"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Μεγάλου Βασιλείου. -῾Ομιλία εἰς τό : «Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω καὶ περὶ πλεονεξίας»



Ομιλία εις το ρητόν του Ευγγελίου του Λουκά
«Καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω»
και περί πλεονεξίας
Μεγάλου Βασιλείου

 
  Η φύσις των πειρασμών είναι διπλή. Διότι ή αι θλίψεις βασανίζουν τας καρδίας, όπως τον χρυσόν εις την κάμινον, με το να δοκιμάζουν δια της υπομονής την ακε­ραιότητα των, ή πολλάς φοράς και αι ιδίαι αι αφθονίαι της ζωής γίνονται το δοκιμαστήριον δια τους περισσοτέρους. Διότι εξ ίσου είναι δύσκολον και να διαφυλαχθή αταπείνωτος η ψυχή εις τας δυσκολίας των πραγμάτων και να μη αλαζονευθή και εκτραπή προς αδικίαν εις τας ευτυχείς περι­στάσεις. Παράδειγμα δε από το πρώτον είδος των πειρασμών είναι ο μεγάλος Ιώβ. Αυτός ο ακαταμάχητος αθλητής. Ο οποίος με το να υποδεχθή με ακλόνητον καρδίαν και αμετάβλητον φρόνημα ολόκληρον την ωσάν ορμήν χειμάρρου σφοδρότητα του διαβόλου, απεδείχθη τόσον ανώτερος από τους πειρασμούς, όσον πιο μεγάλα και ανυπέρβλητα του εφάνησαν ότι είχαν προβληθή από τον εχθρόν τα αγωνί­σματα.

Παραδείγματα δε από τους πειρασμούς που προέρχον­ται λόγω της ευημερίας εις την ζωήν είναι και μερικά άλλα, αλλά και αυτός εδώ ο πλούσιος που τώρα δα ανεγνώσαμεν. Αυτός, άλλον μεν πλούτον κατείχεν, άλλον δε ήλπιζεν ότι θα απόκτηση. Διότι ο φιλάνθρωπος Θεός από την αρχήν δεν τον κατηγόρησε δια αγνώμονα συμπεριφοράν, αλλά πάντοτε εις τον υπάρχοντα πλούτον επρόσθετε και άλλον, μήπως τυχόν, αφού του επροκαλούσε κάποτε κορεσμόν, θα ημπορούσε να προτρέψη την ψυχήν να γίνη κοινωνική και ήμερη. Διότι λέγει· «Ενός άνθρωπου πλουσίου τα χω­ράφια έφεραν μεγάλην εσοδείαν και εσκέπτετο μέσα του˙ τι να κάνω; Θα κατεδαφίσω τας αποθήκας μου και θα κτί­σω μεγαλυτέρας». Διατί λοιπόν έφεραν μεγάλην εσοδείαν τα χωράφια ενός άνθρωπου που δεν έμελλε
να κάμη κανένα καλόν από την ευφορίαν; Δια να φανή καλύτερα η μακρο­θυμία του Θεού και ότι η αγαθότης του φθάνει μέχρι και του σημείου τούτου. Διότι «βρέχει δια τους δικαίους και αδί­κους και ανατέλλει τον ήλιόν του δια τους πονηρούς και αγαθούς».
Η καλωσύνη όμως αυτή του Θεού επισωρεύει μεγαλυτέραν κόλασιν δια τους πονηρούς. Έρριξε τας βροχάς εις την γην που καλλιεργείται από τα αρπακτικά χέρια, έδωκε τον ήλιον δια να θερμαίνη τους σπόρους και να πολλαπλασιάζη δια της ευφορίας τους καρπούς. Και αυτά μεν που προέρχονται από τον Θεον είναι τέτοια˙ καταλληλότης γης, εύκρατοι καταστάσεις αέρων, αφθονίαι σπερμάτων, συνεργία βοδιών, και όλα τα άλλα με τα οποία εκ φύσεως η γεωργία ακμάζει. Από τον άνθρωπον όμως ποία; Η ακρότης του ήθους, η μισανθρωπία, η δυσκολία του να δώση.

 Αυτά εις τον ευεργέτην και εν συγκρίσει προς τα ιδικά του ανταπέδωκεν ο άνθρωπος. Δεν ενεθυμήθη την κοινήν φύσιν, δεν ενόμισεν ότι έπρεπε να διαμοιράση το πλεό­νασμα εις τους πτωχούς, δεν ελογάριασε καθόλου την εντολήν «μη αρνηθής βοήθειαν εις τους πτωχούς» και «το έλεος και η αγαθή πίστις ας μη σε εγκαταλείψουν» και «να διαμοιράζης τον άρτον σου μ' αυτόν που πείνα». Και μολονότι το διαλαλούν δυνατά όλοι οι προφήται και όλοι οι διδάσκαλοι, όμως δεν εισηκούοντο. Αλλ' αι μεν απο­θήκαι, στενοχωρούμεναι από το πλήθος των αποθηκευομένων αγαθών, έσπαζαν, η άπληστος όμως καρδία δεν εχόρταινε.
Διότι με το να προσθέτη πάντοτε τα νέα εισοδήματα εις τα παλαιά και να αυξάνη την ευπορίαν με τας ετησίας συγκομιδάς περιέπεσεν εις την αδιέξοδον αυτήν δυσχέρειαν, να μη επιτρέπη δηλαδή λόγω της πλεονεξίας να ανακόπτη άφ' ενός μεν την ορμήν του ως προς τα παλαιά, άφ’ ετέρου δε να μη επαρκή εις το να αποθηκεύη τα νέα, λόγω του πλήθους. Δια τούτο τα σχέδια του ήταν ακατόρθωτα και ανυπέρβλητοι αι φροντίδες του. «Τι να κάνω»;

 Ποίος δεν θα ελεούσεν αυτόν που τόσον πολύ στενοχωρείται; Ταλαίπωρος εμπρός εις την μεγάλην εσοδείαν, ελεεινός εμ­πρός εις τα παρόντα αγαθά και ακόμη πιο ελεεινός εμπρός εις τα αναμενόμενα. Διότι η γη δεν του αποφέρει εισοδήματα· βλαστάνει δι' αυτόν στεναγμούς˙ δεν του συγκεντρώνει ευφορίαν καρπών, αλλά φροντίδας, λύπας και φοβεράν αμη­χανίαν. Θρηνεί παρομοίως με αυτούς που είναι φτωχοί. Ή μήπως και αυτός που στενοχωρείται λόγω της πτώχειας του δεν θα εκβάλη την ιδίαν κραυγήν «Τι να κάνω»; Από που τροφαί; από που ενδύματα;
Τα ίδια λέγει και ο πλούσιος. Θλίβεται κατά την καρδίαν του, κατατρωγόμένος από την μέριμναν. Δηλαδή αυτό που ευφραίνει τους άλλους, στενοχωρεί τον πλεονέκτην. Διότι δεν χαίρει που όλα εις το σπί­τι του είναι γεμάτα προς χάριν του, αλλά ο πλούτος που τον περιβάλλει και ξεχειλίζει από τας αποθήκας του αγκυ­λώνει την ψυχήν, μη τύχη και σκύψη και προς τους έξω και γίνη αφορμή κάποιου καλού δια  τους πτωχούς.

 2. Και όμως μου φαίνεται πως το πάθος του ομοιάζει με το πάθος της ψυχής των κοιλιοδούλων, οι οποίοι προτι­μούν να σκάσουν καλύτερα παρά να δώσουν κάτι από τα υπολείμματα εις τους ενδεείς. Άκου, άνθρωπε, τον χορηγόν. Θυμήσου ποίος είσαι; τι διαχειρίζεσαι; από ποίον έλαβες; διατί επροτιμήθης ανάμεσα εις τους πολλούς; Έχεις γίνει υπηρέτης του αγαθού Θεού, οικονόμος των συνανθρώπων σου. Να μη νομίζης ότι όλα έχουν ετοιμασθή δια την ιδικήν σου κοιλίαν. Δι' αυτά που κρατάς εις τα χέρια σου να σκέ­πτεσαι, ωσάν να είναι ξένα. Σε ευφραίνουν δι’ ολίγον χρόνον και έπειτα ξεγλυστρούν και χάνονται· δι' αυτά όμως θα σου απαιτηθή λόγος με κάθε λεπτομέρειαν. Εσύ όμως όλα μαζί τα έχεις αμπαρώσει με θύρας και μοχλούς. Και αφού τα ασφάλισες καλά επαγρυπνείς με τας φροντίδας και σκέ­πτεσαι μέσα σου, χρησιμοποιών τον εαυτόν σου ασύνετον σύμβουλον.
«Τι να κάνω»; Εύκολον ήταν να ειπή ότι θα χορτάσω τας ψυχάς αυτών που πεινούν, θα ανοίξω τας αποθήκας και θα προσκαλέσω όλους τους πτωχούς. Θα μιμηθώ τον Ιωσήφ εις το κήρυγμα της φιλανθρωπίας. Θα είπω γενναιόκαρδον λόγον. Όσοι δεν έχετε άρτον, ελάτε εις εμέ. Ο καθένας να λάβη από την δωρεάν που έχει δοθή από τον Θεόν, ωσάν από κοινήν πηγήν, όσον του είναι αρκετόν. Αλλά συ δεν είσαι τέτοιος. Από που;
Συ ο οποίος φθονείς τους ανθρώπους δια την απόλαυσιν των αγαθών, που πο­νηρά βουλεύεσαι εις την ψυχήν σου και φροντίζεις όχι το πως θα δώσης εις τον καθένα τα αναγκαία, αλλά το πως αφού τα αποθήκευσης όλα, θα αποστέρησης όλους από την ωφέλειαν εξ αυτών. Εύρίσκοντο εμπρός του αυτοί που ζη­τούν την ψυχήν του και εκείνος διελέγετο με την ψυχήν του δια τα βρώματα. Την νύκτα αυτήν τον έπαιρνα και ε­κείνος εφαντάζετο πολυχρόνιον την απόλαυσιν. Του επε­τράπη να σκεφθή το κάθε τι και να γνωστοποίηση την γνώ­μην του, δια να δεχθή την απόφασιν που αξίζει εις την προαίρεσίν του.

