια 'να πληγώσωμεν
του Oσμάν τα στήθη.

 


Eδώ πάντα τα πλούτη μας
ας χύσωμεν· εν όσω
γυμνόν σπαθί βαστούμεν
μας φθάνουσι τα φύλλα
τίμια της δάφνης.

 


Κι ύστερ', αφ' ου συντρίψωμεν
τον έχθιστον ζυγόν,
άλλα όχι αβέβαια πλούτη
θέλει μας δώσει πάλιν
η ελευθερία.

 
Eδώ ηδονάς κι ανάπαυσιν
ω φίλοι ας παραιτήσωμεν·
ξηρή πέτρα το στρώμα,
φαρμάκι το ψωμί
της δουλείας είναι.

 


Eδώ, σαν αναθήματα,
εις τον βωμόν πλησίον,
τους συγγενείς, τα τέκνα μας
αγαπητά, τους γέροντας
τώρα ας αφήσωμεν.

 


Πάντα όσα εις την καρδίαν μας
είναι ακριβή, δεν πρέπουσιν
εις άνδρας που τρομάζουν
έμπροσθεν εις ανόητον
βάρβαρον σκήπτρον.

 


Oύτε η ζωή δεν πρέπει.
Tρέξατε αδέλφια, τρέξατε·
συμμέτρως εχορεύσαμεν,
σύμμετρα ας αποθάνωμεν
δια την πατρίδα.
                                              

Ῥεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη



Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων, ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτήν, πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον -ἐκεῖ ἀνάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρώγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρη, καὶ τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμποῦκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμόν, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμόν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὡς πενήντα πέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαγχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρύς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικὰ τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρήν, ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του, ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.

Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.

Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δυὸ υἱοὶ καὶ δυὸ θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὖτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπὶ τινας μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δυὸ τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμὸν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὖτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτο ὑπερτεσσαρακοντοῦτις ἤδη.



Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186... ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι του κ᾿ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλὰν ἀνέθρωσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοὺς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;

Βεβαίως τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφιῶν ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν!» Εἶτα, αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φορὰν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὴ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.

Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν, ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκεν προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.

Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεῖα, κ᾿ ἐμπορεύοντο κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ἡ ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἑωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἡμισεία, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστὰς συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.

Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπήτουν νὰ τοὺς καθιστᾶ ὑπέγγυα τὰ καλλίτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου... Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο μόνος καϋμός του.

Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖον του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του... Εἶχε πρόσφατον πένθος.



-Α! Τὤχασα τὸ καϋμένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τὤχασα.

Ὁ γέρο-Φραγκούλης ἐστέναζε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάζῃ. Τὸ καλλίτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν –τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος, μεταξὺ δυὸ χωρισμῶν- τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν...

Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνο του. Ἦτον κτῆμα του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτο εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον, καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας –καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν- σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλαιον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρύϊνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν καὶ ὁ Παππανικόλας ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν Παππανικόλαν ἔδιδεν ὁ Φραγκούλης διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παππᾶς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδον αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια». Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφορᾶς, ἀρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων κ.τ.λ. τὰ εἰσάπραττεν ὁ Φραγκούλης ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του...

Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν... καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτο νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴ γυναῖκα του, ἡ πανήγυρις αὕτη τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γέρο-Φραγκούλης.

-Τὤχασα, τὸ καυμένο μου, τὸ εὐάγωγο, τὤχασα!...

Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμὸν –τὴν ὁποίαν ἄλλως τε τρυφερῶς ἠγάπα-, ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνη τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ... Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του καὶ ἐθλίβετο... Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτάς, νὰ εὕρωσι διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν... Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι, καὶ τῶν δυὸ ἐνοριῶν, ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον...

Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμπούκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβύσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.

Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν Κανόνα καὶ τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διηγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διεκτραγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμούς, ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει «νέφη».

Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο:
 
«Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε,
Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα,
Καὶ Σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα»,
 
...Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μή μοῦ ἐλέγξη τὰς πράξεις ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων...» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως...

Ὁ γέρο-Φραγκούλης ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν... Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει... Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσα του... καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτον εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς τὴν ὀργήν. Ὤ, ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων!

Τώρα εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο κεφάλι! τὸ διάφορο κεφάλι! τὸ διάφορο κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτον ἀφορία, αἱ ἐλαίαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαῖαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βιὸς», ἀγύριστα κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν...

Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονιασμένοι», -ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν... Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κούμπως, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἶθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν ἀγαλλομένη.

Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῆ ἀκόμη ἡ Κούμπω ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της. Πρὶν μολυνθῆ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων του κόσμου. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, εἶχε συμβῇ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῇ ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κι᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμπούκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι τοῦ ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον... Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτο σαράντα χρόνων καὶ τώρα ἦτο πενηνταπέντε. Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ... Ἀλλὰ τώρα δὲν εἶχε πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπώ. «Τὸ καϋμένο τὸ εὐάγωγο!».

Ἐκείνην τὴν φορὰν, ὁ παπα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:

-Θὰ ’χῃς μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.

-Τί τρέχει, παπά; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλης, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.

-Θὰ σοῦ ἔλθει τ᾿ ἀσκέρι... Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα.

Ὁ παπάς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία, τὰ δυὸ μεγαλείτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; -καθόσον τὰ ἄλλα δυὸ τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.

-Θὰ ’ρθῃ μαζὶ κι᾿ ἡ μάνα τους;

-Βέβαια... πιστεύω, εἶπεν ὁ παππᾶς.



Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδυασε καλὰ καὶ ἄρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρὰ Σινιώρα ἦλθε, μαζὶ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της καὶ μὲ τὰ τέσσερα παιδιά της, ἐν συνοδείᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν συζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστὰ –εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάρις ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὀνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πὼς ἔβλεπεν ἀλλοῦ καὶ πὼς ἐπρόσεχεν εἰς τινα ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων μεταξὺ δυὸ ἢ τριῶν χωρικῶν.

Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν Ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα μετὰ τινα ὥραν ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη κ᾿ ἐχαιρέτησε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.

Ἤδη ἐνύκτωνε καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανόν, τὸ ὁποῖον ἔφαγον καθ᾿ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταὶ ἐδῶ κι᾿ ἐκεῖ ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἠτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν: «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν: «τὸ τάλαντον, τὸ τάλαντον!»

Εὐθὺς τότε τὰ δυὸ παιδία τοῦ Φραγκούλα καὶ πέντε ἢ ἐξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελλά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δυὸ διχαλῶν ξύλων, ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ, τοῦ ψάλτου καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἕως οὗ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παπα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ Ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.

Ὁ Φραγκούλης ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας, ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος –ὅλα τὰ ἔψαλλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του, ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κυρ – Δημητρὸν τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ νὰ λέγει κι᾿ αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κυρ – Δημητρός, «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον». Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἄρχισε τὸν ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ Προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλε Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικὸν κ.τ.λ.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦταν χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρὰ τινὰ φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὴν ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχον κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περικοκλάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχον λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰ τὸ φελόνι τοῦ παπᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἤρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του, διὰ νὰ τὰ σβύσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον νὰ μὴ πατῇ τὰ κηρία, γιατὶ εἶναι κρῖμα.

Τότε εἷς τῶν παρεστώτων υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα –καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐμελέτα νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος-, ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηριὰ!... ἡ νύχτα μεγαλώνει... ἰσημερία τώρα κοντεύει... ἔχει νύκτα...»

Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ ἤξευραν καλλίτερα ἀπὸ ἐκεῖνον ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννοοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηριὰ» ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἓν θαῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβύνῃ μισοκαμμένα τὰ κηριὰ –καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἄφες νὰ καοῦν τὰ κηρία, ὅσα προσφέρουν οἱ Χριστιανοὶ καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς...»

Τὴν ἰδίαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παπὰς ἀπήγγελε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλας ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστὸ (διότι, ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας μὲ τὴν γερὴν κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἥρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε κ᾿ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου) ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ κάμῃ παρατήρησιν.

-Πιὸ σιγά, πιὸ ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ λὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον», γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν αἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.

Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπήτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παπὰν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι᾿ ὁ Θεός, κι᾿ ἡ Παναγία, κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παπᾶ, κι᾿ ὁ παπὰς ἂν ἤθελε νὰ φάῃ κι᾿ ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσες.

Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκος τοῦ Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:

- Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπάρμπα – Δημητρὸ νὰ ψάλλῃ «Κύριε ἐλέησον!!»

Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὖτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξη ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα καὶ τοῦ λέγῃ:

- Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».

Τότε ὁ μπάρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ τυπικά, καὶ δὲν ἤξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καί... πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παπὰς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταῖα ὀνόματα, καὶ διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «... ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθήναι, ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.



Τέλος μετὰ τὴν λειτουργίαν ὁ παπὰς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του καὶ ὀλίγοι φίλοι ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλας ἐπανήρχετο εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.

Πρὶν παρέλθη ἔτος ἐγεννήθη ἡ Κούμπω. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἠλικιοῦτο, ἐγένετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἱονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κούμπω, ὀκταέτις τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατώκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὴν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.

Αὐτὴ μόνον ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ.

- Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μή μᾶς ἀφήσης, λεγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά.

Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:

- Τὰ ’μαθες, πατέρα; ... Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας ... Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπον, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶσθε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῆ τ᾿ Ἀργυρώ μας ... γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός! ...

Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρώ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν ... Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμο τῆς πρωτοτόκου.

Τότε ἡ Κούμπω, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα.

Μίαν ἡμέραν θλιβερὰ τοῦ εἶπεν :

- Δὲν θὰ μπορῶ πλέον να ’ρχωμαι, οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα ... Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες ἐκεῖ στὸν μαχαλὰ στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε καθὼς περνοῦσα: Νά, τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄνδρας της». Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα.

Τῷ ὄντι, παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κούμπω δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἦλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη· ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.

-Τί ἔχεις κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.

-Ἂν δὲν ἔλθης, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καϋμό μου!

-Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.

Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενὴς καὶ εἶχεν δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθεν παρὰ τὴν κλίνην της καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμε ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της διὰ νὰ χαρῇ, ἦτο ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὴ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴ λαλιὰν εἰς τὸ στόμα.

-Πατέρα! Πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μιὰ λειτουργία ... μὲ τὴν μητέρα μαζί!... Εἶπε καὶ ἀπέθανε!

Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του ... Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του εἰς τὴν ἐρημίαν ... Ὁ τελευταῖος οὖτος χωρισμὸς ἦτο μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γίνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο μίαν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κούμπως: «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν, ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κούμπω. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα «ἐπὶ γήραος οὐδῷ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώσῃ με εἰς καιρὸν γήρως ... καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου, μὴ ἐγκαταλίπῃς με».

Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμόν... ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλλίτερον κτῆμα –ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα, μὲ νερόμυλον –καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.

«Ἐκύκλωσάν αἱ τοῦ βίου μου ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι, κηρίον, Παρθένε...»

Καὶ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, καὶ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθη εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα·
 
«Ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι,
τῶν αἰωνίων βασάνων...»
 


(1906)

