"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἄσκηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἄσκηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

«Καρντιά μιλάει Τεό» - Μικρό ὀδοιπορικό στά Φοβερά Καρούλια τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους- τοῦ Τάσου Μιχαλᾶ



Δέν ξέρω ἄν ἔτυχε ποτέ νά διαβάσετε ἤ ν᾿ ἀκούσετε κάτι γιά τά φρικτά Καρούλια. Τόν τρομακτικό καί ἀπρόσιτο ἐκεῖνο γκρεμό στά Ν.Δ. τῆς Χερσονήσου τοῦ ῎Αθω, πού εἶναι γνωστός μόνο ἀπό φωτογραφίες καί σλάιτς ἤ θεωρητικές ἀφηγήσεις προσκυνητῶν, οἱ ὁποῖοι ταξιδεύοντας γιά τή Λαύρα εἶχαν τή δυνατότητα νά τά περιεργαστοῦν μέσα ἀπό τό καραβάκι. Γιατί μέ τά πόδια εἶναι μᾶλλον ἀδύνατο νά κατακτήσει κανείς τήν ἄγρια τούτη περιοχή, ὅπου στό παρελθόν ὀρθόδοξοι ἀναχωρητές εἶχαν χτίσει τίς ἀετοφωλιές τους, μιᾶς κι ὁ χῶρος προσφερόταν ἰδιαίτερα γιά τίς πνευματικές τους ἀπογειώσεις.
   Ποιός ξέρει τί νά βρῆκαν σέ τούτη δῶ τή γωνιά τῆς γῆς οἱ ἀκροβάτες καλόγεροι καί τή διάλεξαν γιά προσφιλῆ κατοικία, τή στιγμή πού γιά τόν κοινό νοῦ μιά τέτοια ἐπιλογή μόνο τυχοδιῶκτες  καί ἐπικίνδυνα ριψοκίνδυνοι τήν ἀποφασίζουν. ῎Ανθρωποι δηλαδή πού δέχονται νά υἱοθετήσουν  τήν περιπέτεια κι ὅταν ἀκόμη γνωρίζουν πώς ἕνα τέτοιο ἐγχείρημα ἐγκυμονεῖ ἐκ προοιμίου κινδύνους γιά τήν ἰκμάδα τοῦ σώματος καί τήν ἀκεραιότητα τῆς ὑγείας.
   Νά ᾿τανε μήπως ἡ ἀπεραντοσύνη τῆς θάλασσας καί ἡ ἐπιβλητική ἀγριάδα τῶν κυματόβρεχων βράχων πού ἔρχονται νά πείσουν ἀκόμα καί τόν πιό δύσπιστο, ὅτι τά μεγαλεῖα τῆς φύσης εἶναι σέ θέση νά δώσουν σέ ὅποιον τά γεύεται τίς δυνατότητες γιά ἕνα πιό σταθερό καί οὐσιαστικό τρόπο ζωῆς; ῎Η νά ᾿ταν ἄραγε, ἡ αἴσθηση τῆς γαλήνης καί ἠρεμίας, πού τόσο ἀνέκφραστα εὐδοκιμεῖ στά Καρούλια ἐνισχύοντας σέ φύσεις ἀνήσυχες κάποιες φυγόκεντρες τάσεις, δηλαδή τήν κίνηση ἀπό τόν κόσμο μέ τή θορυβώδη ζωή, τή ρύπανση καί τό ρύπο, σέ παρθένες περιοχές, ἱκανές νά μετουσιώσουν σέ πράξη τήν ἀνθρώπινη ἐπιθυμία γιά ἀδιάλειτη προσευχή καί ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό;
  Βάλθηκα, κρεμασμένος στή χοντρή ἁλυσίδα πού ᾿ναι κτισμένη στό βράχο, νά φτάσω ὥς τά Καρούλια, ἔστω κι ἄν μέσα μου κάτι μοῦ φώναζε πώς τέτοια ἐδάφη δέν κατακτοῦνται ἀπό ἐρασιτέχνες τοῦ πνεύματος κι ἀπό πρωτοπειρους ὀρειβάτες. ῎Ηθελα νά κατέβω στά φρικτά τά γκρεμά, ἔστω κι ἄν ἀντηχοῦσαν ἀκόμα στ᾿ αὐτιά μου τά λόγια κάποιου Κατουνακιώτη πώς «δύσκολα φτάνουν ἐκεῖ τουρίστες» κι ὅτι προπέρσι ἔχασε τήν ἰσορροπία του καί χάθηκε στόν γκρεμό ἕνας γέροντας ἀσκητής πού ζοῦσε ᾿κεῖ πάνω». ῎Ημουν περίεργος νά γνωρίσω τόν τελευταῖο ξωμάχο, τόν ρῶσο καλόγερο, τόν π. Νικοντίμ, πού ἑξῆντα ὁλόκληρα χρόνια ζεῖ στήν ἄκρη τῆς γῆς συντροφιά μέ τά βράχια, τ᾿ ἀγριοπούλια καί τόν Θεό.
    Τόν βρῆκα νά στέκει ἔξω ἀπό τήν καλύβα κρατώντας στό χέρι τό κομποσχοίνι καί κοιτάζοντας τόν ἥλιο κατάματα, λές κι ἤθελε νά τόν συγκρίνει μέ τόν δικό του τόν ῞Ηλιο τῆς Δικαιοσύνης, πού μιά ζωή τώρα ὑπερθερμαίνει καί συντηρεῖ τά ἔγκατα τῆς φτωχῆς του καρδιᾶς.
