"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάβολος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάβολος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Χριστόφιλος ἢ Χριστομάχος / Τοῦ Ὁσίου Ἰουστίνου Πόποβιτς






«᾿Eν τούτῳ γινώσκετε τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι· καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καὶ τοῦτό ἐστι τὸ τοῦ ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται καὶ νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστιν ἤδη». ( Ἰωάννου Α΄ 4:2)
Στὴν πραγματικότητα ὅλα τὰ πνεύματα καταλήγουν σὲ δύο εἴδη: σ’ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ σ’ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολο. Ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἀναγνωρίζουν καὶ ὁμολογοῦν ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἐνσαρκωμένος Θεὸς Λόγος, Κύριος καὶ Σωτήρας· ἐνῷ ἀπὸ τὸν διάβολο εἶναι ἐκεῖνα ποὺ δὲν Τὸν ἀναγνωρίζουν. Ἡ φιλοσοφία τοῦ διαβόλου συνοψίζεται σ’ αὐτό: δὲν ἀναγνωρίζει τὸν Θεὸ στὸν κόσμο, οὔτε τὴν παρουσία Του, οὔτε τὴν ἐνσάρκωσή Του. Ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεὸς οὔτε στὸν κόσμο, οὔτε στὸν ἄνθρωπο, οὔτε στὸν Θεάνθρωπο. Κηρύττει ὅτι εἶναι ἀνοησία νὰ πιστεύεις ὅτι ὁ Θεὸς ἐνσαρκώθηκε σὲ ἄνθρωπο καὶ μπορεῖ νὰ ζήσει μέσα στὸν ἄνθρωπο· ὁ ἄνθρωπος ὅλος εἶναι δίχως Θεό, ὂν στὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει Θεός, οὔτε ὁτιδήποτε τοῦ Θεοῦ, ὁτιδήποτε θεῖο, ἀθάνατο, αἰώνιο. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅλος πρόσκαιρος, ὅλος θνητός. Ἀνήκει στὸ ζωικὸ κόσμο, καὶ σχεδὸν σὲ τίποτα δὲν διαφέρει ἀπ’ αὐτόν, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι φυσικὸ νὰ ζεῖ σὰν τὰ ζῶα, ποὺ εἶναι πρόγονοί του καὶ οἱ φυσικοὶ συνάδελφοί του. Τέτοια εἶναι στὴν πραγματικότητα ἡ φιλοσοφία τοῦ Ἀντίχριστου, ποὺ μὲ κάθε τρόπο θέλει νὰ ἀντικαταστήσει τὸ Χριστό, νὰ πάρει τὴν θέση Του στὸν κόσμο καὶ στὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἅγιος Θεολόγος ξεκάθαρα λέει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια: «ἐν τούτῳ γινώσκετε τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι· καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καὶ τοῦτό ἐστι τὸ τοῦ ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται καὶ νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστιν ἤδη». Ὅταν γράφει «πᾶν πνεῦμα» μπορεῖ νὰ ἐννοεῖ ἕνα πρόσωπο, ἢ μία διδασκαλία, ἢ μία ἰδέα, ἢ μία σκέψη. Κάθε διδασκαλία, κάθε ἰδέα, κάθε σκέψη ποὺ δὲν ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι Θεός, Σωτήρας, καὶ ἐνσαρκωμένος Θεός, κατάγεται ἀπὸ τὸν ἀντίχριστο. Καὶ τέτοια πρόσωπα καὶ διδασκαλίες καὶ ἰδέες ὑπῆρχαν κιόλας ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, γι’ αὐτὸ ὁ ἅγιος Μύστης λέει γιὰ τὸν Ἀντίχριστο: «καὶ νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστιν ἤδη». Κάθε ἄνθρωπος, κάθε ἰδέα στὸν κόσμο ποὺ ἀπαρνεῖται τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι τοῦ ἀντιχρίστου. Δημιουργὸς τῆς κάθε ἀντιχριστιανικῆς ἰδεολογίας εἶναι, ἄμεσα ἢ ἔμμεσα, ὁ ἀντίχριστος. Στὴν πραγματικότητα, ὅλες οἱ ἰδεολογίες μποροῦν νὰ συνοψιστοῦν σὲ δύο εἴδη: ἐκεῖνες γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἐκεῖνες γιὰ τὸν ἀντίχριστο. Ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, γιὰ νὰ λύσει ἕνα πρόβλημα στὴν πραγματικότητα: ἐὰν εἶναι μὲ τὸν Χριστὸ ἢ κατὰ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ κάθε ἄνθρωπος, θέλοντας ἢ μή, μόνο αὐτὸ τὸ πρόβλημα ὄντως λύνει. Εἶναι ἢ Χριστόφιλος ἢ Χριστομάχος, δὲν ὑπάρχει τρίτη ἐκδοχή.


(Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἑρμηνεία τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου», ἐκδ. «Ἐν πλῷ»)
 http://www.alopsis.gr

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Γέροντος Παϊσίου τοῦ ῾Αγιορείτου: Πῶς ἐργάζεται ὁ διάβολος. ῾Η σημασία τῆς ἀνθρώπινης θελήσεως.

