"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἀνάσταση Χριστοῦ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἀνάσταση Χριστοῦ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

ΔΙΛΗΜΜΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ: «Θ.ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ …Η ΨΗΣΙΜΟ ΤΟΥ ΟΒΕΛΙΑ !»


Ὁ Ἐριβρεμέτης σχολιάζει: 

ΔΙΛΗΜΜΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ: «Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ …Η ΨΗΣΙΜΟ ΑΡΝΙΟΥ !». Ἐκεῖ φτάσαμε μέ τίς πρωτότυπες ἐμπνεύσεις μερικῶν, νά ἔχουμε δίλημμα τί θά προτιμήσουμε: τήν παραμονή μας στήν Πασχαλινή Λειτουργία ἤ τό ψήσιμο τοῦ ὀβελία. Καί γιά νά γλιτώσουμε τό περιττό δίλημμα καλό θά εἶναι νά φέρουμε πάλι τά πάνω κάτω στήν Ἐκκλησιαστική Λατρεία. Κούνα πού μᾶς κούναγε ! 

Ἂν ἦταν κάτι νά κάνουμε, αὐτό θά ἦταν νά μετακινήσουμε τήν ὥρα τοῦ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ καί τῆς Λειτουργίας στίς 2 ἤ 3 τά ξημερώματα. Ἀλλά ἐμεῖς ἔχουμε τό χαβά μας μέ τίς «πρωτοτυπίες» καί τίς «ἀλλαγές» !

Παρακάτω ἕνα εὐθύβολο σχόλιο.

ΠΑΣΧΑΛΙΝΕΣ “ΩΡΟΛΟΓΙΑΚΕΣ” ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

 ΩΣ “ΩΡΟΛΟΓΙΑΚΕΣ ΒΟΜΒΕΣ”

 Στό ἱστολόγιο «ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ» (http://www.egolpion.com/) ἀνηρτήθη ἕνα ἄρθρο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Ἐφημέριος» (τεῦχ. Μαρτίου 2011) ποὺ διαπραγματεύεται τὸ θέμα τοῦ «ἄγχους νὰ τελειώσει γρήγορα» ἡ Θ. Λειτουργία τοῦ Πάσχα. Μεταξὺ ἄλλων ὑπογραμμίζονται τὰ ἑξῆς (τὰ ὁποῖα ἐν συνεχείᾳ σχολιάζει ἡ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»):

«Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀγνοοῦμε τὴν πραγματικὴ ὥρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ σὲ ὁρισμένα μέρη τῆς πατρίδας μας συνηθίζουν ἀνέκαθεν νὰ τελοῦν τὸ πρωὶ τὴν ἀναστάσιμη Λειτουργία, τί μᾶς ἐμποδίζει νὰ ξεκινοῦμε τὴν ἀκολουθία νωρίτερα; Γιὰ παράδειγμα, τὸ “Εὐλογητὸς” στὶς 10 μ.μ. καὶ τὸ “Χριστὸς Ἀνέστη” στὶς 11 μ.μ.; Μήπως ἀποτελεῖ ἡ 12η νυκτερινὴ κάποιο παραβίαστο θέσφατο τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας ἢ κάποια ερ στιγμ καὶ ὥρα γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας;
.        (…) Καὶ γιατί δὲν λαμβάνουμε ὑπ᾽ ὄψιν τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ τόπου μας ὅπου πλῆθος ἀνθρώπων στὴν ἐπαρχία ξυπνοῦν πολὺ νωρὶς τὴν ἑπομένη γιὰ νὰ ἑτοιμάσουν τὸ οἰκογενειακὸ πασχαλινὸ γεῦμα μὲ τὸν γνωστὸ σὲ ὅλους μας τρόπο; Δὲν πρόκειται γιὰ κάποια ἁμαρτωλὴ διασκέδαση ἀλλὰ γιὰ παραδοσιακὸ ἑλληνικὸ ἔθιμο. Γιατί τοὺς θέτουμε πρὸ περιττῶν διλημμάτων;»