Συμβουλές τοῦ π. Πορφυρίου στούς γονεῖς γιά τά παιδιά

Τό ἔτος 1997 ἡ σύζυγός μου ἔμεινε ἔγκυος. Ἡ χαρά μας ἦταν μεγάλη! Καί ἡ πρώτη μας φροντίδα ἦταν νά ἐνημερώσουμε τόν π. Πορφύριο, ὁ ὁποῖος συμμεριζόταν τίς χαρές μας καί τίς λύπες μας, ἀπό τήν πρώτη ἡμέρα τῆς γνωριμίας μας, καί μᾶς στήριζε μέ τίς προσευχές του, ἀλλά καί μέ τίς συμβουλές του, οἱ ὁποῖες ἦσαν γεμάτες ἀπό σοφία καί θεία ἔμπνευση!
Γιά τό λόγο αὐτό, τόν ἐπισκεφθήκαμε καί τοῦ ἀνακοινώσαμε τό εὐχάριστο γεγονός. Εὐχαριστήθηκε πολύ! Ἡ χαρά του ἦταν ἔντονα ζωγραφισμένη στό πρόσωπό του.
Τώρα ὁλοκληρώθηκε ἡ εὐτυχία σας! Ὁ καλός μας Θεός σᾶς τά ἔδωσε ὅλα! Εἶσθε καλοί καί τούς καλούς ὁ Κύριος δέν τούς στερεῖ τίποτε! Ἐξ ἄλλου, σᾶς τό εἶχα πεῖ. Θά κάνετε παιδί. Ἀλλά ἐσεῖς, μωρέ, εἴσαστε ἄπιστοι Θωμάδες. Δεν πιστεύετε σ’ αυτά που σας λέω. Το ξέρω ὅτι μέ ἀγαπᾶτε, ἀλλά εἶστε ὀλιγόπιστοι. Λυγίζετε εὔκολα, πού νά σᾶς πάρει ἡ εὐχή …Να έρχεσθε πιο συχνά να με βλέπετε, γιατί το έχετε ανάγκη. Ὅταν έρχεσθε, σας βλέπω σκυθρωπούς και απελπισμένους, και όταν φεύγετε, σας βλέπω στο δρόμο, που πηγαίνετε για το σπίτι σας, χαρούμενους, ευτυχισμένους και με τονωμένη την πίστη σας! Το αυτοκίνητό σας δεν κυλάει, αλλά πετάει!
Τώρα, συνέχισε ὁ Γέροντας, καθίστε νά σᾶς πῶ ὁρισμένα πράγματα, για να τα έχετε υπόψη σας, σαν υποψήφιοι γονείς που είσθε. Και αυτά που θα σας πω, θέλω να τα βάλετε καλά μέσα στο μυαλό σας, να τα συγκρατήσετε και να τα εφαρμόσετε κατά γράμμα, εάν δεν θέλετε να δείτε το παιδί σας δυστυχισμένο και τους εαυτούς σας το ίδιο.
Ἔρχονται ἐδῶ ἑκατοντάδες γονεῖς και με κλάματα στα μάτια με παρακαλούν να βοηθήσω τα παιδιά τους γιατί άλλα έμπλεξαν με ναρκωτικά, άλλα με κακές παρέες ,άλλα τους βρίζουν, τους ζητούν χρήματα, για να τα χρησιμοποιήσουν στις χαρτοπαικτικές λέσχες και στα άλλα τυχερά παιχνίδια, και όταν δεν έχουν να τους δώσουν, τους απειλούν και ακόμη και τους χτυπούν! Έτσι, φθάνουν οι γονείς να καταρώνται και αυτά και την ώρα και τη στιγμή, που τα έφεραν στη ζωή! Έχω δει γονείς να κλαίνε με μαύρο δάκρυ για το κατάντημα των παιδιών τους και να λένε, χίλιες φορές να μην τα είχαμε! Γιατί τότε, θα είχαμε ένα καημό και μία στενοχώρια, που δε θα είχαμε παιδιά, ενώ τώρα, μου λένε, έχουμε χίλιους καημούς και άλλες τόσες στενοχώριες για τα προβλήματα τα φοβερά, που μας δημιουργούν καθημερινά και ντρεπόμεθα να κυκλοφορούμε στον κόσμο. Γι’ αυτό ζητάνε να τους βοηθήσω με τις προσευχές μου, για να σώσουν τα παιδιά τους. Ὅμως, ὅταν τούς ρωτῶ, ἐσεῖς τί κάνετε τώρα, γιά νά βοηθήσετε αὐτά τά δυστυχισμένα πλάσματα, μοῦ ἀπαντοῦν, σχεδόν στερεότυπα, ὅτι δέν μπόρεσαν νά κάνουν τίποτε, γιατί  ξέφυγαν ἀπό τὀν ἔλεγχό τους, μόλις ἔγιναν ἔφηβοι!
Ε! Ἑπόμενο ἦταν, τούς λέω. Ἀφοῦ ἀφήσατε ὅλα τά παιδικά χρόνια ἀνεκμετάλλευτα και περιμένατε να έλθει η ήβη, για να ασχοληθείτε με τα παιδιά σας , ασφαλώς αυτά τα αποτελέσματα θα είχατε και θα πρέπει να περιμένετε και χειρότερα. Το παιδί είναι σαν το ζυμάρι. Όσο πιο μαλακό είναι το ζυμάρι, τόσο πιο εύκολα πλάθεται. Το ίδιο και το παιδί. Όσο πιο μικρό είναι , τόσο πιο χρηστά διαπλάθεται, διαμορφώνεται, διαπαιδαγωγείται και τελειούται.
Τώρα, που  θυμηθήκατε εσείς, ότι έχετε παιδιά, ή μάλλον σας το θύμισαν αυτά με τις αταξίες τους, τις απαιτήσεις τους, τις παρανομίες τους και γενικά με την ανήθικη συμπεριφορά τους, τώρα είναι αργά. Πέταξε το πουλάκι. Και εάν πετάξει ένα πουλί, που το είχαμε στο κλουβί, δύσκολα πιάνεται, για να μην πω, πως δεν ξαναπιάνεται!
Ἡ διαπαιδαγώγηση τοῦ παιδιοῦ εἶναι τό Α καί τό Ω τῶν ὑποχρεώσεων, πού ἔχουν οἱ γονεῖς σ’ αὐτή την ἀνθρώπινη ὕπαρξη, που με τη θεϊκή σύμπραξη φέρνουν στη ζωή! Γονεῖς, πού ἀπέτυχαν νά διαπαιδαγωγήσουν τὀ παιδί τους σωστά, θεωροῦνται ἀποτυχημένοι σέ ΟΛΑ! Σέ ΟΛΑ, μέ ἀκοῦτε; Γιατί, εάν υποθέσουμε ότι υπάρχουν γονείς , που αφιέρωσαν όλη την ζωή τους στο να επεκτείνουν τις βιομηχανικές τους εγκαταστάσεις και να πολλαπλασιάσουν τα χρήματά τους, με αποτέλεσμα να γίνουν μεγιστάνες του πλούτου, ενώ παράλληλα δεν έκαναν  τίποτα για την χρηστή διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους, τότε, σας λέω, ότι όχι μόνο δεν προσέφεραν τίποτε στα παιδιά τους, αλλά αγωνίστηκαν και κόπιασαν για να δημιουργήσουν τεμπέληδες, ακαμάτες και εγκληματίες! Ναι ! Σας το βεβαιώνω εγώ. Εγκληματίες έφτιαξαν!...
----------------
Σημ. Το παραπάνω κείμενο έχει δημοσιοποιηθεί με την άδεια των αδερφών του Ιερού ησυχαστηρίου Μεταμόρφωσις του Σωτήρος στο Μήλεσι της Αττικής.
Η επιλογή των κειμένων, έγινε σε συνεργασία με τον κύριο Κωνσταντίνο Καρακόλη, ο οποίος και έχει την επιμέλεια του βιβλίου και τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για το ενδιαφέρον του.
ΠΗΓΗ: www.gerontas.gr

ΣΧΟΛΙΟ Ἐριβρεμέτη τοῦ klision «Λυγίζετε εὔκολα, πού νά σᾶς πάρει ἡ εὐχή …», λέει ὁ Γέροντας, πιό πάνω. Λυγίζετε εὔκολα καί στίς «διαταγές» καί «ἐπιταγές» τῆς μοντέρνας νοοτροπίας. Ἄραγε νά ἀρέσει στόν π. Πορφύριο νά γράφονται τά λόγια του στό μινιμαλιστικό μονοτονικό, πού ἐπέβαλε πρό 30ετίας ὡς ἐναρκτήριο λἀκτισμα τῆς ὁλοκληρωτικῆς σημερινῆς (2010) κατεδαφίσεως ἡ ἴδια καί ἀπαράλλακτη ΕΡΓΟΛΑΒΙΑ; ΛΥΓΙΖΕΤΕ ΕΥΚΟΛΑ, πού νά σᾶς πάρει ἡ εὐχή. ΠΟΛΥ ΕΥΚΟΛΑ. ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΑΝΑΓΚΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ, τεχνική ἤ ἄλλη. 
Καλές οἱ «γεροντικές» συμβουλές. Ἅγιες. Ἀλλά Ἅμα δέν μποροῦμε νά σεβαστοῦμε τά ἁπλά, πῶς θά τηρήσουμε τά δυσκολότερα;


Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010

Θά τρώει καί δέν θά χορταίνει, θά ἁρπάζει καί δέν θά τοῦ φτάνουν.

Γιατί οἱ ἄδικοι προοδεύουν;
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ


Πηγή: Προσκυνητής

Μέχρι πότε προοδεύουν; Και τί συμβαίνει στο τέλος σ΄ αυτούς και στους απογόνους τους; Αναρωτήθηκες ποτέ; Να μη σκοντάφτουν οι σκέψεις σου όταν βλέπεις ότι κάποιος καυχιέται με τη δύναμη και ξεχνά το Δωρητή της δύναμης. Θυμήσου πως ο υπερήφανος και καυχόμενος Γολιάθ σκοτώθηκε από τη σφεντόνα ενός αγοριού, του Δαβίδ. Να μη συγχύζεται η καρδιά σου όταν βλέπεις πως κάποιος πλουτίζει με άδικο τρόπο.
Θα τρώει και δεν θα χορταίνει, θα αρπάζει και δεν θα του φτάνουν.
Θυμήσου τους πλούσιους πολίτες στα Σόδομα, πως σε μία στιγμή ρίχτηκε πάνω τους φωτιά και έγιναν στάχτη μ' όλο τους τον πλούτο. Εσύ είσαι χριστιανός, και ο χριστιανός παρατηρεί τα γεγονότα στην άλλη γραμμή, στην ολότητα, και όχι επί μέρους. Την πρόοδο του αδίκου ο χριστιανός δεν εκτιμά σαν κάποιο τετελεσμένο γεγονός αλλά περιμένει να δει τι ακολουθεί. Αυτός ξέρει πως ο άδικος δεν προοδεύει ούτε με τη δική του δύναμη ούτε με το δικό του μυαλό αλλά μόνο επειδή ο Θεός του επιτρέπει να προοδεύει, μπας και κάποια στιγμή θυμηθεί το Θεό.
Αφού είναι ανείπωτα ελεήμων ο Θεός μας, και επιτρέπει στους αδίκους εκείνο που αυτοί επιθυμούν, μπας και κάποια στιγμή σκεφθούν, ότι αυτό είναι από το Θεό και ντραπούν για την αδικία τους και διορθωθούν. Στο Θεό είναι αγαπητοί οι μετανοούντες‡ είναι πολύ αγαπητοί σ' Αυτόν όσοι μετανοούν ταπεινά για τις άδικες πράξεις τους.
Ο Δημιουργός δεν θέλει πάντα να τιμωρήσει αμέσως μόλις κάποιος ξεκινήσει σε λάθος δρόμο. Εκείνος περιμένει τον πλανημένο να γυρίσει μόνος του στον σωστό δρόμο. Εκείνος βλέπει και σιωπά. Περιμένει και δεν αργεί. Είναι θαυμαστός στη σοφία, πανθαύμαστος στο έλεός Του. Γι' αυτό ο προορατικός Ψαλμωδός ενθουσιασμένα λέει στον Κύριο: «Τα κρίματά σου ωσεί άβυσσος πολλή» (Ψαλμ. 35,7). Ποιός θα ερευνήσει όλο το βάθος της πρόνοιας του Θεού;
Οι ανόητοι θυμώνουν επειδή ο Θεός δεν διοικεί τον κόσμο κατά τη δική τους λογική, και οι λογικοί κοπιάζουν ασταμάτητα να μπουν στη λογική του Θεού. Είναι δύσκολο καμιά φορά και στο λογικότατο να κατανοήσει το γιατί σ' έναν άνθρωπο συμβαίνει έτσι, ενώ στον άλλον αλλιώς· γιατί ο νέος που επιθυμεί τη ζωή πεθαίνει, ενώ ο γέρος που επιθυμεί τον θάνατο ζει - γιατί ο ευσεβής βασανίζεται, ενώ ο άθεος καλοπερνά. Και οι αγιότατες ψυχές καμιά φορά βρίσκονται σε αμηχανία μπροστά στο αίνιγμα των γεγονότων. Στην Ιερά παράδοση υπάρχει γραμμένη η εξής περίπτωση: πέθανε κάποιος αμαρτωλός πλούσιος, του οποίου οι αμαρτίες ήταν γνωστές σε όλους, και ο ενταφιασμός του ήταν πανηγυρικός, με τον επίσκοπο και πολλούς Ιερείς. Λίγο μετά απ' αυτό επιτέθηκε ύαινα σ' έναν ασκητή στην έρημο και τον κατασπάραξε.
Κάποιος μοναχός, ο όποιος είχε δει εκείνη την πανηγυρική νεκρώσιμη πομπή του αμαρτωλού και τα ματωμένα υπολείμματα του δίκαιου, στη σύγχυση του άρχισε να κλαίει και φώναξε: «Κύριε, πώς έγινε αυτό και γιατί; Πώς εκείνος ο αμαρτωλός είχε και απαλή ζωή και απαλό θάνατο, ενώ αυτός ο δίκαιος πικρή ζωή και πικρό θάνατο;».
Σ' αυτό του εμφανίστηκε άγγελος του Θεού και εξήγησε: «Εκείνος ο κακός πλούσιος είχε στη ζωή του μόνο μία καλή πράξη, ενώ αυτός ο ασκητής είχε στη ζωή του μόνο μία πιο βαριά αμαρτία. Με την εορταστική και τιμητική νεκρώσιμη πομπή ο Ύψιστος ήθελε στον κακό πλούσιο να ξεπληρώσει εκείνο το καλό έργο, ώστε να μην περιμένει τίποτα άλλο σ' εκείνον τον κόσμο, ενώ με τον φρικτό θάνατο του ασκητή ήθελε να τον απαλλάξει από εκείνη τη μία αμαρτία, ώστε να του δώσει πλήρες βραβείο στους ουρανούς».
Γι' αυτό εσύ να σκέπτεσαι περί των κρίσεων του Θεού και τοποθέτησε όλη την ελπίδα στον Δημιουργό σου. «Μη φθονείς την ευτυχία εκείνων που σκέφτονται το πονηρό και μη ζηλεύεις εκείνους που κάνουν το κακό» (Ψαλμ. 36,1). Έτσι γράφει ο δίκαιος βασιλιάς Δαβίδ, τον οποίον για πολύ καιρό βασάνιζε εκείνο που βασανίζει και σένα, ώσπου ο Κύριος του αποκάλυψε το λόγο για να καταλάβει. Ο ίδιος λέει και αυτή την παρήγορη εμπειρία του: «Ήμουν νέος και τώρα γέρασα και δεν είδα δίκαιο να εγκαταλείπεται από το Θεό, ούτε τα παιδιά του να ζητιανεύουν ψωμί» (Ψαλμ. 36,25). Διάβαζε συχνά το Ψαλτήρι, και θα καταλάβεις και θα παρηγορηθείς.
Ειρήνη και η ευλογία από τον Κύριο

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

῞Αγιος Νήφων ὁ Β΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+1508) -Μοναχοῦ Μωϋσέως ῾Αγιορείτου Αγιορείτης Άγιος


                      

   Αγιορείτης Άγιος
            ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ, 11 Αυγούστου
           