"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
∆εύτερο Μέρος
Πώς εργάζεται ό διάβολος

1)«Ό διάβολος κάνει τό πάν, γιά νά μη βοηθηθή ό άνθρωπος»

Ό διάβολος είναι τεχνίτης. Άν φέρη λ.χ. τήν ώρα τής Θείας Λειτουργίας σέ έναν πνευματικό άνθρωπο έναν ελεεινό λογισμό, εκείνος θά τόν καταλάβη, θά τιναχθή καί θά τόν διώξη.
Γι' αυτό τού φέρνει έναν πνευματικό λογισμό.
«Το τάδε βιβλίο, τοϋ λέει, γράφει αυτό γιά την Θεία Λειτουργία». Μετά θά του τραβήξη την προσοχή λ.χ. στον πολυέλαιο. Θά άναρωτηθή ποιος άραγε νά τόν έφτιαξε.
Ή θά τοϋ θυμίση έναν άρρωστο πού πρέπει νά πάη νά τόν δη. «"Α! έμπνευση, λέει, την ώρα της Θείας Λειτουργίας», ενώ είναι ό διάβολος πού μπαίνει ενδιάμεσος και πιάνει ό άνθρωπος την συζήτηση με τόν λογισμό του.
Όποτε ακούει τόν Ιερέα νά λέη «Μετά φόβου...»καί τότε καταλαβαίνει ότι τέλειωσε ή Θεία Λειτουργία και εκείνος δέν συμμετείχε καθόλου.
Νά, και εδώ στον Ναό· πηγαίνει ή έκκλησάρισσα νά άνάψη τά κεριά στον πολυέλαιο και έχω παρατηρήσει ότι και μεγάλους ακόμη τους αποσπά ό πειρασμός εκεί πέρα καί χαζεύουν την αδελφή πώς ανάβει τά κεριά.
Αυτό είναι τελείως παιδικό. Μόνον τά μικρούτσικα παιδιά χαίρονται με κάτι τέτοια καί λένε: «Τά
άναψε!». Δηλαδή, αυτό γιά τά μικρά παιδιά είναι δικαιολογημένο, άλλα γιά τους μεγάλους;
"Η, ενώ πρέπει νά αποφεύγουμε τις κινήσεις τήν ώρα της Θείας Λειτουργίας, ό πειρασμός μπορεί νά βάλη εκείνη τήν ιερή ώρα μιά αδελφή νά γυρίζη στό αναλόγιο τά φύλλα τοϋ βιβλίου, νά κάνη θόρυβο
καί νά αποσπά τους άλλους. Ακούνε «κρίτς-κρίτς», «τί γίνεται;» λένε, καί φεύγει έτσι ό νους άπό τόν Θεό καί χαίρεται τό ταγκαλάκι.
Γι' αυτό νά προσέχουμε νά μή γινώμαστε εμείς αιτία νά αποσπάται ή προσοχή τών άλλων τήν ώρα τής θείας λατρείας.
Κάνουμε ζημιά στον κόσμο καί δέν τό καταλαβαίνουμε. Ή παρατηρήστε σέ καμμιά ανάγνωση. Όταν φθάνη ό αναγνώστης στό πιο ιερό σημείο, άπό τό όποιο θά βοηθηθούν οί άνθρωποι, τότε ή θά χτυπήση δυνατά άπό τόν αέρα ή πόρτα ή θά βήξη κάποιος καί θά άποσπασθή ή προσοχή τους καί δέν θά ωφεληθούν άπό αυτό τό ιερό σημείο. Έτσι κάνει τήν δουλειά του τό ταγκαλάκι.
Ώ, αν βλέπατε τόν διάβολο πώς κινείται! Λεν τόν έχετε δει, γι' αυτό δέν καταλαβαίνετε μερικά πράγματα!
Κάνει τό πάν, γιά νά μή βοηθηθή ό άνθρωπος. Τό έχω παρατηρήσει στό Καλύβι, όταν συζητώ. Μόλις φθάσω ακριβώς στό σημείο πού θέλω, στό πιο ευαίσθητο, γιά νά βοηθήσω αυτούς πού με ακούν, τότε ή κάποιος θόρυβος γίνεται ή έρχονται άλλοι καί διακόπτω.
Τους βάζει προηγουμένως ό διάβολος νά χαζεύουν απέναντι τήν Σκήτη ή νά βλέπουν κάτι, καί κανονίζει νά έρθουν στό πιο λεπτό σημείο τής συζητήσεως, γιά νά αλλάξω θέμα καί νά μήν ωφεληθούν.
Γιατί, όταν άρχίση ή συζήτηση, ξέρει ό διάβολος ποϋ θά κατάληξη καί, επειδή βλέπει ότι θά πάθη ζημιά, στέλνει κάποιον ακριβώς στό πιό ευαίσθητο σημείο, γιά νά με διακόψη.
«Έ, Πάτερ, άπό ποϋ νά μπούμε;», φωνάζει. «Πάρτε λουκούμια καί νερό καί ελάτε άπό 'κεΐ», τους λέω. Άλλοι μπαίνουν εκείνη τήν στιγμή μέσα, οπότε μέ διακόπτουν, γιατί πρέπει νά σηκωθώ νά χαιρετήσω. Άλλοι έρχονται μετά άπό λίγο καί πρέπει πάλι νά σηκωθώ, αρχίζουν καί τήν κουβέντα «άπό ποϋ είσαι κ.λπ.»...
Όποτε είμαι αναγκασμένος νά αρχίσω πάλι άπό τήν αρχή, νά ξαναπώ φέρ' ειπείν τό παράδειγμα πού έλεγα. Μόλις προχωρώ, φωνάζει άπό κάτω άλλος: «Έ, Πάτερ Παΐσιε, πού μένεις; Άπό 'δώ εΐναι ή πόρτα;». Άντε ξανά νά σηκωθής... Βρέ τόν πειρασμό! Έξι-έπτά φορές μιά μέρα μοϋ έκανε τό ϊδιο, μέχρι πού αναγκάσθηκα καί έβαλα μερικούς... φρουρούς! «Έσύ κάθησε εκεί καί κοίταζε νά μήν έρθη κανένας άπό 'κεί. Έσύ κάθησε έδώ, μέχρι νά τελειώσω τήν δουλειά μου». Έξι-έπτά φορές νά άρχίζης ολόκληρη ιστορία, νά τους φέρνης στό σημείο πού θά βοηθηθούν, καί τά ταγκαλάκια πάλι νά δημιουργούν σκηνές!
Βρέ τόν πειρασμό τί κάνει! Γυρίζει τό κουμπί συνέχεια σέ άλλη συχνότητα. Μόλις ό αγωνιζόμενος πάη νά συγκινηθή λίγο άπό κάτι, τάκ, τοϋ γυρίζει τό κουμπί αλλού καί ξεχνιέται μέ εκείνο. Θυμάται πάλι κάτι πνευματικό; Τάκ, του θυμίζει κάτι άλλο. Τόν κάνει όλο τούμπες. Ό άνθρωπος, αν μάθη πώς εργάζεται ό διάβολος, θά απαλλαγή άπό πολλά πράγματα.
- Γέροντα, πώς θά μάθη;
- Νά παρακολουθή. Άμα παρακολουθή κανείς, μαθαίνει. Βλέπεις, οι τσομπαναραίοι είναι οι καλύτεροι μετεωρολόγοι, γιατί παρακολουθούν τά σύννεφα, τον αέρα.


