"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετάνοια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετάνοια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Η ΘΕΑΡΕΣΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ (Kυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου)


Τὸ Εὐαγγελικὸ  Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς 13.02.2011.
(Λουκ. ιη΄ 10-14)
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.
Ἀπόδοση στὰ Νέα Ἑλληνικά:
Εἶπε ὁ Κύριος τὴν ἑξῆς παραβολή: «Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν εἰς τὸν ναόν, διὰ νὰ προσευχηθοῦν, ὁ ἕνας ἦτο Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος ἐστάθηκε καὶ ἔκανε τὴν ἑξῆς προσευχὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἑαυτόν του: “Θεέ, σ’ εὐχαριστῶ, διότι δὲν εἶμαι ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἢ ὅπως αὐτὸς ἐδῶ ὁ τελώνης. Νηστεύω δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα, δίνω τὸ δέκατον ἀπὸ ὅλα, ὅσα ἀποκτῶ”. Ὁ τελώνης ὅμως ἐστεκόταν μακρυὰ καὶ δὲν ἤθελε οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσῃ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀλλ’ ἐκτυποῦσε τὸ στῆθός του καὶ ἔλεγε, “Θεέ, ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλόν”. Σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὸς κατέβηκε εἰς τὸ σπίτι του δικαιωμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν παρὰ ὁ ἄλλος. Διότι ὅποιος ὑψώνει τὸν ἑαυτόν του θὰ ταπεινωθῇ, καὶ ἐκεῖνος ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτόν του θὰ ὑψωθῇ.
Η ΘΕΑΡΕΣΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
«Κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος»
.          Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου σήμερα καὶ στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο ἀκούσαμε τὴν Παραβολὴ ποὺ μᾶς παρουσιάζει ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ δύο πρόσωπα: τὸν Φαρισαῖο καὶ τὸν τελώνη. Καὶ οἱ δύο ἀνέβηκαν στὸ Ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Στὸν ἴδιο Ναὸ πῆγαν. Ὄχι ὅμως μὲ τὴν ἴδια διάθεση. Τὸ ἀπέδειξαν αὐτὸ μὲ τὴ στάση τους καὶ τὰ λόγια τους. Καὶ τελικὰ ὁ τελώνης ἔφυγε δικαιωμένος, συγχωρημένος, ὄχι ὅμως καὶ ὁ Φαρισαῖος. «Κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος». Ἂς μαθητεύσουμε λοιπὸν στὸντρόπο τῆς προσευχῆς τοῦ τελώνου, ὑπογραμμίζοντας τρία στοιχεῖα τῆς θεάρεστης προσευχῆς του.
1. ΦΟΒΟΣ ΘΕΟΥ
.         Ὁ τελώνης ἀπὸ σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια στεκόταν «μακρόθεν», μακριὰ ἀπὸ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο καὶ «οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι». Δὲν εἶχε τὴν τόλμη ὄχι μόνο τὰ χέρια του ἀλλ’ οὔτε τὰ μάτια του νὰ ὑψώσει πρὸς τὸν οὐρανό. Μὲ κατεβασμένο τὸ βλέμμα καὶ συγκεντρωμένο τὸ νοῦ προσευχόταν στὸν Θεὸ νὰ τὸν λυπηθεῖ γιὰ τὸ κατάντημά του. Οὔτε ἔλεγε περιττοὺς λόγους, οὔτε ἔκανε ἐπιδεικτικὲς κινήσεις, οὔτε περιέφερε τὸ βλέμμα του δεξιὰ κι ἀριστερά. Ἡ ὅλη στάση του φανέρωνε εὐλάβεια, συστολή, φόβο Θεοῦ.Ἂν ὁ τελώνης αἰσθανόταν ἔτσι στὸ Ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου ὅλα ἦταν τύπος καὶ σκιὰ τῆς ἀληθινῆς λατρείας, πῶς πρέπει ἄραγε νὰ αἰσθανόμαστε ἐμεῖς μέσα στοὺς χριστιανικοὺς Ναούς μας, ὅπου φανερώνεται αὐτὸς ὁ Τριαδικὸς Θεός; Τὸ ψάλλουμε στὴν ἐκκλησία: «Ἐν τῷ ναῷ ἑστῶτες τῆς δόξης σου ἐν οὐρανῷ ἑστάναι νομίζομεν». Ἂν μέσα στὸ ναὸ συναισθανόμασταν ὅτι βρισκόμαστε στὸν οὐρανό, τότε μὲ πολὺ φόβο Θεοῦ καὶ περισσὴ εὐλάβεια θὰ πλησιάζαμε καὶ θὰ προσφέραμε τὴν ταπεινὴ λατρεία μας.
2. ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ
.           Τὸ δεύτερο στοιχεῖο ποὺ εἶχε ἡ προσευχή του ἦταν ἡ ταπεινοφροσύνη. Ὁ τελώνης συναισθανόταν βαθιὰ τὴν ἁμαρτωλότητά του. Τὸ ὁμολογοῦσε: «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν τὰ ἔλεγε τυπικά. Αἰσθανόταν ἔνοχος καὶ ἐξαρτοῦσε τὴ σωτηρία του ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ταπείνωσή του ἦταν εἰλικρινής. Γι’ αὐτό, σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὁ τελώνης «οὐκ ἤλγησεν ἐπὶ τῇ κατηγορίᾳ, ἀλλὰ κατεδέξατο τὸ εἰρημένον μετ’ εὐγνωμοσύνης»· δὲν ἀντέδρασε στὰ περιφρονητικὰ λόγια τοῦ Φαρισαίου, οὔτε πόνεσε ἀπὸ τὴν κατηγορία, ἀλλὰ δέχθηκε μὲ εὐγνωμοσύνη τὸν πικρὸ λόγο, διότι πίστευε ὅτι τοῦ ἄξιζε. Τόσο μεγάλο ἀγαθὸ εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη!Πόσο πολὺ μᾶς διδάσκει τὸ ταπεινό του φρόνημα! Μπορεῖ κι ἐμεῖς νὰ ὀνομάζουμε τὸν ἑαυτό μας ἁμαρτωλό, νὰ ἀπαγγέλλουμε στὴν προσευχή μας τὰ ἴδια λόγια «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», ἀλλὰ ὅταν μᾶς ὑποδείξουν ἕνα λάθος, ὅταν μᾶς κατηγορήσουν, ἀμέσως ἀντιδροῦμε καὶ στενοχωριόμαστε. Μήπως τελικὰ δὲν τὸ πιστεύουμε αὐτὸ τὸ «ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ»; Ἡ ταπεινοφροσύνη ἀπαιτεῖ τόλμη καὶ εἰλικρίνεια κι εἶναι αὐτὴ ποὺ ἑλκύει τὴν χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
3. ΜΕΤΑΝΟΙΑ
.         Τὸ τρίτο στοιχεῖο ποὺ εἶχε ἡ προσευχή του ἦταν ἡ μετάνοια. Καὶ μάλιστα μετάνοια βαθιὰ καὶ εἰλικρινής. Ὁ τελώνης «ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Χτυποῦσε τὸ στῆθος του, διότι ἐκεῖ βρίσκεται ἡ καρδιά, τὸ κέντρο ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν ἐπιθυμιῶν καὶ διαθέσεων τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν κατηγοροῦσε τοὺς ἄλλους, δὲν μετεβίβαζε εὐθύνες, οὔτε προέβαλλε δικαιολογίες γιὰ τὶς πράξεις του. Δὲν ἔλεγε «παρασύρθηκα», «εἶναι ἡ φύση τοῦ ἐπαγγέλματός μου τέτοια ποὺ μὲ ἀναγκάζει νὰ παρανομήσω» καὶ ἄλλα παρόμοια. Παραδεχόταν ὅτι αὐτὸς καὶ μόνο αὐτὸς ἔφταιγε γιὰ τὸ κατάντημά του καὶ κατηγοροῦσε τὸν ἑαυτό του. Αὐτὴ εἶναι πραγματικὴ μετάνοια. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ μὲ τέτοια εἰλικρινῆ διάθεση καταφεύγει στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπολύτως βέβαιο ὅτι θὰ βρεῖ συγχώρηση ἀπὸ τὸν Θεό. «Καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει» (Ψαλμ. ν ́ [50] 19). Τὴν συντετριμμένη καρδιὰ ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν θὰ τὴν ἀπορρίψει. Ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ποὺ ἐπιθυμεῖ τὴν σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων δέχεται τὴν μετάνοια κάθε ἁμαρτωλοῦ, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τοῦ τελώνη τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς.
.            Καθὼς σήμερα ἀνοίγει ἡ κατανυκτικὴ περίοδος τοῦ Τριωδίου, κατὰ τὴν ὁποία ὅλο καὶ πιὸ συχνὰ θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ προσερχόμαστε στοὺς ἱεροὺς Ναούς μας γιὰ νὰ προσευχηθοῦμε καὶ νὰ λατρεύσουμε τὸν Κύριο, ἂς φέρνουμε συχνὰ στὸν νοῦ μας τὴν Παραβολὴ αὐτὴ τοῦ Κυρίου. Κι ἂς ἀκολουθήσουμε τὴν προτροπὴ τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου: «Μὴ προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί» ἀλλὰ «τελωνικῶς διὰ νηστείας κράζοντες· ἱλάσθητι ἡμῖν ὁ Θεὸς τοῖς ἁμαρτωλοῖς». Ἂς συμμετέχουμε κι ἐμεῖς στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ εἰλικρινῆ μετάνοια γιὰ νὰ χαρίσει καὶ σ’ ἐμᾶς ὁ πανάγαθος Θεὸς αὐτὸ ποὺ ἔλαβε καὶ ὁ τελώνης: τὴν δικαίωση καὶ τὴν σωτηρία.
ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», τ. 2016, 01.02.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

῾Αμαρτία, ἡ λέπρα τῆς ψυχῆς

  