Καταγόταν από ευγενική οικογένεια της Πελοποννήσου. Τα πρώτα γράμματα διδάχθηκε στην πατρίδα του, «είχε δε και τόσον δεξιών νουν, οπού εις ολίγον καιρόν απέρασεν όλους τους συμμαθητάς του εις τα μαθήματα». Στην Επίδαυρο υποτάχθηκε στον ενάρετο Γέροντα Αντώνιο, ο οποίος του φόρεσε το μοναχικό σχήμα και από Νικόλαο τον ονόμασε Νήφωνα. Εργόχειρο είχε την καλλιγραφία και ποτέ δεν άφηνε την προσευχή, τη σιωπή και τη μελέτη. «Ούτε βιβλίον Εκκλησιαστικόν ανέγνωσε χωρίς να χύση δάκρυα».
Μετά τον θάνατο του Γέροντός του γνωρίσθηκε με τον σοφό Αγιορείτη Ζαχαρία και, αφού περιόδευσαν διαφόρους τόπους προς στηριγμό των χριστιανών, εγκαταστάθηκαν στην Αχρίδα, στη μονή της Θεοτόκου. Όταν ο Ζαχαρίας εξελέγη αρχιεπίσκοπος Αχριδών, ο Νήφων ήλθε με την ευλογία του στο Άγιον Όρος και επισκέφθηκε διαδοχικά τις μονές Βατοπεδίου, Παντοκράτορος, Μ. Λαύρας και Διονυσίου, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Ήταν αγαπητός απ' όλους τους Αγιορείτες για τη σπάνια σοφία και την ασυνήθιστη ταπείνωσή του. «Όλοι εθαύμαζαν την σύνεσιν των λόγων του. Ότι τόσον γλυκύς ήτον εις το λέγειν, οπού δεν εδύνατο τινάς να τον χωρισθή αλλά από την γλυκύτητα των λόγων του αλησμονούσε και την σωματικήν τροφήν». 
Χωρίς τη θέλησή του εξελέγη μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (1482) και από εκεί προβιβάσθηκε στον πατριαρχικό θρόνο στα τέλη του 1486, όπου παρέμεινε μέχρι το 1488. Μετά τη δεύτερη εκθρόνισή του το 1498, ύστερα από διετή περίπου πατριαρχεία, προσκλήθηκε από τον ηγεμόνα Ράδουλο (1496-1508) στη Βλαχία για να διοργανώσει την Εκκλησία και να διδάξει τον λαό, και «όλοι τον εδέχθησαν ως απόστολον του Κυρίου». Τον συνόδευαν οι όσιοι μαθητές του Μακάριος και Ιωάσαφ. Αμέσως, με μεγάλο ζήλο επιδόθηκε στο έργο του, σώζοντας τη Ρουμανική Εκκλησία από την έντονη παπική προπαγάνδα, την ηθοφθορία και αμέλεια κλήρου και λαού και «όλοι εδόξαζον τον Θεόν, οπού τους απέστειλε τοιούτον φωστήρα, και τους ωδήγησεν εις την οδόν της αληθείας και τον ωνόμαζον Νέον Χρυσόστομον». Επειδή όμως ο ηγεμόνας στάθηκε ασεβής στους θείους νόμους, αφού τον νουθέτησε ο άγιος, αποσύρθηκε στη μονή του Διονυσίου, όπου μετά από θαυμαστούς αγώνες ανεπαύθη. Είχε επιστρέψει αγνώριστος στη μονή και είχε ζητήσει το διακόνημα του βουρδουνάρη.
Το τίμιο λείψανό του πολλά θαύματα τέλεσε, φυλάγεται σε θαυμάσια λάρνακα στη μονή του και η κάρα του με το δεξί του χέρι σε μονή της Ρουμανίας. Ο τάφος του βρίσκεται πλάϊ στο ναό του κοιμητηρίου της μονής.
Πρώτος βιογράφος του (1517) ο μαθητής του και Πρώτος του Αγίου Όρους Γαβριήλ (1527-1528). Την ακολουθία του έγραψε ο γνωστός ιατρός Ιωάννης Κομνηνός, ο μετέπειτα μητροπολίτης Δρύστρας Ιερόθεος. Την ακολουθία αυτή αναθεώρησε και βελτίωσε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος συνέταξε τα εγκώμια.
Στη μονή Διονυσίου υπάρχει παρεκκλήσιο προς τιμή του Αγίου, κτίσμα του 1782 και έξω της μονής Κάθισμα του αγίου Νήφωνος και το ιστορικό προσκυνητάρι, όπου του έγινε η υποδοχή ως πατριάρχη, ιδιότητα που αποκαλύφθηκε στον ηγούμενο με όραμα, γιατί είχε κρυφθεί.
Η ιδιαιτέρα μνήμη του τιμάται πανηγυρικά με ολονύκτιο αγρυπνία στην ασκητική μονή του μεγάλου αγίου στις 11 Αυγούστου.
Πηγή: ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, Μωυσέως Μοναχού Αγιορείτου

       Η 500η επέτειος από της Κοιμήσεως του Αγίου Νήφωνος εορτάστηκε το 2008 με πανηγυρικές εκδηλώσεις στο Άγιο Όρος, παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου, από 21-24 Αυγούστου 2008.

«Τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου» (᾿Αρχιμ. Γερβάσιος ᾿Ι. Ραπτόπουλος)



Σκέπτεσθε τους γονείς σας;
Κάποιος ρώτησε μια Μάνα: «Τι σου στοίχισαν τα παιδιά σου;». Και η Μάνα του αποκρίθηκε: «Στοίχισαν πόνο και προσπάθεια. Κόπο και ανησυχία. Μόχθο και καθημερινή δουλειά στον πατέρα τους. Υπομονή και ευθύνη. Οδηγίες και νουθεσίες. Αγάπη και αγωνία. Προσευχές και δεήσεις».
Αυτά στοιχίζουν τα παιδιά στους γονείς. Αυτά και άλλα πολλά. Τόσο πολλά, που καμιά πένα στον κόσμο δε θα μπορέσει ποτέ να τα χαράξει πάνω στο χαρτί. Να γιατί απευθύνομαι σε σας, παιδιά, και κάνω τούτη την ερώτηση: Παιδιά, σκέπτεσθε τους γονείς σας; Αλλά τι σημαίνει αυτή η ερώτηση; Σημαίνει αυτά που θα σας γράψω παρακάτω. Και θα σας γράψω όχι λόγια αλλά παραδείγματα. Παραδείγματα παιδιών, που σκέπτονταν πάντα τους γονείς τους. Να τι θέλω να πω:

Να αγαπάτε τους γονείς σας.

Ύστερα από το Θεό, που πρέπει να είναι η πρώτη και απέραντη αγάπη σας, να αγαπάτε τους γονείς σας. Να αγαπάτε τον Πατέρα σας και τη Μάνα σας. Να τους αγαπάτε σαν τον Αινεία της Τροίας. Θυμάστε το περιστατικό; Πριν η Τροία παραδοθεί στη φωτιά, οι Έλληνες έδωσαν προθεσμία στους Τρώες να φύγουν όλοι από την πόλη παίρνοντας μαζί τους ό,τι ο καθένας θεωρούσε σαν το πιο πολύτιμο πράγμα. Τότε οι Έλληνες είδαν μια σκηνή που τους συγκλόνισε. ΤΙ είδαν; Είδαν τον νεαρό Αινεία να περνά την πύλη της Τροίας έχοντας τους ώμους του τα αγάλματα των θεών. Συγκινημένος ο επικεφαλής των Ελλήνων στρατιωτών επέτρεψε στον θαυμαστό νεαρό Τρώα να ξαναγυρίσει στην πόλη και να πάρει και ό,τι άλλο πολύτιμο ήθελα. Γύρισε ο Αινείας στην Τροία και σε λίγο περνούσε την Πύλη των τειχών βαστάζοντας στους ώμους του τους δύο γέροντες γονείς του, που ήταν παράλυτοι και δεν μπορούσαν να περπατήσουν. Ήταν ό,τι πολυτιμότερο είχε, ύστερα από τους θεούς. Αυτή η δεύτερη σκηνή συγκίνησε πιο πολύ τους Έλληνες. Και επέτρεψαν στο υπέροχο αυτό παιδί να γυρίσει και πάλι στην πόλη και να πάρει ότι άλλο είχε. Παιδιά! Έτσι να αξιολογείτε την αγάπη σας. Και σε τέτοιο βαθμό. Σαν τον Αινεία. Πρώτα η αγάπη στο Θεό και έπειτα η αγάπη στους γονείς. Γιατί, όπως μας είπε ο Χριστός, «ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ εστί μου άξιος» (Ματθ. 1,37). Όποιος αγαπά πατέρα ή μητέρα περισσότερο από το Θεό, δεν λογίζεται άξιος Χριστιανός

Παιδιά! Αγαπάτε τους γονείς σας. Αγαπάτε τους ειλικρινά. Άδολα. Χωρίς ανταλλάγματα. Με όλη σας την καρδιά. Να πως: Μια μάνα θα ξεκινούσε για ένα μακρινό ταξίδι. Τα τρία της παιδιά έτρεξαν και της πρόσφεραν τα δώρα τους. Το πρώτο της πρόσφερε μια μαρμάρινη  πλάκα με σκαλισμένο πάνω στην πλάκα το όνομα της. Το δεύτερο της πρόσφερε μια ανθοδέσμη με σπάνια μυρωδάτα λουλούδια. Το τρίτο παιδί δεν της πρόσφερε τίποτε. Της είπε όμως τα εξής λόγια: «Μητέρα, δεν έχω μαρμάρινη πλάκα. Δεν έχω ανθοδέσμη. Έχω όμως καρδιά. Σ' αυτήν χάραξα το όνομα Σου. Αυτή η καρδιά μου, Μητέρα, γεμάτη αγάπη, θα σε συνοδεύει, όπου θα ταξιδεύεις και θα σε παραστέκεται, όπου κι αν σταθείς». Παιδιά! Η μεγαλύτερη προσφορά στους γονείς σας είναι η αγάπη. Χωρίς την καρδιά κάθε άλλη προσφορά είναι Πολύ μικρή. Ελάχιστη.