«Ή φτερούγα της θελήσεως»

Ό κόσμος εύκολα επηρεάζεται καί προς το καλό καί προς το κακό.
Προς τό κακό επηρεάζεται πιό εύκολα, γιατί εκεί κανοναρχεϊ καί ό διάβολος.
Πες σε έναν λ.χ. νά κόψη τό τσιγάρο, γιατί βλάπτει. Μόλις θά άποφασίση νά τό κόψη, θά πάη ό διάβολος καί θά τού πή: «Εκείνο τό τσιγάρο έχει λιγώτερο φαρμάκι, τό άλλο έχει φίλτρο καί καθαρίζει... Κάπνισε άπό 'κεϊνα δεν θά σε βλάψουν».
Θά τού βρη δηλαδή μιά δικαιολογία, γιά νά μην τό κόψη· θά τού βρη... μιά λύση! Γιατί ό διάβολος μπορεί νά μάς βρη ένα σωρό δικαιολογίες. Καί εκείνο τό τσιγάρο πού τού προτείνει, μπορεί νά τόν βλάψη ακόμη περισσότερο. Γι' αυτό χρειάζεται νά έχουμε θέληση.
Καί αν κανείς δεν κόψη τά κουσούρια του, όταν είναι ακόμη νέος, μετά είναι δύσκολο νά τά κόψη, γιατί, όσο περνάει ή ηλικία, εξασθενεί ή θέληση.
Αν ό άνθρωπος δέν έχη θέληση, δεν μπορεί νά κάνη τίποτε. Ό Ιερός Χρυσόστομος λέει: «Έν τω θέλειν καί τω μη θέλειν κείται τό παν» [1]
Δηλαδή όλα εξαρτώνται άπό τό αν θέλη ή αν δέν θέλη ό άνθρωπος. Μεγάλη υπόθεση! Ό Θεός είναι φύσει αγαθός καί θέλει πάντοτε τό καλό μας. Χρειάζεται όμως νά θέλουμε καί εμείς. Γιατί ό άνθρωπος πετά πνευματικά μέ δυο φτερούγες- μέ τήν θέληση τού Θεού καί μέτήν θέληση τήν δική του.
Ό Θεός τήν μιά φτερούγα - τήν δική Του θέληση - μάς τήν έχει κολλήσει μόνιμα στον έναν ώμο μας. 'Αλλά γιά νά πετάξουμε πνευματικά, πρέπει καί εμείς νά κολλήσουμε στον άλλο ώμο τήν δική μας φτερούγα, τήν ανθρώπινη θέληση.
Άμα ό άνθρωπος έχη δυνατή θέληση, έχει τήν φτερούγα τήν ανθρώπινη, πού ισορροπεί μέ τήν θεϊκή φτερούγα, οπότε πετάει. Ένώ, αν ή θέληση του είναι ατροφική, πάει νά πετάξη λίγο καί τουμπάρει. Ξαναπροσπαθεί λίγο, πάλι τούμπα!

