"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Βυζαντινῆς προελεύσεως «διεθνεῖς» λέξεις

Ἐπειδή ἡ ἱστορική καί γλωσσική μνήμη καί γνώση βοηθάει στήν αὐτοσυναίσθηση. Ἀκόμα κι ἄν ἀφορᾶ στήν…προέλευση τῆς λέξεως «μακαρόνια», ἤ τῆς λέξεως «καραμέλα» ! Γιά νά μή μᾶς «πιπιλᾶνε» ἄλλες θεωρίες καί μᾶς δημιουργοῦνται μεθοδευμένα αἰσθήματα μειονεξίας.
Ψηλά τό κεφάλι.!

Ὡς γνωστόν, ἡ πλουσιότατη ἑλληνική μας γλώσσα χρησίμευσε καί χρησιμεύει ἀκόμη ὡς ἀστείρευτο θησαυροφυλάκιο λέξεων γιά ὅλες τίς δυτικές – καί ὄχι μόνο- γλῶσσες. Μεγάλος ἀριθμός ἐπιστημονικῶν, φιλολογικῶν, τεχνολογικῶν καί πολιτειακῶν ὅρων ….ἀποδίδεται σέ πολλές γλῶσσες μέ ἑλληνικές λέξεις. Ἀκόμη καί λέξεις χρησιμοποιούμενες συχνά στήν καθομιλουμένη τῶν Δυτικῶν μας φίλων ἀπηχοῦν τήν ἑλληνόγλωσση καταγωγή (καταστροφή – catastrophe, τηλέφωνο – telephone) ἤ ἀκόμη καί ὀνόματα ζώων (ἐλέφαντας – elephant).
Κατά τό Μεσαίωνα ὑπῆρχαν πολλές πολιτιστικές ἀλληλεπιδράσεις μεταξύ Βυζαντίου καί Δύσης. Ἰδιαίτερα κατά τόν πρώιμο Μεσαίωνα (μέχρι καί τόν 12ο αἰώνα) ἡ πολιτιστική ἀκτινοβολία τοῦ βυζαντινοῦ ἑλληνισμοῦ στή Δυτική Εὐρώπη ἦταν ἰσχυρότατη. Μέσα στά πλαίσια αὐτῆς τῆς ἐπιρροῆς, οἱ χριστιανικοί λαοί τῆς Δύσης (ἀλλά καί οἱ Σλάβοι) δανείστηκαν αὐτούσιες ἑλληνικές λέξεις ἤ μετέφρασαν ἀπ’ τά ἑλληνικά στά λατινικά ἄλλες λέξεις γιά νά δηλώσουν ὅτι καί οἱ Βυζαντινοί. Παρακάτω θ’ ἀναφερθοῦν λίγα μόνο παραδείγματα τέτοιων δανείων.
Τά πρῶτα ἔχουν σχέση μέ πολιτικούς καί κοινωνικούς θεσμούς εὐρέως διαδεδομένους καί ἀπόλυτα ἀναγκαίους τόσο τότε ὅσο καί στή σύγχρονη ἐποχή.
Ἡ Βυζαντινή Αὐτοκρατορία εἶχε οἰκουμενική πολιτική ἰδεολογία. Ὡς συνέχεια τοῦ ρωμαϊκοῦ imperium – πού στά πλαίσια τοῦ χριστιανισμοῦ μεταμορφώθηκε σέ imperium christianum – εἶχε ἀξιώσεις γιά παγκόσμια πολιτική καί πολιτιστική κυριαρχία. Ὁ βυζαντινός αὐτοκράτωρ παρουσιαζόταν ὡς ὁ ἀνώτερος ἡγεμόνας ὅλων τῶν κοσμικῶν βασιλέων, χριστιανῶν καί μή, καί ὡς ὁ προστάτης ὅλης της χριστιανοσύνης. Τά παραπάνω, σέ συνδυασμό μέ τό γεγονός ὅτι τήν εὐημερία τοῦ κράτους ἐποφθαλμιοῦσαν πολλοί ἐχθροί, ἔκαναν ἐπιτακτική τήν ἀνάγκη δημιουργίας μίας διεθνοῦς ἔννομης τάξης κατευθυνόμενης φυσικά ἀπό τήν ἡγεσία τοῦ Βυζαντίου. Ἔτσι, ἀπό πολύ νωρίς, ἀναπτύχθηκε ἡ περίφημη καί πολύπλοκη βυζαντινή διπλωματία. Ἡ λέξη «διπλωματία» ὡς τεχνικός ὅρος ἔχει βυζαντινή προέλευση, τό ἴδιο καί οἱ λέξεις «δίπλωμα, διπλωμάτης». «Διπλώματα» ὀνόμαζαν οἱ Βυζαντινοί τά εἰδικά διαπιστευτήρια ἔγγραφα τῶν διπλωματικῶν ἀντιπροσώπων. Ὁ ὅρος «διπλωμάτης» χρησιμοποιήθηκε γιά πρώτη φορά μέ τή σημερινή ἔννοια ἀπό τίς βορειοϊταλικές πόλεις κατά τήν Ἀναγέννηση, ὅποτε ἔχουμε καί τίς πρῶτες μόνιμες σέ ξένες χῶρες διπλωματικές ἀποστολές. Ὁ πρῶτος μόνιμος πρέσβης ἦταν ἀπό τή Βενετία καί ἦταν μόνιμα ἐγκατεστημένος στήν Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα, οἱ ἀρχαιότερες μέχρι σήμερα γνωστές διμερεῖς διεθνεῖς συνθῆκες ἐμπορικοῦ – οἰκονομικοῦ περιεχομένου ὑπογράφτηκαν ἤδη ἀπό τόν 10ο αἰώνα μεταξύ Βυζαντίου καί Βενετίας. Ἐξ ἄλλου, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διακρινόταν – καί διακρίνεται – γιά τήν φιλανθρωπική της δράση. Μέ χορηγίες ἐπισκόπων, αὐτοκρατόρων καί διαφόρων πιστῶν ἰδιωτῶν, ἱδρύονταν καί λειτουργοῦσαν ἤδη ἀπό τόν 4ο αἰώνα διάφορα εὐαγῆ ἱδρύματα. Κατά τή χιλιόχρονη πορεία τοῦ Βυζαντίου καί ὑπό τή συνεχῆ μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας, ἀναπτύχθηκε ὁ θεσμός τοῦ νοσοκομείου, ὅπως τόν ξέρουμε σήμερα. Τά ὀργανωμένα νοσοκομειακά ἱδρύματα ὀνομάζονταν «ξενῶνες» ἤ «ξενοδοχεῖα» γιατί ξεκίνησαν ὡς χῶροι ὑποδοχῆς ταλαιπωρημένων προσκυνητῶν. Ἡ λατινική λέξη γιά τό φιλόξενος εἶναι «hospitalis». Ἀπό αὐτήν καί κατ’ ἐπιρροήν τῆς βυζαντινῆς ὀνομασίας τῶν νοσοκομείων, προῆλθε ἡ λέξη «hospital» (ospedale στά μοντέρνα ἰταλικά).
Παραμένοντας στό χῶρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὁρολογίας, οἱ Βυζαντινοί γιά τόν χῶρο ταφῆς τῶν νεκρῶν χρησιμοποιοῦσαν ἀνέκαθεν τόν ὅρο «κοιμητήριον», ἐπειδή σύμφωνα μέ τή χριστιανική διδασκαλία οἱ ἀποβιώσαντες χριστιανοί ἀδελφοί, εἶναι προσωρινά μόνο νεκροί, γιατί θά ἀναστηθοῦν κατά τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ἤτοι τή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τόν ὄρο αὐτό προῆλθε καί ὁ εὐρέως διαδεδομένος σήμερα ὅρος σέ ὅλες τίς δυτικές χῶρες «cemetery» δηλωτικός τῶν νεκροταφείων. Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι ἐνῶ στήν σύγχρονη Ἑλλάδα, ὁ ὅρος «νεκροταφεῖο» εἶναι πολύ πιό διαδεδομένος στήν καθομιλουμένη ἀπό τόν ὄρο «κοιμητήριο», στίς ἀγγλόφωνες χῶρες ἔχει κυριαρχήσει ὁ ὅρος «cemetery», πού ἐκτόπισε σχεδόν τελείως τή λέξη «graveyard»!
Ἄλλωστε, τό Βυζάντιο, ἄξιος συνεχιστής τοῦ ἑλληνορωμαϊκοῦ πολιτισμοῦ φημιζόταν γιά τήν μεγάλη πνευματική παράδοση καί τήν ὀργανωμένη, δημόσια ἤ ἰδιωτική ἀνώτατη ἐκπαίδευση. Τό ἤδη ἀπό τόν 5ο αἰώνα ἱδρυμένο «Πανδιδακτήριον», ἀναδιοργανώθηκε τόν 8ο αἰώνα ἀπό τόν αὐτοκράτορα Λέοντα Γ΄ Ἴσαυρο (717-741 μ.Χ.) καί ὀνομάστηκε «οἰκουμενικόν διδασκαλεῖον». Στά λατινικά ὁ ὅρος οἰκουμενικός ἀποδίδεται ὡς «universalis». Ὅταν ἱδρύθηκαν τά πρῶτα πανεπιστήμια στήν Ἰταλία (τέλη 11ου – ἀρχές 12ου αἵ.) ὀνομάστηκαν καί αὐτά οἰκουμενικά μέ τήν ἔννοια ὅτι προσέφεραν παντοειδεῖς ἐπιστημονικές, φιλοσοφικές καί θεολογικές γνώσεις. Ἔτσι, δημιουργήθηκε ὁ ὅρος «university».
Οἱ ὑπόλοιπες λέξεις – δάνεια ἔχουν σχέση μέ τόν ὑλικό πολιτισμό καί εἰδικότερα τή γαστριμαργία. Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός Α´ (527-565 μ.Χ.) μέ τούς πολέμους τοῦ ἐναντίον τῶν γερμανικῶν βασιλείων τῆς Δύσης, ἀνέκτησε πολλά ἐδάφη τῆς παλαιᾶς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Στήν Ἰταλία εἰδικά, ἱδρύθηκε τό Ἐξαρχάτο τῆς Ραβέννας. Στήν τελευταία, ἐγκαταστάθηκε σημαντικός ἀριθμός Ἑλλήνων ἀπό τίς ἀνατολικές ἐπαρχίες, ἔμποροι, καλλιτέχνες, ψηφοθέτες, γλύπτες κ.λ.π. Ἡ ἑλληνική παρουσία τόνωσε τήν πολιτιστική καί καλλιτεχνική παραγωγή καί ὕψωσε, ὡς ἕνα βαθμό τό βιοτικό ἐπίπεδο τῶν κατοίκων τῆς πρώιμης μεσαιωνικῆς Ἰταλίας. Ἄν καί τό Ἐξαρχάτο διαλύθηκε ἀπό τούς Λομβαρδούς στά μέσα τοῦ 8ου αἰ., ἡ βυζαντινή πολιτισμική ἐπιρροή ἦταν ἐμφανής μέχρι καί τό τέλος τοῦ Μεσαίωνα. Σημαντικές, ἄλλωστε, ἐκτάσεις στή Ν. Ἰταλία καί ἡ Σικελία παρέμειναν στή βυζαντινή κυριαρχία μέχρι τό τέλος τοῦ 11ου αἰώνα.
Ἡ βυζαντινή πολιτισμική ἐπιρροή ἐκδηλώθηκε σέ διάφορους τομεῖς, ἔτσι ἦταν αἰσθητή καί στήν καθημερινή ζωή καί κουζίνα τῶν μεσαιωνικῶν Ἰταλῶν. Ἔτσι, οἱ Βυζαντινοί παρασκεύαζαν ἕνα γλυκό ἀπό σιρόπι μελιοῦ πού τό ἔλεγαν «κηρόμελον». Οἱ Ἰταλοί τό ὀνόμαζαν «caramella». Εἶναι ὁ πρόδρομος τῆς σημερινῆς καραμέλας (caramel στά ἀγγλικά). Ἐπίσης, ἤδη ἀπό τήν ἀρχαιότητα, οἱ Ἕλληνες παρασκεύαζαν ἕνα εἶδος μακρόστενων ζυμαρικῶν πού ἔτρωγαν στά νεκρικά δεῖπνα, τά λεγόμενα «νεκρόδειπνα» πρός τιμήν τοῦ νεκροῦ συγγενῆ τους. Οἱ Βυζαντινοί – πού συνέχισαν αὐτήν τήν παράδοση – ὀνόμαζαν αὐτό τό φαγητό «μακαρώνια» (μακάριος + αἰώνια) καί τρώγοντας ἔλεγαν αἰώνια μακάριος ὁ. τάδε. Ἔτσι, δημιουργήθηκε ἡ λέξη καί τό ἀντίστοιχο ζυμαρικό «μακαρόνια» (macaroni)! Βέβαια οἱ Ἰταλοί κατόπιν δημιούργησαν πολλά καί διαφορετικά εἴδη spaghetti. Τέλος, οἱ Βυζαντινοί ὀνόμαζαν τίς διάφορες πίτες «πλακοῦντες» – ὅπως οἱ ἀρχαῖοι ἤ καί «πίττες», ἐξ’ οὐ καί ἡ λέξη «pie». Ἀκόμη στήν βυζαντινή Καλαβρία, Ἕλληνες καί Ἰταλοί παρασκεύαζαν μία πίτα ἁλμυρή καί «ἀνοικτή». Βασικά ὑλικά ἦταν τό τυρί, τό κρεμμύδι, οἱ ἐλιές καί πιό σπάνια διάφορα ἀλλαντικά. Τό φαγητό αὐτό ἦταν ὁ πρόδρομος τῆς δημοφιλέστατης σημερινῆς πίτσας (!) (pizza, κατά παραφθορά τῆς λέξεως πίττα)
Δημήτριος Ντούρτας, δικηγόρος
πηγή:Οἱ Φίλοι τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου, http: vatopaidi.wordpress.com

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

῾H ἄποψη τοῦ Ράνσιμαν (γιά τούς ῞Ελληνες καί τόν ἑλληνισμό) Τοῦ Διαμαντῆ Μπασαντῆ