Κυριακή ΙΒ΄Λουκά


Ἁμαρτία, ἡ λέπρα τῆς ψυχῆς

«Ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς»(Λουκ. 17,12)
(Ομιλία του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου)
ΥΠΑΡΧΟΥΝ, ἀγαπητοί μου, ἡμέρες χαρᾶς, ποὺ ὁ ἱεροκήρυκας νιώθει σὰ νά ᾽χῃ φτερά, καὶ ἡμέρες λύπης, ποὺ ὅποιος ἔχει ἕνα κόκκο πίστεως αἰσθάνεται τὸν ἑαυτό του περίλυπο καὶ μαζὶ μὲ τὸ Δαυῒδ λέει·«Τίς δώσει μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς καὶ πετασθήσομαι καὶ καταπαύσω;», ποιός θὰ μοῦ δώσῃ φτερὰ νὰ πετάξω καὶ νὰ πάω μακριὰ σὲ μιὰ ἐρημιά;(Ψαλμ. 54,7).
Μὴν πάῃ τὸ μυαλό σας στὸ ἄλφα ἢ στὸ βῆτα γεγονὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἢ πολιτικῶν μας πραγμάτων. Ἂς ὑψωθοῦμε σὲ μία κορυφή.
Ἀπὸ ᾽κεῖ νὰ δοῦμε τὰ πράγματα καὶ νὰ παραδεχθοῦμε·εἴμαστε ὅλοι ἔνοχοι γι᾿ αὐτὸ τὸ χάος.Ἡ πατρίδα μας ἔπεσε σὲ ἀτιμία καὶ ἐξαθλίωσι, κ᾽ εἴμαστε ὅλοι ὑπεύθυνοι γι᾿ αὐτό. Νὰ θυμηθοῦμε τὸν Ἰώβ, ποὺ λέει·«Τίς καθαρὸς ἔσται ἀπὸ ρύπου; ἀλλ᾽ οὐ θείς, ἐὰν καὶ μία ἡμέρα ὁ βίος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς»(Ἰὼβ 14,4-5). Ναί, ἐνώπιον τοῦ Κυρίου εἴμαστε ὅλοι ἁμαρτωλοί.Ἐγὼ τοὐλάχιστον τέτοιες μέρες θὰ ἐπιθυμοῦσα νὰ φύγω μακριά, νὰ πιάσω μιὰ ἐρημιά,νὰ κρυφτῶ σὲ μιὰ σπηλιά, καὶ νὰ κλάψω τὰ ἁμαρτήματα τὰ δικά μου, τὰ ἁμαρτήματα τοῦ κλήρου, τῶν ἀρχόντων, μικρῶν καὶ μεγάλων.Εἴμαστε ὅλοι ἔνοχοι.Εἴμαστε ἀκάθαρτοι.
Ἀκούσατε τί λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σήμερα;«Νεκρώσατε τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία»διότι ἐξ αἰτίας αὐτῶν, λέει,«ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας»(Κολ. 3,5-6).
Κάτι κακὸ θὰ μᾶς βρῇ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Καὶ μία μόνο διαφυγὴ ὑπάρχει,ἡ στενὴ ὁδὸς τῆς μετανοίας. Ἀλλά, γιὰ νὰ μετανοήσουμε, πρέπει νὰ κατανοήσουμε τί κακὸ εἶνε ἡ ἁμαρτία, νὰτὴ μισήσουμε, καὶ ν᾽ ἀγαπήσουμε τὴν ἀρετὴτοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ τώρα ὅλοι μας ἔχουμε ἔρωτα - οἶστρον ἁμαρτίας.
Ἂν μπορούσαμε νὰ συλλάβουμε τὸ ἀληθινὸ πρόσωπο τῆς ἁμαρτίας, πόσο ἀποκρουστικὴ θὰ μᾶς φαινόταν! Μία φρικιαστικὴ εἰκόνα τῆς ἁμαρτίας μᾶς δίνει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Ὁμιλεῖ γιὰ δέκα ἀρρώστους, οἱ ὁποῖοι ἔπασχαν ἀπὸ μιὰ ἀσθένεια ποὺ καὶ τώρα εἶνε φοβερή, πολὺ πιὸ φοβερὴ καὶ ἀπεχθὴς ὅμως ἦταν στὰ χρόνιατοῦ Χριστοῦ. Εἶχαν λέπρα.Ἡ λέπρα λοιπόν,κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, εἶνε μιὰ εἰκόνα τῆς ἁμαρτίας. Γιατὶ ἡ ἁμαρτία προσβάλλει καὶτὸ σῶμα μὰ προπαντὸς προσβάλλει τὴν ψυχή, τὸν ἔσω ἄνθρωπο· εἶνε λέπρα τῆς ψυχῆς.Ὑπάρχουν πράγματι μερικὲς ὁμοιότητες μεταξὺ σωματικῆς λέπρας καὶ ἁμαρτίας. Σᾶςπαρουσιάζω δύο - τρεῖς ἀπὸ αὐτές.
Πρώτη εἶνε ὁ βασανισμός. Ἡ λέπρα τοῦ σώματος ὀφείλεται σ᾽ ἕνα ἀόρατο μικρόβιο, ποὺ εἰσχωρεῖ στὸ αἷμα καὶ ἀλλοιώνει τὸ δέρμα· τὸ γεμίζει ἄσπρα σπυράκια, δημιουργεῖ λέπια, καὶ κάνει νὰ σαπίζουν οἱ σάρκες. Ὁ ἄνθρωπος, σὰ νά ᾿χῃ πέσει μέσα σὲ τσουκνίδες, αἰσθάνεται κνησμό, θέλει σενεχῶς νὰ ξύνεται. Βασανίζεται μέρα καὶ νύχτα ὅπως ὁ Ἰώβ, ποὺ καθόταν πάνω σ᾽ ἕνα σωρὸ ἀπὸ κοπριά, κρατοῦσε ἕνακεραμίδι καὶ ξυνόταν διαρκῶς(βλ. Ἰὼβ 2,8). Πάνωστὸ ξύσιμο αὐτὸ πέφτουν λέπια καὶ σαπισμένα κομμάτια τοῦ δέρματος. Κι ὁ πιὸ ὡραῖος ἄντραςκ᾽ ἡ πιὸ ὡραία γυναίκα γίνονται ἄσχημοι.
Βασανίζει λοιπὸν ἡ λέπρα, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο βασανίζει ἡ ἁμαρτία. Τὴ νύχτα ὅλοι κοιμοῦνται· τ᾽ ἀθῷα παιδάκια στὶς κούνιες, τὰ πουλιὰ στὰ κλαδιά, κι αὐτὰ τὰ θηρία ἀκόμα στὶς φωλιές τους. Ποιοί δὲν κοιμοῦνται; οἱμεγάλοι ἁμαρτωλοί. Ὁ φιλάργυρος καὶ πλεονέκτης σκέπτεται πῶς ν᾽ αὐξήσῃ τὰ κέρδη του, ὁ φιλόδοξος πῶς ν᾽ ἀναρριχηθῇ σὲ πολιτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ ἀξιώματα, ὁ ἀκόλαστοςπῶς νὰ κατορθώσῃ νὰ κατακτήσῃ τὸ ἀντικείμενο τοῦ αἰσχροῦ ἔρωτός του, ὁ φθονερὸς καὶ ἐκδικητικὸς πῶς θὰ βρῇ τρόπο νὰ ἐξοντώσῃ τὸν ἀντίπαλό του… Ὦ νύχτες πλεονεξίας, φιλοδοξίας, ἀκολασίας, ἐκδικήσεως, ἐγκλημάτων καὶ κραιπάλης! ἐλᾶτε νὰ διηγηθῆτε καὶ νὰ βεβαιώσετε ὅτι, ἐνῷ ὁ ἀθῷος κοιμᾶται, οἱἁμαρτωλοὶ δὲν κοιμοῦνται, ἀλλὰ βασανίζον-ται ἀπὸ τὸν κνησμὸ τῆς ἁμαρτίας - λέπρας.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη ὁμοιότης· εἶνε ἡ μεταδοτικότης. Ἡ λέπρα ἀνήκει στὴν κατηγορία τῶν ἀσθενειῶν ποὺ μεταδίδονται. Ἄλλες φοβερὲς ἀσθένειες, ὅπως π.χ. ὁ καρκίνος, δὲν μεταδίδονται· αὐτὴ μεταδίδεται πιὸ πολὺ κι ἀπὸ τὴ φθίσι.
Θυμᾶμαι ἀπὸ τὴν ἐργασία μου στὴν ἐπαρχία, ὅτι κάποιο ὀρεινὸ χωριὸ στὴν Ἀκαρνανία εἶχε μεταβληθῆ σὲ λεπροκομεῖο· καὶ ἡ μόλυνσι εἶχε ἀρχίσει ἀπὸ ἕνα ἄτομο, ποὺ προσεβλήθη ἀρχικά, καὶ αὐτὸ μετέδωσε τὴ νόσο καὶ σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους. Γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἀπομόνωναν τοὺς λεπροὺς σὲ ἔρημα μέρη ἢ ξερονήσια, ἢ τοὺς ὑποχρέωναν νὰ ἔχουν στὸ λαιμὸ κουδούνια, ὥστε νὰ εἰδοποιοῦνται οἱ ἄλλοι καὶ νὰ φεύγουν μακριά.Ἀλλ᾽ ἐὰν ἡ λέπρα εἶνε μεταδοτική, ἡ ἁμαρτία δὲν πάει πίσω. Ἡ εὐκολία καὶ ἡ ταχύτητα ποὺ διαδίδονται ἀνέκαθεν οἱ διάφορες ἁμαρτωλὲς ἐπινοήσεις δείχνουν, ὅτι ἡ λέπρα τῆς ψυχῆς εἶνε περισσότερο μεταδοτική.
Κι αὐτὸἐπιβεβαιώνεται περισσότερο σήμερα, ποὺ τὰ μέσα ἐπικοινωνίας καὶ ἐνημερώσεως ἔχουν τελειοποιηθῆ. Θέλετε παραδείγματα; Ποιόςἔχει τὴ δύναμι ν᾽ἀντισταθῇ στοὺς νέους τρόπους διασκεδάσεως; Ἡ μόδα λανσάρει διαρκῶς νέες μορφὲς στὸ ντύσιμο καὶ τὸ χτένισμα,καὶ ὅλοι πειθαρχοῦν. Σατανικὲς μέθοδοι, ὅπως ἡ ἀποφυγὴ τῆς τεκνογονίας καὶ οἱ ἐκτρώσεις,προπαγανδίζονται καὶ κατακτοῦν ἔδαφος κάθημερινῶς, καὶ ἐλάχιστες οἰκογένειες μένουν ἀμόλυντες ἀπὸ τὰ μιάσματα αὐτά.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕνα τρίτο σημεῖο συγκρίσεως, κι αὐτὸ εἶνε τραγικό· εἶνε ἡ συναίσθησι τῆς ἀκαθαρσίας. Οἱ δέκα λεπροί, τοὺς ὁποίους θεράπευσε ὁ Κύριος, εἶχαν ἐπίγνωσι τῆς καταστάσεώς τους. Κανένας ἀπ᾿ αὐτοὺς δὲν ἔλεγε, Ἐγὼ εἶμαι καθαρός, εἶμαι μιὰ χαρά. Εἶχανσυναίσθησι τῆς ἀκαθαρσίας τους καὶ πόνο στὴν καρδιά. Γι᾿ αὐτό, μόλις εἶδαν τὸ Χριστό,ἀπὸ μακριὰ « ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς»(Λουκ. 17,12).
Κι ὁ Χριστός,ποὺ ἄκουσε τὴ φωνή τους, τοὺς θεράπευσε.Τὸ αἴσθημα τῆς ἀκαθαρσίας, σὲ πολὺ μεγαλύτερο βαθμό, συνοδεύει τὴν διάπραξι τῆς ἁμαρτίας, κάθε ἁμαρτίας καὶ ἰδιαιτέρως τῶν σαρκικῶν. Γι᾽ αὐτὸ στὸ τελετουργικὸ πολλῶν θρησκειῶν, ὅπως καὶ τῆς ἰουδαϊκῆς, βλέπει κανεὶς νὰ θεσπίζωνται διάφορες πλύσεις, βαπτισμοὶ καὶ καθαρμοί. Ἀλλὰ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο διδάσκει, ὅτι ἡ ἁμαρτία «κοινοῖ», δηλαδὴ μολύνει, καὶ γι᾽ αὐτὸ ὁ Κύριος εἶπε·«Ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι. ταῦτά ἐστι τὰ κοινοῦντα τὸν ἄνθρωπον»(Ματθ. 15,19-20).
Αὐτὰ στὸν φυσιολογικὸ ἄνθρωπο.Ὁ πεπωρωμένος ὅμως, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἐπανάληψι τῆς ἁμαρτίας ἐθίζεται σ᾽ αὐτήν, χάνει τὴ συναίσθησι καί, ἐνῷ κολυμπάει στὴ λάσπη, αὐτὸς νομίζει ὅτι δροσίζεται! Καὶ ἐδῶ εἶνε τὸτραγικό. Γιὰ νὰ μετανοήσῃ καὶ νὰ καθαριστῇ, πρέπει προηγουμένως νὰ συναισθανθῇ τὴν ἀθλιότητά του, νὰ ἀνησυχήσῃ, νὰ ἀναγνωρίσῃτὴν ἀσθένειά του, νὰ πονέσῃ καὶ νὰ κλάψῃ γι᾽αὐτήν, ὥστε νὰ ζητήσῃ τὴ θεραπεία.
Ἀδελφοί μου, ἐδῶ ἀκριβῶς εἶνε τὸ μυστήριο. Ἐμεῖς συχνά, ἐνῷ εἴμαστε «λεπροί», τί λέμε·«Εἶμαι καθαρός· μακάρι νὰ ἦταν κ᾽ οἱ ἄλλοισὰν ἐμένα». Σὰν τὸ φαρισαῖο, ποὺ πίστευε πὼς εἶνε καθαρός(βλ. Λουκ. 18,11-12).
Μοιάζουμε μὲ τὴ μοιχαλίδα ἐκείνη πού,ἐνῷ συλλαμβάνεται ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ, αὐτὴ νίπτει τὰς χεῖρας καὶ διατείνεται ὅτι εἶνε ἄμεμπτη. Φθάσαμε σὲ τέτοιο σημεῖο ἀναισθησίας, ὥστε ὄχι μόνο δὲ νιώθουμε συστολὴ γιὰ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα γι᾽ αὐτὴν κ᾽ ἔχουμε τὴν ἀξίωσι νὰ μᾶς τιμοῦν γιὰ τὰ«κατορθώματά» μας. Διότι τρία στάδια διαφθορᾶς ὑπάρχουν· στὸ πρῶτο ἡ ἁμαρτία γίνεται κρυφά, στὸ δεύτερο παίρνει θάρρος, βγαίνει στὸδρόμο καὶ χορεύει ἀδιάντροπα, καὶ στὸ τρίτο χειροκροτεῖται καὶ στεφανώνεται. Διαβάστε τὴνἈποκάλυψι, ποὺ λέει ὅτι τὰ κέρατα τοῦ δράκοντος θά ᾽νε στεφανωμένα(Ἀπ. 12,3· 13,1).
Ὅταν φτάσουμε ἐκεῖ,«τότε ἥξει τὸ τέλος»(Ματθ. 24,14) τοῦ κόσμου.Γιὰ νὰ μετανοήσουμε, ἀδέρφια μου, πρέπει νὰ νιώσωμε κ᾽ ἐμεῖς σὰν τοὺς λεπροὺς τὸ μεγάλο κακὸ ποὺ ἔχουμε στὴν καρδιά, νὰ αἰσθανθοῦμε πόνο καὶ νὰ φωνάξουμε· ἸησοῦΧριστέ,ἐλέησόν μας. Καὶ ὅπως ὁ Κύριος τότε εἶπε στοὺς λεπροὺς «Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι»(Λουκ. 17,14), ἔτσι καὶ σ᾽ ἐμᾶς ἡ μετάνοια ὡς μυστήριο πρέπει νὰ γίνῃ ἐνώπιον τοῦ ἐντεταλμένου προσώπου ποὺ ὥρισε ὁ Κύριος, ἐνώπιον τοῦ ἱερέως - πνευματικοῦ.
Ἂς δώσουμε ἐνώπιον Κυρίου τὸ λόγο τῆς τιμῆς μας, ὅτι θὰ ἀγωνιστοῦμε ἀποφασιστικὰ κατὰ τῆς ἁμαρτίας. Τότε θ᾽ ἀνατείλουν ἡμέρες χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως, καὶ τότε θὰ ποῦμε«Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος· ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ»(Ψαλμ. 117, 24).
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Απομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἀποστόλων Ὑμηττοῦ Ἀθηνῶν τὴν 21-1-1962 