   ῎Ηταν τριάντα χρονῶν τότε, νεαρός ἀξιωματικός τοῦ ρωσικοῦ στρατοῦ, ἦλθε γιά πρώτη φορά στήν ῾Ελλάδα μέ σκοπό νά πάει στό ῞Αγιο ῎Ορος νά προσκυνήσει στά μοναστήρια καί νά γνωρίσει τούς ἀσκητές πού  ᾿χε ἀκούσει πώς εἶχαν βάλει στά κατεπείγοντα στόχο τους τήν ἀπαλλαγή ἀπό τόν φόρτο τῆς ὕλης καί τήν καταστολή τῶν παθῶν. Βρισκόταν ἐκείνη τήν ἐποχή στό ζενίθ τῶν μεταφυσικῶν του ἀναζητήσεων ὁ ρῶσος ἀξιωματικός, κι ἦρθε στό ῎Ορος μήπως καί ἔβρισκε αὐτό πού ζητοῦσε. Γιά νά μή φύγει ποτέ πιά ἀπό τοῦτον ἐδῶ τόν πλανήτη»...!
   ῾Εξῆντα ὁλόκληρα χρόνια σέ ἑλληνικό ἔδαφος κι ὡστόσο καμιά ἐπαφή μέ τή γλώσσα τοῦ τόπου πού ἔμπρακτα δέχτηκε νά γίνει ἡ δεύτερή του πατρίδα καί νά ὑπηρετήσει τίς ἐσωτερικές του ἐφέσεις,. ᾿Αναρωτιέται κανείς ποῦ νά ὀφείλεται τοῦτο. Μήπως σέ ἠθελημένη προσωπική ἀνδράνεια ἤ τίποτε κρυφοσωβινιστικές τάσεις, προέκταση κάποιου ζήλου του γιά γιά τήν ἐκπεσοῦσα ῾Αγία καί Μεγάλη Ρωσία τῶν Τσάρων; Μήπως σέ δική του ἀδυναμία νά ἐπιδοθεῖ στή μελέτη καί τήν ἐκμάθηση ξένων γλωσσῶν, ἰδιαίτερα ὅταν αὐτές δύσκολα γίνονται εὔληπτες, ὅπως ἡ ἑλληνική, ἐπειδή διαθέτουν δύσκολες ρίζες καί στρυφνή προφορά; ῾Η ἀπάντηση εἶναι ἀπερίφραστα ὄχι, καί τό δήλωσε καθαρά ὁ Νικοντίμ: «Τεό ντέν ἔκει γκλῶσα. Γκλῶσα μπρήκανε ἄτρωπο. Καρντιά μιλάει Τεό».
   -Πόσα χρόνια ἔχει ᾿δῶ πάνω;
   -Ποῦ, ἰντό κάτ; ῎Ιλτε ῞Αγγιο ῎Ορος Χίλια νιακούσια εἴκουσ. ῾Ιπτά χρούνια κάτισε ῞Αγγι Παντελεήμων, Μοναστήρ.
   -Τί τρῶς;
   _ ᾿Αγκοράζει Ντάφνα ρίζ, φασόλι, μακαρόνι. ῎Ιλτι ἰνινίνταχρούνι τούρα. Κουφό, ντέν βλέπει, ἄρρουστο...
  -Καί προσευχή;
   -Ντόξασι Τεό. Σλάβα Μπόκου.  Σλάβα Μπόκου, Σλάβα Μπόκου, (Δόξα σοι ὁ Θεός).
   -Πόσες ὧρες προσεύχεσαι; Τί ὥρα σηκώνεσαι τή νύχτα;
   -Βράντι ἀγρυπνία κάνει.
   -Κάθε βράδυ;
   -Κάτε βράντι μέκρι ἕξι οὔρα προυί.
   -Ρωσία λίγκε ἐκκλησίε. Γκιατί;
   -Ντέν ἀγαπάει Τεό κομμουνίστε. Ντέν πιστεύει Τεό. Κλείσει ἐκκλησίε.
   -Ναί, ἀλλά κόσμο πιστεύει Τεό.
Πιστεύει καλό, κομμουνίστε ντέν ντόσει ἐκκλησίε.
   -Καί τό Πατριαρχεῖο;
   -Πατριαρχεῖο κάνει ὑπακοή κάνει.
   -Στό Χριστό;
   -῎Οχι, κομμουνίστε κάνει ὑπακοή.
   -῎Αν δέν κάνει ὑπακοή θά κλείσουν οἱ κομμουνίστε ὅλες τίς ἐκκλησίες.
-Ναί γκιαφτό. Κάνει οἰκονομία. ῎Αν ντέν ἔχει οἰκονομία τά κλείσει  ἐκκλησίε.
   -Τό ρώσικο μοναστήρι σοῦ δίνει λεφτά;
   -Ντέν ἔχει. Μνημονεύει Πατριάρχα Μόσχα Ποίμεν κι  ιμίς ντέν τέλουμ.
   -Συνήθισες στά Καρούλια;
   -᾿Ιντό βλογγία Θεοῦ, Σλάβα Μπόκου, Σλάβα Μπόκου, Σλάβα Μπόκου.
   ῎Αν κάποτε βρεθεῖτε στό ῞Αγιο ῎Ορος καί τό λέει ἡ καρδιά σας, ἀξίζει νά διακινδυνεύσετε ἕνα «περίπατο» στά φρικτά τά Καρούλια. ῎Αν στό μεταξύ ὁ π. Νικοντίμ ἔχει κλείσει τά μάτια του, κοιτάξτε κατάματα πρός τόν ἥλιο καί θά ἐντοπίσετε τό φωτοστέφανο ἀπό τή δικιά του στρατολογία νά προβάλει στόν οὐρανό εὔγλωττα καί ἐνδεικτικά.
   Πηγή: ῎Ορος ῞Αγιο, Πολιτεία ἀνθρώπινη, Τάσου Μιχαλᾶ, σελ. σελ. 25-28, ᾿Εκδόσεις ῾Επτάλοφος, 1980

