"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

Να ἀφεθοῦμε στήν θεία πρόνοια-ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣIOY


῞῞Οποιος παρακολουθεῖ τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, μαθαίνει νά ἐξαρτᾷ τὸν ἑαυτὸ του ἀπὸ τὴν θεία πρόνοια. Νιώθει μετὰ σὰν τὸ μωρὸ στήν κούνια, πού, ἂν τὸ ἀφήσῃ γιά λίγο ἡ μητέρα τοῦ, ἀρχίζει νά κλαίῃ, μέχρι νά τρέξη πάλι κοντὰ του. Ἂν ἀφεθῇ κανεὶς στόν Θεό, εἶναι μεγάλη ὑπόθεση. Ὅταν πρωτοπῆγα στήν Ἱερὰ Μονὴ Στομίου, δέν εἶχα πού νά μείνω. Ὅλο τὸ μοναστῆρι ἦταν γεμᾶτο μπάζα. Βρῆκα μία γωνία κοντὰ στήν μάνδρα, ἔβαλα κάτι ἀπὸ πάνω, γιά νά τὴν σκεπάσω λίγο, καὶ ἐκεῖ περνοῦσα τὰ βράδυα καθιστός, γιατὶ δέν χωροῦσα νά ξαπλώσω. Μία μέρα ἦρθε ἕνας γνωστός μου ἱερομόναχος καί μου λέει: « Καλά, πῶς μένεις ἐδῶ; ». « Γιατί, τοῦ λεώ, οἱ κοσμικοὶ εἶχαν περισσότερα ἀπὸ μᾶς; Ὅταν εἶπαν στόν Κανάρη, τότε πού ζήτησε δάνειο, “ δέν ἔχεις Πατρίδα”, ἐκεῖνος εἶπε: « Θὰ ἀποκτήσουμε Πατρίδα » . Ἂν κοσμικὸς ἄνθρωπος εἶχε τέτοια πιστή, ἐμεῖς νά μὴν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στόν Θεό; Ἀφοῦ ἡ Παναγία οἰκονόμησε νά βρεθῶ ἐδῶ, δέν θὰ φροντίσῃ για τὸ μοναστῆρι της , ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα; » . Καὶ πράγματι, πὼς τὰ οἰκονόμησε σιγά-σιγὰ ὅλα ἡ Παναγία! Θυμᾶμαι, ὅταν ἔρριχναν οἱ μάστορες τὸ μπετὸν ,γιά νά φτιάξουν τὴν πλάκα στά κελλιά πού εἶχαν καῇ, δέν ἔφθασαν τὰ τσιμέντα. Ὑπολειπόταν τὸ ἕνα τρίτο ,γιά νά τελειώση ἡ πλάκα. Ἔρχονται οἱ μάστορες καί μοῦ λένε: « Τὰ τσιμέντα τελειώνουν. Να ἀραιώσουμε τὸ μπετόν, γιά νά φθάσῃ γιά ὅλη τὴν πλάκα » . « Ὄχι, τοὺς λέω, συνεχίστε κανονικὰ » . Νά φέρουμε ἄλλα δέν γινόταν, γιατὶ τὰ ζῷα ἦταν στόν κάμπο. Ἔπρεπε νά πᾶνε οἱ μάστορες δυό ὧρες ὥς τὴν Κόνιτσα καὶ δυό ὧρες ὥς τὸν κάμπο, στά χωράφια, γιά νά βροῦν ζῷα. Πότε νά πᾶνε, πότε να γυρίσουν. Ὕστερα, οἱ ἄνθρωποι εἶχαν τίς δουλειὲς τους. Δέν μποροῦσαν νά ἔρθουν ἄλλη μέρα. Βλέπω, εἶχαν ῥίξει τὰ δύο τρίτα τῆς πλάκας. Μπῆκα στό ἐκκλησάκι καὶ λέω: « Τὶ θὰ γίνη τώρα ,Παναγία μου; Σὲ παρακαλῶ, βοήθησέ μας » . Μετὰ βγήκα ἔξω…

Καὶ τὶ ἔγινε , Γέροντα;

Καὶ ἡ πλάκα τελείωσε καὶ τὰ τσιμέντα περίσσεψαν!

