"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πείνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πείνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

῾Ομιλία Μεγάλου Βασιλείου πού ἐκφωνήθηκε σέ περίοδο πείνας καί ξηρασίας


 (ΕΝ ΛΙΜΩ ΚΑΙ ΑΥΧΜΩ)
ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΕΡΓΑ 7 – ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»

 

      «Όταν ο λέων βρυχηθή, ποίος δεν θα φοβηθή; Όταν Κύριος ο Θεός ομιλή, ποίος δεν θα προφητεύση;» . Ας αρχίσωμεν τον λόγον μας με τα προφητικά λόγια και ας πάρωμεν συνεργόν εις την ανάγκην των προκειμένων, δηλαδή τώρα που εκθέτομεν και την σκέψιν και την γνώμην δια αυτά που είναι συμφέροντα, τον θεοφόρον Αμώς, ο οποίος εθεράπευσε συμφοράς, όμοιας με τα κακά που υπερβολικά ενοχλούν ημάς. Διότι και ο προφήτης αυτός, κατά την διαδρομήν των παλαιο­τέρων χρόνων, όταν ο λαός είχεν εγκαταλείψει την πατρικήν ευσέβειαν και είχε καταπατήσει την ακρίβειαν των νόμων και είχε ξεγλυστρίσει εις την λατρείαν των ειδώλων, εκήρυξε την μετάνοιαν, με το να συμβουλεύη την επιστροφήν και με το να εξαγγέλλη την απειλήν των τιμωριών.

 Εγώ δε μακάρι να επω­φεληθώ μέχρι ενός σημείου από τον ζήλον της παλαιάς ιστορίας, όχι όμως και το να ιδώ επί πλέον να ακόλουθη η έκβασις των τότε γεγονότων. Αφού δηλαδή ο λαός απείθησε και ωσάν άγριον και δυσυπότακτον πουλάρι εδάγκασε τα χαλινάρια, δεν ωδηγήθη προς το συμφέρον αλλά αφού εξέφυγεν από τον ίσιον δρόμον, έτρεξε τόσον πολύ άτακτα και εξηγριώθη εναν­τίον του καβαλλάρη μέχρι του σημείου να πέση εις τα βάραθρα και τους κρημνούς και να υποστή πανωλεθρίαν, αξίαν προς την ανυπακοήν του. Αυτό μακάρι να μη συμβή τώρα εις ημάς, παιδιά μου, «που σας εγέννησα δια του Ευαγγελίου» και σας εσπαργάνωσα δια της ευλογίας των χεριών μου. Αλλ’ ας υπάρχη αγαθή ακοή, ψυχή πρόθυμος, που να δέχεται απα­λά τας συμβουλάς, να υποχωρή εις τον ομιλητήν, όπως το κηρί εις τον σφραγιστήν, δια να λάβω και εγώ με μίαν τέτοιαν επιμέλειαν, γλυκύν καρπόν από τους κόπους και εσείς να επαινέ­σετε την συμβουλήν που γίνεται, όταν θα έχωμεν απαλλαγή από τας συμφοράς. Ποίον λοιπόν είναι αυτό που επισημαίνει μεν ο λόγος, αλλά κρατεί
ακόμη εις αβεβαιότητα τας ψυχάς, με την ελπίδα να το ακούσουν, διότι βραδύνει να ανακοίνωση το αναμενόμενον;

       2. Βλέπομεν, αδελφοί, τον ουρανόν ερμητικά κλειστόν, γυμνόν και ανέφελον, να κάμνη μισητήν αυτήν την αιθρία και να προκαλή λύπην με την καθαρότητα, την οποίαν πάρα πολύ επεθυμούσαμεν προηγουμένως, όταν κάποτε, αφού εσκεπάσθη δια πολύν καιρόν με τα σύννεφα, μας έκαμε σκοτεινούς και ανηλίους. Και η γη αφού κατηξηράνθη εις το έπακρον εί­ναι δυσάρεστος εις το να την ιδή κανείς· είναι στείρα δε και άγο­νος δια την γεωργίαν έχει κομματιασθή εις σχίσματα και δέχεται κατάβαθα την ακτίνα να την φωτίζη. Και αι πλούσιαι και α­στείρευτοι πηγαί μας έλειψαν και τα νερά των μεγάλων ποτα­μών εστείρευσαν, μικρότατα δε παιδιά τα διαβαίνουν πεζή και αι γυναίκες τα περνούν φορτωμένοι. Πολλούς από ημάς, μας έλειψεν ακόμη και το πόσιμον νερόν και κινδυνεύομεν δια τούτο να πεθάνωμεν. Ως νέοι Ισραηλίται, που αναζητούν νέον Μωυσήν και θαυματουργικόν ραβδί, δια να ικανοποιή­σουν, αφού και πάλιν κτυπηθούν αι πέτραι, την ανάγκην του λαού που διψά˙ σύννεφα δε παράδοξα να καταβρέξουν εις τους ανθρώπους τροφήν ασυνήθη, όπως το μάννα. Ας προσέξωμεν να μη γίνωμεν εις τους μεταγενεστέρους θλιβερόν διή­γημα πείνης και τιμωρίας.

 Αντίκρυσα τα χωράφια και έκλαψα πολύ δια την ακαρπίαν των, και εσκόρπισα τον θρήνον, επειδή εις ημάς δεν έπεσε βροχή. Άλλα μεν από τα σπέρματα έχουν ξηρανθή προτού φυτρώσουν, διότι παρέμειναν μέσα εις τους σβώλους, όπως τα εσκέπασε το αλέτρι. Αλλά, δε μόλις εφύτρωσαν ολίγον και εβλάστησαν, τα κατεμάρανεν αξιολύπητα ο καύσων, έτσι ώστε τώρα ευκαίρως να αντιστρέψη κανείς τον ευαγγελικόν λόγον και να ειπή· οι μεν εργάται πολλοί, ο δε θερισμός ού­τε ολίγος. Και οι γεωργοί, καθήμενοι εις τα χωράφια και πιάνοντες τα γόνατά τους με τα χέρια των (διότι αυτός εί­ναι ο τρόπος αυτών που πενθούν), κλαίουν δια τους χαμέ­νους κόπους των. Αντικρύζουν τα μικρά παιδιά και οδύρον­ται, ατενίζουν τας γυναίκας και θρηνούν, χαϊδεύουν και ψηλα­φίζουν τα ξηρά χορτάρια των γεννημάτων και κραυγάζουν δυνατά, ωσάν οι πατέρες που έχουν χάσει τα παιδιά των επά­νω εις το άνθος της ηλικίας των. Ας λεχθή λοιπόν και προς ημάς από τον ίδιον προφήτην, που ολίγον προηγουμένως εις το προοίμιον ανεφέραμεν «εγώ επίσης, λέγει, κατεκράτησα από σας την βροχήν τρεις μήνας προ του θερισμού και έβρεξα εις μίαν πόλιν και εις άλλην πόλιν δεν έβρεξα. Το ένα χωράφι εποτίσθη και το άλλο, εις το οποίον δεν έβρεξα, εξηράνθη. Και συνηθροίζοντο δύο ή τρεις πόλεις εις μίαν δια να πίουν νερόν, χωρίς να ημπορούν να κατασβέσουν την δίψαν των και αυτά διότι σεις δεν επιστρέψατε εις εμέ, λέγει, ο Κύριος» .

  Ας μάθωμεν λοιπόν ότι ο Θεός μας δίδει αυτά τα χτυπήματα, διότι απεμακρύνθημεν από αυτόν και αμελήσαμεν. Δεν επιδιώκει να μας συντρίψη, αλλά φροντίζει να μας διορθώση, όπως κάμνουν οι καλοί από τους πα­τέρες και αυτοί που φροντίζουν δια τα τέκνα, οι οποίοι θυμώνουν εναντίον των νέων και εξοργίζονται, όχι διότι θέλουν να τους κα­κοποιήσουν, αλλά δια να τους οδηγήσουν από την νηπιώδη αδιαφορίαν και τα αμαρτήματα της νεότητος εις την επιμέλειαν.

 Κυττάτε λοιπόν πως η πληθώρα των ιδικών μας αμαρτημάτων έβγαλε και τας εποχάς από την ιδίαν των την φύσιν και ήλλαξε τα είδη των καιρών εις αλλόκοτα ανακατώματα. Ο χειμών δεν είχε την συνήθη υγρασίαν μαζί με την ξηρασίαν, αλλά όλην την υγρασίαν την έκαμε παγωνιάν και την απεξήρανε και επέρασε χωρίς χιόνια και βροχάς. Η άνοιξις πάλιν έδειξε μεν το ένα μέρος από τα χαρακτηριστικά της, εννοώ την θερ­μότητα, δεν είχεν όμως την βροχεράν περίοδον. Ζέστη δε και παγωνιά παραδόξως υπερέβησαν τα φυσικά όρια και αδίκως συνεφώνησαν εις το να μας βλάψουν και εξαποστέλλουν από τον βίον και την ζωήν τους ανθρώπους. Ποία λοιπόν είναι η αιτία της αταξίας και της συγχύσεως; Από που προέρχεται αυτός ο νεωτερισμός των καιρών; Ως άνθρωποι μυαλωμένοι ας ερευνήσωμεν ως λογικοί ας συλλογισθούμεν. Μήπως ο κυβερνήτης του σύμπαντος δεν υπάρχει; Μήπως ο αριστο­τέχνης Θεός εξέχασε την πρόνοιάν του; Μήπως έχασε την εξουσίαν και την δύναμιν; Ή κατέχει μεν την ιδίαν δύναμιν και δεν απώλεσε την εξουσίαν, παρεφέρθη δε εις σκληρότητα και μετέβαλεν εις μισανθρωπίαν την υπερβολικήν αγαθότητα και την κηδεμονίαν του προς ημάς; Σώφρων άνθρωπος δεν θα ημπορούσε να το ειπή.

 Αλλ' είναι ολοφάνερα τα αίτια λόγω των οποίων δεν κυβερνώμεθα. Ενώ ημείς λαμβάνομεν, δεν δίδομεν εις άλλους. Ενώ επαινούμεν την ευεργεσίαν, την απο­στερούμεν από εκείνους που την χρειάζονται. Ενώ είμεθα δού­λοι και ελευθερωνόμεθα, δεν ευσπλαγχνιζόμεθα τους συνδούλους μας. Ενώ πεινώμεν και τρεφόμεθα, περιφρονούμεν τον ενδεή. Ενώ έχομεν Θεόν, ανενδεή χορηγόν και ταμίαν, έχομεν γίνει σφιχτοχέρηδες και αμέτοχοι εις τας ανάγκας των πτωχών. Τα πρόβατά μας είναι γόνιμα και όμως οι γυμνοί είναι περισ­σότεροι από τα πρόβατα. Αι αποθήκαι από το πλήθος των αποθηκευμένων αγαθών στενοχωρούνται και ημείς δεν ελεούμεν αυτόν που στενάζει. Δια τούτο η δικαία κρίσις μας απει­λεί. Δια τούτο και ο Θεός δεν ανοίγει το χέρι του, διότι ημείς απεκλείσαμεν την φιλαδελφίαν. Δια τούτο τα χωράφια είναι ξηρά, διότι η αγάπη επάγωσεν.

       3. Η φωνή αυτών που κάμνουν λιτανείαν εις τα χαμένα βοά και διασκορπίζεται εις τον αέρα. Διότι ούτε ημείς ηκούσαμεν αυτούς που εζητούσαν από ημάς. Οποία δε η προσευχή μας και η δέησις; Οι άνδρες, πλην ολίγων, ασχολείσθε με το εμπόριον και αι γυναίκες τους υπηρετείτε εις την εργασίαν του μαμωνά. Ολίγοι είναι μαζί μου και με την προσευχήν, και αυτοί αισθάνονται ζάλην, χασμωριούνται, συνεχώς γυ­ρίζουν και παρακολουθούν πότε θα τελειώση ο ψάλτης τους στίχους, πότε θα απολυθούν από την εκκλησίαν, ωσάν από φυλακήν και από την ανάγκην της προσευχής. Και μάλιστα τα παιδιά, οι μικροί αυτοί που άφησαν τα βιβλία των εις τα σχολεία και συμπροσεύχονται μαζί μας, περιτριγυρίζουν το πράγμα μάλλον ωσάν ευκολίαν και διασκέδασιν και μεταβάλλουν την λύπην μας εις εορτήν, διότι απαλλάσσονται δί ολίγον από την φορτικότητα του διδασκάλου και την φρον­τίδα των μαθημάτων.

 Το πλήθος όμως των ωρίμων ανδρών και ο λαός που είναι περιπεπλεγμένος εις τας αμαρτίας, αχαλί­νωτος και ελεύθερος και χαρούμενος βολτάρει εις την πόλιν. Αυτός περιφέρει την αιτίαν των κακών εις τας ψυχάς, αυτός, υπεκίνησε και απειργάσθη την συμφοράν. Βρέφη δε που δεν νοιώθουν και είναι ακατηγόρητα σπεύδουν και συνωθούνται προς την εξομολόγησιν, χωρίς να έχουν ούτε την αιτίαν αυτών που προξενούν την λύπην ούτε την γνώσιν ή την δύναμίν της συνήθειας να προσευχηθούν. Εσύ, παρακαλώ, προχώρησε εις το μέσον, εσύ που είσαι ανακατωμένος με τας αμαρτίας. Εσύ γονάτισε και κλάψε και στέναξε. Άφησε το βρέφος να κάμνη αυτά που αρμόζουν εις την ηλικίαν. Διατί, ενώ κατηγο­ρείσαι, κρύβεσαι και οδηγείς εις εξομολόγησιν το ανεύθυνον; Μή­πως δηλαδή ξεγελιέται ο κριτής, ώστε να αντικαταστήσης κρυφά τον εαυτόν σου με άλλο πρόσωπον; Έπρεπε βέβαια και εκείνο να παρίσταται εξάπαντος μαζί σου, όχι μόνον. Βλέπεις πως και οι Νινευίται, όταν με την μετάνοιαν παρακαλούσαν τον Θεόν και επενθούσαν δια τα αμαρτήματά των, αυτά που μετά την θάλασσαν και το κήτος ανεβόησεν ο Ιωνάς, δεν ωδήγησαν μόνον τα βρέφη εις την μετάνοιαν αλλά και τους μεγάλους. Οι ίδιοι δεν εζούσαν την ζωήν των με τρυφήν και ευωχίας, αλλ' η νηστεία καθυπέταξε πρώτα τους πατέρας, αυτούς που είχαν αμαρτήσει. Και η τιμωρία εβασάνιζε τους πατέρας και κατά ένα λόγον παραπάνω εξ ανάγκης εθρηνούσαν και τα βρέφη, δια να κυριαρχήση εις κάθε ηλικίαν η σκυθρωπότης, και εις αυτήν που νοιώθει την αμαρτίαν και εις αυτήν που δεν την νοιώθει, και εις την μεν μίαν προαιρετικώς εις δε την άλλην κατ’ ανάγκην.

