"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλειος Μέγας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλειος Μέγας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ


ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ
Ὁ Ἑλληνισμὸς σὰν τρόπος σκέψης καὶ σὰν γλώσσα, μεταδόθηκε στὸν Χριστιανισμὸ καὶ ἐπέζησε. Μία γέφυρα ἀνάμεσα στὸν ἀρχαῖο καὶ νεώτερο κόσμο εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.
Ὁ Μέγας Βασίλειος εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Διδάσκαλος, ποὺ στὸν βίο του καὶ στὸ ἔργο του συνδυάζει τὴν μεγάλη πίστη μὲ τὴν βαθειὰ γνώση, τὴν εὐσέβεια μὲ τὴν ἑλληνομάθεια. Σὲ αὐτὴν τὴν μεγάλη Ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα θὰ ἀναφερθοῦμε σήμερα.
Ὁ ἅγιος πατὴρ ἡμῶν Βασίλειος ὁ Μέγας γεννήθηκε τὸ 329 στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας. Ἡ πλούσια καὶ διακεκριμένη οἰκογένειά του διαθέτει ὡς πιὸ τιμητικὸ τίτλο της τὸ ὅτι στόλισε τὴν Ἐκκλησία μὲ σειρὰ ἁγίων, ὡσὰν μὲ πολυτίμους λίθους.
Οἱ γονεῖς του, ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Παλαιὸς καὶ ἡ ἁγία Ἐμμέλεια, κατέστησαν ὀνομαστοὶ γιὰ τὶς ἀρετές, τὴν φροντίδα γιὰ τοὺς πτωχοὺς καθὼς καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι διαπαιδαγώγησαν τὰ δέκα παιδιά τους στὸν δρόμο τῆς ἁγιωσύνης. Ἡ ἀδελφὴ τοῦ ἁγίου Βασιλείου, ἡ ἁγία Μακρίνα ἡ Φιλόσοφος (19 Ἰουλ..) ἀληθινὸς πνευματικὸς ὁδηγὸς τῆς οἰκογένειας, παρότρυνε τὴν μητέρα καὶ τοὺς ἀδελφούς της πρὸς τὸν μοναστικὸ βίο: τὸν ἅγιο Ναυκράτιο, τὸν ἅγιο Γρηγόριο, μελλοντικὸ ἐπίσκοπο Νύσσης (10 Ἰαν.) καὶ τὸν ἅγιο Πέτρο, μελλοντικὸ ἐπίσκοπο Σεβαστείας.
Ὁ ἅγιος Βασίλειος πέρασε τὴν παιδική του ἡλικία στὴν Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου, ὅπου ἔλαβε τὰ πρῶτα σπέρματα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως ἀπὸ τὴν μητέρα καὶ τὴν γιαγιά του, τὴν ἁγία Μακρίνα τὴν Παλαιά, μαθήτρια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ θαυματουργοῦ (17 Νοεμ.). Ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ πατέρα του, φημισμένου διδασκάλου ρητορικῆς, προόδευσε γρήγορα στὴν θύραθεν γνώση ποὺ φρόντιζε νὰ συνδυάσει μαζὶ μὲ τὴν πρόοδο στὴν ἀρετή. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του συνέχισε τὶς σπουδές του, ἀναζητώντας τοὺς καλύτερους διδασκάλους στὰ μεγαλύτερα πολιτιστικὰ κέντρα τῆς ἐποχῆς: τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς ρητορικῆς, στὴν ὁποία ἡ φήμη του τὸν εἶχε προφθάσει, χάρη στὴν μεσολάβηση τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχαν γνωρισθεῖ στὴν Καππαδοκία. Ἡ φιλία τους, ἀρχικὰ συνηθισμένη φιλία μεταξὺ ἀνθρώπων, ἐξελίχθηκε σὲ ἱερὴ καὶ πνευματική, ὅταν ἀνακάλυψαν ὅτι καὶ οἱ δύο τους δὲν εἶχαν ἄλλο σκοπὸ παρὰ τὸν θεάρεστο βίο καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν οὐράνιων ἀγαθῶν. Δεμένοι μὲ μεγάλη ἀγάπη, εἶχαν τὰ πάντα κοινά: τὴν διαμονή, τὴν λιτὴ τράπεζα, τὴν ἀπέχθεια γιὰ τὶς ἀσωτίες τῶν συνομηλίκων τους, τὴν ἀκόρεστη δίψα γιὰ γνώση καὶ σοφία, τὴν τόλμη γιὰ ὑψηλὲς θεωρήσεις τῆς διανοίας, τὴν ἀγάπη τῆς ρητορικῆς καὶ προπαντὸς μία ἱερὴ ἅμιλλα στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν τελείωση τῶν ἀρετῶν. Θὰ μπορούσαμε νὰ πιστέψουμε ὅτι εἶχαν μία ψυχὴ σὲ δύο σώματα παρὰ τὸν πολὺ διαφορετικό τους χαρακτήρα. Ὁ Βασίλειος, μὲ τὴν ἀνδρεία του καρδιά, μὲ σκέψη ρωμαλέα καὶ ἀποφασιστική, ἐνδιαφερόταν γιὰ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες καὶ διέπρεπε παντοῦ: τόσο στὴν φιλοσοφία, τὴν γραμματική, τὴν λογική, τὴν ρητορικὴ ὅσο καὶ στὰ μαθηματικά, τὴν ἀστρονομία, ἀκόμη καὶ σὲ πρακτικὲς τέχνες ὅπως ἡ ἰατρική. Ἐκεῖ ὅπου ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶχε ἀπορριφθεῖ περιφρονητικὰ ἀπὸ ἀλαζόνες σοφιστές, ὁ Βασίλειος καὶ ὁ Γρηγόριος ἔκαναν νὰ θριαμβεύει ἡ μωρία τοῦ Σταυροῦ, χρησιμοποιώντας τὰ ἴδια τὰ ὅπλα τῆς θύραθεν γνώσεως. Ὁ Βασίλειος ἀπέκτησε τέτοιο κύρος, ὥστε μόλις ἀποπεράτωσε τὶς σπουδές του, οἱ συμφοιτητές του ἤθελαν νὰ τὸν κρατήσουν γιὰ δάσκαλό τους. Ἐκεῖνος ὅμως, διψώντας γιὰ νέους ὁρίζοντες, ἐγκατέλειψε τὴν Ἀθήνα καὶ μαζὶ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, ἀφήνοντάς τους γιὰ λίγο καιρὸ ἀκόμη τὸν Γρηγόριο, σὰν ὅμηρο.
Ἐπιστρέφοντας στὴν γενέτειρά του (356) βρῆκε τὴν μητέρα του Ἐμμέλεια καὶ τὴν ἀδελφή του Μακρίνα νὰ ἔχουν μετατρέψει τὴν οἰκογενειακὴ κατοικία τῶν Ἀννήσων σὲ μοναστήρι καὶ τοὺς ἀδελφούς του νὰ ζοῦν καὶ αὐτοὶ μοναχικὴ ζωὴ σὲ γειτνίαση μὲ τοὺς ἄνδρες.
