"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

ΠPOΛEΓOMENA TOY KANONOΣ TOY ΠAΣXA (Ἁγ. Nικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου)




 Ἁγ. Nικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

ΠPOΛEΓOMENA
TOY KANONOΣ TOY ΠAΣXA

(«Ἑορτοδρόμιον», ἔκδ. Σκουρταίων, ἐν Bενετίᾳ 1835)

.           Ἂν χθὲς ἀδελφοί, συνετάφημεν μὲ τὸν Xριστὸν διὰ τῆς ἐξηγήσεως τοῦ εἰς τὴν θεόσωμον ταφὴν αὐτοῦ μελουργηθέντος Kανόνος ὑπὸ τοῦ θείου Kοσμᾶ, πῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναναστηθῶμεν σήμερον μὲ τὸν ἀναστάντα Xριστὸν διὰ τῆς διηγήσεως τοῦ εἰς τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ μελουργηθέντος Kανόνος ὑπὸ τοῦ θείου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ; Kαὶ ἂν ἐχθὲς διὰ τοῦ Ἱεράρχου Kοσμᾶ ὡς ἄλλος Ἀριμαθαῖος Ἰωσήφ, ὁ Nικόδημος ἐνταφιάσαμεν τὸν γλυκύν μας Ἰησοῦν, καὶ μὲ τὸ καθαρὸν σινδόνι περιεστείλαμεν αὐτόν, καὶ μὲ τὸ μίγμα τῆς σμύρνης καὶ τῆς ἀλόης ἀλείψαμεν, πῶς δὲν εἶναι δίκαιον καὶ σήμερον διὰ τοῦ πρεσβυτέρου Ἰωάννου ὡς ἄλλη τις Mαρία Mαγδαληνή, ἡ Σαλώμη νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸ μνῆμα τοῦ ζωοδότου μὲ τὰ μῦρα τῶν ἀρετῶν καὶ ἀρώματα, ἵνα καὶ τῆς τῶν Ἀγγέλων ὀπτασίας ἀξιωθέντες ὑπαντήσωμεν τὸν ἀναστάντα Xριστόν, καὶ ἀκούσωμεν ἐκ τοῦ γλυκυτάτου αὐτοῦ στόματος τὴν παμφιλτάτην ἐκείνην καὶ χαροποιὰν φωνὴν τὴν λέγουσαν: «Xαίρετε»; «Ἰδοὺ γάρ, φησίν, ὁ Ἰησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων· Xαίρετε» (Mατθ. κη´ 9), ὁ πῶς δὲν χρεωστοῦμεν νὰ δράμωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν θεοδόχον τάφον ὡς ὁ Πέτρος καὶ Ἰωάννης διὰ τῆς Πράξεως καὶ Θεωρίας, ἵνα εἰδῶμεν τὰ ὀθόνια καὶ τὸ σουδάριον κενὰ καὶ εὔκαιρα, καὶ δι᾽ αὐτῶν πληροφορηθῶμεν τὴν ἀνάστασιν τοῦ Kυρίου;
.          Kαθὼς γὰρ ἠκολουθήσαμεν χθὲς καὶ προχθὲς εἰς τὰ ταπεινὰ καὶ λυπηρὰ τοῦ Kυρίου· οὕτως εἶναι πρέπον νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ σήμερον εἰς τὰ ὑψηλὰ αὐτοῦ καὶ χαρμόσυνα· καὶ καθὼς εἴδομεν αὐτὸν κρεμάμενον ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, καρφωνόμενον χεῖρας καὶ πόδας, ποτιζόμενον ὄξος καὶ χολήν, στεφανούμενον μὲ ἀκάνθας, κεντούμενον μὲ λόγχην καὶ τὸ πρόσωπον ἔχοντα ἄτιμον καὶ ἐκλεῖπον παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὸν Ἠσαΐαν, καὶ τὰ ἄλλα πάθη ὑπομένοντα διὰ τὴν ἰδικήν μας σωτηρίαν· οὕτω καὶ σήμερον πρέπει καὶ πολλάκις πρέπει νὰ εἰδῶμεν αὐτὸν νοερῶς διὰ τῆς πίστεως ὡς νυμφίον ἐστολισμένον μὲ τὸ ὑπέρλαμπρον φῶς τῆς Ἀναστάσεως ἐκβαίνοντα μὲν ἀπὸ τὸν τάφον ὡς ἀπὸ νυμφικὴν παστάδα, λάμποντα δὲ ὑπὲρ τὸν ἥλιον. Διὰ τοῦτο ἂς ἀκολουθήσωμεν, ἀδελφοί, εἰς τὴν ἱερὰν μοῦσαν τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τὸν χαριτώνυμον Ἰωάννην, τὸν διὰ τὴν ἐπανθοῦσαν αὐτῷ χάριν καὶ εὔροιαν τῆς εὐγλωττίας ἐπονομασθέντα Xρυσορρόαν· ἂς ἀκολουθήσωμεν, καὶ ἂς ἑρμηνεύσωμεν τὸν εἰς τὴν λαμπρὰν Ἀνάστασιν τοῦ Kυρίου μελουργηθέντα Kανόνα του.

 ᾨδή α´. Ἦχος α´.

Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί,
Πάσχα Kυρίου Πάσχα·
ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωὴν καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν,
Xριστὸς ὁ Θεὸς ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ἄδοντας. 