᾿Αντιγαφή: ᾿Οδυσσεύς τοῦ klision

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

"῎Ας τιμήσωμεν πάντες τὴν Ἁγίαν Τεσσαρακοστήν...διά νηστείας"

ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ
(ἐκ τοῦ Συναξαριστοῦ)

Ἀπὸ δύο πράγματα εἶναι καὶ λέγεται ὁ ἄνθρωπος σύνθετος. Ἀπὸ ψυχὴν καὶ ἀπὸ σῶμα. Καὶ ἡ μὲν ψυχὴ εἶναι ἄϋλος καὶ ἀόρατος, τὸ δὲ σῶμα εἶναι ὑλικὸν καὶ ὁρατόν· καί, ἂν καὶ εἶναι καὶ τὰ δύο ταῦτα διαφορετικά, ὅμως, ἐν πρᾶγμᾳ δύναται νὰ συνδέση τὰ δύο ταῦτα. Ποῖον; Ἡ νηστεία καὶ ἄκουσον πῶς. Ἡ νηστεία καθαρίζει τὸ σῶμα, κόπτει τὰ πάθη, καθαίρει τὶς αἰσθήσεις, ἐλαφρύνει τὸ σῶμα. Ταῦτα δὲ πάντα εἰς τὴν ψυχὴν δίδουσιν ὄφελος, διότι ὅταν ἀποκτήσῃ τὸ σῶμα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον, τότε φωτίζεται ὁ νοῦς, ὅστις εἶναι ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς· τότε ὀρέγεται ἡ ψυχὴ τοῦ ἀθανάτου κάλλους, τότε συνομιλεῖ τῷ Θεῷ, τότε ἐλευθεροῦται τῶν κοσμικῶν φροντίδων καί, γενικῶς εἰπεῖν, τότε τὸ μὲν σῶμα γίνεται ὡς ἄϋλον, λεπτυνόμενον διὰ τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τῶν τροφῶν, ἡ δὲ ψυχὴ περισσότερον ἀπολαμβάνει τῆς ἀΰλου μορφῆς της.