3. Αυτό να μη το πάθης εσύ. Διότι δια τον λόγον αυ­τόν έχει γραφή, δια να αποφύγωμεν την ομοίωσίν με αυτόν. Να μιμήσαι την γην, άνθρωπε να καρποφορήσης όπως εκείνη. Να μη φανής κατώτερος από την άψυχον γην. Εκείνη λοιπόν εκτρέφει τους καρπούς, όχι δια να τους απολαμβάνη η ιδία, αλλά δια να υπηρέτηση εσέ. Εσύ όμως όποιον καρπόν της αγαθοεργίας και αν επίδειξης, δια τον εαυτόν σου τον μαζεύεις, διότι αι χάριτες των αγαθών έργων επι­στρέφουν εις αυτούς που δίδουν. Δίδεις εις αυτόν που πείνα και ιδικόν σου γίνεται αυτό που δίδεται, διότι επανέρχεται με προσθήκην.
Διότι όπως ο σπόρος του σίτου, αφού πέση εις την γην, γίνεται κέρδος δια τον σπορέα, έτσι ο άρτος που κατετέθη εις τον πεινώντα αποφέρει ύστερα γόνιμον την ωφέλειαν. Να είναι λοιπόν δια σε το τέλος της γεωργίας αρχή της επουρανίου σποράς. Διότι λέγει «σπείρατε δια τον εαυτόν σας δικαιοσύνην». Διατί λοιπόν αγωνιάς; Διατί κόπτεσαι, προσπαθών να περίκλεισης τον πλούτον με πηλόν και πλίνθους; «Είναι προτιμότερον το καλόν ό­νομα από μεγάλα πλούτη». Εάν δε θαυμάζης τα χρήματα δια την τιμήν που λαμβάνεις από αυτά, σκέψου πόσον πολύ πιο ωφέλιμον δια δόξαν είναι να ονομάζεσαι πατέρας από μύρια παιδιά παρά να έχης μύριους στατήρας εις το βαλάντιόν σου.

 Τα χρήματα βεβαίως, και χωρίς να το θέλης, θα τα εγκατάλειψης εδώ, την υπόληψιν όμως δια τα κα­λά έργα θα την προσκόμισης εις τον Δεσπότην, όταν ολό­κληρος λαός αφού σταθή εμπρός εις τον κοινόν κριτήν θα σε αποκαλή τροφέα και ευεργέτην και θα σου αποδίδη όλα τα ονόματα της φιλανθρωπίας. Δεν βλέπεις αυτούς που εις τα θέατρα δωρίζουν τον πλούτον τους εις τους αθλητάς του παγκρατίου, εις τους γελωτοποιούς και εις μερικούς θηριομάχους ανθρώπους, που θα εσιχαίνετο κανείς και να τους αντικρύση ακόμη, δια την στιγμιαίαν τιμήν και δια τας ζητωκραυγάς και τα χειροκροτήματα εκ μέρους του λαού; Και συ που μέλλεις να απόλαυσης τόσην μεγάλην δόξαν είσαι σφικτός εις τας δαπανάς αυτάς; Ο Θεός θα είναι αυτός που θα σε υποδεχθή. Άγγελοι πού θα επευφημούν όλοι οι άνθρωποι από κτίσεως κόσμου θα σε μακαρίζουν.
Δόξα αιώνιος, στέφανος δικαιοσύνης, ουράνιος βασιλεία θα είναι τα έπαθλα δια σε λόγω της καλής διαχειρίσεως των φθαρτών τούτων πραγμάτων. Δια κανένα από αυτά δεν φροντίζεις, διότι λόγω της φροντίδος σου δια τα παρόντα περιφρονείς τα ελπιζόμενα αγαθά. Εμπρός λοιπόν, να δια­θέτης ποικιλοτρόπως τον πλούτον, αφού γίνης φιλότιμος και λαμπρός εις τας δαπανάς δι’αυτούς που έχουν ανάγ­κην. Ας λέγεται και δια σε˙ «εσκόρπισεν ελευθέρως, έδωκεν εις τους πτωχούς, η δικαιοσύνη του θα παραμένη αιωνίως». Να μη είσαι πολυδάπανος με το να προσθέτης πάντοτε νέας ανάγκας. Να μη περιμένης έλλειψιν σιταριού δια να ανοίξης τας σιταποθήκας. Διότι «αυτός που υπερτιμά το σιτάρι είναι λαοκατάρατος».
Μη περιμένης την πείναν δια να κερδίσης χρυσόν, μήτε την κοινήν στέρησιν δια να πλουτίσης ο ίδιος. Μη γίνεσαι έμπορος των ανθρωπίνων συμφορών. Μη εκμεταλλευθής τον καιρόν της οργής του Θεού δια να αποκτήσης χρηματικήν περιουσίαν. Να μη εξερεθίσης τα τραύματα αυτών που έχουν ταλαιπωρηθή με το μαστίγιον της συμφοράς. Εσύ όμως αποβλέπεις εις το χρήμα και δεν προσβλέπεις εις τον αδελφόν. Και γνωρίζεις από μεν το νό­μισμα, το χαρακτηριστικόν χάραγμα και ξεχωρίζεις το πλαστόν από το γνήσιον, αγνοείς όμως καθ' ολοκληρίαν τον α­δελφόν σου, όταν ευρίσκεται εις την ανάγκην.

 4. Και το μεν καλόν χρώμα του χρυσού σε υπερευχαριστεί, δεν λογαριάζεις όμως πόσον μεγάλος είναι ο στεναγμός ιού πτωχού που σε ακολουθεί. Πως να σου κάμω γνωστά τα βάσανα του πτωχού; Εκείνος, αφού παρατηρήση τα του σπιτιού του, βλέπει ότι ούτε χρυσός υπάρχει εις αυτόν ούτε θα υπάρξη ποτέ. Τα σκεύη δε και τα ενδύματα τέτοια, που αν γίνουν κτήματα των πτωχών, όλα όλα αξίζουν ο­λίγους άβολους. Τι λοιπόν; Στρέφει λοιπόν το βλέμμα του εις τα παιδιά και σκέπτεται να τα οδηγήση εις την αγοράν, δια να εύρη άπ' εδώ παρηγορίαν του θανάτου.
Σκέψου εδώ τον αγώνα που επιβάλλεται από την ανάγκην της πείνης και από την πατρικήν στοργήν. Η μεν πείνα απειλεί τον οικτρότατον θάνατον, η δε φυσική στοργή των γο­νέων ανθίσταται και τον πείθει να πεθάνη μαζί με τα τέκνα του. Και αφού πολλάς φοράς ώρμησε και ωπισθοχώρησεν άλλας τόσας, τελικώς υπέκυψεν, εκβιασθείς από την αναγκαίαν και αμείλικτον στέρησιν. Και τι σκέπτεται ο πατέρας; Ποίον πρώτον να πωλήσω; Ποίον δε ο σιτοπώλης θα ιδή με ευχαρίστησιν; Να έλθω εις τον μεγαλύτερον; Εντρέπομαι όμως τα πρεσβεία του. Αλλά εις τον νεώτερον; Άλλ' ευσπλαγχνίζομαι την ηλικίαν του, διότι δεν ηξεύρει από συμφοράς.
Το ένα φέρει ολοκάθαρα τα χαρακτηριστικά των γονέων. Εκείνος έχει καλήν επίδοσιν εις τα μαθήματα. Αχ τι αδιέξοδον! Τι να κάμω; Με ποίον από αυτούς να συγ­κρουσθώ; Ποίαν ψυχήν θηρίου να αναλάβω; Πως να λη­σμονήσω την φύσιν μου; Εάν όλους τους κρατήσω, θα τους ιδώ όλους να εξαντλούνται από την πείναν. Εάν ένα πωλήσω, με τι μάτια θα αντικρύσω τους υπολοίπους, εις τους οποίους θα έχω γίνει κιόλας ύποπτος δι' έλλειψιν εμπιστοσύνης; Πως θα κατοικήσω εις το σπίτι αφού κατέστησα τον εαυτόν μου άτεκνον; Πως θα έλθω να καθίσω εις το τραπέζι, που θα έχη τα αγαθά από μίαν τέτοιαν αιτίαν; Και αυτός μεν προσέρχεται να πωλήση με άφθονα δάκρυα το πιο αγαπητόν από τα παιδιά, εσύ δε δεν λυγίζεις από την συμφοράν; Δεν αναλογίζεσαι την φύσιν; Η πείνα συνθλίβει τον ταλαίπωρον και συ αναβάλλεις και ειρωνεύσαι, δια να κάμης διαρκεστέραν εις αυτόν την συμφοράν; Και αυτός μεν προσ­φέρει τα σπλάγχνα του τίμημα δια τας τροφάς, το ιδικόν σου όμως χέρι όχι μόνον δεν ξηραίνεται με το να δέχεται τι­μήματα από τέτοιας συμφοράς, αλλά και αγωνίζεσαι δια το πλεόνασμα και φιλονικείς πως να λάβης περισσότερα και να δώσης ολιγώτερα, επιβαρύνων από παντού την συμ­φοράν εις τον δυστυχή.
Δεν σε μαλακώνουν ούτε τα θλιβερά δάκρυα, ούτε οι αναστεναγμοί της καρδίας, άλλ' είσαι αλύ­γιστος και σκληρός. Το κάθε τι το βλέπεις ως χρυσόν και παντού χρυσόν φαντάζεσαι. Αυτό σου έχει γίνει όνειρον όταν κοιμάσαι, και συνεχής έγνοια όταν είσαι ξύπνιος. Όπως δηλαδή αυτοί που παραφέρονται από τρέλλαν δεν βλέπουν τα πράγματα, αλλά φαντάζονται αυτά που τους υπαγορεύει το πάθος, έτσι και εις σε η ψυχή που έχει κατακυριευθή από την φιλαργυρίαν παντού χρυσόν, παντού άργυρον βλέπει. Περισσότερον ευχάριστα θα έβλεπες τον χρυσόν παρά τον ήλιον. Εύχεσαι όλα να αλλάξουν και να γίνουν χρυσός και όσον ημπορείς το εφευρίσκεις βέβαια.