 Και έτσι αφού ο Θεός τους είδε να ταπεινώνωνται, διότι κατεδίκασαν τους εαυτούς των εις πάνδημον κακουχίαν, εξαιρετικά υπερ­βολικήν, και ευσπλαγχνίσθη δια την συμφοράν και την τιμωρίαν επήρεν οπίσω και την χαράν εχάρισεν εις αυτούς που με συναίσθησιν επένθησαν. Ω πόσον φροντισμένη μετάνοια! Ω πόσον σοφή και συμπυκνωμένη θλίψις! Ούτε τα ζώα τα άφη­σαν έξω από την τιμωρίαν, αλλά και δι’ αυτά επενόησαν, ώστε κατ' ανάγκην να φωνάζουν.

 Πράγματι το μοσχάρι το εχώρισαν από την αγελάδα και το αρνί το απεμάκρυναν από το μητρικόν μαστάρι και το βρέφος που εβύζανε δεν εκρατείτο εις τας αγκάλας της μητρός του. Εις ξεχωριστάς μάνδρας ήταν αι μητέρες και εις ξαχωριστάς τα τέκνα. Φωναί δε θλιβεραί από όλα που αντιβοούσαν και αντηχούσαν η μία προς την άλλην. Τα τέκνα που επεινούσαν, εζητούσαν τας πηγάς του γάλακτος και αι μητέρες, που εσπάρασαν από το φυσικόν πάθος, με συμπαθείς φωνάς εκαλούσαν τα τέκνα τους. Τα βρέφη που καθ' όμοιον τρόπον επεινούσαν, εξεσπούσαν εις δυνατόν κλάμα και εσπαρταρούσαν και αι μητέρες εκεντρίζοντο εις τα σπλάγχνα από τους πόνους της συγγενείας. Και δια τούτο ο θεόπνευστος λόγος διετήρησε γραπτώς την μετάνοιαν εκείνων δια να γίνη κοινή διδασκαλία της ζωής. Ο γέρων εθρηνούσε δι’ εκείνα· εμαδούσε τα λευκά μαλλιά του και τα ξερίζωνεν. Ο νέος και ο ώριμος δυνατώτερα έκλαιγαν. Ο πτωχός εστέναζε και ο πλού­σιος, λησμονών την καλοπέρασιν, εζούσε την κακουχίαν ως καλήν. Ο βασιλεύς αυτών είχε μεταβάλει την λαμπρότητα και την δόξαν εις εντροπήν. Έβγαλε το στέμμα και εσκόνισε την κεφαλήν του. Έβγαλε το βασιλικόν ένδυμα και εφόρεσε τον σάκκον του πένθους. Άφησε τον υψηλόν και μετάρσιον θρόνον και θλιμμένος εκυλίετο εις την γην. Άφησε την αξιοπρέπειαν που προσιδιάζει εις το βασιλικόν αξίωμα και εθρηνούσε μαζί με τον λαόν. Έγινεν ένας από τους πολλούς και αυτός, όταν είδε τον κοινόν Δεσπότην των όλων να οργίζεται.

       4. Αυτό είναι το φρόνημα των ευαίσθητων δούλων. Τέ­τοια είναι η μετάνοια αυτών που ενέχονται εις αμαρτίας. Η­μείς διαπράττομεν προθύμως μεν την αμαρτίαν, αλλά με ολιγωρίαν και οκνηρίαν αναλαμβάνομεν την μετάνοιαν. Ποίος προσευχόμενος χύνει δάκρυα, δια να λάβη βροχήν και σταγόνας εις τον κατάλληλον καιρόν; Ποίος, που καθαρίζει αμαρτίας, έ­βρεξε το κρεβάτι του με δάκρυα κατά το παράδειγμα του Δαβίδ; Ποίος έπλυνε τα πόδια των ξένων και εκαθάρισε την σκόνην από την οδοιπορίαν, δια να εξευμένιση τον Θεόν κατά τον καιρόν που ζητά την λύσιν της ξηρασίας; Ποίος έθρεψε το ορφανόν από πατέρα παιδί, δια να θρέψη τώρα ο Θεός τα σιτηρά προς χάριν μας, που σαν ορφανά πλήττονται από την κακήν σύγκρασιν των ανέμων; Ποίος περιέθαλψε χήραν που βασανίζεται από τας δυσκολίας της ζωής, δια να του αποδοθή τώρα η αναγκαία τροφή;

 Ξέσχισε το άδικον γραμμάτιον, δια να λυθή έτσι η αμαρτία. Εξαφάνισε την ομολογίαν των βαρύτατων τόκων δια να γεννήση η γη τα συνηθισμέ­να προϊόντα. Διότι όταν ο χαλκός και ο χρυσός και τα άγο­να παρά φύσιν γεννούν, τότε γίνεται στείρα αυτή που εκ φύσεως γεννά και καταδικάζεται εις ακαρπίαν προς τιμωρίαν των κατοίκων της. Ας αποδείξουν λοιπόν αυτοί που τιμούν την πλεονεξίαν, αυτοί που συνάγουν υπερβολικά τον πλούτον, ποία είναι η δύναμις των αποθηκευθέντων, ή ποίον το όφελος, αν ο Θεός που έχει οργισθή επιτείνει περισσότερον την τιμωρίαν. Ίσως αυτοί γίνουν πιο κίτρινοι από τον χρυσόν που επισωρεύουν, εάν δεν αποκτήσουν το ψωμί, που μέχρι χθες και προχθές επεριφρονείτο, λόγω της ευκόλου προμήθειάς του.

 Ας υποθέσωμεν ότι δεν υπάρχει ο πωλητής, ούτε υπάρχει σιτάρι εις τας αποθήκας˙ ποία είναι τότε η χρησιμότης των βαρύτατων πορτοφολιών; Πες μου; Δεν θα ενταφιασθής μαζί μ' αυτά; Δεν είναι χώμα ο χρυσός; Δεν θα κήται ως άχρηστος πηλός δίπλα εις το χωμάτινον σώμα; Όλα τα απέκτησες και όμως δεν κατέχεις ένα αναγκαίον πράγμα· την δύναμιν να τρέφης τον εαυτόν σου. Ένα σύννεφον εδημιούργησεν ολόκληρον τον πλούτον. Επινόησε τον πόρον ολίγων σταγονι­δίων, εξανάγκασε την γην να καρποφορήση. Εξαφάνισε την συμφοράν με τον υπερήφανον και κρυμμένον πλούτον.

 Πιθανόν να παρακάλεσης κάποιον από τους ευλαβείς, δια να σου χαρίση με τας προσευχάς του, όπως ο Θεσβίτης Ηλίας, την απαλλαγήν από τα δεινά, δηλαδή άνθρωπον ακτήμονα, ωχρόν, ξυπόλυτον, άστεγον, ανέστιον, άπορον, που φορεί ένα χιτώνα, όπως ο Ηλίας την μηλωτήν, και που έχει σύντροφον την προσ­ευχήν και τρέφεται με την εγκράτειαν. Και αν επιτύχης με την παράκλησίν σου την βοήθειάν του, δεν θα περιφρόνησης πολύ τα κτήματα που έχουν πολλάς φροντίδας; Δεν θα περιφρόνη­σης τον χρυσόν; Δεν θα διασκόρπισης, ωσάν κοπριάν, τον άργυρον, που, ενώ προηγουμένως τον αποκαλούσες παντοδύναμον και πολύ αγαπητόν, τώρα τον εγνώρισες οκνηρόν βοηθόν εις την ανάγκην; Δια σε έκρινεν αξίαν και την συμφοράν αυτήν. Διότι ενώ είχες δεν έδιδες, διότι παρέβλεπες τους πεινώντας, διότι δεν εγύριζες να κυττάξης αυτούς που ωδύροντο, διότι δεν έδιδες, ενώ σε επροσκυνούσαν. Τα κακά και εξ αιτίας των ολίγων ξεσπούν εις τον λαόν και ο λαός συνήθως τιμωρείται δια την μοχθηρίαν κάποιου. Ο Άχαρ διέπραξε ιεροσυλίαν, αλλ' ολόκληρον το στρατόπεδον ετιμωρείτο. Ο Ζάμβρι επίσης επόρνευσεν εις τας γυναίκας των Μαδιανιτών, αλλ' ο Ισραήλ ετιμωρείτο.


       5. Όλοι λοιπόν και ατομικώς και δημοσίως να εξετάσωμεν τον τρόπον της ζωής μας. Να θεωρήσωμεν την ξηρασίαν ω­σάν παιδαγωγόν, που υπενθυμίζει εις τον καθένα μας την ιδίαν αμαρτίαν. Να είπωμεν και μάλιστα με συναίσθησιν τον λόγον του γενναίου Ιώβ· «το χέρι του Θεού είναι που με ήγγισε». Και μάλιστα μεν να καταλογίσωμεν την συμφοράν μας πρωταρχικώς εις τα αμαρτήματα. Εάν δε πρέπη να προσθέσωμεν και κάτι άλλο, ενίοτε αι κακοτυχίαι αύται συμβαί­νουν εις τους ανθρώπους και ως δοκιμασίαι εις τας ψυχάς, δια να αποδειχθούν οι δόκιμοι, είτε πτωχοί είτε πλούσιοι είναι αυ­τοί, επάνω εις τας δυσκολίας. Διότι και οι μεν και οι δε δοκι­μάζονται ακριβώς δια της υπομονής. Και προ παντός κατά την περίοδον αυτήν αποδεικνύεται, εάν ο μεν είναι κοινωνικός και φιλάδελφος, εάν ο δε ευγνώμων και όχι αντιθέτως βλάσφη­μος, που αλλάσσει την διάθεσιν ταχέως μαζί με τας συμφοράς της ζωής.

  Εγώ γνωρίζω πολλούς (και αυτό δεν το έμαθα εξ ακοής, αλλά εκ πείρας εγνώρισα τους ανθρώπους), οι οποίοι μέχρις ότου μεν ο βίος δι’ αυτούς προχωρεί ευνοϊκά, κατά την παροιμίαν, αναγνωρίζουν εμμέσως λοιπόν, αν και όχι τελείως, την χάριν εις τον ευεργέτην. Εάν δε κάποτε τα πράγματα τραπούν προς την αντίθετον κατάστασιν και γίνη ο μεν πλού­σιος πτωχός, η υγεία του σώματος ασθένεια, η δόξα και η περιφάνεια εντροπή και ατίμωσις, γίνονται αχάριστοι, ξεστο­μίζουν βλασφημίας, τεμπελιάζουν εις την προσευχήν. Δυσανα­σχετούν εναντίον του Θεού, ως να είναι χρεώστης που καθυστερεί την οφειλήν και δεν συμπεριφέρονται ως προς Κύριον που αγανακτεί. Αλλά διώξε από τους λογισμούς την σκέψιν αυ­τήν. Όταν δε ιδής τον Θεόν να μη χαρίζη τα απαραίτητα, έτσι να συλλογίζεσαι μέσα σου· μήπως ο Θεός αδυνατεί να χορήγηση την τροφήν; Και πως είναι δυνατόν; Αυτός που είναι Κύριος του ουρανού και ολοκλήρου της δημιουργίας, σοφός ρυθμιστής των εποχών και των καιρών, κυβερνήτης των όλων, που ώρισεν ωσάν κάποιον εύτακτον χορόν, τας εποχάς και τας τροπάς του ηλίου να διαδέχωνται η μία την άλλην, δια να επαρκούν με την ποικιλίαν των εις τας διαφόρους ανάγκας μας· και άλλοτε μεν να πίπτη βροχή εις τον κατάλληλον καιρόν, άλλοτε δε πάλιν η ζέστη και το κρύον να εναλλάσσωνται κατά την διάρκειαν του έτους, και να μη λείπη η ξηρα­σία. Ο Θεός λοιπόν είναι δυνατός. Αφού δε έχει και την δύναμιν και τούτο γίνεται παραδεκτόν, μήπως άραγε λείπει η αγαθότης; Και αυτός ο λόγος είναι ανύπαρκτος. Διότι ποία ανάγκη θα έπειθεν αυτόν που δεν είναι αγαθός να δημιουργήση κατ' αρχήν τον άνθρωπον; Ποίος δε θα εξηνάγκαζε τον κτίστην να πάρη χώμα και μάλιστα χωρίς να το θέλη, και από την λάσπην να μορφοποιήση τέτοιο κάλλος; Ποίος είναι αυτός που κατ' ανάγκην έπεισε να δωρήση τον λόγον εις τον άνθρωπον σύμφωνα προς την ιδικήν του εικόνα, δια να δεχθή, αφού απ' εκεί ξεκινήση, την μάθησιν των τεχνών, και δια να μάθη να φιλοσοφή δια τα ουράνια, τα οποία δεν εγγίζει με τας αισθή­σεις ; Και εάν έτσι συλλογίζεσαι, θα εύρης να συνυπάρχη εις τον Θεόν η αγαθότης και μέχρι ακόμη και τώρα να μη απουσιάζη. Διότι τι θα ημπόδιζε, πες μου, να μη είναι ξηρασία αυτό που βλέπομεν, αλλά τελεία πυρπόλησις; Και ο ήλιος να παρεξέκλινεν ολίγον από την κανονικήν πορείαν και να επλησίαζε τα περίγεια σώματα και αυτομάτως να κατέκαιε κάθε τι που βλέπομεν; Ή να βρέξη φωτιάν από τον ουρανόν, καθ' όμοιον τρόπον, που ετιμώρησεν ήδη τους αμαρτωλούς;

 Αυτοκυριαρχήσου και έλα εις τα συγκαλά σου, άνθρωπε˙ μη κάμης αυτά που κάμνουν τα ανόητα παιδιά που, επειδή τα εμάλωσεν ο διδάσκαλος, ξεσχίζουν τα βιβλία του˙ ξεσχίζουν δε το ένδυ­μα του πατρός των, που δια την ωφέλειάν των αναβάλλει την τροφήν, ή με τα νύχια τους καταγρατζουνίζουν το πρόσωπον της μητέρας. Διότι τον μεν κυβερνήτην δοκιμάζει και σκληρα­γωγεί η τρικυμία, τον αθλητήν το στάδιον, τον στρατηγόν το στρατόπεδον, τον γενναιόκαρδον η συμφορά, τον δε Χρι­στιανόν η δοκιμασία. Και αι λύπαι δοκιμάζουν την ψυχήν, όπως η φωτιά δοκιμάζει τον χρυσόν. Είσαι πτωχός; Μη κα­ταλαμβάνεσαι από αθυμίαν. Διότι η υπερβολική κατήφεια γίνεται αιτία της αμαρτίας. Η μεν λύπη καταβαραθρώνει την διάνοιαν και η αμηχανία εμβάλλει ζάλην, η δε έλλειψις των λογισμών γέννα την αχαριστίαν. Αλλά να ελπίζης εις τον Θεόν.