.         ΣΧΟΛΙΟΝ: Ὁ συλλογισμὸς ὡς συνήθως εὐλογοφανής. Ἀλλὰ πιάνεται μόνος του ἀπὸ τὴν “λογικὴ” τῆς κολοκυθιᾶς: Γιατί ἄραγε τὸ «Εὐλογητὸς» (Τελετὴ τῆς Ἀναστάσεως) στὶς 10 μ.μ. καὶ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» στὶς 11 μ.μ.;  Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τότε γιατί νὰ μὴ φέρουμε τὴν Ἀκολουθία σὲ μιὰ ἀκόμη βολικότερη χρονικὴ στιγμή, π.χ. στὶς 8 τὸ βράδυ τοῦ Μ. Σαββάτου, ὥστε νὰ ξεκουραστοῦμε περισσότερο; Καὶ ἔτσι νωρὶς τὸ πρωὶ νὰ πιάσουμε τὸ σούβλισμα, τὸ ὁποῖο ὡς μὴ «ἁμαρτωλὴ διασκέδαση ἀλλὰ  παραδοσιακὸ ἑλληνικὸ ἔθιμο» συνιστᾶ καὶ τὸ βασικότερο καὶ οὐσιωδέστερο καὶ πρωτεῦον πασχάλιο ἔργο στὸν τόπο μας [μιὰ ἁπλὴ ἐρώτηση: ἄραγε ὑπάρχει ἀκόμα «τόπος», ἑλληνικός;], εἰς τρόπον ὥστε τὸ ὡράριο τοῦ (κάθε) σουβλίσματος νὰ καθορίζει τὴν ὥρα τῆς (κάθε) Ἀκολουθίας ;
.        Ἁπλούστατα, ἐπειδὴ ἡ ἀνωτέρω «ὡρολογιακὴ» πρόταση (10:00 «Εὐλογητός», 11:00 τὸ «Χριστὸς  Ἀνέστη» καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁ  Ὄρθρος τοῦ Πάσχα, ὥστε στὶς 12:00 τὰ μεσάνυχτα «Εὐλογημένη» τῆς Θ. Λειτουργίας) ὑποδηλώνει τὴν ἀδιαμφισβήτητη παραδοχὴ πὼς πράγματι «ἡ 12η νυκτερινὴ ἀποτελεῖ κάποιο ἀπαραβίαστο» καὶ δεσμευτικὸ ὅριο (φυσικὸ-ἀστρονομικὸ) γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἡμέρας καὶ γι᾽ αὐτὸ τουλάχιστον ἡ Θ. Λειτουργία πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ τελεσθεῖ μετὰ τὴν εἴσοδο στὴν ἑπομένη ἡμέρα, δηλ. τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα.  Ὡς ἐκ τούτου ἡ πρόταση ἀντιφάσκει μὲ τὸν ἑαυτό της : ἡ δωδεκάτη νυκτερινὴ ἀποτελεῖ ὅριο, ναὶ ἢ ὄχι;
.          Ἐφ᾽ ὅσον ὅμως ἀποτελεῖ ὅριο, τότε τὸ «Χριστὸς  Ἀνέστη» (ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀνυπέρβλητη ἀνάγκη, π.χ. χωριά χωρὶς παπά) θὰ ψαλεῖ τὴν ἡμέρα ποὺ ὁ Χριστὸς ἀνέστη, δηλ. μετὰ τὴν φυσικὴ παρέλευση τοῦ Σαββάτου καὶ τὸ γύρισμα τῆς ἡμέρας, τὴν Κυριακή.
.        Ὅπως καὶ ἄλλοτε ἀπὸ αὐτὸ τὸ Ἱστολόγιο (τῆς «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ») δοκιμάσαμε νὰ δείξουμε (καὶ εἰδικότερα στὸ θέμα τῆς λεγομένης “μεταφράσεως”  τῶν λειτουργικῶν κειμένων), εἶναι ἐντυπωσιακὰ ἁπλουστευτικὴ ἡ λογικὴ ποὺ μεταχειρίζεται ὁ ἰδεολογικὸς «ἐπαναπροσδιορισμὸς» ὅλων τῶν “παραδοσιακῶν αὐτονοήτων”. “Πέφτουν” διαρκῶς στὸ “τραπέζι” νέες προτάσεις. Κοινὸς παρονομαστής τους ἡ περιλάλητη διευκόλυνση, τὸ νέο ἀναδυόμενο τοτέμ, στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ θυσιαστοῦν ὅλες οἱ ἄλλες παράμετροι.
.        Καὶ γιὰ νὰ μὴ μακρηγοροῦμε:  Ἔχει τόσο ὑπερτονισθεῖ τὸ ὅλο θέμα τῆς Πασχαλινῆς Θ. Λειτουργίας, ὥστε νὰ τείνει νὰ λάβει παθολογικὰ χαρακτηριστικὰ ἰδεολογίας. Κι αὐτὸ εἶναι κακὸς σύμβουλος.
.     Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἂς ληφθεῖ μιὰ στοιχειώδης ποιμαντικὴ μέριμνα γιὰ ἐξήγηση, «κατήχηση» ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ μιὰ πρακτικὴ μέριμνα, ὥστε ἡ Ἀκολουθία νὰ ἔχει ἕνα ρυθμὸ χωρὶς βιασύνες ἀλλὰ καὶ χωρὶς ἀργὰ μουσικὰ μέλη. Καὶ ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ὅποιος θέλει ἂς παραμείνει στὴν Θ. Λειτουργία τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, ἂν αὐτὴ ἡ παραμονή του ἀποτελεῖ ἔκφραση μιᾶς μόνιμης παραμονῆς στὸ Μυστήριο τῆς  Ἐκκλησίας κι ὄχι ἐκδήλωση ἀποσπασματικῆς συναισθηματικῆς ἐξάρσεως. Οὐδεὶς ἐξαναγκάζεται νὰ παραμείνει. Συνήθως βιάζονται ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἱεραρχημένες ἄλλες προτεραιότητες. Φιλότιμα καὶ ὑπομονετικὰ παραμένουν συνήθως ὅσοι ἔχουν κατὰ κάποιον εὐσυνείδητο τρόπο περάσει βιωματικὰ μέσα ἀπὸ τὴν Μ. Τεσσαροκοστή. Στὸ τέλος-τέλος πόσα ξενύχτια ἀπὸ ὅλους μας γίνονται μέσα στὸν χρόνο γιὰ ἄλλους λόγους καὶ σκαλώσαμε τώρα στὸ ἂν θὰ τελειώσει ἡ Λειτουργία τοῦ Πάσχα στὶς 1:30 τὸ πρωί ἢ στὶς 2:30; Μήπως ὀλισθαίνουμε στὴν μικρόπρεπη δεκαρολογία ἐκεῖ ποὺ θὰ χρειαζόταν νὰ ἀντιπροσφέρουμε μὲ πασχάλια ἀρχοντιὰ τὴν γενναιοδωρία τῆς καρδιᾶς μας;
.      Ἄμποτε νὰ “κατανοήσουμε”, νὰ βάλουμε καλὰ στὸ μυαλό μας, πὼς μὲ καλοπροαίρετα κολπάκια μικροδιευκολύνσεων δὲν ἐπιτυγχάνεται καμιὰ ἱεραποστολὴ καὶ καμιὰ προσέλκυση τῶν ἀνθρώπων. Ἀντιθέτως ὅλα αὐτὰ τὰ «μικρὰ πραγματάκια» ἐνδέχεται νὰ δυναμιτίσουν ὡς «ὡρολογιακὲς» βόμβες τὰ θεμέλια τῆς αὐτοσυνειδησίας μας.

Α. Λ. Π.
Πηγή: Χριστιανική Βιβλιογραφία

Σάββατο 30 Απριλίου 2011

Ἡ Κυριακή τοῦ Θωμᾶ / Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))







Σήμερα τιμᾶμε τὸν Ἀπόστολο Θωμᾶ. Πολλοὶ συχνὰ τὸν θυμόμαστε μοναχὰ σὰν τὸν ἄπιστο Θωμᾶ· στὴν πραγματικότητα εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀμφέβαλλε γιὰ τὰ νέα ποὺ τοῦ μετέφεραν οἱ ὑπόλοιποι Ἀπόστολοι ὅταν τοῦ εἶπαν : Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε! Τὸν εἴδαμε ζωντανό!

Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀμφέβαλλε σ’ ὅλη τὴ ζωή του ἢ ποὺ παρέμεινε ἄπιστος στὸ μυστήριο τῆς Θεϊκῆς ἀποκάλυψης τοῦ Κυρίου. Πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ὅταν οἱ Ἀπόστολοι καὶ ὁ Κύριος ἔμαθαν ὅτι ἀρρώστησε ὁ Λάζαρος, ὁ Κύριος τοὺς εἶπε: Ἂς ἐπιστρέψουμε στὰ Ἱεροσόλυμα. Στὰ λόγια τοῦ Κυρίου οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι ἀπάντησαν: Ἀλλὰ οἱ Ἰουδαῖοι θέλουν νὰ σὲ σκοτώσουν ἐκεῖ, γιατί θὰ πρέπει νὰ ἐπιστρέψουμε; Μονάχα ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς ἀπάντησε: Ἂς Τὸν ἀκολουθήσουμε καὶ ἂς πεθάνουμε μαζὶ μ’ Ἐκεῖνον. Ἦταν προετοιμασμένος ὄχι μόνο νὰ εἶναι στὰ λόγια μαθητής Του, ὄχι μόνο νὰ Τὸν ἀκολουθήσει ὅπως ἕνας μαθητὴς ἀκολουθεῖ τὸν δάσκαλό του, ἀλλὰ νὰ πεθάνει μαζί Του, ὅπως ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀποφασίζει νὰ πεθάνει μὲ τὸν φίλο του καὶ ἐὰν χρειαστεῖ χάριν τοῦ φίλου του. Ἂς θυμηθοῦμε λοιπὸν τὸ μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς του, τὴν πίστη καὶ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτήρα του.