5. Διότι τι δεν μηχανεύεσαι δια να αποκτήσης χρυ­σόν; Το σιτάρι σου γίνεται χρυσός, το κρασί μετατρέπεται εις χρυσόν, τα μαλλιά δια σε γίνονται χρυσός. Κάθε εμπορική δουλειά, κάθε εφεύρεσις σου αποφέρει χρυσόν. Ο ίδιος ο χρυσός αποφέρει χρυσόν με το να πολλαπλασιάζεται με τα δανείσματα. Και όμως δεν υπάρχει κορεσμός και η επι­θυμία δεν ευρίσκει τέλος. Εις τα λαίμαργα από τα παιδιά πολλάς φοράς ατσιγκούνευτα επιτρέπομεν να παραχορταίνουν από εκείνα που πολύ επιθυμούν, ώστε με τον υπερβολικόν κορεσμόν να τα κάνωμεν να σιχαθούν. Εις τον πλεονέκτην δεν συμβαίνει το ίδιον. Άλλ' όσον πιο πολλά αποκτά, τόσον περισσότερα επιθυμεί. «Εάν ο πλούτος αυξάνη, μη προσκολλάτε εις αυτόν την καρδίαν». Εσύ όμως κατέχεις τον πλούτον που όλον αυξάνει και περιφράσσεις τας διεξό­δους. Έπειτα με το να κρατήται και να λιμνάζη, τι σου δημιουργεί; Θραύει τα εμπόδια βεβαίως και τώρα που κατά τρόπον βίαιον έχει άμπαρωθή και πλημμυρίζει, κρημνίζει τας αποθήκας του πλουσίου, κατεδαφίζει τα χρηματοκι­βώτια, ωσάν να επέδραμε κάποιος εχθρός. Αλλά θα κτίση μεγαλυτέρας;
Δεν είναι φανερόν εάν δεν τας παραδώση κρημνισμένας εις τον κληρονόμου του. Διότι, πολύ πιο γρή­γορα ημπορεί να πεθάνη αυτός παρά να κτισθούν εκείναι σύμφωνα με τα σχέδια της πλεονεξίας. Άλλ' αυτός μεν έχει δια τα κακά του σχέδια ακόλουθον το τέλος, εσείς όμως, εάν με πιστεύσετε, αφού ανοίξετε όλας τα θύρας των χρηματο­κιβωτίων, θα προσφέρετε άφθονους διεξόδους εις τον πλού­του, και όπως εις μεγάλο ποτάμι που με πολυάριθμα κανάλια διοχετεύεται εις γην πολύκαρπον, έτσι και σεις να επιτρέ­πετε εις τον πλούτον να διασχίζη από διαφόρους δρόμους τα σπίτια των πτωχών. Τα πηγάδια όταν αντλούνται, δίδουν πιο άφθονον νερόν, όταν όμως εγκαταλείπωνται σα­πίζουν και στειρεύουν. Και ο πλούτος όταν στέκεται είναι άχρηστος, όταν όμως κινήται και μεταδίδεται, γίνεται και κοινωφελής και καρποφόρος. Ω πόσον μεγάλος είναι ο έπαι­νος που προέρχεται από τους ευεργετούμενους! Να μη τον καταφρόνησης. Και πόσον μεγάλος ο μισθός από τον δί­καιον κριτήν! Να μη απιστήσης εις αυτόν. Πανταχού το παράδειγμα του πλουσίου που κατηγορείται να σε συντροφεύη. Αυτός, με το να φυλάσση τα παρόντα και να αγωνιά δια τα ελπιζόμενα και με το να αγνοή, εάν θα ζήση την αυριανήν ημέραν, αμαρτάνει εκ των προτέρων σήμερον δια την αύριον. Δεν είχε προσέλθει ακόμη ο ζητιάνος και εκείνος προκαταβολικώς εφανέρωνε την αγριότητα. Δεν εμάζεψε τους καρπούς και είχε κιόλας το κατάκριμα της πλεονεξίας.
Η γη μεν εχαιρέτιζε με τα προϊόντα της· προεφανέρωνε βαθειά εις τα οργώματα το σπαρμένον σιτάρι, επαρουσίαζε πλούσια τα σταφύλια επάνω εις τα κλήματα, παρείχε κατάφορτον την ελαίαν από καρπούς και υπέσχετο κάθε τρυφήν από τα καρποφόρα δένδρα. Εκείνος δε ήταν αφιλόφρων και άκαρ­πος· διότι ενώ ακόμη δεν έχει, φθονεί κιόλας αυτούς που έχουν ανάγκην. Και όμως πόσοι κίνδυνοι υπάρχουν προτού α­κόμη γίνη η συγκομιδή των καρπών! Διότι συνήθως και το χαλάζι κατατσακίζει και η ζέστη αρπάζει μέσα από τα χέ­ρια και βροχή που πίπτει παράκαιρα αχρηστεύει τους καρπούς. Δεν προσεύχεσαι λοιπόν εις τον Κύριον να ολοκληρωθή η δωρεά; Εσύ όμως εκ των προτέρων καθιστάς ανάξιον τον εαυτόν σου να υποδεχθής αυτά που σου έχουν φανερωθή.

6. Και συ μεν κρυφά συνομιλείς με τον εαυτόν σου, τα λόγια σου όμως κρίνονται εις τον ουρανόν. Δια τούτο από εκεί σου έρχονται αι απαντήσεις. Ποία όμως είναι αυ­τά που λέγει; «Ψυχή έχεις πολλά αγαθά δια πολλά χρό­νια φάγε, πίε, ευφραίνου» καθημερινώς. Ω τι παραλο­γισμός! Εάν είχες ψυχήν χοίρου, τι άλλο καλύτερον από αυτό θα ημπορούσες να της ευαγγελισθής; Πόσον κτη­νώδης είσαι, πόσον άμυαλος απέναντι των αγαθών της ψυχής, να χαιρετίζης αυτήν με τα βρώματα της σαρκός. Αυ­τά που καταλήγουν εις τον απόπατον, αυτά εσύ τα πα­ραπέμπεις εις την ψυχήν; Εάν μεν διαθέτη αρετήν, εάν είναι γεμάτος από αγαθά, εάν έχη προσοικειωθή τον Θεόν, έχει πολλά αγαθά και ας ευφρανθή την καλήν ευφροσύνην της ψυχής.
Επειδή όμως σκέπτεσαι τα επίγειο και έχεις δια Θεόν την κοιλίαν και είσαι ολόκληρος σάρκες, υποδου­λωμένος εις τα πάθη, άκουε την προσωνυμίαν που σου αρμόζει και την οποίαν δεν σου την έδωσε κανείς από τους ανθρώπους, αλλά ο ίδιος ο Κύριος· «ανόητε αυτήν την νύ­κτα ζητούν από σε την ψυχήν σου. Αυτά που ετοίμασες, ποίος θα τα πάρη;». Το γέλιο της ανοησίας είναι μεγαλύτερον κακόν από την αιώνιον κόλασιν. Διότι αυτός που μέσα εις ολίγον μέλλει να αρπαγή, τι σκέπτεται; «θα κατεδαφίσω τας αποθήκας μου και θα κτίσω μεγαλυτέρας».
Εσύ βέβαια κάμνεις καλά, θα ημπορούσα να του είπω. Διότι τα ταμεία της αδικίας αξίζει να κρημνισθούν. Ρίχνε κάτω με τα ίδια σου τα χέρια αυτά που κακώς έχεις οικο­δομήσει. Σπάσε τα αμπάρια του σιταριού από τα οποία κανένας ποτέ δεν έφυγε παρηγορημένος. Εξαφάνισε κάθε οίκη­μα που φυλάσσει την πλεονεξίαν, βγάλε την στέγην, γκρέ­μισε τους τοίχους, δείξε εις τον ήλιον το μουχλιασμένο σι­τάρι, βγάλε από την φυλακήν τον φυλακισμένον πλούτον, σύντριψε τα σκοτεινά καταγώγια του μαμμωνά. «Θα κατε­δαφίσω τας αποθήκας μου και θα κτίσω μεγαλυτέρας». Εάν όμως τας γεμίσης και αυτάς, τι λοιπόν θα διανοηθής; Ή μήπως πάλιν θα τας γκρεμίσης και πάλιν θα τας κτίσης; Και τι πιο ανόητον από αυτά, να κοπιάζης ατελεύτητα, να οικοδομής με βιασύνην και με βιασύνην να γκρεμίζης; Εάν θέλης, έχεις αποθήκας τα σπίτια των πτωχών. Θησαύ­ρισε, δια τον εαυτόν σου θησαυρούς εις τον ούρανόν. Αυτά που αποθηκεύονται εκεί ούτε ο σκόρος τα κατατρώγει, ούτε η σήψις τα σαπίζει, ούτε οι λησταί τα καταληστεύουν. Αλλά τότε θα δώσω εις αυτούς που έχουν ανάγκην, όταν γεμίσω τας δευτέρας αποθήκας.
Έχεις προσδιορίσει δια τον εαυτόν σου χρόνια πολλά της ζωής. Κύττα να μη σε προλάβη αυτός που σύμφωνα με την προθεσμίαν επείγεται. Διότι η υπόσχεσις δεν είναι αγαθότης, αλλά απόδειξις της πονη­ρίας. Διότι υπόσχεσαι, όχι δια να δώσης κατόπιν, αλλά δια να αποφυγής το παρόν. Τι είναι αυτό που εμποδίζει τώρα την μετάδοσιν; Δεν είναι παρών ο πτωχός; Δεν είναι γεμάται αι αποθήκαι; Η αμοιβή έτοιμη; Δεν είναι ξεκάθαρη η εντολή; Αυτός που πεινά λυώνει. Ο γυμνός ξεπαγιάζει. Ο οφειλέτης καταπνίγεται και συ αναβάλλεις δια την αύριον την ελεημοσύνην; Άκου τον Σολομώντα «Να μη ειπής˙ πήγαινε και γύρισε, αύριον θα σου δώσω». Διότι δεν γνω­ρίζεις τι θα γέννηση η αυριανή ημέρα. Οποία παραγγέλ­ματα περιφρονείς με το να βουλώσης τα αυτιά σου με την φιλαργυρίαν!