 Μήπως δηλαδή δεν παρατηρή την στενοχωρίαν; Κρα­τά την τροφήν εις τα χέρια του και καθυστερεί την χορήγησιν, δια να δοκιμάση την σταθερότητά σου, δια να πληροφορηθή την διάθεσίν σου, εάν δεν είναι όμοια με αυτήν των ακολάστων και των αχάριστων. Διότι και αυτοί, μέχρις ότου μεν συμβαίνει να έχουν την τροφήν εις το στόμα τους, ευφημούν, κολακεύουν, υπερθαυμάζουν, όταν δε επ' ολίγον αναβληθή το τραπέζι, ωσάν λίθους αφήνουν τας βλασφημίας προς αυτούς που πριν ολίγου λόγω της τέρψεως επροσκυνούσαν ωσάν Θεόν. Διάβα­σε την Πάλαιαν Διαθήκην και την Καινήν και θα εύρης εκεί, εις την κάθε μίαν, πολλούς να έχουν τραφή κατά διάφορον τρόπον.

 Ο Κάρμηλος, βουνόν υψηλόν και ακατοίκητον, έρημον αυτό, εφιλοξενούσεν έρημον τον Ηλίαν. Δια τον δίκαιον η ψυχή του ήταν η όλη περιουσία και εφόδιον της ζωής η ελπίδα προς τον Θεόν. Με το να ζη έτσι, δεν απέθανεν από την πείναν, αλλά τα αρπακτικώτατα και τα πλέον λαίμαργα από τα όρνεα, αυτά έφεραν τα τρόφιμα και υπηρετούσαν τον δίκαιον εις την τροφήν. Αυ­τά που από την φύσιν των αρπάζουν τας ξένας τροφάς, με το πρόσταγμα του Δεσπότου ήλλαξαν την φύσιν και έγιναν πιστοί φύλακες των άρτων και των κρεάτων. Εμάθαμεν δε λοι­πόν από την ιεράν ιστορίαν ότι τα κοράκια έφεραν τας τροφάς εις τον άνδρα. Επίσης και ο λάκκος της Βαβυλώνος εκρατούσε τον νεαρόν ισραηλίτην αιχμάλωτον μεν κατά την συμφοράν, ελεύθερον όμως εις την ψυχήν και το φρόνημα. Μήπως όμως έ­παθε κάποιο κακόν από τα λεοντάρια; Όχι! Τα λεοντάρια μεν, παρά την φύσιν των, ενήστευαν, ο δε τροφεύς αυτού Αββακούμ ήρχετο δια μέσου του αέρος· ο άγγελος εκόμιζε μαζί με τα τρόφιμα και τον άνθρωπον. Και δια να μη δεινοπάθηση από την πείναν ο δίκαιος, ο προφήτης εις ελάχιστον χρόνον επέταξεν επάνω από τόσην ξηράν και θάλασσαν, όση εκτείνεται από την Ιουδαίαν μέχρι της Βαβυλώνος.

       6. Επίσης τι έκαμνεν ο λαός της ερήμου, του οποίου αρ­χηγός ήταν ο Μωυσής; Πως οικονόμησε την ζωήν του επί σαράντα ολόκληρα χρόνια; Δεν υπήρχεν εκεί άνδρας που να σπέρνη, ούτε βόδι που να σύρη το αλέτρι, ούτε αλώνι, ούτε πατητήρι, ούτε αποθήκη, και όμως είχαν την τροφήν χωρίς σποράν και όργωμα, και ο βράχος εχορηγούσε τας πηγάς, που πρώτα δεν υπήρχαν, αλλ' εξετινάχθησαν εις την ανάγκην. Παραλείπω να απαριθμήσω τα επί μέρους της προνοίας του Θεού, που πολλάς φοράς κατά τρόπον πατρικόν ενεφάνισεν εις τους ανθρώπους. Εσύ δε να υπομείνης ολίγον την συμφοράν, ό­πως ο γενναίος Ιώβ, και να μη λυγίσης από την τρικυμίαν, μή­τε να αποβάλης τα εμπορεύματα της αρετής. Σαν πολύτιμον διαθήκην να διαφύλαξης εις την ψυχήν σου την ευχαριστίαν και θα λάβης και εσύ δια την ευγνωμοσύνην διπλασίαν απόλαυσιν. Να ενθυμήσαι τον αποστολικόν λόγον «δί όλα να ευχαριστήτε».

 Είσαι πτωχός; έχεις εξάπαντος άλλον πτωχότερον από εσέ. Έχεις δια δέκα ημέρας τρόφιμα εσύ; εκεί­νος έχει δια μίαν. Σαν καλός και ευγνώμων να εξισώσης το περίσσευμά σου με τον ενδεή. Μη διστάσης να δώσης από το ολίγον. Μη προτιμήσης το συμφέρον σου εμπρός εις την κοινήν συμφοράν. Και αν ο άρτος σου περισσεύη κατά ένα ψωμί και σου κτυπήση την πόρταν ο ζητιάνος, πάρε από την αποθήκην το ένα ψωμί και αφού το βάλης εις τα χέρια του ύψωσε το βλέμ­μα σου εις τον ουρανόν και είπε λόγον θλιβερόν μαζί και ευ­γνώμονα˙ ένα ψωμί, όπως βλέπεις, Κύριε, και ο κίνδυνος είναι ολοφάνερος. Αλλ' εγώ θέτω την εντολήν σου επάνω από εμέ και από το ολίγον δίδω εις τον αδελφόν μου που λιμοκτονεί. Δώσε λοιπόν και συ εις τον δούλόν σου, που κινδυνεύει. Γνω­ρίζω καλά την αγαθότητα σου και ελπίζω εις την δύναμίν σου.  Δεν αναβάλλεις επί πολύ τας δωρεάς, αλλά τας σκορπάς, όταν θέλης.

 Και αν έτσι ομιλήσης και ενεργήσης, τον άρτον που δί­δεις εις καιρόν δυσκολίας, γίνεται σπόρος γεωργικός, αποφέρει πλούσιον τον καρπόν, είναι προκαταβολή της τροφής, γίνεται πρόξενος ελέους. Πες και συ εις παρόμοιας περιστάσεις τον λό­γον της χήρας της Σιδωνίας. Θυμήσου επικαίρως την ιστορίαν. «Ζη Κύριος, δεν έχω τίποτε άλλο παρά μόνον μία χούφταν αλεύρου δια την διατροφήν εμού και των παιδιών μου». Και εάν δώσης από το υστέρημα, θα έχης και συ το λαδοδοχείον κατάμεστον από δωρεάν και την αλευραποθήκην ακένωτον. Διότι δια τους πιστούς φιλοτίμως η χάρις του Θεού με το να εισάγη το διπλάσιον μιμείται τα πηγάδια, τα οποία πάν­τοτε αδειάζουν αλλά δεν εξαντλούνται. Δάνεισε συ ο άπορος, εις τον πλούσιον Θεόν. Δώσε εμπιστοσύνην εις αυτόν που πάντοτε θεωρεί προσωπικά τον εαυτόν του υπόχρεον, δι αυ­τά που δίδεις εις αυτόν που θλίβεται και ανταποδίδει την ευεργεσίαν από τα ιδικά του αγαθά. Είναι αξιόπιστος εγγυητής, διότι έχει απλωμένους τους θησαυρούς του εις όλα τα μέρη της γης και της θαλάσσης. Και εάν, ενώ πλέεις, απαίτησης το δάνειον, θα λάβης το κεφάλαιον μαζί με τους τόκους εις το μέσον του πελάγους. Διότι φιλοδοξεί να δίδη περισσότερα.

       7. Η πείνα είναι η αρρώστια αυτού, ο οποίος πεινά. Αυ­τή είναι φοβερά ασθένεια. Η πείνα είναι η πιο μεγάλη από τας συμφοράς των ανθρώπων και ο φοβερώτερος θάνατος από όλους τους θανάτους. Διότι εις τους άλλους κινδύνους ή η κό­ψη του ξίφους ταχέως επιφέρει τον θάνατον ή η ορμή της φω­τιάς αποτόμως σβήνει την ζωήν ή τα θηρία με τα δόντια αφού κατασπαράξουν τα ζωτικώτερα από τα μέλη, δεν επιτρέπουν την τιμωρίαν με την διάρκειαν της οδύνης. Η πείνα όμως επι­βραδύνει το κακόν. Παρατείνει τον πόνον με το να ενεδρεύη και να λουφάζη η αρρώστια και με το να κάμνη ώστε πάντοτε ο θάνατος να είναι παρών και πάντοτε να βραδύνη. Διότι δαπανά το υγρόν που υπάρχει εις τον οργανισμόν, καταστέλλει την θερμότητα, περιορίζει το βάρος, μαραζώνει ολίγον κατ' ολί­γον την δύναμιν. Η σάρκα κολλά ωσάν αράχνη εις τα κόκκαλα. Το χρώμα δεν είναι ανθηρόν. Διότι το κόκκινον υποχωρεί με την φθοράν του αίματος και η λευκότης δεν υπάρχει, αφού η επιδερμίδα μελανιάζει από την ισχνότητα. Μαυροκιτρινίζει το σώμα, διότι από την νόσον ανακατώνεται οικτρώς η ωχρότης με το μαύρον. Τα γόνατα δεν αντέχουν, αλλά λυγίζουν από την ανάγκην. Η φωνή είναι λεπτή και αδύνατη. Τα μάτια ασθενικά εις τας κόγχας, παραμένουν ανώφελα εις τας κόγχας των, όπως εκείνοι από τους καρπούς που αποξηραίνονται εις τα κελύφη των. Η κοιλία αδειανή και ζαρωμένη, άμορφος, χωρίς βάρος, δεν έχει τον φυσικόν τόνον των σπλάγχνων και είναι κολλημένη εις τα κόκκαλα του οπισθίου μέρους. Αυτός λοιπόν που περιφρονεί ένα τέτοιο σώμα πόσας κολάσεις αξίζει; Ποίαν δε υπερβολήν σκληρότητος δεν θα ξεπεράση; Πως δεν αξίζει να συγκαταριθμηθή εις τα ανήμερα από τα θηρία και να θεωρήται μολυσμένος και ανθρωποκτόνος; Διότι αυτός, που εις το χέρι του είναι να θεραπεύση το κακόν και που με την θέλησίν του αναβάλλει εξ αιτίας της πλεονεξίας, ευλόγως θα ημπορούσε να καταδικάζεται εξ ίσου με αυτούς που ιδιοχείρως διαπράτ­τουν τον φόνον.

 Το κακόν της πείνης εξηνάγκασε πολλάς φοράς πολλούς να παραβιάσουν και τους φυσικούς νόμους. Να φάγη δηλαδή άνθρωπος τα σώματα των συγγενών, η μητέρα δε το παιδί της που από την κοιλίαν της εγέννησε να το δεχθή αδί­κως και πάλιν εις την κοιλίαν της. Και το δράμα αυτό το δι­εκτραγώδησε η ιουδαϊκή ιστορία, που συνέταξεν ο σπουδαίος κατά την γνώμην μου Ιώσηπος, τότε που τα φοβερά πάθη κατέλαβαν τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, που επλήρωναν έτσι τας δικαίας τιμωρίας δια την ασέβειάν των εις τον Θεόν.

 Βλέ­πεις ότι και ο ίδιος ο ιδικός μας Θεός τα μεν άλλα από τα πα­θήματα παραβλέπει, τους πεινώντας όμως με συμπάθειαν ευσπλαγχνίζεται. «Σπλαγχνίζομαι, λέγει, τον λαόν». Δια τού­το και εις την τελικήν κρίσιν, εκεί όπου προσκαλεί τους δικαίους ο Κύριος, την πρώτην θέσιν κατέχει αυτός που δίδει. Αυτός που τρέφει είναι πρώτος εις τους τιμωμένους. Αυτός που εχορήγησε τον άρτον προσκαλείται πρώτα απ' όλους. Ο αγαθός και μεταδοτικός μεταβαίνει εις την ζωήν πρώτος από τους άλλους δικαίους. Αυτός που δεν κοινωνεί εις τας ανάγκας του πλησίον και ο τσιγκούνης παραδίδεται εις την φωτιάν πρώτος από όλους τους αμαρτωλούς.

 Ο καιρός σε καλεί εις την μητέρα των εντολών. Και να φροντίσης πάρα πολύ δια να μη χάσης τον καιρόν της πανηγύρεως και των εμπορικών συναλλαγών. Διότι ο χρόνος τρέχει και δεν περιμένει αυτόν που αργοπορεί. Αι ημέραι φεύγουν και προσπερνούν τον οκ­νηρόν. Και όπως δεν ημπορεί κανείς να σταματήση το ρεύ­μα του ποταμού, εκτός εάν κάποιος χρησιμοποιήση όπως πρέ­πει το νερόν, αφού το ανακόψη, κατά την πρώτην συνάντη­σιν και ορμήν, έτσι ούτε τον χρόνον, που τρέχει σύμφω­να με την αναγκαστικήν πορείαν, ημπορεί να συγκράτηση, ούτε αφού περάση να τον ανακαλέση εις τα οπίσω, έκτος εάν κάποιος τον προλάβη, όταν έρχεται. Και δια τούτο κράτησε την εντολήν ωσάν να φεύγη και εφάρμοσέ την και αφού την συλλαβής από παντού άρπαξέ την εις τας αγκάλας σου. Δώσε ολίγα και απόκτησε πολλά. Εξαφάνισε την πρωταρχικήν αμαρτίαν δια της μεταδόσεως της τροφής. Διότι, όπως ο Αδάμ που παρανόμως έφαγε, μετέδωσε την αμαρτίαν, έτσι ημείς εξαλείφομεν την πονηράν βρώσιν, εάν θεραπεύσωμεν την ανάγ­κην και την πείναν του αδελφού.