Πηγή:ΑΚΤΙΝΕΣ

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

Παντοτινή ἐλπίδα στό Θεό



Ένας νέος, παρασυρμένος από την τρομερή δύναμη της κακής συνήθειας, έπεφτε συχνά σε βαρύ αμάρτημα. Δεν άφηνε όμως τον αγώνα. Ύστερα από κάθε κατρακύλισμα έχυνε πύρινα δάκρυα και προσευχόταν στο Θεό μ’ αυτά τα πονεμένα λόγια:
«Κύριε, σώσε με, είτε θέλω είτε δε θέλω. Εγώ ως χωματένιος που είμαι, τραβιέμαι εύκολα στη λάσπη της αμαρτίας. Συ όμως έχεις τη δύναμη να μ’ εμποδίσεις. Δεν είναι θαυμαστό, Θεέ μου, αν ελεήσεις τον δίκαιο, ούτε αν σώσεις τον ενάρετο, γιατί αυτοί είναι άξιοι να γευτούν την αγαθότητά σου. Σε μένα τον αμαρτωλό δείξε, Κύριε, το έλεος και τη φιλανθρωπία Σου και σώσε με με θαυματουργικό τρόπο, γιατί μ’ όλη την αθλιότητά μου σε Σε μόνο καταφεύγω ο δυστυχής».
Αυτά έλεγε με συντριβή ο νέος και όταν κυριευόταν από το πάθος και όταν ακόμα ήταν ήρεμος. Κάποια φορά που νικήθηκε ύστερα από αγωνιώδη αντίσταση, γονάτισε αμέσως κι επανέλαβε τα ίδια λόγια, χύνοντας ποταμούς δακρύων. Η ακατανίκητη ελπίδα του στη Θεία ευσπλαχνία ερέθισε το διάβολο. Παρουσιάστηκε μπροστά του όλος μανία και του φώναξε:
— Άθλιε, δε νοιώθεις λίγη ντροπή, όταν με τέτοια χάλια τολμάς να προσεύχεσαι και να παίρνεις στο στόμα σου το όνομα του Θεού; Μάθε μια για πάντα πως για σένα δεν υπάρχει σωτηρία.
Ο γενναίος αγωνιστής δε φοβήθηκε, ούτε την ελπίδα του έχασε, όπως περίμενε ο διάβολος.
— Μάθε κι εσύ, του αποκρίθηκε πως το δωμάτιο αυτό είναι σιδηρουργείο. Μια σφυριά δίνεις και μια παίρνεις. Δε θα πάψω να σε πολεμώ με τη μετάνοια και την προσευχή, ώσπου να βαρεθείς να με πολεμάς κι εσύ με την αμαρτία.
— Έτσι λοιπόν; Φώναξε ο διάβολος με κακία. Από δω κι εμπρός παύω να σε πολεμώ, για να μην αυξηθούν τα βραβεία της υπομονής σου. Κι έγινε αμέσως άφαντος.
— Εύγε σου! Έχεις κατάνυξη, του ψιθύριζε καμιά φορά στο λογισμό του ο εχθρός για να τον ρίξει τώρα στην υψηλοφροσύνη.
— Ανάθεμα σε τούτο το καλό, αποκρινόταν με περιφρόνηση ο νέος. Μήπως αρέσει στο Θεό να χάσει ο άνθρωπος την καθαρότητα της ψυχής του με ρυπαρές πράξεις κι ύστερα να κάθεται να κλαίει;
Μετάφραση από το «Πώς αντιμετώπισαν τους σαρκικούς πειρασμούς»
του Γεώργιου Α. Καλπούζου από τις εκδόσεις «Φωτοδότες

Πηγή:http://www.xfd.gr

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Ἡ ραθυμία, ἡ ἄλλη ὄψη τῆς βίας / Κορναράκης 'Ιωάννης (῾Ομότιμος Καθηγητής Ποιμαντικῆς Ψυχολογίας καὶ Ἐξομολογητικῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν)

 
 


Ἡ δαιμονικὴ βία, στὴ λανθάνουσα λειτουργία της μέσα στὸν ἀνθρώπινο ψυχισμό, δείχνει ἕνα ἄλλο πρόσωπο, πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ ἡ πρώτη ἐντύπωση μᾶς δίνει νὰ ἀντιληφθοῦμε, ὅταν ἡ βία αὐτὴ εἶναι ἔκδηλη καὶ ἐμφανὴς καὶ ἄμεσα καταστροφική.

Ἡ λανθάνουσα βία, δηλ. ὁ ἀφανὴς καὶ ἀνύποπτος καὶ ἀθόρυβος τρόπος λειτουργίας τῆς βίας, στὰ πρῶτα της βήματα, μέσα στὸν παραδείσιο χῶρο, σφραγίζει πολὺ βαθειὰ καὶ σχεδὸν ἀνεξίτηλα(;) τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο μὲ τὸν πιὸ ἀπατηλὸ χαρακτήρα της· τὴ ραθυμία!

Στὴν κοινὴ λογικὴ ἡ ραθυμία, ἡ νωχέλεια, ἡ ἀβελτηρία καὶ γενικὰ ἡ παραλυτικὴ ἀδράνεια τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, φαίνεται σὰν μία συμπεριφορὰ ἢ ἐνέργεια ἐντελῶς ἀντίθετη μὲ τὴν ἔννοια τῆς δυναμικῆς ἢ ἔντονα ἐπιθετικῆς συμπεριφορᾶς τῆς βίας. Βία καὶ ραθυμία φαίνονται σὰν δύο ἀντίθετες καὶ ἐντελῶς διάφορες, μεταξύ τους, συμπεριφορὲς καὶ λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ.

Κι ὅμως! Ἡ ραθυμία καὶ μάλιστα στὴν ὑπαρξιακή της ποιότητα καὶ ἐκδοχή, εἶναι τὸ ἄλλο, ἀπατηλό, πρόσωπο τῆς δαιμονικῆς βίας. Κι αὐτὸ εἶναι αὐτονόητο. Ἐὰν εἶναι στὴ φύση καὶ στὸν λειτουργικὸ-δυναμικὸ χαρακτήρα τῆς βίας νά… βιάζει, δηλαδὴ νὰ καθηλώνει σὲ δουλεία καὶ αἰχμαλωσία, σὲ ἀλύτρωτη ὑποταγὴ καὶ σὲ ἀθεράπευτη παγίωση, τὸν ἀνθρώπινο ψυχισμό, τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ εἴδους βιασμοῦ τοῦ ψυχισμοῦ αὐτοῦ, εἶναι ἀκριβῶς ἡ κατάσταση τῆς ὑπαρξιακῆς ἀδράνειας καὶ νωθρότητας, δηλ. τῆς ραθυμίας.

Περνώντας ἑπομένως ὁ ἀδαμικὸς ἄνθρωπος, στὸν ἀμετάκλητα δουλωτικό, γι’ αὐτόν, χῶρο τῆς ἐξουσίας τῆς βίας, περιεβλήθη τὰ σιδηρά της δεσμά, ἀφοῦ ἡ βία καθήλωσε τὸν ἀνθρώπινο ψυχισμὸ στὴ δουλεία μιᾶς ἀθεράπευτης πλέον ὑπαρξιακῆς ραθυμίας καὶ μιᾶς βαθειᾶς ψυχοδυναμικῆς ἀδρανείας, ὥστε νὰ φαίνεται πλέον ἀδύνατη ἡ ἐπιστροφή του ἀπὸ τή… βία.

Φαινομενικὰ εἶναι πάντα ἀπορίας ἄξιο τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Ἀδὰμ δὲν μπόρεσε, προκαλούμενος ἀπὸ τὸ Θεὸ μ’ ἕνα ὄντως ἀφυπνιστικὸ ἐρώτημα “Ἀδάμ, ποῦ εἶ;”, νὰ ἐπιστρέψει στὸ χῶρο τῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ πάντοτε ἀνοιχτὸ γι’ αὐτὸν μονοπάτι τῆς μετανοίας.

Ὁ Ἀδάμ, τὴ στιγμὴ ποὺ ἀπαντοῦσε στὴν πρόκληση αὐτὴ τοῦ Θεοῦ, εἶχε ἤδη μπροστά του ἀνοιχτὴ θύρα μετανοίας, ποὺ κρατοῦσε τὴν εἴσοδό της, ἐπίμονα ἐλεύθερη, ἡ ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Κι ὅμως. Ὁ Ἀδὰμ δὲν μπόρεσε νὰ περάσει τὸ κατώφλι τῆς θύρας αὐτῆς. Ἔμεινε καρφωμένος σὲ μία ἀδράνεια καὶ ἀκινησία ἀμετανοησίας, ὁπωσδήποτε ἐντυπωσιακῆς, γιὰ τὸ βάθος καὶ τὶς διαστάσεις τοῦ ἀδαμικοῦ ψυχοδυναμισμοῦ, ποὺ κρατοῦσε καθηλωμένο (στὴν ἀμετανοησία αὐτὴ) ἡ δεσποτεία τῆς δαιμονικῆς βίας.

Πάντως, ψηλαφώντας πάρα πέρα τὶς βαθιὲς καὶ οὐσιαστικές, γιὰ τὴν ἀλλοτρίωση τοῦ ἀδαμικοῦ προσώπου, συνέπειες τοῦ πρωτογενοῦς μπολιάσματός του, μὲ τὸ δουλωτικό, γι’ αὐτὸ τὸ πρόσωπο , ἰὸ τῆς δαιμονικῆς βίας, στὴν προβληματική του ἀντίσταση στὴ μετάνοια καὶ ἐπιστροφὴ στὴν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ, φθάνουμε σὲ μιὰ πιὸ συγκεκριμένη διαπίστωση, ὅτι δηλ. ἡ ντροπὴ φαίνεται, ἐκ πρώτης ὄψεως, νὰ ἀποτελεῖ τὸν ἐσώτερο πυρήνα τῆς ὑπαρξιακῆς ραθυμίας, σὰν ἀντίσταση τοῦ ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου στὴ μετάνοια καὶ ἑπομένως στὴ δυνατότητα τῆς σωτηρίας του. Πράγματι! Ἕνα βασικὸ “σκάνδαλο”, στὸ ὁποῖο παγίδευσε ἡ δαιμονικὴ βία τὸ ἀδαμικὸ πρόσωπο, ἦταν ἤδη ἡ αἰσχύνη, ἡ ντροπή!
Οἱ πρωτόπλαστοι, μετὰ τὴν παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, εἶδαν ἔντρομοι καὶ καταντροπιασμένοι τὴν ταπεινωτικὴ γι’ αὐτούς, εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ τους, σὲ σχέση μὲ τὸ κάλλος, ποὺ προηγουμένως εἶχε ἡ εἰκόνα αὐτή, προικισμένη καθὼς ἦταν μὲ τὰ θεοκτίστα χαρίσματα τοῦ “κατ’ εἰκόνα”.

Ἀλλά, καθὼς τελοῦσαν πάντοτε κάτω, ἀπὸ τὴν καθοριστικὴ πλέον γιὰ τὴ ζωή τους, αἰχμαλωσία τῆς δαιμονικῆς βίας, διάλεξαν τὸν χειρότερο τρόπο γιὰ τὴ θεραπεία τοῦ φόβου τους καὶ τῆς ντροπῆς τους: τὸ “κουκούλωμα” τῆς γυμνότητάς τους! “Ἕραψαν φύλλα συκῆς” γιὰ νὰ καλύψουν αὐτὴ τὴ γυμνότητα. Μὲ φτηνὰ καὶ σαθρὰ “ἐπιχειρήματα” (“φύλλα”) προσπάθησαν νὰ ξεγελάσουν τὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ κρυφτοῦν, κυριολεκτικά, πίσω ἀπὸ τὸ δάκτυλό τους, γιὰ νὰ μὴ βλέπουν τὴν ταπεινωτικὴ γι’ αὐτοὺς εἰκόνα του. Τὸ κουκούλωμα αὐτὸ τῆς γυμνότητας τῶν παραβατῶν τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, τόσο εὔλογο καὶ τόσο… ἀθῶο, λειτουργεῖ, στὴν περίπτωσή τους, ὡς προσπάθεια ἀπωθήσεως (καλύψεως) τῆς ἐνοχῆς τους γιὰ τὴ γυμνότητα αὐτή. Πρόκειται ἐδῶ γιὰ τὸ χειρότερο ἐκβιασμὸ τοῦ ἑαυτοῦ μας ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας.

Ὅταν ἡ προσωπική μας εἰκόνα εἶναι ταπεινωτικὴ στὰ μάτια τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὅταν ντρεπόμαστε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀσκοῦμε συχνά, τὴ βία τοῦ κουκουλώματος. Κλείνουμε τὰ μάτια μας στὴν πραγματικότητα τοῦ καταντήματός μας καὶ τὰ κρατᾶμε ὀρθάνοιχτα μπροστὰ στὶς ψευδαισθήσεις καὶ φαντασιώσεις μιᾶς εἰκόνας τοῦ ἑαυτοῦ, ὅπως τὴ θέλουμε καὶ ὅπως μᾶς ἀρέσει.

Ἡ φυγὴ αὐτὴ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τῆς ταπεινωτικῆς γιὰ μᾶς εἰκόνας τοῦ ἑαυτοῦ μας, στὶς ψευδαισθήσεις καὶ φαντασιώσεις αὐτὲς εἶναι μία βίαιη (“ἀσυνείδητη”) φυγὴ στὸ χῶρο τῆς ἀμετανοησίας, γι’ αὐτὸ ποὺ τώρα εἴμαστε.

Τὸ εἶδος ἐξάλλου αὐτὸ τῆς βίας, ποὺ φρουρεῖ ἄγρυπνα τὸ χῶρο τῆς ἀμετανοησίας, τὸ ἀποκαλύπτει ξεκάθαρα ἡ ἀντίδραση τοῦ ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου στὴν πρόκληση γιὰ μετάνοια, μπροστὰ στὴν ὁποία τὸν ἔθεσε ὁ Θεός• “Ἀδάμ, ποῦ εἶ;”!

Ὄντως! Φόβος καὶ φυγὴ συνθέτουν τὸ εἶδος τῆς βίας, κάτω ἀπὸ τὴν ὁποία κρατεῖται δουλωτικὰ ὁ παραβάτης τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ἀδαμικὸς ἄνθρωπος.

-”Εφοβήθην καὶ ἐκρύβην”, ὁμολογεῖ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, τὴ στιγμή, ποὺ ὁ Θεὸς τὸν καλεῖ σ’ ἕνα νέο διάλογο μετανοίας. Φόβος καὶ κρύψιμο τοῦ ἑαυτοῦ πίσω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του! Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀντιφατικὸ καὶ συγκρουσιακό, ἐνδοψυχικό, εἶδος τῆς βίας, τῆς δαιμονικῆς βίας, ποὺ φρουρεῖ ἐπίμονα κάθε θύρα μετανοίας τοῦ ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου.