῾H ἄποψη τοῦ Ράνσιμαν
Τοῦ Διαμαντῆ Μπασαντῆ
Ἂν οἱ ἱστορικοὶ τῆς Ὀξφόρδης προσδιόρισαν τὸν
ὅρο «Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία», γράφοντας γιὰ
τὸ ἀνατολικὸ τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατο-
ρίας, ἦταν ἕνας ἱστορικὸς τοῦ Καίμπριτζ, ποὺ ἄλλαξε γιὰ
πάντα τὴν ὀπτικὴ τῆς Ἱστορίας γιὰ τὸ Βυζάντιο. Ὁ λόγος
γιὰ τὸν μεγαλύτερο βυζαντινολόγο τοῦ 20οῦ αἰώνα, τὸν
Στῆβεν Ράνσιμαν.
Στὴ μακρὰ ζωή του (1903-2000) ὁ πολυγραφότατος
συγγραφέας, καθηγητὴς καὶ ἀκαδημαϊκὸς ἔφερε στὸ φῶς
τὸ Βυζάντιο, τὴν ἱστορία του, τὸν πολιτισμό του, τὴν τέχνη
του. Μελετητὴς ἀκούραστος ἔσκυψε
σὲ πρωτότυπες πηγὲς καὶ ἀρχεῖα,
ἰδίως μεταξὺ 1942-1945, ὅταν δί-
δαξε Βυζαντινὴ Ἱστορία καὶ Τέχνη
ὡς καθηγητὴς στὸ Πανεπιστήμιο
Κωνσταντινούπολης. Τὸ ἔργο του
ἀναγνωρίστηκε διεθνῶς καὶ οἱ νε-
κρολογίες του, τὸ 2000, στὶς ἐφη-
μερίδες Times καὶ Daily Telegraph
ἦταν ὁλόκληρες σελίδες.
Στὴν ἑλληνικὴ εἰσαγωγὴ τοῦ
βιβλίου του «Ἡ Τελευταία Βυζα-
ντινὴ Ἀναγέννηση» ὁ Ράνσιμαν
ἐπισημαίνει ὅτι τοὺς δύο τελευταί-
ους αἰῶνες ποὺ ἡ Αὐτοκρατορία
φθειρόταν πολιτικὰ παρατηρήθηκε
καὶ ἡ μεγαλύτερη ἀναγέννηση τῶν
γραμμάτων: «Ποτὲ ἄλλοτε ὅμως
δὲν ὑπῆρχαν τόσοι λόγιοι ποὺ νὰ
ἦταν ἀφιερωμένοι στὴν ἑρμηνεία
καὶ τὴν ἀνανέωση τῆς ἀρχαίας ἑλλη-
νικῆς σκέψης καὶ στὴ διαφύλαξη
τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης. Ἀκόμα
καὶ ἡ λέξη “ Ἕλλην” ἀνέκτησε τὸ
ἀρχαῖο της νόημα. Καὶ εὐτυχῶς γιὰ
τὸν πολιτισμὸ ὅλης τῆς Εὐρώπης,
αὐτὴ ἡ τελευταία Βυζαντινὴ ἀναγέν-
νηση ἐμφανίστηκε σὲ μία στιγμὴ τῆς
ἱστορίας ποὺ οἱ Δυτικοὶ λόγιοι ἦταν προετοιμασμένοι νὰ
ἀνακαλύψουν τὸ μορφωτικὸ κόσμο ποὺ κρατοῦσαν ζω-
ντανὸ οἱ λόγιοι τοῦ Βυζαντίου».
Ὅμως τὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο καὶ ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα
ὑπῆρχαν σὲ ὁλόκληρη τὴ βυζαντινὴ ἱστορία. Ὅπως σημει-
ώνει ὁ Ράνσιμαν [...] σὲ ὁρισμένες περιόδους τους «οἱ Βυ-
ζαντινοί, ἂν καὶ ἀπέφευγαν τὴ λέξη “ Ἕλλην”, θεωροῦσαν
τὸν ἑαυτό τους κληρονόμο τοῦ κλασικοῦ παρελθόντος…
τὸ ἀγαπητό τους ἀνάγνωσμα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ
τοὺς Βίους τῶν Ἁγίων, ἦταν τὰ ἔργα τοῦ Ὁμήρου».
Στὰ πλαίσια τῆς μελέτης του ὁ Ράνσιμαν παρουσιά-
ζει καὶ τὴ συνεισφορὰ τοῦ Βυζαντίου στὴν εὐρωπαϊκὴ
Ἀναγέννηση σημειώνοντας πὼς οἱ Βυζαντινοὶ ἀποκλή-
θηκαν «βιβλιοθηκάριοι τῶν Μέσων Αἰώνων» λειτουρ-
γώντας πρὸς «ὄφελος τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ». Καὶ
περιγράφει πῶς καὶ πόσο ἐπηρέασε τὴ Δυτικὴ Ἀναγέν-
νηση ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς κι οἱ Ἕλληνες λόγιοι τοῦ
Βυζαντίου.
Ἀκόμα γράφει πὼς οἱ Δυτικοὶ μέσα ἀπὸ τὶς Σταυροφο-
ρίες συνάντησαν ἕναν «ἑλληνικὸ πολιτισμὸ ποὺ ἄκμαζε
στὶς ἑλληνικὲς περιοχὲς» του Βυζαντίου. Ἔτσι, ἔπαψαν νὰ
χρησιμοποιοῦν ἀραβικὲς πηγὲς καὶ μεταφράσεις γιὰ νὰ
προσεγγίσουν τοὺς ἀρχαίους Ἕλλη-
νες. Καὶ ἐπιπλέον δέχτηκαν τὴν
ἐπίδραση σημαντικῶν «Ἑλλήνων
λογίων» ποὺ ἄρχισαν νὰ ἐπισκέ-
πτονται τὴ Δύση μετὰ τὸ 1204. Συ-
μπεριλαμβάνει δὲ καὶ τὴν μαρτυρία
τοῦ Πάπα Πίου τοῦ Β΄ στὴν ὁποία
ἀφηγεῖται πώς: Στὴν Ἰταλία «κάθε
σπουδαστὴς μὲ ἀξιώσεις ἤθελε νὰ
ἐπιχειρήσει τὸ ταξίδι» στὴν Κων-
σταντινούπολη καὶ στὰ σχολεῖα
τῆς Πόλης.
Τέλος, στέκεται ἰδιαίτερα στὴ
σημαντικὴ ἐπίδραση ποὺ ἄσκη-
σαν στὴ Δυτικὴ Ἀναγγένηση βυ-
ζαντινοὶ διανοητὲς ὅπως ὁ Μα-
νουὴλ Χρυσολορᾶς, ὁ Πλήθων
καὶ ὁ Βησσαρίων. Καὶ γράφει: «Ἡ
ἀπειλὴ τῆς ἐπικείμενης πτώσης τῆς
Κωνσταντινούπολης καὶ κατόπιν ἡ
ἴδια ἡ πτώση ἔφεραν καὶ ἄλλους
Ἕλληνες λογίους στὴν Ἰταλία ὅπου
καὶ συνέχισαν τὴν τόσο ἀγαπητὴ
στὸ Βυζάντιο συζήτηση γιὰ τὰ ὑπὲρ
ἢ τὰ κατὰ τῆς πλατωνικῆς καὶ τῆς
ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας… ἀπὸ
αὐτοὺς τοὺς λόγιους, τοὺς ἐξίσου
Πλατωνικοὺς καὶ Ἀριστοτελικούς,
ἔμαθαν στὸ μέγιστο μέρος τὴ φιλοσοφία τους οἱ ἄνθρωποι
τῆς Ἀναγέννησης».
Ἄραγε μήπως ὁ Ράνσιμαν διέδιδε «μύθους» ὅταν
ἔβλεπε Ἕλληνες στὸ Βυζάντιο; Ἤ, ὅταν ἔγραφε γιὰ Ἕλλη-
νες ποὺ μετέφεραν τὴ διδασκαλία τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ
Ἀριστοτέλη στὴ Δύση; Ἤ, ὅταν ἔβλεπε τὴ σημερινὴ Ἑλλά-
δα καὶ τοὺς Ἕλληνες μέρος αὐτῆς τῆς μεγάλης διαδρομῆς
ἑνὸς «ἀνεπτυγμένου ἔθνους»; n
Ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα Ἀπογευματινή,
Σάββατο 7 Ἀπριλίου 2007.
Θεόφιλου: Τὸ προσκύνημα τῆς δεσποινίδος (1932)

Πηγή:Περιοδικό Πειραϊκή ᾿Εκκλησία (᾿Απρίλιος 2010, τεῦχος 214)

Συνέχεια ἢ ἀσυνέχεια; Νίκος Σβoρῶνος (ἱστορικός)


Θεωρῶ τὴν πολιτισμικὴ συνέχεια τοῦ ἑλληνισμοῦ ὡς ἕνα δυναμικὸ φαινόμενο μὲ διαφορετικὲς φάσεις. Δὲν πι-
στεύω βέβαια στὴ φυλετικὴ συνέχεια. Δὲν κάνω ζωολογία, κάνω ἱστορία. Δὲν ξέρω τί εἶναι ἀνθρωπολογικὰ ἡ ἑλλη-
νικὴ φυλὴ ἢ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἢ τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος. Εἶναι ἀνακατεμένα, ὅπως συμβαίνει μὲ ὅλους τοὺς ἱστορικοὺς
λαοὺς τοῦ κόσμου. Γιὰ τὸ ὅτι ὑπάρχει, ὅμως, ἀπὸ παλιά, πολὺ παλιά, ἕνας ἑλληνικὸς λαὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς
ἑνότητάς του καὶ τῆς διαφορᾶς ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς, καὶ ἔχει συνείδηση τῆς ἰδιαιτερότητάς του καὶ τῆς πολιτισμικῆς
του συνέχειας, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία... Καὶ ἐδῶ
μπορῶ νὰ ἐπαναλάβω, σύντομα καὶ ἁπλουστευτι-
κά, ὁρισμένες προτάσεις ποὺ ἔχω διατυπώσει: Τὴν
ὕπαρξη – ἕως τὴν ἐπικράτηση τῆς ρωμαϊκῆς ἰδέας,
ὕστερα ἀπὸ τὴν κατάκτηση τῆς Ρώμης καὶ τὴν ἐπι-
κράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ – ἑνὸς ἑλληνικοῦ λαοῦ,
φυλετικὰ ἀνάμεικτου, ὅπως ὅλοι οἱ ἱστορικοὶ λαοί,
μὲ κοινὰ πολιτισμικὰ χαρακτηριστικὰ καὶ μὲ συνεί-
δηση τῆς ἑνότητάς του καὶ τῆς συνέχειάς του. Τὴ
βαθμιαία ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸ συνειδησιακὸ
περιεχόμενο τῆς ἑλληνικότητας, μὲ τὴν ἐπικράτηση
δυὸ πλατύτερων ἰδεῶν, τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τῆς
ῥωμαϊκότητας, ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ἰδεολογία
τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ἰδεολογία συνε-
κτικὴ τοῦ βυζαντινοῦ κράτους- πράγμα ποὺ δὲν
ἀποκλείει τὴν ὕπαρξη, συγχρόνως, καὶ μιᾶς ἰδιαί-
τερης συνείδησης τῆς ἰδιαιτερότητας σὲ κάθε λαό,
ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἀποτέλεσαν τὸ πολυεθνικὸ αὐτὸ
πολιτικὸ καὶ πολιτισμικὸ συγκρότημα. Τέλος, τὴ σταδιακὴ πολιτισμικὴ ἐπανασυνδέση τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου τῆς
αὐτοκρατορίας μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἰδέα καὶ τὸ παλιὸ ἑλληνικό του παρελθόν, ὅπως κατὰ τὸν 11ο αἰώνα, καὶ τὴν κατά-
κτηση μιᾶς καθαρὰ ἑλληνικῆς συνείδησης, ποὺ συντελεῖται κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τοῦ Βυζαντίου, καὶ καταλήγει
μὲ τὴν διαμόρφωση τοῦ νέου ἑλληνικοῦ ἔθνους, μέσα στὴν Τουρκοκρατία, καὶ τὴν διακήρυξη τῆς βούλησής του
νὰ δημιουργήσει ἀνεξάρτητο ἑλληνικὸ κράτος μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἐπανάσταση... Ὁ ἑλληνισμὸς βρέθηκε σὲ τέτοιες
ἀντικειμενικὲς καταστάσεις, ὥστε νὰ εἶναι ἀπὸ τοὺς λίγους λαοὺς οἱ ὁποῖοι ἀπόκτησαν ἐθνικὴ συνείδηση ἀκριβῶς
μέσα σὲ εὐρύτερα σύνολα καὶ σὲ ἀντιπαραθέση μὲ αὐτά. Κυρίως σὰν κατακτημένος λαός. Καὶ τὸ ὅτι διατήρησε τὴ
γλώσσα του, τὴν ἐθνική του συνείδηση, γιὰ μένα τοῦτο εἶναι ἀντιστασιακὸ φαινόμενο... Δὲν θεωρῶ ἀντίσταση ἁπλῶς
καὶ μόνο νὰ πάρεις τὰ ὅπλα καὶ νὰ ἀνέβεις στὰ βουνά. Αὐτὸ εἶναι εὔκολο πράγμα, σχετικὰ εὔκολο. Τὸ πρόβλημα
εἶναι νὰ μείνεις αὐτὸ ποὺ εἶσαι, καὶ αὐτὸ βέβαια συνδυάζεται μὲ τὴν πολιτισμικὴ συνέχεια τοῦ ἑλληνισμοῦ. Μὲ τὸ
γεγονὸς ὅτι ὅταν κατακτήθηκε ὁ ἑλληνικὸς λαός, εἴτε ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους ἀρχικὰ εἴτε ἀργότερα ἀπὸ τοὺς Τούρκους,
εἶχε ἐθνικὴ ἑνότητα καὶ συνείδηση τῆς ἑνότητας αὐτῆς. Ὑπῆρχε μία λαϊκὴ ἑνότητα μὲ τὴ γλώσσα, μὲ τὰ ἤθη καὶ τὰ
ἔθιμα, καὶ εἶχε συνείδηση τῆς ταυτότητάς του αὐτῆς, ἡ ὁποία τοῦ ἐπέτρεψε νὰ ἀντισταθεῖ στὴν ἀπορρόφηση ἀπὸ
ἄλλους λαούς, οἱ ὁποῖοι ἦταν οἱ κατακτητές του. n
Νίκος Σβoρῶνος
Συνέντευξη στὸ περιοδικὸ Σύγχρονα θέματα, τεῦχος 35-37, Δεκέμβριος 1988