Ἐγκατέλειψε τὴν πολλὰ ὑποσχόμενη σταδιοδρομία τοῦ ρητοροδιδασκάλου, βαπτίσθηκε καὶ ἀποφάσισε νὰ βρεῖ ἕναν πνευματικὸ πατέρα, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ὁδὸ τοῦ ἀσκητισμοῦ. Μὴ βρίσκοντας στὰ μέρη του, ἐπιχείρησε ἕνα μεγάλο ταξίδι πρὸς τὰ φημισμένα κέντρα τῆς ἀληθινῆς φιλοσοφίας: τὴν Αἴγυπτο, τὴν Παλαιστίνη, τὴν Συρία καὶ ἀκόμη τὴν Μεσοποταμία, ὅπου μπόρεσε νὰ θαυμάσει τοὺς ἀσκητικοὺς ἄθλους καὶ τὶς θεῖες ἀρετὲς τῶν ὀνομαστῶν ἀσκητῶν ποὺ ζοῦσαν στοὺς τόπους αὐτούς.
Βρῆκε ἕνα ἔρημο λόφο, στὴν ἄλλη ὄχθη τοῦ Ἴριδα ποταμοῦ, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ οἰκογενειακὸ μοναστήρι τῶν Ἀννήσων· ἕναν ἀληθινὸ ἐπίγειο παράδεισο, ὅπου κατάφερε νὰ ἑλκύσει καὶ τὸν Γρηγόριο, ὥστε νὰ ἐγκαταβιώσουν μαζὶ ἀσκητικά, μὲ ἐργόχειρο, μελέτη τῆς Γραφῆς καὶ προσευχή: ὅ,τι ὀνειρεύονταν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ σπούδαζαν στὴν Ἀθήνα.
Μόνος του θησαυρὸς ἦταν ὁ Σταυρός, ποὺ τὸν ἐναγκαλιζόταν μὲ ὅλη του τὴ βιοτή: μὲ τὴν ἄσκηση, ζώντας σὰν νὰ μὴν εἶχε σάρκα, ὑπομένοντας τὴν ἀρρώστια ποὺ θὰ τὸν συντρόφευε ὣς τὸν θάνατό του. Μετὰ ἕναν χρόνο, ὁ Βασίλειος ἔμεινε μόνος καὶ ἀκτινοβολοῦσε σοφία καὶ ἀρετὴ σ’ ὅλη τὴν περιοχή, καὶ πολὺς κόσμος ἐρχόταν νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ: μοναχοί, λαϊκοί, ἀκόμη καὶ παιδιά, ἀπέναντι στὰ ὁποῖα ἔδειχνε μεγάλη τρυφερότητα. Καθὼς ὅλο καὶ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτες ἀποφάσιζαν νὰ ἀσπασθοῦν καὶ ἐκεῖνοι τὴν ἰσάγγελο αὐτὴ βιοτή, ὁ Βασίλειος ἄρχισε νὰ συντάσσει γιὰ αὐτοὺς τοὺς περίφημους Ὅρους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ὡς ὁ ἱδρυτικὸς χάρτης τοῦ μοναχισμοῦ σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση.
Τὸ 360 ἐκλήθη στὴν Καισάρεια καὶ χειροτονήθηκε διάκονος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Διάνο. Συμμετεῖχε στὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὁποίας διαπίστωσε μὲ πολλὴ ὀδύνη πόσο κατασπάραζαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οἱ ἀτέλειωτες διαμάχες μεταξὺ ἀρειανοφρόνων, ἠμιαρειανοφρόνων (ὁμοιοσουσιανῶν) καὶ ὀρθοδόξων. Καθὼς ὁ Διάνος ἐνέδωσε ἀπὸ ἀδυναμία καὶ ὑπέγραψε ὁμολογία πίστεως, ποὺ εὐνοοῦσε τοὺς αἱρετικούς, ὁ Βασίλειος ἔκοψε γιὰ ἕνα διάστημα τὴν κοινωνία μαζί του καὶ ἐπέστρεψε στὴν ἡσυχία, ὅπου τὸν ἀντάμωσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀποφύγει τὴν ἀναγκαστική του χειροτονία. Τὸ 363, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν νέο ἐπίσκοπο Καισαρείας Εὐσέβιο, ὅμως ἡ διαφορὰ ποὺ σύντομα ἀνεφύη μεταξύ τους ἐξ αἰτίας κάποιων ζηλόφθονων κληρικῶν, ἀνάγκασε τὸν Βασίλειο νὰ καταφύγει ξανὰ στὸ ἐρημητήριό του γιὰ νὰ εἰρηνεύσει ἡ Ἐκκλησία. Ὅσο παρέμεινε ἐκεῖ, συνέχισε νὰ ὀργανώνει τοὺς μοναχούς της Καππαδοκίας σὲ κοινοβιακὲς κοινότητες. Δηλωμένος ὑπέρμαχος τοῦ κοινοβιακοῦ βίου, ὁ ἅγιος Βασίλειος δὲν ἐγκατέλειπε ὡστόσο τὸν πόθο του γιὰ τὴν ἡσυχία.
Ἡ ἀπειλὴ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἐξ αἰτίας τῆς ἀναρρήσεως στὸν θρόνο τοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλη (365), ποὺ ἦταν φανατικὸς ὑπέρμαχος τοῦ ἀρειανισμοῦ, ἔκανε τὸν Βασίλειο νὰ ἐγκαταλείψει ἐκ νέου τὴν μοναστική του οἰκογένεια, γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖ ἐνεργὰ τὴν Ἀλήθεια. Συμφιλιώθηκε μὲ τὸν Εὐσέβιο καὶ ἀνέλαβε τὴν διαπαιδαγώγηση τοῦ λαοῦ τῆς Καισαρείας.
Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ φοβεροῦ λιμοῦ ποὺ ἔπληξε τὴν πόλη τὸ 367, ἐνήργησε μὲ θαυμαστὴ φιλανθρωπία: μοίρασε τὰ τελευταῖα ὑπάρχοντα ποὺ τοῦ ἀπέμεναν, μὲ τὴν ἀκαταμάχητη εὐγλωττία του ἔκανε ν’ ἀνοίξουν τὰ κελάρια τῶν πλουσίων καὶ τῶν κερδοσκόπων, ἀναλώθηκε χωρὶς φειδὼ στὴν διανομὴ τῶν τροφίμων, θέτοντας τὶς ἰατρικές του γνώσεις στὴν ὑπηρεσία τῶν ἀσθενῶν. Χιλιάδες ἄνθρωποι σώθηκαν ἀπὸ βέβαιο θάνατο καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη τους φάνηκε ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸ μὲ τὸν ὁποῖο χαιρετίσθηκε ἡ ἐκλογὴ τοῦ Βασιλείου ὡς μητροπολίτη Καισαρείας (370), ἐκλογὴ ποὺ πραγματοποιήθηκε μὲ δυσκολία ἐξ αἰτίας δολοπλοκιῶν ἀπὸ πλευρᾶς τῶν αἱρετικῶν.