Ἐπειδὴ λοιπὸν ταῦτα οὕτω γίνονται, ἂς τιμήσωμεν, ἀδελφοί, τὴν πρόξενον τῆς ἀϋλότητος, τὴν συνεργὸν τῆς σωφροσύνης, τὴν βοηθὸν τῆς ἀρετῆς, τὴν χαλιναγωγὸν τῶν παθῶν, τὴν μητέρα καὶ τροφὸν τῶν Ἁγίων. Ἂς ἀγαπήσωμεν τὴν ἐγκράτειαν, εὐλογημένοι Χριστιανοί, ἵνα καὶ ἡμεῖς ἀγαπηθῶμεν παρὰ τῶν Ἀγγέλων, ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀμέτοχοι καὶ τροφῆς καὶ ποτοῦ. Ἂς μισήσωμεν τὴν τρυφήν, ἵνα μισήσωσι καὶ ἡμᾶς οἱ ἀκάθαρτοι δαίμονες. Διότι ὅπου ἡ νηστεία, ἐκεῖ καὶ Ἄγγελοι· ὅπου ἡ ἐγκράτεια, ἐκεῖ καὶ αἱ οὐράνιαι Δυνάμεις· ὅπου δὲ τρυφὴ καὶ ἡ πολυφαγία, ἐκεῖ οἱ δαίμονες. Ἴδε καὶ τὰ ἄλογα πετεινά, ὅτι τὰ μὲν καθαρά, καρποὺς μόνον τρώγουσι, τὰ δὲ ἀκάθαρτα εἶναι σαρκοφάγα· ὅπως, ἡ μὲν περιστερὰ καὶ ἡ τρυγὼν καὶ ἄλλα τοιαῦτα μόνον ἀπὸ τοὺς καρποὺς τρέφονται καὶ ἀπέχουσι τῆς κρεωφαγίας, ὁ δὲ κόραξ καὶ ὁ ἀετὸς καὶ τὰ ἄλλα μεγάλα ὄρνεα περισσότερον χαίρονται εἰς κρέατα καὶ θνησιμαῖα, παρὰ εἰς καρπούς. Μίσησον λοιπὸν καὶ σὺ ὦ ἄνθρωπε τὴν κρεωφαγίαν, ἵνα γίνῃς ἀκέραιος ὡς ἡ περιστερὰ καὶ σώφρων ὡς ἡ τρυγών.

Διότι οὐδεὶς πολυφάγος ἔγινεν ἀσκητής, οὐδεὶς μέθυσος ἔγινε φιλόσοφος, οὐδεὶς φιλήδονος ἔγινεν Ἅγιος, οὐδεὶς σαρκικὸς ἔγινε μέτοχος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἐνθυμήσου τὸν πρωτόπλαστον Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος, ἕως ὅτου ἐφύλαττε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνήστευε τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως, ἦτο ἐντὸς τοῦ Παραδείσου, ἀφ᾿ ὅτου δὲ ἔφαγεν ἐξ ἐκείνου, ἐγένετο καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Παραδείσου ἐξόριστος. Ἔφαγεν ἐκεῖνος καὶ ἐξωρίσθη τοῦ Παραδείσου· ἂς νηστεύσωμεν ἡμεῖς, ἵνα εἰσέλθωμεν ἐντὸς αὐτοῦ. Διότι διὰ τοῦτο ἦλθε ὁ Χριστὸς ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐσαρκώθη καὶ ἐνήστευσε τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ μᾶς ἔδωσε παράδειγμα νηστείας, ἵνα, νηστεύοντες, ἔλθωμεν εἰς τὴν πρώτην ἀποκατάστασιν.