Πηγή:Περιοδικό Πειραϊκή ᾿Εκκλησία, ᾿(Απρίλιος 2010, ἀριθμ φύλλου 214)

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

«ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΑΚΑ» ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ -τοῦ κ. Σταύρου Ἰω. Κουρούση, τ. Καθηγητοῦ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν

 
    Σκέψεις σοβαρᾶς ἀνησυχίας προκαλοῦν τὰ κατὰ καιροὺς ὑποστηριζόμενα περὶ ἀνάγκης λειτουργικῆς «ἀναγεννήσεως» εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν μας, διότι κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς ὡρισμένων ἡ Λατρεία, ὡς ἔχει ἀπὸ μακρῶν αἰώνων ἀμετάβλητος, δὲν προσαρμόζεται εἰς τά, ἄλλως ἀντιφατικά, μηνύματα καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς συγχρόνου ἐποχῆς ἢ τὰ πορίσματα τῆς διεθνοῦς ἐπιστήμης· παρουσιάζεται δὲ τοῦτο ὡς ἔχον καὶ τὸν χαρακτῆρα πιεστικῆς ἀπαιτήσεως. Καὶ χαρακτηριστικὸν δεῖγμα ἡ πρό τινος δημοσιευθεῖσα εἰς τὸν «᾿Ορθόδοξον Τύπον» τῆς 20.11.09, σ.7, ἐπιστολὴ ὑπὸ τὸν τίτλον «᾿Απορίαι» μετὰ τοῦ ὑστερογράφου της, ἡ ὁποία, γραφεῖσα εἰς ἔνδειξιν συμπαραστάσεως εἰς τὰς «ἀναγεννητικὰς» ἰδέας τοῦ ἱερέως καὶ «ἀκαδημαϊκοῦ» καθηγητοῦ π. Βασιλείου Θερμοῦ, ἐπιτείνει τὰς ἀπορίας καὶ δημιουργεῖ διλήμματα.
    Εἰς τὴν ἀνωτέρω ἐπιστολὴν ἀνεγνώσαμεν σὺν τοῖς ἄλλοις ὅτι οἱ «βυζαντινισμοὶ» συμπορεύονται μετὰ τῆς ἐκκοσμικεύσεως ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ καὶ ἀπομακρύνουν ἐκ τῶν κόλπων της τοὺς νέους, διότι «οἱ νέοι ἄνθρωποι ἀναζητοῦν ἀπεγνωσμένα ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία νὰ τοὺς ἐξηγήσει στὴ γλῶσσα τους τὸν τρόπο γιὰ νὰ πορευτοῦν πρὸς τὴν ᾿Αλήθεια καὶ τὸν Σωτῆρα». Καὶ τοῦτο ὡσὰν νὰ ἀρνούμεθα ὅτι ἀνέκαθεν καὶ σήμερον ἰδίᾳ ἡ ᾿Εκκλησία ἐξηγεῖ διὰ πολλῶν μέσων καὶ κατὰ τρόπον ἐξόχως κατανοητὸν καὶ εἰς σοφοὺς καὶ εἰς ἀσόφους τὰ θέματα τῆς πίστεως καὶ τοῦ χριστιανικοῦ βίου. Αὐτοὶ δὲ οἱ «βυζαντινισμοὶ» τί εἶναι; ᾿Εὰν ἐννοῆ δι᾿ αὐτῶν ὁ ἐπιστολογράφος ὅτι εἰς τὸ Βυζάντιον ἦτο ἄγνωστος ἡ ποθητὴ λιτότης, τότε ἀδικεῖ τὴν ἀλήθειαν. ᾿Αλλὰ καὶ εἰδικῶς ἡ εἰς τὸ Βυζάντιον ἀναφορὰ τῆς ἐπιστολῆς μαρτυρεῖ ὅτι εἶναι ἀστήρικτος ἱστορικῶς καὶ ἀναχρονιστικὴ ἡ καταφορὰ κατ᾿ αὐτοῦ, ἐφ᾿ ὅσον διατυποῦται ἡ ὑποψία· «Γιατὶ ὑποψιάζομαι ὅτι καὶ οἱ μεγάλοι Πατέρες, ὅταν ἀποτολμοῦσαν νὰ προτείνουν τὰ νέα (γιὰ τὴν ἐποχή τους) λειτουργικὰ κείμενα θὰ ἀντιμετώπιζαν παρόμοιες ἀντιδράσεις ἀπὸ τοὺς τότε αὐτοπροσδιοριζόμενους θεματοφύλακες τῆς Παράδοσης, ποὺ πιθανὸν νὰ ἦταν οἱ Βασιλεῖς καὶ οἱ Βασίλισσες, ποὺ ἀργότερα τοὺς ἔστελναν στὴν ἐξορία;». Δὲν χρῄζει σχολιασμοῦ ἡ ἀνιστόρητος ὑποψία, ἀλλὰ εἶναι ἐνδεικτικὴ ἡ τάσις τῆς κατασυκοφαντήσεως τῆς περὶ βυζαντινῆς ὑμνογραφίας πραγματικότητος.
    ᾿Επισυνάπτεται καὶ ὑστερόγραφον· «Δὲν θέλω νὰ σχολιάσω καθόλου τὰ γραφόμενα τοῦ “Ο.Τ.” σχετικὰ μὲ τὴ “λειτουργικὴ ἀναγέννηση”, ποὺ ἐπιχείρησε ὁ μακαριστὸς Χριστόδουλος. Νομίζω ὅτι εἶναι πλήρως ἀποδεκτὸ ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ μία ἀκόμη ἀπὸ τὶς τόσες “φοῦσκες”, ποὺ μᾶς γέμισε ὁ μακαριστὸς γιὰ πολλὰ καὶ σοβαρὰ θέματα τῶν ἡμερῶν του».
    Καὶ ἰδοὺ τὸ πρῶτον δίλημμα· ἡ ἐπιστημονικῆς θεμελιώσεως καὶ ἰδίως ἐπὶ τόσον στερεοῦ ἱστορικοῦ ὑποβάθρου στηριζομένη «ἀναγέννησις» τῶν κύκλων τοῦ π. Θερμοῦ προτιμητέα ἢ οἱ «φοῦσκες» τοῦ Μακαριστοῦ, αἱ ὁποῖαι εἶχον καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν καὶ αὐταὶ ἐνθέρμους ὀπαδούς;
    ῾Ως πρὸς τὴν πρώτην, ἐκ τῶν δημοσιευθέντων εἰς τὸν «Ο.Τ.» (τῆς ἐπικρίσεως τῶν ἱερέων, φφ. τῆς 25.9.09, σσ. 3 – 4, καὶ τῆς 2.10.09, σσ. 3 – 4, καὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ θιγομένου, φ. τῆς 9.10.09, σ. 6) γίνονται γνωσταὶ συνοπτικῶς αἱ κυριώτεραι ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι κατευθύνουν τὰς ἀναγεννητικὰς ὑποδείξεις τοῦ π. Βασιλείου πρὸς κατ᾿ οὐσίαν ἀνακατασκευὴν τῆς Λατρείας.
    Κατηγορεῖται τὸ Βυζάντιον ὅτι ἐπέφερε νόθευσιν εἰς τὸ ἀρχέγονον πνεῦμα τῆς Λατρείας καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ δὲν διευκρινεῖται τί ἐννοεῖται διὰ τῆς ἐννοίας «Βυζάντιον», τοῦ νεωτερικοῦ τεχνικοῦ τούτου ὅρου. ᾿Εὰν ὁ λόγος εἶναι περὶ τῆς Πολιτείας (βασιλέως, παλατίου), τὴν ὁποίαν τὰ ἀνωτέρω παραθέματα θέλουν ἐχθρὰν ἐκ προοιμίου πρὸς τοὺς Πατέρας, ἡ ἐπίσημος θεσμικὴ ἔκφρασις διαψεύδει. ᾿Αρκεῖ ἡ ἀναδρομὴ εἰς νομοθετικὰ κείμενα, ὧν πρόχειρον ἀλλὰ εὔγλωττον δεῖγμα οἱ τίτλοι β´ καὶ γ´ τῆς ἐπὶ Βασιλείου Α´ «Εἰσαγωγῆς τοῦ Νόμου» περὶ βασιλέως καὶ πατριάρχου· καὶ ἂς κρίνωμεν ἂν ἡ βυζαντινὴ ἀντίληψις περὶ βασιλείας καὶ ᾿Εκκλησίας προσβάλλει τὴν ᾿Ορθοδοξίαν ἢ εἶναι ξένη πρὸς τὸ Εὐαγγέλιον ἢ ἀντιπαραθέτει τὰς δύο ἀρχὰς ἢ εἶναι προϊὸν εἰσόδου παγανισμοῦ. ῎Αλλως τε καὶ ἡ ἱστορικὴ ἐπιστήμη διδάσκει ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ θεσμὸς τοῦ βασιλέως καὶ ἡ ἰδέα περὶ τοῦ παλατίου ἔχουν ἰσχυρὰν ῾Αγιογραφικὴν στήριξιν καὶ δὴ καὶ τῆς ΠΔ. ῍Αν ὑπῆρξαν παραβάσεις ὀφείλονται εἰς πρόσωπα καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἐπίσημον ἰδεολογίαν τοῦ Βυζαντίου, εἰς τὸ ὁποῖον μονομερῶς καταλογίζει ὁ ἐπιθυμῶν τὴν διαγραφήν του ὅτι «αἱρετικοὶ φυλακίσθηκαν καὶ ἐξορίστηκαν, καὶ αἰχμάλωτοι ἀκρωτηριάστηκαν, καὶ ἅγιοι διώχθηκαν καὶ συκοφαντήθηκαν, καὶ αἱρέσεις ἀνεφύησαν ἀπὸ τὸν μοναχισμό του» («Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6). [᾿Εντεῦθεν εἶναι κατανοητὸν καὶ τὸ παράπονόν του, ὅτι «τὸ Βυζάντιο κράτησε πάρα πολὺ —1100 χρόνια—»! Καὶ ἐπειδὴ εἰδικῶς εἶχεν ἀνθρώπινα ἐλαττώματα, «καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔσβησε» («Ο.Τ.» 2.10.09, σ. 3). Εἶναι ἆρά γε βέβαιος ὁ ἐπικριτὴς ὅτι «ἔσβησε»; ῎Εχουν ἀντιρρήσεις ἡ ῾Ιστορία, ἡ Θεολογία, ἡ Φιλολογία, ἡ ᾿Αρχαιολογία, ἡ ῾Ιστορία τοῦ Δικαίου, ἡ Λαογραφία]. Εὐτυχῶς δὲ ὅτι οἱ κορυφαῖοι τῶν ᾿Αποστόλων Πέτρος καὶ Παῦλος ἔζησαν αἰῶνας προηγουμένως καὶ δὲν ἐμπίπτουν εἰς τὴν κατὰ τοῦ Βυζαντίου ἀράν, ὑπουργήσαντες ὁ μὲν εἰς τοὺς θανάτους τοῦ ᾿Ανανίου καὶ τῆς Σαπφείρης (Πράξ. ε´ 1 – 10), ὁ δὲ εἰς τὴν τύφλωσιν ᾿Ελύμα τοῦ Μάγου (Πράξ. ιγ´ 6 – 11).
    ᾿Αφοῦ λοιπὸν θέλει νὰ ἀνάγωνται πάντα τὰ ἐγκλήματα ταῦτα ἰσοπεδωτικῶς καὶ ἀπροσώπως εἰς τὸ Βυζάντιον, τότε ἀπαντῶμεν κατὰ τὸν ὅμοιον τρόπον γενικεύοντες ὅτι τὸ αὐτὸ Βυζάντιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἐστηλίτευσεν αὐτά, καὶ τὸν μοναχισμὸν ἐκτρεπόμενον καὶ τὰς διώξεις αἱρετικῶν· πβ. ὡς πρὸς τὸ δεύτερον τὴν ἀντίδρασιν τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου (ἐπ. 94, 455, ἔκδ. Φατούρου) εἰς τὴν ἀπόπειραν ἐξοντώσεως τῶν Παυλικιανῶν τῆς Μ. ᾿Ασίας ἐπὶ Μιχαὴλ Α´, ἀλλὰ καὶ παλαιότερον τὴν σχετικὴν διδασκαλίαν τοῦ Χρυσοστόμου (PG 58, 477Β–C) καὶ βραδύτερον τὴν διαμαρτυρίαν πρὸς τὸν πάπαν Γρηγόριον Θ´ τοῦ Πατριάρχου Γερμανοῦ Β´ ἢ πρὸ τῆς ῾Αλώσεως τοῦ ᾿Ιωσὴφ Βρυεννίου ὁμοίως πρὸς τὸν πάπαν, ὅτι ἡ ᾿Εκκλησία δὲν ἔχει δικαίωμα ἀφαιρέσεως ζωῆς. ᾿Αλλὰ καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰ ἀνωτέρω καταλογιζόμενα, ὡς πράξεις τῆς Πολιτείας ἀποβλέπουσαι εἰς τὴν ἐπιδιωκομένην κρατικὴν συνοχὴν καὶ ἀσφάλειαν δὲν ἔχουν ἐπιπτώσεις ἐπὶ τῆς Λατρείας τῆς ᾿Εκκλησίας, δεομένης ἤδη ἐν Βυζαντίῳ ὑπὲρ αἰχμαλώτων, ὑπὲρ ἀγαπώντων καὶ μισούντων, ὑπὲρ ἐπιστροφῆς πεπλανημένων καὶ ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως. Καὶ ἐπὶ πλέον ἡ νενομισμένη σχέσις ᾿Εκκλησίας καὶ βασιλέως καὶ ἡ συμπόρευσις ᾿Εκκλησίας καὶ Πολιτείας ὠφέλησε γενικῶς εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ᾿Εκκλησίας.