Μόλις ἐνθρονίσθηκε, ὁ Βασίλειος ἄρχισε τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἑδραίωση τῆς πίστεως καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῆς τάξεως στὸν ἁπλὸ κλῆρο καὶ στοὺς βοηθοὺς ἐπισκόπους. Βλέποντας ὁ αὐτοκράτορας ὅτι ἡ μητρόπολη Καισαρείας ὀρθωνόταν, μόνη μαζὶ μ’ ἐκείνην τῆς Ἀλεξανδρείας, ὡς ὀχυρὸ προπύργιο ἐνάντια στὰ σχέδιά του, ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ ἐπὶ τόπου καὶ ἔστειλε ὡς προπομπό του τὸν ἔπαρχο Μόδεστο γιὰ νὰ καθυποτάξει τὸν ἀτρόμητο ἱεράρχη.
Μία ἡμέρα, ἐπειδὴ οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Ἀρείου ἀπειλοῦσαν νὰ καταλάβουν τὴν Ἐκκλησία τῆς Νικαίας, ὁ ἅγιος Βασίλειος, ὡς ἄλλος Ἠλίας (Γ´ Βασ. ΙΗ´ 20-40), πρότεινε ὀρθόδοξοι καὶ αἱρετικοὶ νὰ προσευχηθοῦν διαδοχικὰ μπροστὰ στὶς κλειστὲς θύρες τοῦ ναοῦ. Οἱ παρακλήσεις τῶν αἱρετικῶν δὲν ἔφεραν ἀποτέλεσμα, μόλις ὅμως ὁ ἅγιος ὕψωσε τὰ χέρια του γιὰ νὰ ἀναπέμψει τὴν προσευχή του στὸν Κύριο, ὁλόκληρος ὁ ναὸς κλονίσθηκε συθέμελα καὶ οἱ θύρες ἄνοιξαν μόνες τους ἐν μέσῳ ἐπευφημιῶν χαρᾶς τῶν πιστῶν (ἡ μνήμη αὐτοῦ τοῦ θαύματος τιμᾶται στὶς 19 Ἰαν.).
Παρόμοια θεῖα σημεῖα συνέβησαν ἀπ᾽ εὐθείας στὴν οἰκογένεια τοῦ αὐτοκράτορα: ὁ ἑξαετὴς γιός του πέθανε μόλις ὁ Οὐάλης ὑπέγραψε μία αἱρετικὴ ὁμολογία. Καθὼς ἔμπαινε μία ἡμέρα στὴν Ἐκκλησία τῆς Καισαρείας, κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων, ὁ Οὐάλης ἐντυπωσιάσθηκε τόσο πολὺ ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῶν ὕμνων, τὴν εὐταξία τοῦ πληρώματος καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ τὴν μεγαλοπρέπεια τοῦ ἁγίου Βασιλείου, ὀρθοστατοῦντος μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα, ἴδιου μὲ τὸν Ἀρχιερέα τῆς Σωτηρίας μας, ποὺ ἔσπευσε παρὰ τὴν θέλησή του νὰ φέρει τὴν προσφορά του μαζὶ μὲ τοὺς πιστούς. Λίγο ἀργότερα, ὅταν πῆγε νὰ ὑπογράψει τὴν διαταγὴ ἐξορίας τοῦ ἐπισκόπου, ἡ πένα ἔσπασε τρεῖς φορές. Τρομοκρατημένος ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ σημάδια τῆς εὔνοιας τοῦ Θεοῦ, ὁ αὐτοκράτορας ἔπαψε νὰ παρενοχλεῖ τὸν ἅγιο. Δὲν ἐγκατέλειψε ὡστόσο τὴν πολιτική του: διαίρεσε τὴν Καππαδοκία σὲ δύο ἐκκλησιαστικὲς μητροπόλεις, σκεπτόμενος ὅτι ἔτσι θὰ μείωνε τὴν ἐπιρροὴ τοῦ ἐπισκόπου Καισαρείας. Ὁ Βασίλειος ἀντέδρασε πάραυτα δημιουργώντας νέες ἐπισκοπές, ὅπου ἐνθρόνισε ἀνθρώπους τῆς ἐμπιστοσύνης του ( τὸν ἀδελφό του Γρηγόριο στὴν Νύσσα, τὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο στὰ Σάσιμα).
Ὅσον ἀφορᾶ στὸ δογματικὸ ἐπίπεδο, ἔχοντας ἤδη ἀναιρέσει τὶς θέσεις τῶν ἀκραίων ἀρειανοφρόνων ὁ ἅγιος Βασίλειος στράφηκε ἐναντίον τῶν ἠμι-ἀρειανοφρόνων (ὁμοιοουσιανῶν), οἱ ὁποῖοι, παρὰ τὴν φαινομενικὴ συγγένειά τους μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους, προκάλεσαν ἐξ ἴσου ἀναστάτωση μὲ πολύπλοκες προσωπικὲς φιλονικίες.
Ὄντας ὁ ἴδιος κριτήριο τῆς Ἀληθείας, ἀσκοῦσε τὴν ἐξουσία του πολὺ πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἐπισκοπῆς του. Ὡς ἄλλος ἀετὸς ποὺ ὑψώνεται μεσοούρανα, ἐπιστατοῦσε στὰ πάντα, προστατεύοντας ὅλες τὶς ἐκκλησίες ποὺ βρίσκονταν σὲ ἀπόγνωση, σκεπάζοντάς τες μὲ τὶς φτεροῦγες του.
Παρὰ τὴν δραστηριότητά του αὐτὴ ὁ ἅγιος Βασίλειος δὲν παραμελοῦσε τὰ ποιμαντικά του καθήκοντα, οὔτε ἔπαυε νὰ ἀποτελεῖ σπλαγχνικὸ πατέρα γιὰ τὸν κάθε πιστό. Ἡ φροντίδα του γιὰ τοὺς πτωχοὺς ἦταν ἀπεριόριστη: συνεχίζοντας τὸ ἔργο ποὺ εἶχε ἀναλάβει ὅταν ἦταν ἱερέας, οἰκοδόμησε λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Καισάρεια ἕνα τεράστιο φιλανθρωπικὸ ἵδρυμα, τὴν «πολιτεία τοῦ ἐλέους», ποὺ ὀνομάσθηκε ἀργότερα «Βασιλειάδα», καὶ συγκέντρωνε γύρω ἀπὸ ἕναν ναὸ γηροκομεῖα, νοσοκομεῖα, λεπροκομεῖο, σχολεῖο, κ.λπ.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συνεχίζει ὣς τὶς ἡμέρες μας νὰ τελεῖ τὴν Λειτουργία ποὺ συνέθεσε καὶ νὰ προσεύχεται μὲ τὶς δικές του εὐχές, ποὺ εἶναι πλήρεις ὑψηλῆς θεολογικῆς ἐμπνεύσεως. Προέτρεπε ἐπίσης ὁ Βασίλειος τοὺς πιστοὺς νὰ συνέρχονται στὶς ἑορτὲς πρὸς τιμὴν τῶν μαρτύρων καθὼς καὶ νὰ τιμοῦν τὰ ἅγια λείψανα.