Τί συνέβη ὅμως ὅταν μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ οἱ Ἀπόστολοι ἀνήγγειλαν σ’ αὐτὸν ποὺ μονάχα αὐτὸς δὲν εἶχε δεῖ τὸν Κύριο, ὅτι ἀντίκρισαν πραγματικὰ τὸν ἀναστάντα Χριστό; Γιατί δὲν πίστεψε τὰ λόγια τους; Γιατί ἀμφέβαλλε; Γιατί εἶπε ὅτι χρειαζόταν ἀποδείξεις, ἁπτὲς ἀποδείξεις; Ἐπειδὴ ὅταν τοὺς ἀντίκρισε τοὺς εἶδε χαρούμενους μὲ ὅ,τι εἶδαν, ἦταν χαρούμενοι ποὺ ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν πιὰ νεκρός, ποὺ ἦταν ζωντανός, χαρούμενοι γιὰ τὴν νίκη ποὺ εἶχε κερδηθεῖ. Καὶ ὅμως παρατηρώντας τους δὲν εἶδε σὲ αὐτοὺς καμία ἀλλαγή. Ἦταν οἱ ἴδιοι, μόνο ποὺ ἦταν γεμάτοι ἀπὸ χαρὰ ἀντὶ γιὰ φόβο. Καὶ ὁ Θωμᾶς τοὺς εἶπε : Μόνο ἐὰν Τὸν δῶ, μόνο ἐὰν γίνω μάρτυρας τῆς Ἀναστάσεως θὰ μπορέσω νὰ πιστέψω.

Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς πεῖ κάποιος ποὺ μᾶς συναντᾶ;

Πρὶν λίγες ἡμέρες ὁμολογήσαμε μὲ πάθος, μὲ εἰλικρίνεια καὶ μὲ πίστη τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ τὸ πιστεύουμε μὲ ὅλο μας τὸ εἶναι· καὶ ὅμως, ὅταν μᾶς συναντοῦν οἱ ἄνθρωποι στὸ σπίτι, στὸν δρόμο, στὸν χῶρο τῆς ἐργασίας μας, μᾶς βλέπουν καὶ ἀναρωτιοῦνται: Ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, τί τοὺς συνέβη;

Οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν δεῖ τὸν ἀναστάντα Κύριο, ἀλλὰ ἡ Ἀνάσταση δὲν ἤτανε γι’ αὐτοὺς βίωμα, δὲν σήμαινε γι’ αὐτοὺς τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴν αἰώνια ζωή. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ σέ μᾶς· ἐὰν ἑξαιρέσουμε τοὺς ἁγίους, ποὺ ὅταν τοὺς συναντάει κάποιος ἀντιλαμβάνεται ὅτι τὸ μήνυμα ποὺ φέρουν εἶναι ἀληθινό.

Τί ὑπάρχει στὸ δικό μας μήνυμα ποὺ δὲν ἀκούγεται; Ἐπειδὴ μιλᾶμε ἀλλὰ δὲν εἴμαστε αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ εἴμαστε. Θὰ ἔπρεπε νὰ διαφέρουμε τόσο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουν νοιώσει τὴν ἐμπειρία τοῦ ζωντανοῦ, ἀναστημένου Χριστοῦ, ποὺ μοιράστηκε μὲ μᾶς τὴ ζωή Του, ποὺ μᾶς ἔστειλε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ C. S. Lewis, διαφέρει ἕνα ἄγαλμα ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο. Ἕνα ἄγαλμα μπορεῖ νὰ εἶναι μεγαλοπρεπές, λαμπρό, ἀλλὰ εἶναι πέτρα. Ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μᾶς συγκινεῖ λιγότερο ἐξωτερικά, εἶναι ὅμως ζωντανός, εἶναι μία μαρτυρία ζωῆς.

Ἂς ἐξετάσουμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ ἂς ἀναρωτηθοῦμε σὲ ποιὰ κατάσταση βρισκόμαστε, γιατί οἱ ἄνθρωποι ποὺ συναντᾶμε δὲν καταλαβαίνουν ὅτι ἀποτελοῦμε μέλη τοῦ σώματος τοῦ ἀναστημένου Κυρίου καὶ ναοὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Γιατί;

Ὁ καθένας μας ἔχει νὰ δώσει τὴ δική του ἀπάντηση σ’ αὐτὴν τὴν ἐρώτηση. Ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς ἂς ἐξετάσει τὸν ἑαυτό του καὶ ἂς ἑτοιμαστεῖ νὰ ἀπαντήσει μὲ βαθειὰ συνείδηση, ἂς κάνουμε ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ ν’ ἀλλάξουμε τὴ ζωή μας, ἔτσι ποὺ οἱ ἄνθρωποι ποὺ μᾶς συναντοῦν, ὅταν θὰ μᾶς βλέπουν, θὰ λένε: Δὲν ἔχουμε ξανασυναντήσει τέτοιους ἀνθρώπους, ἔχουν κάτι ποὺ δὲν τὸ ἔχουμε δεῖ σὲ κανέναν ἄλλον. Τί εἶναι αὐτό; Καὶ θὰ μπορέσουμε νὰ τοὺς ἀπαντήσουμε ὅτι εἴμαστε φορεῖς τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Εἴμαστε μέλη τοῦ σώματός Του. Μέσα ἀπὸ ἐμᾶς ἐνεργεῖ ἡ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἴμαστε ναός Του. Ἀμήν.


Ἀπόδοση Κειμένου: www.agiazoni.gr

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου ἐπισκόπου Κύπρου λόγος εἰς τὴν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ ἀνάστασιν.