    ᾿Αλλὰ ἔχει καὶ ἀρετὰς τὸ Βυζάντιον (μεγαλυτέρας τῶν ὅσων παραχωρεῖ συγκαταβαίνων ὁ ἐπικριτής του, «Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6) καὶ ἀνεκτιμήτου ἀξίας προσφορὰν σημαντικωτέραν τῶν ἀνωτέρω μελανῶν πτυχῶν.
    Τὸ Βυζάντιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέδειξε τὰς κατὰ τὴν ἐποχήν του αἱρέσεις (διότι ὑπῆρξαν αἱρέσεις ἢδη καὶ ἀπὸ τῶν χρόνων τῆς ΚΔ, δὲν τὰς προεκάλεσε τὸ Βυζάντιον) καὶ ἐδίδαξε κατὰ μοναδικὸν τρόπον τὴν ᾿Ορθοδοξίαν, τὸ Βυζάντιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκήρυξε τὸν Χριστὸν καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων του καὶ ὡδήγησεν εἰς τὴν ᾿Ορθοδοξίαν καὶ τὸν πολιτισμὸν ἑκατομμύρια ἀνθρώπων.
    Τὸ Βυζάντιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέλαβεν, ἀπεδέχθη καὶ διεφύλαξεν ὡς ἐθνικὸν κτῆμα τὴν ῾Ελληνικὴν κλασσικὴν παιδείαν καὶ τὴν παρέδωσεν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα, παρήγαγεν εἰς ἐποχὴν ἀναστατώσεων ἔργα πολιτισμοῦ καὶ μνημεῖα λόγου καὶ τέχνης ὑψηλῆς ποιότητος καὶ κινοῦντα σήμερον τὸ διεθνὲς ἐνδιαφέρον, διεφύλαξε τὴν γλῶσσαν εἰς ὅλας τὰς μορφάς της (καὶ ἂς τὸ προσέξουν αὐτὸ οἱ αὐτόκλητοι ἀναμορφωταὶ) καὶ συνέχισε τὴν ἀρχαίαν πρακτικὴν τοῦ ἐξελληνισμοῦ τῶν βαρβάρων, ἐσφυρηλάτησε διὰ τῆς παιδείας καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας τὴν ἐθνικὴν καὶ ὀρθόδοξον Χριστιανικὴν συνείδησιν, καὶ ἐφωδιάσθη καταλλήλως τὸ Γένος ὥστε νὰ ἐπιβιώσῃ κατὰ τὴν στυγνὴν περίοδον τῆς Τουρκοκρατίας. Δὲν προσέφερεν ἁ­πλῶς ὑπηρεσίαν εἰς τὸ ῎Εθνος, διότι τὸ Βυζάντιον εἶναι αὐτὸ τὸ ῎Εθνος κατὰ συγκεκριμένην ἱστορικὴν περίοδον. ῏Αρά γε εἶναι αὐτὰ ἱστορικαὶ ἀλήθειαι ἢ ἐπινοήσεις τῶν «βυζαντινολιγούρηδων»;
    Καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεγάλοι θεολόγοι καὶ ὑμνογράφοι τῶν Μέσων Χρόνων ἔζησαν καὶ ἔδρασαν ἐκτὸς τῆς βυζαντινῆς ἐπικρατείας ὑπὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον αἰῶνος ἦτο ἀλλόθρησκον καὶ δὲν ηὐνόει τὴν ἐκ τοῦ Βυζαντίου ἐξάρτησιν. Πῶς οὗτοι δὲν ᾐσθάνθησαν τότε (ὡς σήμερον ἡμεῖς!) ἀπηλευθερωμένοι ἀπὸ τὸν «βυζαντινισμὸν» τῆς Λατρείας, ἀλλὰ συνέβαλον εἰς τὴν ἐπιβίωσιν καὶ προαγωγὴν τῆς βυζαντινῆς θεολογικῆς, λειτουργικῆς καὶ παιδευτικῆς παραδόσεως καὶ εἰς τὸν περαιτέρω πλουτισμὸν καὶ δὴ καὶ ἐπὶ τὸ λογιώτερον τῆς λατρευτικῆς ὑμνογραφίας καὶ τῆς θεολογικῆς ἀντιαιρετικῆς, δογματικῆς, ἁγιολογικῆς ἢ ἐγκωμιαστικῆς λογοτεχνίας, ἐνῶ συγχρόνως εἶναι ἄκρως ἀντίθετοι πρὸς τὴν ἐπίσημον εἰκονομαχικὴν πολιτικὴν τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῶν ᾿Ισαύρων;
    ᾿Αλλὰ προβάλλονται καὶ εἰδικώτερα σημεῖα πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι σὺν τοῖς ἄλλοις τὸ Βυζάντιον ἐπέφερεν ἀλλοιώσεις καὶ εἰς τὴν Λατρείαν, ἀπὸ τῶν ὁποίων πρέπει σήμερον νὰ καθαρθῇ ἡ λειτουργικὴ πρᾶξις:
    α´) ῾Υποστηρίζεται ὅτι ἡ τέλεσις τῶν Μυστηρίων τῆς ᾿Εκκλησίας μετέπεσεν ἀπὸ τῆς ἀρχικῶς ῾Εβραϊκῆς ἀντιλήψεως περὶ κόσμου εἰς τὴν ἀπὸ τοῦ δ´ αἰῶνος ἀποδοχὴν στοιχείων τοῦ παγανιστικοῦ ῾Ελληνισμοῦ· «τοὺς δύο πρώτους αἰῶνες, ἄντε τρεῖς, οἱ ἀκολουθίες τῆς ᾿Εκκλησίας, τὰ μυστήρια βασικά, ἐμπνεόμενα ἀπὸ τὴν ἑβραϊκὴ ἀντίληψη περὶ τοῦ κόσμου δὲν περιλαμβάνουν εὐλογία τῆς ὕλης. Δὲν εὐλογεῖτο ὁ ἄρτος ὁ οἶνος... τὸ νερὸ τὸ λάδι, ἀλλὰ ἀναπεμπόταν εὐχαριστία στὸν Θεὸ γιὰ τὶς δωρεές του καὶ κατόπιν οἱ ἄνθρωποι κοινωνοῦσαν. ῏Ηταν ἡ πράξη τῆς εὐχαριστίας τῆς κοινότητος, ἡ ὁποία καθαγίαζε τὰ δῶρα... ῾Ο καθαγιασμὸς τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ἐπέρχεται μετὰ τὸν 4ο αἰῶνα ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ ῾Ελληνισμοῦ. Φεύγουμε ἀπὸ τὴν ἀντίληψη ὅτι ὅλα εἶναι καλὰ λίαν στὴν κτίση καὶ περνοῦμε στὴν ἀντίληψη ὅτι ὑπάρχουν ἀντίθετες δυνάμεις, ὑπάρχει μέσα στὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως τὸ παγανιστικὸ στοιχεῖο, ποὺ πρέπει νὰ δαμαστεῖ καὶ νὰ ἐξαγιασθεῖ. Καὶ αὐτὸ ἔκτοτε ἰσχύει...» («Ο.Τ.» 25.9.09, σ. 4). ῾Υποστηρίζει δηλ. ὁ π. Θερμὸς ὅτι τὸν ἁγιασμὸν τῆς ὕλης ἐπέβαλε πρωΐμως τὸ Βυζάντιον, τὸ ὁποῖον ἐδέχθη τὴν παγανιστικὴν ἀντίληψιν περὶ δαιμόνων (ἀντιθέτων δυνάμεων) κρυπτομένων ἐντὸς τῆς ὕλης, καὶ οὕτως ἠλλοιώθη ἄλλη παραληφθεῖσα προηγουμένως, ῾Εβραϊκὴ αὐτή, ἀντίληψις περὶ καλῆς λίαν (μεταπτωτικῆς) ὕλης.
    Κατ᾿ ἀρχὴν ἡ ἀνωτέρω θέσις ἀφήνει πλανώμενον τὸ ἀφελὲς ἐρώτημα· αὐτὸ τὸ ὁποῖον νοοῦμεν ὡς μεταβολὴν τῶν Τιμίων Δώρων εἰς Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ δὲν ἐσυνειδητοποιεῖτο κατὰ τοὺς προβυζαντινοὺς αἰῶνας ὡς ἁγιαστικὴ εὐλογία, ἀλλὰ ἡ εὐχαριστία εἰς τὸν Θεὸν διὰ τὰ ὑλικὰ καλὰ λίαν ἀγαθά τοῦ ἔφερεν ὡς ἔμμεσον ἀποτέλεσμα τὸν μὴ αἰτούμενον καθαγιασμόν, δηλ. τὴν μεταβολὴν τῶν Τιμίων Δώρων; Καὶ τί σημαίνει ἡ πρᾶξις τῆς κοινότητος; ᾿Απὸ δὲ τοῦ δ´ αἰῶνος ὁ καθαγιασμὸς καὶ ἡ μεταβολὴ εἰς Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ (κατὰ τὴν Κυριακὴν καὶ τὴν ᾿Αποστολικὴν φωνὴν) νοεῖται διὰ τοῦ ἐξορκισμοῦ τοῦ δαίμονος ἀπὸ τῆς ὕλης; ῞Οτι τὰ πράγματα ἔχουν διαφοροτρόπως μαρτυρεῖ ἡ ἐκ τοῦ ῾Εβραϊκοῦ ἔννοια τῆς λέξεως εὐχαριστία, ἡ ὁποία ἀποδίδουσα ἀντίστοιχον ῾Εβραϊκὸν ὅρον σημαίνει συγχρόνως εὐχαριστίαν καὶ εὐλογίαν (RAC VI, 1966, στ. 914 – 916, ThWNT IX, 1973, σσ. 401 – 402, 405, G. Rouwhorst, Identital durch Gebet..., ἐν «Identitat durch Gebe...», Raderborn κ.ἀ. 2003, σσ. 48 – 49). Καὶ ὁπωσδήποτε βαρύνει καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ ἁγίου ᾿Ιγνατίου τοῦ Θεοφόρου, τοῦ πρωΐμου β´ αἰῶνος, ὅτι πρόκειται περὶ θυσίας ἐπὶ θυσιαστηρίου σαρκὸς καὶ αἵματος Χριστοῦ, γινομένης διὰ τῆς εὐχαριστίας καὶ τῆς προσευχῆς· τούτων δὲ (καὶ οὐχὶ ἀορίστως καλῶν λίαν κτισμάτων) μεταλαμβάνουν συνειδητῶς οἱ πιστοὶ (ἐπ. πρὸς Φιλαδ. IV: σπουδάσατε οὖν μιᾷ εὐχαριστίᾳ χρῆσθαι· μία γὰρ σὰρξ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ ἓν ποτήριον εἰς ἕνωσιν τοῦ αἵματος αὐτοῦ, ἓν θυσιαστήριον..., ἐπ. πρὸς Σμυρν. VI, 2, VII, 1: καταμάθετε τοὺς ἑτεροδοξοῦντας... εὐχαριστίας καὶ προσευχῆς ἀπέχονται, διὰ τὸ μὴ ὁμολογεῖν τὴν εὐχαριστίαν σάρκα εἶναι τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τὴν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν παθοῦσαν, ἣν τῇ χρηστότητι ὁ Πατὴρ ἤγειρεν. Βλ. καὶ τὰ ὅσα λέγει ὁ ἅγιος ᾿Ιουστῖ­νος, ᾿Απολ. ὑπὲρ Χριστιανῶν 66, 2: ...τὴν δι᾿ εὐχῆς λόγου τοῦ παρ᾿ αὐτοῦ (sc. Χριστοῦ) εὐχαριστηθεῖσαν τροφήν, ἐξ ἧς αἷμα καὶ σάρκες κατὰ μεταβολὴν τρέφονται ἡμῶν, ἐκείνου τοῦ σαρκοποιηθέντος ᾿Ιησοῦ καὶ σάρκα καὶ αἷμα ἐδιδάχθημεν εἶναι, καί Διάλ.117 ,1: πάσας διά τοῦ ὀνόματος τούτου θυσίας, ἄς παρέδωκεν Ἰησοῦς ὁ Χριστός γίνεσθαι, τουτέστιν ἐπί τῇ εὐχαριστίᾳ τοῦ ἄρτου καί τοῦ ποτηρίου…, προλαβών ὁ Θεός μαρτυρεῖ εὐαρέστους ὑπάρχειν αὐτῷ (Μαλαχ. α´ 10-12). Ἡ ὁμοίως πρώϊμος ἀλλ᾿ ἀσαφὴς εἴδησις τῆς Διδαχῆς (9,1–10,7) ὑποστηρίζεται ὅτι σχετίζεται πρὸς τὴν τράπεζαν τῆς ᾿Αγάπης καὶ ὄχι πρὸς τὸ Μυστήριον τῆς Θ. Εὐχαριστίας. ᾿Αλλὰ καὶ γενικώτερον ὁ ἁγιασμὸς τῆς ὕλης εἶναι παγανιστικῆς ἐμπνεύσεως, ὅταν ὁ ᾿Απ. Παῦλος διδάσκη (Α´ Τιμ. δ´ 4 – 5): πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον· ἁγιάζεται γὰρ διὰ λόγου Θεοῦ καὶ ἐντεύξεως (ὅπου τὸ ἐντεύξεως κατὰ τὴν ῾Ελληνιστικὴν ὁρολογίαν σημαίνει δεήσεως); Καὶ ὁπωσδήποτε ἄλλο θέμα εἶναι ἡ εὐχαριστία ἐπὶ παντὶ βρώματι καὶ ποτῷ κατὰ τὸ χωρίον τοῦ ᾿Απολογητοῦ ᾿Αριστείδου, ἡ ὁποία δὲν συνιστᾷ μυστήριον (᾿Απολ. 15, 7 – 8 [SC 470, σ. 290]: εὐχαριστοῦντες αὐτῷ κα­τὰ πᾶσαν ὥραν ἐν παντὶ βρώματι καὶ ποτῷ καὶ τοῖς λοιποῖς ἀγαθοῖς).
