"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάνατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάνατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Απριλίου 2011

Γιά τήν ἀσθένεια πρίν από τόν θάνατο /῞Αγίου Νικολάου ᾿Αχρίδος



Στον γανωματή Α.Π. στο Πρίζρεν, για την ασθένεια πριν από το θάνατο

«Μη φοβάσαι το θάνατο μα την αρρώστια πριν α­πό το θάνατο». Έτσι διακηρύττεις. Έτσι λένε και πολλοί άλλοι. Οι άριστοι όμως των Χριστιανών δεν έ­λεγαν αυτό, αλλά παραδίνονταν στο θέλημα του Θε­ού, επειδή γνώριζαν ότι η ασθένεια δίνεται για την κάθαρση της ψυχής.
Όποιος αγαπά την καθαρότητα μπορεί να μισήσει το νερό; Ο Δημιουργός μας, επιτρέπει τους σωματικούς πόνους πριν από το θάνατο, σαν άλλα παγωμένα ή καυτά ρεύματα νερού τα οποία καθαρίζουν τις ψυχές μας. Αν έτσι έχουν τα πράγμα­τα, τότε γιατί να επιθυμούμε έναν αιφνίδιο και ανώδυ­νο θάνατο;

Ακόμα και ο δίκαιος Αβραάμ, υπέφερε πριν πεθά­νει: και εκλείπων απέθανεν Αβραάμ εν γήρα καλώ (Γεν. 25, 8). Και ο πράος Ιακώβ, πλάγιαζε άρρωστος στο στρώμα πριν αποχωριστεί αυτό τον κόσμο. Το ί­διο και ο μεταμελημένος βασιλιάς Δαυίδ. Όταν, λοι­πόν, πέθαναν εν ασθενεία εκείνοι που με το Θεό συνομιλούσαν, τότε τι απομένει για τους μεγάλους αμαρ­τωλούς;

Σκέψου, ότι κάθε μέρα του Θεού πεθαίνουν χιλιά­δες και χιλιάδες γέροι και γριές, γυναίκες και ανίσχυ­ρα παιδιά. Με μικρές εξαιρέσεις, όλοι αυτοί είναι α­σθενείς και μέσα στην αρρώστια αποχωρίζονται από τούτη τη ζωή. Γιατί λοιπόν εσύ να φοβάσαι από τη μικρή εκείνη ταλαιπωρία πριν το θάνατο, την οποία δε φοβήθηκαν αδύναμοι γέροντες και αβοήθητα παι­διά;

Ένας από τους αγίους άνδρες παρακαλούσε συνε­χώς το Θεό να του στείλει ασθένεια πριν από το θάνα­το, να μην τον βρει ο θάνατος δίχως προειδοποίηση και να μην πεθάνει δίχως συγχώρηση. Για να μην α­φήσει τούτο τον κόσμο πριν εξαλείψει από μέσα του με την πικρία του πόνου, κάθε ανάμνηση των ευτελών απολαύσεων. Γιατί είναι γραμμένο στη Γραφή: ον α­γαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον πα­ραδέχεται (Εβρ. 12, 6), που σημαίνει: αυτόν που ο Θε­ός δεν μαστιγώνει, δύσκολα τον δέχεται.

Γι' αυτό, μη ζηλεύεις αυτούς που φεύγουν δίχως πόνους και βάσανα από τούτη τη ζωή. Θυμήσου τα πάθη του Σωτήρος πριν τον θάνατο, θυμήσου τα βά­σανα και την ταλαιπωρία των Αποστόλων, των Προ­φητών και των Μαρτύρων.
Θυμήσου ακόμα, τους τό­σους ελάχιστους και άσημους ανθρώπους που καθημε­ρινά πεθαίνουν κατά χιλιάδες στα νοσοκομεία, θυμήσου τους και διώξε κάθε φόβο για την επιθανάτια α­σθένεια. Περίμενε την με υπομονή και όταν έρθει, δέξου την σαν δοσμένη από τον Θεό.


impantokratoros.gr/http://anavaseis.blogspot.com

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ τοῦ Μεγάλου ( Ἐπιστολή 6) ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΥΖΥΓΟΝ ΤΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ γιά νά τήν παρηγορήσει γιά τό θάνατο τοῦ παιδιοῦ της.



"Μεγάλη ἡ συμφορά, τό ὁμολογῶ καί ἐγώ. Μεγάλοι ὅμως καί οἱ μισθοί πού ὁ Κύριος ἔχει ἑτοιμάσει γιά ὅσους κάνουν ὑπομονή"