 Πόσην μεγάλην χάριν έπρεπε να χρωστάς εις τον εύεργέτην, πόσον να είσαι χαρούμενος και να λαμπρύνεσαι με την τιμήν, διότι ο ίδιος δεν ενοχλείς την πόρταν των άλλων, αλλά άλλοι κρούουν τας ιδικάς σου! Τώρα δε είσαι κατσούφης και αποκρουστικός, αποφεύγων τας απαν­τήσεις μη τυχόν κάπου αναγκασθής να βγάλης έστω και ολίγον από τα χέρια σου. Μίαν λέξιν γνωρίζεις· δεν έχω· ούτε θα δώσω, διότι είμαι πτωχός. Πράγματι πτωχός είσαι και στερείσαι από όλα τα αγαθά. Πτωχός από φιλανθρωπίαν, πτωχός από πίστιν εις τον Θεόν, πτωχός από ελπίδα αιώνιον. Κάμε συμμέτοχους εις τα σιτηρά τους αδελφούς. Αυτό που αύριον σαπίζει, δώσε το σήμερον εις τον έχοντα ανάγκην. Η πιο χειρότερα μορφή της πλεονεξίας είναι το να μη δίδη κανείς εις τους ενδεείς ούτε από αυτά που φθεί­ρονται.


 7. Ποίον, λέγει, αδικώ με το να προστατεύω τα ιδικά μου; Ποία, πες μου, είναι ιδικά σου; Από που τα έλαβες και τα έφερες εις την ζωήν; Όπως όταν κάποιος, αφού καταλάβη εις το θέατρον θέσιν θέας, εμποδίζη έπειτα τους εισερχόμενους, με το να νομίζη ιδικόν του αυτό που είναι κοινόν κατά την χρήσιν εις όλους, τέτοιοι είναι και οι πλούσιοι. Δηλαδή αφού εκ των προτέρων εκυρίευσαν τα κοινά αγαθά, τα ιδιοποιούν­ται λόγω του ότι τα επρόλαβαν. Διότι εάν ο καθένας, κρα­τών αυτό που χρειάζεται δια να θεραπεύση τας ανάγκας του, άφηνε το περίσσευμα εις τον έχοντα ανάγκην, τότε κα­νένας δεν θα ήταν πλούσιος, κανένας δεν θα ήταν πτωχός.
Δεν εξήλθες γυμνός από την κοιλίαν; Δεν θα επιστρέψης και πάλιν γυμνός εις την γην; Αυτά δε που έχεις τώρα, από που τα έχεις; Εάν μεν λέγης, ότι από την τύχην, είσαι άθεος, διότι δεν γνωρίζεις τον δημιουργόν, ούτε ευχαριστείς τον δοτήρα. Εάν δε παραδέχεσαι ότι από τον Θεόν είναι, πες μου τον λόγον δια τον οποίον τα έλαβες. Μήπως ο Θεός είναι άδικος που άνισα μοιράζει εις ημάς τα αναγκαία δια την ζωήν; Διατί εσύ πλουτείς και εκείνος είναι πτωχός; Δια κανένα άλλον λόγον παρά δια να λάβης εξάπαντος και εσύ τον μισθόν της αγαθότητος και της καλής διαχειρίσεως και εκείνος δια να τιμηθή με τα μεγάλα έπαθλα της υπομο­νής. Εσύ όμως, αφού τα περιέλαβες όλα εις τους αχόρταγους κόλπους της πλεονεξίας, νομίζεις ότι κανένα δεν αδικείς, όταν τόσους πολλούς αποστερής. Ποίος είναι ο πλεονέκτης; Αυτός που δεν αρκείται εις την αυτάρκειαν. Ποίος δε είναι ο άρπα­γας; Αυτός που αφαιρεί αυτά που ανήκουν εις τον καθένα. Δεν είσαι συ ο πλεονέκτης;
Δεν είσαι συ ο άρπαγας, όταν ιδιοποιήσαι αυτά τα ίδια που εδέχθης προς διαχείρισιν; Ή αυτός μεν που απογυμνώνει τον ντυμένον θα ονομασθή λωποδύτης, εκείνος δε που δεν ενδύει τον γυμνόν, ενώ ημπο­ρεί να το κάμη, αξίζει να ονομασθή με άλλο όνομα; Το ψωμί που κρατάς εσύ, είναι αυτού που πείνα. Το ένδυμα που φυ­λάσσεις εις τας ιματιοθήκας είναι αυτού που γυμνητεύει. Τα παπούτσια που σαπίζουν εις σε είναι του ξυπόλυτου. Το αργύριον που έχεις παραχωμένον είναι αυτού που το χρειάζεται. Λοιπόν τόσους αδικείς, όσους ημπορούσες να ευεργετήσης!

 8. Καλά είναι τα λόγια, λέγει, αλλά ακόμη πιο καλός είναι ο χρυσός. Ωσάν αυτοί που διαλέγονται περί εγκρά­τειας εις τους ακόλαστους. Πράγματι και αυτοί, όταν εξυβρί­ζεται η πόρνη, από την ενθύμησιν φλέγονται προς την επιθυμίαν. Πως να σου καταστήσω γνωστά τα βάσανα του πτω­χού, δια να γνωρίσης από πόσον μεγάλους καημούς θησαυρί­ζεις δια τον εαυτόν σου; Ω πόσον πολύτιμος θα σου φανή κα­τά την ημέραν της κρίσεως ο λόγος αυτός· «ελάτε οι ευλογη­μένοι του Πατέρα μου, κληρονομήσατε την βασιλείαν, η οποία είναι ετοιμασμένη δια σας από τον καιρόν της δημιουργίας του κόσμου. Διότι επείνασα και μου εδώκατέ να φάγω, εδίψασα και μ' εποτίσατέ, γυμνός ήμουν και μ' ενδύσατε»; Πόσον δε μεγάλην φρίκην, και ιδρώτας και σκοτάδι θα σε περιβάλη, όταν ακούσης την καταδίκην «Φύγετε από εμέ, καταραμένοι, εις την αιωνίαν φωτιάν, που έχει ετοιμασθή δια τον διάβολον και τους αγγέλους του.
Διότι επείνασα και δεν μου εδώκατε να φάγω, εδίψασα και δεν μ' εποτίσατέ, γυμνός ήμουν και δεν μ’ ενδύσατε». Διότι εκεί ούτε ο άρ­παγας κατηγορείται, αλλά αυτός που δεν κοινωνεί εις τας ανάγκας του πλησίον κατακρίνεται. Εγώ μεν είπα όσα ενόμιζα συμφέροντα, εις σε δε αφού πιστεύσης, ολοφάνερα είναι τα αγαθά που σύμφωνα με τας επαγγελίας σε αναμέ­νουν, αφού όμως παράκουσης η απειλή σου έχει γραπτώς διατυπωθή. Την εμπειρίαν αυτήν σου εύχομαι να διαφυγής, αφού λάβης καλυτέραν απόφασιν, δια να σου γίνη λύτρον ο ίδιος ο πλούτος και δια να βάδισης εις τα έτοιμα ουράνια αγαθά, με την χάριν αυτού που μας εκάλεσεν όλους εις την βασιλείαν του, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η δύναμις εις τους απέραντους αιώνας. Αμήν.

egolpion.com 
 http://anavaseis.blogspot.com

᾿Επιθετικός καί πάλι ὁ Μητροπολίτης Μεσσηνίας


Επιθετικός και απαξιωτικός και πάλι προς το ορθόδοξο πλήρωμα, που δεν προσχωρεί στα οικουμενιστικά του ανοίγματα. Σε συνέντευξή του ενόψει της Συνόδου της Μικτής Επιτροπής διαλόγου (που προδημοσιεύεται στο Amen.gr) που πραγματοποιείται αυτή την εβδομάδα στην Βιέννη, επανέρχεται στις γνωστές αιτιάσεις περί "φονταμενταλισμού" και "συντηριτισμού" θεωρώντας μάλιστα τους αντιδρώντες πρόβλημα στην πρόοδο του διαλόγου.