.      Mὲ δύο λαμπρὰ πράγματα ἠθέλησε νὰ λαμπρύνῃ τὴν λαμπρὰν Ἀνάστασιν τοῦ Kυρίου ἀξίως τῆς ἰδικῆς του λαμπρότητος ὁ λαμπρὸς τῷ βίῳ καὶ λαμπρότερος τῷ λόγῳ καὶ λαμπρότατος τὴν ψυχὴν Ἰωάννης· πρῶτον μὲν γὰρ ἐλάμπρυνε τὴν λαμπρὰν ἡμέραν ταύτην ὄχι μὲ ἄλλον ἦχον, ἀλλὰ μὲ τὸν πρῶτον, (…) ποὺ εἶναι ὁ ἦχος ὅλων τῶν ἄλλων ἦχος ὁ λαμπρότερος. Δεύτερον δὲ ἐλάμπρυνε τὴν Λαμπρὰν ὁ λαμπρὸς μελωδὸς μὲ τὰς λαμπρὰς ρήσεις, λαμπρῶς τὸ λαμπρὸν τῆς λαμπρᾶς ἡμέρας συγκροτῆται μέλος κατὰ τὴν δὶς διὰ πασῶν συμφωνίαν (…) Kαὶ τὸ θαυμαστὸν εἶναι ὅτι ὄχι μόνον τὰς ὑποθέσεις ἐκ τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου λαμβάνει ἀλλὰ καὶ αὐτολεξεὶ τὰς ἐκείνου  μεταχειρίζεται  λέξεις (…),  ἐξηγῶν τί θέλει νὰ εἰπῇ Πάσχα, οὕτω λέγει: «Δηλοῖ  δὲ ἡ φωνὴ Πάσχα τὴν διάβασιν, ἱστορικῶς μὲν διὰ τὴν ἐξ Aἰγύπτου πρὸς τὴν Xαναναίαν φυγὴν καὶ μετανάστασιν, πνευματικῶς δὲ διὰ τὴν ἐκ τῶν κάτω πρὸς τὰ ἄνω καὶ εἰς τὴν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας πρόοδον καὶ ἀνάβασιν».(…)
.        Eἶτα ἀκολούθως λέγει καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ τοιούτου λαμπρυσμοῦ· ἐπειδή, φησί, εἶναι Πάσχα τοῦ Kυρίου. Διπλασιάζει δὲ τὴν λέξιν Πάσχα ὁ Mελωδὸς διὰ νὰ δείξῃ τὸ περιχαρὲς τῆς ψυχῆς του· οἱ γὰρ ἔχοντες χαρὰν διπλασιάζουσιν ἐκεῖνα τὰ πράγματα καὶ ὀνόματα διὰ τὰ ὁποῖα χαίρουσιν, ἐκ τῆς  ὑπερβαλλούσης χαρᾶς εἰς τοῦτο κινούμενοι (…) Eἶτα ἀκολούθως φέρει ὁ Mελωδὸς τὴν ἐξήγησιν τῆς λέξεως “Πάσχα”, τὴν ὁποίαν βάλλει ὡς αἰτίαν διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λαμπρυνθῶμεν καὶ λέγει: Δικαίως ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι πρέπει νὰ λαμπρυνώμεθα σήμερον καὶ τὸ Πάσχα νὰ πανηγυρίζωμεν, ἐπειδὴ ὁ Δεσπότης Xριστὸς δὲν διεπέρασεν ἡμᾶς ἀπὸ γῆν εἰς γῆν, ἤγουν ἀπὸ τὴν γῆν τῆς Aἰγύπτου εἰς τὴν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας, καὶ ἀπὸ κατοικούμενον τόπον εἰς τὴν ἔρημον τοῦ Σινᾶ, καθὼς τὸν παλαιὸν Ἰσραήλ διεπέρασεν, ἀλλὰ διεπέρασεν ἡμᾶς ἀπὸ τὸν θάνατον εἰς τὴν ζωήν, καὶ ἀπὸ τὴν γῆν καὶ τὰ ἐπίγεια διεβίβασεν ἡμᾶς εἰς τὸν Oὐρανὸν καὶ τὰ ἐπουράνια (…)  Ἡ αἰσθητὴ διάβασις ἐκείνη τῶν Ἰσραηλιτῶν ἦταν τύπος τῆς νοητῆς ἡμῶν διαβάσεως (…)
.          Ὡραῖα δὲ εἶναι καὶ πανηγυρικὰ τὰ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πάσχα ἐγκώμια Ἰωσὴφ τοῦ Bρυεννίου λέγοντος: «Πάσχα διάβασις ἀπὸ τοῦ σκότους εἰς φῶς· Πάσχα ἐξέλευσις ἀπὸ τοῦ ᾍδου εἰς γῆν· Πάσχα ἀνάβασις ἀπὸ τῆς γῆς εἰς τοὺς Oὐρανούς· Πάσχα μετάβασις ἀπὸ θανάτου εἰς τὴν ζωήν· Πάσχα ἀνάστασις τῶν πεπτωκότων βροτῶν· Πάσχα ἀνάκλησις τῶν ἐξορίστων Ἐδέμ· Πάσχα ἀνάρρυσις τῶν αἰχμαλώτων φθορᾷ· Πάσχα πιστῶν ἡ ὄντως ζωή· Πάσχα παντὸς τοῦ κόσμου τρυφή· Πάσχα Tριάδος θείας τιμή. Ἀκόρεστος ἡ τοῦ Πάσχα προσηγορία, ὅτι πολλαπλάσιος ἡ διὰ τούτου δηλουμένη χάρις· τοῦτο καὶ γὰρ ψυχῶν ἡ ἀναψυχή, τοῦτο τῶν νόων ἡ χαρμονή, τοῦτο σωμάτων ὁ κουφισμός, τοῦτο ὀμμάτων ὁ φωτισμός, τοῦτο λαρύγγων ὁ γλυκασμός, τοῦτο θυμηδία, τοῦτο θερμότης, τοῦτο εἰρήνη, τοῦτο χαρά».

Πηγή-Στοιχειοθεσία: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

Τό ὄμορφο ζωγραφιστό αὐγό!



