"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

῞Οταν ἐξομολογεῖται ὁ ἄνθρωπος, ἠ χάρις τόν ἐλευθερώνει ἀπό τά ψυχικά τραύματα (Γέροντας Πορφύριος)

"Δεν ευθύνεται μονάχα ο άνθρωπος για τα παραπτώματά του. Τα λάθη, οι αμαρτίες και τα πάθη δεν είναι μόνο προσωπικά βιώματα του εξομολογούμενου.
Ο κάθε άνθρωπος έχει πάρει μέσα του και τα βιώματα των γονέων του και ειδικά της μητέρας, δηλαδή το πώς ζούσε η μητέρα, όταν τον κυοφορούσε, αν στενοχωριόταν, τι έκανε, αν κουραζόταν το νευρικό της σύστημα, αν είχε χαρά, αν είχε θλίψη, αν είχε μελαγχολία.
Έ, όλο το νευρικό σύστημα το δικό της επηρέασε το νευρικό σύστημα του εμβρύου της. Οπότε, όταν γεννηθεί το παιδί και μεγαλώσει, παίρνει μέσα του και τα βιώματα της μητέρας του, δηλαδή άλλου ανθρώπου. Δημιουργείται μια κατάσταση στην ψυχή του ανθρώπου εξαιτίας των γονέων του, που την παίρνει μαζί του σ΄ όλη του τη ζωή, αφήνει ίχνη μέσα του και πολλά πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή του είναι απόρροια της καταστάσεως αυτής.
Τα φερσίματά του έχουν άμεση σχέση με την κατάσταση των γονέων του. Μεγαλώνει, μορφώνεται, αλλά δεν διορθώνεται. Εδώ βρίσκεται μεγάλο μέρος από την ευθύνη για την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου. Υπάρχει, όμως, ένα μυστικό। Υπάρχει κάποιος τρόπος ν΄ απαλλαγεί ο άνθρωπος απ΄ αυτό το κακό. Ο τρόπος αυτός είναι η γενική εξομολόγηση, η οποία γίνεται με την χάρι του Θεού. Μπορεί, δηλαδή, να σου πει ο πνευματικός: - Πώς θα ήθελα να ήμασταν σ΄ ένα ήσυχο μέρος, να μην είχα ασχολίες και να μου έλεγες τη ζωή σου απ΄ την αρχή, από τότε που αισθάνθηκες τον εαυτό σου, όλα τα γεγονότα που θυμάσαι και ποια ήταν η αντιμετώπισή τους από σένα, όχι μόνο τα δυσάρεστα αλλά και τα ευχάριστα, όχι μόνο τις αμαρτίες αλλά και τα καλά. Και τις επιτυχίες και τις αποτυχίες. Όλα. Όλα όσα απαρτίζουν τη ζωή σου. Πολλές φορές έχω μεταχειριστεί αυτή την γενική εξομολόγηση και είδα θαύματα πάνω σ΄ αυτό. Την ώρα που τα λες στον εξομολόγο, έρχεται η θεία χάρις και σε απαλλάσσει απ΄ όλα τα άσχημα βιώματα και τις πληγές και τα ψυχικά τραύματα και τις ενοχές, διότι, την ώρα που τα λες, ο εξομολόγος εύχεται θερμά στον Κύριο για την απαλλαγή σου. Είχε έλθει σ΄ εμένα προ καιρού μια κυρία, που έκανε αυτού του είδους την εξομολόγηση και βρήκε μεγάλη ωφέλεια. Βελτιώθηκε η ψυχολογική της κατάσταση, διότι τήνε βασάνιζε κάτι. Έστειλε, λοιπόν, αυτή μια φίλη της και πήγαμε έξω στο βράχο, στα Καλλίσια. Καθίσαμε και άρχισε κι εκείνη να μου μιλάει. Της λέω: - Να μου πεις ό,τι αισθάνεσαι. Αν σε ρωτήσω εγώ για κάτι, να μου πεις. Αν δεν σε ρωτήσω, να συνεχίσεις να τα λέεις, όπως τα αισθάνεσαι. Όλ' αυτά που μου έλεγε, τα παρακολουθούσα όχι απλώς με προσοχή, αλλά "έβλεπα" μέσα στον ψυχικό της κόσμο την επίδραση της προσευχής.
Την παρακολουθούσα μέσα στην ψυχή της κι "έβλεπα" ότι πήγαινε χάρις μέσα της, όπως τήνε κοίταζα εγώ. Διότι στον πνευματικό υπάρχει χάρις και στον παπά υπάρχει χάρις. Το καταλαβαίνετε; Δηλαδή, ενώ εξομολογείται ο άνθρωπος, ο ιερέας προσεύχεται γι αυτόν. Συγχρόνως έρχεται η χάρις και τον ελευθερώνει απ΄ τα ψυχικά τραύματα, που για χρόνια τον βασανίζουν, χωρίς να γνωρίζει την αιτία τους. Ω, αυτά τα πιστεύω πολύ! Στον εξομολόγο μπορείς να μιλήσεις όπως αισθάνεσαι, αλλά δεν είναι αυτό τόσο σημαντικό, όσο είναι το ότι κοιτάζει μέσα στην ψυχή σου προσευχόμενος ο παπάς και βλέπει πώς είσαι και σου μεταδίδει την χάρι του Θεού. Έχει αποδειχθεί ότι αυτό το κοίταγμα είναι πνευματικές "ακτίνες" που σε ξαλαφρώνουν και σε θεραπεύουν, μη νομίσετε ότι είναι ακτίνες φυσικές.