Πηγή:http://orthodoxia-pateriki.blogspot.com

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ: ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Ή ουσία της προσευχής είναι, να παραδιδόμαστε ολοκληρωτικά, με όλη την καρδιά μας να ικετεύουμε τον Θεό και ή προσευχή να είναι γεμάτη πίστη και ακράδαντη ελπίδα.

Πάντα με πολλή παρρησία πρέπει να πλησιάζουμε τον Θεό, Να Τον ικετεύουμε σαν τα μικρά παιδιά πού περιμένουν βοήθεια από την μητέρα τους και απλώνουν προς αυτήν τα μικρά τους χεράκια.
Να Τον ικετεύουμε σαν ένας φτωχός πού πεθαίνει της πείνας και ήρθε να παρακαλέσει τον άνθρωπο πού είναι γνωστός για την ευσπλαχνία του να τον βοηθήσει.
Να Τον ικετεύουμε σαν την Χαναναία γυναίκα πού με επιμονή παρακαλά τον Χριστό και σηκώνει σ' Αυτόν τα χέρια της. Τον ικετεύει με παρρησία γιατί πιστεύει και ξέρει ότι θα λάβει αυτό πού ζητά, πιστεύει και γι' αυτό παίρνει βοήθεια,

Βλέπουμε λοιπόν ότι δύο προϋποθέσεις υπάρχουν για να γίνει δεκτή ή προσευχή μας από τον Θεό.
Πρώτ' απ' Όλα χρειάζεται βαθειά και μεγάλη πίστη στον Κύριο, με όλη μας την καρδιά να πιστεύουμε σ' Αυτόν πού ικετεύουμε. Και το δεύτερο, να μην υπάρχει ούτε ίχνος αμφιβολίας, κανένας δισταγμός στην καρδιά αλλά μόνο ή πίστη, ή πίστη στο άπειρο έλεος του Θεού.
Μόνο ή προσευχή πού βγαίνει από καρδιά πού είναι γεμάτη ελπίδα και πίστη ακούγεται από τον Θεό.
Εκτός απ' αυτό ή προσευχή θέλει επιμονή. Πρέπει να ξέρουμε ότι δεν θα λάβουμε αμέσως αυτό πού ζητάμε. Πρέπει να δείξουμε ότι είναι σταθερή ή ελπίδα πού έχουμε στον Θεό και ή επιμονή σ' αυτά πού ζητάμε..

Τι σημαίνει να προσευχόμαστε αδιάκοπα;

Δεν έχουμε και εμείς τις δικές μας βιοτικές φροντίδες, είναι δυνατόν να ασχολούμαστε μόνο με προσευχή; Ή εντολή αυτή φαίνεται απραγματοποίητη. Και Όμως είναι εφικτή και εφαρμόσιμη, διότι τίποτα το ανέφικτο δεν ζητάει από μας ό Κύριος Ιησούς Χριστός.

Πώς όμως μπορούμε να εφαρμόσουμε στη ζωή μας αυτή την εντολή πού ισχύει για όλους τους χριστιανούς;
Το να προσευχόμαστε αδιάκοπα δεν σημαίνει μόνο να διαβάζουμε τις ευχές, να κάνουμε γονυκλισίες και να πηγαίνουμε στην εκκλησία. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Να προσευχόμαστε αδιάκοπα μπορούμε πάντα και οπού και να βρισκόμαστε.. Το μόνο πού χρειαζόμαστε είναι να έχει ή καρδιά μας διάθεση για προσευχή. Να είναι ταπεινή και να θρηνεί αδιάκοπα την αναξιότητα και την αμαρτωλότητά της. Γεμάτη φόβο μπροστά στην μεγαλοσύνη του Θεού, τον Όποιο προσβάλλουμε με τις αμαρτίες μας, Αν τέτοια θα είναι ή καρδιά μας, τότε πάντα θα είμαστε προσευχόμενοι και στη δουλειά και στο σπίτι. Θα είμαστε προσευχόμενοι ακόμα και τότε όταν κληθούμε να δώσουμε λόγο σ' αυτούς πού έχουν στα χέρια τους εξουσία. Και στεκάμενοι μπροστά στην πόρτα τους θα στέλνουμε τις σιωπηλές μας κραυγές στον Θεό, παρακαλώντας Τον να μας προστατέψει.

Σε κάθε μας έργο μπορούμε να προσευχόμαστε, μόνο να υπάρχει διάθεση για προσευχή, να ποθεί ή καρδιά μας τον Κύριο και τότε ή εντολή πού μας έδωσε ό απόστολος μπορεί εύκολα να πραγματοποιηθεί.

Δεν ακούει ό Θεός και εκείνες τις προσευχές πού δεν Του είναι ευάρεστες. Δεν δέχεται τις παρακλήσεις πού στρέφονται κατά των ανθρώπων.
Όταν, παραδείγματος χάριν, Του ζητάμε να τιμωρήσει τους δικούς μας εχθρούς. Πολλές φορές ασυνείδητα ζητάμε στις προσευχές μας κάτι βλαβερό για τον πλησίον, τέτοιες ευχές ό Θεός δεν εισακούει.

Ή ουσία της προσευχής είναι, να παραδιδόμαστε ολοκληρωτικά, με όλη την καρδιά μας να ικετεύουμε τον Θεό και ή προσευχή να είναι γεμάτη πίστη και ακράδαντη ελπίδα.
Έτσι όμως προσεύχεται ή πλειοψηφία των ανθρώπων;
Ασφαλώς όχι. Ή δική μας προσευχή είναι μόνο επανάληψη κάποιων λέξεων, πού έχουμε αποστηθίσει και ενώ τα διαβάζουμε, το πνεύμα μας δεν προσεύχεται, αλλά τα επαναλαμβάνουμε μηχανικά, χωρίς να σκεφτόμαστε αυτά πού ζητάμε. Εμείς οι ίδιοι δεν ακούμε τις προσευχές μας και αν δεν τις ακούμε εμείς, τότε πώς θέλουμε ό Θεός να ακούσει αυτά πού ζητάμε;

Πρέπει να ξέρουμε όταν ό Θεός στέλνει την συμφορά πού πλήττει ολόκληρο τον λαό, τότε όλος ο λαός πρέπει να Τον ικετεύει για σωτηρία.
Πρέπει όλοι να κάνουν αυτό πού έκαναν κάποτε οι κάτοικοι της Νινευί, όταν έμαθαν από τον προφήτη πώς αποφάσισε ό Θεός να καταστρέψει την πόλη.
Τι έκαναν τότε λοιπόν; Όλος ό λαός τρεις μέρες και τρεις νύχτες προσευχόταν ομόψυχα και επειδή προσεύχονταν όλοι ό Θεός τους λυπήθηκε.

Λοιπόν, να προσευχόμαστε αδιάκοπα και να χτυπάμε ακούραστα την θύρα της θείας ευσπλαχνίας. Να Τον ικετεύουμε Όχι μόνο για μας, αλλά και γι' αυτούς πού δεν Του προσεύχονται.
Θα ακουστούν οι ευχές μας και θα μας αποδώσει ό Κύριος κατά το μέγα του έλεος.
  

Πηγή:http://www.pigizois.net/

Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου: Στεῖλτε τούς ανθρώπους στόν πνευματικό.

῾Ο πνευματικός ἔχει ὑποχρέωση νά ἀσχοληθεῖ μέ τά προβλήματα τῶν ἀνθρώπων καί ἔχει καί ευθύνη. Οἱ μοναχοί ἔχουν ὑποχρέωση νά κάνουν προσευχή γιά τά προβλήματα τῶν ἄνθρώπων.

- Γέροντα, πολλές φορές οι άνθρωποι βλέποντας ράσο μας λένε τον πόνο τους, το πρόβλημά τους, ακόμη και εξομολόγηση. Ποια πρέπει να είναι η στάση μας απέναντί τους;

- Εξ αρχής, όταν απευθύνωνται σʼ εσάς για κάποιο πρόβλημά τους, να τους ρωτήσετε: «Έχετε πνευματικό;». Κι εγώ στους ανθρώπους που έρχονται εκεί στο Καλύβι να με ρωτήσουν για κάποιο θέμα λέω: «Εγώ δεν είμαι πνευματικός· να πάτε στον πνευματικό σας και να κάνετε ό,τι σας πη εκείνος». Πρέπει να μετανοήσουν οι άνθρωποι και να έχουν έναν πνευματικό να εξομολογούνται, για να κοπούν τα δικαιώματα του διαβόλου. Να ακούση η μοναχή μια φορά κάποια πονεμένη γυναίκα που έχει ένα πρόβλημα και μετά να την στείλη στον πνευματικό, αυτό το καταλαβαίνω. Όχι όμως να συνεχίζη να συζητάη μαζί της. Ή, αν μία γυναίκα δεν αναπαύεται στον πνευματικό της ή δεν έχη πάει ποτέ για εξομολόγηση ή βρίσκεται σε...
... κατάσταση απελπισίας, ας την ακούση μια φορά και πάλι να την στείλη στον πνευματικό και να της πη ότι εκείνη θα εύχεται.