Κύριε, εὐλόγησον.
Ὁ τῆς δικαιοσύνης τριήμερος Ἥλιος ἀνέτειλε σήμερον,
καὶ πᾶσαν τὴν κτίσιν ἐφώτισεν·
ὁ τριήμερος καὶ προαιώνιος Χριστὸς ὁ βότρυς ἐβλάστησε,
καὶ τὴν οἰκουμένην εὐφροσύνης ἐπλήρωσε.
Τὸν ἀνέσπερον ὄρθρον ἴδωμεν,
πρὸ ὄρθρου ἐγείρωμεν σήμερον,
καὶ φωτὸς χαρᾶς ἐπληρώθημεν.
Πύλαι ᾅδου ὑπὸ Χριστοῦ ἠνοίχθησαν,
καὶ νεκροὶ ὡς ἐξ ὕπνου ἀνέστησαν.
Ἀνέστη Χριστὸς ἡ τῶν πεσόντων ἀνάστασις,
καὶ τὸν Ἀδὰμ συνήγειρεν·
ἀνέστη Χριστὸς ἡ πάντων ἀνάστασις,
καὶ τὴν Εὔαν τῆς κατάρας ἀπήλλαξεν·
ἀνέστη Χριστὸς ἡ ἀνάστασις,
καὶ τὸν πρὶν ἄκοσμον,
καὶ τὰ κοσμήσας ἐφαίδρυνεν·
ἐξηγέρθη ὡς ὁ ὑπνῶν Κύριος,
καὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ πάντας πατάξας κατῄσχυνεν.
Ἀνέστη,
καὶ χαρὰν πάσῃ τῇ κτίσει ἐδωρήσατο·
ἀνέστη,
καὶ τὸ τοῦ ᾅδου δεσμωτήριον ἐκενώθη·
ἀνέστη,
καὶ τὴν φθορὰν τῆς φύσεως εἰς ἀφθαρσίαν μετήγαγεν·
ἀνέστη Χριστὸς,
καὶ τὸν Ἀδὰμ εἰς τὸ ἀρχαῖον ἀξίωμα τῆς ἀθανασίας κατέστησεν.
Ἥτις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις τῇ ἀναστάσει ἀνακαινίζηται·
ἥτις ἐν Χριστῷ καινὸς κόσμος,
κοσμηθῶμεν οἱ ἄκοσμοι·
ἥτις ἐν Χριστῷ Ἐκκλησία,
καινὸς οὐρανὸς σήμερον·
οὐρανὸς τοῦ ὁρωμένου οὐρανοῦ ὡραιότερος.
Οὐ γὰρ ἥλιον περίκειται καθημερινὸν δύνοντα,
Ἥλιον δ' ὃν ἐπὶ σταυροῦ αἰδεσθεὶς ἔδυσεν ὁ δοῦλος οὗτος ἥλιος,
Ἥλιον, περὶ οὗ φησιν ὁ προφήτης,
Ἀνατελεῖ τοῖς φοβουμένοις τὸν Ἰησοῦν Ἥλιος δικαιοσύνης,
Ἥλιον, ὃν ἡ Ἐκκλησία ἀειλαμπῆ περιβέβληται,
δι' ὅν φησιν ἡ Γραφή·
Ἥλιος ἐξῆλθεν εἰς γῆν,
καὶ Λωτὸν,
εἰς τύπον τοῦ νόμου,
εἰσῆλθεν εἰς Σιγὼρ,
ὅπερ σμικρότης ἑρμηνεύεται.
Οὗτος ὁ Ἥλιος σοφίζων τὰ ἄσοφα·
οὗτος ὁ Ἥλιος ἐν τῷ στερεῷ μετὰ τῆς ἡμῶν πίστεως τεθεμελίωται.
∆ιὰ τοῦτον τὸν τῆς δικαιοσύνης Ἥλιον Χριστὸν οὐρανὸς ἡ Ἐκκλησία γεγένηται·
οὐ σελήνην αὔξουσαν καὶ λήγουσαν,
ἀλλὰ χάριν ἀειλαμπῆ ἔχουσα·
οὐκ ἀστέρας τινὰς πλανήτας ἀνατέλλουσα,
ἀλλ' ἀστέρας νεοφωτίστους ἐκ κολυμβήθρας ἀναφέρουσα·
οὐ νεφέλας ὀμβροφόρους,
ἀλλὰ διδασκάλους θεολόγους ἡ Ἐκκλησία ἔχουσα·
οὐκ ἐπὶ τῶν θολερῶν ὑδάτων κρεμαμένη,
ἀλλ' ἐπὶ τῶν ἱερῶν δογμάτων τεθεμελιωμένη·
οὐκ ὄμβρον χειμωνικὸν ἀναπέμπουσα,
οὐκ ὀρνέων κλαγγαῖς,
ἀλλὰ διδασκάλων φωναῖς ἀνθρώπους καταλέγουσα.
Αὕτη ἡμέρα,
ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος·
ἀγαλλιασώμεθα πνευματικῶς,
καὶ εὐφρανθῶμεν θεοπρεπῶς ἐν αὐτῇ.
Αὕτη ἡμῖν ἡ πασῶν τῶν ἑορτῶν ὑπερεόρτιος·
αὕτη ἡ ἑορτὴ,
περὶ ἧς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον παρακελεύεται λέγον·
Συστήσασθε ἑορτὴν ἐν τοῖς πυκάζουσιν ὁμοῦ τε καὶ θάλπουσιν,
ἕως τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου·
αὕτη ἡ ἑορτὴ τοῦ παντὸς κόσμου,
ἐγκαίνιον ὁμοῦ καὶ σωτήριον.
Αὕτη ἡ ἑορτὴ πασῶν τῶν ἑορτῶν κορυφὴ καὶ ἀκρόπολις·
αὕτη ἡ ἡμέρα,
ἣν εὐλόγησεν ὁ Θεὸς,
ἡγίασεν αὐτὴν,
ὅτι ἐν αὐτῇ κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ,
τελειώσας τὴν σωτηρίαν τῶν ἐπιγείων ὁμοῦ καὶ καταχθονίων.
Ἐν αὐτῇ κατέπαυσεν εἰδώλων καὶ κνωδάλων τελετὰς καὶ ὀρχήσεις·
ἐν αὐτῇ κατέπαυσε τὴν δύναμιν πάντων ἐναντίων.
Ἐν ταύτῃ κατέπαυσεν ἑορτὰς καὶ δαιμονικὰς πανηγύρεις·
ἐν ταύτῃ κατέπαυσεν εἰδωλικῶν αἱμάτων κνίσσας καὶ θυσίας· ἐν ταύτῃ κατέπαυσε τὴν πλάνην τῆς ἀσεβείας·
ἐν ταύτῃ κατέπαυσε τὸ κράτος τοῦ τυράννου,
καὶ τοῦ λαοῦ τὸ κέντρον·
ἐν ταύτῃ κατέπαυσεν ὁμικὰς θυσίας καὶ νεομηνίας·
ἐν ταύτῃ καινοὺς ἐπήξατο τῇ κτίσει ὅρους καὶ νόμους·
ἐν ταύτῃ κατέπαυσε τὸ Πάσχα τοῦ νόμου,
καὶ Ἰουδαίων·
ἐν ταύτῃ ἐπλήρωσε πάντα τὸν τύπον,
σκιὰν καὶ προφητείαν. Τὸ Πάσχα ἡμῶν,
τὸ Πάσχα τὸ ἀληθινὸν,
ἐτύθη Χριστὸς,
καὶ ἥτις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις,
ἥτις ἐν Χριστῷ καινὴ πίστις,
καινοὶ νόμοι,
καινὸς ὁ τοῦ Θεοῦ λαός·
καινὸς,
ἀλλ' οὐ παλαιὸς Ἰσραὴλ,