1.            Ἐσκόπευα νά σιωπήσω ἀπέναντι τῆς κοσμιότητός σου μέ τήν σκέψη ὅτι, μέ τήν ψυχή συμβαίνει ὅτι καί μέ ἕνα μάτι πού πάσχει ἀπό φλεγμονή. Αὐτό, δηλαδή τό μάτι καί τό πιό ἁπαλό πράγμα νά τό ἐγγίσει ἐρεθίζεται. Ἔτσι αἰσθάνεται καί ἡ ψυχή πού ἔχει τραυματιστεῖ ἀπό βαριά θλίψη, ὅταν πάει κανείς νά τῆς μιλήσει. Γιατί τά λόγια ὅσο καί ἄν εἶναι παρηγορητικά ὅταν λέγονται τήν ὥρα πού ἡ ψυχή πάσχει καί ἀγωνιᾶ, τίς φαίνονται πολύ ἐνοχλητικά. Ἐπειδή ὅμως σκέφθηκα ὅτι τώρα ἔχω νά κάνω μέ Χριστιανή ἐκπαιδευμένη στά θεῖα ἀπό πολύ καιρό καί πεπειραμένη στά ἀνθρώπινα, ἐνόμισα ὅτι δέν θά ἦταν σωστό νά παραλείψω τό καθῆκον μου.
Γνωρίζω ποιά εἶναι τά σπλάγχνα τῶν μητέρων καί ἰδιαίτερα ὅταν θυμηθῶ τούς δικούς σου καλούς καί ἥμερους τρόπους πρός ὅλους, λογαριάζω πόσο μεγάλος πρέπει νά εἶναι ὁ πόνος γιά τή συμφορά πού σ᾽ ἔχει βρεῖ τώρα. Ἔχασες γιό, τόν ὁποῖο, ὅσον ζοῦσε, μακάριζαν ὅλες οἱ μητέρες καί εὔχονταν τέτοιοι νά εἶναι καί οἱ δικοί τους γιοί. Καί ὅταν πέθανε, ἔκλαψαν σάν νά εἶχε θάψει κάθε μία τόν δικό της. Ὁ θάνατος ἐκείνου ὑπῆρξε πλῆγμα στίς δύο πατρίδες (ἐννοεῖ καί τοῦ πατέρα καί τῆς μητέρας του), τήν δική μας καί τήν χώρα τῶν Κιλίκων. Μ ἐκεῖνον μαζί ἔπεσε καί τό μέγα καί ἔνδοξον γένος (σημ: Ἴσως τό πεθαμένο παιδί νά ἦταν μονάκριβο. Ἔτσι μέ τό θάνατό του ξεκληριζόταν ἡ γενιά τους), κατέρρευσε σάν νά μετακινήθηκε ἡ βάση του. Ὤ συναπάντημα πονηροῦ δαίμονος! Πόσο τρομερό κακό κατώρθωσες νά προκαλέσεις! Ὤ γῆ, πού ἀναγκάστηκες νά ὑποφέρεις ἕνα τέτοιο πάθος! Καί ὁ ἥλιος ἀσφαλῶς θά ἔφριττε, ἄν εἶχε αἴσθηση μπροστά σ ἐκεῖνο τό σκυθρωπό θέαμα. Καί τί μπορεῖ νά πεῖ κανείς ἄξιο νά ἐκφράζει ὅσα τοῦ ὑπαγορεύει ἡ ἀπελπισία τῆς ψυχῆς.

2.            Ἀλλά, ὅπως διδαχθήκαμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο, τά ὅσα μᾶς συμβαίνουν δέν εἶναι ἔξω ἀπό τή θεία Πρόνοια, γιατί οὔτε σπουργίτης δέν πέφτει χωρίς τό θέλημα τοῦ Πατέρα μας. Ὥστε ὅ,τι ἔχει συμβεῖ ἔγινε μέ τό θέλημα τοῦ Δημιουργοῦ μας. Καί ποιός μπορεῖ νά ἀντισταθεῖ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἄς δεχτοῦμε λοιπόν τό συμβάν. Διότι μέ τήν δυσανασχέτηση οὔτε αὐτό πού ἔχει γίνει διορθώνουμε καί ἐπί πλέον καταστρέφουμε τούς ἑαυτούς μας. Ἄς μή κατηγορήσουμε τήν δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ, διότι εἴμαστε πολύ ἀμαθεῖς, γιά νά ἐλέγχουμε τίς ἀνέκφραστες κρίσεις Του. Τώρα ὁ Κύριος δοκιμάζει τήν ἀγάπη σου σ Ἐκεῖνον. Τώρα ἔχεις τήν εὐκαιρία νά κερδίσεις μέ τήν ὑπομονή σου τήν μερίδα τῶν Μαρτύρων. Ἡ μητέρα τῶν Μακκαβαίων εἶδε τό θάνατο ἑπτά παιδιῶν της καί δέν ἐστέναξε, οὔτε ἔχυσε ἄσκοπα δάκρυα, ἀλλά ἐνῶ ἔβλεπε τά παιδιά της νά φεύγουν ἀπό αὐτή τή ζωή μέ σκληρά βασανιστήρια, εἶχε εὐχαριστιακά βιώματα πρός τό Θεό. Γι αὐτό καί κρίθηκε καί ἀπό τό Θεό καί ἀπό τούς ἀνθρώπους τέλεια καί καταξιωμένη Χριστιανή. Μεγάλη ἡ συμφορά, τό ὁμολογῶ καί ἐγώ. Μεγάλοι ὅμως καί οἱ μισθοί πού ὁ Κύριος ἔχει ἑτοιμάσει γιά ὅσους κάνουν ὑπομονή.
Ὅταν ἔγινες μητέρα καί εἶδες τό παιδί σου καί εὐχαριστοῦσες τό Θεό, γνώριζες ὁπωσδήποτε ὅτι εἶσαι θνητή καί ὅτι θά γέννησες θνητό. Τί τό παράδοξον λοιπόν, πού ὁ θνητός πέθανε; Μήπως σέ στενοχωρεῖ πού πέθανε πρόωρα; Δέν μποροῦμε νά ξέρουμε ἐάν δέν ἦταν τώρα ὁ κατάλληλος καιρός νά φύγει. Γιατί ἐμεῖς δέν ξέρουμε τί συμφέρει τήν ψυχή μας οὔτε ὁρίζουμε προθεσμίες στήν ἀνθρωπίνη ζωή. Στρέψε τά μάτια σου γύρω σ ὅλο τόν κόσμο ὅπου κατοικεῖς, καί θά κατανοήσεις ὅτι ὅλα ὅσα βλέπουμε εἶναι θνητά καί ὅτι ὑπόκεινται ὅλα στή φθορά. Κύτταξε ἐπάνω στόν οὐρανό. Κάποτε καί αὐτός θά διαλυθεῖ. Κύτταξε τόν ἥλιο. Oὔτε καί αὐτός θά παραμείνει. Τά ἀστέρια ὅλα, τά ζῶα τῆς ξηρᾶς καί τῶν ὑδάτων, αἱ ὡραιότητες τῆς γῆς, ἡ ἴδια ἡ γῆ, ὅλα εἶναι φθαρτά, ὅλα μετά ἀπό λίγο δέν θά ὑπάρχουν.
Ἄς εἶναι λοιπόν ἡ σκέψις ὅλων αὐτῶν παρηγοριά γιά ὅτι σοῦ ἔχει τώρα συμβεῖ. Μή μετρᾶς τή συμφορά στό βάθος της, γιατί τότε θά σοῦ φανεῖ ἀφόρητη. Ἄν ὅμως τό συγκρίνεις μέ ὅλα τά ἀνθρώπινα, τότε θά βρεῖς παρηγοριά. Ἐπάνω δέ ἀπό ὅλα ἔχω νά σοῦ πῶ ἐκεῖνο τό σπουδαῖο: Λυπήσου τόν σύζυγόν σου. Νά παρηγορεῖ ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Μή κάμεις σκληρότερη τή συμφορά μέ τό νά σέ βλέπει νά καταστρέφεις ἀπό τή στενοχώρια τόν ἑαυτό σου. Καί μέ λίγα λόγια ἔχω τή γνώμη ὅτι δέν ὑπάρχουν λόγια τέτοια πού νά μποροῦν νά χαρίσουν σ αὐτό τόν πόνο σας παρηγοριά. Πιστεύω ὅτι αὐτή τή δοκιμασία θά τήν ξεπεράσετε μονάχα μέ τήν προσευχή.
Εὔχομαι λοιπόν ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος νά ἀγγίξει τήν καρδιά σου μέ τήν ἀνέκφραστη δύναμή Του καί νά ἀνάψει μέ ἀγαθούς λογισμούς τό φῶς στή ψυχή σου, ὥστε νά βρεῖς μέσα σου τήν παρηγοριά.