- Γέροντα, καλλιεργείται ή θέληση;

- Δέν έχουμε πει ότι όλα καλλιεργούνται; Θέληση υπάρχει σέ όλους τους ανθρώπους, σέ άλλους λίγη καί σέ άλλους περισσότερη.
Όταν ό άνθρωπος έχη διάθεση νά άγωνισθή, προσεύχεται καί ζητά άπό τόν Θεό νά τού αύξηση τήν θέληση, καί ό Θεός τόν βοηθάει. Όταν δέν κάνη προκοπή ό άνθρωπος, τότε νά ξέρη ότι ή δέν βάζει καθόλου θέληση ή θά βάζη λίγη καί αυτή θά είναι εξασθενημένη, οπότε καί αυτό πάλι δέν βοηθάει. Ένα πουλί, ας υποθέσουμε, έχει τήν μία φτερούγα του γερή, άλλα παραμελεί τήν άλλη· της πέφτουν μερικά φτερά καί μετά δέν μπορεί νά πετάξη σωστά.
Ή μία φτερούγα δουλεύει καλά, ή άλλη όμως είναι σάν τήν σπασμένη τσατσάρα. Τήν κουνάει τό πουλί, άλλα μπαίνει αέρας ενδιάμεσα καί δέν μπορεί νά πετάξη καλά. Πετάει λίγο καί μετά κάνει τούμπες. Πρέπει νά έχη ακέραιη καί αυτήν τήν φτερούγα, γιά νά μπορή νά πετάη.
Έτσι καί ό άνθρωπος, θέλω νά πω, πρέπει νά προσεχή καί νά μήν παραμελή τήν ανθρώπινη θέληση, άν θέλη νά πετάη συνέχεια σωστά, πνευματικά.
Γιατί τό ταγκαλάκι τί κάνει; Πάει σιγά-σιγά καί τραβάει άπό τήν ανθρώπινη φτερούγα πρώτα κανένα μικρούτσικο φτερό, ύστερα κανένα λίγο μεγαλύτερο, καί άν δέν προσέξη ό άνθρωπος, τού βγάζει και ένα μεγάλο, οπότε πάει νά πετάξη και δέν μπορεί. Και άν τυχόν του τραβήξη μερικά φτερά, τότε, όταν πάη νά πετάξη, μπαίνει αέρας στην φτερούγα πού τής λείπουν φτερά και κάνει τούμπες.
Ή θεϊκή φτερούγα είναι πάντα γεμάτη, συμπληρωμένη· δέν τής λείπουν φτερά, γιατί ό διάβολος δέν μπορεί νά τά τραβήξη καί νά τά βγάλη· είναι θεϊκή.
Νά προσεχή ό άνθρωπος νά μήν άμελήση καί του βγάλη ό διάβολος κανένα φτερό από τήν δική του φτερούγα.
Όταν άρχίζη σιγά-σιγά λίγο ή τεμπελιά, λίγο ή αδιαφορία, εξασθενεί ή θέληση.
Τί νά κάνη ό Θεός, άν δέν θέλη ό άνθρωπος; Δέν θέλει νά έπέμβη, γιατί σέβεται τήν ελευθερία του άνθρωπου.
Αχρηστεύει έτσι ό άνθρωπος καί τήν φτερούγα τού Θεού. Όταν όμως έχη θέληση, έχη δηλαδή καί τήν δική του φτερούγα ακέραιη, τότε θέλει ό Θεός, θέλει καί ό άνθρωπος, καί πετάει ό άνθρωπος.
- Δηλαδή, Γέροντα, τί είναι ακριβώς αυτό τό πέταγμα; Εννοείτε νά θέλω νά προοδεύσω πνευματικά, νά θέλω τήν σωτηρία μου;
- Ναί, βρέ παιδί! Όταν λέω πέταγμα, εννοώ τήν άνοδο τήν πνευματική, δέν εννοώ νά πετάξω νά ανέβω σέ κανένα κυπαρίσσι!
- Είχατε πει, Γέροντα, ότι μπορεί νά όργώνη κανείς, νά σπέρνη, νά κάνη όλες τις σχετικές διαδικασίες, καί νά μή βγάζη ούτε τον σπόρο.
- Ναί, έτσι είναι. Άμα δέν προσεχή κανείς, τού κλέβει τον κόπο του ό διάβολος· ενώ, άν προσεχή καί παίρνη στά ζεστά τό θέμα τής σωτηρίας τής ψυχής του, αγωνίζεται, προκόβει, καρποφορεί, τρέφεται πνευματικά καί χαίρεται αγγελικά.


1. Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου, Υπόμνημα εις την προς Θεσσαλονικείς επιστολήν πρώτην, Ομιλία Ε΄, PG 62, 428.


