"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράδεισος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράδεισος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

Εὐφροσύνου τοῦ Μαγείρου (11 Σεπτεμβρίου) / τοῦ ᾿Αρχ.Νικοδήμου Παυλόπουλου, Καθηγουμένου .῾Ι. Μ. ῾Αγίου ᾿Ιγνατίου - Λειμῶνος Λέσβου ( ἀπό τό βιβλίο του «῾Εορτοδρόμιον»)



***
Μάγειρος Άγιος
Σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, μαζί με την οσία Θεοδώρα, τη εν Αλεξάνδρεια, η οποία εξαπάτησε τον άνδρα της και υστέρα σ' όλη της τη ζωή έδειξε έργα άξια μετανοίας και με τη φυγή και την άσκησι βρήκε έλεος παρά Κυρίου και αγίασε, εορτάζομε και τη μνήμη ενός οσίου, Μαγείρου στο διακόνημα.
Ήταν άνθρωπος απλός, από αγροίκους γονείς γεννημένος αγράμματος και «ιδιώτης τον λόγον». Είχεν όμως θείον έρωτα μέσα στη ψυχή του και απλότητα καρδίας.
Δεν ήθελε να απολαμβάνη τις ψεύτικες χαρές του κόσμου τούτο», όπως τόσοι άλλοι αφελείς και ανόητοι πού μη έχοντας υψηλότερου σκοπούς και στόχους στη ζωήν τους ζουν βίο κτηνώδη και ικανοποιούν όλες τους τις ορμές χωρίς κανέναν έλεγχο και χαλινάρι.
Επροτίμησεν ο Ευφρόσυνος να ζη κοντά σε Μοναχούς, ανθρώπους αφιερωμένους στο Θεό για να μορφώνεται κι' εκείνος πνευματικά μαζί τους και να απολαμβάνη τις πνευματικές χαρές τους. Δεν αισθάνεται βέβαια και ο ίδιος τον εαυτό του ισότιμο με τους Μοναχούς πού με επίγνωσι εξεπλήρωναν τα Μοναχικά τους καθήκοντα, αλλά πολύ κατώτερο από όλους, και τον έφθανεν ότι τον καταδεχόταν να τον έχουν βοηθό στο μαγειρείο, υπηρέτη και διάκονο τους.
Στη δουλειά του ήταν πάντοτε πρόθυμος και πραγματικά έλιωνε στο καθήκον, «τω μαγειρείω προστετηκώς» όπως λέγει το Ιερό Συναξάριο. Και όμως οι Μοναχοί τον είχαν σε κατώτερη μοίρα, τον επείραζαν, τον εκορόϊδευαν και ο Ευφρόσυνος καθόλου δεν πειραζόταν «παρορώμενος πολλά και μυκτηριζόμενος».
Ένας Ιερομόναχος από τη συνοδεία εκείνη πού είχε περισσότερη καθαρότητα  και ευαρεστούσε ενώπιον του Κυρίου παρακαλούσε τον Κύριο να του αποκάλυψη τα αγαθά τα όποια απολαμβάνουν μέσα στον παράδεισο οι αγαπώντες το Θεό και ευαρεστούντες ενώπιον του. Μια νύχτα λοιπόν  έβλεπε στον ύπνο του ότι βρισκόταν στον παράδεισο και οι άγιοι Άγγελοι και Αρχάγγελοι, και πλήθος δικαίων και οσίων και Μαρτύρων και Ιεραρχών και Αποστόλων βρισκόταν γύρω από το θρόνο του Θεού και ελάτρευαν τον Παλαιό των ήμερων, μεταξύ τους δε είδε και τον περιφρονημένο Μάγειρο τον απλό  και ταπεινό Ευφρόσυνο να απολαμβάνη όλα εκείνα τα ουράνια και απερίγραπτα αγαθά του παραδείσου.  Τον επλησίασε και τον ερώτησε, ποιος είναι αυτός ο παράδεισος ο κήπος ο καρποφόρος και ολάνθιστος; και πως βρέθηκες εσύ εδώ;   και ο  Ευφρόσυνος του απάντησεν «ούτος εστί το καταφύγιον των του Θεού εκλεκτών, κάγώ, δια την πολλήν τούτου αγαθότητα; ενθάδε συνεχωρήθην αυλίζεσθαι».
Ο παράδεισος του είπεν είναι το καταφύγιον των εκλεκτών του Θεού ο τόπος της αναπαύσεως των αγωνιστών της πίστεως και εγώ όχι γιατί εκοπίασα ή γιατί τάχα αξίζω άλλα από την πολλήν ευσπλαχνία και αγαθότητα του Θεού βρίσκομαι εδώ και απολαμβάνω τις χαρές του παραδείσου.
Και ο Ιερομόναχος τον ξαναρώτησε και τι κάνεις εδώ, ποιο το έργο σου; Το έργο μου είπε ο Ευφρόσυνος είναι να ευφραίνωμαι βλέποντας όλα αυτά τα αγαθά και να επιστατώ όλα όσα βλέπεις. Και πάλιν εσυνέχισεν ο Ιερομόναχος, ημπορείς να μου δώσης έστω ένα από τα αγαθά του παραδείσου; Και βέβαια αν πραγματικά θέλης δύνασαι να λαβής, αλλά σαν δώρο της αγαθότητος του Θεού. Και ο Ιερομόναχος έδειξε με το χέρι του κάποια ωραία μήλα πού τον εντυπωσίαζαν και τον παρακαλούσε να του δώση. Ο Ευφρόσυνος έκοψε και έβαλε μέσα στο κουκούλι του λέγοντας του «ώσπερ εζήτησας, λαβών κατατρύφησον» όπως επιθυμείς να σου προσφέρονται πάρε και φάγε. Και αμέσως εκτύπησε το τάλαντο για να σηκωθούν οι Μοναχοί στην εωθινή ακολουθία, και έχασεν ο Ιερομόναχος το θεσπέσιον όνειρον.
Πόση όμως κατάπληξι ένοιωσεν όταν πηγαίνοντας να βάλη το κουκούλι του είδε μέσα τα ωραία και ευωδιαστά μήλα πού στον ύπνο του του τα επρόσφερεν ο Ευφρόσυνος, και έμεινε για πολλή ώρα ακίνητος και αμίλητος.
Επήγε μετά στη σύναξι των Μοναχών και παρακολούθησε τον όρθρο, και μόλις είδε τον Ευφρόσυνο το Μάγειρο τον ερώτησε επιτακτικά. «Πες μου που ήσουν την νύχτα; σε εξορκίζω». Ο Ευφρόσυνος απάντησε με απλότητα, συγχώρεσε με πάτερ αλλά βρισκόμουνα εδώ όπου τώρα με συνάντησες. Και ο Ιερομόναχος εσυνέχισε. Γιατί δε μου λες την αλήθεια; Την αλήθεια σου λέγω. Ήμουνα τη νύχτα εκεί πού με είδες στον ύπνο σου, στον παράδεισο, όπου μου εζήτησες και έλαβες τα εύοσμα μήλα!, αλλά ο Θεός εχρησιμοποίησε την ιδική μου ατέλεια για να γευθής εσύ τα αγαθά του παραδείσου. Άλλα συγχώρεσε με Πάτερ δεν ήταν δικό μου το δώρο, αλλά του Θεού, «ότι σκώληξ εγώ και ουκ άνθρωπος».
Ω θαύμα αποκολυπτικώτατο, ώ πανόραμα θειότατο! πώς να μη θαυμάση κανείς και να μη δοξάση το Θεό «τον εκ κοπρίας ανυψούντα πένητα»; πού γνωρίζει τα κρύφια των καρδιών και απονέμει τα βραβεία και τη χάρι του στους ταπεινούς και φοβούμενους το όνομά του;
Ο Ιερομόναχος τότε διηγήθηκε την οπτασία στους αδελφούς και όλους τους συνεκλόνησε. Και όχι μόνον αντελήφθησαν την αγιότητα του καταφρονεμένου απ' αυτούς Μαγείρου αλλά και απήλαυσαν τη γλυκύτητα και τη χάρι των μήλων του παραδείσου από τα όποια πολλοί εθεραπεύθησαν πού έπασχαν από χρόνια νοσήματα.
Άλλα ο ταπεινός και αφανής Ευφρόσυνος δεν ήθελε να αλλάξη την πρότερη ευτέλεια με τις τωρινές δόξες και τιμές, δεν ήθελε να «απέχη τον μισθόν αυτού» και γι' αυτό κρυφά έφυγε από το μοναστήρι εκείνο για να μην τον τιμήσουν και τον δοξάσουν οι αδελφοί και έζησε σε άγνωστους τόπους χωρίς ποτέ να φανερωθή.
Άλλα πάντως η αγιότητα του αποκαλύφθηκε κατά τον θαυμάσιο εκείνο τρόπο και επισημοποιήθηκε με τα ταπεινόφρονα αισθήματά του.