       8. Λαοί, ακούστε! Χριστιανοί, ακούστε προσεκτικά! Αυ­τά λέγει ο Κύριος. Δεν ομιλεί εις τον λαόν με την φωνήν του, αλλά με τα στόματα των δούλων του, ωσάν με όργανα του, σαλπίζει. Ας μη φανούμεν ημείς οι λογικοί σκληρότεροι από τα άλογα ζώα. Διότι εκείνα από κοινού χρησιμοποιούν αυτά που βλαστάνει εκ φύσεως η γη. Και τα κοπάδια των προβάτων βοσκούν εις ένα και το ίδιον βουνόν. Πάμπολλα άλογα μίαν και την ιδίαν πεδιάδα καταλαμβάνουν ως βοσκότοπον. Και όλα τα είδη των ζώων έτσι μεταξύ των το ένα προς το άλλο παραχωρούν την αναγκαίαν απόλαυσιν των τροφών. Ημείς όμως οικειοποιούμεθα τα κοινά και κατέχομεν μόνοι αυτά που ανήκουν εις τους πολλούς. Ας εντρεπώμεθα τα φιλάνθρωπα διηγήματα των ειδωλολατρών. Εις μερικούς εξ αυτών νόμος φιλάνθρωπος απειργάζετο μίαν τράπεζαν και κοινά τρόφιμα, και σχεδόν μίαν οικογένειαν τον πολυάνθρωπον λαόν. Ας αφήσωμεν τους εθνικούς και ας έλθωμεν εις το παράδειγμα των τριών χιλιάδων. Ας ζηλέψωμεν την πρώτην εκκλησίαν των Χριστιανών, όπου τα πάντα ήταν κοινά εις αυτούς, δηλαδή η ζωή, η ψυχή, η συμφωνία, η κοινή τράπεζα, η αδιαίρετος αδελφότης, η ανυπόκριτος αγάπη, που ήνωνεν εις ένα τα πολλά σώματα, και συνήρμοζε τας διαφόρους ψυχάς εις μίαν ομόνοιαν. Από την Πάλαιαν και την Νέαν Διαθήκην έχεις πολλά παραδεί­γματα φιλαδελφίας. Εάν αντικρύσης γέροντα που πείνα να τον καλέσης και να τον θρέψης, όπως ο Ιωσήφ τον Ιακώβ. Εάν εύρης εχθρόν που ευρίσκεται εις δυσκολίαν μη προσθέσης εις την οργήν που σε κατέχει την εκδίκησιν, αλλά να τον θρέ­ψης όπως εκείνος έθρεψε τους αδελφούς, που τον επώλησαν. Εάν συνάντησης νεώτερον που καταπονείται, να κλαύσης έτσι, όπως εκείνος τον Βενιαμίν, το παιδί των γερατείων. Ίσως να πειράζη και σε η πλεονεξία, όπως η κυρία τον Ιω­σήφ· σε τραβά από τα ενδύματα, δια να παραβής την εντολήν και να αγαπήσης περισσότερον εκείνην που αγαπά τα χρυσαφικά και τα στολίδια, παρά την προσταγήν του Δεσπότου.

 Όταν λοιπόν έλθη λογισμός που καταπολεμεί την εντολήν αυτήν και προσελκύει τον εγκρατή νουν εις την φιλ­αργυρίαν, και σε εξαναγκάζει να αδιαφορήσης δια την φιλαδελφίαν και σε κρατά πλησίον της, ρίξε και συ κάτω τα ενδύ­ματα, και ωργισμένος φύγε. Να διατήρησης την πίστιν εις τον Κύριον, όπως εκείνος εις τον Πετεφρήν. Να μεριμνήσης δι’ εν έτος, όπως εκείνος εμερίμνησε δι’ επτά έτη. Μη δίδης τα πάντα εις την ηδονήν, δώσε και κάτι εις την ψυχήν. Και νά πιστέψης πως έχεις δύο θυγατέρας· την καλοπέρασιν εδώ και την ουράνιον ζωήν. Εάν δεν θέλησης να τα δώσης όλα εις την ανωτέραν, μοίρασε τα λοιπόν εξ ίσου και εις την ακόλαστον κόρην και εις την αγαθήν. Να μη παρουσίασης την εδώ διαγωγήν σου βαθύπλουτον και την άλλην γυμνήν και ενδεδυμένην με εμβαλώματα, αλλ' όταν χρειασθή να παραστής εις τον Χριστόν και αντιμετώπισης τον κριτήν, η κατ' αρετήν ζωή να έχη νυμφικόν ένδυμα και πρόσκλησιν. Μη λοιπόν παρουσίασης εις τον νυμφίον την νύμ­φην δύσμορφον και αστόλιστον, δια να μη την ιδή και γυρίση το πρόσωπόν του και αφού την ιδή την μισήση και αρνηθή τον γάμον. Αλλά αφού την αρματώσης με τον στολισμόν που αρ­μόζει, να την διαφυλάξης όμορφην ως την προθεσμίαν των γάμων. Δια να ανάψη και αυτή μαζί με τας φρόνιμους παρθέ­νους την λαμπάδα, να διατήρηση άσβεστον την φλόγα της γνώσεως και να μη της λείψη το λάδι των καλών έργων. Δια να επαληθευθή έτσι εμπράκτως η θεία προφητεία και εύρη εφαρμογήν εις την ψυχήν σου ο λόγος· «στέκεται εις τα δεξιά σου η βασίλισσα ενδεδυμένη και στολισμένη με ενδυμασίαν χρυσοκέντητον. Άκουσε κόρη, και ιδές και κλίνε το αυτί σου, ο βασιλεύς θα επιθυμήση την ομορφιάν σου». Αυτά βεβαίως γενικά προανήγγειλεν ο ψαλμωδός, προφητεύων την ωραιό­τητα ολοκλήρου του σώματος. Κατά κύριον λόγον δε θα εύρη εφαρμογήν και εις την ψυχήν του καθενός, αφού βέβαια η Εκ­κλησία αποτελείται από τα επί μέρους άτομα.

       9. Σκέψου, παρακαλώ, λογικά το παρόν και το μέλλον, το οποίον μη προδίδης λόγω αισχροκερδίας. Το σώμα που είναι το χαρακτηριστικόν σου εις την ζωήν θα σε αφήση. Εις την εμφάνισιν του κριτού που αναμένεται και που αναμφιβό­λως θα έλθη, θα αποκλείσης μεν δια τον εαυτόν σου την απονομήν των τιμών και την επουράνιον δόξαν και θα ανοίξης την άσβεστον φωτιάν, την γέενναν, τα κολαστήρια και τους πικρούς από τας οδύνας αιώνας, αντί της αιωνίου και μακάριας ζωής. Μη με πάρης, ωσάν κάποιαν μητέρα ή τροφόν, πως σου επισείω ψεύτικα μορμολύκεια,  όπως εκείναι συνηθίζουν να κάμνουν εις τα μικρά παιδιά, όταν θρηνούν άτακτα και συν­εχώς τα καθησυχάζουν με φανταστικά διηγήματα. Αυτά δεν είναι παραμύθι, αλλά λόγος που έχει κηρυχθή προ πολλού από αδιάψευστον φωνήν. Και γνώριζε επακριβώς ότι σύμφωνα με την ευαγγελικήν προφητείαν «ένα γιώτα ή ένα γράμμα δεν θα καταργηθή από τον νόμον μέχρις ότου γίνουν όλα». Αλλά και το σώμα που έχει εξαφανισθή εις τους τάφους θα αναστηθή και η ίδια η ψυχή που με τον θάνατον έχει αποχωρισθή, πάλιν θα κατοικήση εις το σώμα. Και θα γίνη ακριβής έλεγχος των πράξεων της ζωής κατά τον οποίον δεν θα μαρτυ­ρήσουν άλλοι, αλλ' η ίδια η συνείδησις θα κατάθεση ως μάρ­τυς. Εις τον καθένα δε θα αποδοθή από τον δίκαιον δικαστήν το κατ' αξίαν. Εις αυτόν πρέπει η δόξα, η δύναμις και η προσκύνησις εϊς τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν

  egolpion .com
http://anavaseis.blogspot.com 

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Οἱ ἄθλιοι τῶν ᾿Αθηνῶν / ῎Ανθρωποι κρυμμένοι πίσω ἀπό τό συσσίτιο




Κάθε μέρα ὅλο καί πιό πολλοί, οἱ περισσότεροι ῞Ελληνες, μπρός στήν καντίνα τοῦ Κέντρου Σίτισης τοῦ Δήμου ᾿Αθηναίων
Της Μαριλης Mαργωμενου


Για φαγητό σήμερα έχει κοτόπουλο με ρύζι. Δεν υπάρχει, βέβαια, τραπέζι ούτε πιάτα. Μόνο ένα παγκάκι και πλαστικά μπολ. Ούτε οικογένεια υπάρχει να κάνει προσευχή πριν το φαγητό ούτε και παιδιά να πουν τα νέα απ’ το σχολείο. Την προσευχή του εδώ ο καθένας την κάνει μόνος του. Κι όλοι ζητούν το ίδιο. Να έχει κι αύριο κάτι για φαγητό. Στο πεζοδρόμιο της Πειραιώς, παρέλαση φαντασμάτων. Από τις 12.00 και μετά, η ουρά μπρος στην καντίνα του Κέντρου Σίτισης του Δήμου Αθηναίων όλο και μακραίνει. Κάθε μέρα όλο και πιο πολλοί άνθρωποι, όλο και πιο πολλοί Ελληνες. Αν υπάρχει κάτι να μάθεις απ’ αυτούς, είναι πως ο καθένας θα μπορούσε να καταλήξει εδώ.
Δέκα γλώσσεςΟπως ο κύριος Εμμανουήλ, που επιμένει «όχι Μανώλης. Εμμανουήλ!». Που μιλάει δέκα γλώσσες. Που δούλευε στα ξενοδοχεία τριάντα χρόνια. Που έχει γυρίσει τριάντα χώρες. Που έχει τέσσερα παιδιά. Και που τρώει στο συσσίτιο. «Τι πήγε λάθος;» Με το βλέμμα με διορθώνει – η ερώτηση είναι λάθος. «Τι ψάχνεις να βρεις κορίτσι μου;», λέει. «Δεν γυρίζει ο χρόνος πίσω». Ενα τρακάρισμα σ’ έναν αυτοκινητόδρομο. Μια εγχείρηση στο κεφάλι κι όταν ξυπνάς, να σου λένε πως η γυναίκα σου πέθανε. Και τότε να παθαίνεις την πρώτη κρίση επιληψίας. «Και τα παιδιά σας;», τον ρωτάω. «Τα παιδιά μου;» Ο κύριος Εμμανουήλ σηκώνει τους ώμους. «Οσο δούλευε ο μπαμπάς τους, ήταν καλός. Τώρα που ο μπαμπάς δεν δουλεύει, μπαμπάς δεν υπάρχει». Κάθε τόσο πιάνει την τσέπη του σακακιού του, με βλέπει που κοιτάζω το χέρι όπως πάει ξανά εκεί. «Το πορτοφόλι στη θέση του», λέει. Τον ρωτάω αν εμπιστεύεται τους ανθρώπους. Η φωνή του δεν είναι πια φιλική. «Ακουσε κορίτσι μου», λέει – σαν να τον προσέβαλα. «Εγώ δεν ζητάω από κανένα τίποτα. Ούτε συγγνώμες ούτε φιλίες. Μια κονσέρβα κάπου θα την βρω. Και στο σπίτι μου έχω την τηλεόραση να μου μιλάει. Μοναχός μου μια χαρά είμαι».
Στη γραμμή μπρος στην καντίνα, η αξιοπρέπεια μετριέται με άλλη κλίμακα. Η κυρία Ζουμπουλία αρνείται να πάρει φαγητό αν δεν την αφήσουν να καθαρίσει τα ξένα τραπέζια, για να ξεπληρώσει τη μερίδα της. Και ο κύριος Ανδρέας επιμένει να στέκεται στην ουρά για το συσσίτιο παρά τις χημειοθεραπείες. Πάντα κάποιο από τα παιδιά του Δήμου έχει τα μάτια του επάνω του, να τον κρατήσει αν πάει να καταρρεύσει από την εξάντληση.
Δύο πιτσιρίκια βλέπουν τη μηχανή του φωτογράφου και ποζάρουν γελώντας. Οι γονείς τους δίπλα, σαν χαμένοι. «Μας έστειλε εδώ η Eκκλησία», κάνει ο άνδρας. «Πρώτη φορά ήρθαμε...» Η πρώτη φορά είναι πάντα η χειρότερη. «Γιατί νομίζεις πως δεν θα υπάρξει δεύτερη», όπως λέει ο κύριος Εμμανουήλ.
ΠαγιδευμένοιΟ Γιάνκο από τη Βουλγαρία ρίχνει κλεφτές ματιές τριγύρω να δει αν τους κοιτάζει κανείς. Ο Ιβάν, ο γιος του, κρύβεται πίσω απ’ την πλάτη του – οκτώ χρόνων και νιώθει την ντροπή των μεγάλων. Μόνο τον Καλίν δεν τον νοιάζει. Αμα είσαι πέντε χρόνων, ένα ζουμερό μήλο σαν κι αυτό που τραγανίζει ο Καλίν σε κάνει να ξεχνάς όλα τ’ άλλα. «Είσαι καλά τώρα;» Η Τοντόρκα, η μητέρα του, σκουπίζει το μάγουλο του παιδιού κι εκείνο χαϊδεύεται στο χέρι της. Το χθεσινό βράδυ, πρώτη φορά το πέρασαν στους δρόμους. Ο Γιάνκο βρήκε ένα μισογκρεμισμένο σπίτι στον Αγιο Νικόλαο. «Επεφτε το νερό απ’ το ταβάνι», λέει η Τοντόρκα. Ο μικρός είχε χωθεί στην αγκαλιά της. «Γιατί δεν πάμε σπίτι, μαμά;» Εκατόν τριάντα τρία ευρώ μακριά απ’ το σπίτι. Τόσο κάνει το εισιτήριο ώς τη Βουλγαρία. «Στο Φιλόπτωχο θέλουν να τους πάμε τα εισιτήρια για να μας δώσουν τα λεφτά. Αλλά στο γκισέ του τρένου θέλουν λεφτά για να μας δώσουν εισιτήρια». Ο Γιάνκο, παγιδευμένος στην Ελλάδα. Και ο Καλίν, άυπνος και πεινασμένος, να ρωτάει τι αταξία έκανε και δεν του δίνουν φαγητό. «Σπάραζε στο κλάμα όταν ήρθαμε», λέει η Τοντόρκα. «Είχε να φάει από χθες κι έβλεπε το φαγητό των άλλων».
Ομως, το μεσημεριανό συσσίτιο του Δήμου δεν είναι σαν το απογευματινό – εδώ έρχονται ηλικιωμένοι άνθρωποι. Για να τους προφυλάξουν κάπως απ’ τους αγνώστους, οι υπάλληλοι στις 12.00 σερβίρουν μόνο εκείνους που έχουν δώσει από πριν τα στοιχεία τους. Αλλά πώς να τα καταλάβει αυτά ένα παιδί που κλαίει; «Ευτυχώς», λέει η Τοντόρκα, «ένας καλός άνθρωπος του έδωσε το δικό του φαγητό». «Να, αυτός ο κύριος», κάνει ο Γιάνκο. Γυρίζω να δω ποιος έμεινε νηστικός για να φάει το παιδί και βλέπω τον κύριο Εμμανουήλ που πηγαίνει αργά προς την πύλη. Ο Καλίν έχει αφοσιωθεί σ’ ό, τι έμεινε από το μήλο του, μασουλάει ευτυχισμένος. Ο Γιάνκο γνέφει στον άνδρα με ευγνωμοσύνη. Αλλά ο κύριος Εμμανουήλ κάνει πως δεν τον βλέπει. Δεν ζητάει τίποτα – ούτε ευχαριστίες. Με αργά βήματα, βγαίνει στη Σοφοκλέους. Η τηλεόραση και το κονσερβοκούτι στο σπίτι τον περιμένουν.
Στην κατσαρόλα του σπιτιού«Ποτέ δεν χαιρετάς κάποιον αν δεν σε χαιρετήσει». Η Γεωργία λέει πως αυτός είναι ο κανόνας. Στα δύο χρόνια που δουλεύει εδώ, κάθε μέρα βλέπει στο πεζοδρόμιο της Πειραιώς τους ίδιους ανθρώπους. Κάνουν πως δεν την γνωρίζουν, κάνει κι εκείνη το ίδιο. Είναι οι άνθρωποι που δεν θέλουν να μάθει κανείς πως έρχονται εδώ για φαγητό. Οι υπάλληλοι του Δήμου ετοιμάζουν ταπεράκια και τα βγάζουν στο πεζοδρόμιο, να τους τα δώσουν κρυφά.
Ο Ε. Σκιαδάς ζει τους ανθρώπους αυτούς κάθε μέρα. Είναι αντιδήμαρχος και πρόεδρος του Ιδρύματος Αστέγων του Δήμου Αθηναίων. Λέει πως από 1.200 συσσίτια που μοίραζε το 2005 ο Δήμος, τώρα έχουν φθάσει στα 4.500. Τα μεσημέρια, το 85% των ανθρώπων που έρχονται εδώ είναι Ελληνες. Και όσο βαθαίνει η κρίση, το ποσοστό όλο και αυξάνεται.
Υπάρχουν γυναίκες που παίρνουν το φαγητό από εδώ και το αδειάζουν στην κατσαρόλα του σπιτιού τους, για να μην καταλάβουν τίποτε τα παιδιά τους. Υπάρχει και η Λίτσα, που δεν είναι ούτε 30 χρόνων. Εχει τελειώσει το Αρσάκειο κι έχει πτυχίο από το Tμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων. Αλλά έχει και τέσσερα παιδιά κι έναν άνδρα άνεργο. «Τι να ντραπώ;», κάνει. «Εγώ ντρέπομαι μόνο άμα πεινάνε τα παιδιά μου».
Απ’ την άκρη της αυλής, μια γυναίκα με κοιτάζει εξεταστικά. «Είμαι απ’ την “Καθημερινή”. Θα μου μιλήσετε;». «Να σου μιλήσω; Και τι να σου πω;». Η γυναίκα με μετράει με τα μάτια. «Αμα καμιά φορά ξεμείνεις απ’ αυτό», λέει, «τότε να έρθεις να τα πούμε». Και στο χέρι της κρατάει ένα κομμάτι ψωμί.