Εκτός που δεν έχει υποχρέωση η μοναχή να τους βοηθήση κατʼ αυτόν τον τρόπο, ακούγοντας δηλαδή συνεχώς τα προβλήματά τους, δεν βοηθιούνται κιόλας έτσι οι άνθρωποι. Γιατί ο άνθρωπος παθαίνει τριών ειδών αλλοιώσεις: από τον εαυτό του, από τους άλλους και από τον διάβολο. Έρχονται εδώ, βρίσκουν μια παρηγοριά ανθρώπινη, αλλά, μόλις φύγουν από το Μοναστήρι και πάνε σπίτι, γυρίζουν πάλι στο δικό τους και αρχίζουν τα ίδια. Και οι γυναίκες και οι άνδρες να πάνε στον πνευματικό τους. Δεν είναι σωστό να λένε τα θέματά τους στην καλόγρια. Γιατί μετά λένε: «τα είπα· είμαι εντάξει», αναπαύουν ψεύτικα τον λογισμό τους και δεν πάνε στον πνευματικό. Αυτό είναι τέχνασμα του διαβόλου, για να μην εξομολογούνται.

Πρέπει να καταλάβετε ποια είναι η αποστολή σας ως μοναχές και να μην πάτε να κάνετε δήθεν ιεραποστολή, επειδή δεν έχετε καταλάβει την καλογερική αποστολή. Ως μοναχοί έχουμε υποχρέωση να κάνουμε προσευχή για τα προβλήματα των άλλων· δεν είμαστε όμως υποχρεωμένοι να ασχοληθούμε με τα προβλήματά τους. Ο πνευματικός έχει υποχρέωση να το κάνη αυτό, έχει και ευθύνη. Αν συζητούν μʼ εσάς, φορτώνουν σʼ εσάς την ευθύνη. Εκείνος μπορεί να τους παρακολουθή από κοντά και να δίνη λύση στα προβλήματά τους. Χρειάζεται δηλαδή δουλειά. Αυτή η δουλειά δεν είναι των μοναχών. Από μας μόνον προσευχή να ζητάνε. Ας στέλνουν κανένα γράμμα με ονόματα, να κάνουμε κανένα κομποσχοίνι.

Η δύναμη της εξομολογήσεως
του γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου

Πηγή:http://tistheosmegas.blogspot.com

Σημεῖα σίτισης ἀπόρων τῆς ῾Ιεράς ᾿Αρχιεπισκοπής ᾿Αθηνῶν

"᾿Επείνασα κι ἐδώκατέ μοι φαγεῖν...

"Ιερος Νιπτήρας
1. Αγ. Αικατερίνη, οδ. Κειριαδών Αιγηιδών,118 53 Πετράλωνα,
τηλ. 210-3458133.
2. Αγ. Αιμιλιανός οδ. Αθαμανίας 17, 104 44, Σκουζέ,
τηλ. 210-5129091.
3. Αγ. Ανάργυροι, Πλ. Αγ. Αναργύρων, 135 61 Αγ. Ανάργυροι,
τηλ. 210-2611689.
4. Αγ. Ανάργυροι, οδ. Κεφαλληνίας και Δαμασκηνού, 163 42 Ηλιούπολη,
τηλ. 210-9930 817.
5. Αγ. Ανδρέας, οδ. Ωρωπού και Τεω, 111 42 Άνω Πατήσια,
τηλ. 210-2914686.
6. Αγ. Ανδρέας, οδ. Γιάνναρη 24, 104 45 Κ. Πατήσια,
τηλ. 210- 8323193.
7. Αγ. Απόστολοι Τζιτζιφιών, οδ. Αγ. Αποστόλων 4, 176 75 Καλλιθέα,
τηλ. 210- 9422021.
8. Αγ. Αρτέμιος, οδ. Φιλολάου 165, 116 32 Παγκράτι,
τηλ. 210-7514125.
9. Αγ. Ασωμάτων, οδ. Θερμοπυλών 5, 104 35 Θησείο,
τηλ. 210-5240675.
10. Αγ. Βαρβάρα, οδ. Αγ. Βαρβάρας 85, 172 35 Δάφνη,
τηλ. 210-9711661.
11. Αγ. Βασίλειος, Αγ. Βασιλείου 52, 173 43 Αγ. Δημήτριος,
τηλ. 210-9717890.
12. Αγ. Γεράσιμος, οδ. Αγ. Γερασίμου 30, 157 71 Άνω Ιλίσια,
τηλ. 210-7793331.
13. Αγ. Γεώργιος, οδ. Πλάτωνος 51, 104 41 Ακαδημία Πλάτωνος,
τηλ. 210- 5142658.
14. Αγ. Γεώργιος, οδ. Αγ. Γεωργίου και Καζαντζάκη, 157 72 Ζωγράφου,
τηλ. 210-7794925.
15. Αγ. Γεώργιος, οδ. Αγ. Γεωργίου,113 61 Κυψέλη,
τηλ. 210-8212667.
16. Αγ. Γεώργιος, οδ. Ευαγγελιστρίας 22,176 71 Καλλιθέα,
τηλ. 210-9562082.
17. Αγ. Γεώργιος, οδ. Μπαρμπάνου 61, 117 44 Κυνοσάργους,
τηλ. 210-9018408.
18. Αγ. Γλυκερία, οδ. Αγ. Γλυκερίας 13, 111 47 Γαλάτσι,
τηλ. 210-2931523.
19. Αγ. Δημήτριος, οδ. Βασ. Κωνσταντίνου, 173 43 Αγ. Δημήτριος,
τηλ. 210-9712456.
20. Αγ. Ειρήνη, οδ. Αλκυόνης και Πανουργιά, 111 46 Γαλάτσι,
τηλ. 210-2912426.
21. Αγ. Ελευθέριος, οδ. Αχαρνών 382, 111 43 Αχαρνών,
τηλ. 210-2281754.
22. Αγ. Ελευθέριος οδ. Ι. Βαρβάκη 28, 114 74 Γκύζη,
τηλ. 210-6427053.
23. Αγ. Ζώνη, οδ. Αγ. Ζώνης 27,112 56 Κυψέλη,
τηλ. 210-8674250.
24. Αγ. Θεράπων, οδ. Γαλήνης 26, 157 73 Ζωγράφου,
τηλ. 210-7706807.
25. Αγ. Θωμάς, οδ. Παπαδιαμαντοπούλου 115, 115 27 Αμπελόκηποι,
τηλ. 210-7771533.
26. Αγ. Ιωάννης, οδ. Λεωφ. Βουλιαγμένης 117, 117 44. Βουλιαγμένη,
τηλ. 210-9016 617.
27. Αγ. Ιωάννης Γαργαρέττας, οδ. Λ. Βεϊκου 17, 117 42 Αθήνα,
τηλ. 210-9232940.
28. Αγ. Κωνσταντίνος, οδ. Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης 10, Ηλιούπολη,
τηλ. 210- 9712 254.
29. Αγ. Κωνσταντίνος οδ. Λ. Λένορμαν 140, 104 44 Κολωνός,
τηλ. 210-5112 669.
30. Αγ. Κωνσταντίνος, οδ. Αγ. Κωνσταντίνου 8, 183 44 Μοσχάτο,
τηλ. 210-4813570.
31. Αγ. Κωνσταντίνος, οδ. Αγ. Κωνσταντίνου και Κουμουνδούρου, 104 37 Ομόνοια, τηλ. 210-5225139.
32. Αγ. Λουκάς οδ. Πατησίων 287, 11 144, Πατήσια,
τηλ. 210-2281778.
33. Αγ. Μαρίνα, οδ. Αλεξάνδρου Παναγούλη 2, 16 345, Ηλιούπολη,
τηλ. 210-9711 531.
34. Αγ. Μαρίνα, οδ. Αγ. Μαρίνης 11 851 Θησείο,
τηλ. 210-3463783.
35. Αγ. Μαρκέλλα, οδ. Σπ. Πάτση 87, 118 55 Βοτανικός,
τηλ. 210-3463061.
36. Αγ. Μάρκου Ευγενικός, οδ. Αλεξ. Παπαναστασίου 48, 104 45, Πατήσια,
τηλ. 210- 8310 629.
37. Αγ. Μαύρα και Τιμόθεος, οδ. Μαραθωνομάχων 1, 163 43
Ηλιούπολη, τηλ. 210-9928744.
38. Αγ. Μελέτιος, Πλ. Αγ. Μελετίου, Σεπόλια,
τηλ. 210-5128059.
39. Αγ. Νικόλαος, οδ. Αγ. Νικολάου, 104 46 Αχαρνών,
τηλ. 210-8319385.
40. Αγ. Νικόλαος, οδ. Κ. Κοτζιά, 163 46 Ηλιούπολη,
τηλ. 210-9914540.
41. Αγ. Νικόλαος, οδ. Ελευθ. Βενιζέλου 173, 176 73 Καλλιθέα,
τηλ. 210- 9568969.
42. Αγ. Νικόλαος, οδ. Ασκληπιού 38, 106 80 Πευκάκια,
τηλ. 210- 3612449.
43. Αγ. Νικόλαος, οδ. Δυοβουνιώτου 56, 117 41 Φιλοπάππου,
τηλ. 210- 9228323.
44. Αγ. Πάντες, οδ. Ελευθ. Βενιζέλου 90, 176 76 Καλλιθέα,
τηλ. 210-956205.
45. Αγ. Παρασκευή, Πλ. Αγ. Παρασκευής, 153 42 Αγ. Παρασκευή,
τηλ. 210-6526818.
46. Αγ. Παρασκευή, οδ. Κυπρίων Ηρώων και Μαραμβέλια, 163 41 Ηλιούπολη,
τηλ. 210-9922 666.
47. Αγ. Παύλος, Χίου καί Κρήτης 104 38 Σταθμός Λαρίσης,
τηλ. 210-5234711.
48. Αγ. Σπυρίδων, οδ. Ερατοσθένους 13, 116 35 Σταδίου,
τηλ. 210-7515122.
49. Αγ. Στυλιανός, οδ. Παπαστράτου 12, 114 76 Γκύζη,
τηλ. 210-6420015.
50. Αγ. Τριάς , οδ. Λ. Κηφισίας 80, 115 26 Αμπελόκηποι,
τηλ. 210-6927527.
51. Αγ. Τριάς, οδ. Πειραιώς 67 Β', 105 53 Κεραμεικός,
τηλ. 210-3252227.
52. Αγ. Χαράλαμπος, οδ. Δραγούμη 7, 161 21 Ιλίσια,
τηλ. 210-7223860.
53. Εσταυρωμένος, Πλ. Εσταυρωμένου, 177 78 Ταύρος,
τηλ. 210-3462301.
54. Κοίμησις Θεοτόκου, οδ. Μπουσίων 24, 115 24 Ελ. Βενιζέλου,
τηλ. 210-6428132.
55. Κοίμησις Θεοτόκου, οδ. Ειρήνης 29, 163 45 Ηλιούπολη,
τηλ. 210-9915842.
56. Κοίμησις Θεοτόκου, οδ. Ανδροπούλου 2, 111 41 Κυπριάδου,
τηλ. 210-2918987.
57. Κοίμησις Θεοτόκου, οδ. Σωκράτους 19, 117 43 Κυνοσάργους,
τηλ. 210-9236428.
58. Μεταμόρφωσις Σωτήρος, οδ. Μεταμορφώσεως 3, 173 41
Αγ. Δημήτριος, τηλ. 210-9335 918.
59. Μεταμόρφωσις Σωτήρος, oδ. Μεταμορφώσεως και Υψηλάντου,
176 73 Καλλιθέα, τηλ. 210-9562051.
60. Παναγία Μαρμαριώτισσα, οδ. Σοφοκλή Βενιζέλου, 152 32 Χαλάνδρι,
τηλ. 210-6814 960.
61. Παντάνασσα, οδ. Πραξιτέλους 35, 176 74 Καλλιθέα,
τηλ. 210- 9419 002.
62. Προφήτης Ηλίας, οδ. Προφήτου Ηλία 17, 153 41 Αγ. Παρασκευή,
τηλ. 210-6399692.
63. Προφήτης Ηλίας, οδ. Αρύββου 1, 116 33 Παγκράτι Αθήνα,
τηλ. 210- 7013034.
64. Προφήτης Ηλίας, οδ. Διοπόλεως 2, 111 42 Ριζούπολη Αθήνα,
τηλ. 210-2516483.
65. Τρεις Ιεράρχες οδ. Τριών Ιεραρχών 91, 118 51 Πετράλωνα,
τηλ. 210-3465878.
66. Ύψωσις Τιμίου Σταυρού, οδ. Καυκάσου -Λαζαράδων 2, 113 63 Κυψέλη,
τηλ. 210-8218110.
67. Ύψωσις Τιμίου Σταυρού, οδ. Αναστάσεως και Κλειούς, 156 69 Παπάγου,
τηλ. 210-6515952.