    ῾Ως πρὸς τὴν εὐλογίαν τοῦ ἐλαίου καὶ τοῦ ὕδατος ἐν τῇ Λατρείᾳ ἡ ᾿Εκκλησιαστικὴ διδασκαλία ἔχει ὑποδείξει ὅτι ὅπου ὑπάρχει Γραφικὴ ὑποτύπωσις περιττεύει ἡ ἀναδρομὴ εἰς ἐθνικὰ πρότυπα καὶ ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου βαρύνει ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων, διότι κατὰ τὸν Μ. ᾿Αθανάσιον: αὐτάρκεις μὲν γάρ εἰσιν αἱ ἅγιαι καὶ θεόπνευστοι Γραφαὶ πρὸς τὴν τῆς ἀληθείας ἀπαγγελίαν· εἰσὶ δὲ καὶ πολλοὶ τῶν μακαρίων ἡμῶν διδασκάλων εἰς ταῦτα συνταχθέντες λόγοι· οἷς ἐάν τις ἐντύχοι, εἴσεται μέν πώς τὴν τῶν Γραφῶν ἑρμηνείαν, ἧς δὲ ὀρέγεται γνώσεως τυχεῖν δυνήσεται (Κατὰ ῾Ελλήνων 1, 9 – 13, Thomson).
    Οὕτω π.χ. ἡ λατρευτικὴ εὐλογία τοῦ ὕδατος τοῦ βαπτίσματος, ἔνθα ὄντως καὶ ἐναντίαι δυνάμεις μνημονεύονται καὶ συντριβὴ αὐτῶν διὰ τῆς σημειώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ (...συντριβήτωσαν ὑπὸ τὴν σημείωσιν τοῦ τύπου τοῦ Σταυροῦ σου πᾶσαι αἱ ἐναντίαι δυνάμεις), ἀποδίδει τὸ Ψαλμικὸν (ογ´ 13): σὺ συνέτριψας τὰς κεφαλὰς τῶν δρακόντων ἐπὶ τοῦ ὕδατος, κατὰ τὴν ἀναγωγικὴν ἑρμηνείαν, ἐφ᾿ ὅσον ὁ Φαραὼ καὶ οἱ ἄρχοντες αὐτοῦ εἰς οὓς ἀναφέρεται τὸ χωρίον συμβολίζουν τὸν σατανᾶν καὶ τοὺς δαίμονας (πβ. Εὐσέβιον, Εἰς τοὺς Ψαλμούς, PG 23, 705Α, 864Α – Β)· ἤδη δὲ ὁ ᾿Απ. Παῦλος σχετίζει διάβασιν ᾿Ερυθρᾶς Θαλάσσης καὶ Βάπτισμα ἀναγωγικῶς (Α´ Κορ. ι´ 1 – 2). ᾿Εντεῦθεν καὶ ἡ εὐχὴ τοῦ Μ. ῾Αγιασμοῦ (Σωφρονίου): σὺ καὶ τὰ ᾿Ιορδάνια ῥεῖθρα ἡγίασας οὐρανόθεν καταπέμψας τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα καὶ τὰς κεφαλὰς τῶν ἐκεῖσε ἐμφωλευόντων συνέτριψας δρακόντων, καὶ τὸ τροπάριον τῆς ς´ ῞Ωρας τῆς ε´ ᾿Ιανουαρίου: ...καὶ γὰρ τὸν κεκρυμμένον τοῖς ὕδασι πολέμιον, τὸν ἄρχοντα τοῦ σκό­τους, ἐπείγομαι ὀλέσαι... Σημειωτέον ὅτι καὶ ἔτι ἐνωρίτερον ὑπὸ τοῦ ᾿Ωριγένους (α´ ἥμ. γ´ αἰ.) μαρτυρεῖται ὅτι ὁ δράκων οὗτος εἶναι ὁ διάβολος (ἑρμηνευομένου τοῦ χωρίου ᾿Ιὼβ μ´ 25· ἄξεις τὸν δράκοντα ἐν ἀγκίστρῳ...· βλ. Σειρὰς εἰς τὸν ᾿Ιώβ, U. – D. Hagedorn, τ. ΙΙΙ, σσ. 342 – 344). ῞Οτι δὲ ἐμφιλοχωροῦν εἰς τὴν ὕλην οἱ δαίμονες, δὲν παραλαμβάνεται ἐκ τοῦ ῾Ελληνισμοῦ, ἀλλ᾿ εἶναι καὶ ᾿Ιουδαϊκὴ πίστις καὶ διδασκαλία τῆς ΚΔ· ἐκτὸς τῶν μνημονευομένων ἐκεῖ πολλῶν δαιμονώντων ἀνθρώπων εἰσέρχονται οἱ δαίμονες καὶ εἰς τοὺς χοίρους (Ματθ. η´ 30–32, Μᾶρκ. ε´ 12–13, Λουκ. η´ 32–33), πορεύονται δι᾿ ἀνύδρων τόπων καὶ δὲν εὑρίσκουν ἀνάπαυσιν (οἵαν ἆρά γε προσφέρει εἰς αὐτοὺς τὸ ὕδωρ;) [Ματθ. ιβ´ 43, Λουκ. ια´ 24], ἔρχεται δὲ ὁ δράκων εἰς τὴν ἔρημον καὶ βάλλει εἰδικῶς ὕδωρ κατὰ τῆς συμβολικῆς γυναικὸς τῆς τεκούσης τὸν ἄρρενα, ἵνα αὐτὴν ποταμοφό­ρητον ποιήσῃ (᾿Αποκ. ιβ´ 13 – 16). Αὐτὴ ἄλλως τε ἡ περιπλάνησις τοῦ δαίμονος εἰς τὴν ἔρημον δικαιολογεῖ καὶ ἐκ τῆς ΚΔ τὴν παρουσίαν αὐτοῦ εἰς τὴν ἄψυχον ὕλην. ᾿Αλλὰ καὶ εἰς τὴν ΠΔ ἤδη ἐν τῷ Παραδείσῳ προσφέρεται ὁ ὄφις ὡς ἐνδιαίτημα τοῦ δαίμονος (Γέν γ´ 1 κἑξ.), καὶ ἐντεῦθεν καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτοῦ ὡς δράκοντος.
    Καὶ τὸ ὅτι τὸ ἔλαιον κατὰ τὸ Βάπτισμα εὐλογεῖται, ὥστε νὰ γίνῃ πάσης διαβολικῆς ἐνεργείας ἀποτρόπαιον, δὲν σημαίνει ὅτι ἐν αὐτῷ ὑπάρχει τὸ δαμαζόμενον «παγανιστικὸ στοιχεῖο»· ἀλλὰ καὶ τούτου ἡ ὑποτύπωσις, ὅτι εἶναι φυγαδευτικὸν τοῦ δαίμονος, εἶναι ῾Αγιογραφικὴ (Μᾶρκ. ς´ 7, 12 – 13· καὶ προσκαλεῖται τοὺς δώδεκα..., καὶ ἐδίδου αὐτοῖς ἐξουσίαν τῶν πνευμάτων τῶν ἀκαθάρτων..., καὶ δαι­μόνια πολλὰ ἐξέβαλλον, καὶ ἤλειφον ἐλαίῳ πολλοὺς ἀρρώ­στους καὶ ἐθεράπευον). Καὶ ἡ ἐκδίωξις τοῦ δαίμονος εἶναι πρᾶξις καὶ τοῦ ἀρχαίου Χριστιανισμοῦ καὶ τοῦ συγχρόνου τότε ᾿Ιουδαϊσμοῦ (βλ. χωρία παρὰ Marinella Corsano, Demoni in fuga..., «Dulce Melos», Alessandria 2007, σσ. 73 – 101). ᾿Ακόμη καὶ τὸ δημωδῶς παροιμιαζόμενον ὅτι ὁ διάβολος ἀποφεύγει τὸ λιβάνι ἔχει στήριξιν εἰς τὸ βιβλίον τοῦ Τωβὶτ ς´ 17 (ὀσφρανθήσεται τὸ δαιμόνιον καὶ φεύξεται) καὶ η´ 3. Ἐπιστημονικὴ θέσις ἐξ ἄλλου εἶναι ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ὑπετάγη εἰς τὴν δαιμονολογίαν τῶν ἐθνικῶν, ἀλλ᾽ ἀπηλευθέρωσε τὴν φύσιν τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων τοῦ ἐθνικοῦ κόσμου καὶ παρέδωκεν ἄνευ δεισιδαιμονικῶν προκαταλήψεων εἰς τὴν ἔρευναν (RAC VII, 1969, στ. 584, ἐν ὄψει τῆς συμβολῆς τοῦ Μ. Βασιλείου κ.ἄ.). ᾿Αλλὰ καὶ περαιτέρω ὁ Χρυσόστομος κακίζει διὰ μακρῶν ὅτι τολμῶσί τινες λέγειν ὅτι δαίμονες τὰ καθ᾿ ἡμᾶς διοικοῦσι (PG 49, 253Β). Καὶ ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος εἶναι σαφὴς ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς δαιμονοφοβίας μετὰ τὴν Σταυρικὴν θυσίαν τοῦ Κυρίου: ...τοῦ Σταυροῦ γενομένου, πᾶσα μὲν εἰδωλολατρεία καθῃρέθη, πᾶσα δὲ δαιμόνων φαντασία τῷ σημείῳ τούτῳ ἀπελαύνεται, καὶ μόνος ὁ Χριστὸς προσκυνεῖται... (ἔνθ᾿ ἀνωτ. 1, 27–29). Εἶναι προϊόντα ταῦτα τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ παγανιστικοῦ στοιχείου ἢ ἀποτελοῦν συνέχειαν τῆς διδασκαλίας τῆς ΚΔ;
    ᾿Αλλὰ καὶ ἐπιστημονικῶς ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ἀκριβεῖς, ἡ θέσις ὅτι τὸ παγανιστικὸν στοιχεῖον εἰσβάλλει εἰς τὴν Χριστιανικὴν Λατρείαν ἀπὸ τοῦ τετάρτου αἰῶνος (καὶ ἄρα εὐθύνεται διὰ τοῦτο τὸ Βυζάντιον) ἔχει τροποποιηθῆ ἐπὶ τὰ χείρω, διότι ἐρευνηταὶ θέλουν νὰ ἐντοπίζουν ἐπιδράσεις τῆς ἐθνικῆς μυστηριακῆς λατρείας καὶ κατὰ τοὺς προγενεστέρους αἰῶνας, ὁπότε, ἐὰν τοὺς ἀκολουθήσωμεν, τὰ πράγματα ὄντως περιπλέκονται, καὶ οἱ ἔνοχοι ἀναζητητέοι ἀλλαχοῦ (βλ. συνοπτικῶς P. E. Bradshaw, The Search for the Origins of Christian Worship. Sources and Methods for the Study of Early Liturgy, London 22002, σσ. 21-23, 213-217). ᾿Αμφισβητεῖται ἐπίσης καὶ ἡ μονόπλευρος θεώρησις τῆς ἐκπορεύσεως τῆς πρωΐμου Χριστιανικῆς Λατρείας ἐξ ᾿Ιουδαϊκῶν καὶ μόνον προτύπων (τοῦ αὐτοῦ, Parallels between Early Jewish and Christian Prayers, ἐν «Identitat durch Gebet...», σσ. 28 – 32). Καὶ ἴσως παρόμοιαι ἐπιστημονικαὶ γνῶμαι ὡδήγησαν καὶ εἰς περαιτέρω ἀνεδαφικὴν ἀπόφανσιν, ὅτι «δὲν εἶναι ἡ καθαρὴ λατρεία αὐτή, ποὺ ἦταν στοὺς πρώτους αἰῶνες» («Ο.Τ.» 2.10.09, σ. 3), ὥστε νὰ αἰσθανώμεθα τὴν ἀνάγκην ἔτι αὐθαιρετωτέρων κριτηρίων «διορθώσεως» αὐτῆς, εἰς χῶρον ὅπου αἱ μαρτυρίαι σπανίζουν.