Απόσπασμα από τις σελίδες  113 -118  του βιβλίου:

        ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
                              ΛΟΓΟΙ  Β΄              
              ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
                  ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
       «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
                  ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΜΑΓΕΙΑΝ



Διασκευή: Ἰωάννη Β. Κωστάκη
 
    Στὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, ἔχει καταγραφεῖ, μὲ κάθε ἀνατριχιαστικὴ λεπτομέρεια, ἕνα συγκλονιστικὸ περιστατικὸ Μαύρης Μαγείας.Ἡ πρόσφατη θλιβερὴ ἐπικαιρότητα ἐπιβάλλει νὰ τὸ προσεγγίσουμε καὶ νὰ ἐξάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα καὶ διδάγματα.
    Στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου (329–379) στὴν Καισάρεια ζοῦσε κάποιος ἄρχοντας, ποὺ ὀνομάζονταν Προτέριος. Ἦταν πλούσιος καὶ θεοσεβής. Αὐτὸς εἶχε μιὰ μονάκριβη κόρη, ὡραιοτάτη στὴν ἐξωτερική της ἐμφάνιση. Ὁ πανοῦργος ἐχθρὸς τῆς ἁγνότητος καὶ καθαρότητος, ὁ διάβολος, ἄναψε τὴν κακὴ ἐπιθυμία σὲ ἕναν δοῦλο τοῦ ἄρχοντος, νὰ τὴν καταστήσει σύζυγό του. Μὴ μπορώντας νὰ ἱκανοποιήσει τὴν ἐπιθυμία του μὲ ἄλλο τρόπο, κατέφυγε σ᾽ ἕναν περιώνυμο μάγο, εἰδωλολάτρη καὶ ὑπηρέτη τοῦ διαβόλου. Γεμάτος πάθος καὶ ἐπιθυμία διατύπωσε τὸ αἴτημά του· «Ἐὰν καταφέρεις νὰ μεταστρέψεις τὴν καρδιὰ τῆς θυγατέρας τοῦ κυρίου μου, ὥστε νὰ μὲ ἀγαπήσει καὶ νὰ μὲ πάρει ὡς σύζυγό της, τότε θὰ γίνω δοῦλος σου καὶ θὰ σοῦ δώσω ὅ,τι θέλεις».
    Ὁ διαβολοκίνητος μάγος, δὲν ἄφησε τὴν εὐκαιρία νὰ τοῦ ξεφύγει, καὶ χαρούμενος τοῦ ἀπάντησε: «Ἐὰν ἀρνηθεῖς ἐγγράφως τὸ Χριστό, θὰ ἱκανοποιήσω τὴν ἐπιθυμία σου». Ὁ ἐλεεινὸς ἐκεῖνος δοῦλος μὲ πολὺ λαχτάρα ἀπάντησε: «Ἀρνοῦμαι τὸ Χριστὸ καὶ μὲ λόγια (προφορικὰ) καὶ γραπτῶς, ἀρκεῖ μόνο νὰ γίνει τὸ θέλημά μου».
    Ἀφοῦ ὁ μάγος πῆρε τὴ διαβεβαίωση, ποὺ ἤθελε γιὰ νὰ ξεκινήσει τὴ συνεργασία του μὲ τὸν διάβολο, τοῦ ἔδωσε ἕνα γράμμα καὶ τοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ πάει νὰ τὸ τοποθετήσει τὰ μεσάνυχτα στὸ μνημεῖο ἑνὸς εἰδωλολάτρη. Ἐκεῖ ἀφοῦ ἐπικαλεσθεῖ τὸν δαίμονα νὰ ὑψώσει τὸ γράμμα στὸν ἀέρα. «Τότε, τοῦ εἶπε, θὰ ἔρθουν οἱ δαίμονες καὶ θὰ σὲ ἁρπάξουν καὶ θὰ σὲ ὁδηγήσουν στὸν ἄρχοντά τους. Ἐκεῖ θὰ γίνει αὐτό, ποὺ ἐπιθυμεῖς».
    Τὸ περιεχόμενο τοῦ γράμματος αὐτοῦ εἶχε περίπου ὡς ἑξῆς: «Σοῦ στέλνω αὐτὸν τὸν νέο, ποὺ πληγώθηκε ἀπὸ ἔρωτα. Σὲ παρακαλῶ νὰ ἱκανοποιήσεις τὸ θέλημά του, γιὰ νὰ εἶμαι ἔτσι ὑπερήφανος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ἔρχονται σ᾽ ἐμένα».