  πηγή:http://www.imkby.gr

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Γέροντος Παϊσίου τοῦ ῾Αγιορείτου: «῾Ο Θεός µᾶς ὑποµένει »


Λόγοι Β΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


Η γεννιά της αδιαφορίας
Ό Θεός µας υποµένει 
 Σήµερα ό Θεός ανέχεται την κατάσταση. Ανέχεται, ανέχεται, για να είναι αναπολόγητος ό κακός.
Είναι περιπτώσεις πού ό Θεός επεµβαίνει άµεσα και αµέσως, ενώ σε άλλες περιπτώσεις περιµένει· δεν δίνει αµέσως την λύση και περιµένει την υποµονή των ανθρώπων, την προσευχή, τον αγώνα.
Τι αρχοντιά έχει ό Θεός!  Ένας πόσους είχε σφάξει τότε µε τον πόλεµο και ακόµη ζει. Θα τού πει στην άλλη ζωή ό Θεός: «Σ' άφησα να ζήσης περισσότερο και από τους καλούς». ∆εν θα έχει ελαφρυντικά.
    - Γέροντα, µερικοί τέτοιοι άνθρωποι, ενώ είναι βαριά άρρωστοι, πώς δεν πεθαίνουν;
   - Φαίνεται έχουν βαρείες αµαρτίες, γι' αυτό δεν πεθαίνουν. Περιµένει ό Θεός µήπως µετανοήσουν.
    - Και τον κόσµο πού παιδεύουν;
    - Αυτοί πού παιδεύονται και δεν φταίνε, αποταµιεύουν. Αυτοί πού φταίνε, εξοφλούν.
  - Γέροντα, τι θα πει «Πονηροί άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν επί τό χείρον, πλανώντες καί πλανώµενοι»[1];
     - Κοίταξε· υπάρχουν άνθρωποι πού έχουν κάποιον εγωισµό και ό Θεός τους δίνει ένα σκαµπίλι να πάνε παρακάτω. Άλλοι έχουν λίγο παραπάνω εγωισµό και ό Θεός τους δίνει ένα σκαµπίλι και πάνε ακόµη
παρακάτω.  Αυτούς όµως πού έχουν εωσφορική υπερηφάνεια, ό Θεός τους αφήνει. Μπορεί να φαίνεται ότι κάνουν προκοπή, άλλα τι προκοπή είναι αυτή;  Μαύρη προκοπή. Και µετά δεν πέφτουν απλώς κάτω, αλλά πέφτουν κατ'ευθείαν στο βάραθρο. Ό Θεός να φυλάει!

1 Β’ Τιµ. 3,13


Απόσπασμα από την σελίδα 50-51 του βιβλίου:

         ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
                           ΛΟΓΟΙ  Β΄
        ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ

                  ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
             ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Πηγή: http://anavaseis.blogspot.com

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

Τοῦ Ἁγίου ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ τοῦ Μεγάλου Ἐπιστολή 269 ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΥΖΥΓΟΝ ΤΟΥ ΑΡΙΝΘΑΙΟΥ γιά νά τήν παρηγορήσει γιά τό θάνατό του.