    β´) ῾Η ἐκλαμβανομένη ὡς βυζαντινῆς ἐμπνεύσεως ἀντίληψις περὶ διακρίσεως ἱεροῦ καὶ βεβήλου («Ο.Τ.» 2.10.09, σ. 3)· «αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ στὴν πραγματικότητα ἐγκαινίασε τὸν διαχωρισμὸ ἱεροῦ καὶ βεβήλου» (καὶ ἐννοεῖται αἰτία ἡ εἰσαγωγὴ παγανιστικῶν στοιχείων εἰς τὴν Λατρείαν) μήπως καὶ αὐτὴ δὲν ἔχει ῾Αγιογραφικὴν ὑπόδειξιν; Δὲν συναντῶμεν τὴν διάκρισιν εἰς τὸ Λευϊτ. ι´ 10· ἀνὰ μέσον τῶν ἁγίων καὶ τῶν βεβήλων, ἢ εἰς τὸν ᾿Ιεζεκιὴλ κβ´ 26· ἀνὰ μέσον ἁγίου καὶ βεβήλου ἢ δὲν βεβηλοῦνται τὰ ἅγια (Λευϊτ. ιθ´ 8, Ψαλμ. ογ´ 7) ῥιπτόμενα τοῖς κυσὶ (Ματθ. ζ´ 6); Δηλαδὴ εἰς τὸν χριστιανικὸν κόσμον τὰ πάντα εἶναι ἅγια καὶ οὐδὲν βέβηλον; Δὲν χρειάζεται πρὸς ἁγιασμὸν ἡ ἐπίκλησις τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δέησις; Δὲν ἰσχύει ἡ διάκρισις τῆς ΠΔ εἰς τὸν Χριστιανισμόν; ᾿Αλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ Εἰκονομαχία κατὰ τὸν ῞Ορον τῆς ἐν ῾Αγί·ω Πνεύματι Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐκεῖ προσέκρουσεν, εἰς τὴν ἀθέτησιν τῆς διακρίσεως ἱεροῦ καὶ βεβήλου· ...καὶ ἀνὰ μέσον ἁγίου καὶ βεβήλου οὐ διέστειλαν, τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου καὶ τῶν ῾Αγίων Αὐτοῦ ὁμοίως τοῖς ξοάνοις τῶν σατανικῶν εἰδώλων ὀνομάσαντες (Lamberz – Uphus).
    γ´) Τῆς καταφορᾶς δὲν ἐξέφυγε καὶ ὁ ὀρθόδοξος Μοναχισμός, ὁ ὁποῖος προβάλλεται ὡς παραχαράσσων τὴν εἰκόνα τῆς Εὐχαριστιακῆς πνευματικότητος τῆς πρώτης ᾿Εκκλησίας, διότι ἐπιμένει εἰς τὴν θεραπευτικὴν ἀποστολήν του, ἐνῶ ἡ θεραπεία δὲν εἶναι ξένη πρὸς τὴν εὐχαριστιακὴν συμμετοχὴν («ἦταν ἡ εἰσαγωγὴ τῆς θεραπευτικῆς πνευματικότητος ἀντὶ τῆς ἐκκλησιολογικῆς πνευματικότητος ποὺ ὑπῆρχε προηγουμένως μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀτομισμοῦ τοῦ αἰσθητισμοῦ...», «Ο.Τ.» 2.10.09, σ. 3, καὶ «γιὰ τὴ διαφορὰ καὶ τὴν σύγκρουση μεταξὺ εὐχαριστιακῆς καὶ “θεραπευτικῆς” πνευματικότητος ἔχουν γραφῆ πάμπολλα...», «Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6). Σημειωτέον ὅτι τὸ Βυζάντιον δὲν εὐθύνεται διὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ ἀσκητικοῦ κινήματος, διότι τὸν ἀναχωρητικὸν βίον παρέλαβεν ἤδη ἀναπτυσσόμενον. ᾿Ηνέχθη ὅμως, ἐπεδοκίμασε καὶ ὠργάνωσε τὴν λειτουργίαν ἱερῶν μονῶν καὶ μοναστικῶν συγκροτημάτων, χωρὶς νὰ βάλλῃ κατὰ τῆς ἐκκλησιολογικῆς πνευματικότητος. Περὶ τοῦ μοναχισμοῦ ἐξεφράσθησαν μεγάλοι θεολόγοι καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐξεπορεύθησαν ὑψηλὰ ἀναστήματα τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ῞Αγιοι καὶ μαχηταὶ εὐαίσθητοι εἰς τὴν ἀνίχνευσιν καὶ καταπολέμησιν τῆς κακοδοξίας. ῞Ωστε πᾶσα συνηγορία ὑπὲρ αὐτοῦ θὰ ἦτο περιττὴ καὶ ἀνεπαρκής. ᾿Αλλὰ ἀφοῦ ἐπιμένωμεν ὅτι πρέπει νὰ μετρῆται ὁ Μοναχισμὸς κατὰ τὴν πεπλασμένην ἀντίθεσίν του πρὸς τὴν εὐχαριστιακὴν πνευματικότητα, ἂς μὴ παρίδωμεν ὅτι ὁ Μοναχισμὸς ἐπιμένει εἰς τὴν πνευματικὴν γυμνασίαν, τὴν ἄσκησιν καὶ τὴν κατάλληλον προετοιμασίαν, διὰ νὰ εἶναι τελικῶς ὁ πιστὸς ἄξιος κοινωνὸς αὐτοῦ τοῦ εὐχαριστιακοῦ μυστηρίου. ᾿Εκεῖνο τὸ δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω τοῦ ᾿Απ. Παύλου (Α´ Κορ. ια´ 28) εἶναι καὶ τὸ ἀξίωμα τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ ὁ ἀσκητικὸς σκοπὸς τοῦ μοναχοῦ, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ᾿Αποστολικῆς ῥήσεως καὶ νὰ ἔχῃ κατὰ Χρυσόστομον τοῦ συνειδότος τὴν καθαρότητα (PG 61, 233Β) ἐν ὄψει τῆς εὐχαριστιακῆς μετοχῆς. Τὸ δοκιμαζέτω εἶναι τὸ μέσον πρὸς ἀποφυγὴν τῆς καταστάσεως τῶν πολλῶν ἀσθενῶν καὶ ἀρρώστων... ᾿Αμφότερα εἶναι ἀλληλένδετα. Δὲν εἶναι ξένη ἡ ἀσκητικὴ παρουσία τοῦ Μοναχισμοῦ πρὸς τὴν εὐχαριστιακὴν πνευματικότητα, ὅπως τὴν ἐξελάμβανεν ἡ ᾿Εκκλησία. Καὶ οὔτε τὸ Βυζάντιον ἀστοχεῖ περιλαβὸν εἰς τοὺς κόλπους του καὶ τὴν μοναχικὴν πνευματικότητα (ὑπάρχει καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς σκοπιᾶς πολλὴ βιβλιογραφία). ῍Η μήπως ἡ παρθενία, ἡ ἀκτημοσύνη, ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, · ἐξομολόγησις ἐκ τῶν κυρίων μέσων τῆς μοναστικῆς ἀσκήσεως δὲν ἔχουν ῾Αγιογραφικὴν στήριξιν καὶ ἐντολήν; Καὶ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ Μοναχισμὸς εἶναι αὐτὴ ἡ εἰκὼν τῆς ἐν φυγῇ ᾿Εκκλησίας τῶν πρώτων αἰώνων τῶν διωγμῶν, μοναχοὶ ὑπηρετοῦν εἰς τὸ κοινωνικὸν ἔργον τῆς ᾿Εκκλησίας, μοναχοὶ ἀναλαμβάνουν ἀποστολικὸν ἔργον, διὰ νὰ διδάξουν τὸ Εὐαγγέλιον καὶ ὁδηγήσουν ἀνθρώπους εἰς τὴν εὐχαριστιακὴν πνευματικότητα.
    δ´) Διετυπώθη ὅτι ἡ Λατρεία καὶ ἡ ῾Υμνολογία της εἶναι ἔργα ἀνθρώπινα καὶ ἄρα τρεπτὰ περιέχοντα ὑπὸ τὴν ἀνοχὴν καὶ ἀγάπην τοῦ Κυρίου «λάθη τῶν παιδιῶν Του» εὑρεθέν των «ὑπὸ τὴν πίεση ἰδιαζουσῶν ἱστορικῶν συνθηκῶν» καὶ ἀναμένοντα τὴν «ἀποκατάσταση τῆς ὀρθοπραξίας, μόλις αὐτὴ καταστῆ ἐφικτὴ» καὶ ὅτι τοῦτο «εἶναι καθῆκον μας» («Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6). Καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀναλαμβάνομεν ἡμεῖς ἄνωθεν τὴν ἱερὰν ἀποστολὴν τῆς διορθώσεως τῶν «σφαλμάτων» τῶν θεοσόφων Πατέρων, διότι διαθέτομεν ἐπιστημονικὸν καὶ μόνον ὁπλισμὸν (καὶ μάλιστα ἄλλος ἄλλον), τὸν ὁποῖον ἐκεῖνοι δὲν εἶχον, ὥστε νὰ διακρίνουν ποῖον τὸ ὑπὸ πίεσιν καθιερούμενον ἐν τῇ Λατρείᾳ καὶ τοῦτο τῇ ἀνοχῇ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιφυλάσσει εἰς ἡμᾶς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς τελειότητος καὶ τῆς καθαρότητος τῆς Λατρείας, διότι κακῶς εἰς τὴν καθιερωμένην Λατρείαν ἡ ἀπατηλὴ «θρησκευτικότητά» μας «τὰ θέλει ὅλα “τέλεια” καὶ “καθαρά“, ὅλα σταλμένα ἀπ᾿ εὐθείας ἀπὸ τὸν οὐρανό»! («Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6).
    Καὶ εἰς τὴν ἀνωτέρω ὑπερφίαλον ἀξίωσιν προστίθεται καὶ τὸ ἀφοπλιστικὸν ἐπιχείρημα πρὸς ἀπομυθοποίησιν τοῦ θεοκρίτου τῆς λατρευτικῆς ὑμνωδίας ὅτι «κάθε Κυριακὴ ψάλλουμε ἕνα ἀπὸ τὰ ἑωθινὰ δοξαστικά, τὰ ὁποῖα ἔγραψε ὁ αὐτοκράτορας Λέων ὁ 6ος, δηλαδὴ κάποιος ποὺ τέλεσε τέσσαρες γάμους; (!) Καὶ ποὺ γιὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπό του καθαίρεσε τὸν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως; (!)» («Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6). Δηλαδὴ ἡ ἁμαρτωλότης τοῦ ποιητοῦ τῶν ἑωθινῶν (θὰ προσθέσω καὶ ἄλλων ἀξιολόγων ὕμνων τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ συγγραφέως ὁμιλιῶν ὑψηλοῦ θεολογικοῦ περιεχομένου) ἐπηρεάζει τὸ ὀρθόδοξον καὶ τὸ ποιητικῶς παραδεκτὸν ὕφος καὶ περιεχόμενον τῶν ὕμνων τοὺς ὁποίους εἰσήγαγεν οὐχὶ ἀφελῶς ἡ ᾿Εκκλησία εἰς τὴν Λατρείαν· ἢ μήπως καὶ ἡ ᾿Εκκλησία διαπράττει σφάλματα τελοῦσα ὑπὸ ὑποτιθεμένην πίεσιν καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν πιεστικῶν ἀνθρώπων δὲν φροντίζει νὰ τὰ διορθώσῃ; Εἶναι δὲ καὶ τολμηρὸν νὰ ὑπαινισσώμεθα ὅτι ἡ ᾿Εκκλησία ἀνέχεται εἰς τοὺς κόλπους της νὰ ρυθμίζουν τὰ τῆς Λατρείας της καὶ τὰ τῆς παραβολῆς «ζιζάνια», ὥστε «ποτὲ τὰ πράγματα δὲν εἶναι ἀπολύτως καθαρὰ καὶ ἀνεπίληπτα» («Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6), καὶ ἄρα ὑποκείμενα εἰς τὴν ἀπαραίτητον καθαρτικήν μας χειρουργίαν.