Ἐνθυμήσου τὸν δίκαιον Νῶε πὼς ἡ πολυποσία τὸν ἔκαμε γυμνὸν καὶ ἐντροπιασμένον καὶ ἄπεχε τῆς μέθης. Ἐνθυμήσου τὸν Ἠσαῦ, πὼς ἡ γαστριμαργία τὸν ἔκαμε δοῦλον τοῦ μικροτέρου ἀδελφοῦ καὶ νήστευσον σύ, ἵνα ἐλευθερωθῆς τῆς δουλείας τοῦ πονηροῦ καὶ γίνεις δοῦλος Χριστοῦ. Ἐνθυμήσου τὸν παλαιὸν Ἰσραηλίτην, πὼς ἡ πολυποσία τὸν ἔκαμε εἰδωλολάτρην καὶ νήστευσον σύ, ἵνα γίνῃς θεοσεβής. Μὲ τὴν νηστείαν ὁ Μωϋσῆς εἶδε τὸν Θεὸν καὶ ἐδέχθη τὰς Θεογράπτους πλάκας· νηστεύσας ὁ Ἠλίας, ἀνέστησεν τὸν υἱὸν τῆς Σαραφθείας· νηστεύσας ὁ Ἐλισσαῖος, ἀνέστησεν τὸν υἱὸν τῆς Σωμανίτιδος. Νηστεύσαντες οἱ τρεῖς Παῖδες, ἔσβεσαν τὴν φλόγα τῆς καμίνου. Νηστεύσας ὁ Δανιήλ, εἶδε τὸν Θεόν, ὡς Κριτὴ καθεζόμενον. Διὰ τοῦτο πᾶς Χριστιανός, προθύμως ἂς τρέχῃ εἰς τὸν δρόμον τῆς νηστείας. Μᾶς φθάνει ὁ καιρὸς καθ᾿ ὃν ἐθεραπεύσαμεν τὴν σάρκα· ἂς θεραπεύσωμεν καὶ τὴν ψυχήν μας. Ἀρκεῖ ὁ χρόνος ὅλος, τὸν ὁποῖον διήλθομεν τρώγοντες καὶ πίνοντες καὶ ποιοῦντες τὰ θελήματα τῆς σαρκός· ἂς δουλεύσωμεν καὶ τῷ Κυρίῳ, κατὰ ταύτας τὰς ὀλίγας ἡμέρας τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς. Μὴ προφασιζώμεθα καὶ λέγομεν ὅτι εἶμαι ἀσθενὴς καὶ δὲν δύναμαι νὰ νηστεύσω· ἐὰν δὲν πίω οἶνον, βλάπτομαι· ἐὰν δὲν φάγω ἔλαιον, ἀσθενῶ. Διότι τοιαῦτα ἀκούω πολλοὺς νὰ λέγουσι καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις. Εἰπέ μοι, πὼς μερικὰ ἔθνη, ὁποὺ δὲν γνωρίζουν διόλου τὴν φύσιν τοῦ οἴνου καὶ μόνον ὕδωρ πίνοντα ζῶσι; Πῶς ἄλλοι χωρὶς ἔλαιον ζῶσι τὴν ζωή των; Ὁ Σαμψῶν δὲν ἦτο Ναζωραῖος, τουτέστιν ἀφιερωμένος στὸν Θεὸν καὶ ποτὲ τοῦ οἶνον δὲν ἔπιεν. Ἀλλὰ τίς ἦτο δυνατώτερος ἀπὸ ἐκεῖνον; Οἱ Ῥῶσοι καὶ οἱ Σκύθαι καὶ ἄλλα βάρβαρα ἔθνη, δὲν ἔχουσι παρὰ μόνον ἀκούσει περὶ οἴνου καὶ ἐλαίου, ἀλλὰ ποιὸς τοὺς νικᾷ σὲ καιρὸ πολέμου; Ἐὰν δὲ εἴπῃς ὅτι ἡ συνήθεια κυριεύει, σοῦ λέγω κι ἐγώ, τοῦτο συνήθισε καὶ σύ. Δὲν σὲ κωλύει τίποτε· ἀνάγκη δὲν εἶναι νὰ πίνεις οἶνον, ἀνάγκη δὲν εἶναι νὰ φάγῃς ἔλαιον, ἀνάγκη δὲν εἶναι τὸ νὰ κακοφάγῃς· καὶ δίχως αὐτὰ δύνασαι νὰ ζήσεις τρώγων μόνον ἄρτον καὶ ὕδωρ. Πόσοι διῆλθον μὲ τοιαύτη τροφήν, τριάκοντα καὶ τεσσαράκοντα χρόνους! Σὺ τεσσαράκοντα ἡμέρας δὲν δύνασαι νὰ ὑπομείνῃς; Ἀδύνατον εἶναι νὰ εἶσαι φιλήδονος καὶ φιλόχριστος, διότι ἐὰν ἀγαπᾷς τὰς ἡδονὰς καὶ τὰ θελήματα τοῦ σώματος, μισεῖς τὸν Χριστόν· ἐὰν δὲ ἀγαπᾷς τὸν Χριστόν, μίσησον τὰς ἡδονάς, μίσησον τὴν τρυφήν, μίσησον τὴν πολυφαγίαν.