Καθημερινή Κυριακῆς 24-10-2010

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Τότε πού ἡ ῾Ελλάδα πεινοῦσε... καί ἀντιστεκόταν / Δημήτρης Ψαθᾶς (1907-1979)

"Φεύγει ο Ρόμελ. Άρα; Τελειώνει ο πόλεμος! Και μέσα στην παραζάλη της παθαίνει σύγχυση η μαύρη αγορά, χάνει το ηθικό της και τα βγάζει όλα στη φόρα. Πανικός. Τσακίζονται να προλάβουν οι μαυραγορίτες. Πρώτη η οδός Αθηνάς βλέπει απορημένη ν’ ανατέλλουν τα φασόλια. Και σιγά-σιγά στα πεζοδρόμια, στην άσφαλτο, πάνω σε τραπεζάκια, μέσα σε καρτοτσάκια, σε τσουβάλια, κάνουν την εμφάνισή τους -ανοιχτά!- όλα τα είδη που είχαν πάθει έκλειψη απ’ τον Απρίλη του ‘41 
(Δημήτρης Ψαθᾶς)


 

 

Δημήτρης Ψαθᾶς

“Θα”
“Θα”. Ευλογημένος να είναι ο άνθρωπος που ανακάλυψε πρώτος αυτό το μονοσύλλαβο. Από όλους τους χρόνους και τις κλίσεις των ρημάτων ο μέλλων είναι εκείνος που φορτώνεται ευχαρίστως και αίρει με υπομονή τις ελπίδες και τα όνειρά μας. Χωρίς το “θα” η ζωή μας θα ήταν αβάσταχτο φορτίο.
“ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ” Εκδόσεις ΜΑΡΗ

“Ο Μπενίτος, κυρά μου”
 Ο Δημήτρης Ψαθάς περιγράφει με εύθυμο τρόπο τις θετικές συνέπειες που είχε στην κατεχόμενη Ελλάδα η πτώση του Μουσολίνι: Συγκλονίζεται η ζωή μας απ’ το πέσιμο του Ντούτσε. Κατρακυλά η λίρα. Πέφτουν οι τιμές. Σβήνουν με βία τα χαρτάκια οι μπακάληδες και γράφουν στα είδη τους τιμές καινούριες. Φωνές στους δρόμους. Έπεσε! Έπεσε! Το λάδι, το ψωμί, το κρέας, το τυρί, τα ζαρζαβατικά ακολουθούν τον Ντούτσε στην ορμητική του πτώση. Ως και τα κολοκυθάκια νιώσανε το πέσιμό του και συγκλονίστηκαν βαθιά. Έπεσε! Έπεσε! Άλλοι ψωνίζουν. Άλλοι περιμένουν. Άλλοι κοιτάνε και γελούν. Βλέπω μια γριούλα που άρπαξε τ’ άδειο μπουκάλι του λαδιού και χύθηκε στους δρόμους. “Γιατί παιδί μου πέσαν όλα;” “Ο Μπενίτος, κυρά μου, ο Μπενίτος”. “Ο Μπενίτος τα έριξε;” “Ο Μπενίτος, κυρά μου, ο Μπενίτος”. “Ο Θεός να του δίνει χρόνια, γιε μου, που μας ρήμαξαν οι μαυραγορίτες. Να κι ένας άνθρωπος που έκανε καλό στον κόσμο. Ο Θεός να τον βλογάει τον χριστιανό και να του δίνει διπλά απ’ ό,τι έχει κάνει”.
“ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ” Εκδόσεις ΜΑΡΙΑ Δ. ΨΑΘΑ
  
 “Βάστα, Ρόμελ!”
Ο Δημήτρης Ψαθάς γράφει για τη δύσκολη θέση που βρέθηκαν οι μαυραγορίτες της κατοχής μετά τη νίκη των Συμμάχων στο Ελ Αλαμέιν:
-Βάστα, Ρόμελ! Αντιλαλούν οι δρόμοι.
-Βάστα, Ρόμελ! Ωρύονται οι άνθρωποι.
-Βάστα, Ρόμελ!
Το λένε στα σπίτια και στα μαγαζιά κι ολούθε. Χαρά. Και γέλια. Κι ούτε κανένας λογαριάζει πια τις φάτσες των Γερμανών και Ιταλών, που τριγυρνούνε πολύ κατσούφηδες στους δρόμους. Μας έχει συνεπάρει ο ενθουσιασμός. Δεν θέλουμε, άλλωστε, πολύ. Τι έτρεχε; Έγινε θαύμα. Η πρώτη μεγάλη κι αποφασιστική νίκη των συμμάχων: Ελ Αλαμέιν. Έκαναν την επίθεσή τους οι Εγγλέζοι και τσάκισαν τον Γερμανό στρατάρχη, που πήρε τα βρεμένα του και φεύγει. Γύρισε το φύλλο η Ιστορία. Ο πόλεμος μπαίνει σε καινούργια φάση. Ελ Αλαμέιν.
Ο ήλιος που βγήκε ανάμεσα απ’ τα μαύρα σύννεφα φωτίζει με πλούσιο φως όλους τους λαούς που στενάζουν κάτω απ’ την μπότα του χιτλερισμού. Φεύγει ο Ρόμελ. Κι ο αντίλαλος της φευγάλας του φτάνει ως την Αθήνα και βάζει σε τρόμο τους μαυραγορίτες:
-Βάστα, Ρόμελ! Είναι η σαρκαστική επίκληση της μαρίδας προς τον Γερμανό στρατάρχη που κλόνισε στη φευγάλα του και το φρούριο της μαύρης αγοράς. Φεύγει ο Ρόμελ. Άρα; Τελειώνει ο πόλεμος! Και μέσα στην παραζάλη της παθαίνει σύγχυση η μαύρη αγορά, χάνει το ηθικό της και τα βγάζει όλα στη φόρα. Πανικός. Τσακίζονται να προλάβουν οι μαυραγορίτες. Πρώτη η οδός Αθηνάς βλέπει απορημένη ν’ ανατέλλουν τα φασόλια. Και σιγά-σιγά στα πεζοδρόμια, στην άσφαλτο, πάνω σε τραπεζάκια, μέσα σε καρτοτσάκια, σε τσουβάλια, κάνουν την εμφάνισή τους -ανοιχτά!- όλα τα είδη που είχαν πάθει έκλειψη απ’ τον Απρίλη του ‘41.
-Έσπασε, έσπασε η μαύρη! Βλέπει ο κόσμος φασόλια στους δρόμους! Ρεβύθια στα πεζοδρόμια! Πατάτες στα καροτσάκια! Άλλοι γελούν. Άλλοι φωνάζουν. Άλλοι φιλιούνται. Γυναικούλες στέκονται μπροστά σ’ αυτό το αναπάντεχο θαύμα, δακρύζουν και σταυροκοπιούνται: “Αμήν, Παναγίτσα μου, δόξα σοι ο Θεός που αξιώθηκαν τα μάτια μας να δουν τόσο μεγάλη μέρα”.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ “ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ” Εκδόσεις ΜΑΡΙΑ Δ. ΨΑΘΑ

“Ο Ναπολέων Σουκατζίδης και οι Διακόσιοι της Πρωτομαγιάς”
Ο Δ. Ψαθάς διηγείται την ιστορία του Ν. Σουκατζίδη που ήταν κρατούμενος – διερμηνέας στις φυλακές Χαϊδαρίου κατά τη διάρκεια της Κατοχής:
Κι εκεί στο Χαϊδάρι… Διακόσια ονόματα φωνάζει ο στρατοπεδάρχης. Οι Ακροναυπλιώτες. Άνθρωποι που λιώσαν στα μπουντρούμια και τις εξορίες της τετάρτης Αυγούστου, που δεμένους χειροπόδαρα τους άφησε στον Γερμανό.
-Ναπολέων Τσουκατζίδης¹!
Βγαίνει κι ο Ναπολέων. Και ο στρατοπεδάρχης κομπιάζει μπροστά σ’ αυτόν τον ήρωα που μιλά εφτά γλώσσες και δέχεται μέσα στο Χαϊδάρι με θεϊκή γαλήνη τα μαρτύρια και κρατά στις καρδιές των μαρτύρων αναμμένη τη φλόγα της ελπίδας και του αγώνα.
-Όχι εσύ, Ναπολέων!
-Γιατί όχι εγώ;
-Εσύ δεν θα τουφεκιστείς.
-Και πόσους θα τουφεκίσεις, αν εξαιρεθώ εγώ;
-Διακόσιους.
-Όχι. Δεν δέχομαι κανένας να μ’ αντικαταστήσει. Είμ’ Έλληνας!
Επιμένει ο στρατοπεδάρχης. Αλύγιστος ο Ναπολέων. Και βγαίνουν έξω απ’ τον σωρό οι διακόσιοι και στήνουνε χορό: Έχε γεια, καημένε κόσμε, έχε γεια, γλυκειά ζωή! Βλέπει ο Γερμανός στρατοπεδάρχης τούτους τους διακόσιους που απάνω τους βαραίνει ο ίσκιος του θανάτου να χορεύουν, να τραγουδούν και ν’ αποχαιρετάνε τους συντρόφους τους -σαστίζει. Τι είναι τούτο δω; Αντηχεί ο αέρας από αντάρα αντρίκια:
-Έχετε γεια, παιδιά.
-Ζήτω η Ελλάδα!
-Σαν άντρες θα πάμε!
Και τους ανεβάζουν στ’ αυτοκίνητο -σωρό. Κι είναι πρωτομαγιά. Κι είναι γλυκός ο πρωινός αέρας, ολόχρυση η αυγή κι ο Υμηττός κεντιέται με χρυσάφι. Κι εκεί στο σφαγείο στήνονται τα πολυβόλα για το μεγάλο μακελειό. Μαζί θα πέσει κι ο Ναπολέων, που ένα “ναι” να ‘λεγε του Γερμανού είχε γλυτώσει.
(…)
-Ποιοι ήσαν; Ποτέ δεν έδωσαν κατάλογο των ονομάτων τους οι Γερμανοί. Μαθαίνουμε μερικούς. Ωστόσο στη ματωμένη ιστορία της Αντίστασης του Έθνους πέρασαν όλοι μ’ ένα όνομα μέσα στη μνήμη και την καρδιά του πονεμένου αυτού λαού. Οι Διακόσιοι της Πρωτομαγιάς. Βουβή και πικραμένη τους κλαίει η αγωνιζόμενη Αθήνα. Οι Διακόσιοι Άγιοι που μαρτύρησαν μαζί -κοντά σ’ άλλους χιλιάδες- σε τούτο τον υπέρτατο αγώνα για την τιμή και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
¹Ο Ν. Σουκατζίδης αναφέρεται ως Τσουκατζίδης από τον Δημήτρη Ψαθά.
“ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ” Εκδόσεις ΜΑΡΙΑ Δ. ΨΑΘΑ
 

Πηγή:http://logomnimon.wordpress.com

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Μιά ἱστορία ἀπό τόν καιρό τῆς πείνας...