Να τιμάτε τους γονείς σας.

Η εντολή του Θεού είναι σαφής και κατηγορηματική. Τη σημειώνω: «Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου» (Εξοδ. Κ, 12). Κι αυτή η εντολή πρέπει να γίνει βίωμα σας. Να τιμάτε τον Πατέρα σας. Να τιμάτε τη Μάνα σας. Να τους τιμάτε, όπως τους ταιριάζει. Όπως τους αξίζει. Και να θυμάστε τούτο: Κάθε προκοπή σας σ' αυτούς οφείλεται. Όσα παιδιά πρόκοψαν στη ζωή τους το ομολόγησαν αυτό. Και τους απέδωσαν την ανάλογη τιμή. Ο Αβραάμ Λίνκολν είπε: "Παν ότι είμαι το οφείλω στη μητέρα μου". Θυμάστε τα παιδιά του Διαγόρα από τη Ρόδο; Τα σημειώνω: Δημάγετος, Ακουσίλαος, Δωριέας. Αυτά τα τρία υπέροχα παιδιά, όταν νίκησαν στους Ολυμπιακούς αγώνες, τίμησαν τον πατέρα τους κατά τρόπο που συγκίνησε όλο τον κόσμο που βρισκόταν μέσα στο στάδιο της Ολυμπίας. Μόλις η Επιτροπή στεφάνωσε τα τρία αυτά απιδιά, έτρεξαν αμέσως στην κερκίδα, όπου καθόταν ο ασπρομάλλης πατέρας τους. Και τι έκαναν; Τι έκαναν! Παρακολουθήστε. Έβγαλαν τα στεφάνια από τα κεφάλια τους και τα φόρεσαν στο κεφάλι του πατέρα τους. Ύστερα τον έπιασαν, τον σήκωσαν πάνω τους ώμους τους και τον περιέφεραν ολόγυρα στο στάδιο. Σκηνή συγκλονιστική. Όλοι οι θεατές σηκώθηκαν όρθιοι. Όλοι ζητωκραύγαζαν. Όλοι έκλαιγαν από συγκίνηση. Και όλοι έρραιναν τον πατέρα και τους τρεις γιους του με λουλούδια και δαφνόφυλλα. Και ακολούθησε άλλη σκηνή, το ίδιο συγκινητική. Ένας Σπαρτιάτης, συγκινημένος βαθύτατα, τη στιγμή που περνούσε από κοντά του ο δαφνοστεφανωμένος Διαγόρας, πάνω στους ώμους των παιδιών του, φώναξε με όλη τη δύναμη του: «Διαγόρα! Πέθανε πια τώρα!». Και έτσι έγινε. Ο Γέροντας Διαγόρας δεν άντεξε. Έγειρε στους ώμους των παιδιών του και έκλεισε για πάντα τα μάτια του, ευτυχισμένος από τη μεγαλύτερη τιμή που του πρόσφεραν τα παιδιά του!

Άλλο, πάλι παιδί, ο Κορίνθιος Έφηβος, μόλις στεφανώθηκε ολυμπιονίκης, έτρεχε όσο μπορούσε πιο γρήγορα, για να φέρει τη μεγάλη νίκη στην άρρωστη μητέρα του, την Ενάρετη. Δεν την πρόφτασε όμως ζωντανή. Έκλαψε πολύ ο ολυμπιονίκης γιος της. Έκλαψε, γιατί δεν μπόρεσε να δώσει τη χαρά της νίκης στην Μάνα του. Ωστόσο έκανε το εξής, για το οποίο έκλαψαν όλοι. Τι έκανε; Με το στεφάνι του στεφάνωσε τα μαλλιά της νεκρής και με λυγμούς είπε: «Μητέρα συγχώρεσε με που δε μπόρεσα να τρέξω πιο γρήγορα. Σου έφερα τη μεγάλη νίκη. Μα ο θάνατος τρέχει πιο γρήγορα από τους θνητούς, που ούτε οι ολυμπιονίκες μπορούν να παραβγούν μαζί του. Σε πήρε πριν προλάβεις να χαρείς τη δική μου χαρά. Μα πάρε την, καλή μου Μητέρα, ας είσαι και νεκρή. Είναι δική σου...». Παιδιά! Τιμήστε τους γονείς σας όσο ζουν. Τιμήστε τους και νεκρούς.

Να σέβεστε τους γονείς σας.

Να σέβεστε τους γονείς σας πάντα. Ακόμη κι όταν κάνουν λάθη. Όποια λάθη κι αν κάνουν, δεν παύουν να είναι γονείς σας. Θυμάσθε τον Νώε; Ο δίκαιος και ενάρετος Νώε «έπιεν εκ του οίνου και εμεθύσθη» (Γενεσ. 0,21). Ο Νώε μέθυσε. Κι ύστερα γυμνώθηκε. Το ένα του παιδί, ο Χαμ, ασέβησε στον πατέρα του,. Διαπόμπευσε την παρεκτροπή του πατέρα του. Τα δύο άλλα όμως παιδιά, Σήμ και Ιάφεθ, έδειξαν σεβασμό στο γεννήτορα τους. Τι έκαναν; Πήραν ένα ρούχο και περπατώντας με τις πλάτες τους γυρισμένες προς τον πατέρα, για να μη δουν τη γύμνωση του, πέτυχαν και τον σκέπασαν. Άξια παιδιά. Παράδειγμα στους αιώνες για τα παιδιά του κόσμου.

Κανένα λάθος των γονέων σας δεν πρέπει να σταθεί ικανό να μειώσει το σεβασμό προς τους γονείς. Ακόμα κι αν σας πιέζουν να το κάνετε οι πιο ισχυροί της γης. Η Μάνα του Μ. Αλέξανδρου, η Ολυμπιάδα, ήταν δύστροπη γυναίκα. Ανακατευόταν πάντα στις υποθέσεις της χώρας. Ωστόσο, ο εξαίρετος γιος της ποτέ δεν ασέβησε στη Μάνα του. Ποτέ δεν τη λύπησε. Ποτέ δεν της είπε πικρό λόγο. Πάντα της φερόταν με υπομονή. Πάντα με γλυκύτητα. Κάποτε ο Αντίπατρος, επιστήθιος φίλος του, του έγραψε και του συνέστησε να δώσει τέλος σ' αυτήν την ιστορία με τη Μάνα του. Αλλά ο υπέροχος γιος της Ολυμπιάδας του απάντησε: «Αντίπατρε! Ένα δάκρυ μια Μάνας μπορεί να σβήσει δέκα χιλιάδες γράμματα σαν αυτό».

Κι αν οι γονείς συνεχίζουν να παρεκτρέπονται; Και τότε σεβασμό; Και τότε. Και πάντα. Και έχοντας αυτό το σεβασμό, μπορείτε να κάνετε αυτό που έκανε μια νέα για τον μέθυσο πατέρα της. Ήταν νύχτα. Το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα. Ο αέρας ξερίζωνε δένδρα. Τα κύματα βουνά στη θάλασσα. Ο πατέρας της γύριζε από το διπλανό νησί με μια βάρκα. Και γύριζε, όπως πάντα, μεθυσμένος. Η κόρη του αψηφά τον κίνδυνο και με ένα φανάρι στα χέρια κατεβαίνει στη θάλασσα. Σηκώνει ψηλά το φανάρι να το δει ο πατέρας της και, με όλη της τη δύναμη φωνάζει: «Πατέρα, έλα, απ' εδώ είναι ο δρόμος». Η δυνατή φωνή συνέφερε το μεθυσμένο πατέρα, που πάλευε με τα κύματα. Βγήκε σώος. Αλλά η κόρη του δεν ζούσε πια. Τη βρήκε στο δρόμο παγωμένη. Η θυσία της σημάδεψε μια νέα ζωή για τον πατέρα της. Ζωή με εγκράτεια, αρετή και αγιασμό. Παιδιά! Αν χρειασθεί, θυσιαστείτε κι εσείς για τους γονείς σας. Σαν την ηρωίδα κόρη του μέθυσου πατέρα.