Οἰκουμενικὸς διδάσκαλος, φωστήρας τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως, πατέρας τοῦ μοναχισμοῦ, προστάτης τῶν πενήτων, προνοητὴς γιὰ ὅλους ὅσοι ἐλπίζουν στὸν Θεό, ὁ ἅγιος Βασίλειος ὑπῆρξε τὸ τέλειο πρότυπο τοῦ ἐπισκόπου, ζῶσα εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος, δι᾽ αὐτοῦ γινόταν τὰ πάντα τοῖς πάσι, μιλώντας μὲ τὰ λόγια του καὶ διανέμοντας μὲ τὶς πράξεις του τοὺς θησαυροὺς τῆς φιλάνθρωπης Ἀγάπης τοῦ Κυρίου. Καὶ ὅμως, ὡς ἄνθρωπος δὲν γνώρισε παρὰ ἀποτυχίες, συκοφαντίες καὶ κάθε λογῆς θλίψη. Παρὰ τὶς προσπάθειές του, οἱ διαιρέσεις ἐπέμεναν σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ κάθε ἄλλος στὴν θέση του θὰ εἶχε ἀπελπισθεῖ, ὅτι θὰ δεῖ μία ἡμέρα νὰ ἀποκαθίσταται ἡ εἰρήνη. Ἕναν μόλις χρόνο πρὶν τὴν κοίμησή του, καθὼς ὁ Οὐάλης πέθανε κατὰ τὴν ἐκστρατεία ἐναντίον τῶν Γότθων (378), τὸν διαδέχθηκε στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο ὁ εὐσεβὴς Θεοδόσιος, ὁ ὁποῖος ἄρχισε χωρὶς χρονοτριβὴ νὰ καταδιώκει τοὺς ἀρεινόφρονες καὶ νὰ ἀποκαθιστᾶ τοὺς ὀρθοδόξους ἐπισκόπους στὶς ἕδρες τους. Μὲ σῶμα καταπονημένο ἀπὸ ἀρρώστια καὶ στερήσεις, ὁ ἅγιος παρέδωκε τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ τὴν 1η Ἰανουαρίου 379, προτοῦ ἀξιωθεῖ νὰ δεῖ τὸ ἐπιστέγασμα τῶν ἔργων του, κατὰ τὴν Δευτέρα Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη (381). Ἡ κηδεία του, ποὺ ὑπῆρξε πάνδημος, κατέδειξε τὸν θρίαμβό του. Ἔμοιαζε νὰ εἶχαν συναχθεῖ γιὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, καὶ ἔγιναν μάλιστα τότε καὶ πολλὰ θαύματα. Σύμφωνα μὲ τὸ ὄνομα ποὺ ἔφερε, ὁ ἅγιος Βασίλειος κατέχει τώρα «βασιλικὴ» θέση στὴν αὐλὴ τῶν ἁγίων Πατέρων, πλησίον τοῦ θρόνου τοῦ οὐρανίου Βασιλέως.
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος τιμᾶται καὶ ὡς προστάτης τῶν παιδιῶν.
(Νέος Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἐκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ)
ΠΗΓΗ στὸ Διαδίκτυο http://mkka.blogspot.com
&   http://christianvivliografia.wordpress.com

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ τοῦ Μεγάλου ( Ἐπιστολή 6) ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΥΖΥΓΟΝ ΤΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ γιά νά τήν παρηγορήσει γιά τό θάνατο τοῦ παιδιοῦ της.



"Μεγάλη ἡ συμφορά, τό ὁμολογῶ καί ἐγώ. Μεγάλοι ὅμως καί οἱ μισθοί πού ὁ Κύριος ἔχει ἑτοιμάσει γιά ὅσους κάνουν ὑπομονή"


1.            Ἐσκόπευα νά σιωπήσω ἀπέναντι τῆς κοσμιότητός σου μέ τήν σκέψη ὅτι, μέ τήν ψυχή συμβαίνει ὅτι καί μέ ἕνα μάτι πού πάσχει ἀπό φλεγμονή. Αὐτό, δηλαδή τό μάτι καί τό πιό ἁπαλό πράγμα νά τό ἐγγίσει ἐρεθίζεται. Ἔτσι αἰσθάνεται καί ἡ ψυχή πού ἔχει τραυματιστεῖ ἀπό βαριά θλίψη, ὅταν πάει κανείς νά τῆς μιλήσει. Γιατί τά λόγια ὅσο καί ἄν εἶναι παρηγορητικά ὅταν λέγονται τήν ὥρα πού ἡ ψυχή πάσχει καί ἀγωνιᾶ, τίς φαίνονται πολύ ἐνοχλητικά. Ἐπειδή ὅμως σκέφθηκα ὅτι τώρα ἔχω νά κάνω μέ Χριστιανή ἐκπαιδευμένη στά θεῖα ἀπό πολύ καιρό καί πεπειραμένη στά ἀνθρώπινα, ἐνόμισα ὅτι δέν θά ἦταν σωστό νά παραλείψω τό καθῆκον μου.
Γνωρίζω ποιά εἶναι τά σπλάγχνα τῶν μητέρων καί ἰδιαίτερα ὅταν θυμηθῶ τούς δικούς σου καλούς καί ἥμερους τρόπους πρός ὅλους, λογαριάζω πόσο μεγάλος πρέπει νά εἶναι ὁ πόνος γιά τή συμφορά πού σ᾽ ἔχει βρεῖ τώρα. Ἔχασες γιό, τόν ὁποῖο, ὅσον ζοῦσε, μακάριζαν ὅλες οἱ μητέρες καί εὔχονταν τέτοιοι νά εἶναι καί οἱ δικοί τους γιοί. Καί ὅταν πέθανε, ἔκλαψαν σάν νά εἶχε θάψει κάθε μία τόν δικό της. Ὁ θάνατος ἐκείνου ὑπῆρξε πλῆγμα στίς δύο πατρίδες (ἐννοεῖ καί τοῦ πατέρα καί τῆς μητέρας του), τήν δική μας καί τήν χώρα τῶν Κιλίκων. Μ᾽ ἐκεῖνον μαζί ἔπεσε καί τό μέγα καί ἔνδοξον γένος (σημ: Ἴσως τό πεθαμένο παιδί νά ἦταν μονάκριβο. Ἔτσι μέ τό θάνατό του ξεκληριζόταν ἡ γενιά τους), κατέρρευσε σάν νά μετακινήθηκε ἡ βάση του. Ὤ συναπάντημα πονηροῦ δαίμονος! Πόσο τρομερό κακό κατώρθωσες νά προκαλέσεις! Ὤ γῆ, πού ἀναγκάστηκες νά ὑποφέρεις ἕνα τέτοιο πάθος! Καί ὁ ἥλιος ἀσφαλῶς θά ἔφριττε, ἄν εἶχε αἴσθηση μπροστά σ᾽ ἐκεῖνο τό σκυθρωπό θέαμα. Καί τί μπορεῖ νά πεῖ κανείς ἄξιο νά ἐκφράζει ὅσα τοῦ ὑπαγορεύει ἡ ἀπελπισία τῆς ψυχῆς.