καὶ καινὸν Πάσχα·
καινὴ καὶ πνευματικὴ περιτομή·
καινὴ καὶ ἀναίμακτος θυσία·
καινὴ καὶ θεία διαθήκη.
Ἐγκαινίζεσθε σήμερον,
καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαινίσατε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν,
ὅπως δέξησθε τὰ τῆς ἑορτῆς τῆς νέας καὶ ἀληθινῆς μυστήρια,
καὶ τρυφήσητε σήμερον τρυφὴν τὴν ὄντως οὐράνιον,
καὶ ἀπέλθητε φωτισθέντες τὰ μὴ παλαιούμενα τοῦ νέου Πάσχα ἀντὶ παλαιοῦ μυστήρια ἀντίτυπα·
ὅπως συνήσητε ὅσον τὸ μέσον,
καὶ διάφορον τῶν Ἰουδαίων τὰ ἡμέτερα,
καὶ τίς σύγκρισις τῶν τύπων πρὸς τὴν ἀλήθειαν.
Ἀρξώμεθα τὰ τῆς Χριστοῦ Πάσχα ἀναστάσεως,
καὶ θεωρίας,
ἐκ τῶν ἐντεῦθεν.
Ἀπεστέλλετό ποτε πρὸς σωτηρίαν λαοῦ ἀπὸ Θεοῦ ἐξ ὄρους ὑψηλοῦ ὁ νομοθέτης Μωϋσῆς πρὸς τὸν τοῦ νόμου τύπον·
ἀπεστάλη καὶ ὁ Κύριος ὁ νομοθέτης,
καὶ Θεὸς ἀπὸ Θεοῦ,
καὶ ὄρος ἀπ' ὄρους οὐρανίων ὀρέων,
εἰς σωτηρίαν τοῦ ἡμετέρου λαοῦ,
τὸ τῆς ἀληθείας.
Ἀλλὰ Μωϋσῆς ἐκ Φαραὼ καὶ Αἰγυπτίων ἐλυτρώσατο·
Χριστὸς δὲ ἐκ διαβόλου, καὶ δαιμόνων ἐλυτρώσατο ἡμᾶς.
Ἀλλὰ πεφόνευκε Μωϋσῆς χώσας ἐν τῇ ἄμμῳ τὸν ἀδικοῦντα τὸν Ἰουδαῖον·
τεθανάτωκε καὶ Χριστὸς διάβολον,
παραπέμψας αὐτὸν τῇ ἀβύσσῳ.
Εἰρήνευσε Μωϋσῆς τοὺς δύο ἀδελφοὺς αὐτοῦ μαχομένους·
εἰρήνευσε καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς δύο λαοὺς αὐτοῦ,
ἑνώσας τὰ οὐράνια τοῖς ἐπιγείοις.
Ἐκεῖ ἡ θυγάτηρ Φαραὼ λούσασθαι ἀπερχομένη εὗρε λαβοῦσα τὸν Μωϋσῆν·
ἡ δὲ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία καὶ θυγάτηρ βαπτίζεσθαι λαμβάνει Χριστὸν,
οὐκ ἀπὸ θίβης τριμηνιαῖον,
ὡς Μωϋσῆν,
ἀλλ' ἐκ τοῦ τάφου τριήμερον ἀντὶ Μωϋσῆ.
Ἐκεῖ τυπικῶς καὶ νυκτερινῶς τὸ Πάσχα ὁ Ἰσραὴλ ἐποίησεν·
ἐνταῦθα φωτεινῶς τε καὶ ἡμερινῶς τὸ Πάσχα ἑορτάζομεν.
Ἐκεῖ πρὸς ἑσπέραν τῆς ἡμέρας·
ἐνταῦθα πρὸς ἑσπέραν τῶν χρόνων τοῦ αἰῶνος.
Ἐκεῖ αἱ τῶν φλιῶν θύραι τῷ αἵματι ἐχρίοντο·
ἐνταῦθα αἱ τῶν πιστῶν καρδίαι τῷ τοῦ Χριστοῦ σφραγίζονται αἵματι.
Ἐκεῖ νυκτερινὴ ἦν θυσία,
καὶ νυκτὶ ἡ τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης διάβασις·
ἐνταῦθα σωτηρία,
καὶ φωτεινὴ ἡ τῆς Ἐρυθρᾶς τοῦ βαπτίσματος θάλασσα,
καὶ πυριζούσης τὸ πῦρ τοῦ Πνεύματος·
ἐν ᾧ καὶ Πνεῦμα Θεοῦ ἀληθῶς ἐπιφέρεται ὁμοῦ,
καὶ ἐπιφαίνεται,
καὶ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ὕδατος,
ἐν ᾧ συντρίβεται ἡ κεφαλὴ τοῦ δράκοντος,
καὶ ἄρχοντος τῶν δρακόντων τῶν δαιμονικῶν τοῦ διαβόλου λαῶν.
Ἐκεῖ τὸν Ἰσραὴλ νυκτερινῷ Μωϋσῆς βαπτίσματι·
ἐκεῖ νεφέλη τὸν λαὸν σκέπει·
τὸν δὲ Χριστοῦ λαὸν ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπισκιάζει.
Ἐκεῖ τοῦ λαοῦ σωθέντος ἡ Μωϋσέως Μαρία ἐχόρευσεν·
ἐνταῦθα δὲ τοῦ λαοῦ τῶν ἐθνῶν σωζομένου ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία σὺν πάσαις αὐτῆς ταῖς Ἐκκλησίαις ἑορτάζει.
Ἐκεῖ τῆς κτίσεως πέτρᾳ προσφεύγει Μωϋσῆς·
ἐνταῦθα τῆς πίστεως πέτρᾳ προσφεύγει ὁ λαός.
Ἐκεῖ αἱ πλάκαι αἱ νομικαὶ συντρίβονται, τὴν τοῦ νόμου διάβασιν μηνύουσαι ὁμοῦ,
καὶ παλαίωσιν·
ἐνταῦθα δὲ οἱ θεῖοι νόμοι ἀδιάῤῥηκτοι σώζονται.
Ἐκεῖ μόσχος ἐχωνεύετο εἰς τὴν τοῦ λαοῦ τιμωρίαν·
ἐνταῦθα δὲ ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ θύεται εἰς τὴν τοῦ λαοῦ σωτηρίαν.
Ἐκεῖ ῥάβδῳ πέτρα τύπτεται· ἐνταῦθα δὲ Χριστὸς ἡ πέτρα τὴν πλευρὰν νύττεται.
Ἐκεῖ ὕδωρ ἐκ τῆς πέτρας ἐξέρχεται·
ἐνταῦθα αἷμα καὶ ὕδωρ ἐκ ζωοποιοῦ πλευρᾶς πηγάζεται.
Ἐκεῖνοι ὀρτυγομήτραν κρέα ἐξ οὐρανοῦ ἐδέξαντο·
ἡμεῖς δὲ περιστερὰν τοῦ Πνεύματος ἐξ ὕψους δεχόμεθα.
Ἐκεῖνοι μάννα πρόσκαιρον ἔφαγον,
καὶ ἀπέθανον·
ἡμεῖς γὰρ ἄρτον ἐσθίομεν εἰς ζωὴν αἰώνιον.
Ἀλλ' ἐκεῖνα ὡς παλαιὰ καὶ σκιώδη πεπαλαίωται,
καὶ τετέλεσται·
τὰ δὲ τοῦ ἡμετέρου λαοῦ αὔξει,
καὶ ἐπανθεῖ εἰς ἀεὶ διαμένοντα.
Αὕτη τοῦ Πάσχα ἡμῶν ἡ πρότυπος·
αὕτη τῶν νομικῶν πραγμάτων ἡ σκιώδης διάβασις.