Οἱ μάστορες τὸ κατάλαβαν;

Πῶς δεν τὸ κατάλαβαν. Εἶναι μερικὲς φορὲς πολὺ μεγάλη ἡ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας!

᾿Από τό βιβλίο: Μέ πόνο καί ἀγάπη γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο

῾Ο Θεός μᾶς βοηθάει... ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ




[Σχόλιο ᾿Οδυσσέως: ῾Ο λόγος τοῦ Γέροντος Παϊσίου σταλάζει πραγματικά στίς ψυχές μας βάλσαμο. Τά παραδείγματα πού χρησιμοποιεῖ εἶναι ἐπιτυχημένα καί διδακτικότατα. ῎Ας ἔχουμε τήν εὐχή του!]


-Βλέπουμε, πάτερ, ὅτι βαδίζουμε τήν ἁμαρτωλή ὁδό.
-«Μά κι ἐγώ, ὅσο περνᾶν τά χρόνια δέν μπορῶ νά κάνω ἀγώνα περισσότερο, γι᾿ αὐτό λέω πότε νά μέ πάρει ὁ Θεός, νά φύγω νωρίτερα. Πολλές φορές παρεκλίνουμε, γιατί νομίζουμε ὅτι κάτι κάνουμε μόνοι μας. ῾Ο Θεός μᾶς βοηθάει καί δέν τό καταλαβαίνουμε. Νομίζουμε ὅτι προχωρᾶμε.
Στίς ἀρχές φυσικά μᾶς δίνει καμιά καραμέλα νά μᾶς ξεγελάσει κι ἐμεῖς νομίζουμε ὅτι ἐργαστήκαμε. Μᾶς τήν ἔδωσε γιά νά μᾶς δείξει ὅτι ὑπάρχει ζαχαροπλαστεῖο πάνω, γιά νά πᾶμε μόνοι μας. ᾿Ενῶ ξεκινᾶμε, τότε κουραζόμαστε. Καί ὅταν παρεκλίνουμε καί αὐτό βοηθάει, κατά κάποιο τρόπο, γιατί μᾶς ἐγκαταλείπει λίγο ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ γιά νά ταπεινωθοῦμε. ῎Ετσι ταπεινώνεται ὁ ἄνθρωπος, μετά ἔρχεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, γνωρίζει τόν ἑαυτό του καί δέν πιστεύει στόν ἑαυτό του. Τότε καταλαβαίνει τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
῞Οπως καί τό μωρό παιδάκι, πού μόλις μεγαλώσει λίγο τό πιάνει ἡ μαμά του ἀπό τά χέρια καί αὐτό ἀνοίγει κάτι βήματα μεγάλα καί νομίζει ὅτι πάει καλά καί δέν παρεκλίνει. Μετά ὅμως ἄν συνεχίσει αὐτή ἡ δουλειά, τό παιδί θά γίνει ἀτροφικό. ῎Αν τοῦ κρατάει συνεχῶς τά χέρια, θά δημιουργηθεῖ στό παιδί μιά ψευδαίσθηση καί μόλις θελήσει μόνο του νά προχωρήσει, θά πάρει μιά τοῦμπα. Καταλαβαίνετε ὅτι αὐτά τά βήματα δέν ἦταν δικά του.

Πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Δ. Τάτση , ΑΘΩΝΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ (Διδαχές ἑνός Γέροντος), σελ. 51, , ᾿Αθῆναι 1993, ΕΚΔ. ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ

Ὁ Παπαδιαμάντης ὡς ταπεινὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ φιλοκαλικὸ του ἦθος




[Σχόλιο ᾿Οδυσσέως: Τακτική τοῦ ἰστολογίου μας εἶναι ἡ ἀνάρτηση κειμένων στό πολυτονικό σύστημα γραφῆς. Κείμενα στό μονοτονικό χρησιμοποιοῦνται κατ᾿ ἀνάγκην. Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ μᾶς δίνει μιά ἀνάσα δροσιᾶς ἀπό τόν "λειτουργικό" Παπαδιαμάντη. Εὐχαριστοῦμε τό ἱστολόγιο: "Φωνή βοῶντος ἁμαρτωλοῦ ἱερέως"ἀπ᾿ ὅπου καί ἀντλήσαμε τό ἄρθρο καθώς καί τόν κόπο τοῦ συντάκτου νά τό μεταφέρει στό πολυτονικό. Τουλάχιστον, κάποιοι νά ἀντιστέκονται ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΑ!]

" Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν ἕνα ταπεινὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας, αἰσθανόταν καὶ λειτουργοῦσε ὡς μέλος της. Εἶχε συναίσθηση ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτοῦ τὴν Γέννηση καὶ τὴν Ἀνάσταση ὑμνεῖ καὶ δοξάζει καὶ ὑπακούει ταπεινὰ στὶς ἀποφάσεις τῆς....
Ἐκκλησίας.
Κατ
᾿ ἀρχὰς πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Παπαδιαμάντη ἦταν φιλοκαλική, ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν στηριζόταν σὲ καταφατικὲς ἐκφράσεις καὶ διαβεβαιώσεις, ἀλλὰ κυρίως ζοῦσε ἀποφατικά. Ἔβλεπε τὴν δόξα τῆς Ἐκκλησίας ὄχι στὴν ἐπίγεια κοινωνικὴ κατάφασή της, ἀλλὰ στὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὴν αἰσθανόταν μέσα στὶς ἀγρυπνίες, μέσα στὴν θεία Εὐχαριστία, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο τῆς Ἐκκλησίας, στὶς ἀκολουθίες, στὰ τροπάριά της. Συνελάμβανε τὸ πνεῦμα τῆς θείας λατρείας, ποὺ εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ ἡσυχία, ἡ κένωση καὶ ἡ προσφορά.

Σ
᾿ ἕνα κείμενό του γράφει: «Ἡ Ἐκκλησία ἐθριάμβευσεν ἐν τῷ κόσμῳ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης συνδρομῆς τῆς πολιτείας, τουναντίον μάλιστα καὶ διωκομένη καὶ κατατρυχομένη πολλάκις ὑπὸ ταύτης».

Στ
ὴν ἐποχή του ὁ Μακρακισμὸς ἀλλοίωνε τὴν ταυτότητα καὶ τὴν φυσιογνωμία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Παπαδιαμάντης γράφει ἄρθρο γιὰ νὰ καυτηριάσῃ τὴν στάση τοῦ Μακράκη, ὁ ὁποῖος ἐμήνυσε δυὸ ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑπενθύμισαν στὸν κόσμο ὅτι εἶναι μὲν ἐλεύθεροι νὰ ἀκούσουν τὸν Μακράκη, ἀλλὰ νὰ ξεύρουν ὅτι «ἔχει ἀποκηρυχθῆ ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς κακόδοξος καὶ ἀπειθής». Καὶ στὴν συνέχεια γράφει:

«
Ὁ κ. Μακράκης εἶναι ἔκπτωτος δι᾿ ὅλην τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Τὸ ἠξεύρει καὶ προσποιεῖται ὅτι τὸ ἀγνοεῖ... Ἡ καινοδοξία δὲν εἶναι ἐν χώρῳ καὶ χρόνω, δὲν ὁρμᾶται ἀποκλειστικῶς ἐξ Ἀμερικῆς ἢ ἐξ Ἀγγλίας, ἡ καινοδοξία εἶναι ἐν τῇ γνώμῃ καὶ ἐν τῇ φρενί... καὶ ὁ κ. Μακράκης, ὅστις περιέρχεται τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία ἑρμηνεύων κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ φαντασίαν τὰς Ἱερὰς Γραφάς, ἄνευ κύρους, ἄνευ ἀδείας καὶ ἐγκρίσεως ἐκκλησιαστικῆς.... Τί τοῦ ψιθυρίζουν εἰς τὸ οὖς, τοῦ κ. Μακράκη, τὰ ἀρχοντικὰ δαιμόνια, τὰ πονηρότατα καὶ πεισμονέστατα τῶν δαιμονίων! Ποῖος Μητροπολίτης, ποία Σύνοδος δύναται ποτὲ ν᾿ ἀναγνωρίσῃ τὸν κ. Μακράκην ὡς ὀρθόδοξον, ἐὰν οὖτος δὲν προσέλθῃ ἁπλῶς καὶ καθαρῶς, ἐν ταπεινώσει, ἄνευ σοφισμάτων καὶ ἄνευ ὑστεροβουλίας, ἐὰν δὲν προσπέσῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν νὰ εἴπῃ τὸ ἥμαρτον, ν᾿ ἀποπτύσῃ τὸ τρισύνθετον καὶ πᾶσαν ἄλλην κακοδοξίαν, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι μετανοεῖ εἰλικρινῶς; Ὡς ἴσος πρὸς ἴσην τολμᾷ νὰ διαπραγματεύηται πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ἢ ἔτι θρασύτερον, ὡς θεραπαινίδα θέλει νὰ τὴν μεταχειρισθῆ ὁ ἀγχίστροφος διαλεκτικός, ὁ πολύπλαγκτος ἀγορητής, ἀξιῶν, ἵνα ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ καὶ ὄχι ὁ Μακράκης ὁμολογήσῃ ὅτι ἔσφαλε νὰ τὸν ἀποκηρύξη! Οἶον ἐξαίσιον πτῶμα! Οἶος κρημνός!».

Κα
ὶ ὅταν οἱ Μακρακισταὶ ἀντέδρασαν, ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ἀφοπλιστικὸς στὰ ἐπιχειρήματά του, ποὺ δὲν εἶναι στοχαστικά, ἀλλὰ ἐκκλησιολογικά: «Τί μὲ προκαλεῖτε εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ ἂν εἶσθε αἱρετικοὶ ἢ ὄχι; Ἡ Ἐκκλησία σᾶς ἀπεκήρυξεν. Ἐπὶ δεδικασμένου συζήτησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ».


Τ
ὸ κυριότερο γνώρισμα τοῦ Παπαδιαμάντη, ἀπὸ ὅπου ἀντλεῖται ἡ ἄποψή του γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ ἡ αἴσθηση μὲ τὴν ὁποία πλησίαζε τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ σαφῶς λέγεται ἡσυχαστική, φιλοκαλική, εἶναι ὅτι ὅλη του ἡ προσωπικότητα εἶναι λιβανισμένη, καὶ αὐτὸ τὸ ἄρωμα τοῦ ἁγιορείτικου λιβανιοῦ βγαίνει καὶ προχέεται ἀπὸ τὴν καρδιά του στὸ σῶμα, στὰ δάκτυλα, στὸ μολύβι καὶ στὰ γραπτά του. Τὰ κείμενά του εἶναι «λιβανάτα» ἀπὸ τὸ μοσχοθυμίαμα τῆς λατρείας, τῆς προσευχῆς. Ἔχει τὸ ἦθος τῆς λατρείας, τῆς ὑμνῳδίας. Αὐτὴ ἡ λατρεία τὸν ἔκανε νὰ παραμείνη ὀρθόδοξος στὸ φρόνημα, στὸ ἦθος σὲ ὅλη του τὴ ζωή.