    Αὐτὸ τὸ γράμμα, τὸ παρέδωσε ὁ μάγος στὸν νέο. Ἐκεῖνος ἐκτελώντας τὴν ἐντολή του, πῆγε καὶ στάθηκε πάνω στὸ μνημεῖο ἑνὸς εἰδωλολάτρη. Κάλεσε τοὺς δαίμονες καὶ πέταξε ψηλὰ τὴν ἐπιστολή. Ἀμέσως φάνηκαν μπροστά του οἱ δαίμονες καὶ τοῦ εἶπαν: «Ἂν θέλης νὰ γίνη ἡ ἐπιθυμία σου, ἀκολούθησέ μας». Ἐκεῖνος ἀκολούθησε καὶ τὸν ὁδήγησαν ἐκεῖ ποὺ κάθονταν ὁ μιαρὸς διάβολος, πάνω σὲ ψηλὸ κάθισμα, περιτριγυριζόμενος ἀπ᾽ τὰ δαιμόνια. Ἀφοῦ διάβασε τὸ γράμμα, ποὺ τοῦ ἔστειλε ὁ μάγος, ρώτησε τὸν νέο· «πιστεύεις σ᾽ ἐμένα;». Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε· «Ναὶ πιστεύω». Ξανὰ ὁ διάβολος τὸν ρωτᾶ: «Ἀρνεῖσαι τὸν Χριστό;». «Ναὶ τὸν ἀρνοῦμαι», ἀπάντησε ὁ νέος. Κι ὁ πανοῦργος διάβολος συνέχισε μονολογώντας· «Ἀχάριστοι εἶστε ἐσεῖς οἱ χριστιανοί. Ὅταν σᾶς παρουσιάζεται ἀνάγκη ἔρχεστε πρὸς ἐμένα, ὅταν δὲ γίνει αὐτό, ποὺ θέλετε, μὲ ἀρνεῖστε καὶ πᾶτε πάλι στὸν Χριστό. Κι αὐτὸς, ἐπειδὴ εἶναι φιλάνθρωπος, σᾶς δέχεται» καὶ ἀπευθυνόμενος στὸ νέο προσθέτει: «Ἀλλὰ νὰ ἀρνηθῆς γραπτῶς τὴν πίστη σου καὶ τὸ βάπτισμα. Γράψε ὅτι δέχεσαι νὰ κολαστεῖς, αἰώνια μαζί μου στὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως, καὶ τότε θὰ σὲ ἱκανοποιήσω». Τότε ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος νέος, καθὼς ἦταν τυφλωμένος ἀπ᾽ τὸν ἔρωτά του, ἔδωσε γραπτὴ τὴν ἄρνηση τῆς πίστεώς του, ὅπως τοῦ ζήτησε ὁ δαίμονας. Μετὰ ἀπ᾽ τὴν πράξη του αὐτή, μὲ τὴν ὁποία δήλωσε ὑποταγὴ στὸν διάβολο, γύρισε στὸ σπίτι τοῦ ἀφέντη του.
    Ὁ διάβολος, ἀμέσως, ἔστειλε τοὺς ὑπηρέτες του νὰ παρασύρουν τὴν κόρη τοῦ ἄρχοντα Προτέριου, στὴν ἐπιθυμία τοῦ ἀσεβοῦς νέου. Ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ἡ ἀθώα καὶ ἀνύποπτη κόρη τοῦ ἄρχοντα μέχρι τότε, ἄρχισε νὰ ζητᾶ ἐπίμονα ἀπ᾽ τὸν πατέρα της: «Ἢ δῶστε μου ὡς σύζυγο τὸν τάδε δοῦλο, ἢ διαφορετικὰ θὰ θανατωθῶ».
    Οἱ δύστυχοι γονεῖς τῆς δαιμονόπληκτης πλέον κοπέλας, βλέποντας ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ τὴν ἐπιμονή της, ἀπ᾽ τὴν ἄλλη τὶς ἀπόπειρες αὐτοκτονίας της (μὲ ἀπαγχονισμὸ) καὶ ἀφοῦ ἄκουσαν καὶ τὶς συμβουλὲς τῶν φίλων τους ἀποφάσισαν μὲ θρήνους καὶ ὀδυρμοὺς νὰ τῆς δώσουν τὴν ἄδεια ἱκανοποιήσεως τῆς ἐπιθυμίας της.
    Πράγματι, ἔκαμαν τοὺς γάμους.
    Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως, ποὺ ἔγινε ὁ γάμος, ὁ νέος δὲν ξαναπάτησε τὸ πόδι του στὴν ἐκκλησία, οὔτε κοινωνοῦσε τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ἀλλὰ δὲν ἔκανε πλέον καὶ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Τὰ συμπτώματα αὐτά, ποὺ τὰ παρετήρησαν πρῶτοι οἱ γείτονες, τὰ ἐπεσήμαναν στὴ σύζυγό του, λέγοντάς της ὅτι· «ὁ σύζυγός σου δὲν εἶναι χριστιανός».
    Ἔπειτα ἀπὸ λίγο καιρὸ ἡ γυναίκα αὐτὴ ἐξέφρασε τοὺς φόβους της πρὸς τὸν ἄνδρα της, ἀφοῦ τὸν ἔβλεπε ὅτι ἂν καὶ εἶχαν περάσει τόσες Κυριακὲς καὶ ἄλλες ἑορτὲς ἐκεῖνος δὲν ἐκκλησιάζονταν, δὲν κοινωνοῦσε, δὲν ἔκανε τὸν Σταυρό του. Καὶ προσέθεσε: «Ἐγὼ νόμιζα ὅτι εἶσαι χριστιανὸς καὶ γι᾽ αὐτὸ σὲ παντρεύτηκα. Ἂν λοιπὸν δὲν δεχθεῖς νὰ πᾶμε στὴν Ἐκκλησία, θὰ σὲ χωρίσω».
    Ὅταν ὁ ἄνδρας της εἶδε ὅτι δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ἀποκρύψει αὐτό, ποὺ εἶχε κάνει γιὰ νὰ τὴν κερδίσει τῆς εἶπε· «Ἐγὼ γιὰ τὴν ἀγάπη σου ἀρνήθηκα, ἐγγράφως, τὸν Χριστό. Γι᾽ αὐτὸ δὲν μπορῶ πλέον νὰ μπῶ στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ κοινωνήσω».