2.            Ἀλλά, ὅπως διδαχθήκαμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο, τά ὅσα μᾶς συμβαίνουν δέν εἶναι ἔξω ἀπό τή θεία Πρόνοια, γιατί οὔτε σπουργίτης δέν πέφτει χωρίς τό θέλημα τοῦ Πατέρα μας. Ὥστε ὅ,τι ἔχει συμβεῖ ἔγινε μέ τό θέλημα τοῦ Δημιουργοῦ μας. Καί ποιός μπορεῖ νά ἀντισταθεῖ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἄς δεχτοῦμε λοιπόν τό συμβάν. Διότι μέ τήν δυσανασχέτηση οὔτε αὐτό πού ἔχει γίνει διορθώνουμε καί ἐπί πλέον καταστρέφουμε τούς ἑαυτούς μας. Ἄς μή κατηγορήσουμε τήν δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ, διότι εἴμαστε πολύ ἀμαθεῖς, γιά νά ἐλέγχουμε τίς ἀνέκφραστες κρίσεις Του. Τώρα ὁ Κύριος δοκιμάζει τήν ἀγάπη σου σ᾽ Ἐκεῖνον. Τώρα ἔχεις τήν εὐκαιρία νά κερδίσεις μέ τήν ὑπομονή σου τήν μερίδα τῶν Μαρτύρων. Ἡ μητέρα τῶν Μακκαβαίων εἶδε τό θάνατο ἑπτά παιδιῶν της καί δέν ἐστέναξε, οὔτε ἔχυσε ἄσκοπα δάκρυα, ἀλλά ἐνῶ ἔβλεπε τά παιδιά της νά φεύγουν ἀπό αὐτή τή ζωή μέ σκληρά βασανιστήρια, εἶχε εὐχαριστιακά βιώματα πρός τό Θεό. Γι᾽ αὐτό καί κρίθηκε καί ἀπό τό Θεό καί ἀπό τούς ἀνθρώπους τέλεια καί καταξιωμένη Χριστιανή. Μεγάλη ἡ συμφορά, τό ὁμολογῶ καί ἐγώ. Μεγάλοι ὅμως καί οἱ μισθοί πού ὁ Κύριος ἔχει ἑτοιμάσει γιά ὅσους κάνουν ὑπομονή.
Ὅταν ἔγινες μητέρα καί εἶδες τό παιδί σου καί εὐχαριστοῦσες τό Θεό, γνώριζες ὁπωσδήποτε ὅτι εἶσαι θνητή καί ὅτι θά γέννησες θνητό. Τί τό παράδοξον λοιπόν, πού ὁ θνητός πέθανε; Μήπως σέ στενοχωρεῖ πού πέθανε πρόωρα; Δέν μποροῦμε νά ξέρουμε ἐάν δέν ἦταν τώρα ὁ κατάλληλος καιρός νά φύγει. Γιατί ἐμεῖς δέν ξέρουμε τί συμφέρει τήν ψυχή μας οὔτε ὁρίζουμε προθεσμίες στήν ἀνθρωπίνη ζωή. Στρέψε τά μάτια σου γύρω σ᾽ ὅλο τόν κόσμο ὅπου κατοικεῖς, καί θά κατανοήσεις ὅτι ὅλα ὅσα βλέπουμε εἶναι θνητά καί ὅτι ὑπόκεινται ὅλα στή φθορά. Κύτταξε ἐπάνω στόν οὐρανό. Κάποτε καί αὐτός θά διαλυθεῖ. Κύτταξε τόν ἥλιο. Oὔτε καί αὐτός θά παραμείνει. Τά ἀστέρια ὅλα, τά ζῶα τῆς ξηρᾶς καί τῶν ὑδάτων, αἱ ὡραιότητες τῆς γῆς, ἡ ἴδια ἡ γῆ, ὅλα εἶναι φθαρτά, ὅλα μετά ἀπό λίγο δέν θά ὑπάρχουν.
Ἄς εἶναι λοιπόν ἡ σκέψις ὅλων αὐτῶν παρηγοριά γιά ὅτι σοῦ ἔχει τώρα συμβεῖ. Μή μετρᾶς τή συμφορά στό βάθος της, γιατί τότε θά σοῦ φανεῖ ἀφόρητη. Ἄν ὅμως τό συγκρίνεις μέ ὅλα τά ἀνθρώπινα, τότε θά βρεῖς παρηγοριά. Ἐπάνω δέ ἀπό ὅλα ἔχω νά σοῦ πῶ ἐκεῖνο τό σπουδαῖο: Λυπήσου τόν σύζυγόν σου. Νά παρηγορεῖ ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Μή κάμεις σκληρότερη τή συμφορά μέ τό νά σέ βλέπει νά καταστρέφεις ἀπό τή στενοχώρια τόν ἑαυτό σου. Καί μέ λίγα λόγια ἔχω τή γνώμη ὅτι δέν ὑπάρχουν λόγια τέτοια πού νά μποροῦν νά χαρίσουν σ᾽ αὐτό τόν πόνο σας παρηγοριά. Πιστεύω ὅτι αὐτή τή δοκιμασία θά τήν ξεπεράσετε μονάχα μέ τήν προσευχή.
Εὔχομαι λοιπόν ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος νά ἀγγίξει τήν καρδιά σου μέ τήν ἀνέκφραστη δύναμή Του καί νά ἀνάψει μέ ἀγαθούς λογισμούς τό φῶς στή ψυχή σου, ὥστε νά βρεῖς μέσα σου τήν παρηγοριά.

  πηγή:http://www.imkby.gr

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΜΑΓΕΙΑΝ



Διασκευή: Ἰωάννη Β. Κωστάκη
 
    Στὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, ἔχει καταγραφεῖ, μὲ κάθε ἀνατριχιαστικὴ λεπτομέρεια, ἕνα συγκλονιστικὸ περιστατικὸ Μαύρης Μαγείας.Ἡ πρόσφατη θλιβερὴ ἐπικαιρότητα ἐπιβάλλει νὰ τὸ προσεγγίσουμε καὶ νὰ ἐξάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα καὶ διδάγματα.
    Στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου (329–379) στὴν Καισάρεια ζοῦσε κάποιος ἄρχοντας, ποὺ ὀνομάζονταν Προτέριος. Ἦταν πλούσιος καὶ θεοσεβής. Αὐτὸς εἶχε μιὰ μονάκριβη κόρη, ὡραιοτάτη στὴν ἐξωτερική της ἐμφάνιση. Ὁ πανοῦργος ἐχθρὸς τῆς ἁγνότητος καὶ καθαρότητος, ὁ διάβολος, ἄναψε τὴν κακὴ ἐπιθυμία σὲ ἕναν δοῦλο τοῦ ἄρχοντος, νὰ τὴν καταστήσει σύζυγό του. Μὴ μπορώντας νὰ ἱκανοποιήσει τὴν ἐπιθυμία του μὲ ἄλλο τρόπο, κατέφυγε σ᾽ ἕναν περιώνυμο μάγο, εἰδωλολάτρη καὶ ὑπηρέτη τοῦ διαβόλου. Γεμάτος πάθος καὶ ἐπιθυμία διατύπωσε τὸ αἴτημά του· «Ἐὰν καταφέρεις νὰ μεταστρέψεις τὴν καρδιὰ τῆς θυγατέρας τοῦ κυρίου μου, ὥστε νὰ μὲ ἀγαπήσει καὶ νὰ μὲ πάρει ὡς σύζυγό της, τότε θὰ γίνω δοῦλος σου καὶ θὰ σοῦ δώσω ὅ,τι θέλεις».
    Ὁ διαβολοκίνητος μάγος, δὲν ἄφησε τὴν εὐκαιρία νὰ τοῦ ξεφύγει, καὶ χαρούμενος τοῦ ἀπάντησε: «Ἐὰν ἀρνηθεῖς ἐγγράφως τὸ Χριστό, θὰ ἱκανοποιήσω τὴν ἐπιθυμία σου». Ὁ ἐλεεινὸς ἐκεῖνος δοῦλος μὲ πολὺ λαχτάρα ἀπάντησε: «Ἀρνοῦμαι τὸ Χριστὸ καὶ μὲ λόγια (προφορικὰ) καὶ γραπτῶς, ἀρκεῖ μόνο νὰ γίνει τὸ θέλημά μου».
    Ἀφοῦ ὁ μάγος πῆρε τὴ διαβεβαίωση, ποὺ ἤθελε γιὰ νὰ ξεκινήσει τὴ συνεργασία του μὲ τὸν διάβολο, τοῦ ἔδωσε ἕνα γράμμα καὶ τοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ πάει νὰ τὸ τοποθετήσει τὰ μεσάνυχτα στὸ μνημεῖο ἑνὸς εἰδωλολάτρη. Ἐκεῖ ἀφοῦ ἐπικαλεσθεῖ τὸν δαίμονα νὰ ὑψώσει τὸ γράμμα στὸν ἀέρα. «Τότε, τοῦ εἶπε, θὰ ἔρθουν οἱ δαίμονες καὶ θὰ σὲ ἁρπάξουν καὶ θὰ σὲ ὁδηγήσουν στὸν ἄρχοντά τους. Ἐκεῖ θὰ γίνει αὐτό, ποὺ ἐπιθυμεῖς».
    Τὸ περιεχόμενο τοῦ γράμματος αὐτοῦ εἶχε περίπου ὡς ἑξῆς: «Σοῦ στέλνω αὐτὸν τὸν νέο, ποὺ πληγώθηκε ἀπὸ ἔρωτα. Σὲ παρακαλῶ νὰ ἱκανοποιήσεις τὸ θέλημά του, γιὰ νὰ εἶμαι ἔτσι ὑπερήφανος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ἔρχονται σ᾽ ἐμένα».
    Αὐτὸ τὸ γράμμα, τὸ παρέδωσε ὁ μάγος στὸν νέο. Ἐκεῖνος ἐκτελώντας τὴν ἐντολή του, πῆγε καὶ στάθηκε πάνω στὸ μνημεῖο ἑνὸς εἰδωλολάτρη. Κάλεσε τοὺς δαίμονες καὶ πέταξε ψηλὰ τὴν ἐπιστολή. Ἀμέσως φάνηκαν μπροστά του οἱ δαίμονες καὶ τοῦ εἶπαν: «Ἂν θέλης νὰ γίνη ἡ ἐπιθυμία σου, ἀκολούθησέ μας». Ἐκεῖνος ἀκολούθησε καὶ τὸν ὁδήγησαν ἐκεῖ ποὺ κάθονταν ὁ μιαρὸς διάβολος, πάνω σὲ ψηλὸ κάθισμα, περιτριγυριζόμενος ἀπ᾽ τὰ δαιμόνια. Ἀφοῦ διάβασε τὸ γράμμα, ποὺ τοῦ ἔστειλε ὁ μάγος, ρώτησε τὸν νέο· «πιστεύεις σ᾽ ἐμένα;». Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε· «Ναὶ πιστεύω». Ξανὰ ὁ διάβολος τὸν ρωτᾶ: «Ἀρνεῖσαι τὸν Χριστό;». «Ναὶ τὸν ἀρνοῦμαι», ἀπάντησε ὁ νέος. Κι ὁ πανοῦργος διάβολος συνέχισε μονολογώντας· «Ἀχάριστοι εἶστε ἐσεῖς οἱ χριστιανοί. Ὅταν σᾶς παρουσιάζεται ἀνάγκη ἔρχεστε πρὸς ἐμένα, ὅταν δὲ γίνει αὐτό, ποὺ θέλετε, μὲ ἀρνεῖστε καὶ πᾶτε πάλι στὸν Χριστό. Κι αὐτὸς, ἐπειδὴ εἶναι φιλάνθρωπος, σᾶς δέχεται» καὶ ἀπευθυνόμενος στὸ νέο προσθέτει: «Ἀλλὰ νὰ ἀρνηθῆς γραπτῶς τὴν πίστη σου καὶ τὸ βάπτισμα. Γράψε ὅτι δέχεσαι νὰ κολαστεῖς, αἰώνια μαζί μου στὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως, καὶ τότε θὰ σὲ ἱκανοποιήσω». Τότε ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος νέος, καθὼς ἦταν τυφλωμένος ἀπ᾽ τὸν ἔρωτά του, ἔδωσε γραπτὴ τὴν ἄρνηση τῆς πίστεώς του, ὅπως τοῦ ζήτησε ὁ δαίμονας. Μετὰ ἀπ᾽ τὴν πράξη του αὐτή, μὲ τὴν ὁποία δήλωσε ὑποταγὴ στὸν διάβολο, γύρισε στὸ σπίτι τοῦ ἀφέντη του.