Πηγή:http://www.zoiforos.gr/

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Κλειδί τοῦ Παραδείσου τά καυτά δάκρυα - τοῦ παπα-Τύχωνα

1282 - Χειρόγραφη προσευχή του παπα-Τύχωνα


000.jpg
Άγιε Γολγοθά, θείε Γολγοθά
Παρακαλώ πες μου πόσες χιλιάδες, εκατομμύρια, αμαρτωλούς ανθρώπους καθάρισες και έστειλες και γιόμισες τον γλυκό Παράδεισο.
Αμαρτωλοί ελάτε εδώ. Μην αργήτε. Ο άγιος Γολγοθάς ανοικτός. Η σταύρωση. Ο Χριστός Ελεήμων. Μας περιμένει να του λύσουμε τα πόδια.
Μακάριοι εμείς, αν μας αξιώσει ο Χριστός, με ταπείνωση, με φόβο Θεού, με θερμή καρδιά, με καυτά δάκρυα να πλύνουμε τα άγια πόδια του Χριστού και, αν θελήσουμε, πολλές φορές. Ύστερα ο Χριστός θα πλύνη τις αμαρτίες μας και θα γίνη καθαρή η ψυχή μας και θ' ανοίξη τον γλυκό Παράδεισο.
Κι εμείς μετά χαράς θα πάμε στον γλυκό Παράδεισο, γιατί ο Χριστός και η Παναγία και οι άγιοι Πάντες μας περιμένουν. Και μαζί με Αρχαγγέλους και Αγγέλους, Χερουβείμ και Σεραφείμ θα δοξολογούμε την αγία Τριάδα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Αμαρτωλός Τύχων
Κλειδί του Παραδείσου τα καυτά δάκρυα
.
Από το βιβλίο του Ιερομονάχου Αγαθαγγέλου:
Οι αναμνήσεις μου από τον παπα-Τύχωνα
0000.jpg

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010

Ο πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Δαβίδ Ευβοίας, όπως τον γνώρισα


Εισόδος στο ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ
Διηγήσεις του Γέροντα.