Οὕτω τὰ τῆς ἑορτῆς νόησον·
οὕτω τὰ τοῦ Μωσέως καὶ τῶν προφητῶν περὶ τῆς ἡμέρας σκόπησον,
ἵνα πεισθῇς τῇ ἀναστάσει.
Ἀπιστίας γὰρ πάντες τὸ κάλυμμα περίκεινται.
Ἔχει πολλοὺς τοὺς τύπους,
καὶ ἀπεριγράπτους τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως,
καὶ ἀναβιώσεως.
Ταύτης μάρτυρ ἀξιόπιστος Ἰσαὰκ ἡ σφαγή·
ταύτης τύπος ὁ λάκκος τοῦ Ἰωσὴφ,
ἐν ᾧ ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν ἐνεβλήθη,
ἔνθεν ἀνῆλθεν ἀθάνατος·
ταύτης τύπος Ἱερεμίου ὁ λάκκος,
ὅθεν ἅπαξ ἐκ τῆς φθορᾶς,
καὶ τοῦ βορβόρου ἀνῆλθε.
Χριστοῦ τῆς ἀναστάσεως τύπος τοῦ Ἰωνᾶ τὸ κῆτος,
ἐξ οὗ προῆλθε τριήμερος.
Ἔχεις καὶ ἄλλον τοῦ ἐν ᾅδου δεσμωτηρίου τύπον τὸ τοῦ Ἰωσὴφ δεσμωτήριον,
ἔνθα αὐτὸν ἡ μοιχαλὶς συναγωγὴ κατέκλεισεν,
ἐξ οὗ προῆλθεν ἀβλαβὴς καὶ τριετὴς,
ὡς Χριστὸς τριήμερος ἐκ νεκρῶν.
Μεθ' ὧν καὶ ∆ανιὴλ τὸν τῶν λεόντων λάκκον προτυποῖ τὸν τοῦ Σωτῆρος τάφον,
ἐξ οὗ ζῶν Ἰησοῦς ἀνῆλθεν,
ὡς ἐκ λεόντων ῥυσθεὶς τοῦ ᾅδου,
καὶ τοῦ θανάτου.
∆ιὰ τούτων Ἰουδαίους ἔλεγξον·
διὰ τούτων αὐτοὺς ἐπιτίμησον·
οὕτως ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ πάθου,
καὶ ἀναστάσεως ἀπολόγησαι.
Ταῦτά σοι πρὸς συμμαχίαν σήμερον τὰ ὅπλα ὁ λόγος χαρίζεται·
ταῦτά σε ἡ ἑορτὴ ἐπιδιδάσκει μυστήρια.
Εἶτα τί καὶ μετὰ ταῦτα;
Ἡμεῖς μόνοι ἑορτάζομεν,
ἢ καὶ τοῦ πλησίον μεριμνήσομεν;
Ἡμεῖς πανηγυρίσωμεν,
ἢ καὶ περὶ ἄλλων ἡμῖν ὁ λόγος;
Ἀναγκαίως τῆς ἡμῶν ἑορτῆς θεάρεστος ὁμοῦ καὶ εὐπρόσδεκτος γενέσθω τις κοινὸς τῆς Ἐκκλησίας στεναγμὸς πρὸς τὸν Θεὸν,
καὶ ὑπὲρ τῶν ἐνάγκαις ἡμῶν ἀδελφῶν μνημονεύσωμεν,
τῶν ἐν ἐρήμοις ἐνάγκαις ἐξεταζομένων ἰδίων ἡμῶν.
Γενώμεθα ὡς συνδεδεμένοι τοῖς δεδεμένοις·
γενώμεθα ὡς συμπάσχοντες τοῖς τὴν ἀνάγκην πάσχουσιν·
ὅτι ἐὰν ἓν μέλος πάσχοι,
συμπάσχει πάντα τὰ μέλη.
Συμπαθήσωμεν τοίνυν τοῖς ἡμῶν ἀδελφοῖς,
τοῖς ἡμῶν μέλεσιν·
οἱ μὲν διὰ χρημάτων,
οἱ δὲ διὰ ῥημάτων,
καὶ ἄλλοι δι' εὐποιίας,
πάντες δὲ διὰ τῆς πρὸς Θεὸν ὑπὲρ αὐτῶν ἱκεσίας.
Κοινὴ πάντων, παρακαλῶ,
σήμερον γενέσθω πρὸς Θεὸν πρεσβεία,
ὅτι κοινὴ ἡμῶν καὶ ἡ αἰχμαλωσία.
Κοινὴ, παρακαλῶ,
γενέσθω ἡ δέησις,
ὅτι κοινὴ ὑπάρχει ἡ παίδευσις.
Ἀκούσωμεν τοῦ λέγοντος,
ὅτι εὔξασθε ὑπὲρ ἀλλήλων ὅπως ἐσθῆτε.
Ἀκούσωμεν Χριστοῦ λέγοντος,
ὅτι έὰν δύο ἢ τρεῖς συμφωνήσουσιν εἰς εὐχὴν,
περὶ παντὸς αἰτήματος οὗ αἰτήσονται, γενήσεται αὐτοῖς.
Μέγα, ἀδελφοὶ,
ὅπλον εὐχὴ Ἐκκλησίας·
μέγα τεῖχος,
ἀδελφοὶ,
πρὸς Θεὸν εὐχὴ συμφωνίας,
καὶ μάλιστα λαοῦ πιστοῦ αἰχμαλωσίας.
Μηδεὶς εἰπεῖν τολμήσει, ὅτι οὐκ εἰσακούει ὁ Θεὸς ἁμαρτωλῶν.
Πλεῖον δέχεται τὴν δέησιν τῶν ταπεινῶν,
καὶ μάλιστα τῶν διὰ τὸ ὄνομα αὐτοῦ καταπονουμένων,
μαστιζομένων,
φυλακιζομένων, θλιβομένων,
ὑπὸ ἐχθρῶν ὀνειδιζομένων,
καὶ τὴν πίστιν Χριστοῦ μὴ ἀρνησαμένων.
Ἐξ ὧν ὑπάρχουσι πολλοὶ καὶ πολλαὶ ἐν τῷ παρόντι ἡμῶν λαῷ τοῦ Χριστοῦ ὁμολογηταὶ γενόμενοι,
καὶ παρ' αὐτοῦ ταχέως εἰσακουόμενοι.
Μέγα ὅπλον,
ἀγαπητοὶ,
ἡ ἐκείνων εὐχή·
αἰδεῖται γὰρ αὐτοὺς πάντας ὁ Χριστὸς,
δι' ὧν καὶ καθ' ἡμέραν κινδυνεύουσι.
∆ιὸ ταῖς τούτων ἡμεῖς θαῤῥοῦντες εὐχαῖς,
καὶ εἰς τὴν τούτων παῤῥησίαν πρὸς Θεὸν ἀποβλέποντες,
κοινῶς καὶ ἐκτενῶς ὑπὲρ τῶν ἐνάγκαις ἀδελφῶν ἡμῶν προσευξώμεθα, διότι πολλάκις φιλανθρωπία βασιλικὴ ἐν ταῖς ἑορταῖ·
πολλοῖς καταδίκοις ἄφεσιν καὶ ἀπολύτρωσιν χαρίζεται.
Μέγα,
πάλιν λέγω,
ἀδελφοὶ,
εὐχὴ Ἐκκλησίας,
καὶ μάλιστα πίστις αἰχμαλωσίας.
Καὶ γὰρ καὶ βασιλεὺς πολλάκις αἰδεῖται παράκλησιν δήμου,
καὶ χαρίζεται καταδίκους δυσωποῦντι ὄχλου.
Οὐκοῦν δεόμεθα πᾶσαν τὴν ὑμετέραν ἀγάπην ἐκτενῶς μνημονεῦσαι τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν τῶν ἐνάγκῃ·
καὶ κατ' αὐτὴν ἐκείνην τὴν φρικωδεστάτην ὥραν,
ἐν ᾗ τὸν ἀτίμητον μαργαρίτην τοῦ Χριστοῦ σώματος ὑποδεξόμεθα ἐν ταῖς χερσὶν ἡμῶν.