    Ὁ διάβολος, ἀμέσως, ἔστειλε τοὺς ὑπηρέτες του νὰ παρασύρουν τὴν κόρη τοῦ ἄρχοντα Προτέριου, στὴν ἐπιθυμία τοῦ ἀσεβοῦς νέου. Ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ἡ ἀθώα καὶ ἀνύποπτη κόρη τοῦ ἄρχοντα μέχρι τότε, ἄρχισε νὰ ζητᾶ ἐπίμονα ἀπ᾽ τὸν πατέρα της: «Ἢ δῶστε μου ὡς σύζυγο τὸν τάδε δοῦλο, ἢ διαφορετικὰ θὰ θανατωθῶ».
    Οἱ δύστυχοι γονεῖς τῆς δαιμονόπληκτης πλέον κοπέλας, βλέποντας ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ τὴν ἐπιμονή της, ἀπ᾽ τὴν ἄλλη τὶς ἀπόπειρες αὐτοκτονίας της (μὲ ἀπαγχονισμὸ) καὶ ἀφοῦ ἄκουσαν καὶ τὶς συμβουλὲς τῶν φίλων τους ἀποφάσισαν μὲ θρήνους καὶ ὀδυρμοὺς νὰ τῆς δώσουν τὴν ἄδεια ἱκανοποιήσεως τῆς ἐπιθυμίας της.
    Πράγματι, ἔκαμαν τοὺς γάμους.
    Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως, ποὺ ἔγινε ὁ γάμος, ὁ νέος δὲν ξαναπάτησε τὸ πόδι του στὴν ἐκκλησία, οὔτε κοινωνοῦσε τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ἀλλὰ δὲν ἔκανε πλέον καὶ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Τὰ συμπτώματα αὐτά, ποὺ τὰ παρετήρησαν πρῶτοι οἱ γείτονες, τὰ ἐπεσήμαναν στὴ σύζυγό του, λέγοντάς της ὅτι· «ὁ σύζυγός σου δὲν εἶναι χριστιανός».
    Ἔπειτα ἀπὸ λίγο καιρὸ ἡ γυναίκα αὐτὴ ἐξέφρασε τοὺς φόβους της πρὸς τὸν ἄνδρα της, ἀφοῦ τὸν ἔβλεπε ὅτι ἂν καὶ εἶχαν περάσει τόσες Κυριακὲς καὶ ἄλλες ἑορτὲς ἐκεῖνος δὲν ἐκκλησιάζονταν, δὲν κοινωνοῦσε, δὲν ἔκανε τὸν Σταυρό του. Καὶ προσέθεσε: «Ἐγὼ νόμιζα ὅτι εἶσαι χριστιανὸς καὶ γι᾽ αὐτὸ σὲ παντρεύτηκα. Ἂν λοιπὸν δὲν δεχθεῖς νὰ πᾶμε στὴν Ἐκκλησία, θὰ σὲ χωρίσω».
    Ὅταν ὁ ἄνδρας της εἶδε ὅτι δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ἀποκρύψει αὐτό, ποὺ εἶχε κάνει γιὰ νὰ τὴν κερδίσει τῆς εἶπε· «Ἐγὼ γιὰ τὴν ἀγάπη σου ἀρνήθηκα, ἐγγράφως, τὸν Χριστό. Γι᾽ αὐτὸ δὲν μπορῶ πλέον νὰ μπῶ στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ κοινωνήσω».
    Ἡ ὁμολογία αὐτὴ τὴν συγκλόνισε καὶ ξέσπασε σὲ ἀσταμάτητους θρήνους, γιὰ τὴ συμφορά, ποὺ τὴν βρῆκε. Ἔσπευσε τότε στὸν Ἅγιο Βασίλειο καὶ μὲ δάκρυα διηγήθηκε τὸ πρόβλημά της. Ὁ Ἅγιος κάλεσε τὸν νέο, ὁ ὁποῖος μετανοημένος πιά, γιατὶ ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἔχανε κι αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο ἀρνήθηκε τὸν Χριστό, ἐξωμολογήθηκε ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια. Ὁ νέος διαβεβαίωσε τὸν Ἅγιο γιὰ τὴν μετάνοιά του, ἀλλὰ τόνισε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἐπανορθώσει, ἀφοῦ ἀρνήθηκε ἐγγράφως τὴν πίστη του.
    Ὁ Ἅγιος Βασίλειος τοῦ ἔδωσε θάρρος, τονίζοντας ὅτι ἂν ἡ μετάνοιά του εἶναι εἰλικρινής, τότε καὶ αὐτὸ τὸ χαρτί, ποὺ ὑπέγραψε καὶ κρατοῦσε ὁ διάβολος, καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἀχρηστευθεῖ. Συντετριμένος ὁ νέος εἶπε στὸν Ἅγιο: «Στὸ λαιμό σου κρέμεται ἡ ψυχή μου, Ἅγιε Δέσποτα, καὶ θὰ κάνω ὅ,τι μὲ διατάξεις». Τότε ὁ Ἅγιος, ἔκλεισε τὸν νέο σ᾽ ἕνα κελλὶ καὶ τοῦ εἶπε: «Μεῖνε ἐδῶ καὶ προσευχήσου. Θὰ νηστέψεις τρεῖς ἡμέρες καὶ κατόπιν θὰ ἔρθω νὰ σὲ δῶ».
    Ἐνῶ ὁ νέος ἄρχισε τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἀποδέσμευσή του ἀπ᾽ τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου, ὁ Ἅγιος προσευχόταν νηστεύοντας γιὰ τὴ σωτηρία του. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἐπισκέφθηκε τὸν ἀγωνιζόμενο νέο καὶ τὸν ρώτησε πῶς περνοῦσε. Κάθιδρως ὁ νέος τοῦ ἀπήντησε: «Σὲ μεγάλη ἀνάγκη, εὑρίσκομαι Ἅγιε τοῦ Θεοῦ. Δὲν μπορῶ νὰ ὑποφέρω τὶς φωνὲς καὶ τοὺς δαρμοὺς τῶν δαιμόνων. Κρατοῦν τὴν γραπτὴ ὁμολογία μου, μὲ πολεμοῦν καὶ λένε· Ὅσο κι ἂν κοπιάζεις, δὲν θὰ μπορέσης νὰ ἐλευθερωθῆς, γιατὶ ἐμεῖς κρατᾶμε τὸ ἰδιόχειρο γράμμα σου».
   Ὁ Ἅγιος ἐνισχύοντάς τον στὸν ἀγώνα του τοῦ εἶπε· «Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου, μόνον πίστεψε καὶ θὰ σωθεῖς». Κι ἀφοῦ τοῦ ἔδωσε ψωμὶ καὶ νερὸ τὸν ἔκλεισε πάλι μέσα στὸ κελλί του. Ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ Ἅγιος γιὰ δεύτερη φορά, γιὰ νὰ διαπιστώσει τὴν πρόοδο τοῦ ἀγώνα, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάσταση στὴν ὁποίαν βρίσκονταν τώρα. Στὸ σχετικὸ ἐρώτημα τοῦ Ἁγίου, ὁ νέος πιὸ ἤρεμος ἀπάντησε· «Μὲ τὶς εὐχές σου Ἅγιε εἶμαι καλά. Γιατὶ τώρα δὲν βλέπω πιὰ μὲ τὰ μάτια μου τοὺς δαίμονες. Ἀκούω μόνο ἀπὸ μακρυὰ τὶς φωνὲς καὶ τὶς ἀπειλές τους».