Να προπέμπετε τους γονείς σας.

Οι γονείς σας, σαν πρεσβύτεροι, κατά κανόνα, φεύγουν πρώτοι από την πρόσκαιρη τούτη ζωή. Μην αμελήσετε να βρίσκετε κοντά τους στις στερνές ώρες της ζωής τους. Όπου κι αν είστε, να σπεύσετε κοντά τους. Κι αν ακόμη βρίσκεστε στην άλλη άκρη της γης, σαν άλλοι απόστολοι «συναθροισθέντες» κοντά τους, «κηδεύσατε» τα σώματα τους. Και με όλες τις τιμές. Σεις να τους κλείσετε τα μάτια. Σεις, τα παιδιά τους. Όχι άλλοι. Διαβάστε τι γράφει ο ιερός Αυγουστίνος για τη Μητέρα του, τη Μόνικα. Διαβάστε και διδαχθείτε. «... Η θρησκευτική εκείνη ψυχή απαλλάχθηκε από το σώμα της. Έκλεισα τα μάτια της. Την καρδιά μου την έσχισε οξύτατη οδύνη. Ήταν έτοιμη να ξεσπάσει σε χείμαρρο δακρύων...». Έτσι να προπέμπετε και σεις τους γονείς σας. Σαν τον ιερό Αυγουστίνο. Και μην παύσετε ποτέ να επισκέπτεσθε συχνά τον τάφο τους. Ένα κερί, μια δέηση, τα περιμένουν πάντα οι γονείς σας. Δέηση για τις ψυχές τους. Έτσι, όπως ορίζει η Εκκλησία μας. Όταν στις 21 Φεβρουαρίου 1913 έπεσαν τα Γιάννενα, ένας Ηπειρώτης νέος, που πολέμησε με τον Ελληνικό στρατό για την απελευθέρωση της πόλεως, έτρεξε στον τάφο του πατέρα του, έσκυψε, φίλησε τον τάφο και με δάκρυα φώναξε: «Πατέρα! Ξύπνα! Τα Γιάννενα είναι, επιτέλους, ελεύθερα».

Αγαπητά παιδιά,

Όσα έχετε ακόμη τους γονείς σας, δείξτε τους όλη σας την αγάπη. Τίποτα ας μη σταθεί ικανό να λιγοστέψει την αγάπη σας σ' αυτούς. Τίποτα. Ούτε πράγμα. Ούτε αξίωμα. Ούτε εργασία. Ούτε πρόσωπο. Είπαμε, τίποτα. Τιμήστε τους με όποιον τρόπο τους ταιριάζει. Σεβαστείτε τους. Και όταν έλθει η ώρα, σεις να τους κλείσετε τα μάτια. Όσα, πάλι, παιδιά δεν έχετε πια τους γονείς σας, μη παύσετε να επισκέπτεσθε τον τάφο τους. Σας περιμένουν. Και θα σας περιμένουν πάντα. Μέχρι που και σεις να βρεθείτε κοντά τους. Στην αιώνια χαρά του παραδείσου.

(από το περιοδικό του Συλλόγου Πολυτέκνων Γονέων Νομού Ιωαννίνων «ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ ΒΗΜΑ», τεύχος 70, Ιανουάριος-Μάρτιος 2010)


(Πηγή ηλ. κειμένου: "Ζωηφόρος")
ἀναδημοσίευση: alopris.gr








Τρίτη 10 Αυγούστου 2010

᾿Οργή καί ἀγανάκτηση ἐπικρατεῖ στίς τάξεις τῶν Πολυτέκνων, εἰδικά τῶν ἐκπαιδευτικῶν


1) Με βάση το νόμο που ίσχυε μέχρι πέρσι περίπου 730 εκπαιδευτικοί απέκτησαν 4ο παιδί,περιμένοντας να διοριστούν.
Αντ' αυτών διορίζονται μόνο περίπου 90,παρόλο που οι νόμοι δεν μπορούν να έχουν αναδρομική ισχύ.
2) Και όσοι διορίζονται υποχρεώνονται να ...
δηλώσουν περιοχές δυσπρόσιτες γενικά και πρέπει με 4 ανήλικα παιδιά να πάνε
στο άλλο άκρο της Ελλάδος, χωριζόμενοι οι σύζυγοι,χωρίς να έχουν στήριξη από τις οικογένειές τους. Πρόκειται για πρωτοφανή
παραβίαση του άρθρου 21 του Συντάγματος και του δημοσιουπαλληλικού κώδικα και ένα χτύπημα στις οικογένειες
εκείνες που στηρίζουν δημογραφικά την Ελλάδα.
3 ) Ακούγονται και κυκλοφορούν σενάρια περί μείωσης και άλλων των μισθών και των δώρων και των οικογενειακών επιδομάτων,
την ώρα που οι Πολύτεκνες Οικογένειες πλήττονται περισσότερο από κάθε άλλη κοινωνική ομάδα από τις μειώσεις μισθών
και την αύξηση των φόρων,ειδικά εκείνες που έχουν πολλά ανήλικα παιδιά.
Σε όλους τους Συλλόγους Πολυτέκνων της Ελλάδος επικρατεί αναβρασμός και οργή για την άδικη επίθεση και αναμένονται μαζικές
προσφυγές στα διοικητικά δικαστήρια, αγωγές για άνιση κατανομή των οικονομικών και φορολογικών βαρών στους Πολύτεκνους,
μέχρι και προσφυγή στα Ευρωπαϊκά δικαστήρια, αφού η ΕΕ προστατεύει την οικογένεια, ειδικά τις πολυμμελείς.
4) Αρχίζει να καλλιεργείται και η ιδέα νέου Συλλαλητηρίου των Πολυτέκνων στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης,την
πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, την ώρα που θα είναι στη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός. ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟ Η ΚΟΡΟΙΔΙΑ.Αν συνεχιστεί αυτή η τυφλή επιβολή μέτρων, χωρίς κλιμάκωση ανάλογα με τον αριθμό παιδιών ,
η Ελλάδα κινδυνεύει να παρουσιάσει αρνητικό ρεκόρ γεννήσεων από φέτος. Η Ελλάδα σβήνει και η
ελληνική κυβέρνηση δείχνει να μην ενδιαφέρεται να ανακόψει το ρεύμα της υπογεννητικότητας.Και είναι πάρα
πολλές οι Πολύτεκνες Οικογένειες που στήριξαν τη σημερινη κυβέρνηση, αλλά τώρα είναι εξοργισμένες
και θα το δείξουν στις κάλπες του Νοεμβρίου ...