Θέλω νὰ εἴπω καὶ ἄλλο παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἂν καὶ εἶναι ἔξω τῶν Γραφῶν τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, εἶναι ὅμως πρὸς ἐντροπήν μας. Οἱ εἰδωλολάτραι οἱ πεπλανημένοι καὶ ἄθεοι, οἵτινες ἐλπίδα Ἀναστάσεως δὲν εἶχον, οἱ ὁποῖοι ἐπροσκυνοῦσαν ὡς θεοὺς καὶ τὰ σαρκικὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ἐλάτρευον, οἱ μὲν μοιχὸν θεὸν τὸν Δία, οἱ δὲ φονέα θεὸν τὸν Ἄρην, ἄλλοι πόρνη γυναῖκα τὴν Ἀφροδίτην, ἄλλοι πολυφάγον θεὸν τὸν Κρόνον καὶ Ἡρακλέα, ἄλλοι μέθυσον θεὸν τὸν Διόνυσον, ὅμως καὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς πολλοὶ φιλόσοφοι ἐτίμησαν τὴν νηστείαν, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ τὰ εἴπωμεν.

Ἐὰν λοιπὸν ἐκεῖνοι, μόνον διὰ τὴν κατανόησιν τῆς καταργουμένης σοφίας ἐπὶ τοσούτον ἐπέτυχον νὰ ἐφαρμόσουν τὴν νηστείαν, ἡμεῖς, εἰπέ μοι, οἱ εὐσεβεῖς, οἱ κληρονόμοι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, οἱ λατρευταὶ τῆς ὑπερθέου Τριάδος, νὰ μὴ ἀγωνισθῶμεν νὰ ὑπερβάλωμεν ἐκείνους; Καὶ ποίαν ἀπολογίαν θὰ ἔχωμεν νὰ εἴπωμεν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ; Φοβοῦμαι μὴν πληρωθῇ εἰς ἡμᾶς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου τὸν ὁποῖον ὤρισεν εἰς τὸ ιβ´ (12ον) Κεφάλαιον τοῦ κατὰ Ματθαῖον Ἁγίου Εὐαγγελίου. «Ἄνδρες Νινευῖται ἀναστήσονται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινοῦσιν αὐτήν, ὅτι μετενόησαν μὲ τὸ κήρυγμα Ἰωνᾶ». Οἱ Νινευῖται, ἄπιστοι ὄντες, μὲ μίαν φωνὴν τοῦ Ἰωνᾶ μετενόησαν καὶ ἐνήστευσαν καὶ αὐτοὶ καὶ τὰ ζῷα των. Ἡμεῖς, ἀκούοντες τοῦ Χριστοῦ, ἀκούοντες τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων, τῶν Ὁσίων Πατέρων ἡμῶν, κηρυττόντων τὴν ὠφέλεια τῆς νηστείας, δυσανασχετοῦμεν καὶ γογγύζομεν. Δικαίως λοιπὸν ἐκεῖνοι θέλουσι μᾶς κρίνῃ ἐν τῇ Ἀναστάσει. Ὅταν δὲ καὶ γυναῖκες, τὸ ἀσθενέστερον γένος εὐρεθῶσιν ὅτι ἐνήστευσαν, ὅτι ἠγωνίσθησαν εἰς τοὺς παλαιοὺς καιρούς, ὅτι ἐνίκησαν τὸν σατανᾶν, ποιὰν ἀπολογίαν θέλομεν δώση ἡμεῖς οἱ ἄνδρες, οἱ δυνατοί, οἱ ἔχοντες τὴν δεσποτείαν ἐπὶ τῶν γυναικῶν;