    Πῶς γίνεται ὅμως, ἐνῶ τὰ «ζιζάνια» εἶναι σπορὰ τοῦ «ἐχθροῦ» (Ματθ. ιγ´ 25-28), ὁ ἐξ αὐτῶν Λέων ς´ (=Λέων δεσπότης) νὰ ὑμνῇ ὀρθοδόξως τὴν ῾Αγίαν Τριάδα εἰς τὸ ὑπέροχον δογματικὸν δοξαστικὸν τοῦ ῾Εσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς (Δεῦτε, λαοί, τὴν τρισυπόστατον Θεότητα προσκυνήσωμεν...);
    ᾿Αλλ᾿ ἐφ᾿ ὅσον διεκδικοῦμεν τὴν ἁρμοδιότητα νὰ διορθώνωμεν τὰ «κακῶς ἔχοντα» τῆς λατρευτικῆς πράξεως, θὰ προέτεινα πρὸς ὁλοκλήρωσιν τῆς καθάρσεως κατὰ τὴν ἀνωτέρω ἐπισήμανσιν νὰ προβληματισθῶμεν, ἂν πρέπει νὰ ὑποδείξωμεν καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐν ταῖς ἀκο λουθίαις ἀναγνωσμάτων ἐκ τῶν Παλαιοδιαθηκικῶν βιβλίων τοῦ Σολομῶντος (κανονικῶν ἢ δευτεροκανονικῶν), διότι καὶ ὁ Σολομὼν ἐξέκλινε καὶ αὐτὸς εἰς ἁμαρτωλὸν βίον χείρονα ἐνδεχομένως τοῦ τοῦ Λέοντος. Τώρα ἂν αὐτὰ περιέχουν καὶ προφητείας εἰς Χριστόν, αὐτὸ τὰ κριτήριά μας ἂς τὸ παρακάμπτουν!
    ᾿Αλλὰ τὸ θέμα τίθεται γενικώτερον, διότι ὑποδεικνύεται ὅτι βαρύνει ἡ φωνὴ τῶν συγχρόνων (καὶ διατί ὄχι διεθνοῦς προβολῆς;) ἐπιστημόνων λειτουργιολόγων εἰς τὴν ρύθμισιν θεμάτων τῆς παραδεδομένης λειτουργικῆς πράξεως τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Κατηγοροῦνται οἱ ἐπικρίναντες τὰς καινοτομίας τοῦ π. Βασιλείου ἱερεῖς ὅτι προσβάλλουν «καταξιωμένους ἐπιστήμονες καὶ πιστὰ μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας. Ρητὰ δηλώνουν ὅτι δὲν θέλουν τοὺς λειτουργιολόγους...» («Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6).
    Θὰ προτείνω καὶ πάλιν ὅτι πρὸς ὁλοκλήρωσιν κατὰ τὸ αὐτὸ πνεῦμα ἐπιβάλλεται νὰ συμβουλευθῶμεν καὶ μίαν ἄλλην ὁμάδα ἐπιστημόνων, τοὺς Καινοδιαθηκολόγους, καί, διὰ νὰ εἴμεθα ἐπιστημονικῶς «ἀνεπίληπτοι», καὶ πάλιν τοὺς ἀνὰ τὸν κόσμον ἀφωσιωμένους ἐρευνητὰς τοῦ κλάδου τούτου. Σημαντικὴ μερὶς καὶ τούτων ἔχουν νὰ μᾶς ὑποδείξουν πολλὰ περὶ τροποποιήσεων τῶν παγίως καθιερωμένων ῾Αγιογραφικῶν ἀναγνωσμάτων ἐν τῇ Λατρείᾳ. Π.χ. θὰ μᾶς διδάξουν ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀποβάλωμεν ἐκ τοῦ ῎Ορθρου τῆς Κυριακῆς τὸ Γ´ ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον καὶ τὴν ἐξ αὐτοῦ ὑμνωδίαν, διότι ἡ περικοπὴ (Μᾶρκ. ις´ 9-20) δὲν ἀνήκει εἰς τὸ γνήσιον κατὰ Μᾶρκον (παρὰ τὰς μεμονωμένας ἀντιρρήσεις τοῦ W. R. Farmer), νὰ ἀποσύρωμεν τὴν περικοπὴν τῆς ἐπὶ μοιχείᾳ καταληφθείσης (᾿Ιω. η´ 3-11) ἀναγινωσκομένην τὴν 1ην ᾿Απριλίου, διότι δὲν ἀνήκει εἰς τὸ κατὰ ᾿Ιωάννην, νὰ ἀποβάλωμεν χάριν γνησιότητος τὰς ἀναγινωσκομένας περικοπὰς ἐκ τῶν δύο πρώτων κεφαλαίων τοῦ κατὰ Λουκᾶν, διότι τὰ κεφάλαια ταῦτα εἶναι κατ᾿ αὐτοὺς πρόσθετα, μεταγενέστερα, ἀνήκοντα εἰς τὸν ἐπινοούμενον «Δευτερολουκᾶν» ἢ νὰ ἀπαλείψωμεν τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Απ. Παύλου ἀπὸ τῶν ᾿Επιστολῶν πρὸς ᾿Εφεσίους, πρὸς Κολασσαεῖς, πρὸς Θεσσαλονικεῖς Β´, πρὸς Τιμόθεον Α´, Β´, πρὸς Τίτον, πρὸς ῾Εβραίους, καὶ νὰ μὴ ἐκφωνῶμεν· Παύλου τὸ ἀνάγνωσμα, καὶ ἀναλόγως νὰ πράξωμεν καὶ ἐπὶ τῶν ἀναγινωσκομένων ἐκ τῶν Καθολικῶν ᾿Επιστολῶν. Καὶ ἐπὶ τούτοις ποῖον κείμενον τῆς ΚΔ θὰ μᾶς συστήσουν διὰ τὴν Λατρείαν, τὸ τῆς 27ης κριτικῆς ἐκδόσεως, τὸ χαρακτηριζόμενον ὡς Living text τῶν παπύρων, τὸ τοῦ κώδικος Bezae ἢ θὰ μείνωμεν εἰς τὸ majority text καὶ τῆς ἐσχάτης κατ᾿ αὐτοὺς κατηγορίας τοῦ Βυζαντινοῦ τύπου; ᾿Εκκρεμεῖ καὶ ἡ ἀποκάθαρσις τῶν «πρωτοορθοδόξων» ἐπεμβάσεων, αἵτινες κατὰ ὀνομαστοὺς καινοδιαθηκολόγους ἠλλοίωσαν ἐπὶ τὸ ὀρθοδοξότερον καὶ ἀσκητικώτερον χωρία τῆς ΚΔ (Metzger, Ethrman κ.ἄ.). Καὶ τὸ ἔτι χεῖρον, ἐξ αὐτῶν θὰ μάθωμεν ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ θεολογία τῆς ΚΔ, καὶ μάλιστα ἑνὸς ἑκάστου τῶν βιβλίων αὐτῆς, καὶ ἄλλη ἡ τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας καὶ ὅτι μετὰ τῶν κανονικῶν πρέπει νὰ συμμελετῶνται πρὸς ὁλοκλήρωσιν τῆς κατανοήσεως αὐτῶν καὶ τὰ ἀπόκρυφα, οἷα τὸ τοῦ Πέτρου καὶ τὸ κατὰ Θωμᾶν. Καὶ ἰδοὺ στερεὰ βάσις, διὰ νὰ στηρίξωμεν τὴν ἣν ἐπιχειροῦμεν ἀναπαραγωγὴν τῆς πρωΐμου Λατρείας! Καὶ βεβαίως καὶ ἐνταῦθα οὐδαμοῦ γίνεται λόγος περὶ θεοπνευστίας τῶν Γραφῶν, περὶ ἐμπνεύσεως ἐκ τοῦ οὐρανοῦ (!), καὶ ἀναγνωρίζεται δρῶν ὁ ἔχων ἀδυναμίας ἀνθρώπινος παράγων καὶ ἡ ἐπίδρασις ἀκόμη καὶ τοῦ παγανιστικοῦ στοιχείου. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μήπως καὶ αὐτὸς ὁ Κανὼν τῆς ΚΔ εἶναι ἔργον ἀνθρώπινον, ὅπως καὶ ἡ λειτουργικὴ πρᾶξις, καὶ δὲν ἐπέμφθη ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἄρα ἐπιδέχεται καὶ οὗτος ἐπιστημονικὰς ἀναθεωρήσεις εἰσακτέας εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν;
    ᾿Αλλ᾿ ἡ ἐν ῾Αγίω Πνεύματι (καὶ τοῦτο τοὐλάχιστον δὲν ἀμφισβητεῖται) ἀποφηναμένη Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ὡς πρὸς τὰ κείμενα τῆς Θείας Λειτουργίας τηρεῖ ἀντίθετον στάσιν καὶ σέβεται ἐν κανόνι λβ´ τὴν ἐγγράφως παραδοθεῖσαν μυστικὴν ἱερουργίαν ᾿Ιακώβου τοῦ ᾿Αδελφοθέου καὶ Μ. Βασιλείου, διότι περιέχει τὴν τέλεσιν τοῦ Μυστηρίου κατὰ θεόσδοτον τάξιν, καὶ δὲν ἐπιτρέπει παραβάσεις. ᾿Αλλὰ καὶ τὸ σκανδαλίζον βυζαντινὸν τυπικόν, «Ο.Τ.» 25.9.09, σ. 4 (ἐὰν τοῦτο ἀποτελῇ «βυζαντινισμὸν») τῶν κηρῶν, τῶν κανδηλῶν, τοῦ θυμιάματος, τῶν εἰκόνων (σχετισθεισῶν ὀρθοδόξως καὶ πρὸς τὸν σεβασμὸν τῶν εἰκόνων τῶν [μισητῶν καθ᾿ ἡμᾶς] βυζαντινῶν βασιλέων), καὶ τοῦτο ἔχει τύχει συνοδικῆς καταξιώσεως καὶ ἀναγνωρίσεως τῆς ἀρχαιότητός του ἐν τῷ ῞Ορῳ τῆς Ζ´ Οἰκ. Συνόδου, ὅπου ἀναγινώσκομεν ὅτι καὶ εἰς τὰς ἁγίας Εἰκόνας, ὡς καὶ εἰς τὸν Τίμιον Σταυρόν, συνιστᾷ ἡ Σύνοδος καὶ θυμιαμάτων καὶ φώτων προσαγωγὴν πρὸς τὴν τούτων τιμὴν ποιεῖσθαι, καθὼς καὶ τοῖς ἀρχαίοις εὐσεβῶς εἴθισται. ῾Η ἱερὰ Λατρεία δὲν εἶναι χῶρος πειραματισμῶν καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην διαλόγων πρὸς τοὺς προβληματιζομένους καὶ ἄλλοτε ἄλλα πρεσβεύοντας καὶ ἀσυμφώνους πρὸς ἀλλήλους ἐπιστήμονας. Εἶναι βεβαίως αὐτονόητον ὅτι οὐδεὶς κωλύει τὴν αὐτόνομον ἐπιστημονικὴν ἔρευναν, τὴν ὁποίαν καὶ ὑπηρετοῦμεν κατὰ τὴν ἰδικήν της μεθοδολογίαν, ἀλλὰ τὴν θείαν Λατρείαν διέπουν ἄλλαι ἀρχαὶ δεδοκιμασμέναι ἱστορικῶς καὶ καθιερωμέναι δι᾿ ἄλλης διαδικασίας, ἡ ὁποία ὄντως χρειάζεται καὶ τὴν καθοδήγησιν «τοῦ Οὐρανοῦ».
    Καὶ πᾶσαι αἱ ἀνωτέρω καινοτομικαὶ εἰσηγήσεις περὶ ἐκ βάθρων ἀναμορφώσεως τῆς Λατρείας γίνονται καὶ ἐν συνδυασμ·ῶ πρὸς τὴν ἐπιμόνως ὑποστηριζομένην μετάφρασιν τῶν λειτουργικῶν κειμένων πρὸς ὁλοκλήρωσιν τῆς ἀποξενώσεως τοῦ ᾿Ορθοδόξου ῞Ελληνος ἀπὸ τῆς ἀμέσου βιώσεως τῆς ἱστορικῆς καὶ διαχρονικῆς διαστάσεως τῶν παραδεδομένων πηγῶν τῆς πνευματικῆς του τροφοδοσίας καὶ συμμορφώσεως πρὸς ὅσα οἱ σύγχρονοι ταγοὶ τῆς χρησιμοθηρικῆς μας ἐκπαιδεύσεως ὑπόπτως εἰσηγοῦνται ἐπὶ ζημίᾳ τῆς κατοχῆς ὡς ἐθνικοῦ κτήματος τῆς γλωσσικῆς συνεχείας. ῍Ας ὀρθώσῃ ἡ ᾿Εκκλησία ἀντίστασιν, ἂν μή τι ἄλλο χάριν τῆς ἐθνικῆς σημασίας τῆς ζώσης διπλῆς γλωσσικῆς παραδόσεως. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον χρειά ζεται καὶ ὑπονοοῦν οἱ Πατέρες πρὸς κατανόησιν τῶν ἱερῶν κειμένων εἶναι ἡ ἑρμηνεία, ἡ διδασκαλία τῶν θείων ἐννοιῶν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ ἀνάπτυξιν καὶ συστηματικὴν ἐργασίαν. ᾿Εδῶ ἂς ἐπιμείνωμεν.
 