Κάθε ἁμαρτωλός, στὴν περίπτωση ποὺ συλλαμβάνει τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας του, μέσα ἀπὸ τὸ νόημα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας, ἀντιλαμβάνεται τὴν πραγματικότητα τῆς λυτρωτικῆς του λειτουργίας, στὸ μέτρο τοῦ προσωπικοῦ του προβληματισμοῦ καὶ τῆς δυνατότητας τῆς πνευματικῆς του ὁράσεως, ἀλλά, τὶς περισσότερες φορές, αἰσθάνεται τὴν ἀντίδραση τοῦ “ἐαυτοῦ” σὲ κάθε βῆμα μετανοίας καὶ πνευματικῆς ἀνανήψεως καὶ ἐσωτερικῆς ἑπομένως ἐλευθερίας.

Ἡ ἀντίδραση αὐτὴ ἔχει πάντοτε τὸ νόημα τοῦ φόβου καὶ τῆς φυγῆς πρὸ τοῦ πρὸς τὴν μετάνοια προσανατολιζόμενου ἑαυτοῦ. Ἐξάλλου ὁ φόβος αὐτὸς καὶ ἡ φυγή, ὡς συμπεριφορὰ “πρὸς τὰ πίσω”, στὴν καθήλωση τῆς ἀμετανοησίας, τῆς ἀκινησίας πρὸς τὴ μετάνοια, ἔχει τελικὰ τὸ νόημα τῆς ραθυμίας,

Ἡ ραθυμία αὐτὴ φαίνεται νὰ ἔρχεται ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ του, ὡς ἀντίσταση στὴν ἀποκάλυψη τῆς ἐσωτερικότητας τοῦ ἑαυτοῦ του μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ ἑαυτοῦ του.

Κάθε αἰσθητὴ πρόκληση ἢ προτροπὴ μετανοίας φαίνεται νὰ εἰσχωρεῖ πολὺ βαθειά, στὸν ἐσωτερικὸ χῶρο τοῦ ἑαυτοῦ, καὶ φαίνεται νὰ ἀπειλεῖ μία ἄνοδο, στὴν ἐπιφάνεια τῆς συνειδήσεως, πολὺ ἀτομικῶν ἀλλὰ καὶ πολὺ ἐνδοψυχικῶν καὶ γι’ αὐτὸ “μυστικῶν” περιεχομένων τῆς προσωπικῆς ζωῆς. Κι αὐτὴ ἡ αἴσθηση, ὡς πιθανότητα ἐξωτερικεύσεως ψυχικῶν περιεχομένων τῆς προσωπικότητας , ὅλως διόλου ἀτομικῶν, φαίνεται νὰ ἐνοχλεῖ καὶ μᾶλλον ἤδη νὰ τραυματίζει τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς προσωπικῆς εἰκόνας τοῦ ἑαυτοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ βεβαίωσε ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴν ἀντίδρασή του στὴν πρόκληση τοῦ Θεοῦ• “Ἀδάμ, ποῦ εἶ;”. Κι αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἀντιδραστικὸ στοιχεῖο, ὡς ὁ πιὸ ἐσωτερικὸς πυρήνας τῆς δαιμονικῆς βίας, φαίνεται νὰ ἐμποδίζει τὸν ἄνθρωπο νὰ σταθεῖ μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ του μὲ αἴσθημα ἀντικειμενικῆς εἰλικρίνειας καὶ ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας. Ἔτσι ἡ ἀντίσταση στὴ μετάνοια, μὲ τὸ ἐπιχείρημα τῆς ντροπῆς, ἀποτελεῖ διεργασία τῆς δαιμονικῆς βίας, ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὸ προσωπεῖο τῆς ραθυμίας καὶ τῆς ἀσυνείδητης, παραλυτικῆς ἀδρανείας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου.

Πῶς μπορεῖ νὰ ἐλευθερωθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν αὐτόματη (ἀνακλαστικὴ) αὐτὴ λειτουργία τῆς ἀντιδραστικῆς βίας καὶ νὰ προχωρήσει σ’ ἕνα λυτρωτικὸ διάλογο τοῦ ἑαυτοῦ του μὲ τὸν ἑαυτό του;

Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πιὸ κρίσιμες, γιὰ τὴν αὐθεντικὴ ὑπαρξιακὴ καταξίωση τοῦ συνειδητοῦ χριστιανοῦ ἀνθρώπου, ἀπορίες. Γιατί εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητο, ὅτι καὶ ὁ καλοπροαίρετος χριστιανὸς ἄνθρωπος αἰσθάνεται σὲ πολλὲς περιπτώσεις, μία πολὺ ἐσωτερικὴ ἀπροθυμία καὶ ραθυμία, νὰ προχωρήσει στὴ βιωματικὴ -πρακτικὴ συνέπεια τῆς πίστεώς του καὶ τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεώς του γιὰ τὴ σωτηρία του. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις ὁ χριστιανὸς ἄνθρωπος, ὁ καλοπροαίρετος καὶ συνειδητὸς χριστιανός, γνωρίζει τί τοῦ ὑπαγορεύει νὰ πράξει καὶ νὰ βιώσει ἡ πίστη του καὶ ἡ ἀφοσίωσή του στὴν εὐαγγελικὴ ἀλήθεια. Ἀκούει καὶ ἀποδέχεται, μὲ εἰλικρίνεια καὶ ἐσωτερικὴ ἱκανοποίηση, τὸ ζωοποιὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπου ἀκούγεται καὶ λαλεῖται καὶ αἰσθάνεται, ὁ χριστιανὸς αὐτός, νὰ φωτίζεται τὸ πνεῦμα του, ὅταν μελετάει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ! Ἀλλά…! Ἀλλὰ διαπιστώνει καὶ ὁ ἴδιος συγχρόνως πόσο δυσκίνητος εἶναι στὴν ἄμεση καὶ συνεπῆ βίωση τῆς εὐαγγελικῆς ἀλήθειας. Βεβαιώνεται συχνά, ἀπὸ τὴ δική του πείρα, πόσο ράθυμος καὶ ἀδρανὴς εἶναι στὴ βίωση αὐτῆς τῆς ἀληθείας. Αἰσθάνεται ὅτι τοῦ εἶναι πιὸ βολικὸ νὰ ἀναβάλλει κάποια συγκεκριμένη κίνηση ἢ προσπάθειά του πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτῆς τῆς βιώσεως. Ἔτσι ἐκεῖνο ποὺ κατασταλάζει, σὰν ὑποσυνείδητη ἡ λανθάνουσα αἴσθηση στὸ πνεῦμα του, εἶναι ἡ καθήλωσή του στὴν πνευματικὴ ραθυμία καὶ ἀδράνεια.

Ἡ αἴσθηση αὐτὴ εἶναι ἡ βαριὰ κληρονομιὰ τῆς ἀδαμικῆς ἀντιστάσεως στὴν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ γιὰ μετάνοια καὶ ἐπιστροφὴ στὸ χῶρος τῆς ἐλευθερίας τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.

Ἡ δαιμονικὴ βία, ποὺ εἰσῆλθε στὸν ἀνθρώπινο ψυχισμό, μὲ τὴ διάπραξη τῆς ἀδαμικῆς ἁμαρτίας, βιώνεται πλέον, ἀκόμη καὶ στὴν περίπτωση τοῦ καλοῦ χριστιανοῦ, ὡς καθήλωση στὴν ὑπαρξιακὴ ραθυμία καὶ τὴν ἀμέλεια.

Πρόκειται πράγματι γιὰ τὴν κρισιμότερη ἀφροσύνη, ποὺ δεσπόζει μέσα στὸ ἀνθρώπινο (χριστιανικὸ) πνεῦμα καὶ συντηρεῖ τὴ ραθυμία τῆς ὑπάρξεως• “ἐκ γὰρ τῆς ἀφροσύνης γίνεται ἡ ραθυμία”.

Πηγή: http://www.agiazoni.gr

 

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

ΝΙΚΗΣΕ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ ΤΗΣ! (Ἀληθινὴ ἱστορία



ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ


… Πέρασε μεγάλα βάσανα ἡ φρόνιμη καὶ πιστὴ κυρία Εὐθυμία, ποὺ παντρεύτηκε ἕναν ἄνδρα πολὺ δύστροπο καὶ τῆς ἔκανε τὴ ζωὴ ἀληθινὸ μαρτύριο.
Ὁ κ. Ἀριστοτέλης εἶχε βέβαια καὶ τὰ καλά του. ‘Ήταν ὅμως πολὺ ἀκαλλιέργητος, τραχύς, διαποτισμένος ἀπὸ τὸ κοσμικὸ πνεῦμα καὶ βάναυσος πρὸς τὴν γυναίκα του. Ὡστόσο στὸ βάθος τῆς ψυχῆς του κάποια μυστικὴ σπίθα πίστεως ὑπῆρχε, κατάλοιπο ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Βαπτίσματός του. Ἦταν ὅμως σκεπασμένη κάτω ἀπὸ τὶς στάχτες τῶν ἁμαρτιῶν του. Γι’ αὐτὸ δὲν φαινόταν κανένα σημάδι της, ἀφοῦ ἄλλωστε δὲν εἶχε καμιὰ σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ἀλλὰ καὶ τὴν συζυγικὴ πιστότητα πρὸς τὴν σύζυγό του δὲν τὴν τιμοῦσε, ἀλλὰ τὴν πρόδιδε ἀρκετὲς φορές. Ἑπόμενο ἦταν πρὸς τὴν σύζυγό του νὰ φέρεται σκληρά, μέχρι καὶ νὰ τὴν δέρνει ἄδικα…
Ὅσο κακὸς ὅμως ἦταν ἐκεῖνος, τόσο καλὴ ἦταν ἡ γυναίκα του. Ἦταν ἕνα πρόβατο δίπλα σ’ ἕνα λύκο. Κι ὅμως δὲν ἀπόκαμνε, εἶχε μεγάλη ὑπομονή. Δὲν φώναζε, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ καρδιά της ἔσταζε μίσος. Βέβαια, τὸ δάκρυ της ἦταν καυτὸ ποτάμι πολλὲς φορὲς καὶ τὸ κλάμα τῆς βουβό. Ὡστόσο ποτὲ δὲν κατηγοροῦσε τὸν ἄνδρα της στὰ τέσσερα παιδιά τους, οὔτε καὶ τὸν διαπόμπευε κι ἔκανε κάτι γιὰ νὰ τὸν μειώσει στὴν συνείδησή τους. Ἀγαποῦσε τὴν οἰκογένειά της περισσότερο ἀπὸ τὸν ἑαυτό της καὶ γι’ αὐτὸ ὑπέμενε καὶ σιωποῦσε. Θυσιαζόταν ἡ ἴδια, γιὰ νὰ μὴ διαλυθεῖ ἡ οἰκογένειά της καὶ μείνουν ζωντόρφανα καὶ δυστυχισμένα τὰ παιδιά της. Ἀλλὰ καὶ κεῖνα, ποὺ τὴν ἔβλεπαν ἀδικημένη, τὴν λυπόντουσαν καὶ τὴν ἀγαποῦσαν περισσότερο, καθὼς μάλιστα ἡ μαρτυρικὴ μητέρα τους ἦταν ἤπια καὶ στοργική. Καὶ ἦταν ἤρεμη, γιατί σιγόκαιγε στὴν καρδιά της ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα στὸν Ἐσταυρωμένο Χριστό…
Ξαφνικὰ ὅμως ἔγινε κάτι τὸ ἀναπάντεχο. Ὁ μεγάλος κάβουρας, ὁ καρκίνος, αἰχμαλώτισε τὸν καημένο τὸν κ. Ἀριστοτέλη. Τὸν ἔσυρε καὶ τὸν ἔκλεισε στὸ μεγάλο Νοσοκομεῖο τῆς Πελοποννήσου. Αἰχμάλωτος πλέον δὲν μποροῦσε νὰ δραπετεύσει. Βέβαια, καὶ ἐκεῖ δὲν ξέχασε τὸν παλαιὸ ἑαυτό του. Τοὺς ἀναστάτωνε ὅλους. Ἡ γυναίκα του δίπλα του ἥσυχη, ἀλλὰ καὶ φοβισμένη τὸν ὑπηρετοῦσε, ἐνῶ τὸ νοσηλευτικὸ προσωπικὸ προσπαθοῦσε νὰ τὸν δαμάσει. Καὶ σιγὰ-σιγά, μία καὶ βοηθοῦσε καὶ ἡ ἀσθένεια, τὸ «θηρίο» δαμαζόταν. Ἔτσι, αὐτὸς ποὺ τὶς πρῶτες μέρες φερόταν ἀγέρωχα καὶ περιφρονητικά, μάλιστα στὸν τόσο εὐσυνείδητο καὶ ἐπιμελῆ Ἱερέα-Ἐφημέριο τοῦ Νοσοκομείου, ὁ ὁποῖος τακτικὰ τὸν ἐπισκεπτόταν, κάποτε λύγισε. Ἦρθε στὰ λογικά του καὶ μὲ σοβαρότητα τοῦ εἶπε μία μέρα:
- Παππούλη, αὔριο στὶς 8 ἡ ὥρα τὸ βράδι, σὲ παρακαλῶ νὰ εἶσαι ἐδῶ. Θὰ εἶναι καὶ τὰ τέσσερα παιδιά μου καὶ ἡ γυναίκα μου. Σὲ θέλω γιὰ κάτι σοβαρό.
Ὁ Ἱερέας δέχθηκε εὐχαρίστως τὴν ἀπρόσμενη πρόσκληση καὶ ἔστειλε μία σύντομη ὁλόθερμη εὐχὴ στὸν Οὐρανό: «Θεέ μου, λυπήσου τον καὶ ἐλέησέ τον». Τὴν ἄλλη μέρα καὶ τὴν ὁρισμένη ὥρα γύρω ἀπὸ τὸ κρεβάτι τοῦ ἀρρώστου τὰ τέσσερα παιδιά του, ἡ γυναίκα του καὶ ὁ Ἱερέας ἦσαν ἕτοιμοι ν’ ἀκούσουν αὐτὸ ποὺ εἶχε νὰ πεῖ ὁ ἄρρωστος ἀρχηγὸς τῆς οἰκογένειας.
-Παιδιά μου, μπροστά σας καὶ μπροστὰ στὸν Παππούλη θέλω νὰ ζητήσω ἕνα μεγάλο, ἕνα θερμὸ «συγγνώμη» ἀπὸ τὴν μητέρα σας, εἶπε ἀργὰ καὶ σταθερά. Καὶ συνέχισε:
-Γνωρίζετε πολὺ καλὰ τί ἔχει περάσει μαζί μου. Λυπᾶμαι βαθιὰ γιὰ ὅλα ὅσα τῆς ἔχω κάμει. Μπροστὰ στὸν Παππούλη καὶ τὸ Θεὸ καὶ ἐνώπιόν σας τὴν παρακαλῶ νὰ μὲ συγχώρεση. Εὐθυμία, μὲ συγχωρεῖς;
Ἡ γυναίκα ἔβαλε τὰ κλάματα. Τὸν εἶχε ἤδη συγχωρήσει.
-Ἔλα ἐδῶ, τῆς λέει. Τῆς παίρνει τὸ χέρι. καὶ τὸ φιλᾶ. Καὶ συνέχισε.
-Παιδιά μου, νὰ τὴν προσέχετε σὰν τὰ μάτια σας. Καὶ ὅση χαρὰ δὲν τῆς ἔδωσα ἐγώ, νὰ τῆς τὴν δώσετε ἐσεῖς. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία μου ἐπιθυμία.
Δὲν τοὺς ζήτησε τίποτε ἄλλο. Πρόσθεσε ὅμως:
-Ἄχ, αὐτὴ ἡ μητέρα σας. Εἶναι ὁ ἥλιος τῆς ζωῆς τοῦ σπιτιοῦ μας!
Μετὰ παρακάλεσε τὸν Ἱερέα νὰ μείνει νὰ τὸν ἐξομολογήσει. Καὶ ἐξομολογήθηκε μίας ὁλόκληρης ζωῆς τὶς ἁμαρτίες καὶ δέχθηκε τὴν συγχωρητικὴ Εὐχή. Πόσο ἠρέμησε, πόσο ἡσύχασε! Ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὸ σιδερένιο κλουβὶ τῆς κακίας του. Ὁ λύκος ἔγινε ἀρνί.
Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωί, συμμετέχοντας στὴν Εὐχὴ «…ὡς ὁ ληστὴς ὁμολογῶ Σοι· μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου», κοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον»!
Σὲ λίγες μέρες ἀναχώρησε ἕτοιμος πλέον γιὰ τὴν ἄλλη Ζωή. Τὸ ἄριστο τέλος τοῦ κ. Ἀριστοτέλη ἦταν θρίαμβος τῆς ἀρετῆς τῆς συζύγου του.
ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», Μάρτιος 2010, σελ. 119-120)
ΠΗΓΗ στὸ Διαδίκτυο : anavaseis.blogspot.com
 Πολυτονισμός-ἀναδημοσίευση κειμένου:http://christianvivliografia.wordpress.com