Τοῦ Ἁγίου ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ τοῦ Μεγάλου

Ἐπιστολή 269
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΥΖΥΓΟΝ ΤΟΥ ΑΡΙΝΘΑΙΟΥ
γιά νά τήν παρηγορήσει γιά τό θάνατό του.



1 Ἐκεῖνο πού θά ἔπρεπε νά εἶχα κάνει γιά τήν κατάστασή σου αὐτή, θά ἦταν νά ᾽χα ᾽ρθεῖ καί νά παραβρισκόμουνα στήν περίσταση πού σέ βρῆκε, ἔτσι καί ἐγώ θά εἶχα παρηγορηθεῖ καί τό καθῆκον μου ἀπέναντι στή εὐγενιά σου θά εἶχα ξεπληρώσει. Ἐπειδή ὅμως τό σῶμα μου δέν μπορεῖ πλέον νά μετακινηθεῖ μακριά, κατέφυγα στή γραπτή ἐπικοινωνία, γιά νά μή φανῶ ὅτι εἶμαι τελείως ἀδιάφορος πρός τά συμβάντα.

Ποιός δέν ἐστέναξε διά τόν ἄνδρα ἐκεῖνο; Καί ποιός ἔχει τόσο λίθινη καρδιά, ὥστε νά μή χύσει γιά αὐτόν θερμά δάκρυα; Ἐμένα βάρυνε περισσότερο ἡ ψυχή μου καί πόνεσα καθώς θυμήθηκα τήν ἰδιαίτερη τιμή πού δέχτηκα ἀπό αὐτόν τόν ἄνθρωπο καί τήν προστασία πού ἔχει μέ χίλιους δυό τρόπους προσφέρει στήν Ἐκκλησία. Ἀλλ᾽ ὅμως σκέφθηκα ὅτι, ἀφοῦ εἶναι καί αὐτός ἄνθρωπος καί ξεπλήρωσε τά καθήκοντα πού εἶχε σ᾽ αὐτή τή ζωή τόν πῆρε πίσω πάλι τήν κατάλληλη ὥρα, ὁ προνοητής Θεός, πού κατευθύνει τή ζωή μας. Αὐτά εἶναι πού παρακαλῶ τή φρόνησή σου νά θυμᾶται, ὥστε νά διατηρήσει τή γαλήνη της καί, κατά τό δυνατόν, νά βαστάσει μέ ψυχραιμία τή συμφορά. Βεβαίως ὁ χρόνος εἶναι ἱκανός νά μαλάξει τήν καρδιά σου καί νά ἐπιτρέψει τήν ἐπικράτηση τῆς λογικῆς. Ἀλλ᾽ ἡ ὑπερβολική ἀγάπη σου πρός τόν ἄνδρα σου, καί ἡ πρός ὅλους καλωσύνη σου ἄλλωστε, μᾶς βάζει στήν ὑποψία μήπως παραδοθεῖς στήν ἀπελπισία, ἀφοῦ λόγω τῆς λεπτότητος τῶν συναισθημάτων σου δέχθηκες τόσο βαθιά πληγή τῆς λύπης.

Λοιπόν ἡ διδασκαλία τῶν Γραφῶν εἶναι πάντοτε, καί πολύ περισσότερο σ᾽ αὐτές τίς περιστάσεις, χρήσιμη. Νά θυμᾶσαι λοιπόν τήν ἀπόφαση τοῦ Δημιουργοῦ μας, κατά τήν ὁποίαν ὅλοι ὅσοι προήλθαμε ἀπό τή γῆ πάλι στήν γῆ θά ἐπιστρέψουμε καί κανείς δέν εἶναι τόσο μεγάλος ὥστε νά ξεπεράσει τό νόμο τῆς φθορᾶς.

2 . Ἑπομένως ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος ἦταν καλός καί μέγας, καί εἶχε τήν ἀρετή τῆς ψυχῆς ἐφάμιλλο μέ τήν ἀνδρεία τοῦ σώματος, τό παραδέχομαι καί ἐγώ, καί μάλιστα ὑπερέβαλλε ὅλους καί στά δύο. Ἀλλά παρά ταῦτα ἦταν ἄνθρωπος καί φυσικά πέθανε, ὅπως ὁ Ἀδάμ, ὅπως ὁ Ἄβελ, ὅπως ὁ Νῶε, ὅπως ὁ Ἀβραάμ, ὅπως ὁ Μωυσῆς, ὅπως ὁποιοσδήποτε ἄλλος τόν ὁποῖον εἶναι δυνατόν νά μνημονεύσεις, ἀπό ὅλους ὅσους εἶχαν τήν ἴδια χοϊκή φύση. Ἄς μή ἀγανακτοῦμε λοιπόν πού τόν στερηθήκαμε, ἀλλ᾽ ἀντίθετα ἄς χρεωστοῦμε εὐγνωμοσύνη πρός Ἐκεῖνον πού μᾶς εὐλόγησε τή συζυγία. Διότι τό νά στερηθεῖς τόν ἄνδρα σου εἶναι κάτι πού συμβαίνει καί στίς ἄλλες γυναῖκες. Γιά τό πόσο ὅμως καλά πέρασες ἐσύ μέ τό σύζυγό σου στή ζωή, δέν εἶναι κάτι πού μπορεῖ κάποια ἄλλη γυναίκα τό ἴδιο νά ὑπερηφανευτεῖ.