Οὕτως ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν ἐκτενῶς προσευξώμεθα,
καὶ τῷ Χριστῷ εἴπωμεν·
Αὐτὸς ὁ μόνος ὁ τότε καὶ νῦν ἀγαθὸς Θεὸς,
καὶ φιλάνθρωπος ∆εσπότης,
ὁ διὰ τοῦ Πάσχα τὸν Ἰσραὴλ ἐκ δουλείας Αἰγύπτου ῥυσάμενος καὶ διὰ τοῦ αἵματος τοῦ ἀμνοῦ ἐλευθερίαν αὐτῷ χαρισάμενος,
αὐτὸς καὶ νῦν διὰ τοῦ ἀχράντου σου σώματος,
καὶ τοῦ τιμίου αἵματος,
τῆς πικρᾶς δουλείας ἐλευθερίαν τῷ κόσμῳ σου δώρησαι.
Ὁ προσδεξάμενος τῆς ἁμαρτωλοῦ πόρνης τὸν κλαυθμὸν, πρόσδεξαι σήμερον καὶ τὴν σὴν Ἐκκλησίαν καὶ αἰχμαλωσίας τὸν στεναγμόν·
ὁ προσδεξάμενος τοῦ λῃστοῦ τοῦ πιστοῦ τὴν παράκλησιν,
πρόσδεξαι τοῦ λαοῦ σου τοῦ πιστοῦ τὴν δέησιν·
ὁ προσδεξάμενος τοῦ Πέτρου τὴν μετάνοιαν,
καὶ τὸν στεναγμὸν, πρόσδεξαι καὶ ἡμῶν τὸν κλαυθμὸν τῶν πτωχῶν·
ὁ μὴ ἀποστρέψας Χαναναίας τὰ δάκρυα,
δέξαι καὶ μικρὰν Ἐκκλησίαν ὑπὲρ μεγάλης αἰχμαλωσίας πρεσβεύουσαν,
καὶ πρὸς σὲ τὸν Θεὸν σήμερον βοῶσαν καὶ λέγουσαν·
Ὁ Θεὸς,
ὁ τριήμερος ἀναστὰς ἐκ τῶν νεκρῶν,
ἀνάστησον ἐκ τῶν ἐχθρῶν τὸν πιστόν σου λαόν·
ὁ τὸν Ἀδὰμ ἐγείρας ἐκ τῶν θνητῶν,
ἔγειρον τὸ κέρας τῶν Χριστιανῶν·
αὐτὸς ὁ τότε καὶ νῦν Θεὸς,
ὁ τὴν μορφὴν τοῦ δούλου ἀναλαβὼν,
λύτρωσαι ἐκ δουλείας τὸν ταπεινόν σου λαόν·
ὁ νήπιος γενέσθαι καταξιώσας ὑπὲρ ἡμῶν,
σῶσον μαχαίρας τὸ πλῆθος τῶν νηπίων ἡμῶν.
Αὐτὸς ὁ τότε Θεὸς,
ὁ μετὰ μητρὸς ἐν Αἰγύπτῳ ξενιτεύσας,
ἀνακάλεσαι τῆς μακρᾶς ξενιτείας τὰς μητέρας καὶ τὰ τέκνα·
ὁ πραθεὶς ὑπὲρ πολλῶν ἑκουσίως,
παῦσον τὴν πράσιν τοῦ λαοῦ τῶν Ἐκκλησιῶν·
ὁ δι' ἡμᾶς ἐν τῷ νώτῳ δεξάμενος τὰς τοῦ Πιλάτου μάστιγας,
καὶ ἀπειλὰς,
αὐτὸς ὁ κοπιάσας δι' ἡμᾶς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας,
παῦσον τοῦ λαοῦ σου τοὺς κόπους καὶ ταλαιπωρίας·
ὁ ἐν σταυρῷ βοήσας·
∆ιψῶ,
δρόσισον ψυχὰς δεινῶς διψώσας καὶ πεινώσας·
ὁ μετὰ ἀνόμων ὑπὸ ἀνόμων κατακριθεὶς,
ῥῦσαι καὶ ἡμᾶς ἐκ τῆς τῶν ἀνόμων βουλῆς·
ὁ γυμνωθεὶς ὡς κακοῦργος ὑπὸ ἀνόμων,
αὐτὸς ἐκεῖνος, ∆έσποτα,
ὑπὸ παρανόμων δεσμευθεὶς,
λῦσον τοὺς ἐν δεσμοῖς πεπεδημένους·
ὁ τὴν ἄχραντόν σου μητέρα παρακαλέσας ἀπὸ τοῦ σταυροῦ ὀδυρμοῦ,
καὶ τοῦ κλαυθμοῦ·
αὐτὸς ὁ τότε βοήσας ταῖς μυροφόροις τὸ,
Χαίρετε,
αὐτὸς καὶ νῦν βόησον ταῖς Ἐκκλησίαις σου, Χαίρετε·
αὐτὸς ὁ τοῖς ἥλοις τοῖς τιμίοις προσηλωθεὶς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας,
λῦσον σιδηροδέσμων λαῶν τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας.
Ναὶ,
∆έσποτα φιλάνθρωπε,
ὁ εἰπών·
Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἐκ θανάτου,
ῥῦσαι τὸν λαόν σου τῆς λύπης καὶ τοῦ θανάτου·
αὐτὸς ὁ τῇ ῥομφαίᾳ νυγεὶς τὴν πλευράν σου,
σύντριψον τῶν ἐχθρῶν τὴν ῥομφαίαν τῇ χειρί σου τῇ κραταιᾷ,
καὶ μνήσθητι,
∆έσποτα,
ὡς τοῦ λῃστοῦ σου τοῦ πιστοῦ καὶ τοῦ λαοῦ σου·
ὁ χύσας τὸ ἄχραντον αἷμα ὑπὲρ ἡμῶν,
παῦσον τὴν σύγχυσιν τῶν αἱμάτων ἡμῶν.
Σῶσον τὸν λαόν σου,
∆έσποτα·
φεῖσαι τῆς κληρονομίας σου.
Ἐξεγέρθητι·
ἵνα τί ὑπνοῖς,
Κύριε;
Ἵνα τί τοῖς ἐχθροῖς μακροθυμεῖς;
Ἵνα τί ἀποστρέφεις τὸ πρόσωπόν σου ἀφ' ἡμῶν;
Ἀνάστηθι,
καὶ μὴ ἀπώσῃ εἰς τέλος·
μὴ παρίδῃς εἰς πλήρης.
Μνήσθητι τοῦ σταυροῦ σου,
μνήσθητι τοῦ λαοῦ σου,
μνήσθητι τῶν οἰκτιρμῶν σου.
Ὁ τεσσαράκοντα ἡμέρας ἑκουσίως δι' ἡμᾶς πειρασθεὶς,
∆έσποτα, μνήσθητι τῶν ἐν ἐρήμοις πειραζομένων λαῶν σου,
τῶν ἐν ἀβάτοις καὶ ἀνύδροις· ἐκείνων μνήσθητι μεθ' ἡμῶν,
καὶ πρὸ ἡμῶν,
ἀγαθὲ φιλάνθρωπε.
Ἐκείνους συμβοήθησον,
ἐκείνους πρόφθασον·
ἐκείνους λοιπὸν ἐπίσκεψαι· ἐκείνους τοὺς ὑπὲρ πάντας ἐλεεινοὺς,
τοὺς παρὰ πάντας ὄντας ἐπὶ τῆς γῆς ταπεινούς·
ἐκείνους τοὺς ἐν ἐρήμοις παρὰ ἀνθρώπων ἀπεγνωσμένους·
οἵτινες μακρὰν ἐκ τῆς χειρός σου ἐδιώχθησαν·
οἵτινες μεγάλως τῷ θυμῷ σου ἐπαιδεύθησαν·
οἵτινες μεγάλως τῇ ὀργῇ σου ἠλέγχθησαν·