«Μια στιγμή του Πάσχα», αλλάζει τη ζωή ενός  φονιά.
Ο Θωμάς Ρυζκώφ, ένας θηριώδης φονιάς πού είχε γίνει το φόβητρο μιας ολόκληρης κοινωνίας, όταν μέσα στην απόγνωση και φοβερή κόλαση που βίωνε σήκωσε το φονικό του όπλο να σκοτώσει ένα εξάχρονο παιδί, τον Μικαέλ, αφοπλίστηκε από την καλωσύνη και την αθωότητα του μικρού αυτού παιδιού. «Ξύπνησα -διηγείται στην τρομαγμένη μητέρα του ο μικρός Μικαέλ- κι όπως τον είδα να σηκώνει το “κιστέν” (ένα φοβερό όπλο των ρώσων χωρικών), εγώ πήρα από το προσκέφαλό μου το όμορφο αυγό που χθες το βράδυ τόση ώρα ζωγράφιζα και του το έδωκα με αγάπη και με χαμόγελο του είπα: “Μπάρμπα, ΚΡΙΣΤΟΣ ΒΟΣΚΡΕΣ ( = Χριστός Ανέστη)”! Αυτός με κοίταξε ώρα πολλή στα μάτια και σιγά σιγά άρχισε να κατεβάζει το χέρι του με το όπλο… Το κοιτούσε ώρα πολλή σαν μαγνητισμένος και ύστερα, σαν κάτι να του έκαψε το χέρι, το αφήκε επάνω στο κρεβατάκι μου! Ύστερα άπλωσε το χέρι του που ήταν γεμάτο από αίματα και πήρε το αυγό μου! Το κοίταξε περίεργα ώρα πολλή και ύστερα σήκωσε σε μένα τα μάτια του. Άλλαξε όψη, μου χαμογέλασε και μου είπε: “Βοΐστινο Βοσκρές” (Αληθώς Ανέστη). Είδα τότε στα μάτια του, συνέχισε ο μικρός Μικαέλ, να γυαλίζουν δυό δάκρυα!!!» Αργότερα τον βρίσκουν στην Εκκλησία του Τοβόλσκυ, ενώ ο κόσμος μαζευόταν για την πασχαλιάτικη Λειτουργία. Κοίταζε κατάματα τον Εσταυρωμένο γλυκύτατο Χριστό της Ωραίας Πύλης ψιθυρίζοντας αδιάκοπα: «Κριστός Βοσκρές! Κριστός Βοσκρές»! «Αυτός ήταν ο απαίσιος κακούργος και δολοφόνος που ήταν αρκετή ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ, εκεί κοντά στο κρεβατάκι του αγγελόμορφου Μικαέλ, για να αναγεννηθεί θαυματουργικά, όπως τόσοι και τόσοι έχουν ξαναγεννηθεί τέτοια ήμερα φωτισμένοι από το Φως το Θείο της Αναστάσεως». Σεβάσμιος Ρώσος Ιεράρχης που τον γνώρισε αργότερα αποφάνθηκε: «Ο Θωμάς νεκρός ήταν και ανέζησε». Η θεία Πρόνοια τα έφερε έτσι, ώστε αφέθηκε ελεύθερος λόγω γενικής αμνηστίας που παρεχώρησε ο τσάρος Νικόλαος ο Α’. Κατόπιν, ο Θωμάς έδειξε αξιοζήλευτη μετάνοια. Βγαίνοντας από τη φυλακή υποκλίνεται προς όλους και με το «Κριστός Βο­σκρές» τους αποχαιρετά. Από τρομερός κακούργος και ληστής είχε γίνει ηρεμότερος και από το πιο άκακο παιδάκι. Όταν μάλιστα ενέσκηψε στην περιοχή τρομερή επιδημία χολέρας και όλοι απέφευγαν κατατρομαγμένοι τους άρρωστους λόγω του κινδύνου μεταδόσεως της αρρώστιας, ο Θωμάς αψηφώντας τον κίνδυνο βρισκόταν στο κεφάλι των ετοιμοθάνατων, προσπαθώντας με κάθε μέσο να απαλύνει τον πόνο τους. Κατόπιν τον βρίσκουμε να εξομολογείται σε Μοναστήρι δεικνύοντας θαυμαστή και φλογερή μετάνοια και να κοινωνεί των Άχραντων Μυστηρίων. Έπειτα εξαφανίζεται στο δάσος, όπου ζει ασκητικά την υπόλοιπη ζωή. Στα τελευταία του, ανοίγουν οι πύλες του ουρανού και άγγελοι υποδέχονται τη ψυχή του.
(Πρεσβυτέρου Σταύρου Τρικαλιώτη, «Τα Ένδεκα Εωθινά Ευαγγέλια», Εκδ, Τήνος σ. 36)

Πηγή:http://vatopaidi.wordpress.com/

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

ΠΑΣΧΑ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ-ΣΙΒΗΡΙΑ 1955...


Ο Αλέξιος Κιμπάρντιν γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου του 1882 στο χωριό Βσεχσβιάτσκοε στην περιοχή του Σλομπόντσκ.

Ποτισμένος από τα ορθόδοξα νάματα και νιώθοντας μέσα του την κλήση του Θεού, χειροτονήθηκε ιερέας. Το 1913 διορίσθηκε εφημέριος στο τσαρικό παρεκκλήσιο, όπου υπηρέτησε μέχρι το 1930. Τότε ήταν πού σήμανε γι' αυτόν ή ώρα της Θυσίας. Ό π. Αλέξιος συνελήφθη καί με την απόφαση του δικαστηρίου καταδικάσθηκε για πέντε χρόνια σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως καί μετά έζησε εξόριστος στη Σιβηρία. Την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου το καθεστώς, επειδή είχε ανάγκη τη βοήθεια της Εκκλησίας, έλυσε λίγο τα σκληρά δεσμά του καί ή πίστη ανάσανε. Όχι για πολύ όμως. Το 1950 ό π. Αλέξιος συνελήφθη καί καταδικάσθηκε σε νέα φυλάκιση σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Αποφυλακίσθηκε το 1955 καί το 1964 παρέδωσε τη μακαριά ψυχή του στον Αγαπημένο του Κύριο. Ό π. Αλέξιος ήταν πνευματικό παιδί του νεοφανούς Αγίου της Ρωσικής Εκκλησίας Σεραφείμ της Βύριτσα. Πολλά θαυμαστά γεγονότα εκπληρώθηκαν στη ζωή του π. Αλεξίου μετά από προρρήσεις του Αγίου Σεραφείμ. Στήν τελευταία φυλάκιση του ό π. Αλέξιος έλεγε πώς ευχαριστούσε θερμά τον Κύριο γιατί έγινε αιτία νό γνωρίσουν πολλές ψυχές το Χριστό.


Ή ζωή στη φυλακή σκληρή καί απάνθρωπη. Καί πιο πολύ τον στενοχωρούσε πού δεν του επιτρεπόταν να τελέσει τη Θεία Λειτουργία. Το 1953, όταν πέθανε ό Στάλιν, τα πράγματα φαίνονταν να αλλάζουν. Κάποια μέρα κάποιος έστειλε σ' ένα φυλακισμένο ιερέα ένα άντιμήνσιο καί από τότε τις μεγάλες γιορτές έτελεϊτο ή Θεία Λειτουργία.