Η ζωή και ο θάνατος του ανθρώπου εξαρτώνται από την σχέση του με τον Θεό. Ο Θεός είναι η ζωή, όποιος ζει κοντά του, ζει αιώνια, όποιος απομακρύνεται, πεθαίνει.Όλα τα γράμματα του Αλφαβήτου καταλήγουν στο Ω, έτσι και τα πάντα στον κόσμο -φιλοσοφία, επιστήμες, τέχνες- θα καταλήξουν στο Χριστό, ο οποίος υπήρχε πριν δημιουργηθεί ο κόσμος, υπάρχει σήμερα και θα υπάρχει μετά. (ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μή παρέλθωσιν).

Όσιος Ιάκωβος Τσαλίκης. Παρεκκλήσιο Παναγίας Παντάνασσας. Ιερό Βατοπαιδινό Μετόχιο Αγίου Νικολάου, Πόρτο Λάγος
Ο Γέροντας μέσα σε ωραίο ανθόκηπο.
Σ΄ ένα από τα πρώτα προσκυνήματά μας στη Μονή, ο Γέροντας μας διηγήθηκε το έξης περιστατικό-όραμα.
Κάποτε βρέθηκα, εν οράματι, μέσα σε ένα υπερβατικό-μεταφυσικό χώρο, σε μεγάλο ανθόκηπο, με πολλά και ωραία λουλούδια· ιδίως βιολέτες, με υπέροχα χρώματα: κόκκινα, κίτρινα, πράσινα, μπλέ κ.λπ.· αλλά όχι σαν τα δικά μας εδώ· ζωηρά και έντονα, τα όποια και θαύμαζα.
Σε μικρή απόσταση, απέναντι μου, στεκόταν όρθιος ένας επιβλητικός ρασοφόρος-Μοναχός, τον οποίον έβλεπα για πρώτη φορά και ο οποίος μοϋ είπε: «Προχώρησε πατέρα Ιάκωβε, μή φοβάσαι, έλα κοντά μου». Μα πώς να προχωρήσω Αδελφέ μου, πού ούτε δρόμο βλέπω, ούτε δρομάκι; Θα πατήσω τα λουλούδια, θα τα χαλάσω. «Μή φοβάσαι, έδώ δεν έχει ούτε δρόμους ούτε δρομάκια. Έλα κοντά μου όπως είσαι, ελεύθερα και τα λουλούδια δεν θα χαλάσουν, δεν θα πάθουν τίποτα». Εγώ προχώρησα διστακτικά, θαυμάζοντας το υπέροχο περιβάλλον.
Πιο μακρυά, σ΄ ένα πανέμορφο τοπίο, υπήρχαν αρκετά, αραιοκτισμένα, ωραία σπιτάκια, κατάλευκα, αλλά δεν είδα, ούτε έμαθα ποιοί μένουν στα σπιτάκια αυτά. Πάντως δεν ήταν ούτε έρημα, ούτε ακατοίκητα. Κάποιοι καλότυχοι έμεναν σ΄ αυτά, τους οποίους όμως, δεν κατόρθωσα να γνωρίσω.
Αυτά μας είπε χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις και επεξηγήσεις, αλλά χαρούμενος και με την απόλυτη βεβαιότητα, ότι υπάρχει και ένας άλλος κόσμος, διαφορετικός, πνευματικός, αλλά ασυγκρίτως καλύτερος και ωραιότερος από τούτον.
Το επόμενο κεφάλαιο το έχουμε ήδη έχει δημοσιεύσει στο Ιστολόγιό μας με τον τίτλο: Ο μακάριος Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης. Ο πιο ταπεινός άνθρωπος στην Ελλάδα αλλά…
Πηγή: Δημητρίου Αλεξ. Τζούμα, Πρωτοπρεσβυτέρου Αρεοπαγίτου ε.τ., Ο πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Δαβίδ Ευβοίας, όπως τον γνώρισα, σελ. 43-48, έκδοσις β΄, Αθήναι 2008