Είναι αλήθεια αυτά τα πράγματα. Και με τον Χριστό τι έγινε; Έπιασε το χέρι της αιμορροούσης και είπε: "Εγώ γάρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν απ΄εμού". Θα πεις: "Ναι, μα ήταν Θεός". Ο Χριστός βέβαια ήταν Θεός, αλλά μήπως και οι Απόστολοι δεν κάνανε το ίδιο; Όλοι οι πνευματικοί, οι εξομολόγοι, έχουν αυτήν την χάρι κι όταν εύχονται, την εκπέμπουν ως αγωγοί. Για παράδειγμα, θέλουμε ν΄ ανάψουμε εδώ πέρα μια θερμάστρα και βάζουμε ένα καλώδιο, αλλά δεν μπορεί να κάνει επαφή, διότι το καλώδιο δεν είναι στην πρίζα. Αν, όμως, το καλώδιο μπει στην πρίζα, μόλις κάνει την επαφή, έρχεται το ρεύμα μέσω αυτού του αγωγού.
Είναι πνευματικά πράγματα της θρησκείας μας αυτά. Μπορεί να λέμε για καλώδιο, αλλά στην πραγματικότητα αυτή είναι "αυτή είναι "η θεία ψυχανάλυση"
 Πηγή:http://geron-porfyrios.blogspot.com/

Ἁγίου Νεκταρίου, Ἐπισκόπου Πενταπόλεως: Ὁμιλία περί τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας






Ὁ ἄνθρωπος, πλασμένος γιά νά εἰκονίζη μικρογραφικῶς ἐπί τῆς γῆς τήν ἀπειρομεγέθη εἰκόνα τοῦ θείου Δημιουργοῦ, ἦταν ἀπαραίτητο νά εἶναι προικισμένος μέ τίς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά ἔχη τήν ἀναφορά του σ΄ Αὐτόν. Ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νά εἶναι ὄν αὐτοσυνείδητον, ἐλεύθερον, καί αὐτεξούσιον, διότι ὄν χωρίς συνείδησι τῆς ὑπάρξεώς του, χωρίς ἐλευθερία, χωρίς ἐξουσίαν ἐπί τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι ἀνάξιο τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς κλήσεως, τοῦ ὑψηλοῦ αὐτοῦ προορισμοῦ πού τοῦ ἐπεφύλαξε ἡ μεγάλη βουλή τοῦ Θείου Δημιουργοῦ. Ἡ ἐλευθερία ἄρα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῆς μεγάλης ἀποστολῆς του, τῆς διαπλάσεώς του καί τῆς παρουσίας του μέσα στόν κόσμο, καί ἑπομένως προσόν ἀναγκαῖον καί σεβαστόν. Χωρίς τήν ἐλευθερίαν ὁ ἄνθρωπος θά ἦταν ἰσότιμος μέ τά λοιπά ζῶα· ἡ δουλεία θά ὑπέτασσε τίς ἐνέργειές του καί θά ὡδηγοῦσε τίς σκέψεις του μέσα σέ ἕνα περιωρισμένο κύκλο, ὅπου θά περιεστρέφετο· οἱ ἰδέες τοῦ καλοῦ, τοῦ ἀγαθοῦ, θά ἦσαν ἄγνωστοι σ΄ αὐτόν· θά ἀγνοοῦσε τί εἶναι αἰσχρόν, τί κακόν, τί ψευδές καί δέν θά εἶχε ἐξουσία αὐτενεργείας, δυνατότητα νά ἐξέλθη ἀπό τόν περιωρισμένο κύκλο τῶν ἐμφύτων ὁρμῶν. Ἡ ἄγνοια τοῦ καλοῦ, τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ θά καταστοῦσε τόν ἄνθρωπον ἕνα ὄν ἀνήθικον, θά διέγραφε τήν ἠθικήν ὡς λέξιν ἐστερημένην νοήματος, ἀφοῦ οἱ πράξεις του θά ἦσαν ἠθικῶς ἀδιάφοροι καί γι΄ αὐτό ἀχαρακτήριστοι. Ἡ ἀδιαφορία αὐτή καί ὁμοιότης τοῦ χαρακτῆρος τῶν πράξεων δέν θά διήγειρε καμμίαν αἴσθησιν ἤ ἐντύπωσι στόν νοῦ καί στήν καρδία τοῦ ἀνθρώπου· ἡ ἔλλειψις αὐτή θά καθιστοῦσε τήν μέν καρδίαν ἀσυνείδητον, τόν δέ νοῦ νωθρό καί ἀδρανῆ· ἡ ἀσυνειδησία καί ἡ νωθρότης θά ἐπέπιπταν ὡς σκιερά νέφη καί θά ἐκάλυπταν τήν θαυμαστήν εἰκόνα τοῦ θείου Δημιουργοῦ, πού τόσο λαμπρῶς καί θαυμασίως ἐκαλλιτεχνήθη ἀπό τό δημιουργικόν του χέρι, στήν ὁποία διαλάμπει ἡ ἀγαθότης, ἡ σοφία καί ἡ δύναμίς του καί θά ἠμπόδιζαν νά ἰδῆ καί νά γνωρίση τόν Πλάστην του καί Δημιουργόν τοῦ σύμπαντος. Θά ἀγνοοῦσε τόν Θεόν καί τά θεῖα ἰδιώματά του καί ἔτσι ἡ δημιουργία οὐδέποτε θά ἐδόξαζε, θά ὑμνοῦσε, θά ἔψαλλε καί θά εὐχαριστοῦσε μέ ἐπίγνωσι καί συνείδησι τόν Θεόν.
Ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη γιά νά εἰκονίζη τόν Θεόν ἐπί τῆς γῆς· ὁ Θεός τόν ἔκαμεν ὄν νοερόν καί αὐτεξούσιον γιά νά πράττη τό θέλημα αὐτοῦ, τό ὁποῖον ἔγραψε μέσα στήν καρδία του καί τό κατέστησε καί ἰδικόν του θέλημα. Σκοπός τῆς διαπλάσεώς του ἦταν νά γνωρίση ἡ δημιουργία τόν Θεόν· ἐπλάσθη λοιπόν γιά νά γνωρίση τόν Πλάστην καί Δημιουργόν του· ἐπλάσθη γιά νά ὑψοῦται πρός τόν Θεόν· ἐπλάσθη γιά νά δοξάζη τόν Θεόν· ἐπλάσθη μέ σκοπόν ἡ δημιουργηθεῖσα κτίσις νά αἰνῆ ἐνσυνειδήτως τόν θεῖον Δημιουργόν της. Τό αὐτεξούσιον λοιπόν αὐτοῦ, τό νοερόν καί τό ἠθικῶς ἐλεύθερόν τοῦ ἐδόθησαν γιά νά ἐκπληρώνη τόν μέγα προορισμόν του, τήν μεγάλην ἀποστολή του, νά συνδέη τήν γῆ μέ τόν Οὐρανό καί νά μή ἀποκλίνη δεξιά ἤ ἀριστερά· ἀλλά νά βαδίζη τήν εὐθεῖαν ὁδό, πράττοντας μόνο τό ἀγαθόν, τό ἐγγεγραμμένον στήν καρδία του, τό ὁποῖον καί αὐτός ὀρμεμφύτως ἀγαπᾶ· διότι ἀλλιῶς, ἐάν ἀποκλίνη ἀπό τόν προορισμό του, γίνεται ἀνελεύθερος καί «ἐξομοιοῦται τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις». Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀληθῶς ἐλεύθερος πρίν ἀπομακρυνθῆ ἀπό τό ἀγαθόν καί ἐνόσῳ συνταυτίζει τήν θέλησί του πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ· ὅμως εὐθύς ὡς ἀποκλίνη ἀπό τήν εὐθεῖαν, ἀποβαίνει ὄντως ἀνελεύθερος, ἡ ἐλευθερία του πλέον εἶναι ψευδής ἐπίδειξις ψευδοῦς ἐλευθερίας.
Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ὑποτάσσεται στόν νόμο τοῦ Θεοῦ, δέν περιορίζεται, διότι αὐτός ὡς θεῖος εἶναι ἄπειρος, τό δέ ἄπειρον ὄχι μόνον δέν περιορίζει τήν ἐλευθερία, ἀλλά τήν συνεκτείνει καί τήν συναυξάνει, ὅταν ὁ ἄνθρωπος τόν ἀκολουθῆ. Αἰτιολογῶντας τό καθῆκον πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος νά ἀκολουθῆ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ φιλόσοφος καί μάρτυς Ἰουστῖνος μᾶς συμβουλεύει· «Ὁ Θεός ἐποίησε τόν ἄνθρωπον ἐλεύθερον καί αὐτεξούσιον, ὥστε αὐτό πού ἀπό ἰδικήν του ὑπαιτιότητα ἔχασε μέ τήν ἀμέλεια καί τήν παρακοήν του, νά τοῦ τό δωρήση πάλιν ὁ Θεός διά φιλανθρωπίας καί ἐλεημοσύνης, ἐάν ὁ ἄνθρωπος ὑπακούση σ΄ αὐτόν. Ὅπως δηλαδή ὁ ἄνθρωπος παρήκουσε καί ἐπέφερε στόν ἑαυτόν του τόν θάνατον, ἔτσι καί ἐάν ὑπακούση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἠμπορεῖ νά κερδίση τήν αἰώνιο ζωή. Διότι ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε ἐντολές ἅγιες τίς ὁποῖες ὅποιος τηρήση ἠμπορεῖ νά σωθῆ καί ἐπιτυγχάνοντας τήν ἀνάστασι νά κληρονομίση τήν ἀφθαρσίαν». Γι΄ αὐτόν λοιπόν τόν λόγον ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά φυλάττη μέ εὐλάβεια τόν νόμο τοῦ Θεοῦ καί νά πράττη τό θέλημα αὐτοῦ, διότι ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑποχρεωμένος νά ἐκπληρώνη τόν σκοπόν τῆς ἐπί γῆς ἀποστολῆς του· ἀλλιῶς μέλλει νά κατακριθῆ ὡς παραβάτης τῶν καθηκόντων του, ἐπειδή ἐλησμόνησε τήν ἀποστολήν του καί ἐξ αἰτίας τῆς ἀμελείας του ἔκαμε κακήν χρῆσιν τοῦ αὐτεξουσίου καί παρεδόθη στά πάθη καί στίς ἐπιθυμίες.
Τό αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι βεβαίως ἀνεπηρέαστον· ὁ βαθμός τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ καταδεικνύεται ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον ὁ Κύριος τόν προσκαλεῖ: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν...». Ὁ Σωτήρ καλεῖ τόν ἄνθρωπον ὀπίσω του καί τόν ἀφήνει ἐλεύθερον νά ἀποφασίση περί τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος, νά τόν ἀκολουθήση ἤ νά πάρη τόν ἰδικόν του δρόμο. Ἦλθε γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο καί ὅμως δέν παραβιάζει τό αὐτεξούσιον αὐτοῦ. Τόν προσκαλεῖ νά λάβη ἐνεργόν μέρος στήν σωτηρίαν του καί ὅμως δέν ἐπηρεάζει καθόλου τό αὐτεξούσιον αὐτοῦ.
Ἀπό τήν μελέτη τῆς ἱστορίας τῆς ἀπολυτρώσεως βλέπουμε τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ γινόμενον ἄνθρωπον ὑπέρ τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, πορευόμενον πρός τό ἑκούσιον Πάθος μέ σκοπόν νά «ἄρη τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», νά βαστάση τούς μώλωπες τούς ἰδικούς μας, νά ἐκπληρώσει τό μέγα μυστήριον τῆς Οἰκονομίας καί νά συμφιλιώση τόν ἄνθρωπον μέ τόν Θεόν, καί ἐν τούτοις δέν παραβιάζει καθόλου τό αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου. Ἰδού ἡ κεκλεισμένη πύλη τοῦ Παραδείσου ἀνοίγεται καί ἡ πυρίνη ρομφαία, ἡ ὁποία φυλάττει τήν εἴσοδον αὐτοῦ, ἀπομακρύνεται καί ἡ φωνή τοῦ Δεσπότου προσκαλεῖ τόν ἄνθρωπο, πού ἦταν πρίν ἀποκλεισμένος, νά εἰσέλθη διά μέσου αὐτῆς στόν τόπο τῆς καταπαύσεως· αὐτός ὅμως ἀφήνεται ἐλεύθερος, ἄν θέλη νά εἰσέλθη ἤ ὄχι.