    Ἡ ὁμολογία αὐτὴ τὴν συγκλόνισε καὶ ξέσπασε σὲ ἀσταμάτητους θρήνους, γιὰ τὴ συμφορά, ποὺ τὴν βρῆκε. Ἔσπευσε τότε στὸν Ἅγιο Βασίλειο καὶ μὲ δάκρυα διηγήθηκε τὸ πρόβλημά της. Ὁ Ἅγιος κάλεσε τὸν νέο, ὁ ὁποῖος μετανοημένος πιά, γιατὶ ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἔχανε κι αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο ἀρνήθηκε τὸν Χριστό, ἐξωμολογήθηκε ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια. Ὁ νέος διαβεβαίωσε τὸν Ἅγιο γιὰ τὴν μετάνοιά του, ἀλλὰ τόνισε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἐπανορθώσει, ἀφοῦ ἀρνήθηκε ἐγγράφως τὴν πίστη του.
    Ὁ Ἅγιος Βασίλειος τοῦ ἔδωσε θάρρος, τονίζοντας ὅτι ἂν ἡ μετάνοιά του εἶναι εἰλικρινής, τότε καὶ αὐτὸ τὸ χαρτί, ποὺ ὑπέγραψε καὶ κρατοῦσε ὁ διάβολος, καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἀχρηστευθεῖ. Συντετριμένος ὁ νέος εἶπε στὸν Ἅγιο: «Στὸ λαιμό σου κρέμεται ἡ ψυχή μου, Ἅγιε Δέσποτα, καὶ θὰ κάνω ὅ,τι μὲ διατάξεις». Τότε ὁ Ἅγιος, ἔκλεισε τὸν νέο σ᾽ ἕνα κελλὶ καὶ τοῦ εἶπε: «Μεῖνε ἐδῶ καὶ προσευχήσου. Θὰ νηστέψεις τρεῖς ἡμέρες καὶ κατόπιν θὰ ἔρθω νὰ σὲ δῶ».
    Ἐνῶ ὁ νέος ἄρχισε τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἀποδέσμευσή του ἀπ᾽ τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου, ὁ Ἅγιος προσευχόταν νηστεύοντας γιὰ τὴ σωτηρία του. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἐπισκέφθηκε τὸν ἀγωνιζόμενο νέο καὶ τὸν ρώτησε πῶς περνοῦσε. Κάθιδρως ὁ νέος τοῦ ἀπήντησε: «Σὲ μεγάλη ἀνάγκη, εὑρίσκομαι Ἅγιε τοῦ Θεοῦ. Δὲν μπορῶ νὰ ὑποφέρω τὶς φωνὲς καὶ τοὺς δαρμοὺς τῶν δαιμόνων. Κρατοῦν τὴν γραπτὴ ὁμολογία μου, μὲ πολεμοῦν καὶ λένε· Ὅσο κι ἂν κοπιάζεις, δὲν θὰ μπορέσης νὰ ἐλευθερωθῆς, γιατὶ ἐμεῖς κρατᾶμε τὸ ἰδιόχειρο γράμμα σου».
   Ὁ Ἅγιος ἐνισχύοντάς τον στὸν ἀγώνα του τοῦ εἶπε· «Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου, μόνον πίστεψε καὶ θὰ σωθεῖς». Κι ἀφοῦ τοῦ ἔδωσε ψωμὶ καὶ νερὸ τὸν ἔκλεισε πάλι μέσα στὸ κελλί του. Ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ Ἅγιος γιὰ δεύτερη φορά, γιὰ νὰ διαπιστώσει τὴν πρόοδο τοῦ ἀγώνα, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάσταση στὴν ὁποίαν βρίσκονταν τώρα. Στὸ σχετικὸ ἐρώτημα τοῦ Ἁγίου, ὁ νέος πιὸ ἤρεμος ἀπάντησε· «Μὲ τὶς εὐχές σου Ἅγιε εἶμαι καλά. Γιατὶ τώρα δὲν βλέπω πιὰ μὲ τὰ μάτια μου τοὺς δαίμονες. Ἀκούω μόνο ἀπὸ μακρυὰ τὶς φωνὲς καὶ τὶς ἀπειλές τους».
    Γιὰ δεύτερη φορὰ ὁ Ἅγιος τοῦ ἄφησε τροφή, προσευχήθηκε γι᾽ αὐτόν, ἔκλεισε τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ καὶ ἔφυγε. Πέρασαν ἀκόμα 40 ἡμέρες ἀγῶνος, νηστείας καὶ προσευχῶν. Ξανὰ ὁ Ἅγιος ἔρχεται νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν ἀγωνιζόμενο νέο. Ζητᾶ καὶ πάλι νὰ πληροφορηθεῖ γιὰ τὴν κατάστασή του. Κι ἐκεῖνος χαρούμενος τώρα τὸν πληροφορεῖ· «Μὲ τὶς εὐχές σου, Ἅγιε Δέσποτα, εἶμαι πολύ καλά. Τώρα δὲν βλέπω οὔτε τὴν σκιὰ τῶν κακῶν δαιμόνων, οὔτε ἀκούω τὶς ἀπαίσιες φωνές τους. Μάλιστα δὲ αὐτὴ τὴ νύχτα εἶδα ὅραμα, ὅτι πάλεψες γιὰ μένα μὲ τὸ διάβολο καὶ τὸν νίκησες». Αὐτὸ τὸ περίμενε ὁ Ἅγιος. Χαρούμενος πιὰ γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἔδωσε ἐντολὴ νὰ συγκεντρωθεῖ κλῆρος καὶ λαὸς σὲ εὐχαριστήριο ὁλονύκτια ἀκολουθία στὸν Ἱ. Ναὸ τοῦ Κυρίου.