῾Η στροφή τοῦ Κατσαρόλα - Κύμη Εὐβοίας - Μιά ἄγνωστη ἱστορία

Εχετε αναρωτηθεί ποτέ ΓΙΑΤΙ μια περιοχή έχει πάρει ένα συγκεκριμένο όνομα?
Εγώ ποτέ! Τον τελευταίο χρόνο μόνο άρχισα να έχω αυτού του είδους τις αναζητήσεις. Κατ' αρχήν πήρα ένα μικρό τεφτεράκι και άρχισα να καταγράφω αυτά που είχα ακούσει από παπούδες και γιαγιάδες με τους οποίους κατά καιρούς τύχαινε να συνομιλήσω. Τελικά άρχισα να διαπιστώνω πως παλιά τοπωνύμια ή στάσεις λεωφορείων ή περιοχές έχουν κάποιον λόγο που ονομάστηκαν έτσι.
Η παρακάτω άγνωστη ιστορία που θα σας αφηγηθώ αφορά μια τοποθεσία που βρίσκεται στην Εύβοια στον παλιό δρόμο πηγαίνοντας προς την Κύμη, λίγο πριν την Κύμη. Αυτή η τοποθεσία είναι μια στροφή και ονομάζεται :
Η Σ Τ Ρ Ο Φ Η Τ Ο Υ Κ Α Τ Σ Α Ρ Ο Λ Α
"Κόκκινη κλωστή δεμένη
στην ανέμη τυλιγμένη
δός της κλώτσο να γυρίσει
παραμύθι ν' αρχινίσει...."
Μια φορά και έναν καιρό ζούσε σε ένα χωριουδάκι της Εύβοιας, που ονομάζεται Οξύλιθος, μια κοπέλα που την έλεγαν Ελένη. Ηταν μια πανέμορφη κοπέλα (όπως όλες οι Ελένες) και καταγόταν από πολύ καλή και γνωστή οικογένεια της περιοχής, την οικογένεια Μπενέτου. Οταν μεγάλωσε η Ελένη παντρεύτηκε έναν όμορφο νεαρό και απέκτησαν 2 όμορφα παιδάκια, τον Νικόλα και τον Μίμη (από το Δημήτρης).
Η ευτυχία τους δεν έμελλε να κρατήσει πολύ : Σε λίγο ξέσπασε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και ο άντρας της Ελένης έφυγε για το μέτωπο. Αργότερα η Ελένη έλαβε ένα μετάλλειο και ένα γράμμα με το οποίο την ενημέρωναν πως ο άντρας της πολέμησε ηρωικά στην Αλβανία και έπεσε μαχόμενος υπέρ της πατρίδας. Η Ελένη ξέσπασε σε λυγμούς, τον αγαπούσε τον άντρα της δεν πρόλαβε όμως να τον χαρεί, της τον διεκδίκησε ο χάρος......
Τα χρόνια περνάγανε, στην Ελλάδα είχαν έρθει δύσκολες ημέρες, φτώχεια, πείνα, πολιτικές αναταραχές....... Και η Ελένη άρχισε να ξενοδουλεύει, ξενόπλενε ρούχα και καθάριζε σπίτια για ένα κομμάτι ψωμί! Αυτό το κομμάτι όμως το είχαν ανάγκη τα παιδιά της που ήταν μικρούλια, έπρεπε να μεγαλώσουν.....Παρ΄όλες τις κακουχίες της η Ελένη εξακολουθούσε να διατηρεί την φρεσκάδα της νιότης της. Ετσι μια ημέρα που την αντίκρυσε ένας ομορφονιός θαμπώθηκε από την εμορφιά της και αποφάσισε να την παντρευτεί.
Τα ήθη και τα έθιμα όμως εκείνη την εποχή ήταν αυστηρά! Που ξανακούστηκε χήρα γυναίκα να ξαναπαντρευτεί? Εκείνη την εποχή όταν μια γυναίκα έχανε τον άντρα της έβαζε τα μαύρα και δεν τάβγαζε ποτέ πιά.....
Ο Δημήτρης ο όμορφος, έτσι ήταν το παρατσούκλι του, δεν τόβαλε κάτω, την διεκδίκησε την Ελένη, η οποία τελικά αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί. Αναγκάστηκε όμως να φύγει από τον Οξύλιθο για να αποφύγει την κατακραυγή της κοινωνίας. Εφυγαν και πήγαν σε μια τοποθεσία μέσα στα βουνά (τότε) σε μια περιοχή λίγο πριν την Κύμη. Πάνω σε έναν λόφο έχτισαν το φτωχικό τους, ένα πέτρινο σπιτάκι, και έστησαν το νοικοκυριό τους. Ο Δημήτρης άνοιξε ένα μικρό εργαστήρι στην Πλατάνα (ένα παραθαλάσσιο μέρος της Κύμης), ήταν ξυλουργός ξέχασα να σας το πω!!!
Την ευτυχία τους ήρθαν να την συμπληρώσουν 2 παιδάκια, η Κατίνα και ο Φειδίας (την περίοδο του Μεσοπολέμου ήταν της μόδας να βγάζουν τα παιδιά με αρχαιοελληνικά ονόματα). Μην βιάζεστε όμως, της Ελένης το ριζικό δεν όριζε να ευτυχήσει! Μέσα σε λίγα χρόνια ξέσπασε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος! Η Ελλάδα υπέφερε από τις κακουχίες, το ίδιο και οι άνθρωποί της!!! Η πείνα ήταν ο μεγαλύτερος φόβος, οι άνθρωποι δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε, σκελετωμένοι, με κοιλιές πρησμένες από την πείνα, βρίσκονταν σε απόγνωση.....
Ανάμεσα σε όλους τους Ελληνες έτσι και η ήρωες της ιστορίας μας υπέφεραν. Ο Δημήτρης άρχισε να κατασκευάζει ξυλοπάπουτσα για τους ανθρώπους και η Ελένη ξενοδούλευε και φρόντιζε τα 4 παιδιά τους.
Το σπιτάκι του Δημήτρη και της Ελένης ήταν ένα ησυχαστήριο, είχε καταπληκτική θέα , έβλεπες όλο το πέλαγος σαν έβγαινες στην αυλή του σπιτιού τους. Οι άνθρωποι που κατέβαιναν προς τα άλλα χωριά (με τα πόδια η με τα ζώα τότε) υποχρεωτικά πέρναγαν από την αυλή του σπιτιού τους. Ο Δημήτρης ήταν άνθρωπος της παρέας, του άρεσε το κρασάκι (είχαν ένα αμπελάκι και έβγαζε λίγο κρασί), είχαν και κάτι κατσικάκια και έπιναν γαλατάκι, το καλοκαίρι η Ελένη παρασκεύαζε σουτζούκια και ξέραινε τα συκαλάκια που προμηθευόταν από τις συκιές που είχαν στο χωραφάκι τους. Οσοι περνούσαν λοιπόν από το σπίτι τους εκεί στο ύψωμα κοντοστέκονταν για να γευτούν τις λιχουδιές της Ελένης και το κρασάκι του Δημήτρη. Ηταν τόσο φιλόξενοι και οι δυό τους.......
Παρ΄όλο που είχαν τα καλούδια τους από το χωραφάκι τους, δώσε-δώσε σε όποιον πέρναγε από εκεί, το τσουκάλι καθημερινά άδειαζε γρήγορα και τα 4 παιδιά του ζευγαριού δεν προλάβαιναν να φάνε και έμεναν νηστικά. Ομως ο Δημήτρης ήταν τόσο φιλόξενος άνθρωπος που προτιμούσε να μείνει ο ίδιος και τα παιδιά του νηστικά παρά οι περαστικοί. Κάποια ημέρα λοιπόν, καθώς είχαν μαζευτεί καμιά δεκαριά άτομα στο σπίτι του Δημήτρη και της Ελένης και έτρωγαν, του λένε του Δημήτρη : Βρε Δημήτρη αυτή η κατσαρόλα σου όποτε ερχόμαστε είναι γεμάτη, ούτε ο Ερυθρός Σταυρός να ήσουν. Μας έσωσες από την πείνα αγαπημένε μου φίλε, αυτό θα στο χρωστάμε, δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ.........
Ετσι από την επόμενη ημέρα ο Δημήτρης δεν λεγόταν πια Δημήτρης μα "ΚΑΤΣΑΡΟΛΑΣ". Και οι άνθρωποι σαν ήθελαν να δώσουν ραντεβού στο σπίτι του Δημήτρη έλεγαν πάμε "ΣΤΟΥ ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ".
Ο Δημήτρης από την άλλη επειδή ήταν άνθρωπος που του άρεσαν τα αστεία πήρε την επόμενη ημέρα ένα πινέλο και έβαψε έξω από το σπιτάκι του "ΤΑΒΕΡΝΑ SOS". Επειδή το σπίτι του βρισκόταν σε πολύ ψηλό σημείο, σαν είδαν οι γύρω χωριανοί την επιγραφή "ΤΑΒΕΡΝΑ SOS", έμαθαν την ιστορία και ξεκαρδίστηκαν στα γέλια.
Από τότε ξεχάστηκε το όνομα Δημήτρης και έμεινε το "ΚΑΤΣΑΡΟΛΑΣ". Ακόμη και όταν κάποια χρόνια αργότερα (κοντά στο 1960) κατασκευάστηκε ο ασφαλτόδρομος που πάει προς την Κύμη, και απαλλοτριώθηκε ένα μέρος του κτήματος του Δημήτρη και της Ελένης για να γίνει μια στροφή, η στροφή αυτή ονομάστηκε "Η ΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ"!!!!!
Τα χρόνια περάσανε ο Δημήτρης και η Ελένη πέθαναν, τα παιδιά τους έφυγαν από την περιοχή, το σπιτάκι που έσωσε πολλούς κατοίκους της περιοχής από την πείνα κατέρρευσε ενώ το υπόλοιπο κτηματάκι που είχε απομείνει μετά την απαλλοτρίωση, καταπατήθηκε......
Οι ντόπιοι κάτοικοι όμως στην ανάμνηση της υπόσχεσης "ΔΕΝ ΘΑ ΤΟ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ" που είχαν δώσει εκείνο το καλοκαιρινό βραδάκι που έτρωγαν στο φτωχικό του Δημήτρη διατήρησαν μέχρι τις μέρες μας αυτό το τοπωνύμιο με την ονομασία "Η ΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ"......η Ελένη ξεχάστηκε.....δεν την θυμάται κανείς πια......
Ετσι εάν κάποτε βρεθείτε στον δρόμο προς την Κύμη, αναζητείστε αυτήν την γωνίτσα της Ευβοιώτικης γης και προσπαθείστε να αφουγκραστείτε τα γέλια των ανθρώπων που σκόρπιζε ο "ΚΑΤΣΑΡΟΛΑΣ" ή κατά κόσμον Δημήτρης στους συνανθρώπους του.........Κάποια πράγματα αξίζει να τα θυμόμαστε.......κάπου κάπου......

(στην φωτογραφία ο Δημήτρης-κατσαρόλας, η Ελένη, 2 από τα παιδιά τους η Κατίνα και ο Φειδίας, 2 από τα προβατάκια τους και ο "Μούργος" ο σκύλος τους) 

Πηγή:dyosmaraki.blogspot.com/)

῾Η ἀνθρώπινη ἀδηφαγία /Τασούλας Kαραϊσκακη



Αρθρο ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Tης Τασουλας Kαραϊσκακη

Δεν είναι τα ακραία καιρικά φαινόμενα στη Ρωσία, αλλά η ανθρώπινη αδηφαγία που θα ευθύνεται για την επισιτιστική κρίση που προμηνύεται. Μια κρίση ενδεχομένως παρόμοια με εκείνη του 2008, όταν η άνοδος των τιμών των δημητριακών προκάλεσε μαζικούς λιμούς και κοινωνικές ταραχές σχεδόν σε όλο τον Τρίτο Κόσμο.

Οι πολυεθνικές που ελέγχουν την αγορά σιτηρών δεν μοιάζουν να λαμβάνουν υπόψη τους τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές επισημάνσεις ότι δεν προβλέπεται έλλειψη. Στα 3 και 6 δισ. τόνους αντιστοίχως εκτιμάται φέτος η παραγωγή σιτηρών σε Ε.Ε. και ΗΠΑ, ποσότητες που υπολογίζεται ότι υπερκαλύπτουν τις απώλειες από το εμπάργκο στις ρωσικές εξαγωγές, όμως οι εταιρείες μύρισαν κέρδος και οι χρηματιστηριακές τιμές των προϊόντων εκτινάχθηκαν (κατά 70% έως 130%).