Διότι πράγματι ὁ Κτίστης μας δημιούργησε τόν ἄνδρα σου σάν μοναδικό καί ὑποδειγματικό τύπο ἀνδρός, ὥστε ὅλοι νά τόν προσέχουν καί νά μιλοῦν γι᾽ αὐτόν. Ὅσα φτιάχνουν μέ ἰδανικό τρόπο οἱ ζωγράφοι καί οἱ γλύπτες δέν εἶναι τίποτα μπροστά του. Οἱ δέ ἱστορικοί, ὅταν διηγοῦνται τά ἀνδραγαθήματά του στούς πολέμους, προχωροῦν στόν χῶρο τῶν ἀπίστευτων μύθων. Γι᾽ αὐτό πολλοί δέν μποροῦσαν νά πιστέψουν τήν θλιβερή ἐκείνη εἴδηση πού κυκλοφόρησε οὔτε νά καταδεχθοῦν κἄν νά ἀκούσουν, ὅτι πέθανε ὁ Ἀρινθαῖος. Ἀλλ᾽ ὁ σύζυγός σου ἔπαθε ὅτι πρόκειται κάποτε νά πάθουν ὅλα τά φθαρτά καί πρόσκαιρα δημιουργήματα.

Ἀπεδήμησε μέ λαμπρό θάνατο, χωρίς νά ἔχει καμφθεῖ ἀπό τό γῆρας χωρίς νά ἔχει στερηθεῖ τίποτα ἀπό τή δόξα του. Μεγάλος ὑπῆρξε σ᾽ αὐτή τή ζωή, μεγάλος θά ἀναδειχτεῖ καί στή μέλλουσα. Τίποτε ἀπό τήν λαμπρότητα αὐτῆς τῆς ζωῆς δέν ἔχει χάσει, γιατί πρόκειται νά ἀπολαύσει τήν μέλλουσα καί γιατί λίγο πρίν φύγει ἀπό αὐτή τή ζωή εἴχε καθαρίσει κάθε κηλῖδα τῆς ψυχῆς του μέ τό «λουτρό τῆς παλιγγενεσίας». Τό γεγονός δέ, ὅτι σύ ἔγινες πρόξενος καί συνεργός σ᾽ αὐτό, φέρει μεγάλη παρηγοριά.

Μετάφερε τώρα τήν ψυχή σου ἀπό τά παρόντα στή φροντίδα τῶν μελλόντων, ὥστε νά καταξιωθεῖς μέ ἔργα ἀγαθά νά κερδίσεις τόν ἴδιο τόπο ἀναπαύσεως πού κέρδισε καί ὁ σύζυγός σου. Λυπήσου τή γριά μάνα σου καί ἀκόμα τή νέα κορούλα σου, στίς ὁποῖες ἔχεις μείνει ἡ μοναδική παρηγοριά. Γίνε ὑπόδειγμα ἀνδρείας στίς ἄλλες γυναῖκες καί ρύθμισε τήν λύπη σου ἔτσι ὥστε οὔτε νά τήν βγάλεις ἀπό τήν καρδιά σου οὔτε νά τήν ἀφήσεις νά σέ καταπιεῖ.

Καί τέλος ρίξε τά βλέμματά σου πρός τό μεγάλο μισθό τῆς ὑπομονῆς, τόν ὁποῖο ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός σέ ἀνταπόδοση τῶν ὅσων κάναμε σ᾽ αὐτή τή ζωή.

Πηγή: http://evagelistrianafpliou.blogspot.com/

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΠΡΑΞΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ-Σπῦρος Β. Μπαζίνας

  • Γιὰ πολλὰ πολλὰ χρόνια ἡ λεγόμενη «καλὴ πράξη» ἔχει χλευασθεῖ ἀνηλεῶς ἀπὸ θεολόγους, κληρικούς, κοινωνιολόγους, ψυχολόγους καὶ  ἄλλους εἰδικοὺς στὰ πλαίσια τῆς ἀποβολῆς παραμορφώσεων τῆς ὀρθοδόξου ζωῆς, ὅπως ἡ εὐσεβοφάνεια καὶ ὁ στεῖρος ἠθικισμός. Ἔτσι ὅμως διασύρθηκε καὶ ἀπαξιώθηκε πλήρως τὸ ὄνομα τῆς «καλῆς πράξεως» καὶ συμπαρασύρθηκε καὶ τὸ ὑγιὲς περιεχόμενό της. Μιὰ ἄλλη ὄψη λοιπὸν τῆς «καλῆς πράξεως» παρουσιάζεται στὴν κατωτέρω διήγηση. Αὐτὴ ἀμφισβητεῖ τὰ στεγανὰ ποὺ δημιούργησαν οἱ «παλαιότερες ἀμφισβητήσεις», καθὼς κάθε νέο παλιώνει μὲ τὴ σειρά του σύντομα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ «νέο» τῆς Ἁγίας Παραδόσεως. Κάθε τι καινούργιο, ποὺ γυαλίζει στὰ μάτια τῶν ὁρκισμένων ρεφορμιστῶν, ἐξυπηρετεῖ τὶς περισσότερες φορὲς κάποια κοντόθωρη σκοπιμότητα ἢ κάποια μεγαλόπνοη ἰδιοτέλεια, κάποια ἐποχικὴ συναισθηματικὴ ἔξαρση, κάποια συμπλεγματικὴ φόρτιση. Κι ἔρχεται ὥρα ποὺ οἱ δυσμορφίες ξεσκεπάζονται .
  •  
  • Σπῦρος Β. Μπαζίνας, περιοδ. “ΠΡΩΤΑΤΟ”, τ.118, Ἀπρ. -Ἰούν. 2010
     