«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ» ΑΡ. ΦΥΛ. 1818-1819
 
 

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

Βυζάντιο καὶ παράδοση. Τὰ θέλουμε, ἢ δὲν τὰ θέλουμε; Φώτης Κόντογλου




[Σχόλιο ᾿Οδυσσέως:Τό κείμενο τοῦ ἀειμνήστου Φώτη Κόντογλου πού ἀκολουθεῖ, ἄν καί ἔχει γραφτεῖ ἀρκετές δεκαετίες πρίν, ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ἐπίκαιρο. ῾Ο κυρ-Φώτης θέτει τόν δάκτυλον ἐπί τόν τύπον τῶν ἥλων...]

εἰκόνα-ἔργο Φωτη Κόντογλου

Μυστικὰ Ἄνθη, Ἀθήνα 1992, δ´ ἔκδοση, Ἀστήρ, σελ. 126‐130
________________________________________
Θἄθελα νὰ ρωτήσω: Τὸ θέλουμε ἢ δὲν τὸ θέλουμε τὸ Βυζάντιο; Τὸ ἀγαποῦμε, τὸ θαυμάζουμε, ἢ τὸ περιφρονοῦμε; Ἂν δὲν τὸ θέλουμε, γιατὶ κάνουμε γι᾿ αὐτὸ συνέδρια καὶ ἐκθέσεις, καὶ γιορτὲς γιὰ τὰ χίλια χρόνια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ποὺ εἶναι ἡ κιβωτὸς τῆς βυζαντινῆς παράδοσης; Κι ἂν πάλι τὸ θέλουμε σὰν δικό μας, καὶ καυχιόμαστε γι᾿ αὐτό, γιατὶ τότε παρουσιάζουνε αὐτὸ τὸ ἀπερίγραπτο χάλι οἱ ἐκκλησιές μας, ποὺ ὄχι μοναχὰ δὲν ἔχουνε τίποτα βυζαντινό, ἀλλὰ ἡ ἐλεεινὴ ἐμφάνισή τους κάνει νὰ ἀγανακτήσει κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἔχει λίγη καλαισθησία; Ὅλα ἐκεῖ μέσα μυρίζουνε ἀρχοντοχωριατιά, χοντροκοπιά, βιτρίνα, προχειρολογία, μοδιστράδικο. Ἂν βγάλει κανένας στὴ μπάντα λίγες ἐκκλησιὲς τῆς Ἀθήνας, ποὺ ἔχουνε ζωγραφισθεῖ σὲ βυζαντινὸ ὕφος, καὶ κάποιες ἄλλες ποὺ ἡ ψαλμῳδία εἶναι βυζαντινή, δηλαδὴ ἑλληνική, οἱ ἄλλες εἶναι ὅπως εἶπα παραπάνω, δηλαδὴ μαρτυροῦν ἕναν λαὸ χωρὶς θρησκευτικὴ ἱστορία καὶ χωρὶς καμμιὰ πνευματικὴ καλλιέργεια, μαρτυρᾶνε μία φυλὴ ξεπεσμένη, δίχως χαρακτῆρα, ξεπλυμένη ἀπὸ κάθετι δικό της, καὶ πασαλειμμένη μὲ λογιῶν-λογιῶν πασαλείμματα, ποὺ μ᾿ αὐτὰ νομίζει πὼς ξεφορτώθηκε ἀπὸ τὰ παλαιά, ἀπὸ τὰ βλάχικα, καὶ πὼς ἔγινε συγχρονισμένη, μοντέρνα, εὐρωπαϊκή.
Τὸ κακὸ ἔχει τὴ ρίζα του στὴν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία ἀδιαφορεῖ γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, δὲν δίνει καμμιὰ σημασία στὸ πὼς πρέπει νὰ ψέλνουνε στοὺς ναούς μας, στὸ πῶς πρέπει νὰ χτίζουνται καὶ νὰ ζωγραφίζουνται οἱ οἶκοι τοῦ θεοῦ. Ἀφήνω τὸ πῶς πρέπει νὰ γίνουνται τὰ ἄμφια καὶ τὰ σκεύη τῆς ἐκκλησιᾶς. Καμμιὰ φροντίδα! «Οὐ φροντὶς Ἱπποκλείδη». Δὲν πᾶνε νὰ γίνουνται ὅπως θέλει ὁ καθένας. Τὴν πρωτοβουλία τὴν ἔχει ἀφήσει στοὺς κληρικούς, ποὺ εἶναι προϊστάμενοι στοὺς ναούς, καθὼς καὶ στοὺς ἐπιτρόπους. Αὐτοὶ ἀποφασἰζουνε ποιὸν ψάλτη θὰ πάρουνε, ποιὸν ἁγιογράφο θὰ προτιμήσει τὸ γοῦστο τους, ποιὸς ἀρχιτέκτονας θὰ χτίσει τὴν ἐκκλησιά, ποιὸς μαρμαρᾶς ἢ ξυλογλύτης θὰ κάνει τὸ τέμπλο, τὰ παγκάρια, τὰ προσκυνητάρια, τὸ δεσποτικό, τὸν ἐπιτάφιο. Κι ἂν βγάλεις πάλι κατὰ μέρος λιγοστοὺς ἀπ᾿ αὐτούς, πού, δόξα νἄχει ὁ Κύριος, ὑπάρχουνε κι αὐτοὶ στὸν τόπο μας, οἱ ἄλλοι ἔχουνε συχνὰ τέτοιον ἐγωισμό, ποὺ τὰ ξέρουνε ὅλα: μουσική, ζωγραφική, γλυπτική, καὶ μ᾿ αὐτὰ τὰ ἐφόδια καταφέρνουνε νὰ κάνουνε τέτοια βαναυσουργήματα, ποὺ νὰ πιάνει ἀπελπισία τὸν ἄνθρωπο, καὶ βαθειὰ μελαγχολία γιὰ τὴ φυλή μας, βάζοντας μὲ τὸν νοῦ του σὲ τί ξεπεσμὸ βρίσκεται. Ἔχω ἀκούσει τέτοιες παραδοξολογίες γιὰ τὰ ζητήματα τῆς τέχνης ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ κρίνουν κι ἀποφασίζουν πὼς θὰ ζωγραφισθεῖ ἡ ἐκκλησία ποὺ τοὺς ἔχει παραδοθεῖ, ἡ ποιὸν ψάλτη θὰ διορίσουνε, ποὺ θ᾿ ἀπορήσετε ἂν ἔγραφα κάποιες ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς ἀνεύθυνες «γνῶμες», καὶ θὰ μὲ λέγατε μεγαλομάρτυρα, ποὺ ἀληθινὰ μαρτύρησα γιὰ τὸ ἔρμο αὐτὸ Βυζάντιο. Ἡ δραστηριότητά τους βρίσκεται στὸ ἀποκορύφωμα, κάθε χρόνο, πρὸ πάντων τοῦτες τὶς μέρες, ἀπὸ τοὺς Χαιρετισμοὺς ὡς τὸ Πάσχα. Ἐκεῖνοι οἱ Χαιρετισμοὶ ἔχουνε γίνει βαρκαρόλες καὶ τραβιάτες, γιατὶ καιροφυλαχτοῦνε κάποιοι λιμοκοντόροι κανταδόροι γιὰ νὰ ἐπιδείξουνε τὶς ἀγριοφωνάρες τους, καὶ βγάζουνε κάτι τέτοιες στριξιὲς καὶ μουγκρίσματα, ποὺ κι ἡ Παναγία τρομάζει ἀπὸ τὴ «σεμνὴ καὶ ἑλληνοπρεπῆ» ἐκείνη μουσική. Τώρα, τί σχέση ἔχει αὐτὴ ἡ μουσικὴ μὲ τὰ ἀρχαία ἑλληνικὰ λόγια τῶν ὕμνων, ὅπως εἶναι π.χ. τὸ «Νηδύϊ τὸν Λόγον ὑπεδέξω» κλπ., τοῦτο εἶναι πρᾶγμα ποὺ γι᾿ αὐτὸ δὲν σκοτίζεται κανένας. Ἢ ἐκεῖνο τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ», ποὺ θαρρεῖς πὼς τὸ λένε Ναπολιτᾶνοι, ποὺ τραγουδᾶνε μέσα σὲ καμμιὰ ἀνεμότρατα!
Τί ἔμορφη Ἑλλάδα! Τί βυζαντινὴ Ἑλλάδα ποὺ κάναμε, νὰ μὴν ἀβασκαθοῦμε! Αὐτὰ κι ἀλλὰ δεινά, μαζὶ μὲ τὴ φρικτὴ ἀκαλαισθησία ποὺ ἔχουνε οἱ εἰκόνες (οἱ περισσότερες φράγκικες Γενοβέφες τῆς πεντάρας), τὰ προσκυνητάρια, τὰ τέμπλα, ὅλα μαζὶ σὰν νὰ λένε πὼς οἱ ἐκκλησιὲς εἶναι ἕνα ἄφραγο ἀμπέλι γιὰ τὸ κέφι τοῦ κάθε ἐπίτροπου ἢ ἱερωμένου.
Φταίει ὅμως κατὰ πρῶτο ἡ Ἐκκλησία. Γιατί τ᾿ ἀφήνει ὅλα στὴ διάθεσή τους; Τί ξέρουνε αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τέχνη; Καλοὶ καὶ χρήσιμοι εἶναι στὸ νὰ συνάζουν χρήματα καὶ νὰ περιφρουροῦν τὰ συμφέροντα τοῦ ναοῦ τους. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα εἶναι δουλειὰ ἀλλουνῶν, ποὺ ἔχουνε τὴ γνώση, τὴν πεῖρα καὶ τὴ διάθεση γιὰ νὰ ὑπηρετήσουνε ἀληθινὰ καὶ σωστὰ τὴν ἐκκλησία, ὥστε τὰ χρήματα νὰ μὴν ξοδεύουνται γιὰ νὰ τὴν ἀσχημίσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ χρησιμεύουνε γιὰ τὴν πραγματικὴ εὐπρέπειά της. Ἀνατριχιάζει κανένας βλέποντας νὰ πληρώνουνται κάποιοι κακοτέχνες, ζωγράφοι καὶ ψαλτάδες, γιὰ νὰ παραμορφώσουνε τὴν ὄψη καὶ τὴ λατρεία στὶς ἐκκλησιές μας, ἐνῷ παραγκωνίζονται κάποιοι ἄλλοι ἄξιοι καὶ σπουδαῖοι, ποὺ θὰ τὶς ὀμόρφαιναν, μόνο καὶ μόνο, γιατὶ ἔτσι τὸ θέλουνε οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Μητροπόλεως ἢ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς.
Εἶναι νὰ τραβᾶς τὰ μαλλιά σου μπροστὰ σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση καὶ νὰ μὴν μπορεῖς νὰ συνεννοηθεῖς μ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, σὰν νὰ βρίσκεσαι ἀνάμεσα σὲ Κάφρους, κι ὄχι σὲ Ἕλληνες. Ἕνας ἐπίτροπος, ποὺ ἤτανε ἔμπορος ἑτοίμων ἐνδυμάτων στὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς, κι ἤτανε ντερβέναγας στὴν ἐνορία του, μοῦ ἔκανε θεωρία περὶ ἐξελίξεως καὶ περὶ «ὡραίας τέχνης», ποὺ φαίνεται πὼς τὴν εἶχε σπουδάσει στὸ Κογκό, ἐκεῖ ποὺ εἶχε κάνει περιουσία. Θεέ μου, τί ἔχω τραβήξει! Τοῦ λιναριοῦ τὰ πάθη.
Ἀλλά, τί θέλετε νὰ κάνουνε οἱ ἀμόρφωτοι, ἀφοῦ οἱ μορφωμένοι κι οἱ «διανοούμενοι» βρίσκουνται στὴν ἴδια κατάσταση, ἤ, ἂν νογᾶνε καὶ λίγο, ἄλλα λένε κι ἄλλα κάνουνε, γιατὶ δὲν πιστεύουνε σὲ τίποτα, μήτε στὸν Θεό, μήτε στὴν Ὀρθοδοξία, μήτε στὸ Βυζάντιο; Μήπως ἀπὸ τοὺς δεσποτάδες δὲν ὑπάρχουνε κάποιοι ποὺ δὲν χωνεύουνε τὰ βυζαντινά, καὶ εἴτε εἶναι ἀδιάφοροι, ἡ ἢ προτίμηση τοὺς εἶναι στὸν «γλυκὺν» Ἰησοῦ μὲ τὰ γλαρωμένα μάτια τοῦ τύπου Κάρλο Ντόλτσι (ντόλτσε στὰ ἰταλικὰ θὰ πεῖ «γλυκός»), καὶ στοὺς καλοθρεμμένους... ἀσκητές; Ἐγὼ κι οἱ ἄλλοι ἀναγνωρισμένοι ἁγιογράφοι μας εἴμαστε γι᾿ αὐτοὺς ἄτεχνοι τερατογράφοι, ἀμαθεῖς φανατικοί, κι ἔξορκιζουνε τοὺς χριστιανοὺς νὰ μὴν μᾶς παραγγέλνουνε μήτε μία εἰκόνα. Ὅ,τι καλὸ ἔγινε στὴν ἁγιογραφία, καὶ στὴν ψαλτική, ἔγινε, τὸ περισσότερο, ἀπὸ τὴν πίστη κι ἀπὸ τὴν ἐπιμονὴ ποὺ δείξανε κάποιοι ἄνθρωποι ποὺ ἀγνοηθήκανε κι ἀγνοοῦνται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας.
Ὅσο γιὰ τοὺς «διανοουμένους» καὶ τοὺς ἐπίσημούς της Πολιτείας, κάνουνε τὸν ἐνθουσιασμένο «διὰ τὴν ἔνδοξον κληρονομίαν τὸ0 Βυζαντίου», καὶ βγάζουνε λόγους, ὀργανώνουνε γιορτὲς καὶ φέστες, καὶ γίνουνται «βυζαντινοὶ» ὅσο βαστᾶνε αὐτὲς οἱ θεατρινίστικες ἐπιδείξεις κάποιοι ἄνθρωποι, ποὺ ἔχουνε σχέση μὲ τὸ Βυζάντιο ὅση σχέση ἔχει ἡ Πολικὴ Ἄρκτος μὲ τὴν ἀρκούδα, ποὺ τὴ χορεύει ὁ γύφτος. Οἱ περισσότεροι δὲν πιστεύουνε σὲ ὅσα λένε, καὶ μάλιστα συνεργοῦνε δσὸ μποροῦνε γιὰ νὰ σβήσει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ λαοῦ μας τὸ μυστικὸ καντηλάκι τῆς παράδοσης.
Τελευταῖα ὅλον τὸν ἐπίσημο κόσμο ἔπιασε οἶστρος γιὰ τὸ Βυζάντιο. Μὰ γιὰ ποιὸ Βυζάντιο μιλοῦνε καὶ σεληνιάζουνται; Μήπως ὑπάρχει κανένα ἄλλο Βυζάντιο, παρεκτὸς ἀπὸ κεῖνο ποὺ ἀγαποῦνε κάποιοι ἀπὸ μᾶς, καὶ ποὺ γι᾿ αὐτὸ κακοπαθοῦνε καὶ κάνουνε θυσίες καὶ γίνουνται κακοί, ὑπερασπίζοντας τὸ μὲ πάθος καταπάνω στοὺς ἐχθρούς του, καὶ ποὺ γι᾿ αὐτὸ ἀκοῦνε νὰ τοὺς λένε παλιοημερολογίτες, ἀναχρονιστὲς καὶ καθυστερημένους; Ρωτῶ, γιατὶ ἀπορῶ πῶς ἀνακατωθήκανε ἕνα σωρὸ ἄνθρωποι στοὺς ἑορτασμοὺς καὶ στὶς «ἐκδηλώσεις», καὶ γιατὶ κάποιοι ἄνθρωποι ποὺ ἔχουνε ἀκουστὰ αὐτὸ τὸ ἔρμο τὸ Βυζάντιο, πρωτοστατοῦν σ᾿ αὐτὲς τὶς ἐκδηλώσεις, Ἐνῶ κάποιοι ἄλλοι, ποὺ ὄχι μοναχὰ τὸ ἀγαποῦνε, ἀλλὰ ἀναπνέουν τὴν ἁγιασμένη εὐωδία του καὶ ζοῦνε βουτηγμένοι καθημερινὰ μέσα στὸ μυστήριό του, ἀπομείνανε στὴ μπάντα ξεχασμένοι, ὅπως εἶναι π.χ. ὁ Σῖμος ὁ Καράς, ποὺ μιλᾷ καὶ στὸν ὕπνο του γι᾿ αὐτὸ καὶ γιὰ τὴν παράδοση, ὁ Καράς, αὐτὸ τὸ ὁλοκαύτωμα, ποὺ ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση κι ὁ φλογερὸς ζῆλος του γι᾿ αὐτὴ ἔχει συγκινήσει ὅλον τὸν κόσμο, μοναχὰ οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας δὲν τὸν θυμηθήκανε ποτέ. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοῖρα τῶν ἰδεολόγων στὸν τόπο μας: «Ἄς τον αὐτὸν νὰ κουρεύεται, εἶναι ἰδεολόγος», λένε ὅσοι ἔχουνε γιὰ χαζοὺς τοὺς τέτοιους ἀνθρώπους.
Πῶς νὰ δεῖ πνευματικὴ προκοπὴ τούτη ἡ φυλή; Μὲ τὰ μεγαλόστομα θούρια καὶ μὲ τὶς ἀνόητες προγονικὲς καυχησιές; Ὁ ραδιοφωνικὸς σταθμὸς τῶν ἐνόπλων δυνάμεων μεταδίδει τὴν πρωϊνὴ προσευχή, τὸ «Πάτερ ἡμῶν», δηλ. ἕνα κείμενο σὲ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα, ναί, τὸ μεταδίδει μὲ φράγκικο ἁρμόνιο, καὶ τὴ λειτουργία ἀπὸ μία ἐκκλησιά, ποὺ ψέλνουνε μὲ φράγκικο ὑφὸς καὶ μὲ κανταδόρικους αὐτοσχεδιασμούς. Τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ», αὐτὸς ὁ βυζαντινὸς ἐθνικὸς ὕμνος μας, τραγουδιέται μὲ ἰταλιάνικη μουσική, τὸ τροπάρι τῆς Κασσιανῆς, γραμμένο σὲ θαυμάσια ἑλληνικὴ γλῶσσα, («ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας...»), ἀκούσθηκε φέτος ἀπὸ τὸ ραδιόφωνο μασκαρεμένο, σὲ μελοδραματικὸν καρνάβαλο, ποὺ νὰ τραβᾶ κανεὶς τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς του, γιὰ τὶς γιορτὲς τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ κήρυξε στὸν Ἄρειο Πάγο, ἔκανε κάποιος Ἕλληνας μουσικὸς ἕ «ρέκβιεμ», ποὺ ἂν ἤτανε στὴ γῆ ὁ ὑμνούμενος, θὰ βούλωνε τ᾿ αὐτιά του μὲ μπαμπάκι γιὰ νὰ μὴ τ᾿ ἀκούσει, στὴν ἑορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ποὺ γίνεται στὸ Πανεπιστήμιο, στὸ ἀνώτατο αὐτὸ πνευματικὸ ἵδρυμα, πρὶν ἀπὸ τὴν ὁμιλία, ψέλνεται,ἢ καλύτερα, τραγουδιέται μὲ ἰταλιάνικη μουσική, νερόβραστη κι ἀνάλατη, σὰν νὰ βρίσκεται κανένας σὲ ἐξετάσεις παρθεναγωγείου, τὸ τροπάρι «Τοὺς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου θεότητος».
Ἄπο τὰ λίγα αὐτὰ ποὺ εἴπαμε, ὁ καθένας μπορεῖ νὰ καταλάβη πόσο ἀγαποῦμε τὸ Βυζάντιο καὶ τὴν παράδοσή μας. Ναί. Μοναχά, ποὺ ἀντὶ γιὰ τὸ Βυζάντιο, παίρνουμε τὴν Ἰταλία, κι ἀντὶ γιὰ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά, παίρνουμε τὴ Σκάλα τοῦ Μιλάνου.
Κι ὕστερα ἀπ᾿ αὐτά, θέλουμε δὰ νὰ κάνουμε καὶ γιορτὲς καὶ πανηγύρια γιὰ τὰ χίλια χρόνια τοῦ Ἁγίου Ὅρους καὶ γιὰ τὸ δοξασμένο Βυζάντιο, «τοῦ ὁποίου ἡ ἄσβεστος φλὸξ ἀείποτε καίει ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φωτίζουσα τὴν φυλὴν εἰς τὸν δρόμον τῶν θυσιῶν καὶ θριάμβων», ὅπως λένε οἱ κουρντισμένοι ρήτορες.
Ἀλλοίμονο! Ἀντὶ γιορτὲς καὶ πανηγύρεις γιὰ τὸ Βυζάντιο. δὲ θἄτανε πιὸ σωστὸ νὰ κάνουμε τὴν κηδεία του;