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

῾Οσίου ᾿Ιουστίνου Πόποβιτς: Τί πρέπει νά αἰτούμεθα τόν Θεόν καί τί ὄχι






«Εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον, αιτήσει, και δώσει αυτώ ζωήν, τοις αμαρτάνουσι μη προς θάνατον. Έστιν αμαρτία προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση» (Α' Ιωάννου 5,16).



Ευαγγελικό είναι να επιθυμείς για τον καθένα την σωτηρία του και να εργάζεσαι γι' αυτήν. Αυτή είναι η επιθυμία του Χριστού για καθέναν, αυτό πρέπει να είναι και δική μας επιθυμία. Και τούτο σημαίνει: να μην επιθυμούμε για κανέναν την αμαρτία και εκείνο που είναι αμαρτωλό, αλλά πάντα να επιθυμούμε το αγαθό και εκείνο που οδηγεί στον Πανάγαθο· να μην επιθυμούμε για κανέναν το θάνατο και ό,τι είναι θανατηφόρο, αλλά πάντα να επιθυμούμε την αθανασία και ό,τι οδηγεί στην αθανασία· να μην επιθυμούμε για κανέναν τον διάβολο και εκείνο που είναι διαβολικό, αλλά για τον καθέναν να επιθυμούμε τον Χριστό και ό,τι είναι του Χριστού. Οι άνθρωποι που αγαπούν την αμαρτία, επιθυμούν για τον εαυτό τους τον θάνα­το. Εάν κάποιος είναι ανεπιστρεπτί ερωτευμένος με τις αμαρτίες του, αυτός ήδη θανάτωσε τον εαυ­τό του. Εάν επιθυμεί κάποιος την αμαρτία γι' άλλον, αυτός επιθυμεί τον θάνατό του. Επειδή «η αμαρτία αποτελεσθείσα αποκύει θάνατον» (Ιακ. α', 15). Υπάρχουν δύο είδη αμαρτίας: η «αμαρτία μη προς θάνατον» και η «αμαρτία προς θάνατον». Η «αμαρτία μη προς θάνατον» είναι εκείνη η αμαρτία για την οποία ο άνθρωπος μετανοεί. Κάθε αμαρτία φέρνει στην ψυχή από ένα μικρό θάνατο· ενώ με την μετάνοια ο άνθρωπος διώχνει την αμαρτία από μέσα του, διώχνει τον θάνατο, ανα­σταίνει την ψυχή του εκ νεκρών. Η μετάνοια δεν είναι μόνο δεύτερη βάπτιση, αλλά και πρώτη ανά­σταση. Ανάσταση της ψυχής εκ νεκρών. Η μετά­νοια καταστρέφει τον τάφο της ψυχής, εξαφανίζει τον πνευματικό θάνατο, εισάγοντας τον άνθρωπο στην αιώνια ζωή. Οποιεσδήποτε αμαρτίες κι αν έχει ο άνθρωπος, εάν μετανοήσει, «ηγέρθη εκ νεκρών»: «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη»(Λουκ. ιε', 24.32). Έτσι, «αμαρτία μη προς θάνατον» είναι κάθε μετανοημένη αμαρτία, ακόμα και αν πραγματοποιήθηκε «επτάκις της ημέρας», εφόσον αυτός που την διέπραξε είπε «επτάκις της ημέρας» «μετανοώ» (Λουκ. ιζ', 3-4). Ενώ «αμαρτία προς θάνατον» είναι κάθε αμετα­νόητη αμαρτία, δηλαδή κάθε αμαρτία κατά την οποία και στην οποία παραμένει ο άνθρωπος συνειδητά, εκούσια και επίμονα. Τέτοια αμαρτία προκαλεί το θάνατο της ψυχής. Και ο θάνατος της ψυχής δεν είναι άλλο παρά ο χωρισμός της ψυχής από τον Θεό, η στέρηση του Θεού και των χαρι­σματικών δωρεών και δυνάμεών Του από την ψυχή. Ο άγιος Θεολόγος ευαγγελίζεται: «Εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον, αιτήσει και δώσει αυτώ ζωήν, τοις αμαρτάνουσι μη προς θάνατον. Έστιν αμαρτία προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση».
«Αιτήσει, και δώσει αυτώ ζωήν». Επειδή έκανε αμαρτία πέθανε, νέκρωσε τον εαυτό του, σκότωσε τον εαυτό του· εάν παρακαλέσει, θα του δοθεί μέσω της μετάνοιας ανάσταση εκ νεκρών, ζωή. Έτσι η προσευχή και η μετάνοια είναι νικητές του θανάτου· ανασταίνουν νεκρούς. Για την «αμαρτία προς θάνατον» να μην «ερωτήση». Γιατί; Επειδή ο άνθρωπος μ' όλο του το είναι, μ' όλη την ψυχή, μ' όλη τη συνείδηση, μ' όλη τη θέληση εισέρχεται στην αμαρτία και παραμένει συνειδητά και εκούσια σ' αυτήν. Δεν θέλει να την απαρνηθεί, να την μισήσει. Αυτός είναι εκείνος ο «δεύτερος θάνατος», από τον οποίο δεν ανασταίνεται. Σε τέτοιον άνθρωπο ο Θεός δεν επιθυμεί, ούτε θέλει να του επιβάλλει με βία την μετάνοια. Ούτε επιθυμεί, ούτε θέλει, ούτε μπορεί, επειδή ο Θεός είναι αγάπη, και δια της αγάπης «είναι» και ζει και υπάρχει. Ο Θεός από αγάπη δημιούργησε τον άνθρωπο με θεόμορ­φη ελευθερία. Εάν επέβαλλε με τη βία στον άνθρωπο τη θέλησή Του, το Ευαγγέλιό Του, τη σωτηρία Του, τη Βασιλεία Του, τον Εαυτό Του, τότε θα κατέστρεφε την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Κι ο άνθρωπος θα σταματούσε να είναι άνθρωπος και θα γινόταν αυτόματο, μηχανή, ρομπότ. Ενώ ο Θεός επειδή είναι αγάπη, δεν θα μπορούσε να το κάνει, επειδή αυτό δεν είναι στην φύση της αγάπης. Εάν θα το έκανε, θα σταμα­τούσε να είναι Αγάπη. Εάν σταματούσε ο Θεός να είναι αγάπη θα έπαυε να είναι Θεός. Αυτός είναι ο λόγος που ο άγιος Μύστης συμβουλεύει ότι δεν πρέπει να προσευχόμαστε για την «αμαρτία προς θάνατον». Και μ' αυτό τον τρόπο μας υποδεικνύει τα του Θεού και ως προς τί πρέπει να αιτούμεθα τον Θεό και τί όχι.


(Ερμηνεία των επιστολών του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου από τον Όσιο Ιουστίνο)


Πηγή: http://www.alopsis.gr

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Ἁγίου Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ: Πότε γίνεται σωστά τό Μυστήριο τῆς Ἱερῆς Ἐξομολόγησης;

 
Οι  τέσσερις...τρίχες.

Έλεγε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός:
«Αδελφοί, αν θέλετε να ιατρεύσετε την ψυχή σας, τέσσερα πράγματα σας χρειάζονται!
Κάμνουμε μία συμφωνία;
Από τον καιρόν που εγεννηθήκατε έως τώρα, όσα αμαρτήματα επράξατε, να τα πάρω εγώ εις τον λαιμόν μου, αρκεί η ευγένειά σας να θελήσετε να σηκώσετε τέσσερες τρίχες! Σας είναι βαρύ και δύσκολον;
-Και τί θα τα κάμω εγώ τα αμαρτήματά σας;
-Έχω μίαν καταβόθρα και τα ρίχνω μέσα!
-Ποία είναι η καταβόθρα;
-Είναι η ευσπλαχνία του Χριστού μας.
Πρώτη τρίχα είναι:
Όταν θελήσετε να εξομολογηθείτε, το πρώτον θεμέλιον είναι, να συγχωράτε τους εχθρούς σας. Το κάμνετε; Επήρατε την πρώτην τρίχα!…

Δεύτερη τρίχα είναι:
Να εύρετε πνευματικόν καλόν, γραμματισμένον, ενάρετον, να εξομολογηθείτε τας αμαρτίας σας. Όταν κάνεις την αμαρτίαν, τότε πρέπει να εντρέπεσαι. Όταν εξομολογείσαι, πρέπει να μην έχεις καμμίαν εντροπήν. Όταν εξομολογείσθε, να λέγετε όλα σας τα αμαρτήμα¬τα καθαρά. Και πρώτον να ειπείς του πνευματικού σου: -«Πνευματικέ μου, θα κολασθώ διότι δεν αγαπώ τον Θεόν και τους αδελφούς μου
με όλην μου την καρδιάν, ωσάν τον εαυτόν μου». Το έκαμες; Εσήκωσες και την δευτέραν τρίχα.
Ή τρίτη τρίχα είναι:
σαν εξομολογηθείς, θα σε ερωτήσει ο πνευματικός:
-Διατί, παιδί μου, τα έκαμες όλα αυτά τα αμαρτήματα;
Πρόσεχε, μη κατηγορήσεις άλλον! Τον εαυτόν σου μόνον να κατηγορήσεις! Και να ειπείς: Τα έκαμα από κακήν μου προαίρεσιν. Εγώ φταίω.
Είναι βαρύ να κατηγορηθείς τον εαυτόν σου; Όχι; Λοιπόν, την επήρες και την τρίτην τρίχα.
Έχομεν την τετάρτην τρίχα.
Όταν ο πνευματικός σου δώσει ευλογίαν και αναχωρήσεις, να αποφασίσεις με στερεάν γνώμην και απόφασιν, καλύτερα να πεθάνεις, καλύτερα να χύσεις το αίμα σου σε μαρτύριο, παρά να ξαναπέσεις σε αμαρτίαν. Το κάνεις και αυτό;
Αν ναι, να εσήκωσες και την τέταρτη τρίχα.
Αυτά είναι τα ιατρικά σου, αδελφέ. Τόσο ελαφρά, σαν να σηκώνεις τέσσερες τρίχες!».
(Διδαχή Δ’)

Πηγή:᾿Αναβάσεις

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

Γέροντας Παΐσιος: Κλαίω τήν Ελλάδα...