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

Γιά τήν ᾿Εξομολόγηση-῾Αγίου Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ





Εδῶ ὁποῦ ἦλθα, χριστιανοί μου, ἔλαβα μίαν χαράν μεγάλην, μά ἔλαβα καί μίαν λύπην μεγάλην. Χαράν μεγάλην ἔλαβα βλέποντας τήν καλήν σας γνώμην, τήν καλήν σας μετάνοιαν, λύπην ἔλαβα στοχαζόμενος τήν ἀναξιότητά μου, πώς δέν ἔχω καιρόν νά σᾶς ἐξομολογήσω ὅλους ἕνα πρός ἕνα, νά μοῦ εἰπῆ τό παράπονό του ὁ καθένας, νά τοῦ εἰπῶ καί ἐγώ ἐκεῖνο ὁποῦ μέ φωτίση ὁ Θεός. Θέλω καί ἀγαπῶ, ἀμά δέν ἠμπορῶ, παιδιά μου. Καθώς ἕνας πατέρας εἶναι ἄρρωστος, πηγαίνει τό παιδί του νά τό παρηγορήση, ἐκεῖνος μήν μπορώντας τό διώχνει, μά πῶς τό διώχνει; Μέ τήν καρδίαν καμμένην. Θέλει νά τό παρηγορήση, μά δέν ἠμπορεῖ. Πατέρας ἀνάξιος εἶμαι ἐγώ. Πνευματικά παιδιά μου εἴσαστε ἡ εὐγενεία σας. Τώρα ἔρχεται ἕνας νά ἐξομολογηθῆ εἰς τοῦ λόγου μου νά μοῦ εἰπῆ τό παράπονόν του, νά τοῦ εἰπῶ καί ἐγώ ἐκεῖνο ὁποῦ μέ φωτίση ὁ Θεός. Ἐγώ μήν ἠμπορώντας τόν διώχνω, μά πῶς τόν διώχνω; Τόν διώχνω καί καίεται ἡ καρδία μου καθώς ὁ πατέρας μέ τό παιδί του. Τί νά σᾶς κάμω; Μά πάλιν, νά μήν ὑστερηθῆτε παντελῶς, σᾶς λέγω ἐγώ παραμικρόν. Ὅταν θέλετε νά ἰατρεύσετε τήν ψυχή σας, τέσσαρα πράγματα σᾶς χρειάζονται. Κάνομέ τε ἕνα παζάρι; Ἀπό τόν καιρόν ὁποῦ ἐγεννηθήκετε ἕως τώρα ὅσα ἁμαρτήματα ἐκάμετε νά τά πάρω ὅλα εἰς τόν λαιμόν μου καί ἡ εὐγενεία σας νά μοῦ πάρετε τέσσαρες τρίχες. Βαρύ νά ἀσηκώσετε τέσσαρες τρίχες ἀπό αὐτά τά γένεια καί νά σᾶς πάρω ἐγώ ὅλα σας τά ἁμαρτήματα; Καί τί νά τά κάμω; Ὡστόσον ἔχω μίαν καταβόθρα καί τά ρίχνω ὅλα μέσα ὡσάν χωνευτήρι. Ποία εἶναι ἡ καταβόθρα; Εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Χριστοῦ μας.

Πρώτη τρίχα εἶναι ὅταν θέλετε νά ἐξομολογᾶσθε τό πρῶτον θεμέλιον εἶναι αὐτό ὁποῦ εἴπαμε, νά συγχωρᾶτε τόν ἐχθρόν σας. Τό κάμνετε;

‒ Τό κάμνομεν, ἅγιε τοῦ Θεοῦ.

Ἐπήρετε τήν πρώτην τρίχα. Δευτέρα τρίχα εἶναι νά εὑρίσκετε πνευματικόν καλόν, γραμματισμένον, σοφόν, ἐνάρετον, εὐλαβῆ νά ἐξομολογᾶσθε. Καί νά ἐξομολογᾶσαι καί νά εἰπῆς ὅλα σου τά ἁμαρτήματα. Νά ἔχης ἑκατό ἁμαρτίες καί εἰπῆς τίς ἐνενῆντα ἐννέα εἰς τόν πνευματικόν καί μίαν νά μή φανερώσης, ὅλες ἀσυγχώρητες μένουν. Καί ὅταν κάνης τήν ἁμαρτίαν, τότε πρέπει νά ἐντρέπεσαι, ἀλλά ὅταν ἐξομολογᾶσαι, νά μήν ἔχης καμμίαν ἐντροπήν.