Ταῦτα δὲ λέγων, πολὺ περισσότερον συμβουλεύω τοὺς Ἱερεῖς νὰ γίνωνται τύποι καὶ κανόνες τῶν κοσμικῶν καὶ νὰ παρακινοῦν τούτους εἰς τὴν νηστείαν. Διότι, ἐὰν ἐσὺ ὁ Ἱερεὺς ὁ ἐπίγειος ἄγγελος, ὁ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἀτιμάζῃς τὴν νηστείαν, πῶς νὰ τὴν τιμῶσιν οἱ κοσμικοί, οἱ ὁποῖοι σὲ ἔχουσι ὁδηγόν, ὡς τὰ πρόβατα τὸν ποιμένα; Ἔστω· οἱ ἄνδρες εἶναι φρόνιμοι καὶ δὲν σὲ μιμοῦνται εἰς τὸ κακόν. Αἳ γυναῖκες ὅμως αἴτινες εἶναι γένος εὐκόλως παρασυρόμενον εἰς τὴν ἁμαρτίαν, πῶς θέλουσι σωφρονισθῆ; Πῶς θέλουσι νηστεύση; Πῶς θέλουσι φυλαχθῆ ἀπὸ πᾶν κακόν, ὅταν σὺ μεθᾷς καὶ καταλύεις τὴν νηστείαν; Οἱ δὲ παῖδες πότε νὰ μάθωσι νὰ νηστεύουν; Πόθεν θὰ συνηθίσουν τὴν τιμὴν τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς; Μὴ νομίσῃς δὲ ὅτι εἶναι μικρὰ ἁμαρτία, τὸ νὰ γίνεσαι πρόσκομμα καὶ σκάνδαλον τῶν ἄλλων. Θέλεις νὰ μάθῃς ποιὰ εἶναι ἡ καταδίκη τοῦ τοιούτου πταίσματος; Ἄκουσον τοῦ Κυρίου λέγοντος εἰς τὸ ιη´ (18ον) Κεφάλαιον τοῦ κατὰ Ματθαῖον Ἁγίου Εὐαγγελίου «Οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνω, δι᾿ οὗ τὸ σκάνδαλο ἔρχεται». Ὥστε, ἀδελφοί μου Χριστιανοί, ἂς τιμήσωμεν πάντες τὴν Ἁγίαν Τεσσαρακοστήν, ἂς σπουδάσωμεν πάντες καὶ Ἱερεῖς καὶ κοσμικοὶ καὶ γυναῖκες καὶ παιδιά, νὰ διέλθωμεν ἀξίως τὸν πρόσκαιρον βίον. Ἂς ἀρχισωμεν ὅλοι τὴν πρώτη ἑβδομάδα μετὰ προθυμίας καὶ ἕως τέλους ἂς αὐξάνωμεν τὴν ἀρετήν. Μή, ὅσον προχωρεῖ ἡ Ἁγία Τεσσαρακοστή, τόσον ἡμεῖς ἀμελοῦμεν. Διότι ὅπως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τρέχουν, ὅσον πλησιάζουν εἰς τὸ τέρμα, τοσούτον φιλοτιμοῦνται νὰ διαβῶσι τοὺς ἄλλους οὖτο καὶ ἡμεῖς, ὅσον ἐγγίζομεν τὸ ἅγιον καὶ σεβάσμιον πάθος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Αὐτοῦ λαμπροφόρον Ἀνάστασιν, κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἂς φροντίζωμεν νὰ διέλθωμεν καὶ νὰ ὑπερνικήσωμεν εἰς νηστείαν τὰς παρελθούσας ἡμέρας, ἵνα, ἐδῶ μέν, ἀξίως καὶ θεαρέστως διάγοντες, ἀξιωθῶμεν νὰ ἴδωμεν τὴν ἁγίαν ἡμέραν τοῦ αἰσθητοῦ Πάσχα, τῆς ζωηφόρου τοῦ Χριστοῦ ἐγέρσεως, ἐκεῖ δὲ νὰ ἀπολαύσωμεν τοῦ νοητοῦ Πάσχα, τὸ ὁποῖον εἶναι Αὐτὸς ὁ ἀληθὴς Θεὸς ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ᾧ πρέπει πάσα δόξα τιμὴ καὶ προσκύνησις, σὺν τῷ ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ παναγίω καὶ ἀγαθῶ καὶ ζωοποιῶ αὐτοῦ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή:Nektarios.gr