Ἡ ἐπίσημος ἀναγνώρισις τῆς ἐλευθερίας μας ἐκ μέρους τοῦ Σωτῆρος μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ σωτηρία μας δέν πραγματοῦται μόνον ἀπό τήν ἀπόλυτον ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ἀπό τήν συγκατάθεσι καί τήν σύγχρονον ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Περί τῆς ἀναγκαιότητος αὐτῆς ἰδού τί λέγουν οἱ σοφοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας· ὁ θεῖος Χρυσόστομος λέγει· «ἡ χάρις μολονότι εἶναι χάρις, σώζει ὅσους τό θέλουν» καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει· «Ἡ σωτηρία πρέπει νά προέλθη ἀπό τήν συνεργασία τήν ἰδική μας μέ τόν Θεόν». Ὁ δέ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς λέγει· «Ὅταν οἱ ψυχές τό θέλουν ἀποστέλλει καί ὁ Θεός τό Πνεῦμα, ἄν ὅμως λείψη ἡ προθυμία, συστέλλεται καί τό ἐκ Θεοῦ Πνεῦμα». Ἀλλά καί ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος λέγει· «Ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἔπλασε τόν ἄνθρωπο χωρίς τόν ἄνθρωπον, ἀδυνατεῖ νά σώση τόν ἄνθρωπο χωρίς αὐτός νά τό θέληση». Ἄρα διδασκόμεθα ρητῶς καί σαφῶς ὅτι οἱ παράγοντες τῆς σωτηρίας εἶναι δύο· πρῶτον ἡ ἐλευθέρα θέλησις τοῦ ἀνθρώπου καί δεύτερον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.
Ἐπειδή ὅμως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὄν ὑλοπνευματικόν, μέσα του ἐμφανίζονται δύο θελήσεις μέ τήν ἰδίαν μορφήν, ὡς ἐνδόμυχος ἔκφρασις τοῦ ἑνιαίου προσώπου τό ὁποῖον θέλει νά ἀπολαύση κάποιο πρᾶγμα. Καί μολονότι ὡς πρός τήν μορφήν οἱ δύο θελήσεις του δέν διακρίνονται μεταξύ τους, διαφέρουν ὅμως πολύ ἐξ αἰτίας τῆς διαφορᾶς τῶν ὑποστάσεων ἀπό τίς ὁποῖες λαμβάνουν τήν ἀρχή· διότι τό πνεῦμα ἐπιθυμεῖ τά τοῦ πνεύματος, ἡ δέ σάρξ τά τῆς σαρκός. Γι΄ αὐτό ἡ μία θέλησις ἐκφράζει τό φρόνημα τοῦ πνεύματος, ἐνῶ ἡ ἄλλη τό φρόνημα τῆς σαρκός. Ἡ ἀντίθεσις τῶν φρονημάτων γεννᾶ ἀμοιβαίαν ἀντίστασι καί σφοδράν διαπάλη, κατά τήν ὁποίαν ἡ κάθε μία ζητεῖ νά ὑπερισχύση καί νά ἐπιβάλη τήν ἰδικήν της ἐξουσία. Στόν ἀγώνα αὐτόν ὁ μέν ἔσω ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ τήν νίκη τοῦ πνεύματος, διότι ἐκ φύσεως συμπαθεῖ τό φρόνημα τοῦ πνεύματος· καί τό φρόνημα τοῦ πνεύματος εἶναι ζωή καί εἰρήνη. Ὁ δέ ἔξω ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ τήν νίκη τοῦ φρονήματος τῆς σαρκός, τό ὁποῖον εἶναι θάνατος· γι΄ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει· «τό μέν φρόνημα τῆς σαρκός θάνατος, τό δέ φρόνημα τοῦ πνεύματος ζωή καί εἰρήνη». Ὅθεν σάρξ καί πνεῦμα πολεμοῦν μεταξύ τους· γι΄ αὐτό καί ὁ Παῦλος λέγει· «ἡ γάρ σάρξ ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ πνεύματος καί τό πνεῦμα κατά τῆς σαρκός»· καί «τό μέν φρόνημα τῆς σαρκός» εἶναι «ἔχθρα πρός τόν Θεόν· τῷ γάρ νόμῳ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑποτάσσεται· οὐδέ γάρ δύναται... τό δέ φρόνημα τοῦ Πνεύματος κατά Θεόν ἐντυγχάνει ὑπέρ ἁγίων (μεσιτεύει ὑπέρ τῶν χριστιανῶν)».
Γιά τήν συνύπαρξιν αὐτή τῶν δύο φρονημάτων καί τήν φυσικήν συμπάθεια τοῦ ἀνθρώπου πρός τό φρόνημα τοῦ πνεύματος, ἰδού τί λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος· «συνήδομαι γάρ τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατά τόν ἔσω ἄνθρωπον (μέ εὐχαριστεῖ πάρα πολύ)· βλέπω δέ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου, ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καί αἰχμαλωτίζοντά με τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου». Ἄρα ὁ ἄνθρωπος ἐκ φύσεως δέχεται τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, διότι μέ αὐτόν τόν νόμον εὐχαριστεῖται ὁ ἔσω ἄνθρωπος, ἐπειδή εἶναι ὁ νόμος ὁ ἰδικός του, ὁ νόμος τοῦ νοός του· ἡ δέ θέλησις πού ἐκφράζει τό φρόνημα τοῦ πνεύματος, εἶναι ἡ ἀληθής θέλησις τοῦ ἀνθρώπου, ἐπειδή αὐτή εἶναι σύμφωνος μέ τόν νόμο τοῦ νοός του, τόν σύμμορφον πρός τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εὐχαριστεῖ τόν ἔσω ἄνθρωπον. Γι΄ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός λέγει: «τό ἀγαθόν εἶναι ἐκ φύσεως ἐραστόν καί ἐπιθυμητόν, φυσικῶς πάντοτε αὐτό ἐπιθυμοῦμε· κακόν δέ εἶναι ἡ παρά φύσιν ἐπιθυμία, ὅταν ἐπιθυμοῦμε κάτι διαφορετικόν ἀπό τό ἐκ φύσεως ἐπιθυμητόν».