Γέροντας Παΐσιος: Δεν έχουμε μέρες

 Οι ελπίδες μας είναι μόνο στον Θεό. Κι εσείς να ζείτε χριστιανικά, γιατί σας λέω υπεύθυνα - και θα το δείτε - ότι δεν έχουμε μέρες. 
Είναι κρίμα, γιατί σήμερα  κατόρθωσε ο διάβολος κι αιχμαλώτισε τις ηγεσίες. Κλαίω την Ελλάδα. Δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο σήμερα. Η Ελλάδα για να σωθεί, πρέπει όλοι οι ηγέτες της όπου και αν βρίσκονται, να πάνε εξορία. Να φύγουν, γιατί παρόντες μολύνουν.
Σήμερα όμως που όλοι γονατίσαμε και δεν υπάρχει ελπίς, θα επέμβει ο Θεός των πατέρων μας για τα αίματα των Μαρτύρων μας και τα λείψανα των Αγίων μας. Το αίμα το Ελληνικό που χύθηκε για την Ορθοδοξία, εάν ενωθεί σήμερα θα γίνει πλωτό ποτάμι, να πνίξει τους κανίβαλους που λέγονται «μεγάλοι».


βιβλίο: ¨Λόγοι χάριτος και Σοφίας¨ από τον Αγιορείτη π. Μακάριο Αγιαννανίτη.

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

Ἡ Ἐξομολόγηση /Βαραμπιώφ Βλαδίμηρος (Πρωτοπρεσβύτερος)


"Ὁ π. Ἀρσένιος σώπαινε. Δὲν τὸν ρωτοῦσε, δὲν τὸν βοηθοῦσε, δὲν τὸν παρηγοροῦσε. Μόνο ἄκουγε καὶ προσευχόταν..."

Ἀργὰ μία νύχτα ὁ Σαζίκωφ πῆγε νὰ βρεῖ τὸν π. Ἀρσένιο. Ἦταν φανερὰ ταραγμένος. Καθόταν, σηκωνόταν, στριφογύριζε, μιλοῦσε μιὰ γιὰ τὸ ἕνα καὶ μιὰ γιὰ τὸ ἄλλο θέμα.

- Πάτερ Ἀρσένιε, εἶπε μετὰ ἀπὸ ὥρα. Θέλω νὰ ἐξομολογηθῶ! Δὲν θ' ἀργήσει νὰ ἔρθει τὸ τέλος, καὶ μὲ βαραίνουν ἁμαρτίες πολλές, πάρα πολλές...

Ἀπέμεναν δύο ὧρες ὥς τὸ ἐγερτήριο. Ἀποσύρθηκαν σὲ μιὰ γωνιά. Ὁ Σεραφεὶμ γονάτισε. Ὁ π. Ἀρσένιος ἔβαλε τὸ χέρι στὸ κεφάλι του καὶ βυθίστηκε στὴν προσευχή.

Πέρασαν μερικὰ λεπτά. Ὁ Σεραφεὶμ ἦταν λουσμένος στὸν ἱδρώτα. Ἀγωνιοῦσε, ζαλιζόταν, χανόταν... Μιλοῦσε κοφτά, μπερδεμένα, μὲ μεγάλη δυσκολία.

Ὁ π. Ἀρσένιος σώπαινε. Δὲν τὸν ρωτοῦσε, δὲν τὸν βοηθοῦσε, δὲν τὸν παρηγοροῦσε. Μόνο ἄκουγε καὶ προσευχόταν.

Μέσα στὸ στρατόπεδο εἶχε ἐξομολογήσει ἀρκετούς, πολὺ σπάνια ὅμως γερασμένους βετεράνους ἐγκληματίες. Αὐτοὶ εἶχαν χάσει ὅλα τους τὰ αἰσθήματα. Ἡ συνείδηση, ἡ ἀγάπη, ἡ δικαιοσύνη, ἡ πίστη, ἡ ἀνθρωπιὰ εἶχαν νεκρωθεῖ· εἶχαν πνιγεῖ μέσα στὸ αἷμα, τὴ σκληρότητα, τὴ διαφθορά. Τὸ παρελθόν, τοὺς τρόμαζε τὸ παρόν, τοὺς ἀπέλπιζε καὶ μέλλον δὲν ὑπῆρχε. [...]

Ὁ Σεραφεὶμ βασανιζόταν ἀπὸ τὶς τύψεις. Ἤθελε νὰ βάλει ἕνα τέρμα σ' αὐτὸν τὸν τρόπο ζωῆς. Μὰ δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ διέξοδο ἀπὸ τὸν ὑπόκοσμο πρὸς τὸν κόσμο, δὲν μποροῦσε νὰ ξεγλιστρήσει ἀπὸ τὸ σιδερένιο δίχτυ τῶν συντρόφων καὶ συνενόχων, ποὺ ἦταν πάντα ἕτοιμοι νὰ τιμωρήσουν σκληρὰ κάθε «δειλό», κάθε «προδότη». Καὶ ὁ καιρὸς περνοῦσε...

Ἡ ἴδια πάντα ἱστορία, ἰστορία ποὺ γνώριζε καλὰ ὁ π. Ἀρσένιος, ἡ ἱστορία τῶν ἐγκληματιῶν ποὺ γερνοῦσαν μέσα στὴν παρανομία - καὶ τί νὰ ἔκαναν;

Ὁ Σαζίκωφ ἔλεγε, ἔλεγε πολλά, μὰ δὲν ἔκανε ἐξομολόγηση. Εἶχε προετοιμαστεῖ καλά. Ἔστυψε τὸ μυαλό του· θυμήθηκε ἀκόμα καὶ τὰ πιὸ μακρινά, καὶ τὰ πιὸ ἀσήμαντα περιστατικὰ τῆς ζωῆς του· κατέστρωσε ἕνα σχέδιο. Καὶ τώρα, ποὺ ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ἐξομολογηθεῖ, τὰ ἔχασε. Πάγωσε. Μπερδεύτηκε. Μιλοῦσε, ἀλλὰ τὰ λόγια του ἦταν ἀνακατωμένα, ὁ νοῦς τοῦ θολωμένος καί, πάνω ἀπ' ὅλα, ἡ ψυχὴ του κρύα. Ἀκόμα κι ὅταν κατόρθωσε μὲ πολὺ κόπο νὰ βρεῖ τὴν αὐτοκυριαρχία του καὶ νὰ βάλει σὲ μιὰ τάξη τὶς σκέψεις του, δὲν ἔκανε παρὰ μιὰ ξερὴ ἀφήγηση γεγονότων χωρὶς μεταμέλεια, χωρὶς συντριβή, χωρὶς καμιὰ ψυχικὴ συμμετοχή.

Ὁ π. Ἀρσένιος τὸ ἔβλεπε καὶ τὸ κατανοοῦσε. Τὸ παρελθὸν τοῦ Σαζίκωφ πάλευε μὲ τὸ παρόν του. Καὶ ἀπὸ τὴν πάλη αὐτὴ θ' ἄνοιγε ὁ δρόμος γιὰ τὸ μέλλον του.

Ἔγινε μιὰ μικρὴ παύση. Ὁ Σεραφεὶμ ἔκλαιγε. Μὰ ἡ ψυχὴ του ἦταν πάντα τὸ ἴδιο παγερή. Ὁ π. Ἀρσένιος κατάλαβε ὅτι χρειαζόταν βοήθεια. Ἦταν ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ νὰ ἐπέμβει.

- Γιὰ θυμήσου, τοῦ εἶπε, πόσο σὲ παρακαλοῦσε μέσα στὸ δάσος ἐκείνη ἡ γυναίκα, πόσο ἱκέτευε νὰ τὴ λυπηθεῖς... Μὰ ἐσὺ δὲν τὴ λυπήθηκες! Καὶ ἀργότερα ἔνιωθες ντροπὴ καὶ ἀηδία γιὰ τὸν ἑαυτό σου...

Ὁ Σαζίκωφ κεραυνοβολήθηκε. Μέσα σὲ μία στιγμὴ καταλαβε: Ὁ π. Ἀρσένιος τὰ ξέρει ὅλα! Ὁ π. Ἀρσένιος τὰ βλέπει ὅλα! Δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν λόγος νὰ ψάχνει γιὰ λέξεις. Δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ φοβᾶται ἢ νὰ ντρέπεται. Θ' ἄνοιγε ἁπλὰ τὴν ψυχή του, ποὺ ἦταν κιόλας φλογισμένη. Καὶ θ' ἄφηνε τὰ πάντα στὰ χέρια τοῦ ἐξομολόγου καὶ τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἐξομολόγηση εἶχε τελειώσει. Ὁ Σεραφεὶμ ἦταν ἀκόμα γονατιστός, μὲ τὸ προσωπο λουσμένο στὰ δάκρυα. Τὰ εἶχε πεῖ ὅλα. Εἶχε μετανοήσει γιὰ ὅλα. Καὶ τώρα περίμενε. Περίμενε τὴν ἄφεση ἢ τὴν καταδίκη.

Ὁ π. Ἀρσένιος ἔσκυψε χαμηλά. Στὸ νοῦ του εἶχε μόνο λόγια προσευχῆς. Λόγια γιὰ τὸν Σεραφεὶμ δὲν ἔβρισκε. Μπροστὰ του ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἐξομολογήθηκε μὲ εἰλικρίνεια, μὲ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητάς του, μὲ ψυχικὴ ὀδύνη· μὰ ἦταν συνάμα κι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε διαπράξει ἀνατριχιαστικὰ κακουργήματα, ποὺ εἶχε σκορπίσει τὸ θάνατο, τὸν πόνο, τὴ συμφορά.

Ὁ ἱερέας Ἀρσένιος, ποὺ συγχωρεῖ καὶ λύνει τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἀνθρώπων στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, παλεύει τώρα μὲ τὸν ἄνθρωπο Ἀρσένιο, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ παραβλέψει καὶ νὰ συγχωρήσει μέσα σὲ μιὰ στιγμὴ τόσα φρικτὰ ἐγκλήματα.

«Κύριε καὶ Θεέ μου, δῶσε μου φωτισμὸ γιὰ νὰ κατανοήσω καὶ δύναμη γιὰ νὰ ἐκτελέσω τὸ θέλημά Σου! Νὰ δείξω στὸν Σεραφεὶμ τὸ δρόμο Σου! Νὰ τὸν βοηθήσω νὰ συνέλθει, ν' ἀναγεννηθεῖ! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ μας καὶ τοὺς δύο, ἐλέησέ μας τοὺς ἁμαρτωλούς!»

Μιὰ μυστικὴ φωνὴ μίλησε μέσα του, μιὰ φωνὴ ποὺ τὸν πληροφόρησε ὅτι δὲν χρειαζόταν νὰ πεῖ τίποτα, δὲν χρειαζόταν κἄν νὰ βάλει στὴ ζυγαριὰ τῆς στενόκαρδης ἀνθρώπινης δικαιοσύνης τὶς ἁμαρτίες ἑνὸς βαθιὰ μετανοημένου ἀνθρώπου, ποὺ εἶχε βρεῖ τὸν Κύριο.

Σηκώθηκε, ἔσφιξε στὸ στῆθος του τὸ κεφάλι τοῦ Σεραφεὶμ καὶ εἶπε:

- Μὲ τὴ δύναμη καὶ ἐξουσία ποὺ μοῦ δόθηκε ἀπὸ τὸ Θεό, ἐγώ, ὁ ἀνάξιος ἱερεὺς Ἀρσένιος, συγχωρῶ καὶ λύνω τὰ ἁμαρτήματά σου. Ἀπὸ δῶ καὶ ἐμπρὸς νὰ κάνεις τὸ καλὸ στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ὁ Κύριος θὰ σὲ ἐλεήσει. Πήγαινε καὶ ζῆσε πιὰ εἰρηνικά. Ὁ Θεὸς θὰ σοῦ δείξει τὸ δρόμο. Ὅσο γιὰ μένα, θὰ εἶμαι παντοτινὰ κοντά σου, Σεραφείμ!


Πηγή:http://www.agiazoni.gr

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

᾿Αντιμέτωποι μὲ τὴν Κατάθλιψη- Εἰρήνη (Μοναχή).





Ἡ κατάθλιψη εἶναι μιά πάθηση, πού ταλαιπωρεῖ πολλούς ἀνθρώπους στήν ἐποχή μας. Ἀνθρώπους πού εἴτε πάσχουν οἱ ἴδιοι ἀπό κατάθλιψη, εἴτε ἔχουν νά ἀντιμετωπίσουν τήν κατάθλιψη κάποιου ἀγαπημένου τους προσώπου, πού ἐπίμονα ἀρνεῖται ἤ ἀδυνατεῖ νά κάνει κάτι, προκειμένου νά βοηθήσει τόν ἑαυτό του.

Ἄλλοι ζητοῦν τή βοήθεια κάποιου εἰδικοῦ τῆς ψυχικῆς ὑγείας, καί καταφεύγουν εἴτε σέ θεραπεία μέ ἀντικαταθλιπτικά φάρμακα, εἴτε σε ψυχοθεραπεία, εἴτε σέ συνδυασμό τῶν δύο.

Ἡ θεραπεία μέ φάρμακα τίς πιο πολλές φορές βοηθάει στήν ἀντιμετώπιση τῶν συμπτωμάτων τῆς κατάθλιψης, τουλάχιστον προσωρινά, καί εἰδικά, ὅταν πρόκειται γιά σοβαρό καταθλιπτικό ἐπεισόδιο, εἶναι συχνά ἀπαραίτητη προκειμένου να ἀποφύγει κανείς μοιραῖες αὐτοκαταστροφικές πράξεις.



Ἀπό τίς διάφορες ὑπάρχουσες μορφές ψυχοθεραπείας οἱ σύγχρονες ἔρευνες δείχνουν ὅτι ἡ γνωσιακή θεραπεία ἐπιφέρει καλύτερα ἀποτελέσματα, καί σέ σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, γι’ αὐτό θά περιοριστῶ ἐδῶ ν’ ἀναφερθῶ μόνο σ’ αὐτήν.