Το οργισμένο δελτίο τύπου της ΑΣΠΕ


Δελτίο Τύπου ΑΣΠΕ για τους διορισμούς των Πολυτέκνων Εκπαιδευτικών: Εμπαιγμός... / Πληροφορίες Εκτύπωση E-mail
09.08.10
  ΑΝΩΤΑΤΗ  ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ  ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ  ΕΛΛΑΔΟΣ 
                                                                                                     9 Αυγούστου 2010
 
  
                                            ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
 
 
    Ο Πρωθυπουργός μας  κ. Γ. Παπανδρέου, την 1η Νοεμβρίου 2009 - ημέρα που γιορτάζεται στη χώρα μας  η ημέρα των πολυτέκνων, μας απηύθυνε  το ακόλουθο μήνυμα:
 
«Η νέα Κυβέρνηση δε θα αρκεστεί σε αποσπασματικά μέτρα, αλλά θα προχωρήσει άμεσα σε ολοκληρωμένες και οριζόντιες πολιτικές, στο σπίτι, στο σχολείο, στην εργασία, στην κοινωνία. Πολιτικές, οι οποίες θα αντιμετωπίζουν τις ανάγκες της πολύτεκνης οικογένειας, αλλά παράλληλα θα δίνουν κίνητρα και θα ενθαρρύνουν τα νέα ζευγάρια να μεγαλώσουν όχι όσα παιδιά μπορούν αλλά όσα παιδιά θέλουν. Σας διαβεβαιώνω ότι οι προσπάθειές σας για συνεχή βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και ποιότητας ζωής της πολύτεκνης οικογένειας με βρίσκουν στο πλευρό σας, αρωγό και συμπαραστάτη».
 
    Νέοι πολύτεκνοι  συνάδελφοι (πάνω από 600),  πίστεψαν σ` αυτά τα λόγια και προχώρησαν σε αποφάσεις ζωής,  αποκτώντας 4ο και άνω τέκνο και ήλθε η ώρα  τώρα, να διορισθούν ως εκπαιδευτικοί βάσει των νόμων: 3027/2002 και 3255/2004 που πέτυχαν το σκοπό για τον οποίο έγιναν (καθότι είχαμε για 1η φορά αύξηση των γεννήσεων και χωρίς κανένα δημοσιονομικό κόστος). Όμως αυτοί οι νόμοι,  κατηργήθησαν  πριν 2 μήνες  και αντικαταστάθηκαν από το νόμο 3848/2010, όπου βάζουν την πολύτεκνη μάνα - εκπαιδευτικό με 4 ανήλικα παιδιά  να διαγωνισθεί με τις ίδιες προϋποθέσεις άλλους συνυποψηφίους της, χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις, και αυτό να λέγεται «εξέταση με ίσους όρους»!!!
 
    Μας υποσχέθηκαν μεταβατικό στάδιο - προσαρμογής  2 ετών στο νέο νόμο και ότι όλοι που είχαν κατοχυρώσει δικαίωμα διορισμού θα διορίζοντο. Με  την   εκδοθείσα όμως, εγκύκλιο διορισμού, που καλεί μεταξύ των άλλων ειδικών κατηγοριών και τους: «Γονείς περισσότερων των τριών τέκνων που είναι ανήλικα ή υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία ή σπουδάζουν» (ούτε το όνομα πολύτεκνος δεν αναφέρεται, είναι τυχαίο ή θέλουν να διορίσουν και κάποιους μαϊμούδες πολυτέκνους…;) το μεταβατικό στάδιο των 2 ετών αποδεικνύεται   εμπαιγμός…, καθότι απορροφώνται μόνο 93 άτομα και μάλιστα στα διάφορα σημεία της χώρας,  κατά παράβαση του άρθρου 10 του ισχύοντος  ν. 1910/1944 και του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα  3528/2007:«… πολύτεκνοι ή τέκνα αυτών δημόσιοι υπάλληλοι τοποθετούνται στον τόπο των συμφερόντων τους» και  χωρίς καμία δέσμευση για τους υπόλοιπους που είναι στους Πίνακες. Επίσης  άγνωστος  σε εμάς και αυθαίρετος  είναι ο τρόπος κατανομής των θέσεων διορισμού ανάμεσα στις διάφ0ρες ειδικές κατηγορίες. Ενώ λείπουν και ολόκληροι κλάδοι εκπαιδευτικών με τις αιτήσεις των να αγνοούνται!!!.
    Πέρυσι επί συνολικού αριθμού 6.500 διοριζομένων εκπαιδευτικών οι πολύτεκνοι που διορίσθηκαν ήσαν 603 ή ποσοστό 9,27%. Φέτος επί 2.825 συνολικώς διοριζομένων εκπαιδευτικών, οι πολύτεκνοι που θα διορισθούν είναι μόνο 93…,  δηλαδή  μόλις 3,29%!!!
 
     Μετά  και από αυτό,  οι πολύτεκνοι διαμαρτύρονται  και διερωτώνται:
-        Πού είναι τέλος πάντων,  η συνέπεια και η συνέχεια του Κράτους;
-         Σε ποιο προεκλογικό   πρόγραμμα  το ΠΑΣΟΚ είχε αναφέρει ότι θα καταργήσει τις διατάξεις  για τους διορισμούς των πολυτέκνων εκπαιδευτικών, που το ίδιο είχε θεσπίσει υπέρ των πολυτέκνων;
-         Πότε η  «Τρόικα», μας ζήτησε την κατάλυση κάθε μέτρου πρόνοιας και κοινωνικής  μέριμνας;
 
     Είναι δυνατό να συμβαίνουν στην Ελλάδα όλα αυτά, τη στιγμή που αυτή έχει ήδη γίνει ένα απέραντο γηροκομείο και εξαιτίας αυτού η οικονομία και τα ασφαλιστικά μας ταμεία καταρρέουν;
    Γιατί αγνοούν οι κυβερνώντες το Σύνταγμα και τις ομόφωνες διαπιστώσεις του Ελληνικού Κοινοβουλίου; Γιατί διαρκώς ακολουθούμε μια κοντόφθαλμη πολιτική με ορίζοντα τετραετίας και δεν βλέπουμε ότι ο ελληνικός πληθυσμός συρρικνώνεται δραματικά με ότι αυτό συνεπάγεται;
    Η  παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3260/2004 για τον διορισμό των πολυτέκνων και τέκνων πολυτέκνων στο Δημόσιο προβλέπει:
«... Ποσοστό 20% των προκηρυσσομένων θέσεων τακτικού προσωπικού και προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ κατά νομαρχία, φορέα και κλάδο ή ειδικότητα, καλύπτονται από πολυτέκνους και τέκνα πολυτέκνων, εφόσον υπάρχουν»,
και πράγματι μέχρι πέρυσι, οι πολύτεκνοι εκπαιδευτικοί εξαιρούντο από τις διατάξεις αυτού του νόμου καθότι υπήρχαν ειδικότεροι και ευνοϊκότεροι νόμοι για τους διορισμούς των πολύτεκνων εκπαιδευτικών στο Υπουργείο Παιδείας. Όμως  τώρα,  εφόσον κατηργήθησαν οι ειδικότεροι ως άνω νόμοι, για τους πολύτεκνους εκπαιδευτικούς… ισχύει τώρα  ο  γενικότερος νόμος  3260/2004 και ως εκ τούτου πρέπει άμεσα να εφαρμοσθεί  αυτός με το ποσοστό που προβλέπεται σε αυτόν  για να μην ταλαιπωρούνται οι πολύτεκνοι και οι οικογένειες των με προσφυγές στα δικαστήρια όπου θα προσφύγουν μαζικά για αντισυνταγματικότητα του ν.3848/2010.
   Καλούμε την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας να υλοποιήσει τις υποσχέσεις της και να προβεί στο διορισμό όλων των πολυτέκνων εκπαιδευτικών που υπέβαλαν αίτηση εφέτος.
 
                            Από το Γραφείο Τύπου της ΑΣΠΕ
 Πηγή:http://taxalia.blogspot.com