Ἀλλά μολονότι ἡ ἀληθής θέλησις εἶναι ἡ θέλησις τοῦ πνεύματος, ἡ ἐπιθυμία δηλαδή τοῦ ἀγαθοῦ, πού εἶναι τό φύσει ἐπιθυμητόν, παραταῦτα πολλές φορές ἀδυνατεῖ νά ὑπερισχύση τῆς ἀντιστάσεως τῆς θελήσεως τῆς σαρκός γιά τόν λόγο πού ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος· διά «τόν νόμον τῆς σαρκός, τόν αἰχμαλωτίζοντα τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας». Γιά τήν ἐπίδρασιν αὐτήν τοῦ νόμου τῆς σαρκός ὁ Ἀπόστολος λέγει· «τό θέλειν παράκειταί μοι (εἶναι στό χέρι μου), τό δέ κατεργάζεσθαι τό καλόν οὐχ εὑρίσκω· οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἄλλ΄ ὅ οὐ θέλω κακόν τοῦτο πράσσω». Διότι ὁ ἔσω ἄνθρωπος θέλει μέν καί ἐπιθυμεῖ τό ἀγαθόν ὡς οἰκεῖον, ἐπιθυμητόν, ὡς συμφυές ἀγαθόν, ὡς ἰδικόν του νόμον, ἀλλ΄ ὁ νόμος τῆς σαρκός, ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας ἀντιστρατεύεται πρός τίς ἐνέργειες τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας μας καί παρεμποδίζει τήν ἐμφάνισι τοῦ ἀγαθοῦ καί μᾶς ὑπαγορεύει τήν ἐργασία τοῦ κακοῦ· γι΄ αὐτό στήν συνέχεια λέγει ὁ Ἀπόστολος· «εἰ δέ ὅ οὐ θέλω ἐγώ τοῦτο ποιῶ, οὐκ ἔτι ἐγώ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ΄ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοί ἁμαρτία». Ὥστε ὄντως τό μέν ἀγαθόν εἶναι νόμος συμφυής καί ἀληθής θέλησις τοῦ ἀνθρώπου, τό δέ κακόν εἶναι νόμος ἐτεροφυής, εἶναι κάτι τό ὁποῖον δέν ἔχει δημιουργηθῆ καί εἶναι ἀντίθετο πρός τήν ἀληθῆ θέλησι τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐργάζεται τό ἀγαθόν, ἐργάζεται ἐλευθέρως καί συμφώνως πρός τήν θέλησι τοῦ ἔσω ἀνθρώπου καί εἶναι ἀληθῶς ἐλεύθερος· ὅταν ὅμως ἐργάζεται τό κακόν, ἐργάζεται ἀνελευθέρως, διότι ἔχει ὑποταγῆ στόν νόμο τῆς ἁμαρτίας καί εἶναι ἀνελεύθερος καί δοῦλος τῆς ἁμαρτίας. Συμφώνως πρός τά ἀνωτέρω ἐλεύθερος εἶναι ὅποιος πράττει τό ἀγαθόν, δοῦλος δέ ὅποιος πράττει τό κακόν· καί ἀληθής μέν ἐλευθερία εἶναι ἡ κυριαρχία τοῦ φρονήματος τοῦ πνεύματος ἡ ἐργαζομένη τό ἀγαθόν, ψευδής δέ ἐλευθερία εἶναι ἡ ἐπικράτησις τοῦ φρονήματος τῆς σαρκός, τῆς κατεργαζομένης τά πονηρά.
Χαρακτηριστικόν τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας, δηλαδή τῆς ἀληθοῦς ἐλευθέρας θελήσεώς μας, εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ καλοῦ, τοῦ ἀληθοῦς, καί ἡ ἐπίμονος παραμονή σ΄ αὐτήν τήν ἀγάπη. Ὁ ἔρως πρός τό ἀγαθόν εἶναι ἡ ἔκφρασις τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἐξωτερίκευσις τοῦ αἰσθήματος πού τόν πλημμυρίζει. Ὁ ἔρως αὐτός γεννᾶται ἀπό τήν ταυτότητα τῶν ὑπαγορεύσεων τῆς καρδίας μέ τίς ὑπαγορεύσεις τοῦ θείου νόμου ὁ ὁποῖος ἔχει ἐγγραφῆ μέσα στίς καρδιές μας· αὐτό ὑπαινίσσεται καί ἡ Ἁγία Γραφή, ὅταν λέγη ὅτι ὁ θεῖος νόμος ἐδόθη γραπτός μέσα στήν καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Διότι ὁ Θεός διέπλασε τήν καρδίαν ὡς ἕδραν τῆς ἀγάπης τοῦ ἀγαθοῦ· γι΄ αὐτό καί ἐκ φύσεως ἀγαπᾶ, ποθεῖ καί ζητεῖ τό ἀγαθόν· καί πῶς ἦταν δυνατόν νά γίνη διαφορετικά, ἀφοῦ ἡ πρώτη ἐντύπωσις τήν ὁποίαν ἔλαβεν, ἦταν ἡ ὄψις τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ ἄκρου ἀγαθοῦ; Ναί· ἦταν ἀδύνατον νά γίνη διαφορετικά, διότι τό ἀγαθόν ἄφησε στήν καρδία τίς πρῶτες ἐντυπώσεις, τίς ὁποῖες ἐχάραξε βαθύτατα μέσα της καί γι΄ αὐτό θά εἶναι αἰώνιοι. Ἡ ἀγάπη αὐτή, ἡ ἐπιπόθησις καί ἡ ἐπιζήτησις τοῦ θείου νόμου εἶναι πού κάνει τόν Ἀπόστολο Παῦλο νά ὀνομάζη τόν νόμο πού εἶναι γραμμένος μέσα στήν καρδία νόμο τοῦ νοός του καί νά τόν ταυτίζει μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ.