Καλοκαίρι τοῦ 1988. Στὸν δρόμο ἀπὸ τὴν Λαύρα στὴν Κερασιά συνάντησα ἕνα γεροντάκι, ποὺ ἔσκαβε στὸν κῆπο του.
—Καλῶς τον, μοῦ εἶπε. Ἔλα νὰ πιεῖς νερό.
Παίρνω τὸ νερό. Τὸν εὐχαριστῶ. Δοξάζω τὸν Θεό. Πιάνουμε κουβέντα.
—Πῶς σὲ λένε;
—Σπύρο.
—Ἀπό ποῦ εἶσαι;
—Ἀπὸ τὴν Ἀθήνα.
—Ποῦ πᾶς;
—Στόν π. Θεολόγο.
—Τί δουλειά κάνεις;
—Δικηγόρος.
—Δέν πειράζει!
—Ἄκου παιδί μου, νὰ σοῦ πῶ μία ἱστορία. Ἦταν ἕνας πλούσιος ἄνθρωπος, γεμᾶτος πάθη, ἐγωισμό, φιλοχρηματία, φθόνο, ὀργή. Μία μέρα, ἐκεῖ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ ἕνα φοῦρνο φορτωμένος μέ ψωμιά, ἕνας φτωχούλης τοῦ ζήτησε ἐλεημοσύνη.Ὅμως, ὁ πλούσιος θύμωσε καὶ στὸν θυμό του πέταξε ἕνα καρβέλι ψωμί στὸν φτωχό. Αὐτὸς τὸ πῆρε καὶ τὸ ἔφαγε στὸ σπίτι του μὲ τὰ παιδάκια του. Ἔφτασε ὁ καιρὸς καὶ ὁ πλούσιος κοιμήθηκε.Ἦρθαν τότε οἱ δαίμονες καὶ τοῦ τραβοῦσαν τὴν ψυχή του νὰ τὴν πᾶνε στὴν κόλαση. Μπῆκαν τὰ πάθη του στὴν μία πλευρά τῆς ζυγαριὰς καὶ ἡ ζυγαριά ἔγερνε πρὸς τὴν κόλαση. Ἔβαλε τότε, παιδί μου, καί ὁ φύλακας ἄγγελός του ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τὸ καρβέλι, πού ὁ πλούσιος εἶχε πετάξει μὲ θυμὸ ἀλλὰ ὁ φτωχὸς τὸ ἔφαγε μὲ τὰ παιδιά του καὶ ὠφελήθηκε, καὶ ἀμέσως ἡ ζυγαριά ἰσορρόπησε καὶ ἡ ψυχὴ σώθηκε. Βλέπεις, παιδί μου, τί ἀξία ἔχει καὶ ἡ πιὸ μικρὴ καλὴ πράξη ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν προαίρεση αὐτοῦ ποὺ τὴν κάνει; Ἄντε στὸ καλό, παιδί μου καὶ νὰ θυμᾶσαι, πρὶν βάλεις τὸ κεφάλι σου στὸ μαξιλάρι κάθε βράδυ, νὰ κοιτᾶς νὰ ἔχεις κάνει τουλάχιστον μία καλὴ πράξη. Αὐτό μπορεῖ νὰ σὲ σώσει.
Σπῦρος Β. Μπαζίνας, περιοδ. “ΠΡΩΤΑΤΟ”, τ.118, Ἀπρ. -Ἰούν. 2010

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ! Της ιατρού κ. Λαμπρινής Πρωτονοταρίου-Παρασκευαϊδου



    Υπάρχουν κάτι σοφές κουβέντες, που βγαίνουν από το άγιο στόμα των ταπεινών της γης.
    Θυμάμαι λοιπόν την προσευχή της μανούλας μου, όταν βρισκόταν βαριά άρρωστη από καρκίνο και ζητούσε κάθε πρωί από τον Κύριο:
– Χριστέ μου, δώσε μου για σήμερα κουράγιο και δύναμη, τόσο όσο είναι ένας κόμπος δάκρυ.
    Κι εγώ, όταν άκουγα αυτά τα λόγια, της έλεγα αστειευόμενη:
– Γιατί δε ζητάς κάτι παραπάνω;
    Κι εκείνη, η σοφή και άγια, μου απαντούσε:
– Τόσο μου φθάνει, ώσπου να βραδιάσει, δε χρειάζομαι περισσότερο.
    Πράγματι, τόσο χρειάστηκε, ώσπου εκείνο το βράδυ να παραδώσει την ψυχή της.
    Ποτέ δεν ζήτησε σ' όλη την διαδρομή του Γολγοθά της τίποτε άλλο, τίποτε περισσότερο.
    Μόνο έναν κόμπο δάκρυ κουράγιο και δύναμη. Ένα απλό κόμπο δάκρυ, τόσο λίγο.
    Μου θυμίζει την προσευχή, που μας άφησε ο Κύριος: «τον άρτον ημών τον επιούσιον», τίποτε παραπάνω.
    Πολλές φορές την ημέρα και τη νύχτα ακόμα, σκέπτομαι τούτη την προσευχή της, από τότε που κοιμήθηκε εκείνη. Πόσο με ωφέλησε αυτή η μικρή, ελάχιστη και ταπεινή της προσευχή!
    Ζητούσε ό, τι λίγο της χρειαζόταν και κάποτε-κάποτε πρόσθετε:
– Ξέρει Εκείνος τι θα κάνει, δε θα του πούμε εμείς.
    Κι Εκείνος που ξέρει και ανταμείβει «τους πτωχούς τω πνεύματι» την κατεδίωξε με το έλεός Του.
    Το είδα, το έζησα, όταν την τελευταία της στιγμή μου είπε: Τους περιμένω να έρθουν. Περιμένω τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, τον Βασιλέα του παντός, και την Κυρία Θεοτόκο.
– Φοβάσαι, μαμά; της είπα δακρυσμένη.
– Ζει Κύριος! Χριστός Ανέστη! μου απάντησε.
    Πόσο το έλεός Του καταδιώκει, αλήθεια, τους ταπεινούς, απλούς και αθώους!
    Το έζησα αυτό το έλεος μαζί της, με πολλά άλλα γεγονότα, κατά τη διάρκεια της αρρώστιας της, του θανάτου της και ακόμα μετά.


Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Τὰ πάντα εἶναι μάταια τὰ πάντα ματαιότης!



Νεκροκεφαλή



Ὦ πές μου νεκροκεφαλή, καὶ σὺ μίαν ἡμέραν
δὲν ἔπνεες τῆς φύσεως τὸν καθαρὸν ἀέραν;

Δὲν εἶχες πνεῦμα καὶ ἐσὺ ποτὲ δὲν ὁμιλοῦσες;
δὲν τραγουδοῦσες στὴ χαρά, στὴ λύπη δὲν θρηνοῦσες;

Τί ἔγιναν τὰ κάλλη σου ποὺ εἶν᾿ τὰ χρήματά σου;
τοῦ βίου σου αἱ ἡδοναὶ ἡ μαγικὴ χαρά σου;

Ποὖναι τὸ μέλλον τῆς ζωῆς ποῦνε ἡ εὐτυχία;
ποῦνε αἱ δόξαι, αἱ τιμαὶ ποῦ τὰ μεγαλεῖα;

Ποῦνε ἡ περηφάνεια καὶ ἡ εὐδαιμονία;
τῶν κερδοσκόπων τ᾿ ἀγαθὰ ποὺ πάντα μ᾿ ἀτιμία,
μὲ φθόνους, μὲ διαβολάς, μὲ πάθη καὶ μὲ μίση,
νομίζει ἕκαστος αὐτὴν τὴν γῆν νὰ κατακτήση;

Ποὖναι τῶν πλουσίων ὁ χορὸς καὶ τῶν πτωχῶν ἡ γύρα,
ποὖν᾿ ἡ ἀδαμαντοστόλιστος βασιλικὴ πορφύρα;

Ὦ πές μου νεκροκεφαλή, τί ἦσο ὅταν ζοῦσες;
πές μου μὲ ποῖα ὄνειρα στὸν κόσμον ἐπετοῦσες;

Καὶ ὅμως τί κατάλαβες ὅτ᾿ εἶδες στὴν ζωήν σου;
εὐχαριστήθηκε ποτὲ στὸν κόσμον ἡ ψυχή σου;

Δὲν ἦσαν ὅλα μάταια μ᾿ ἀβάσιμες ἐλπίδες;

Ἐσκέφθης νεκροκεφαλὴ προτοῦ ριφθῆς στὸ μνῆμα
ὅταν διέπραττες κακῶς τὸ φοβερὸν τὸ κρίμα;

Ἐσκέφθης, τί θὰ πῆ τιμὴ καὶ ὄχι ἀτιμία;
ἔζησες μὲ τὴν ἀρετή, καὶ ὄχι μ᾿ ἁμαρτία;

Γιατὶ ἐδῶ εἰς τὴν ζωὴν τ᾿ ἀγριεμένο μνῆμα,
ὅπου ἀχόρταγα ρουφᾶ τοῦ κόσμου μας τὸ κῦμα;

Κανένας δὲν τὸ σκέπτεται πῶς θὰ βρεθῆ μπροστά του,
νἄχῃ τὸ στόμα ἀνοικτὸ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου.

Αὐτὸ ποὺ αἰώνια ρουφᾶ ἀνθρώπινα κουφάρια,
καὶ μᾶς ἀφήν᾿ ὀπίσω του ἀνθρώπινα λιθάρια;

Σβήνει τὴν κάθ᾿ ἐλπίδα μας τὴ δόλια τὴ χαρά μας,
καὶ δόλια ποτίζεται ἀπὸ τὰ δάκρυά μας.

Γι᾿ αὐτὸ ὅταν πηγαίνετε εἰς τὰ νεκροταφεῖα
νὰ ρίχνετε θερμὴ ματιὰ ἐπάνω στὰ μνημεῖα.

Τὰ γράμματα διαβάζετε τὸν ἄνθρωπον σκεφθῆτε,
πῶς ἦταν καὶ τί ἔγινε κι εὐθὺς μετανοεῖτε.

Ὅλα αὐτὰ τὰ μνήματα κρατοῦν χρυσοῦν βιβλίο
καὶ μᾶς δεικνύουν τοῦ Θεοῦ τὸ οὐράνιο μεγαλεῖο.

Ἰδοὺ μᾶς λέγουν τί ἐστὶ στὸν κόσμον ἀνθρωπότης,
τὰ πάντα εἶναι μάταια τὰ πάντα ματαιότης.

Σκεφθῆτε ὅτι ἄνθρωπος πάντα στὸ μνῆμα σβύνει,
μόνον τὰς ἀναμνήσεις του εἰς τὴν ζωὴν ἀφήνει.

Βρῶμα σκωλήκων γίνεται τὸ σῶμα του στὸ χῶμα,
μόν᾿ ἡ ψυχή του σώζεται εἰς τ᾿ οὐρανοῦ τὸ δῶμα.