Στην εγχώρια αγορά, συνεταιρισμοί και εμπορικοί οίκοι έκαναν το ίδιο. Ανέβασαν την τιμή του μαλακού σιταριού (ψωμί, είδη αρτοποιίας) στα 22,5 από 16 λεπτά το κιλό, ενώ η τιμή του παραγωγού παρέμεινε στα 12 λεπτά, και την τιμή του σκληρού σταριού (ζυμαρικά) στα 23 από 18 λεπτά το κιλό (αύξηση 28% έως 40%) όταν η κούρσα των τιμών στις διεθνείς αγορές δεν είχε ακόμη επηρεάσει την εσωτερική αγορά. Επίσης, σχεδόν διπλασιάστηκαν οι τιμές των ζωοτροφών.

Τι κι αν έγινε έκκληση, οι ποσότητες στις αποθήκες εμπόρων και παραγωγών (κατά τα δηλωθέντα, πέντε φορές πάνω από αυτές που χρειαζόμαστε) να διατεθούν στην αγορά (και να μην κρατηθούν κατά τη συνήθη πρακτική ώστε να προκληθεί τεχνητή έλλειψη) για να αποκλιμακωθούν οι τιμές! Τι κι αν διατάχθηκε αυτεπάγγελτη έρευνα από την Επιτροπή Ανταγωνισμού για τις εναρμονισμένες αυξήσεις! Τι κι αν βγήκαν στην αγορά οι ράμπο του Οικονομικών για να κάνουν ελέγχους! Τι κι αν απείλησαν οι καταναλωτικές οργανώσεις με μποϊκοτάζ!  
Οι έμποροι τις αυξήσεις τις έκαναν, με ορατό τον κίνδυνο να προκληθεί έκρηξη των τιμών λιανικής, σχεδόν στο σύνολο των ειδών διατροφής. Γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων τους τις απειλές των ιθυνόντων ότι «δεν θα επιτρέψουν κερδοσκοπικά παιχνίδια». Πότε οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. ασχολήθηκαν σοβαρά με τις κερδοσκοπικές ανατιμήσεις;

Θεωρητικές και σε διεθνές επίπεδο οι παρεμβάσεις των υπερεθνικών οργανισμών,την ώρα που επιχειρηματικά συμβούλια, πίσω από κλειστές πόρτες, αποφάσιζαν την τύχη δισ. ανθρώπων. Των χωρίς επιλογές και αυτάρκεια πληθυσμών των φτωχών χωρών.

Οι οκτώ πλουσιότερες χώρες του κόσμου, που αποτελούν το 13,3% του πληθυσμού της Γης, το 4% των χωρών μελών του ΟΗΕ, αλλά κατέχουν το 63% του παγκόσμιου πλούτου, δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή στο διεθνές εμπόριο, με δίκαιους όρους, των φτωχών γεωργικών χωρών. Οι αγρότες τους δεν μπορούν να επιβιώσουν οικονομικά, δεν έχουν πλέον δικούς τους σπόρους, δεν διαθέτουν λιπάσματα, έχουν γίνει εργάτες στα χωράφια τους. Τουλάχιστον 30 χώρες ρέπουν προς την πολιτική αστάθεια και τη βία όταν ξεσπάσει επισιτιστική κρίση. Αιτίες αυτής, η κλιματική αλλαγή, η ραγδαία άνοδος της ζήτησης τροφίμων από την αύξηση των εισοδημάτων γιγαντιαίων πληθυσμών, η παραγωγή βιοκαυσίμων, η χαμηλή παραγωγικότητα ορισμένων χωρών. Και, όπως καταγγέλλεται, οι τακτικές των πολυεθνικών.  

Πέντε μεγάλες πολυεθνικές (Archer Daniels Midland, Cargil, Con Agra, Bunge, Dreyfuss) ελέγχουν το 80% της αγοράς των σιτηρών και κερδοσκοπούν αγοράζοντας μαζικά τις μελλοντικές σοδειές.  

Πέντε-έξι φαρμακοβιομηχανίες (Monsanto, Bayer, Dupont, Basf, Dow κ.ά.) ελέγχουν το 75% της αγοράς παρασιτοκτόνων και σπόρων. Ισάριθμες εταιρείες (Wal-Mart κ. ά.) ελέγχουν την παγκόσμια διανομή τροφίμων.

Είναι βέβαιο ότι την πείνα δεν τη γεννάει η φύση. Ο πλανήτης παράγει αρκετή τροφή για όλους, αλλά το σημερινό παγκόσμιο καθεστώς, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί (οι δυνάμεις της αγοράς να μην ελέγχονται από καμία δημόσια εξουσία), αδυνατεί να αναπτύξει μηχανισμούς αναδιανεμητικής δικαιοσύνης. Δεν είναι μια αναπότρεπτη μοίρα, αλλά η συνέπεια μιας πολιτικής επιλογής που ευνοεί τους πιο ισχυρούς στον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό.

Κι εμείς, τι κάνουμε; Εμείς οφείλουμε να γνωρίζουμε, αδρά έστω, πώς παράγεται και από ποιον, πώς διακινείται, πόσο κοστίζει και γιατί, αυτό που φτάνει στο πιάτο μας. Η γνώση είναι, στην ουσία, η πιο επαναστατική πράξη.
 
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

᾿Αφιέρωμα τοῦ Alter σχετικά μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ Γέροντος Παϊσίου σέ τρεῖς ἁγιορεῖτες μοναχούς...

Σχόλιο ᾿Οδυσσέως: ῾Η ἀγάπη μας στό πρόσωπο τοῦ Γέροντος Παϊσίου εἶναι δεδομένη. Πιστεύω πώς εἶναι στή συνείδηση τοῦ λαοῦ μαζί μέ τόν Γέροντα Πορφύριο καί τόν Γέροντα ᾿Ιάκωβο Τσαλίκη τρεῖς ἅγιοι τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος. ᾿Απομένει στήν ᾿Εκκλησία μας, ὅταν οἱ καιροί ὡριμάσουν νά τούς ἀνακηρύξει καί ἐπισήμως ἁγίους. ῾Ωστόσο, δέν παύουν νά ἔχουν παρρησία στόν ἐν Τριάδι Θεό καί νά τοῦ μεταφέρουν τά αἰτήματά μας. Τώρα, ὡς πρός τήν εἴδηση πού μεταφέρει τό παρακάτω video, ἄς εἴμαστε καλόπιστα λίγο ἐπιφυλακτικοί. Δέν τό ἀμφισβητῶ πλήρως, οὔτε τό δέχομαι ἀνεπιφύλακτα. Πιστεύω πώς ὁ καλός Θεός, ὅταν χρειαστεῖ, θά δώσει τό μήνυμά του σέ ἔγκυρα πρόσωπα τῆς ᾿Εκκλησίας μας,  τῶν ὁποίων ἡ μαρτυρία δέν θά μπορεῖ νά ἀμφισβητηθεῖ. Τέλος, τό νά πάρουμε τσουβάλια ἀλεύρι γιά ἐνδεχόμενη πείνα εἶναι κάτι τό μάταιο. Τό ἀλεύρι πάνω ἀπό μισό χρόνο δέν κρατάει, πιάνει σκουλίκι, ὅπως λένε αὐτοί πού γνωρίζουν. ῎Ας Γρηγοροῦμε ἐν τῇ προσευχῇ, χωρίς ἀγωνία καί κυρίως χωρίς πανικό, κάτι  πού δέν ταιριάζει σέ χριστιανούς. Καί ἄς μήν ξεχνᾶμε: ὁ Θεός ἔθρεψε τόν λαό τοῦ ᾿Ισραήλ μέ μάνα ἐξ οὐρανοῦ.


Γιά θαυμα κάνουν λόγο τρεῖς ῾Αγιορείτες μοναχοί. 

Πριν από λίγες ημέρες, μοναχοί του Αγίου Όρους υποστηρίζουν ό,τι ο γέροντας εμφανίστηκε μπροστά τους, και τους προειδοποίησε για την οικονομική κρίση.

Όπως υποστηρίζουν τρεις νέοι μοναχοί, πριν από δύο περίπου εβδομάδες, εμφανίστηκε ως εκ θαύματος η λιγνή ασκητική μορφή του Γέροντος Παϊσίου, να περπατάει έξω από τη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος. 

Ανεξάρτητα από την έκπληξη που ένιωσαν οι μοναχοί, πλησίασαν τον σεβάσμιο γέροντα και ζήτησαν την ευχή του.

Μόνο που ο γέροντας τραβήχτηκε, δεν τους έδωσε ευχή, αλλά με τρεμάμενη φωνή τους είπε: "Τραβήξτε στον γέροντα σας και πείτε του να αγοράσει μεγάλες ποσότητες από λάδι και αλεύρι, γιατί σε τρεις μήνες από τώρα θα έχουμε πόλεμο στην Ελλάδα, και ο κόσμος θα πεινάσει" και συνέχισε λέγοντας "Να του πείτε του γέροντα σας να επικοινωνήσει και με τα υπόλοιπα μοναστήρια".

Μέχρι να συνέλθουν οι μοναχοί, ο γέροντας Παϊσιος είχε χαθεί μέσα σε ένα μονοπάτι.



Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ: ΘΑ ΠΕΙΝΑΣΕΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΟΥΣ ΜΗΝΕΣ, ΘΑ ΠΟΥΜΕ ΤΟ ΨΩΜΙ ΨΩΜΑΚΙ, ΑΛΛΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΘΑ ΜΑΣ ΔΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΛΗ!


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ:ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

[ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ-ΣΟΥΡΩΤΗ.Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΪΣΙΟΥ]


























Καθώς η καταγωγή μας είναι απ' την Καππαδοκία και η μία γιαγιά μας κατάγεται απ' το χωριό του Γέροντα, απ' τα Φάρασα, ενώ η άλλη απ' την Καισάρεια, έχουμε κοινές ρίζες με το Γέροντα, και επειδή εκείνα τα μέρη μας πονάνε ιδιαίτερα τώρα που είναι σε ξένα χέρια, ρωτούσα συνέχεια το Γέροντα για την Τουρκία, τι θα γίνει με τον Ελληνισμό και άλλα σχετικά.

Κάποτε, είχα πάει στο Γέροντα με ένα φίλο μου και εκεί συναντήσαμε μία παρέα από πέντε παιδιά. Τότε, ρώτησα το Γέροντα ποιές προέβλεπε να είναι οι εξελίξεις σχετικά με την Τουρκία.
"Γέροντα, του λέω, "απ' την Αλεξανδρούπολη είμαστε. Μήπως μας πιάσει η μπόρα κατά κει;"
Μου απαντά:
"Κοίταξε να δεις. Οι Τούρκοι δε θα μπουν στην Αλεξανδρούπολη. Θα κάνουν μόνο μία πρόκληση στην Ελλάδα, που θα έχει σχέση με την αιγιαλίτιδα ζώνη. Και εμάς θα μας πιάσει πείνα. Θα πεινάσει η Ελλάδα.
Και επειδή θα κρατήσει αυτή η μπόρα κάποιο διάστημα, μήνες θα είναι, "θα πούμε το ψωμί ψωμάκι".
Μετά ρωτάω:
"Γέροντα, πως θα καταλάβω εγώ ότι θα είμαστε κοντά στον πόλεμο;" "Όταν", λέει, “θα ακούσεις την τηλεόραση να γίνεται θέμα για τα μίλια, για την επέκταση των μιλίων (της αιγιαλίτιδας ζώνης) από 6 σε 12 μίλια, τότε από πίσω έρχεται ο πόλεμος...
τού λέγω: "Και ποια κράτη θα συμμετέχουν;"
"Κοίταξε, μετά την πρόκληση των Τούρκων, θα κατεβούν οι Ρώσοι στα Στενά. Όχι για να βοηθήσουν εμάς. Αυτοί θα έχουν άλλα συμφέροντα. Αλλά, χωρίς να το θέλουν, θα βοηθάνε εμάς. Τότε, οι Τούρκοι για να υπερασπισθούν τα Στενά, που είναι στρατηγικής σημασίας, θα συγκεντρώσουν εκεί και άλλα στρατεύματα. Παράλληλα δε, θα αποσύρουν δυνάμεις από καταληφθέντα εδάφη.
Όμως, θα δουν τότε τα άλλα κράτη της Ευρώπης, συγκεκριμένα η Αγγλία, η Γαλλία, η Ιταλία και άλλα έξι-εφτά κράτη της ΕΟΚ, ότι η Ρωσία θα αρπάξει μέρη, οπότε θα πουν: "Δεν πάμε κι εμείς εκεί πέρα, μήπως πάρουμε κανένα κομμάτι;" Όλοι, όμως, θα κυνηγούν τη μερίδα του λέοντος. Έτσι, θα μπουν και οι Ευρωπαίοι στον πόλεμο".

Σ' αυτό το σημείο ρωτάω:
"Εμείς, τι θα κάνουμε; Ο ελληνικός στρατός θα πάρει μέρος σ' αυτόν τον πόλεμο;"
"Όχι" λέει. "Θα βγάλει η κυβέρνηση απόφαση να μη στείλει στρατό. Θα κρατήσει στρατό μόνο στα σύνορα. Και θα είναι μεγάλη ευλογία που δε θα πάρει μέρος. Γιατί, όποιος πάρει μέρος σ' αυτόν τον πόλεμο, χάθηκε...
Τότε, επειδή στην Ελλάδα ο κόσμος θα φοβηθεί, πολλοί θα στραφούν προς την Εκκλησία, προς το Θεό, και θα μετανοήσουν. Γι' αυτό, επειδή θα υπάρξει μετάνοια, δε θα πάθουμε κακό οι Έλληνες. Ο Θεός θα λυπηθεί την Ελλάδα, επειδή ο κόσμος θα στραφεί προς την Εκκλησία, προς το μοναχισμό και θα αρχίσουν να προσεύχονται. Και θα βαπτισθούν πολλοί Τούρκοι.
Τότε, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος θα συμβάλει ως μεσάζοντας, να δοθεί η Πόλη στην Ελλάδα. Είναι ευλαβής, είναι καλός".
“Γέροντα”, τον ρωτάω μετά, "την Πόλη θα την δώσουν σ' εμάς;"
"Θα την δώσουν σε μας, όχι επειδή θα το θέλουν, αλλά επειδή αυτή η λύση θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ξένων. Τότε θα το καταλάβουν αυτό.
Αυτά που σου λέω, μην τα πεις σε κανένα. Θα σε βγάλουν τρελό. Γιατί δεν είναι ώριμες οι συγκυρίες ακόμα. Τότε θα το καταλάβεις."
Αυτή η συζήτηση με το Γέροντα έγινε το 1991, όταν υπηρετούσα στο στρατό.