Ἡ γνῶσις αὐτή τοῦ χαρακτῆρος τῆς ἀληθοῦς μας θελήσεως μᾶς καθιστᾶ ἱκανούς νά διαφυλάξωμε ἀνεπηρέαστον τήν ἐσωτερικήν μας ἐλευθερία καί νά ζήσωμε ἀληθῶς ἐλεύθεροι· καί ἀληθῶς ἐλεύθερος εἶναι ὅποιος διανοεῖται, θέλει καί πράττει ἐλευθέρως. Χαρακτηριστικά τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας εἶναι ἡ ἠθική ἀνεξαρτησία, ἡ ἀγαθότης, ἡ ἁγνεία, ἡ σεμνοπρέπεια, ἡ ἀνδρεία, ἡ ἰσχύς, τό ἀήττητον, τό ἀνένδοτον, τό αὐτοκρατορικόν καί τό αὐτεξούσιον. Ὁ ἐσωτερικῶς ἐλεύθερος ἄνθρωπος κοσμεῖται μέ ὅλες τίς ἀρετές· ἡ εὐσέβεια, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀλήθεια καί ἡ σύνεσις τόν καταστέφουν μέ στεφάνους πλεγμένους μέ ἄνθη ἀμάραντα· ζῶντας ἐπάνω στήν γῆν εἰκονίζει τήν εἰκόνα τοῦ θείου Δημιουργοῦ του, τό κάλλος τῆς ὁποίας φέρει μέσα του· ἡ πορεία του εἶναι εὐθεῖα, τό πολίτευμά του στόν οὐρανό· ἀνυψώνεται ἀπό τά γήινα καί γίνεται αἰθέριος καί οὐρανοβάμων καί, συνενούμενος μέ τόν χορόν τῶν ἀγγέλων ὑμνεῖ τόν Θεόν, τόν ποιητήν καί πλάστην του. Ὁ ἐσωτερικῶς ἀνελεύθερος ὅμως ἄνθρωπος εἶναι πράγματι ἀνελεύθερος· διότι ἐάν ἡ ἠθική ἐξάρτησις εἶναι ἠθική δουλεία, ἡ δέ ἠθική δουλεία εἶναι ἀνελευθερία, ἕπεται ὅτι ὁ ἠθικά, ὁ ἐσωτερικά δηλαδή ἀνελεύθερος ἄνθρωπος εἶναι πράγματι ἀνελεύθερος καί δοῦλος τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας, ἀδύνατος νά δραστηριοποιηθῆ πρός κάποιο ἀγαθόν, ὑπαγορευόμενον ἀπό τήν ἀληθῆ ἐσωτερικήν του θέλησι. Αὐτό πού πράττει εἶναι σύμφωνο μέ τήν θέλησι καί τό φρόνημα τῆς σαρκός καί ὄχι πρός τήν ἀληθῆ, ἐσωτερικήν του θέλησι. Ἡ ψευδής αὐτή ἐλευθέρα θέλησις ἠμπορεῖ νά ἐξαπατήση καί νά παραπλανήση πολλούς ἐπιπολαίους ἐρευνητάς καί νά τούς φέρη στήν ἀπώλεια. Τούς πείθει πολλές φορές νά δέχωνται τίς προσταγές της, οἱ ὁποῖες ἀπορρέουν ἀπό τά ποικίλα πάθη καί τίς ἐπιθυμίες της, ὡς ὑπαγορεύσεις τῆς ἀληθοῦς ἐλευθέρας θελήσεώς των καί ὡς ἐκφράσσεις τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, τῆς πνευματικῆς δηλαδή φύσεως. Ὁ ἀνελεύθερος ἐσωτερικά ἄνθρωπος μολύνει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί «ἄνθρωπος ὤν ἐν τιμῇ, ἐξομοιοῦται τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις», ἀτιμάζεται, ταπεινώνεται καί διαφθείρεται.
Χαρακτηριστικόν τῆς ψευδοῦς ἐλευθερίας εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἠθική ἐξάρτησις, ἡ ἠθική αἰχμαλωσία, ἡ κακία, ἡ ἐνοχή, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ἀλαζονεία, ἡ ἀναίδεια, ἡ δειλία, τό θράσος, ἡ ἀνανδρία, ἡ ἧττα, ἡ ἐξαχρείωσις, ἡ ἀσέβεια, ἡ ἀδικία, τό ψεῦδος, ἡ ἀσυνεσία καί οἱ λοιπές κακίες, οἱ ὁποῖες κατακηλιδώνουν καί ἐξευτελίζουν τόν ἄνθρωπον.