Γέροντας Μωϋσῆς ῾Αγιορείτης: ῞Οταν κανείς γράφει, ἐκτίθεται, καί πρέπει νά τά περιμένει ὅλα!

"Γράφοντας κανείς, δηλαδή, ἐκτίθεται, ἔχει ἕνα κόστος, μία μικρή ἤ μεγάλη ἀγωνία. Θά μποροῦσε νά σιωπᾶ, νά ἡσυχάζει, νά ἀναπαύεται, ἤ μόνο νά ἐπαινεῖ, νά κολακεύει καί νά ψευτοπαρηγορεῖ. Καλῶς ἤ κακῶς, λοιπόν, ἀπό ἐτῶν γράφω, καί δέ θά μποροῦσα ἀσφαλῶς ἐγώ νά κρίνω αὐτή τήν προσφορά μου, τή μικρή καί ταπεινή".

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ π. ΜΩΥΣΗ

Εἶναι ἀλήθεια πώς ἀγαπῶ ἀπό μικρός τή μελέτη καί τή γραφή. Χιλιάδες σελίδες ἔχω γράψει καί ἔχω δημοσιεύσει κατά καιρούς. Ἐπί μία περίπου πενταετία ἡ ἐφημερίδα αὐτή φιλοξενεῖ ἄρθρα μου. Εἶναι γεγονός πώς ποτέ δέν παρενέβη στά κείμενά μου. Γι’ αὐτό τήν εὐχαριστῶ, κι αὐτό τήν τιμᾶ. Εἶναι μεράκι τό γράψιμο. Μέρες σκέφτομαι τό θέμα, κι ἕνα βράδυ κάθομαι καί τό γράφω. Δέν εἶναι πάντοτε ἀπό τή φθηνή καί παρερχόμενη ἐπικαιρότητα. Εἶναι μία ἄλλη ματιά, κάπως μακριά ἀπό τόν θόρυβο τῶν γεγονότων, στήν ὡραιότητα τῆς ἱερῆς ἡσυχίας, ὅπου ὁ νοῦς μπορεῖ νά ’ναι πιό καθαρός.
Τό γράψιμο εἶναι καημός καί πόνος. Εἶναι μία δημιουργία. Ἕνας πνευματικός τοκετός. Ὁπωσδήποτε, ἔχει ὑποκειμενικά στοιχεῖα. Κανείς δέν μπορεῖ νά πεῖ ὅτι εἶναι ἀλάνθαστος. Γενικά, προσπαθῶ νά ἀποφεύγω τίς προβλέψεις. Ὁρισμένοι μου λέγουν ὅτι τελευταία εἶμαι αὐστηρός στίς κρίσεις μου. Μπορεῖ. Ἀναδημοσιεύονται τά ἄρθρα, συζητῶνται, μοῦ γράφουν σχετικά, καί λοιπά. Θά ἀπορεῖτε γιατί τά γράφω ὅλα αὐτά. Θά νομίζετε ὅτι πρόκειται γιά τόν ἐπίλογο μίας καλῆς συνεργασίας. Ὄχι, δέν πρόκειται γιά κάτι τέτοιο. Ὅσο μου ἐπιτρέπεται, θά γράφω.
Ὅταν γράφει κανείς, καταθέτει τή γνώμη του, τήν ἐντύπωσή του, τήν κρίση του. Μπορεῖ νά εἶναι λιγότερο ἤ περισσότερο ὀρθή ἤ λαθεμένη. Ὑπογράφοντας τό κείμενό του μέ τό ὄνομά του, φέρει τήν εὐθύνη τῶν γραφομένων του. Καλεῖται νά εἶναι ἕτοιμος σέ τυχόν ἀντιρρήσεις ἤ ἐνστάσεις. Γράφοντας κανείς, δηλαδή, ἐκτίθεται, ἔχει ἕνα κόστος, μία μικρή ἤ μεγάλη ἀγωνία. Θά μποροῦσε νά σιωπᾶ, νά ἡσυχάζει, νά ἀναπαύεται, ἤ μόνο νά ἐπαινεῖ, νά κολακεύει καί νά ψευτοπαρηγορεῖ. Καλῶς ἤ κακῶς, λοιπόν, ἀπό ἐτῶν γράφω, καί δέ θά μποροῦσα ἀσφαλῶς ἐγώ νά κρίνω αὐτή τήν προσφορά μου, τή μικρή καί ταπεινή.
Δέν φοβᾶμαι τήν κριτική, ὅταν μάλιστα εἶναι ἐπώνυμη καί καλόπιστη, καί στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ ἀπαντῶ. Ἀποφεύγω νά ἀπαντῶ σέ ἀνώνυμα κείμενα. Πιστεύω ὅτι, γράφοντας κανείς, θά πρέπει νά ἔχει τό θάρρος τῆς γνώμης του καί νά μή φοβᾶται νά ὑπογράφει μέ τό ὄνομά του τά κείμενά του. Ἀνώνυμα, ψευδεπίγραφα καί μέ ψευδώνυμα κείμενα κρύβουν σίγουρα δόλο.
Τά παραπάνω τά γράφω ἐξ ἀφορμῆς πρόσφατης συνεντεύξεώς μου στό διαδίκτυο, τήν ὁποία, πληροφοροῦμαι, ἀνέγνωσαν χιλιάδες ἀρκετές. Ἀπάντησα μέ κάθε εἰλικρίνεια στίς ἐρωτήσεις πού μου ἔθεσε ὁ δημοσιογράφος. Δέν γνωρίζω πόσο καλά ἀπάντησα, ἀλλά πάντως κατέθεσα αὐτό πού σκέφτομαι καί πού κανείς δέν μπορεῖ νά μοῦ ἀπαγορεύσει, δίχως φόβο καί πάθος. Ἄν κάποιες ἀλήθειες ἦταν πικρές, δέν φταίω ἐγώ. Φαίνεται, πάντως, ἀπό τήν ἐνόχληση καί τά σχόλια, πώς δέν ἦταν ἐξωπραγματικές. Φυσικά, κανένας δέν εἶναι ὑποχρεωμένος νά συμφωνεῖ μέ ὅλα ὅσα διαβάζει, ἀλλά, παρακαλῶ, ἐπιτρέπεται ἕνας ἐξ αὐτῶν νά ζητᾶ νά συνταχθεῖ ἀνώνυμο κείμενο κατά τοῦ γράφοντος; Ἀδυνατεῖ, φαίνεται, νά ἀπαντήσει καί προστρέχει σέ τέτοιες ἄνανδρες “ἀπαντήσεις”. Λυπᾶμαι γιά τό πρόσωπο αὐτό. Σκεφθεῖτε μάλιστα νά εἶναι κάποιο ὑπεύθυνο καί νά ἔχει διοικητική θέση. Μέ τόν τρόπο του ἐπιβεβαιώνει τήν ἔλλειψη ἑνότητος. Μάλιστα, μᾶς ἔκανε καί τόν φίλο. Σκέψου τί θά μᾶς ἔκαναν οἱ ἐχθροί.
Ἄς θεωρηθεῖ μία παρένθεση τό ἀρκετά λυπηρό αὐτό γεγονός. Λυπᾶμαι, ὄχι γιά ἐμένα, ἀλλά γιά ἐκεῖνον. Εἴπαμε ὅμως: ὅταν κανείς γράφει, ἐκτίθεται, καί πρέπει νά τά περιμένει ὅλα. Ἐμεῖς, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, θά συνεχίσουμε νά γράφουμε σάν μία ἀνάγκη τῆς ψυχῆς μας. Ὄχι ὅτι δέν μποροῦμε νά ζοῦμε καί δίχως νά γράφουμε. Καταθέτοντας τήν ἀλήθεια, ἔστω ὑποκειμενική, δίχως ὅμως ὑστεροβουλία καί ἰδιοτέλεια. Θά λέμε, κατά τό εὐαγγέλιο, “ναί” καί θά ἐννοοῦμε “ναί”…
Νά μέ συγχωρεῖτε γιά τήν ἔκτακτη γραφή αὐτή τῆς ψυχῆς μου. Τήν αἰσθάνθηκα ἀναγκαία καί αὐθόρμητη. Τά αἰσθήματά μου δέν μπορῶ νά τά κρύβω. Μπορεῖ νά ’ναι μία ἀδυναμία μου, ἡ σφοδρή ἐπιθυμία μου γιά τήν ὑπεράσπιση τοῦ ἀνυπόκριτου, τοῦ ἀληθινοῦ καί τοῦ δίκαιου. Τό θέμα τελειώνει ἐδῶ καί εὐθαρσῶς θέτω τήν ὑπογραφή μου καί τώρα μέ ἐγκάρδιους χαιρετισμούς, θερμούς καί εἰλικρινεῖς. Ὁ Θεός νά μᾶς συγχωρέσει ὅλους.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 19-9-2010