"Ωσπου έφθασε το Πάσχα του 1955. Ό π. Αλέξιος μάζεψε τους φυλακισμένους ιερείς καί διακόνους καί προετοίμασε την εορτή. Τα διακονήματα μοιράσθηκαν. Ή φυλακή έγινε άγιο εργοτάξιο. Παλιά υφάσματα καί τριμμένες λινάτσες έγιναν άμφια ιερατικά. Καί που θα βρεθούν "Αγια Σκεύη; Χέρια από ιερείς μαστόρους σκαλίσανε από ξύλο "Αγια Ποτήρια, "Αγια Δισκάρια, "Αγιες Λαβίδες καί Λόγχες. Ή προσμονή της Αναστάσεως σαν ουράνιος γλυκασμός έκανε τον απάνθρωπο χώρο της φυλακής κομμάτι του Παραδείσου. Μέχρι πού έφθασε ή νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου. Οί καλλίφωνοι ιερείς άρχισαν τον Κανόνα της ημέρας «Κύματι θαλάσσης...». Τότε άρχισαν οι πατέρες φορεμένοι τα άμφια πού έραψαν στη φυλακή να βγαίνουν με τάξη καί ευλάβεια. Κι ήταν οι πιο λαμπρές στολές πού είχαν φορεθεί ποτέ, Τότε ένα σημάδι έδειξε την παρουσία του Θεού καθώς ένα μεγάλο κύμα χτύπησε στην άκρη της γειτονικής λίμνης βρέχοντας τους φυλακισμένους. "Ενα ατέλειωτο ποτάμι από τους κατάδικους πού μες στη νύχτα κρατούσε αντί για κερί ένα ξύλο πού σιγόκαιγε με τ' "Αγιο Φως είχε κυκλώσει τους ιερείς. ΄0 π. Αλέξιος στάθηκε στο μέσο καί φώναξε ν' ακούσει όλος ό κόσμος.

-Χριστός Ανέστη!

Καί τα χαρακωμένα πρόσωπα πού άστραφταν άπ' τ' "Αγιο Φως απάντησαν θαρρετά.

-Αληθώς Ανέστη!

Αμέτρητο λεφούσι από πουλιά πετούσαν πάνω από τη φυλακή καί παίρνοντας το μήνυμα της Αναστάσεως το μοίραζαν στον κόσμο.

Ό π. Αλέξιος διάβαζε αργά καί κατανυκτικά τον Κατηχητικό λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Σέ λίγο οι φυλακισμένοι κοινωνούσαν του Σώματος καί του Αίματος του Κυρίου.

Ό π. Αλέξιος σήκωσε το ξύλινο Άγιοπότηρο ψηλά ευχόμενος: «Πάντοτε νυν καί αεί...»

Με δάκρυα ευχαρίστησε το Θεό για το πιο όμορφο Πάσχα πού έζησε

στη ζωή του. Γιατί όπως του είχε πεϊ κάποιος γέροντας: «Οί ώρες του πό¬

νου είναι οι πιο γλυκές ώρες της προσευχής».

Αρχιμ.Εφραίμ Παναούση
περιοδικό ''Πειραική Εκκλησία''
Πηγή:http://proskynitis.blogspot.com/

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΠΑΣΧΑ-Γρηγορίου Ξενοπούλου




Αγαπητοί μου,

AΥΤΕΣ τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια. Και θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές που χαιρόμουν στην πατρίδα μου, όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ' οδηγούν σε όλα. Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»... Όσο ήταν χειμώνας, η μητέρα μου μ' έπαιρνε μαζί της στον Αϊ-Γιάννη ή στη Φανερωμένη, τις γειτονικές μας εκκλησίες, που λειτουργούσαν κάπως αργά —από τις οκτώ η μια, από τις εννιά η άλλη. Μα όταν έμπαινε η άνοιξη, που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί, ο πατέρας μου μ' έπαιρνε στην Επισκοπιανή ή στον Άγιο Χαράλαμπο, εξοχικές εκκλησίτσες αυτές, σ' ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο, που λειτουργούσαν από τις επτά. Μετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν περίπατο στους Κήπους και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο.
Ώ, ήταν τόσο όμορφα! Η άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ' άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα. Τι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια! Το έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια. Τα ευαγγέλια προπάντων μ' άρεσαν πολύ. Είναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα! Πρώτα των Βαΐων —και συνήθως απ' αυτή την Κυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες— έπειτα της Ανάστασης, έπειτα του Θωμά, των Μαυροφόρων, της Σαμαρείτιδος... Ο παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Αί-Χαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος, τα έλεγε θαυμάσια. Κι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ' άλλες εκκλησιές, αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ' έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος. Κι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού —ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες. Και σου 'κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν' ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Κυρίου...
Τη Μεγάλη όμως Εβδομάδα και το Πάσχα, όλη όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Κυριακή το πρωί, η Ανάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: «Δεύτε λάβετε φως, Χριστός Ανέστη, Εν αρχή ην ο λόγος» και καθεξής. Δε μ' έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Νυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Ακολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Επιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής. Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Ανάσταση. Μόνο, από την Κυριακή των Βαΐων, πως ο Χριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Αλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Κάποιος Μυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Ταφή σε καινό μνημείο... Τι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Μόλις είχα μια ιδέα.
Κι άξαφνα... τα έμαθα όλα! Είχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού.. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης και της Μεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!... Είδα και το Χριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, ένα μεγάλο Χριστό σαν αληθινό... Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Επιτάφιο (κι ο Χριστός του Επιταφίου στη Ζάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Εσταυρωμένος). Και θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκαμε το Πάσχα στην εκκλησίτσα, την πρώτη φορά, αφού είχ' ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα. Μπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα.

Γιατί όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών. Είχα παρακολουθήσει το Χριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατο του• είχ' ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στο Μυστικό Δείπνο, είχ' ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Μητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατον μου τέκνον... Γι' αυτό το Χριστός Ανέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση, γι' αυτό μου φάνηκε σαν μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σαν μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος. Εκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα. Εκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξίδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο,
και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σαν Θεός!

Ετσι έπρεπε να είναι. Για να μου δώσει τόση χαρά η Ανάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος• για να μου κάμει τόση εντύπωση το Πάσχα, έπρεπε να γνωρίσω τη Μεγάλη Εβδομάδα. Μαθαίνοντας όσα έμαθα εκείνον το χρόνο, μάθαινα τη ζωή, που ως τότε ήμουν πολύ μικρός για να την ξέρω, αφού οι γονείς που με φρόντιζαν και μ' οδηγούσαν, δεν με πήγαιναν παρά στις χαρούμενες κυριακάτικες λειτουργίες και με προφύλαγαν απ' τα λυπητερά, που δεν ήταν ακόμα για μένα. Έτσι και στη ζωή: Τη χαρά, την αληθινή χαρά, την κατακτούμε ύστερ' από αγώνα και
αγωνία, ύστερ' από κόπο και λύπη. Πριν από κάθε μας Πάσχα, πρέπει να περάσουμε μια Μεγάλη Εβδομάδα.
Ω, αυτό το ξέρετε και σεις από τώρα. Μήπως την εβδομάδα των διαγωνισμών του σχολείου, που προηγείται από τη νίκη και τη χαρά του άριστα, δεν την ονομάζετε... Μεγάλη Εβδομάδα;
Γελάτε, ε;... Και του χρόνου!