Τόν τρόπο κατά τόν ὁποῖον ἠμποροῦμε νά διατηρήσωμε τούς ἑαυτούς μας ἀληθῶς ἐλευθέρους μᾶς τόν ὑπέδειξεν ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρ ἡμῶν, ὅταν εἶπε: «ὅς γάρ ἄν θέλη τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι ἀπολέσει αὐτήν· ὅς δ΄ ἄν ἀπολέση τήν ψυχήν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὐρήσει αὐτήν». Δηλαδή ἐδίδαξε ὅτι μόνο μέ τήν αὐταπάρνησιν ἠμποροῦμε νά σωθοῦμε· καί ἀληθῶς, γιά νά γίνωμε ἀληθῶς ἐλεύθεροι εἶναι ἀνάγκη νά ἀπαρνηθοῦμε τούς ἑαυτούς μας καί νά σηκώσουμε στούς ὤμους τόν σταυρόν καί νά ἀκολουθήσωμε τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ γιά νά μᾶς ἐλευθερώση· «Ἐάν οὖν ὁ υἱός ἐλευθερώσῃ ὑμᾶς, ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε» λέγει ὁ Σωτήρ καί ἐλευθερωτής μας, καί πάλιν· «ἐάν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ ἀληθῶς μαθηταί μου ἐστέ, καί γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Ἄρα ἀποβαίνουμε ἐλεύθεροι ὅταν ἀκοῦμε μέ προσοχήν τό κήρυγμα τοῦ Σωτῆρος, μένουμε σ΄ αὐτό, σηκώνουμε στούς ὤμους τόν σταυρόν καί τόν ἀκολουθοῦμε· καί ἀπαρνούμεθα τούς ἑαυτούς μας ὅταν ἀποτασσόμεθα τόν νόμον τῆς σαρκός μαζί μέ τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες καί σηκώνουμε τόν σταυρόν, ὑπομένοντας κάθε κακοπάθεια ὑπέρ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Ὁ τρόπος, δηλαδή, νά διαμείνωμε ἐλεύθεροι εἶναι: κατάπαυσις τοῦ θελήματος τῆς σαρκός, ἐνέργεια τοῦ θελήματος τοῦ πνεύματος καί ὑποταγή τοῦ κατωτέρου στό ἀνώτερον.
Κατά ταῦτα ὀφείλει ὁ ἄνθρωπος νά φροντίση καί νά ἐργασθῆ γιά τήν σωτηρία του· διότι διαφορετικά διατρέχει τόν ἔσχατον κίνδυνον τῆς ἀπωλείας· ἐπειδή τίποτε κοινόν δέν ὑπάρχει μεταξύ φωτός καί σκότους, μεταξύ ἀγαθοῦ καί κακοῦ. Ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία ἔχει διαφθείρει τόν ἄνθρωπον, εἶναι σκότος καί κακόν μέγιστον, ὡς ἀντιστρατευομένη πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐσωτερική ἐλευθερία τοῦ καταλογίζει κάθε παρεκτροπήν ὡς ἁμαρτία, ἡ δέ ἁμαρτία ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπον ἀπό τόν Θεόν. Ἡ ἐλευθερία ὅσο μέγα ἀγαθόν εἶναι, τόσο μεγάλες ἐπιβάλλει καί τίς εὐθῦνες. Ὁ ἐσωτερικῶς ἐλεύθερος ὀφείλει νά ἀποβῆ ἅγιος· γι΄ αὐτό ὁ Θεός καί στήν Παλαιά καί στήν Νέα Διαθήκη ἐντέλλεται λέγοντας: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιος εἰμι»· διότι πῶς ἠμπορεῖ ὁ ἀνόσιος νά κοινωνήση πρός τό Θεῖον; Καί ὁ Σωτήρ ἐπίσης ἐντέλλεται λέγοντας: «ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι ὥσπερ ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν οὐρανοῖς τέλειός ἐστι»· διότι ὅπως εἶναι ὁ Πατήρ, τόν ὁποῖον ἐπικαλούμεθα, τοιαῦτα κατ΄ ἀνάγκην πρέπει νά εἶναι καί τά τέκνα. Ἁγίους λοιπόν καί τελείους μᾶς θέλει ὁ Θεός, διότι μόνον οἱ ἅγιοι καί τέλειοι εἶναι υἱοί τοῦ Πατρός τοῦ ἐν οὐρανοῖς, καί μόνον αὐτοί δικαιοῦνται νά ἐπικαλοῦνται μέ υἱϊκήν στοργή τίς χάριτες αὐτοῦ καί αὐτοί μόνοι κληρονομοῦν τήν οὐράνιον Βασιλείαν. Γι΄ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε πρός τούς Κορινθίους· «ἤ οὐκ οἴδατε (δέν γνωρίζετε) ὅτι ἄδικοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι; Μή πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι, οὔτε εἰδωλολάτραι, οὔτε μοιχοί, οὔτε μαλακοί, οὔτε ἀρσενοκοῖται, οὔτε κλέπται, οὔτε πλεονέκται, οὔτε μέθυσοι, οὔτε λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες, βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι». Γι΄ αὐτό ὁ Σωτήρ μᾶς προσκαλεῖ νά ἀπαρνηθοῦμε τούς ἑαυτούς μας καί νά σηκώσουμε στόν ὦμο τόν σταυρόν καί νά τόν ἀκολουθήσωμε· «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθήτω μοι·» ἀναγνωρίζει μέν τήν ἐλευθερία μας καί τό αὐτεξούσιον, ἀλλά καί ἀφήνει σ΄ αὐτά τήν σωτηρία μας. Ὥστε, ὅποιος θέλει τήν σωτηρία του, ὀφείλει νά ἐργασθῆ πρός ἀπόκτησιν αὐτῆς, ἀλλιῶς καί αὐτήν θά στερηθῆ καί τήν ἀπώλεια τῆς αἰωνίου ζωῆς διά τῆς ἀμελείας καί τῆς ἀκηδίας θά παρασκευάση γιά τόν ἑαυτόν του καί τήν αἰώνιον κόλασι θά κληρονομήση, ἀπό τήν ὁποίαν εὔχομαι ὁ Θεός νά μᾶς λυτρώση ὅλους.