Ἡ γνωσιακή θεραπεία βασίζεται στή θεωρία ὅτι τό ἄγχος μας ἤ ἡ κατάθλιψή μας ὀφείλονται σέ λανθασμένες, ἀρνητικές ἀντιλήψεις σχετικά μέ τόν ἑαυτό μας, τό περιβάλλον μας καί τό μέλλον μας, οἱ ὁποῖες ἐπηρεάζουν καί τή συναισθηματική μας κατάσταση (Κλεφτάρας, 1998). Ὁποιοδήποτε σημαντικό ἤ καί ἀσήμαντο γεγονός, μπορεῖ νά εἶναι ἀφορμή γιά κάποιες «αὐτόματες σκέψεις», οἱ ὁποῖες ἐνεργοποιοῦν αὐτές τίς ἀρνητικές ἀντιλήψεις (Beck, 2004). Τέτοιες σκέψεις μπορεῖ νά εἶναι π.χ. ὅτι «κανείς δέν μ’ ἀγαπάει» ἤ «ποτέ δέν καταφέρνω τίποτα». Ὅταν δεχθεῖ κανείς μιά τέτοιου εἴδους «αὐτόματη σκέψη», ἀρχίζει νά τον «παίρνει ἀπό κάτω» καί νά τον φέρνει σέ κατάσταση ἀπελπισίας καί κατάθλιψης.

Ἡ γνωσιακή θεραπεία ἀποσκοπεῖ στό νά βοηθήσει τό ἄτομο σέ ἕνα πρῶτο ἐπίπεδο νά μάθει νά ἀναγνωρίζει ἄμεσα τίς «αὐτόματες σκέψεις» του καί νά μή τίς ἀποδέχεται σάν ἀληθινές, καί σέ ἕνα πιο προχωρημένο ἐπίπεδο νά καταλάβει ὅτι οἱ ἀντιλήψεις του αὐτές εἶναι ἐσφαλμένες, ὅτι δέν τόν ἐξυπηρετοῦν, καί νά μπορέσει ἔτσι νά τις ἀλλάξει καί νά τίς ἀντικαταστήσει μέ ἄλλες πιό «ὑγιεῖς», πού θά τον ὁδηγήσουν σέ μεγαλύτερη αὐτοεκτίμηση καί αὐτοαποδοχή.

Ἡ θεραπεία μέ ἀντικαταθλιπτικά ἔχει ἕνα ἀποτέλεσμα παρόμοιο μέ τήν ψυχοθεραπεία, ἄν καί λιγότερο μόνιμο. Μάλιστα νευροεπιστημονικές ἔρευνες ἔχουν δείξει ὅτι ἡ θεραπεία μέ φάρμακα καί ἡ ψυχοθεραπεία ἐπιφέρουν παρόμοιες ἀλλαγές στήν ἐγκεφαλική λειτουργία.

Μέ αὐτές ὅμως τίς μεθόδους το ἄτομο παραμένει τό ἐπίκεντρο τοῦ κόσμου του. Ἰδιαίτερα ἡ γνωσιακή θεραπεία «διδάσκει», θά λέγαμε, τό ἄτομο πῶς νά καλλιεργήσει την ἀνεξαρτησία του καί τήν αὐτονομία του, πῶς νά μή ἐξαρτᾶται ἀπό την ἀποδοχή καί τήν ἀγάπη τῶν ἄλλων, καί πῶς ἐπίσης νά μή ἐξαρτᾶ την ἀξία του ἀπό τίς προσωπικές και ἐπαγγελματικές του ἐπιτυχίες.

Ἡ φιλοσοφία πίσω ἀπό τίς σύγχρονες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους εἶναι ὅτι ναί μέν δέν μπορεῖ νά ἀποφύγει κανείς δυσάρεστα και θλιβερά γεγονότα στή ζωή του, μπορεῖ ὅμως νά μάθει νά στηρίζεται στόν ἑαυτό του καί νά τά ἀντιμετωπίζει μέ αὐτοπεποίθηση, μέ ἠρεμία καί αἰσιοδοξία.

Ὅμως παρ’ ὅλη τήν αἰσιόδοξη ἄποψη ψυχιάτρων καί ψυχοθεραπευτῶν ὅτι ἡ κατάθλιψη εἶναι μια ἀρρώστια πού ἀντιμετωπίζεται ἀποτελεσματικά, ὑπάρχει ἕνα μεγάλο ποσοστό καταθλιπτικῶν, πού εἴτε ἀρνοῦνται νά περάσουν τό κατώφλι τοῦ γραφείου ἑνός «εἰδικοῦ», εἴτε τό ἔχουν περάσει καί ἔχουν φύγει ἀπογοητευμένοι.

 
* * *

 
Ἔχοντας αὐτά τά προηγούμενα ὑπόψη μου, σέ μιά συζήτηση σχετικά μέ τά ἀντικαταθλιπτικά ἄκουσα μέ ἔκπληξη μιά μοναχή νά λέει μεταξύ ἀστείου καί σοβαροῦ : «Ἄς ποῦνε γιά μισή ὥρα τήν εὐχή, καί να δοῦνε γιά πότε τούς περνάει ἡ κατάθλιψη». Ἡ πρώτη μου σκέψη ἦταν ὅτι μᾶλλον δέν ξέρει τί λέει. Προφανῶς, σκέφτηκα, δέν ἔχει βιώσει ποτέ κατάθλιψη, καί τῆς εὔχομαι ποτέ νά μή βιώσει, ἀλλά εἶναι πολύ ἀμφίβολο, ἄν ἕνα καταθλιπτικό ἄτομο μπορεῖ νά ἑστιάσει γιά μισή ὥρα τό νοῦ του στήν εὐχή. Μπορεῖ νά ἐπαναλαμβάνει μηχανικά ἐπί μισή ὥρα «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ἀλλά ὁ νοῦς του θα εἶναι μᾶλλον στήν κατάθλιψή του. Ἴσως νά σκέφτεται: «μᾶλλον σέ μισή ὥρα δέν θά μοῦ ἔχει περάσει, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς, τίποτα δέν με βοηθάει ἐμένα».

Ὅμως, καθώς εἶχα ἕνα ἔντονο ἐνδιαφέρον νά δῶ ἄν καί πῶς καί με ποιές προϋποθέσεις ὁ ὀρθόδοξος χριστιανικός δρόμος μπορεῖ νά λειτουργήσει ψυχοθεραπευτικά, δεν ξέχασα τήν κουβέντα ἐκείνης τῆς μοναχῆς, ἀλλά ξεκίνησα νά διερευνῶ πῶς ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἀντιμετωπίζει τήν κατάθλιψη. Ὡς πολύ ἀρχάρια στόν ὀρθόδοξο δρόμο, ζητῶ νά μέ συγχωρέσετε γιά το θράσος μου νά ἀναλάβω ἕνα τέτοιο ἐγχείρημα. Γιά τή διερεύνησή μου αὐτή βασίστηκα σέ κάποια βιβλία πού ἔτυχε νά «πέσουν στά χέρια μου», σ΄ ἕνα CD μέ μιά ὁμιλία τοῦ γέροντος Πορφυρίου γιά τήν κατάθλιψη, καθώς καί σέ συνομιλίες με τόν πνευματικό μου.

Δέν ἄργησα νά καταλάβω ὅτι διερωτώμενη, πῶς ἡ Ὀρθοδοξία ἀντιμετωπίζει τήν κατάθλιψη, δεν ἔθετα σωστά τό ἐρώτημα. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δέν ἀντιμετωπίζει κλινικά μιά ὁρισμένη νόσο. Ἀντιλαμβάνεται τόν ἄνθρωπο σάν μια ἑνότητα σώματος, ψυχῆς καί πνεύματος. Γιά τήν ὀρθόδοξη θεολογία ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἕνα σαφές νόημα: Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί στοχεύει στό καθ’ὁμοίωσιν. Ἡ πορεία τοῦ ἐκπεσμένου ἀνθρώπου πρός τό καθ’ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ εἶναι μιά θεραπευτική διαδικασία. Πρόκειται γιά μιά πραγματικά ὁλιστική θεραπεία, πού ἔχει σαν πρῶτο στάδιο τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπό τά πάθη.

Μέ αὐτή τήν ἔννοια ἡ κατάθλιψη εἶναι ἕνα πάθος ἀπό τό ὁποῖο ἡ ψυχή πρέπει νά ἀπαλλαγεῖ. Αὐτό το πάθος οἱ νηπτικοί πατέρες τό ὀνόμαζαν «ἀκηδία». Κατά τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεο, «Ἡ ἀκηδία, πού εἶναι ἕνας μεγάλος δαίμων, παραλύει τόσο τό σῶμα ὅσο καί την πνευματική ζωή» (σ. 187).

Ἡ κάθαρση ἀπό τά πάθη ἀπαιτεῖ ἕναν πνευματικό ἀγώνα για ἀλλαγή τοῦ νοῦ. Αὐτή εἶναι ἐξ ἄλλου καί ἡ ἐτυμολογική ἔννοια τῆς λέξης μετάνοια (μετα-νοῶ = ἀλλάζω νοῦ). Δέν πρόκειται ὅμως γιά ἕναν ἀγώνα, πού κάνει κανείς μόνος του, στηριζόμενος στίς δικές του δυνάμεις. Ξεκινώντας κανείς ἕναν τέτοιο ἀγώνα μόνος του, πέφτει ξανά καί ξανά στά ἴδια λάθη, ἤ ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «ὅ μισῶ, τοῦτο ποιῶ»[1], καί συνειδητοποιεῖ σιγά-σιγά τήν ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ: «χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» [2]. Ἡ μετάνοια σημαίνει μιά συνολική ἀλλαγή στάση ζωῆς, πού συντελεῖται μέ τήν ἐπενέργεια τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ πάνω στόν ἄνθρωπο.

Ποιά εἶναι αὐτή ἡ ἀλλαγή στη στάση ζωῆς; Εἶναι ἡ ἀλλαγή ἀπό τή ζωή τοῦ ἀτόμου, τοῦ περιχαρακωμένου πίσω ἀπό τά τείχη πού το περιβάλλουν ἤ πού αὐτό τό ἴδιο το ἄτομο ἔχει χτίσει γιά τόν ἑαυτό του, πρός τή ζωή τοῦ προσώπου, πού βρίσκεται σέ μιά διαρκή σχέση, σέ μιά κοινωνία μέ τόν Χριστό καί μέ τόν πλησίον του πρός μια ζωή στραμμένη πρός τόν Χριστό, ἀναφερόμενη σ’ Αὐτόν. Μέ αὐτή τήν ἔννοια πάθος ἤ ἁμαρτία εἶναι ὅ,τι μᾶς χωρίζει ἀπό αὐτή τήν κοινωνία καί μᾶς ἀπομονώνει, κάθαρση ἤ μετάνοια εἶναι ὅ,τι μᾶς ἐπανασυνδέει.



Ὅταν προσπαθοῦμε νά ἀνέλθουμε βασιζόμενοι στίς δικές μας δυνάμεις, στόν ἐγωϊσμό μας καί την κενοδοξία μας, τότε κινδυνεύουμε ἡ κάθε ἀποτυχία νά μᾶς ρίξει σέ κατάθλιψη. Ὅταν συνειδητοποιοῦμε τή δική μας ἀναξιότητα μπροστά στή μεγαλωσύνη τοῦ Θεοῦ καί, χωρίς νά παραιτούμαστε ἀπό τό δικό μας ἀγώνα, προσβλέπουμε μέ πίστη, δηλαδή μέ ἐμπιστοσύνη, στο ἔλεος καί στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε δέν χάνουμε τήν ἐλπίδα μας. Παραδόξως, ὅσο ταπεινώνουμε τον ἑαυτό μας, ἀποκτᾶμε ἕνα βαθύτερο, γνήσιο αὐτοσεβασμό καί αὐτοεκτίμηση. Συνειδητοποιοῦμε την πραγματική μας ἀξία ὡς εἰκόνες και ναοί τοῦ Θεοῦ.

Ἄν ἔχει κανείς μιά τέτοια ἐσωτερική στάση, τότε εἶχε δίκιο ἐκείνη ἡ μοναχή: ἀρκεῖ νά λέει τήν εὐχή για μισή ὥρα καί ἡ κατάθλιψη διαλύεται μέσα στά δάκρυα τῆς χαρμολύπης. Γιατί οἱ δαίμονες εἶναι ἀνίσχυροι μπροστά σέ μιά γνήσια ταπείνωση.

Τότε τό ἐπίκεντρο δέν εἶναι πιά ὁ ἑαυτός, ἀλλά ὁ Χριστός. Τό ἐνδιαφέρον μετατίθεται ἀπό τό Ἐγώ πρός τό Ἐσύ, ἀπό τόν ἑαυτό προς τόν ἄλλο, πρός τόν Θεό καί προς τόν πλησίον. Ἀντί νά μεριμνᾶ κανείς γιά τό πῶς θά κερδίσει το ἐνδιαφέρον, τό σεβασμό, τήν ἐκτίμηση καί τήν ἀγάπη τῶν ἄλλων, ἀρχίζει νά ἐνδιαφέρεται ὁ ἴδιος για τούς ἄλλους, νά τούς σέβεται, να τούς ἐκτιμᾶ καί νά τούς ἀγαπᾶ.



Ὁ γέρων Πορφύριος ἔδινε πολύ ἁπλές καί συγκεκριμένες ὁδηγίες γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς κατάθλιψης:

«Οἱ ἅγιοί μας εἶχαν βρεῖ τόν τρόπο νά μεταβάλλουν τήν κατάθλιψη σέ χαρά. Καί αὐτός ὁ τρόπος ἦταν ἔτσι: ξέρανε πῶς νά δοθοῦν στον Θεό: μέ τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, μέ τήν προσευχή… Ἡ ἀγάπη προς τόν Θεό εἶναι τό μεγαλύτερο πρᾶγμα πού «αἰχμαλωτίζει» τήν ψυχή, διότι δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ἐνέργεια τῆς ψυχῆς πρός τόν Θεό, ἀλλά τό σημαντικό εἶναι ὅτι εἶναι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού γεμίζει ἔπειτα την ψυχή καί τήν κάνει «ἄλλο»…. Λοιπόν, αὐτό εἶναι τό μυστικό. Πῶς θα μπορέσει κανείς νά γυρίσει, ἐκεῖ πού τόν ἔχει καταλάβει κάτι κακό, νά σκεφτεῖ κάτι ἄλλο.»