Σας ασπάζομαι ΦΑΙΔΩΝ

( Από το περιοδικό Η Αvάπλασις των Παίδων) 

Πηγή:http://serviotikos.blogspot.com

῾Η ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς-Διονυσίου Σολωμοῦ (ποίημα)



«Kαθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.
Xριστός ανέστη! Nέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί - μεγάλοι, ετοιμαστήτε
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμαζωχτήτε
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Aγίους και φιληθήτε!
Φιληθήτε γλυκά, χείλη με χείλη,
πέστε Xριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!
Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,
και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες
γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφισμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες
λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι
από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες
κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι,
όπου κρατούνε οι Xριστιανοί στο χέρι».

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

᾿Αντί ᾿Αποδείπνου κατά τήν Διακαινίσιμον ῾Εβδομάδα


 

Μετὰ τὸν Εὐλογητόν, Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν... ἐκ γ'
 
Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον, Ἰησοῦν τὸν μόνον ἀναμάρτητον. Τὸν Σταυρόν σου Χριστὲ προσκυνοῦμεν, καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν ὑμνοῦμεν καὶ δοξάζομεν· σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἡμῶν, ἐκτός σου ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τὸ ὄνομά σου ὀνομάζομεν. Δεῦτε πάντες οἱ πιστοί, προσκυνήσωμεν τὴν τοῦ Χριστοῦ ἁγίαν Ἀνάστασιν. Ἰδοὺ γὰρ ἦλθε διὰ τοῦ Σταυροῦ, χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ. Διὰ παντὸς εὐλογοῦντες τὸν Κύριον, ὑμνοῦμεν τὴν Ἀνάστασιν αὐτοῦ. Σταυρὸν γὰρ ὑπομείνας δι' ἡμᾶς, θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν. (Ἐκ γ')
 
Προλαβοῦσαι τὸν ὄρθρον αἱ περὶ Μαριάμ, καὶ εὑροῦσαι τὸν λίθον ἀποκυλισθέντα τοῦ μνήματος, ἤκουον ἐκ τοῦ Ἀγγέλου· Τὸν ἐν φωτὶ ἀϊδίῳ ὑπάρχοντα, μετὰ νεκρῶν τί ζητεῖτε ὡς ἄνθρωπον; βλέπετε τὰ ἐντάφια σπάργανα, δράμετε, καὶ τῷ κόσμῳ κηρύξατε, ὡς ἡγέρθη ὁ Κύριος θανατώσας τὸν θάνατον· ὅτι ὑπάρχει Θεοῦ Υἱός, τοῦ σῴζοντος τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.
 
Εἰ καὶ ἐν τάφῳ κατῆλθες ἀθάνατε, ἀλλὰ τοῦ ᾍδου καθεῖλες τὴν δύναμιν, καὶ ἀνέστης ὡς νικητής, Χριστὲ ὁ Θεός, γυναιξὶ Μυροφόροις φθεγξάμενος· Χαίρετε, καὶ τοῖς σοῖς Ἀποστόλοις εἰρήνην δωρούμενος, ὁ τοῖς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν.
 
Ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν ᾍδου δὲ μετὰ ψυχῆς ὡς Θεός, ἐν Παραδείσῳ δὲ μετὰ Λῃστοῦ, καὶ ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες Χριστέ, μετὰ Πατρὸς καὶ Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος.
Δόξα...
Ὡς ζωηφόρος, ὡς Παραδείσου ὡραιότερος, ὄντως καὶ παστάδος πάσης βασιλικῆς, ἀναδέδεικται λαμπρότερος Χριστὲ ὁ τάφος σου, ἡ πηγὴ τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως.
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
Τὸ τοῦ ὑψίστου ἡγιασμένον θεῖον σκήνωμα Χαῖρε· διὰ σοῦ γὰρ δέδοται ἡ χαρὰ Θεοτόκε τοῖς κραυγάζουσιν· Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶν ὑπάρχεις πανάμωμε Δέσποινα.
 

Τό Πάσχα τοῦ ᾿Ισαάκ-τοῦ πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου




Ἐκείνη τήν ἱστορία, πού θύμιζε ζωντανό συναξάρι νεομάρτυρος, μοῦ τήν ἔλεγε ἡ γιαγιά μου καί ἔχει χαραχθεῖ βαθιά μέσα στή μνήμη μου. Ὁ πατέρας της ἦταν παπάς σ’ ἕνα ἀπό τά χωριά τοῦ ἄνω Βοσπόρου, πού σήμερα ἔχει τήν ὀνομασία «Μπέηκοζ». Ὁ πατήρ Ἀντώνιος, ἔτσι ἔλεγαν τόν παπά, εἶχε πολλά παιδιά, ἀνάμεσά τους καί τό Χριστόδουλο. Ὁ Χριστόδουλος ἦταν 10 ἐτῶν ὅταν ἔγιναν ἐκεῖνα τά τρομερά γεγονότα. Μιά Μεγάλη Παρασκευή οἱ ἑβραῖοι ἔκλεψαν τό παιδί καί τό πῆραν μαζί τους. Τήν ἴδια κιόλας μέρα τό κάρφωσαν, τό παιδί, σ’ ἕνα σταυρό, ὅπως τό Χριστό. Κάποιοι περαστικοί βρῆκαν, τήν ἄλλη μέρα, τό Χριστόδουλο ἀναίσθητο στό δρόμο. Μετά ἀπό λίγες μέρες, μέσα στήν ἀναστάσιμη ἀτμόσφαιρα, πέθανε. Αὐτή ἡ διήγηση ἦταν ἀληθινή πέρα γιά πέρα. Ὅταν πλησίαζε τό Πάσχα, παρόμοιες διηγήσεις καί θύμησες ἀνασκάλευαν τό νοῦ μας καί μπαίναμε σέ ἕνα πολεμικό κλίμα μέ τούς ἑβραίους. Ἀποκορύφωμα τοῦ κλίματος αὐτοῦ ἦταν καί τό κάψιμο τοῦ ἑβραίου πού γινόταν Μεγάλη Παρασκευή τό βράδυ, μετά τήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου.
Στή γειτονιά μας, ἐκεῖ στό Σταυροδρόμι, ἔμεναν πολλοί ἑβραῖοι. Κατά τή διάρκεια ὅλης τῆς χρονιᾶς εἴχαμε στίς παρέες μας ἑβραιόπουλα. Μᾶς ἕνωνε ἡ ἀντίθεσή μας μέ τά τουρκάκια. Αὐτές ὅμως τίς ἡμέρες ὅλα ἄλλαζαν. Δέν μποροῦσαν οἱ ἑβραῖοι νά παίζουν τά «χριστιανικά» μας παιχνίδια. Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα μᾶς προσέφερε μιά καταπληκτική εὐκαιρία γιά παιχνίδια πού ἄρχιζαν ἀπό τό ἱερό τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας καί συνεχίζονταν στόν αὐλόγυρο καί στά περίχωρα.
Ὁ Ἰσαάκ ἔμενε σέ ἕνα γωνιακό σπίτι στή μεγάλη κατηφόρα, στό Χαμάλμπαση, λίγα μέτρα ἀπό τό σπίτι μας. Ἦταν ἀπό ΄κεῖνα τά ἑβραιόπουλα πού ἦταν καλοί μας φίλοι. Δέν ὑπῆρχε ζαβολιά στήν ὁποία νά μήν μετεῖχε. Τό κοφτερό του, μάλιστα, μυαλό ἀπεδείχθη σπουδαῖο σέ δύσκολες στιγμές. Θυμᾶμαι, μιά φορά, πού ἦρθε μιά γειτόνισσα νά διαμαρτυρηθεῖ, ἐπειδή χτυπούσαμε τά κουδούνια στίς πόρτες τῶν σπιτιῶν καί φεύγαμε τρέχοντας. Ὁ Ἰσαάκ, τότε, μέ πολύ σοβαρό ὕφος, εἶπε:
- Γιά τό καλό σας τό κάναμε ἐμεῖς. Πρόκειται νά βρέξει καί σᾶς εἰδοποιήσαμε νά μαζέψετε τά ροῦχα πού εἴχατε ἁπλώσει στήν ταράτσα νά στεγνώσουν.
- Ποῦ εἶδες μπρέ παλιόπαιδο τή βροχή; Φώναξε ἡ κυρά Κατίνα ἡ Μπαλοῦ.
- Τό εἶπε τό δελτίο καιροῦ στό ραδιόφωνο, ἀπάντησε ὁ Ἰσαάκ.