Μία γυναῖκα ἐπῆγε νά ἐξομολογηθῆ εἰς ἕνα ἀσκητήν. Ὁ ἀσκητής εἶχεν ἕνα ὑποτακτικόν ἐνάρετον. Λέγει τοῦ ὑποτακτικοῦ του ὁ ἀσκητής: πήγαινε παρέκει νά ἐξομολογήσω τήν γυναῖκα. Ὁ ὑποτακτικός ἐμάκρυνεν ἕως ὁποῦ ἔβλεπε, μά δέν ἤκουε τίποτε. Ἐξομολόγησε τήν γυναῖκα, ἔφυγε. Ὕστερα ἔρχεται ὁ ὑποτακτικός καί λέγει: «Γέροντά μου, εἶδα ἕνα παράδοξον θαῦμα: ἐκεῖ πού ἐξομολογοῦσες τήν γυναῖκα ἔβλεπα ὁποῦ ἔβγαιναν μέσα ἀπό τό στόμα της ὀφίδια μικρά. Βλέπω καί κρεμιέται ἕνα μεγάλο. Ἔκανε νά ἔβγη καί πάλιν ἐτραβήχθη εἰς τά ὀπίσω.» Λέγει ὁ ἀσκητής: «Πήγαινε νά τήν κράξης νά ἔλθη ὀπίσω ὀγλήγορα.» Πηγαίνοντας ὁ ὑποτακτικός τήν εὗρεν ἀποθαμένην. Γυρίζει ὀπίσω καί τό λέγει τοῦ γέροντός του. Αὐτός μήν ἠμπορώντας νά καταλάβη τό θαῦμα ἐπαρακάλεσε τόν Θεόν νά τοῦ φανερώση ἡ γυναῖκα ἐσώθη ἤ ἐκολάσθη; Καί φαίνεται ἐμπρός του μία ἀρκούδα μαύρη καί λέγει τοῦ ἀσκητή: «Ἐγώ εἶμαι ἐκείνη ἡ ταλαίπωρος γυναῖκα, ὁποῦ ἐξομολογήθηκα καί δέν σοῦ ἐφανέρωσα ἕνα θανάσιμον ἁμάρτημα ὁποῦ εἶχα κάμει καί διά τοῦτο ὅλα μου τά ἁμαρτήματα ἔμειναν ἀσυγχώρητα καί μέ ἐπρόσταξεν ὁ Κύριος νά πηγαίνω εἰς τήν Κόλασιν νά καίωμαι πάντοτε.» Καί ἐνταυτῷ ἔγινε μία βρῶμα ὡσάν καπνός καί ἐχάθη ἀπ᾽ ἔμπροσθέν του.

Διά τοῦτο, χριστιανοί μου, ὅταν ἐξομολογᾶσθε, νά λέγετε ὅλα σας τά ἁμαρτήματα παστρικά καί καλά. Καί πρῶτον νά εἰπῆς τοῦ πνευματικοῦ σου: «Πνευματικέ μου, ἐγώ θέ νά κολαστῶ, διατί δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν καί τούς ἀδελφούς μου μέ ὅλην μου τήν καρδίαν καί μέ ὅλην μου τήν ψυχήν ὡσάν τόν ἑαυτόν μου.» Καί νά εἰπῆς ἐκεῖνο πού σέ τύπτει τό συνειδός σου ἤ ἐφόνευσες ἤ ἐπόρνευσες ἤ ἐμοίχευσες ἤ ὅρκον ἔκαμες ἤ εἶπες ψεύματα ἤ τόν πατέρα σου ἤ τήν μητέρα σου δέν ἐτίμησες ἤ ἀδελφός τόν ἀδελφόν ἤ γείτονας τόν γείτονα ἤ γυναῖκα τόν ἄνδρα ἤ ἄλλο κακόν ὁποῦ νά ἔκαμες. Βαρύ εἶναι νά τό κάμης αὐτό;

‒ Ὄχι, ἅγιε διδάσκαλε.

Ἰδού ἐπῆρες τήν δευτέραν τρίχα. Ἡ τρίχα ἡ τρίτη εἶναι φυσικά ὡσάν ἐξομολογηθῆς θέ νά σέ ἐρωτήση ὁ πνευματικός νά σοῦ εἰπῆ: «Διατί, παιδί μου, νά κάμης αὐτά τά ἁμαρτήματα;» Ἐσύ νά προσέχης νά μήν κατηγορήσης ἄλλον, ἀλλά τοῦ λόγου σου καί νά εἰπῆς: «Αὐτά τά ἔκαμα ἀπό τό κακόν μου κεφάλι, ἀπό τήν κακήν μου προαίρεσιν.» Βαρύ εἶναι νά κατηγορήσης τοῦ λόγου σου;‒ Ὄχι.Λοιπόν ἐπῆρες καί τήν τρίτην τρίχα. Ἔχομεν τήν τετάρτην. Ὅταν σέ δώση ἄδειαν ὁ πνευματικός σου καί ἀναχωρήσης, νά ἀποφασίσης μέ στερεάν γνώμην, μέ στερεάν ἀπόφασιν καλύτερα νά χύσης τό αἷμα σου, μά εἰς ἄλλην φοράν ἁμαρτίαν νά μή κάμης. Τό κάμνεις καί αὐτό;

‒ Μάλιστα.

Ἐπῆρες καί τήν τετάρτην τρίχα. Αὐτά τά τέσσαρα εἶναι τά ἰατρικά σου καθώς εἴπαμε καί ὄχι ἄλλα. Τό πρῶτον εἶναι νά συγχωρᾶτε τούς ἐχθρούς σας. Τό δεύτερο νά ἐξομολογᾶσθε παστρικά καί καλά. Τό τρίτο νά κατηγορᾶτε τοῦ λόγου σας. Τό τέταρτο νά ἀποφασίζετε νά μή κάμετε ἁμαρτίαν. Καί ἄν ἠμπορεῖτε νά ἐξομολογᾶσθε κάθε ἡμέραν, καλόν καί ἅγιον εἶναι. Εἰδέ καί δέν ἠμπορεῖτε καθ᾽ ἡμέραν, ἄς εἶναι μία φορά τήν ἑβδομάδα καί μία φορά τόν μῆνα ἤ τό ὀλιγώτερον τέσσαρες φορές τόν χρόνον. Καί νά συνηθίζετε τά παιδιά σας ἀπό μικρά, διά νά συνηθίζουν εἰς τόν καλόν δρόμον, νά ἐξομολογοῦνται.