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ: Στούς δύσκολους καιρούς θά βοηθήσουν τά Μοναστήρια



«Την άνοιξη του 1985, ευρισκόμενη (αφηγείται η Γερόντισσα Θεοδοσία) εις την Μονήν των αγίων Θεοδώρων Καλαβρύτων, μία νύχτα περίπου 2.30′ πρωϊνή, άκουσα λίγο πιο πέρα από το παράθυρο του κελλιού μου, στην αυλή της Μονής, κάποιον να σκάβει. Για να βεβαιωθώ, έσβησα το φως του κελλιού μου και κοίταξα από το παράθυρο. Είδα ότι αναβόσβηνε ένας φακός. Τότε έκανα μία προσευχή στους θαυματουργούς Αγίους μας να μας προστατεύσουν. Ήλεγξα τα παράθυρα και τις σαθρές πόρτες προς την αυλή της ερειπωμένης Μονής, μήπως εισχωρήσουν στο εσωτερικό της, και αφού διεπίστωσα ότι επικρατούσε ησυχία στο χώρο αυτό, επέστρεψα στο κελλί μου.

Το πρωΐ είχαμε μία ιδιωτική λειτουργία. Την ώρα πού ετοιμαζόμουν να πάω στην Εκκλησία, ώρα 5.55′ πρωϊνή, χτύπησε το τηλέφωνο. Σκέφτηκα μήπως κάποια πονεμένη ψυχή έχει κάποιο πρόβλημα – κάτι άλλωστε πού συνέβαινε συχνά – και σήκωσα το τηλέφωνο. Προς μεγάλη μου έκπληξη άκουσα:

- «Άκου παιδάκι μου, είμαι ο Γέροντας Πορφύριος. Μη βγεις έξω που ακούς και σκάβουν, θα σε χτυπήσουν. Διαβολεμένοι άνθρωποι γυρίζουν στο Μοναστήρι σου».

- Τον ερωτώ: «Γέροντα, γιατί σκάβουν; Βρήκαν τίποτα;»

- Απαντά: «Όχι παιδάκι μου, τα έχουν πάρει άλλοι νωρίτερα».

- Τον ερωτώ πάλι: «Γέροντα έχετε έλθει στο Μοναστήρι μας;»

- Μου απαντά: «Όχι παιδάκι μου, αλλά τώρα είμαι εκεί. Ρώτα με ότι θες». Παίρνοντας λοιπόν αφορμή από το λόγο του αυτό, τον ρώτησα για την ιστορικής σημασίας σπηλιά του Μοναστηριού μας…

… – Με ερωτά: «Ποια σπηλιά; Γιατί είναι δύο σπηλιές κοντά σας. Αυτή πού κάθισαν οι πρώτοι μοναχοί;»

- Του απαντώ: «Ναι Γέροντα». Μου λέει: «Καλό είναι, παιδάκι μου, να το κάνης αυτό, γιατί η σπηλιά είναι αγιασμένη. Αλλά θα σε αφήσουν οι χωρικοί; Θα αντιδράσουν».

Έμεινα με το ακουστικό στο χέρι, χωρίς να μιλάω από την έκπληξη μου, γιατί μου μιλούσε για γεγονότα.

Ας σημειωθεί ότι όντως υπάρχουν δύο σπηλιές, αλλά εμείς δεν την είχαμε δει τη δεύτερη σπηλιά, καίτοι είχαμε εγκατασταθεί στη Μονή περισσότερο από ένα χρόνο. Μας το είχαν πει όμως οι βοσκοί της περιοχής, ότι υπάρχει και δεύτερη σπηλιά.

Την ώρα λοιπόν που είχα μείνει αμίλητη με το ακουστικό στο χέρι, ακούω το Γέροντα να μου λέει: «Ψάρια, Γερόντισσα, Ψάρια!».

- Τον ερωτώ: «Τι ψάρια, Γέροντα;»

- «Παιδάκι μου», μου λέει, «το νερό από τους κούτουλες δεν είναι κατάλληλο για ψάρια; Βάλε λοιπόν ψάρια να φάει ο κόσμος. Θα ‘ρθούν δύσκολοι καιροί!».

Και όντως, όταν είχαμε εγκατασταθεί στο Μοναστήρι, εξήτασα στο Χημείο των Πατρών το νερό, που τρέχει άφθονο από τους δύο κούτουλες (πηγή) στην αυλή της Μονής, αν είναι πόσιμο και παράλληλα αν είναι κατάλληλο για ψάρια, ώστε να καλύπτει τις ανάγκες της Μονής και των φιλοξενουμένων προσκυνητών της. Όντως το νερό απεδείχθη καθαρό και κατάλληλο για ιχθυοτροφείο… (από τις σελ. 60, 62).

Την παρουσία του Γέροντα (Πορφύριου) την αισθανόμεθα1 έντονα, γιατί σε κάθε δίλημμα μας εκείνος επικοινωνούσε μαζί μας και μας έδινε λύση. Μια φορά, μου είχε πει τηλεφωνικώς:

- «Παιδάκι μου, έχεις μεγάλο αγώνα, αλλά μη φοβάσαι, εγώ κάθε βράδυ κάνω μαζί σας προσευχή».

Ας σημειωθεί ότι με τον Γέροντα δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ, ούτε τον είχα δει ποτέ, μόνον είχα ακούσει για το προορατικό του χάρισμα από άλλους, ούτε ποτέ είχα τηλεφωνικώς επικοινωνήσει μαζί του. Απόρησα λοιπόν. Πώς ήξερε εμάς και τα προβλήματα μας; Πού βρήκε το τηλέφωνο μας;

Για το λόγο αυτό πήρα τηλέφωνο μία ηγουμένη άλλου Μοναστηριού, πού γνώριζε τον Γέροντα, και την ρώτησα: «Μήπως, Γερόντισσα, δώσατε τον αριθμό του τηλεφώνου μας στον Γέροντα Πορφύριο;» Μου απαντά: «Είναι ανάγκη να του τον δώσω; Το μυαλό του πατρός Πορφυρίου είναι τηλεόραση».

Κάποτε επεσκέφθην με μερικές αδελφές της Μονής μας ένα άλλο Μοναστήρι. Ο Γέροντας Πορφύριος, επειδή υπήρχε ένα επείγον και σημαντικό θέμα, πήρε εκεί τηλέφωνο, με ζήτησε και μου είπε: «Παιδί μου, τους πέντε ανθρώπους πού θέλουν να καταθέσουν ως μάρτυρες για τα όρια της Μονής σας, να τους αφήσεις να προσέλθουν στο δικαστήριο. Πρέπει να ακουστεί η αλήθεια και να υπερασπισθείς ό,τι ανήκει στη Μονή, γιατί θαρθούν δύσκολοι καιροί και ο κόσμος θα χρειασθεί φροντίδα από τα Μοναστήρια».

Πραγματικά, πέντε γηραιοί άνθρωποι, πού ήσαν ευγνώμονες στο Μοναστήρι, μου ζητούσαν επιμόνως να πουν την αλήθεια σε μια αδικία πού είχε γίνει εις βάρος της Μονής. Έτσι κι έγινε και η Μονή δικαιώθηκε. (Από τις σελ. 63, 64).

Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Σ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΑΚΗ

Καθηγητού της Παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ», 1997
VatopaidiFriend