Ὁ Ἰσαάκ, λοιπόν, μέ τό κοφτερό μυαλό, πού τόσες φορές μᾶς ἔβγαλε ἀπό δύσκολες καταστάσεις, αὐτή τή φορά γινόταν «ἀποσυνάγωγος». Ἦταν ἑβραῖος. Δέν μποροῦσε τώρα νά εἶναι μαζί μας. Αὐτός, αὐτή τήν Ἑβδομάδα τή Μεγάλη, δέν μποροῦσε νά παίξει. Ἐμεῖς τό βλέπαμε φυσικό. Ὁ Ἰσαάκ ἔπρεπε νά τιμωρηθεῖ ἐπειδή οἱ ἑβραῖοι εἶχαν σταυρώσει τό Χριστό.
Ἦταν Μεγάλη Παρασκευή. Ἡμέρα τοῦ μεγάλου παιχνιδιοῦ. Ἡ ἐκκλησία ἔμενε ἀνοιχτή ὅλη τή μέρα. Κόβαμε λουλούδια, ραντίζαμε τόν κόσμο μέ κολώνια, κρατούσαμε τήν τάξη στό ναό, κάναμε στόν αὐλόγυρο τῆς ἐκκλησίας τήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου κι ἕνα σωρό ἄλλα πράγματα πού μᾶς ἐνθουσίαζαν.
Κατά τή διάρκεια τῆς ἀκολουθίας τῶν Μεγάλων Ὡρῶν ἦρθε μέσα στό ἱερό, ὅπου ἤμαστε μαζεμένοι, ἡ εἴδηση: Ὁ Ἰσαάκ φάνηκε στόν αὐλόγυρο. Ὁ Ἰσαάκ στόν αὐλόγυρο; Αὐτό ἦταν ἀπαράδεκτο. Τέτοια μέρα;
-Ἦρθε σίγουρα γιά νά μᾶς βεβηλώσει, εἶπε ὁ Σούλης ὁ χερούκλας.
- Ναί, σίγουρα, φώναξαν ὅλοι οἱ ἄλλοι.
- Θά πρέπει νά μάθει πώς δέν μπορεῖ ἑβραῖος τέτοια μέρα νά γυρνάει μέ τό μέτωπο ψηλά σάν νά μή συμβαίνει τίποτε. Καί τό Χριστό σταύρωσαν καί ἀπό τό παιχνίδι θέλουν νά ἐπωφεληθοῦν, φώναξε ὁ Λάμπης ὁ Γό.

Ἔτσι τόν ἀποκαλοῦσαν γιατί τό γράμμα Ρ τό πρόφερε Γό.
Ὁ Σούλης ὁ χερούκλας ἔλαβε ἀμέσως τό λόγο, ἀφοῦ ἐθεωρεῖτο καί ὁ φυσικός ἀρχηγός τῶν παιδιῶν τοῦ ἱεροῦ. Στράφηκε σέ μένα λέγοντας:
- Ντῖνο, θά πᾶς νά τοῦ πεῖς πώς εἶναι ἀνεπιθύμητος. Ἐσύ τόν γνωρίζεις πιό καλά. Εἶναι καί γείτονάς σου.
- Ναί, εἶπα. Ἔδειχνα ὅμως διστακτικός.
- Φοβᾶσαι, ρέ; μοῦ εἶπε ὁ Σούλης καί συνέχισε:
- Ἑβραῖος εἶναι, τό κατάλαβες; Τήν ἑβδομάδα αὐτή δέν πρέπει νά τούς ἀφήσουμε σέ χλωρό κλαρί. Αὐτοί σταύρωσαν τό Χριστό. Θά τούς σταυρώσουμε κι ἐμεῖς.
- Ὁ Χριστός, ὅμως, δέ σταύρωσε αὐτούς πού τόν σταύρωσαν, τόλμησα νά πῶ.
- Τί λές ρέ; Τί λές ρέ; Τί εἶναι αὐτό πού ἄκουσαν τ΄ αὐτιά μου; Χρονιάρα μέρα μέ τούς ἑβραίους εἶσαι; Ἔ; λέγε.
- Ὄχι, τοῦ εἶπα.
- Ἄσε, λοιπόν, τά λόγια καί κάνε αὐτό πού λέω γιατί χάθηκες. Πάσχα δέ θά κάνεις ἐσύ. Καί στό παιχνίδι κομμένος.
- Καλά, τοῦ εἶπα φοβισμένος.