Ἰδού ὁπού σᾶς ἐξομολόγησα ὅλους παρρησίᾳ, διά νά μήν ὑστερηθῆτε. Αὐτά ὁπού σᾶς εἶπα εἶναι τά ἰατρικά σας εἰδέ ἐκεῖνο ὁπού δίνουν οἱ πνευματικοί, σαρανταλείτουργα, μετάνοιες, νηστεῖες καί ἄλλα, δέν εἶναι ἰατρικά, ἀλλά διά νά μήν τύχη καί ξεπέσετε ἄλλην φοράν εἰς τήν ἁμαρτίαν σᾶς τά δίδουν καί ὅποιος τά βάλη μέσα εἰς τήν καρδίαν του αὐτά τά τέσσαρα, νά ἀποθάνη ἐκείνη τήν ὥραν, σώνεται. Εἰδέ χωρίς αὐτά τά τέσσαρα χίλιες χιλιάδες καλά νά κάμη ὁ ἄνθρωπος, ἄν ἀποθάνη, εἰς τήν Κόλασιν πηγαίνει.

ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ΔΙΔΑΧΕΣ - Ἰωάννου Β. Μενούνου - Ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»(σελ. 164-167)

Πηγή:http://www.imkby.gr/greek/sarakosti/metania/metan_1.htm

Share This
http://blogs.sch.gr/kantonopou

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ-ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΤΗΣ ΑΡΙΖΟΝΑΣ








ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ
(τοῦ ἐν Ἀριζόνα, U.S.A )
ΙΔΡΥΤΟΥ 20 ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΝ
ΕΙΣ Η.Π.Α ΚΑΙ ΚΑΝΑΔΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ
ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ



ΠΑΤΡΙΚΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙΑΙ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄

Περὶ σωτηρίας ψυχῆς καὶ Παραδείσου.



Τώρα τὴν Ἄνοιξιν, ποὺ ἡ φύσις φορεῖ τὴν ὡραιοτέραν τῆς στολήν, ἀνέκφραστος ἡ ἀπόλαυσις, ὅταν συνοδεύεται μὲ πνευματικὴν κατάστασιν. Ὄντως τὰ πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησεν ὁ ἅγιος Θεός! Δὲν χορταίνει ἡ ψυχὴ να θεωρῇ τὸ κάλλος τῆς φύσεως, ὤ, ἐὰν ἀνεβάσῃ τὸν νοῦν του καὶ ὑπὲρ τὴν γήϊνον ταύτην σφαῖραν, εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, εἰς τὰ ἀμήχανα κάλλη τοῦ παραδείσου, ἐκεῖ πλέον σταματᾶ τὴν ἐνέργειάν του ὁ πεπερασμένος καὶ γήϊνος νοῦς.
Ἐὰν ἐδῶ εἰς τὴν ἐξορίαν, εἰς τὴν γῆν τοῦ κλαυθμῶνος καὶ τῆς κατάρας, ἔδωκεν ὁ ἅγιος Θεὸς τοιαύτης καλλονῆς ἀπόλαυσιν, ποία ἄραγε ἔσται ἐκεῖ, πού κατοικεῖ Αὐτὸς ὁ Θεός;
Ὄντως «οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ, πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν καὶ εὐτυχίαν»!
(Ρωμ.8,18 ).
Θέωσις, παιδί μου, εἰς τοὺς οὐρανούς, ἐκεῖ ἀφαιρέσει Κύριος ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν καὶ λύπην καὶ πόνον καὶ στεναγμόν. Διότι ἐκεῖ βασιλεύει πολίτευμα ἀγγελικόν, ὅπου τὸ ἔργον ὕμνοι καὶ ᾠδαὶ πνευματικαί!
Ἐκεῖ Σαββατισμὸς αἰώνιος! Ἐν χαρᾷ μετὰ τοῦ Πατρὸς μας Θεοῦ, ποὺ μᾶς περιμένει, πότε νὰ γίνωμεν ἕτοιμοι, διὰ νὰ μας καλέσῃ διὰ πάντα πλησίον Του!
Ἐκεῖ κάθε σεσωσμένη ψυχὴ θὰ ζῇ μέσα εἰς ἄβυσσον ἀγάπης, γλυκύτητος, χαρᾶς, ἐκπλήξεως καὶ θάμβους!