Σ
ὲ πολλὰ κείμενά του φαίνεται καθαρὰ ὅτι συνεχῶς ἔψαλε τὰ «Τραγούδια τοῦ Θεοῦ». Εἶναι πολὺ χαριτωμένο τὸ κείμενό του «Τραγούδια τοῦ Θεοῦ», ποὺ στὴν πραγματικότητα περιγράφει μιὰ κοινωνία ποὺ συναντιόταν στὸν Ναὸ τοῦ ἁγίου Ἐλισσαίου καὶ ἔπειτα στὰ σπίτια, μέσα στὰ ὁποῖα μεταφερόταν τὸ ἦθος τῆς λατρευτικῆς καὶ εὐχαριστιακῆς κοινότητας. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔψελνε στὰ σπίτια ποὺ ἔμπαινε ὥστε ἡ Μαρία τῆς Ρηνούλας νὰ πῇ:

«– Α
ὐτὰ δὲν εἶναι τροπάρια ποὺ ψέλνετε κύριε.

–
Ἀλλὰ τί εἶναι κορίτσι μου; ἠρώτησα.

– Α
ὐτὰ εἶναι σὰν γλυκὰ γλυκὰ τραγουδάκια».

Κα
ὶ αὐτὰ τὰ τραγουδάκια τοῦ Θεοῦ ἦταν τὸ τροπάριο τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου Πάσχα».

Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀγγελικούλα τοῦ φίλου του Μπούκη τοῦ εἶπε: «Ἐσὺ μπαρμπ᾿ Ἀλέξανδρε, ψέλνεις τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ».

Ἡ Ἀγγελικούλα, γράφει ὁ Παπαδιαμάντης, «μὲ ἤκουε νὰ ψάλλω συνεχῶς «Τραγούδια τοῦ Θεοῦ», εἰς τὸν πενιχρὸν νυκτερινὸν ναΐσκον, ὅπου ἐσύχναζε τακτικὰ μὲ τὴν μητέρα της. Ἐκοιμᾶτο μὲς στὸ στασίδι, εἰς τὸν γυναικωνίτην, τὴν ὥρα τῶν ἀποστίχων, ἐξύπνα μετὰ δυὸ ὥρας εἰς τὸν Πολυέλεον, κ᾿ ἔκτοτε δὲν ἤθελε νὰ κοιμηθῆ πλέον. Ἦτο μία μετὰ τὰ μεσάνυχτα».

Ἡ μικρὴ Ἀγγελικούλα ἕνδεκα ἐτῶν ἦταν ἄρρωστη βαρειά. Τὴν ἐπισκέφθηκε ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ἐκείνη τοῦ εἶπε:

«
Ἂ μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε, ἐψέλλισεν ἀσθενῶς. Πότε θὰ μοῦ πῇς πάλι τὰ θεῖα ... τραγούδια;

–
Ὅποτε θέλεις, Κούλα μου. Ἅμα γίνῃ ἀγρυπνία εἰς τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον νὰ ἔλθῃς, νὰ σοῦ τὰ πῶ.

–Ν
ὰ μοῦ τὰ πῇς. Μὰ θὰ τ᾿ ἀκούσω;

–
Ἅμα προσέχῃς, θὰ τ᾿ ἀκούσης...

–
Ὤχ!

Ἔστεναξεν, ἔκλεισε τὰ ὄμματα, καὶ δὲν μοῦ ὡμίλησε πλέον. Ἐφαίνετο ὅτι εἶχε πολὺ κουρασθῆ (ἔφερεν ἀσθενῶς τὴν ἰσχνὴν χεῖρα πρὸς τὸ οὖς ἐνῷ ἐψέλλιζε. Φαίνεται ὅτι εἶχε πάθει βαρυηκοΐαν ἕνεκα τῆς νόσου). Τῆς ἔφεραν χρῖσμα, ἔλαιον ἀπὸ τὴν κανδήλαν. Αὐτὴ ἀνέλαβε πρὸς στιγμὴν τὰς αἰσθήσεις της, κ᾿ ἐψιθύρισε:

–Μοσχοβολ
ᾶ ἡ ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ἠρεμία. Θὰ πλέψω καλά».