Βγῆκα ἔξω. Ὁ Ἰσαάκ πράγματι βρισκόταν ἔξω. Τόν πλησίασα ἀφοῦ πῆρα ὕφος αὐστηρό.
- Ἰσαάκ τί γυρεύεις ἐδῶ;
- Γιατί νά μήν εἶμαι; Ποιός μπορεῖ νά μ΄ ἐμποδίσει; Μετά, ἀφοῦ ἄλλαξε τόνο, μοῦ εἶπε ἐμπιστευτικά:
- Ντῖνο, τί ἔπαθες; Ποῦ εἶναι ἡ καρδιακή μας φιλία;
- Ὁ Χριστός μᾶς χωρίζει Ἰσαάκ. Ἐσεῖς οἱ ἑβραῖοι σταυρώσατε τό Χριστό, δέν μπορεῖτε νά πατᾶτε ἐδῶ τέτοια μέρα.
- Ὁ Χριστός σας, ὅμως, δέν ἔδιωξε κανένα ἀπό κοντά του.
- Ἰσαάκ, τώρα δέ γίνεται τίποτε. Μετά τό Πάσχα θά εἴμαστε καί πάλι φίλοι, εἶπα κι ἔφυγα τρέχοντας ἐπειδή δέν ἄντεχα τήν ἀναμέτρηση.

Ὅταν τελείωσε ἡ ἀκολουθία κι ἄρχισαν τά γνωστά παιχνίδια στόν αὐλόγυρο, ἔνιωθα μιά πλάκα νά πιέζει τό στῆθος μου. Σάν νά ἤμουν ἕνας ἀπό τούς σταυρωτές τοῦ Χριστοῦ. Εἶχα δίκαιο ἤ ἄδικο; Δέν μποροῦσα νά χαρῶ τή μέρα. Τότε βρῆκα τή λύση. Τή βρῆκα καθώς στεκόμουν ἀφηρημένος μπροστά στόν ἐπιτάφιο. Μπροστά στήν ἄκρα ταπείνωση. Ἔπρεπε νά κάνω κάτι. Αὐτός πού ἦταν μέσα στόν ἐπιτάφιο ἔκανε τόσο μεγάλη συγκατάβαση. Πῆρα τήν ἀπόφασή μου. Πῆγα στό σπίτι τοῦ Ἰσαάκ. Καθόταν στά σκαλοπάτια βλοσυρός. Μιά λάμψη διαπέρασε τή ματιά του, ἀλλά ἐξωτερικά δέν τό ἔδειξε.
- Ἰσαάκ, τοῦ εἶπα, συγγνώμη γιά τό πρωί. Ἐκπροσωποῦσα ξέρεις, μιά ὁμάδα παιδιῶν. Γνωρίζεις τή νοοτροπία. Σκέφθηκα ὅμως κάτι σπουδαῖο. Θά ποῦμε στά παιδιά πώς εἶσαι μέν ἑβραῖος, ἀλλά μέσα στήν καρδιά σου ἀγαπᾶς τό Χριστό καί λυπᾶσαι πού οἱ ἑβραῖοι τόν σταύρωσαν. Θά πεῖς πώς δέν μπορεῖς νά κάνεις ἀλλιῶς.

Ὁ Ἰσαάκ μέ παρατηροῦσε μέ προσοχή. Μέ ἕνα βλέμμα κοφτερό καί ἀντρίκιο.
- Ντῖνο, μοῦ εἶπε, οὔτε προφήτης νά ἤσουν, ἔτσι σκέπτομαι ἀλήθεια. Ἐγώ πῆρα μιά βαθιά ἀνάσα.
- Σέ περιμένω τό βράδυ στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου. Τά παιδιά θά τά ἀναλάβω ἐγώ.

Τά παιδιά, ὅμως, δέν μέ πίστευαν μέ τίποτε. Προσπάθησα πολύ. Τίποτε. Ἦταν ἀμετάπειστοι.
- Μά, ὁ Χριστός συγχώρεσε τούς σταυρωτές του.
- Μή μιλᾶς, σταμάτα, ἄν δέ θέλεις ἀπόψε βράδυ, νά σέ κάψουμε μαζί μέ τόν ἑβραῖο, εἶπε ὁ Σούλης.

Τό βράδυ στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου ψιχάλιζε. Συνήθως ψιχαλίζει στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου. Ἐμεῖς ὅλοι, τά χριστιανόπουλα, περιφέραμε ἀγέρωχα τόν ἐπιτάφιο στό μεγάλο αὐλόγυρο τῆς Παναγίας.
Μέσα στόν κόσμο ξεχώρισα τόν Ἰσαάκ. Οἱ ματιές μας συναντήθηκαν. Δέν μπόρεσα νά διακρίνω ἄν ἦταν οἱ ψιχάλες ἤ τά δάκρυα πού ἔτρεχαν ἀπό τά μάτια τοῦ φίλου μου, τοῦ Ἰσαάκ. Κι ἄν ἔκλαιγε, ἔκλαιγε ἐπειδή δέν τόν δέχτηκαν τά παιδιά παρά τήν ὁμολογία του, ἤ ἐπειδή λυπόταν γιά τή σκληροκαρδία μας;
Μετά τήν περιφορά δέν γλύτωσα ἀπό τή σχετική καρπαζιά τοῦ Σούλη τοῦ χερούκλα.
- Σέ εἶδα βρέ, σέ εἶδα, ἄλλαξες φιλικές ματιές μέ τόν ἑβραῖο. Καί πρόσθεσε:
- Ἐσύ ἀπόψε ἑβραῖο δέν καῖς.
- Δέν πειράζει, εἶπα, θά πάρω πάνω μου τήν εὐθύνη γιά τόν Ἰσαάκ.

Ἀπό τό παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ μου παρατηροῦσα τό ἄτυπο τελετουργικό.
Στό τέλος τῆς καύσεως, πέρασε ἕνας ἀπεσταλμένος τοῦ Σούλη, κάτω ἀπό τό παράθυρο, φωνάζοντας:
- Ἄκου Ντῖνο, ἐσύ Ἀνάσταση φέτος δέν θά κάνεις, οὔτε καί ὁ ἑβραῖος.