'Αλλη φορά, ο Γέροντας είπε:
"Η διοίκηση της Πόλης, από μας, θα είναι και στρατιωτική και πολιτική".
Γνώρισα και τρεις αξιωματικούς που είχαν πάει στο Γέροντα. Απ' τους τρεις αξιωματικούς ο ένας έλεγε: "Μόνο σε μένα ο Γέροντας είπε πως θα είμαι διοικητής στρατιωτικού τμήματος στην Πόλη. Στους άλλους δεν ανέφερε τίποτε".

Κάποια άλλη παρέα είχε πάει στο Γέροντα. Ένας απ' αυτούς σπούδαζε πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Ξάνθης. Σε μια στιγμή, γυρίζει ο Γέροντας, τον δείχνει με το δάκτυλο (αυτός, σημειωτέον πήγαινε στο Γέροντα για πρώτη φορά ), και του λέει:
"Εσύ, σαν πολιτικός μηχανικός, θα συμβάλεις στην ανοικοδόμηση της Πόλης, γιατί η Πόλη θα ανοικοδομηθή απ' την αρχή". Γύρισε και τον έδειξε με το δάκτυλο μπροστά σε όλους. Το παιδί, τότε, ήταν φοιτητής.
Μετά, ο Γέροντας γυρίζει σε μένα και λέει: "Κι εσύ, Ανέστη, θα πας στην Πόλη. Κι εσείς οι δύο-έδειξε εμένα και τον φίλο μου-θα πάτε στην Πόλη, αλλά για άλλο σκοπό". Δε μου τον φανέρωσε το σκοπό. Μετά απ’ αυτό, μου μπήκε η επιθυμία να μάθω τουρκικά.

Μια άλλη φορά που είχε πάει στο κελί του Γέροντα, έτυχε να είναι μέσα ένας πρώην μουσουλμάνος από τη Θράκη. Τον πιάνω και του λέω:
"Εσύ πως συνέβη και ήλθες εδώ, στο Γέροντα;" Σταύρο τον έλεγαν.
"Άσε", λέει, "κάτσε να σου πω...
Ο Γέροντας, μας έκανε ένα πολύ μεγάλο θαύμα και πίστεψε όλη η οικογένειά μου. Μετά ήλθε στο χωριό και φρόντισε να βαπτισθούμε".

Και σε άλλη επίσκεψη μας στην Παναγούδα, ήταν παρών και ο μουσουλμάνος που βαφτίσθηκε, ο Σταύρος. Τότε, πάλι μας ανέφερε ο Γέροντας για τα γεγονότα, πως θα εξελιχθούν με την Κωνσταντινούπολη. Και όταν έφθασε στο σημείο που θα πονέσει η Ελλάδα και είπε ότι, εμάς, θα μας αγγίξει η πείνα, λέει ο κύριος Σταύρος:
"Γέροντα, να κρατήσω ένα σακί αλεύρι για να μπορέσω ν' αντιμετωπίσω εκείνη την περίοδο και να μην πεινάσουν τα παιδιά;" "Όχι", του λέει, "μην παίρνεις, γιατί ο γείτονάς σου θα έχει αλεύρι και θα σου δώσει"!
Δηλαδή, προείδε ο Γέροντας ποιός θα βοηθήσει τον κύριο Σταύρο στην περίοδο της πείνας. Εκείνος φυσικά θα ζει σε χωριό. Τώρα, εμείς που ζούμε στις πόλεις, θα πούμε το ψωμί ψωμάκι. Γι' αυτό, άλλη φορά, ο Γέροντας έλεγε:
"Να έχετε ένα κτηματάκι και λίγο να το καλλιεργείτε. Κοντά σε σας, θα βοηθήσετε και κάποιον που δεν θα έχει".



Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

Σημεῖα σίτισης ἀπόρων τῆς ῾Ιεράς ᾿Αρχιεπισκοπής ᾿Αθηνῶν

"᾿Επείνασα κι ἐδώκατέ μοι φαγεῖν...

"Ιερος Νιπτήρας
1. Αγ. Αικατερίνη, οδ. Κειριαδών Αιγηιδών,118 53 Πετράλωνα,
τηλ. 210-3458133.
2. Αγ. Αιμιλιανός οδ. Αθαμανίας 17, 104 44, Σκουζέ,
τηλ. 210-5129091.
3. Αγ. Ανάργυροι, Πλ. Αγ. Αναργύρων, 135 61 Αγ. Ανάργυροι,
τηλ. 210-2611689.
4. Αγ. Ανάργυροι, οδ. Κεφαλληνίας και Δαμασκηνού, 163 42 Ηλιούπολη,
τηλ. 210-9930 817.
5. Αγ. Ανδρέας, οδ. Ωρωπού και Τεω, 111 42 Άνω Πατήσια,
τηλ. 210-2914686.
6. Αγ. Ανδρέας, οδ. Γιάνναρη 24, 104 45 Κ. Πατήσια,
τηλ. 210- 8323193.
7. Αγ. Απόστολοι Τζιτζιφιών, οδ. Αγ. Αποστόλων 4, 176 75 Καλλιθέα,
τηλ. 210- 9422021.
8. Αγ. Αρτέμιος, οδ. Φιλολάου 165, 116 32 Παγκράτι,
τηλ. 210-7514125.
9. Αγ. Ασωμάτων, οδ. Θερμοπυλών 5, 104 35 Θησείο,
τηλ. 210-5240675.
10. Αγ. Βαρβάρα, οδ. Αγ. Βαρβάρας 85, 172 35 Δάφνη,
τηλ. 210-9711661.
11. Αγ. Βασίλειος, Αγ. Βασιλείου 52, 173 43 Αγ. Δημήτριος,
τηλ. 210-9717890.
12. Αγ. Γεράσιμος, οδ. Αγ. Γερασίμου 30, 157 71 Άνω Ιλίσια,
τηλ. 210-7793331.
13. Αγ. Γεώργιος, οδ. Πλάτωνος 51, 104 41 Ακαδημία Πλάτωνος,
τηλ. 210- 5142658.
14. Αγ. Γεώργιος, οδ. Αγ. Γεωργίου και Καζαντζάκη, 157 72 Ζωγράφου,
τηλ. 210-7794925.
15. Αγ. Γεώργιος, οδ. Αγ. Γεωργίου,113 61 Κυψέλη,
τηλ. 210-8212667.
16. Αγ. Γεώργιος, οδ. Ευαγγελιστρίας 22,176 71 Καλλιθέα,
τηλ. 210-9562082.
17. Αγ. Γεώργιος, οδ. Μπαρμπάνου 61, 117 44 Κυνοσάργους,
τηλ. 210-9018408.
18. Αγ. Γλυκερία, οδ. Αγ. Γλυκερίας 13, 111 47 Γαλάτσι,
τηλ. 210-2931523.
19. Αγ. Δημήτριος, οδ. Βασ. Κωνσταντίνου, 173 43 Αγ. Δημήτριος,
τηλ. 210-9712456.
20. Αγ. Ειρήνη, οδ. Αλκυόνης και Πανουργιά, 111 46 Γαλάτσι,
τηλ. 210-2912426.
21. Αγ. Ελευθέριος, οδ. Αχαρνών 382, 111 43 Αχαρνών,
τηλ. 210-2281754.
22. Αγ. Ελευθέριος οδ. Ι. Βαρβάκη 28, 114 74 Γκύζη,
τηλ. 210-6427053.
23. Αγ. Ζώνη, οδ. Αγ. Ζώνης 27,112 56 Κυψέλη,
τηλ. 210-8674250.
24. Αγ. Θεράπων, οδ. Γαλήνης 26, 157 73 Ζωγράφου,
τηλ. 210-7706807.
25. Αγ. Θωμάς, οδ. Παπαδιαμαντοπούλου 115, 115 27 Αμπελόκηποι,
τηλ. 210-7771533.
26. Αγ. Ιωάννης, οδ. Λεωφ. Βουλιαγμένης 117, 117 44. Βουλιαγμένη,
τηλ. 210-9016 617.
27. Αγ. Ιωάννης Γαργαρέττας, οδ. Λ. Βεϊκου 17, 117 42 Αθήνα,
τηλ. 210-9232940.
28. Αγ. Κωνσταντίνος, οδ. Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης 10, Ηλιούπολη,
τηλ. 210- 9712 254.
29. Αγ. Κωνσταντίνος οδ. Λ. Λένορμαν 140, 104 44 Κολωνός,
τηλ. 210-5112 669.
30. Αγ. Κωνσταντίνος, οδ. Αγ. Κωνσταντίνου 8, 183 44 Μοσχάτο,
τηλ. 210-4813570.
31. Αγ. Κωνσταντίνος, οδ. Αγ. Κωνσταντίνου και Κουμουνδούρου, 104 37 Ομόνοια, τηλ. 210-5225139.
32. Αγ. Λουκάς οδ. Πατησίων 287, 11 144, Πατήσια,
τηλ. 210-2281778.
33. Αγ. Μαρίνα, οδ. Αλεξάνδρου Παναγούλη 2, 16 345, Ηλιούπολη,
τηλ. 210-9711 531.
34. Αγ. Μαρίνα, οδ. Αγ. Μαρίνης 11 851 Θησείο,
τηλ. 210-3463783.
35. Αγ. Μαρκέλλα, οδ. Σπ. Πάτση 87, 118 55 Βοτανικός,
τηλ. 210-3463061.
36. Αγ. Μάρκου Ευγενικός, οδ. Αλεξ. Παπαναστασίου 48, 104 45, Πατήσια,
τηλ. 210- 8310 629.
37. Αγ. Μαύρα και Τιμόθεος, οδ. Μαραθωνομάχων 1, 163 43
Ηλιούπολη, τηλ. 210-9928744.
38. Αγ. Μελέτιος, Πλ. Αγ. Μελετίου, Σεπόλια,
τηλ. 210-5128059.
39. Αγ. Νικόλαος, οδ. Αγ. Νικολάου, 104 46 Αχαρνών,
τηλ. 210-8319385.
40. Αγ. Νικόλαος, οδ. Κ. Κοτζιά, 163 46 Ηλιούπολη,
τηλ. 210-9914540.
41. Αγ. Νικόλαος, οδ. Ελευθ. Βενιζέλου 173, 176 73 Καλλιθέα,
τηλ. 210- 9568969.
42. Αγ. Νικόλαος, οδ. Ασκληπιού 38, 106 80 Πευκάκια,
τηλ. 210- 3612449.
43. Αγ. Νικόλαος, οδ. Δυοβουνιώτου 56, 117 41 Φιλοπάππου,
τηλ. 210- 9228323.
44. Αγ. Πάντες, οδ. Ελευθ. Βενιζέλου 90, 176 76 Καλλιθέα,
τηλ. 210-956205.
45. Αγ. Παρασκευή, Πλ. Αγ. Παρασκευής, 153 42 Αγ. Παρασκευή,
τηλ. 210-6526818.
46. Αγ. Παρασκευή, οδ. Κυπρίων Ηρώων και Μαραμβέλια, 163 41 Ηλιούπολη,
τηλ. 210-9922 666.
47. Αγ. Παύλος, Χίου καί Κρήτης 104 38 Σταθμός Λαρίσης,
τηλ. 210-5234711.
48. Αγ. Σπυρίδων, οδ. Ερατοσθένους 13, 116 35 Σταδίου,
τηλ. 210-7515122.
49. Αγ. Στυλιανός, οδ. Παπαστράτου 12, 114 76 Γκύζη,
τηλ. 210-6420015.
50. Αγ. Τριάς , οδ. Λ. Κηφισίας 80, 115 26 Αμπελόκηποι,
τηλ. 210-6927527.
51. Αγ. Τριάς, οδ. Πειραιώς 67 Β', 105 53 Κεραμεικός,
τηλ. 210-3252227.
52. Αγ. Χαράλαμπος, οδ. Δραγούμη 7, 161 21 Ιλίσια,
τηλ. 210-7223860.
53. Εσταυρωμένος, Πλ. Εσταυρωμένου, 177 78 Ταύρος,
τηλ. 210-3462301.
54. Κοίμησις Θεοτόκου, οδ. Μπουσίων 24, 115 24 Ελ. Βενιζέλου,
τηλ. 210-6428132.
55. Κοίμησις Θεοτόκου, οδ. Ειρήνης 29, 163 45 Ηλιούπολη,
τηλ. 210-9915842.
56. Κοίμησις Θεοτόκου, οδ. Ανδροπούλου 2, 111 41 Κυπριάδου,
τηλ. 210-2918987.
57. Κοίμησις Θεοτόκου, οδ. Σωκράτους 19, 117 43 Κυνοσάργους,
τηλ. 210-9236428.
58. Μεταμόρφωσις Σωτήρος, οδ. Μεταμορφώσεως 3, 173 41
Αγ. Δημήτριος, τηλ. 210-9335 918.
59. Μεταμόρφωσις Σωτήρος, oδ. Μεταμορφώσεως και Υψηλάντου,
176 73 Καλλιθέα, τηλ. 210-9562051.
60. Παναγία Μαρμαριώτισσα, οδ. Σοφοκλή Βενιζέλου, 152 32 Χαλάνδρι,
τηλ. 210-6814 960.
61. Παντάνασσα, οδ. Πραξιτέλους 35, 176 74 Καλλιθέα,
τηλ. 210- 9419 002.
62. Προφήτης Ηλίας, οδ. Προφήτου Ηλία 17, 153 41 Αγ. Παρασκευή,
τηλ. 210-6399692.
63. Προφήτης Ηλίας, οδ. Αρύββου 1, 116 33 Παγκράτι Αθήνα,
τηλ. 210- 7013034.
64. Προφήτης Ηλίας, οδ. Διοπόλεως 2, 111 42 Ριζούπολη Αθήνα,
τηλ. 210-2516483.
65. Τρεις Ιεράρχες οδ. Τριών Ιεραρχών 91, 118 51 Πετράλωνα,
τηλ. 210-3465878.
66. Ύψωσις Τιμίου Σταυρού, οδ. Καυκάσου -Λαζαράδων 2, 113 63 Κυψέλη,
τηλ. 210-8218110.
67. Ύψωσις Τιμίου Σταυρού, οδ. Αναστάσεως και Κλειούς, 156 69 Παπάγου,
τηλ. 210-6515952.