2η. Θὰ ἔλθῃ καιρός, θὰ σημάνῃ ἡμέρα, θὰ ἔλθῃ στιγμή, ὅπου θὰ κλείσουν αὐτὰ τὰ μάτια καὶ θὰ ἀνοιχθοῦν τὰ τῆς ψυχῆς. Τότε θὰ ἴδωμεν νέον κόσμον, νέας ὑπάρξεις, καινὴν κτίσιν, νέαν ζωὴν μὴ ἔχουσαν τέρμα. Ὁ τίτλος τῆς: «Ἀθανασία ἄπειρος». Ἡ μεγάλη πατρὶς ἄνω, ἄφθαρτος, αἰώνιος, ἡ ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἡ μήτηρ τῶν πρωτοτόκων, ἔνθα θὰ σκηνώσουν αἱ λελυτρωμέναι ψυχαί, τάς ὁποίας ἀπέπλυνεν ἐκ τοῦ ῥύπου τὸ αἷμα τοῦ Ἀρνίου τοῦ ἀκάκου!
Τὶς δύναται νὰ ἐκφράσῃ διὰ λόγου καὶ γραφίδος τὴν χαράν, τὴν ἀγαλλίασιν, τὴν εὐτυχίαν τῶν σεσωσμένων ἐκείνων μακαρίων ψυχῶν; Μακάριοι οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθανόντες, ὅτι ἀναμένει αὐτοὺς ὁ πλοῦτος τῆς τοῦ Θεοῦ χρηστότητος. Μακάριος ὅστις κερδίσῃ λαχνὸν διὰ τὴν ἄνω πανήγυριν, πλοῦτος ἀναφαίρετος, δόξα ὡς Αὐτὸς ὁ Θεὸς εἶπε: «καὶ εἶπα υἱοὶ ὑψίστου, τέκνα Θεοῦ, κληρονόμοι Θεοῦ, συγκληρονόμοι Χριστοῦ».
Ὁ Κύριος πρὸ τοῦ πάθους παρεκάλει τὸν Οὐράνιον Πατέρα διὰ τοὺς μαθητὰς Του καὶ διὰ τοὺς μέλλοντας πιστεύειν δι’ αὐτῶν: «Πάτερ, οὖς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἥν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου» (Ἰωάν. 17,24 ).
Πόση ἡ ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ δι’ ἡμᾶς! Ἔλαβε τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ ἐκρεμάσθη ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, ἀποδιδόντας εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ χρέους πρὸς τὸν Οὐράνιόν Του Πατέρα, καὶ ὡς προσφιλέστατος ἀδελφός, μᾶς ἀξιώνει τῆς συγκληρονομίας, τοῦ ἀπείρου πλούτου, τοῦ Οὐρανίου Του Πατρός!
Ὤ, ὁποία ἀγάπη πρὸς ἡμᾶς! Ὤ, τῆς ψυχρότητος μας πρὸς Αὐτόν! Ὤ, τῆς ἀχαριστίας μου πρὸς τὸν εὐεργέτην μου! Θεέ μου, Θεέ μου, λυπήσου με καὶ μὴ μὲ καταδικάσῃς ἀνταξίως τῶν ἔργων μου!

3η.

Εἴθε ὁ Θεὸς καθὼς πνευματικῶς μᾶς ἥνωσεν ἀρρήκτῳ δεσμῷ, οὕτω νὰ μᾶς ἀξιώσῃ καὶ εἰς τὴν οὐράνιον Αὐτοῦ βασιλείαν νὰ εἴμεθα ὅμου, ἵνα καθήμεθα εἰς τὴν πνευματικὴν Τράπεζαν τῶν Θείων Αὐτοῦ ἀγαθῶν ἐντρυφῶντες καὶ ἐνούμενοι μὲ τὸν Οὐράνιον Πατέρα, ὅπου ὑπάρχουν ἐν Αὐτῷ οἱ ποταμοὶ οἱ ἀέναοι τῶν θείων Αὐτοῦ ναμάτων. Ὤ, τὶ μέγας προορισμός! Ὤ, τὶ μέγα ἀποκύημα τῶν προσκαίρων θλίψεων!
Τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ μὲ στολὰς οὐρανίους, λελαμπρυσμένα θὰ φαίνωνται τὰ θεῖα χαρακτηριστικὰ ἐν τῷ προσώπῳ αὐτῶν, θὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν πατρικὴν κληρονομίαν, κατάπαυσιν πλέον αἰωνίαν!
Θὰ περιέρχωνται τὰ οὐράνια ἐκεῖνα σκηνώματα καὶ θεωροῦντες τὸν ἄπειρον ἐκεῖνον πλοῦτον, θὰ διατελοῦν ἐν ἐκστάσει χωρὶς να ἀντιλαμβάνωνται ὅτι παρέρχονται αἰῶνες! Ὤ, τὶ μέγας προορισμὸς διὰ τὸν ἄνθρωπον!

Ἀλλὰ εἰκὼν θλιβερὰ ἀμαυρώνει τὴν ἀγαθὴν θεωρίαν ταύτην, καὶ αὔτη ἐστὶ ὅτι πρῶτον ἐγὼ δὲν θὰ μετάσχω εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἔνδοξον εὐτυχίαν, ἡ ὁποία τώρα μὲν εἶναι θεωρία, κατόπιν θὰ λάβῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ, δηλαδὴ τὴν πραγματοποίησιν της, καὶ δεύτερον, ὅτι οἱ ἄνθρωποι βαδίζουν ἔχοντες ἄγνοιαν τοῦ μεγάλου τούτου προορισμοῦ, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἄγνοια γεννᾷ τὸν θάνατον ἀπὸ τὸν Θεόν!