Μετ
ὰ τὸν θάνατό της ὁ Παπαδιαμάντης ἔψαλε τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ στὴν ἁγνὴ Ἀγγελικούλα. Γράφει στὸ κείμενό του:

«Μετ
ὰ τρεῖς ἡμέρας τὴν προεπέμπομεν εἰς τὸν τάφον. Οἱ ἐπαγγελματικοὶ ἱερεῖς κ᾿ οἱ ψάλται ἔψαλλον τὰ κατὰ συνθήκην, ἀπὸ τὴν "Ἄμωμον ὁδόν" ἕως τὸν "Τελευταῖον ἀσπασμόν". Μόνος ὁ πάπα-Νικόλας ἀπ᾿ τὸν Αϊ-Γιάννη τοῦ Ἀγροῦ, ὁ Ναξιώτης, ἐφαίνετο ὅτι ἔκανε χωριστὴν ἀκολουθίαν, ἐμορμύριζε μέσα του, καὶ τὰ ὄμματά του ἐφαίνοντο δακρυσμένα.

–Τί μουρμουρίζεις, παπά; το
ῦ εἶπα, ἀπὸ τὸ ὄπισθεν τοῦ στασιδίου, ὅπου εἶχεν ἀκουμβήσει.

–Λέγω τ
ὴν ἀκολουθίαν τῶν Νηπίων μέσα μου, εἶπεν ὁ πάπα-Νικόλας. Εἰς αὐτὸ τὸ ἄκακον ἁρμόζει ἡ κηδεία τῶν νηπίων.

Τωόντι κ
᾿ ἐγώ, μὲ ὅλον τὸν πόνον καὶ τὰ δάκρυά μου, εἶχα ἀναλογισθῆ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὴν ἀκολουθίαν τῶν Νηπίων. Καὶ ἀκουσίως ἔλεγα μέσα μου τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ: "Τῶν τοῦ κόσμου ἠδέων ἀναρπασθὲν ἄγευστον" καὶ "ὡς καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον πρὸς καλιὰς ἐπουρανίους ἔσωσας" καὶ "τοῦ Ἀβραάμ, ἐν κόλποις, ἐν τόπος ἀνέσεως, ἔνθα τὸ ὕδωρ ἐστὶ τὸ ζῶν, τάξαι σὲ Χριστὸς ὁ δι᾿ ἡμᾶς νηπιάσας" καὶ "οἷς ἀριθμοῖς τὸ πλάσμα σου, νήπιον φοιτῆσαν τανῦν πρὸς σέ"».

Ὁ Παπαδιαμάντης ζοῦσε τὴν Ἐκκλησία ὡς θεραπευτικὴ κοινότητα, καὶ ὄχι ὡς χῶρο ἐκφράσεως τῶν συναισθημάτων του, τὴν ζοῦσε μὲ τὶς ἀγρυπνίες, τὶς προσευχές, μὲ τὸν κόσμο γύρω του, ποὺ κοιμόταν μέσα στὸν ναὸ σὰν νὰ βρισκόταν στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάννας τους, μὲ τὴν ψαλμῳδία καὶ στὰ σπίτια. Ὅλη αὐτὴ ἡ πνευματικὴ ἐκκλησιαστικὴ οἰκογένεια λειτουργεῖ θεραπευτικά, εὐχαριστιακά.

Ὁ Παπαδιαμάντης ἤθελε τὴν ἁπλότητα, τὴν ἠρεμία, τὴν ἡσυχία, τὴν ταπείνωση. Ἔτσι ἔνιωθε καὶ τὴν λατρεία. Γι᾿ αὐτὸ γράφει στὸ κείμενό του μὲ ἐπιγραφὴ «φωνὴ αὔρας λεπτῆς»:

«
Ὅλα ταῦτα εἶναι ὡς μηδὲν ἐνώπιον τῆς θείας μεγαλειότητος, ὁ δὲ Θεὸς ηὐδόκησε νὰ φανερωθῆ κ᾿ ἐφανερώθη ὡς πρᾶος ταπεινὸς Ἰησοῦς. Τοῦτο προεσήμαινεν ἡ θεοφάνεια ἡ γενομένη εἰς τὸν Θεσβίτην Ἠλίαν ἐπὶ τοῦ ὄρους Χωρήβ. Ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς τὸν Προφήτην ὄχι ἐν τῷ πνεύματι τῷ βιαίῳ, ὄχι ἐν τῷ συσσεισμῷ, ὄχι ἐν πυρί, ἀλλ᾿ ἐν φωνῇ αὔρας λεπτῆς. Καὶ ἡ φωνὴ τῆς αὔρας τῆς λεπτῆς εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ πράου Ἰησοῦ, εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου.

Δι
ὰ τοῦτο, λέγει ὁ μελῳδός, «Ἰησοῦ τῷ πράῳ ψάλλομεν». Καὶ διὰ τοῦτο, θαρρούντως ἐπιφέρομεν ἡμεῖς, ὀφείλομεν νὰ ψάλλωμεν ἐν Ἐκκλησίᾳ μὲ πραείας φωνάς, μὲ φωνὴν αὔρας λεπτῆς, καὶ ὄχι μὲ πολυφωνίας καὶ παραφωνίας, αἵτινες ὁμοιάζουν μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνέμου τὸ βίαιον καὶ μὲ τὸν συσσεισμόν, μέσῳ τῶν ὁποίων δὲν ἐφανερώθη ὁ Θεός.

"Ο
ὐκ ἐν τῷ συσσεισμῷ, Κύριος ... οὐκ ἐν τῷ πυρὶ Κύριος· καὶ μετὰ τὸ πῦρ, φωνὴ αὔρας λεπτῆς· καὶ ἐκεῖ Κύριος"».

Τ
ὸ ἦθος αὐτὸ τοῦ Παπαδιαμάντη ἦταν ἦθος φιλοκαλικό, ἁγιορείτικο. Τὸν ἔχει πληγώσει βαθειὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος σὲ ὅλη του τὴν ζωή. Ζοῦσε μέσα στὴν Ἀθήνα καὶ γενικὰ στὸν κόσμο, ἀλλὰ ἀσπαζόταν τὸν Ἄθωνα, γιὰ τὴν ζωὴ ποὺ περικλείει. Γράφει σὲ ἕνα κείμενό του:

«
Ἀπὸ τῶν νεωτέρων Ἀθηνῶν, πόλεως ἀναγεννηθείσης διὰ τοῦ κηρύγματος τοῦ οὐρανοβάμονος Παύλου, πέμπομεν μυστηριώδη ἀσπασμὸν εἰς τὰς ὑπωρείας καὶ τὰς φάραγγας τοῦ μεγαλοπρεποῦς Ἄθω, μὲ τὰς δροσερὰς κρήνας, μὲ τὰς χιλιετεῖς κυπαρίσσους, μὲ τὰ αἰώνια δάση τῶν καστανεῶν, μὲ τοὺς μινυρισμοὺς τῶν ἀπειραρίθμων ἀηδόνων, ὅπου Ἕλλην ψάλτης, ὁ Κουκουζέλης, ᾄδων ἐκίνει τὰς αἶγας καὶ τοὺς ἄρνας, ὡς ὁ μυθολογούμενος Ὀρφεύς, ὅπου ἡ σκέπη τῆς Παναγίας ἐπισκιάζει ὡς ἄλλοτε ἐν τῇ βασιλευούσῃ τῶν πόλεων, ὅπου ζῇ καὶ θάλλει ἡ ἱερὰ παράδοσις τοῦ μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὅπου ἔχει τὴν κοιτίδα μία ὑψηλὴ ποίησις, ἡ ποίησις ἡ χριστιανική, ἥτις δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ ἐμπνέῃ καὶ νὰ παρηγορῇ τους θιασώτας αὐτῆς, ἐν τῷ ἀνθρωπίνῳ βίῳ»"

ΠΗΓΗ:ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ ΙΕΡΕΩΣ