    Τὴν τρίτη ὥρα τῆς νύχτας μπῆκε γιὰ νὰ ἀρχίσει τὴ Θεία Λειτουργία. Τὴν ὥρα δὲ ποὺ λειτουργοῦσε, ἦρθαν ἐκεῖ οἱ δαίμονες γιὰ νὰ ἁρπάξουν τὸν νέο, ποὺ ἦταν μέσα στὸν Ἱ. Ναό. Ὁ νέος τρομοκρατήθηκε. Ἔτρεξε καὶ πιάστηκε ἀπ᾽ τὸν Ἅγιο φωνάζοντας: «Ἐλέησέ με, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, ἐλέησέ με. Νὰ ἦρθαν οἱ δαίμονες καὶ θέλουν νὰ μὲ ἁρπάξουν». Ὁ Ἅγιος τότε ὀργισμένος ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς δαίμονες λέγοντάς τους: «Ἀναίσχυντοι καὶ βρωμεροί, δὲν σᾶς φτάνει ἡ δική σας ἀπώλεια, ἀλλὰ ἤρθατε καὶ μέσα στὸν Ἱερὸ Ναό, γιὰ νὰ ἁρπάξετε κι αὐτόν;». Ἕνας ἀπ᾽ τοὺς δαίμονες ἀπαντώντας στὸν Ἅγιο εἶπε: «Μὲ ἀδικεῖς Βασίλειε. Ἐγὼ δὲν πῆγα πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ αὐτὸς μὲ τὴ θέλησή του, ἦρθε σ᾽ ἐμένα καὶ ἀρνήθηκε τὴν πίστη του. Νὰ κρατῶ τὴν γραπτὴ ὁμολογία του».
    Ὕστερα ἀπ᾽ αὐτὸν τὸν διάλογο μὲ τὸν δαίμονα, ὁ Ἅγιος κατάλαβε ὅτι οἱ δαίμονες δὲν πρόκειται νὰ ἐγκαταλείψουν τὸν ἀγώνα, ἂν δὲν τοὺς πάρει τὸ γραπτὸ κείμενο, μὲ τὴν ὑπογραφή τοῦ νέου, ποὺ κρατοῦσαν καὶ μὲ τὸ ὁποῖο τὸν ἐκβίαζαν. Ἀπευθύνεται τότε πρὸς τὸ λαό, ποὺ εἶχε κατακλύσει τὸν Ἱερὸ Ναὸ καὶ τὸν καλεῖ «μετὰ δακρύων» νὰ ἀναφωνήσουν τό, «Κύριε ἐλέησον». Καὶ τὸ κείμενο τοῦ Ἱεροῦ συναξαριστῆ τελειώνει ὡς ἑξῆς· «Ἱσταμένου δὲ τοῦ λαοῦ, ὡς ὁ Ἅγιος ἐπρόσταξε καὶ ἀναφωνοῦντος ἐπὶ ὥρας πολλὰς «Κύριε ἐλέησον», ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον τοῦ νέου ἐκείνου, ἐπὶ τοῦ ἀέρος φερόμενον, ἦλθε καὶ ἐτέθη ἐπὶ τῶν χειρῶν τοῦ Ἁγίου. Δεχθεὶς δὲ τοῦτο ὁ Ἅγιος καὶ εὐχαριστήσας τὸν Θεόν, εἶπε πρὸς τὸν νέον· «Ἀναγνωρίζεις τὸ ἰδιόγραφον γράμμα σου;». Ὁ νέος ἀπήντησε· «Ναί, Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, τοῦτο εἶναι».
    Τὸτε ὁ Ἅγιος ἔσχισεν αὐτὸ εἰς λεπτὰ τεμάχια καὶ συνεπλήρωσε τὴν Θείαν Λειτουργίαν. Μετὰ δὲ ταῦτα, ἀφοῦ ἐνουθέτησεν αὐτὸν καὶ ἤλειψε διὰ θείου Μύρου, τὸν παρέδωσεν εἰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γυναῖκα καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ δοξάζων καὶ εὐλογῶν τὸν Πανοικτίρμονα Θεόν».
    Τελικὴ παρατήρηση·
    Ὁ διάβολος, ὁ προαιώνιος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὰ ὄργανά του, μὲ θανάσιμο μίσος καὶ ἀπύθμενη κακότητα ἐργάζονται γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀποτελεσματικὰ ὠφέλιμο νὰ γνωρίζουμε ὅτι: «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία, ἢ μὴ ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ».
    Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ συναμαρτωλὲ ἀδελφέ: «ὀνόματι Ἰησοῦ, μάστιζε τοὺς πολεμίους». Ὅπου Χριστός, ἐκεῖ ὁ διάβολος ἀφανίζεται καὶ οἱ μεθοδεῖες του διαλύονται.

Πηγή:http://www.pmeletios.com/