Καὶ σώζεται, ὅταν κανεὶς εἰς τὴν ζωὴν γνωρίζει,
τιμὴν καὶ δόξαν κι ἀρετὴν κι ὅτι ἀγαθὸν βαδίζει.

Κι ἂν σφάλλη εἰς τὸν βίον του κι εὐθὺς μετανοήση,
τότε ἡ ψυχή του τ᾿ οὐρανοῦ τὸ δῶμα θὰ κερδίση.

Τέλος καὶ τῷ Θεῷ Δόξα
Πηγή:http://users.uoa.gr/

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

῾Η τελευταία μέρα τοῦ Γέροντος Παϊσίου τοῦ ῾ Αγιορείτου στό Νoσοσοκομεῖο




Αυτόπτης περιγράφει την τελευταία μέρα του Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου στον Νoσοσοκομείο
Ο Γέροντας Παίσιος τελικά προσβλήθηκε από καρκίνο, και νοσηλεύθηκε σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης! Στο νοσοκομείο φρόντισαν το Γέροντα όσο μπορούσαν καλύτερα. Ο καρκίνος, όμως, προχώρησε τόσο, πού το τέλος ήταν πολύ ορατό. Η αναχώρησή του για τους ουρανούς ήταν ζήτημα χρόνου. Γι΄αύτη την αναχώρηση, για την οποία προετοιμαζόταν σε όλη του τη ζωή, ήθελε να αφιερώσει και τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Σουρωτής. Ο μακαριστός Χριστόφορος Οικονόμου ήταν κοντά του και σε γράμμα του περιγράφει την αναχώρηση του Γέροντα από το Νοσοκομείο:
«Σήμερα έφυγε και ο π. Παΐσιος από το νοσοκομείο. Είχε πολύ κόσμο και μας είπαν ότι θα έβγαινε στο σαλόνι για να ευλογήσει. Τελικά, εκείνη την ώρα έφευγε από το νοσοκομείο. Ο κόσμος, οι γυναίκες, νοσοκόμες, γιατροί, άρρωστοι, συνωστίζονταν όλοι γύρω του. Ψήλωσε το χέρι του και από την πόρτα χαιρέτησε τους άρρωστους στους διπλανούς θαλάμους. Ένας άρρωστος στο διάδρομο πού είχε ορρούς στο χέρι πήγε να του φιλήσει το χέρι, αλλά ο π. Παΐσιος φίλησε το χέρι του ασθενούς. Μπροστά από το ανσανσέρ ψήλωσε το χέρι του και μας ευλόγησε όλους. Μπήκε στο ανσανσέρ να κατέβει κάτω στο δρόμο. Όλοι τρέξαμε από τις σκάλες να τον δούμε για τελευταία φορά. Χαιρετούσε τον κόσμο. Βγήκε έξω από το νοσοκομείο. Ο κόσμος τον περιτριγύρισε γύρω από το αυτοκίνητο, ενώ λεπτές νιφάδες χιονιού έπεφταν. Η νοσοκόμα φώναζε να τον αφήσει ο κόσμος να μπει μέσα στο αυτοκίνητο, γιατί έκανε πολλή ψύχρα και ο άνθρωπος δεν μπορούσε. Μπήκε, τελικά, στο αυτοκίνητο, αφού έκανε το σταυρό του. Όλοι προσπαθούσαν να τον αγγίξουν· έπιαναν το χέρι του, άγγιζαν το τζάμι τοΰ αυτοκινήτου. Ξεκίνησε τελικά το αυτοκίνητο, αλλά προχωρούσε πολύ σιγά, λόγω της μεγάλης κυκλοφορίας. Γιάτραινες, νοσοκόμες, νοσοκόμοι, γιατροί, κατέβηκαν κάτω και όπως ήταν μέσα στο αυτοκίνητο άγγιζαν το τζάμι του αυτοκινήτου πού προχωρούσε αργά-αργά για να τον χαιρετήσουν. Το αυτοκίνητο πέρασε από το δρόμο πού βρίσκεται μπροστά από το σπίτι μου».
Και συνεχίζει ο Χριστόφορος:
«Τί ήταν το πέρασμα αυτού του ανθρώπου! Ο κόσμος τον ακολουθούσε σαν να ήταν ο Μεσσίας. Σκηνή σαν την Βαϊφόρο, μόνο πού αντί για γαϊίδουράκι τώρα ήταν ένα αυτοκινητάκι! Όλος ο κόσμος, οι περισσότερες γυναίκες, ήσαν συγκινημένοι, άλλες δάκρυζαν. Αλλά και ο ίδιος ήταν συγκινημένος με την αγάπη πού του έδειχνε ο κόσμος. Σαν να έλεγε πώς θα την ξεπληρώσει με πολλή προσευχή για τους συνανθρώπους του». Και επιλέγει ο Χριστόφορος:
«Αλλά μήπως είναι λίγα πού χρωστούμε η γενιά μας, στις ευχές και προσευχές αυτού του ανθρώπου. Ένας άγιος ανάμεσά μας. Η ενσάρκωση της εκπλήρωσης των Ευαγγελικών λόγων».
Ο Γέροντας Παΐσιος άφησε την τελευταία του πνοή στις 12 Ιουλίου 1994.
Πηγή: Από το τέλος του Γέροντα Παΐσιου Αγιορείτη, Περιοδικό «Παρά την Λίμνην», Μηνιαία έκδοση Εκκλησίας Αγίου Δημητρίου Παραλιμνίου, περίοδος β΄, έτος ιη΄, αρ. 7, Ιούλιος 2008
Από:http://vatopaidi.wordpress.com/