    Γιὰ δεύτερη φορὰ ὁ Ἅγιος τοῦ ἄφησε τροφή, προσευχήθηκε γι᾽ αὐτόν, ἔκλεισε τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ καὶ ἔφυγε. Πέρασαν ἀκόμα 40 ἡμέρες ἀγῶνος, νηστείας καὶ προσευχῶν. Ξανὰ ὁ Ἅγιος ἔρχεται νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν ἀγωνιζόμενο νέο. Ζητᾶ καὶ πάλι νὰ πληροφορηθεῖ γιὰ τὴν κατάστασή του. Κι ἐκεῖνος χαρούμενος τώρα τὸν πληροφορεῖ· «Μὲ τὶς εὐχές σου, Ἅγιε Δέσποτα, εἶμαι πολύ καλά. Τώρα δὲν βλέπω οὔτε τὴν σκιὰ τῶν κακῶν δαιμόνων, οὔτε ἀκούω τὶς ἀπαίσιες φωνές τους. Μάλιστα δὲ αὐτὴ τὴ νύχτα εἶδα ὅραμα, ὅτι πάλεψες γιὰ μένα μὲ τὸ διάβολο καὶ τὸν νίκησες». Αὐτὸ τὸ περίμενε ὁ Ἅγιος. Χαρούμενος πιὰ γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἔδωσε ἐντολὴ νὰ συγκεντρωθεῖ κλῆρος καὶ λαὸς σὲ εὐχαριστήριο ὁλονύκτια ἀκολουθία στὸν Ἱ. Ναὸ τοῦ Κυρίου.
    Τὴν τρίτη ὥρα τῆς νύχτας μπῆκε γιὰ νὰ ἀρχίσει τὴ Θεία Λειτουργία. Τὴν ὥρα δὲ ποὺ λειτουργοῦσε, ἦρθαν ἐκεῖ οἱ δαίμονες γιὰ νὰ ἁρπάξουν τὸν νέο, ποὺ ἦταν μέσα στὸν Ἱ. Ναό. Ὁ νέος τρομοκρατήθηκε. Ἔτρεξε καὶ πιάστηκε ἀπ᾽ τὸν Ἅγιο φωνάζοντας: «Ἐλέησέ με, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, ἐλέησέ με. Νὰ ἦρθαν οἱ δαίμονες καὶ θέλουν νὰ μὲ ἁρπάξουν». Ὁ Ἅγιος τότε ὀργισμένος ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς δαίμονες λέγοντάς τους: «Ἀναίσχυντοι καὶ βρωμεροί, δὲν σᾶς φτάνει ἡ δική σας ἀπώλεια, ἀλλὰ ἤρθατε καὶ μέσα στὸν Ἱερὸ Ναό, γιὰ νὰ ἁρπάξετε κι αὐτόν;». Ἕνας ἀπ᾽ τοὺς δαίμονες ἀπαντώντας στὸν Ἅγιο εἶπε: «Μὲ ἀδικεῖς Βασίλειε. Ἐγὼ δὲν πῆγα πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ αὐτὸς μὲ τὴ θέλησή του, ἦρθε σ᾽ ἐμένα καὶ ἀρνήθηκε τὴν πίστη του. Νὰ κρατῶ τὴν γραπτὴ ὁμολογία του».
    Ὕστερα ἀπ᾽ αὐτὸν τὸν διάλογο μὲ τὸν δαίμονα, ὁ Ἅγιος κατάλαβε ὅτι οἱ δαίμονες δὲν πρόκειται νὰ ἐγκαταλείψουν τὸν ἀγώνα, ἂν δὲν τοὺς πάρει τὸ γραπτὸ κείμενο, μὲ τὴν ὑπογραφή τοῦ νέου, ποὺ κρατοῦσαν καὶ μὲ τὸ ὁποῖο τὸν ἐκβίαζαν. Ἀπευθύνεται τότε πρὸς τὸ λαό, ποὺ εἶχε κατακλύσει τὸν Ἱερὸ Ναὸ καὶ τὸν καλεῖ «μετὰ δακρύων» νὰ ἀναφωνήσουν τό, «Κύριε ἐλέησον». Καὶ τὸ κείμενο τοῦ Ἱεροῦ συναξαριστῆ τελειώνει ὡς ἑξῆς· «Ἱσταμένου δὲ τοῦ λαοῦ, ὡς ὁ Ἅγιος ἐπρόσταξε καὶ ἀναφωνοῦντος ἐπὶ ὥρας πολλὰς «Κύριε ἐλέησον», ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον τοῦ νέου ἐκείνου, ἐπὶ τοῦ ἀέρος φερόμενον, ἦλθε καὶ ἐτέθη ἐπὶ τῶν χειρῶν τοῦ Ἁγίου. Δεχθεὶς δὲ τοῦτο ὁ Ἅγιος καὶ εὐχαριστήσας τὸν Θεόν, εἶπε πρὸς τὸν νέον· «Ἀναγνωρίζεις τὸ ἰδιόγραφον γράμμα σου;». Ὁ νέος ἀπήντησε· «Ναί, Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, τοῦτο εἶναι».
    Τὸτε ὁ Ἅγιος ἔσχισεν αὐτὸ εἰς λεπτὰ τεμάχια καὶ συνεπλήρωσε τὴν Θείαν Λειτουργίαν. Μετὰ δὲ ταῦτα, ἀφοῦ ἐνουθέτησεν αὐτὸν καὶ ἤλειψε διὰ θείου Μύρου, τὸν παρέδωσεν εἰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γυναῖκα καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ δοξάζων καὶ εὐλογῶν τὸν Πανοικτίρμονα Θεόν».
    Τελικὴ παρατήρηση·
    Ὁ διάβολος, ὁ προαιώνιος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὰ ὄργανά του, μὲ θανάσιμο μίσος καὶ ἀπύθμενη κακότητα ἐργάζονται γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀποτελεσματικὰ ὠφέλιμο νὰ γνωρίζουμε ὅτι: «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία, ἢ μὴ ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ».
    Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ συναμαρτωλὲ ἀδελφέ: «ὀνόματι Ἰησοῦ, μάστιζε τοὺς πολεμίους». Ὅπου Χριστός, ἐκεῖ ὁ διάβολος ἀφανίζεται καὶ οἱ μεθοδεῖες του διαλύονται.

Πηγή:http://www.pmeletios.com/