Ἡ ἁμαρτία ἦτο ἡ ἀρχικὴ καταστροφὴ τῆς παραδεισιακῆς εὐτυχίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ αὕτη συνεχίζει τὸ καταστρεπτικὸν της ἔργον εἰσέτι ἐπὶ τούτου. Ἀλλοίμονον! Ὁ Ἅδης ποιμανεῖ ἡμᾶς.

Ὢ Θεέ μου, Σαβαώθ, φώτισον τὸ σκότος τῶν καρδιῶν μας, ἵνα ἴδωμέν Σε, τὸ ἀληθινὸν φῶς, τὸ μακάριον φῶς, ποὺ φωτίζει καὶ χαροποιεῖ τάς καρδίας τῶν φίλων Σου, φώτισον ἡμᾶς, ἵνα Σὲ ἀκολουθήσωμεν μέχρι τῆς αἰωνίου καταπαύσεως. Ἀμήν.

4η.
Ὅλα θὰ παρέλθουν καὶ εἰς τὸ μηδὲν θὰ καταλήξουν, ἐνῶ τὸ ἔργον τὸ ἐν τῷ Θεῷ εἰργασμένον, θὰ μείνῃ μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ τοῦ ἐργάτου, ἵνα ἐσθίῃ ἐξ αὐτοῦ ζωὴν αἰώνιον.

Μακάριοι οἱ πνευματικοὶ φιλόσοφοι τοῦ Θεοῦ, ὅπου δίδουν πρόσκαιρα καὶ θησαυρίζουν αἰώνια, ἵνα, ὅταν ἀπέλθωσιν, εὕρωσιν εἰς τὴν τράπεζαν τοῦ Θεοῦ τοὺς θησαυροὺς των σὺν τόκῳ. Μακάριοι οἱ καθαρίζοντες τάς καρδίας αὐτῶν ἀπὸ τὰ ζιζάνια τῆς ἁμαρτίας γεωργοῦντες τὸν ἀγαθὸν σπόρον, διότι θὰ ἔλθῃ καιρὸς εὔθετος, ποὺ θὰ θερίσουν στάχυας ἀειζωίας! Μακάριοι οἱ σπείροντες δάκρυα μετὰ πνευματικῆς νηστείας, δηλαδὴ πεινῶντες ἀεὶ καὶ διψῶντες τὰ καλὰ ἔργα, διότι θὰ θερίσουν χαρὰν αἰωνίαν!


5η Ἀγαπημένα μου παιδιά, ἐπῆρα τὸ γράμμα σᾶς. Ἡ ἀγάπη σας εἶναι πολὺ μεγάλη. Ἐγὼ δὲ τελείως ἀνάξιος καὶ ἐλεεινός.
Προσεύχομαι παρ’ ὅλην τὴν ἀναξιότητά μου, νὰ σᾶς σκεπάζῃ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ Πανάγιον Πνεῦμα νὰ σᾶς καθοδηγῇ εἰς κάθε καλὴν πρᾶξιν, ὥστε νὰ εὐαρεστήσετε τὸν καλὸν μας Θεὸν καὶ νὰ ἀξιωθῆτε οἰκογενειακῶς νὰ κατοικήσετε εἰς τὸν τόπον τοῦ Θεοῦ, εἰς τὴν ἄλλην ζωήν, ἐκεῖ ποὺ στέκουν οἱ ἄγγελοι καὶ ὑμνολογοῦν ἀκατάπαυστα, μέσα εἰς γνόφον ἀπροσίτου θείου φωτὸς τὴν ὑπέρθεον ἁγίαν Τριάδα.
Αὐτὴν τὴν οὐράνιον δόξαν, ὅλοι οἱ μεγάλοι ἅγιοι τὴν ἐπεθύμησαν καὶ ἠγωνίσθησαν καὶ τὴν ἐπέτυχαν. Τὰ ἔδω κάτω ἐν συγκρίσει μὲ τὰ ἄνῳ εἶναι σκότος. Τὰ ἐδῶ μάταια, προσωρινά, ἐφήμερα, ἀλλοιωτά, τρεπτά, μηδέν. Ἐνῶ τὰ οὐράνια αἰώνια, παντοτινά, ἀναλλοίωτα, δοξασμένα, φωτόλουστα, μὲ θεϊκὴν χάριν ἀρωματισμένα.
Διὰ τοῦτο ὅποιος καταφρονήσῃ τὰ μάταια τοῦ κόσμου πράγματα, δηλαδὴ ἐμπαθὼς δὲν τὰ ἐπιθυμήσῃ, αὐτὸς θὰ γίνη μέτοχος τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν!

ΠΑΤΡΙΚΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙΑΙ Γέροντος ᾿Εφραίμ, Προηγουμένου ῾Ιερᾶς Μονῆς Φιλοθέου ῾Αγίου ῎Ορους, (σελ. 17-21, 1989). ῾Η δική μας συμβολή (ἰστολόγιον: Klision, ᾿Οδυσσεύς) ἔγκειται στήν μεταγραφή τοῦ κειμένου στό πολυτονικό σύστημα γραφῆς.

Πηγή: paterikoslogos.com