Ἡ κρίσιμη στιγμή ἦταν κατά τήν Ἀνάσταση. Στήν Πόλη πολλές χρονιές ἡ Ἀνάσταση δέν γινόταν τά μεσάνυχτα, ἀλλά στίς πέντε τό πρωί. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι πάντοτε μιά κρίσιμη στιγμή. Τό συναπάντημα τοῦ Χριστοῦ μέ τόν Ἅδη. Ἡ ἥττα τοῦ Ἅδη. Ἡ ἀπελευθέρωση τῶν νεκρῶν.
Ὅλα αὐτά τά ζήσαμε ἐκεῖνο τό πρωί μέσα στή λειτουργία τῆς Ἀναστάσεως. Τά παιδιά εἶχαν φθάσει ἐκεῖ μέ τίς τσέπες γεμάτες ἀπό αὐγά καί βαρελότα. Τήν ὥρα τοῦ «Χριστός Ἀνέστη», στίς πέντε τό πρωί, θά γινόταν χαμός.
Αὐγά ἀνάμεικτα μέ βαρελότα θά ταξίδευαν πάνω ἀπό τά κεφάλια μας.
Εἶχα φθάσει φοβισμένος. Δέν τόλμησα νά μπῶ στό ἱερό. Τά παιδιά ἐξάλλου μέ παρατήρησαν λίγο περιφρονητικά. Στάθηκα πλάι στήν ἐξέδρα, ἐκεῖ πού θά γινόταν ἡ Ἀνάσταση. «Δεῦτε λάβετε Φῶς!»
«Χριστός Ἀνέστη».
Χαρά ἀνεκλάλητη. Ξέχασα τά πάντα. Χαιρόμουν πολύ. Δέν φοβόμουν τό Σούλη τό χερούκλα, οὔτε κανέναν. Χαιρόμουν ἀτελείωτα. Τά βαρελότα ἔδιναν τόνο πολεμικῆς ἀτμόσφαιρας. Κραυγές, πανδαιμόνιο χαρᾶς. Καί ἀνάμεσα στό θόρυβο ἄκουσα κάποιες κραυγές θυμωμένων ἀνθρώπων. Σά νά μάλωναν ἤ νά ἔδερναν κάποιον. Στράφηκα πρός τά ἐκεῖ μαζί μέ ὅλα τά παιδιά, πού ἦταν σέ ἀπόσταση βολῆς. Ναί, ἦταν πραγματικές κραυγές. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰσαάκ εἶχε παρακολουθήσει τό γιό του πού ἔφυγε κρυφά ἀπό τό σπίτι. Τήν ὥρα τοῦ «Χριστός Ἀνέστη» ἄρχισε νά τόν χτυπάει ἀλύπητα. Πῶς τόλμησε ἕνας ἑβραῖος νά πεῖ: «Χριστός Ἀνέστη»;
Ντροπή, μεγάλη ντροπή, γιά τήν οἰκογένεια. Εἶδα τόν Ἰσαάκ νά ποδοπατεῖται ἀπό τόν πατέρα του μέ μίσος.
- Τί εἶπες; Τί εἶπες; Χριστός Ἀνέστη; Φώναζε ξέφρενα ἐκεῖνος.

Ὁ Ἰσαάκ ἦταν σέ ἄσχημη κατάσταση. Ἔτρεχε αἷμα ἀπό τό στόμα καί τή μύτη του. Τόλμησε νά πεῖ.
- Ναί, πατέρα, Χριστός Ἀνέστη. Γιατί ἐμεῖς οἱ ἑβραῖοι τόν σταυρώσαμε. Χριστός Ἀνέστη.

Κυλιόταν κάτω σάν μάρτυρας, χωρίς γογγυσμό, ψελλίζοντας.
- Χριστός Ἀνέστη…

Μᾶς θύμισε τό μαρτύριο τόσων καί τόσων πού φώναξαν αὐτό τό «Χριστός Ἀνέστη» στά ματωμένα χώματα τῆς Πόλης.
Μετά ἔμεινε ἀναίσθητος. Δέν τολμήσαμε νά πλησιάσουμε. Τά παιδιά εἶχαν παγώσει. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰσαάκ τόν ἅρπαξε στά χέρια του. Ἤ μᾶλλον τόν ἔσερνε. Ἐμεῖς μείναμε ἄφωνοι. Ὁ Σούλης μέ κοίταξε. Τόν κοίταξα. Μέ φίλησε.
- Ἀληθῶς Ἀνέστη, εἶπε δακρυσμένος.
- Ναί, Ἀληθῶς Ἀνέστη.
Τόν Ἰσαάκ, μετά, τόν χάσαμε. Μάθαμε πώς ἔμεινε μῆνες στό κρεβάτι. Ἔφυγαν ἀπό τή γειτονιά.
Μετά ἀπό χρόνια, κάποιος μοῦ μίλησε γιά ἕναν ἱερομόναχο σέ μιά σκήτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού παλιά ζοῦσε στήν Πόλη καί ἦταν ἑβραῖος. Καί μετά ἔγινε χριστιανός. Γιά ἕναν ἱερομόναχο πού ἦταν κυρτός ἀπό κάποιο ἀτύχημα. Ἦταν σιωπηλός πάντα καί ἔλεγε «Χριστός Ἀνέστη», σέ ὅσους τόν συναντοῦσαν.
Ἔτσι μοῦ εἶπαν καί τό πιστεύω, ναί, πώς εἶναι ὁ φίλος μου ὁ Ἰσαάκ.
Χριστός Ἀνέστη!

† π.Κ.Σ.
Πηγή: Αὐτοτελές ἀπόσπασμα μέσα ἀπό το βιβλίο «Τό σταυροδρόμι τῆς καρδιᾶς μου», Σελίδα 9, ἐκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002.
Διαδίκτυο:http://www.floga.gr

Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

Καταργούν και το πατροπαράδοτο Πάσχα στον Στρατό....




Με πρόφαση την οικονομική κρίση που πλήττει τη χώρα, αλλά με απότερο σκοπό να πλήξει τα πατροπαράδοτα έθιμα του τόπου, η κυβέρνηση επέφερε αλλαγές και στις εορταστικές εκδηλώσεις των Ενόπλων Δυνάμεων που παραδοσιακά και επί δεκαετίες εορτάζοταν το Πάσχα στον Στρατό.
Έτσι μετά από το κόψιμο των παρελάσεων, έρχεται και το κόψιμο του οβελία!
Διαφορετικές απ’ ότι παλιά θα είναι οι γιορτινές μέρες του Πάσχα για τους οπλίτες που υπηρετούν τη θητεία τους στα στρατόπεδα της χώρας αλλά και τους αξιωματικούς.
Ύστερα από απόφαση του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας θα πραγματοποιείται μόνο εορταστικό γεύμα για όσους έχουν υπηρεσία και τους συγγενείς τους που θα μπορούν να προσκληθούν, ενώ θα συμμετέχει και η διοίκηση της κάθε μονάδας.
Για τις χορηγίες των κομμάτων από το κράτος, ούτε κουβέντα...........