οἵτινες πρὸ θανάτου ὡς νεκροὶ ἀπὸ ἀνθρώπων ἐπλήσθησαν· οἵτινες μετὰ θηρίων ἀγρίων οἰκεῖν κατεκρίθησαν·
ὧν τὴν βίαν οὐδεὶς καθορᾷ,
εἰ μὴ μόνος ὁ σὸς ἀκοίμητος ὀφθαλμός·
ὧν τὴν ἀνάγκην σὺ,
∆έσποτα,
γινώσκεις,
καὶ ἄλλος οὐδεὶς εἰς αἰῶνα·
λοιπὸν δι' ὧν χωρισθέντες,
τῆς οἰκουμένης τέλος μακρυνθέντες,
τῶν ἐκκλησιῶν λοιπὸν ἐπιλησθέντες,
τῶν ἑορτῶν τὴν ἡμέραν ἀγνοοῦντες.
Ἐκείνοις μικρὸν ἔλεος ποίησον,
∆έσποτα·
οὐ γὰρ αἰτοῦμαι πολύ.
Φθάσον ἐκείνους,
ὁ Θεὸς,
ὁ παιδεύσας ἐκείνους·
φθάσον τά ποτε τέκνα σου,
ὅτι καὶ αὐτοί ποτε τέκνα σου,
ὅτι καὶ αὐτοί ποτε Χριστιανοὶ ὑπῆρχον,
καὶ αὐτοί ποτε ποίμνη σου,
καὶ αὐτοί ποτε μέλη σου,
καὶ αὐτοί ποτε τοῦ ἀχράντου σου μετελάμβανον σώματος,
καὶ νῦν σωμάτων ἀλόγων μεταλαμβάνουσι.
∆ιὸ δὴ,
∆έσποτα,
ἐπίβλεψον ἐπ' αὐτοὺς ἐν ἐλέοις καὶ οἰκτιρμοῖς σου.
Ἴδε ἐκείνων τῶν ἐλεεινῶν τὴν βίαν,
καὶ δὸς φιλανθρωπίαν·
ἴδε τὴν γύμνωσιν,
καὶ δὸς τὴν ἀνάῤῥυσιν·
ἴδε τὴν βαθεῖαν ἐρημίαν,
καὶ ποίησον τὴν σὴν εὐσπλαγχνίαν.
Εἰ γὰρ καὶ δικαίως ἐπαίδευσας,
ἀλλ' ὅμως ἴασαι·
εἰ καὶ ἀξίως παρέδωκας,
ὅμως συνάγαγε.
Ἐμάστιξας,
παρακάλεσον·
παρέδωκας,
λύτρωσαι.
Εἰ καὶ πολλάκις ἡμάρτομεν,
ἀλλ' ὅμως πάλιν ἡμῶν μνήσθητι,
καὶ πάλιν ἡμῶν τῇ δεήσει πείσθητι,
καὶ μάλιστα τοῖς ἐν ἐρημίαις,
καὶ ὄρεσι,
καὶ σπηλαίοις,
καὶ ὁ παῖς τῆς γῆς ἀβάτοις τόποις ἡμῶν ἀδελφοῖς σου Χριστιανοῖς,
σοῦ δὲ λαοῖς.
Εἰ γὰρ καὶ ἡμεῖς ἐν ἐκκλησίαις μετὰ τῶν πιστῶν,
ἀλλ' ἐκεῖνοι ἐν ἐρημίαις μετὰ τῶν ἐχθρῶν·
εἰ καὶ ἡμεῖς φαιδροὶ ἐν ταῖς ἑορταῖς,
ἀλλ' ἐκεῖνοι ἐν μεγάλῃ σκοτίᾳ.
Μεγάλη ἡ ἐκείνων δυστυχία·
μέγα τὸ ἐκείνων ὕποπτον·
δεινὸν τὸ ἐκείνων τραῦμα,
πικρὰ ἡ ἐκείνων συμφορά·
ἀδιήγητος ἡ αὐτῶν καταφθορὰ,
μέγα τὸ ἐκείνων κέντρον,
πολλὴ ἡ ἐκείνων τραγῳδία,
∆έσποτα.
Μὴ ἀφήσῃς ἕως ἔξω,
ἀλλὰ μετὰ τῆς παιδείας δεῖξον καὶ τὴν σὴν φιλανθρωπίαν,
ἵνα μὴ εἰς τέλος οἱ Ἰουδαῖοι καυχήσωνται,
ἵνα μὴ τὰ ἔθνη περὶ ἡμῶν εἴπωσι·
Ποῦ ἔστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν;
Ποῦ ἔστιν ὁ Χριστὸς αὐτῶν;
Ποῦ ἔστιν ὁ σταυρὸς αὐτῶν;
Ποῦ ἔστιν ἡ ἐλπὶς αὐτῶν;
Ποῦ ἡ πίστις τῶν Χριστιανῶν;
Ἵνα μὴ ταῦτα εἴπωσι,
ταχὺ τὰ ἐλέη σου εἰς ἡμᾶς θεωρήσουσι·
Ταχὺ προσκαταλαβέτωσαν ἡμᾶς οἱ οἰκτιρμοί σου,
Κύριε,
ὅτι ἐπτωχεύσαμεν σφόδρα,
ὅτι ἐταπεινώθημεν σφόδρα,
ὅτι ὠλιγώθημεν σφόδρα.
Λοιπὸν εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ὁ στεναγμὸς τῶν πεπεδημένων·
δυσωπήσει σε τὰ δάκρυα τῶν ἀκάκων νηπίων,
τῶν κατασφαζομένων·
ἱκετεύσει σε ὀδυρμὸς μητέρων τῶν ἀτεκνουμένων.
Ταῦτα λέγοντες δεόμεθα,
οὐ μαχόμεθα,
∆έσποτα·
δεόμεθα,
ἀλλ' οὐ πρὸς σὲ δικαζόμεθα.
∆εόμεθα,
ὅτι ὑπὸ ἀνόμων ὀνειδιζόμεθα,
ὅτι ἐξ Ἑλλήνων καταπονούμεθα·
οὐ μαχόμεθα, ἀλλὰ ἐξομολογούμεθα.
Κλαίομεν,
ὅτι καὶ οἱ λοιποὶ κινδυνεύουσιν.
Εἰ γὰρ καὶ ἁμαρτωλοὶ,
ἀλλ' ὅμως Χριστιανοὶ τυγχάνομεν·
εἰ καὶ ταπεινοὶ,
ἀλλ' ὅμως τῆς πίστεώς σου λαός·
εἰ καὶ ἀνάξιοι φιλανθρωπίας,
ἀλλ' ὅμως πρόβατα τῆς σῆς Ἐκκλησίας ἐσμὲν ἐν ἑνὶ συνηθροισμένοι.
Ταύτην σοι τὴν ἱκεσίαν οἱ πτωχοὶ ὑπὲρ πλήθους λαοῦ αἰχμαλωσίας,
ἐν τῇ σῇ τριημέρῳ ἀναστάσει προσάγομεν ἱερεῖς καὶ λαοὶ,
νεανίσκοι καὶ παρθένοι,
πρεσβῦται μετὰ νεωτέρων,
νήπια μετὰ μητέρων,
πᾶσα ψυχὴ τῶν πιστευόντων εἰς σέ·
οὓς λύτρωσαι πάντας πάσης τῆς ἐπικειμένης ἀπειλῆς,
καὶ τῆς σῆς βασιλείας ἀξίους ποίησον,
χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ καὶ ∆εσπότου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
σὺν τῷ παναγίῳ καὶ ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι·
νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.
Πανεπιστήµιο Αιγαίου, Τµήµα Πολιτισµικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας, © 2006.
Επιτρέπεται η ελεύθερη χρήση του υλικού µε αναφορά στην πηγή προέλευσής του.