Σέ ἀνθρώπους πού ζητοῦσαν τις συμβουλές του, γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν κατάθλιψη, τούς συνιστοῦσε νά ἀσχοληθοῦν μέ κάτι ἐνδιαφέρον καί δημιουργικό:


«Ἡ ἐργασία, τό ἐνδιαφέρον για τή ζωή. Ἡ τέχνη, ὁ κῆπος, τά λουλούδια… πολύ σπουδαῖα πράγματα. Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, το ἐνδιαφέρον πρός τή θρησκεία, πρός τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ».

Πολλούς αἰῶνες πρίν οἱ γνωσιακοί θεραπευτές κάνουν λόγο για ἀρνητικές «αὐτόματες σκέψεις» καί ἀντίστοιχα συναισθήματα, οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας εἶχαν μελετήσει αὐτά τά φαινόμενα, τά ὁποῖα ὀνόμαζαν «λογισμούς». Ὅπως γιά τή σύγχρονη γνωσιακή θεραπεία εἶναι σημαντικό σαν πρῶτο στάδιο νά ἀναγνωρίζει κανείς τίς αὐτόματες σκέψεις καί να μή τίς ἀποδέχεται σάν ἀληθινές, οἱ νηπτικοί πατέρες μιλοῦσαν γιά ἐπαγρύπνηση, ὥστε μόλις ἔρχεται στο νοῦ ἕνας κακός λογισμός νά μη «συγκατατεθοῦμε» πρός αὐτόν, να μή ὑποκύψουμε σ’ αὐτόν μέ τό θέλημά μας, γιατί στή συνέχεια μᾶς κάνει ὅ,τι θέλει, χωρίς ἐμεῖς νά μποροῦμε νά ἐλέγξουμε τήν κατάσταση. Τότε καταλαμβανόμαστε ἀπό τό ἀντίστοιχο «πάθος».

Ὁ γέρων Πορφύριος τό ἐκφράζει αὐτό μέ πολύ ἁπλά λόγια:

«Τό μυστικό εἶναι νά τό προλαβαίνεις. Ἅμα τό ἀφήσεις καί σέ πιάσει, πάει, σ’ ἔπιασε».

Σάν καλός ἀνατόμος τῆς ψυχῆς, ἀναγνωρίζει τά δευτερογενῆ ὀφέλη ἀπό τήν κατάθλιψη, πού μπαίνουν ἐμπόδιο στή θεραπεία καί δημιουργοῦν ἀντιδραστικότητα (ἀντίσταση στή θεραπεία θα ἔλεγε κάποιος ψυχοθεραπευτής).

«Οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν αὐτά τά ἀντιδραστικά, τούς ἀνθρώπους πού γνωρίζουν ἐννοοῦν νά τούς παιδεύουν μέ διάφορα καμώματα».

Μέ αὐτά τά «διάφορα καμώματα» πετυχαίνουν νά ἑλκύουν την προσοχή καί τό ἐνδιαφέρον τῶν γύρω τους. Καί τίς περισσότερες φορές τό κάνουν αὐτό ἀσυνείδητα.

«Γίνεται χωρίς νά τό καταλαβαίνουν», λέει ὁ γέρων Πορφύριος «ὁ διάβολος τό ἐνεργεῖ…δηλαδή αὐτά γίνονται μ΄ ἕναν τρόπο μυστηριώδη».

Γιά νά παραιτηθεῖ κάποιος ἀπό τά δευτερογενῆ ὀφέλη τῆς κατάθλιψης, χρειάζεται νά ἀφήσει κατά μέρος τόν ἐγωϊσμό του καί νά ταπεινωθεῖ, ὥστε νά πάψει νά παιδεύει τούς γύρω του μέ διάφορα καμώματα. Ὁ γέρων Πορφύριος τόνιζε ξανά καί ξανά τή σημασία τῆς ταπείνωσης.

«Τό μεγάλο μυστικό εἶναι ἡ ταπείνωση», ἔλεγε.


Τό ἄτομο, πού λειτουργεῖ ἐγωϊστικά, ἐμμένει πεισματικά νά χρησιμοποιεῖ τήν κατάθλιψή του, με τήν ἔννοια τῆς κλινικῆς νόσου, ὡς πρόσχημα, γιά νά μή κάνει τίποτα. «Ὅταν τοῦ πεῖς κάτι, γιά νά κόψει τό θέλημά του, ἀντιδρᾶ… “Δεν μπορῶ, τό λέει ἡ ἐπιστήμη”». Σέ αὐτό ὁ γέρων Πορφύριος ἀπαντᾶ: «Πές: “ἄς τό λέει ἡ ἐπιστήμη, ἐγώ θά κάνω ὑπακοή στό γέροντα”».

Μιά τέτοια στάση θά δήλωνε μιά μεταβολή ἀπό τό ἄτομο στό πρόσωπο, γιατί ἡ ὑπακοή προϋποθέτει μια προσωπική σχέση μέ τό γέροντα. «Δέν εἶναι εὔκολο πρᾶγμα: πρέπει νά ἔχεις καί τή δύναμη, νά ἀποσπάσεις καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ.…Τό πιό μεγάλο εἶναι νά δοθεῖς στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, στή λατρεία τοῦ Θεοῦ, στήν προσευχή, ἀλλά ὅ,τι κι ἄν κάνεις, ἄν δέν κατορθώσεις νά ἀποκτήσεις ταπείνωση, τίποτα δέν κάνεις».

Τό νά ἀσχοληθεῖ κανείς εἴτε μέ κάτι εὐχάριστο καί δημιουργικό, εἴτε μέ τήν προσευχή, ἔπειτα ἀπό συμβουλή τοῦ γέροντα, εἶναι κάτι πολύ περισσότερο ἀπό μιά ἁπλή τεχνική τοῦ τύπου «νά τό ρίξει κανείς ἔξω» ἤ νά «σκέφτεται θετικά».

Εἶναι κάτι, πού προϋποθέτει μια σχέση ἐμπιστοσύνης πρός τόν γέροντα, καί κατ΄ἐπέκταση μιά σχέση πίστης καί ἀγάπης πρός τόν Θεό. Συνδέεται στενά μέ τήν ταπείνωση, τήν ἐκκοπή τοῦ ἰδίου θελήματος και τήν ὑπακοή στό γέροντα, μέ τά ἱερά μυστήρια τῆς ἐξομολόγησης καί τῆς θείας μετάληψης, καί γενικώτερα μέ τήν ἐνεργό συμμετοχή στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή μέ τήν ἐνεργό συμμετοχή στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού δίνει ἕνα νέο νόημα στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ συμμετοχή στό ἐκκλησιαστικό σῶμα καί στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀμοιβαία συγχώρεση και κατανόηση, εἶναι ὅ,τι γκρεμίζει τά τείχη, πού μᾶς περιχαρακώνουν καί κτίζει γέφυρες ἐπικοινωνίας μεταξύ μας. Ἔτσι ὁ πόνος μας γίνεται πιό ἐλαφρύς καί ἡ χαρά μας μεγαλύτερη, γιατί τά μοιραζόμαστε μεταξύ μας.

Αὐτά συνοψίζονται στίς δύο κύριες ἐντολές, πού μᾶς δίνει ὁ Χριστός: ἀγάπη πρός τόν Θεό, και ἀγάπη πρός τόν πλησίον [3]. Αὐτή ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό καί πρός τον πλησίον, εἶναι αὐτό πού κάνει την καρδιά νά μαλακώνει καί διαλύει το ἀσήκωτο βάρος τῆς κατάθλιψης.


Παραπομπές:
1) Ρωμ. (7,15)
2) Ἰωαν. (15,5)
3) Ματθ. (22, 37-39)


Βιβλιογραφία:

Beck, Judith: Εἰσαγωγή στη Γνωστική Θεραπεία. Ἀθήνα, Πατάκης, 2004.
Βιγγοπούλου Μυρσίνης: ᾽Από τήν ᾽Εγώπολη στήν ᾽Εσύπολη. Ἀθήνα, Ἀκρίτας, Στ΄ ἔκδοση, 2007.
Γέροντος Πορφυρίου, ἱερομονάχου: Συνομιλία γιά τήν κατάθλιψη. Ἐκδόσεις «Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος», Μήλεσι.
Κλεφτάρα Ἰ.: Ἡ κατάθλιψη σήμερα. Ἀθήνα, Ἑλληνικά Γράμματα,
1998.
Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου: “Θεραπευτική Ἀγωγή. Προεκτάσεις στην «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία»”. Λειβαδιά, Ἱερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας) Ε´ ἔκδοση, 2003.
Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου: Ἀνθρωπολογίας Σιτομέτριον. Ἐπιμέλεια ὕλης καί ἐκδόσεως Ἀρχιμ. Χρυσόστομος, Καθηγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Παρασκευῆς Μαζίου Μεγάρων. Μέγαρα, Εὐεργέτις (ὑπό ἔκδοση).
Μπλούμφιλντ, Χάρολντ Χ. καί Μάκ Γουίλλιαμς, Πῆτερ: Θεραπεύοντας τήν κατάθλιψη. Ἐπιμέλεια: Νέστορος Ἰωάννη. Ἀθήνα, Θυμάρι, 2003.
π. Ἰωάννη Ρωμανίδη: Πατερική Θεολογία, Θεσσαλονίκη, Παρακαταθήκη, 2004.


Πηγή: http://www.agiazoni.gr

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Γέροντος Πορφυρίου:᾿Εξομολόγηση-μετάνοια






    Εἶναι ἡ προσφορά τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ στον ἄνθρωπο
Εἶπε ὁ π. Πορφύριος:
 «῾Η καρδιά μας πρέπει να εἶναι γεμάτη ἀγάπη, ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Αὐτή δίδει δύναμη και χάρη στον ἄνθρωπο. ῾Η γνώση εἶναι μετά τήν ἀγάπη».
«῾Η ἐξομολόγηση εἶναι ἕνας τρόπος γιά νά ἔρθει ὁ ἄνθρωπος εἰς τόν Θεόν. Εἶναι προσφορά τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Τίποτε καί κανείς δέν μπορεῖ νά στερήσει ἀπό τόν ἄνθρωπο αὐτή τήν ἀγάπη».

Δέν  καταπίεζε κανέναν
  Δίπλα στόν Γέροντα Πορφύριο αἰσθανόσουν ἄνετα. Δέν καταπίεζε κανέναν. ῎Ηθελε, ὅποιος πήγαινε κοντά του, νά κάμνει αὐτό πού ἔκαμνε, μέ τήν ἐλεύθερη βούλησή του. ῎Ελεγε πάντα στούς ἐξομολόγους ὅτι, ὅταν, ὡς πνευματικοί πατέρες, κατευθύνουμε τήν πορεία αὐτῶν πού ἐξομολογοῦνται σ᾿ ἐμᾶς, πρέπει πάντα να σεβόμαστε τήν ἐλευθερία τους, τονίζοντάς μας ὅτι ὁ Χριστιανισμός εἶναι ἐλευθερία.
   Μᾶς ἀνέφερε συχνά το γνωστό περιστατικό, σύμφωνα με το ὁποῖο ὁ Χριστός εἶπε μια φορά κάτι, ἀπό το ὁποῖο πολλοί σκανδαλίστηκαν, με ἀποτέλεσμα να ἀρχίσουν να φεύγουν, ὥσπου ἔφυγαν ὅλοι κι ἔμειναν μόνο οἱ μαθητές του. ῾Οπότε ὁ Κύριος τούς εἶπε ὅτι, ἄν ἤθελαν νά φύγουν κι ἐκεῖνοι, ἦταν ἐλεύθεροι νά τό πράξουν. Σημειώνει ἐπί λέξει τό κατά ᾿Ιωάννην ἅγιο Εὐαγγέλιο: «Ἐκ τούτου πολλοὶ ἀπῆλθον ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἰς τὰ ὀπίσω καὶ οὐκέτι μετ᾿ αὐτοῦ περιεπάτουν. εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς τοῖς δώδεκα· μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;» (᾿Ιω. στ΄, 66-67)

Σέ ἀποδεχόταν με ἀγάπη
Σέ δεχόταν καί σέ ἀγαποῦσε, ὅποιος κι ἄν ἤσουν, ὅπως καί νά ἤσουν. Δίπλα του, ἀκόμη και ἡ πιό μεγάλη ἁμαρτία ἔπαιρνε ἄλλες διαστάσεις, Δέν κλονιζόσουν, δέν σέ καταλάμβαναν ἡ ἀπόγνωση και ἡ ἀπελπισία. Μόνο θλιβόσουν, γιατί διέπραξες τό  ἕνα ἤ τό ἄλλο, γιατί δέν ἐφάρμοσες τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. ῎Όχι μόνο δέ σ᾿ ἄφηνε  νά ἀπογοητεύεσαι ἀπό τίς πτώσεις σου, ἀλλά, ἀντίθετα, σέ βοηθοῦσε να ἀξιοποιεῖς κάθε πρώση σου, ὥστε νά τήν χρησιμοποιεῖς ὡς μιά ἔπαλξη, γιά ἕνα νέο ξεκίνημα, γιά μιά νέα πνευματική κατάκτηση. Καί τότε σοῦ ἔδειχνε ἀκόμη περισσότερη ἀγάπη, ἀκόμη περισσότερη ἀποδοχή. Ἔπαιρνε τό χέρι σου μέσα στό δικό του κι ἄρχιζε να σοῦ μαθαίνει πῶς να περπατᾶς στό δρόμο Θεοῦ.

᾿Από τό βιβλίο: Γέροντος Πορφυρίου ἱερομονάχου: ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ, σ. 169, 170