Εἶναι ἄρα ἀναπόδραστος ἀνάγκη νά ἀκολουθήσωμε τόν Κύριον· διότι ἄν ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ μᾶς ἐλευθερώση, τότε θά εἴμεθα ἀληθῶς ἐλεύθεροι. Ναί, ἀληθῶς, μόνον ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ ἠμπορεῖ νά μᾶς ἐλευθερώση· διότι αὐτός εἶναι ἡ ἐλευθερία. «Ὁ δέ Κύριος τό Πνεῦμά ἐστιν· οὗ δέ τό Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος· μόνον ἐάν ἀκολουθοῦμε τόν Σωτῆρα ἠμποροῦμε νά μείνωμε ἐλεύθεροι καί νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν δουλεία τῆς ἁμαρτίας· «πᾶς ὁ ποιῶν τήν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας». Ἐάν λοιπόν θέλωμε νά εἴμεθα ἐλεύθεροι, ὀφείλουμε νά ἀκολουθοῦμε τόν Σωτῆρα Χριστόν.


Ἁγίου Νεκταρίου, Ἐπισκόπου Πενταπόλεως
 
 
Πηγή:http://www.imsamou.gr/omilies.php?id=2

Νέοι πέφτουν σέ κατάθλιψη λόγῳ ἴντερνετ!

 

῾Η κατάθλιψη τοῦ ῎Ιντερνετ



Από βαριά κατάθλιψη κινδυνεύουν όσοι νέοι 17-24 ετών κοιμούνται λιγότερες από οκτώ ώρες, γιατί ξενυχτούν παίζοντας δικτυακά παιγνίδια ή σερφάροντας στο Ίντερνετ.
Αυτό αποδεικνύει έρευνα στην Αυστραλία σε 20.000 νέους, από τους οποίους όσοι κοιμούνταν λιγότερες από έξι ώρες, παρουσίαζαν συμπτώματα άγχους, στρες και κατάθλιψης, σε σχέση με το 1/4 όσων συμπλήρωναν το απαραίτητο οκτάωρο.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν, ότι ο χρόνος ύπνου των νέων στις...ηλικίες αυτές μειώνεται σταδιακά εξαιτίας των ωρών που περνούν μπροστά στον υπολογιστή παίζοντας ή σερφάροντας στο Ίντερνετ.
Ο καθηγητής Νικ Γκλόζιερ, επικεφαλής της μελέτης που έγινε στο Ινστιτούτο Τζόρτ για την Παγκόσμια Υγεία, λέει:
"Τις τελευταίες δεκαετίες οι έφηβοι και οι νέοι κοιμούνται όλο και λιγότερες ώρες, ενώ γενικά οι υπόλοιποι κοιμόμαστε περισσότερο. Υπάρχουν πολλά γκάτζετ που τα παιδιά και οι νέοι παίρνουν στο δωμάτιό τους, τα οποία δεν υπήρχαν παλαιότερα. Παρ΄ ότι περνούν πολλές ώρες το βράδυ ασχολούμενοι μαζί τους, το πρωί πρέπει να σηκωθούν και να πάνε στο σχολείο ή το πανεπιστήμιο ακριβώς την ίδια ώρα, όπως πήγαιναν και τις περιόδους που κοιμόντουσαν περισσότερο. Ετσι, πολλοί μαθητές ή φοιτητές αρχίζουν και παρουσιάζουν έντονα συμπτώματα από την έλλειψη ύπνου".
Και επισημαίνει ότι η έλλειψη ύπνου, μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα πολλές και σοβαρές συνέπειες στον ανθρώπινο οργανισμό.

Γιατί κάνουμε τόν Σταυρό μας; Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. ῾Ιεροθέου Βλάχου



«Σταυρέ τοῦ Χριστοῦ σῶσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει σου».






Οἱ λόγοι γιά τούς ὁποίους κάνουμε τόν Σταυρό ἐπάνω μας εἶναι πολλοί. Θά ἀρκεσθοῦμε στήν ἀπαρίθμηση τῶν κυριοτέρων.
   Πρῶτον ἐκφράζουμε τήν εὐγνωμοσύνη μας πρός τόν Χριστό, πού μᾶς ἀγάπησε μέχρι Σταυροῦ καί μᾶς ἔσωσε.
   Δεύτερον ζητᾶμε τήν Χάρι καί τήν Εὐλογία Του γιά νά νικήσουμε τά πάθη καί νά ἐκδιώξουμε τόν πολυμήχανο ἐχθρό.
  Τρίτον σχηματίζουμε ἐπάνω μας τόν Σταυρό γιά νά σταυρώσουμε τούς κακούς λογισμούς, τίς πονηρές ἐπιθυμίες καί τήν ἀχαλίνωτη καί διεστραμμένη θέλησι, πού μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ.
   Τέταρτον μέ τό σχῆμα τῆς χειρός ὁμολογοῦμε τό δόγμα τῆς ῾Αγίας Τριάδος καί τό δόγμα τῆς ἀσυγχύτου καί ἀδιαιρέτου ἑνώσεως τῆς θείας καί ἀνθρωπίνης φύσεως στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Μέ τά τρία δάκτυλα ἑνωμένα ὁμολογοῦμε τήν ῾Αγία Τριάδα καί μέ τά δύο ἄλλα τήν θεανδρικότητα τοῦ Χριστοῦ.
   Πέμπτον ὁμολογοῦμε ὅτι θά ζήσουμε σταυρική ζωή , θά ἀγαπήσουμε τήν ἄσκησι, θά θυσιάσουμε καί τήν ζωή μας, ἄν ὁ Κύριος τό ἐπιτρέψη, ὅπως ἔκαναν οἱ ἅγιοι μάρτυρες καί γενικά, ὅπως ἔκαναν ὅλοι οἱ ἄγιοι. Γι᾿ αὐτό,  ὅταν ἀσπαζώμαστε τίς εἰκόνες τους,  κάνουμε τό σημεῖο τοῦ  Σταυροῦ.  
    ῾Η δύναμί μας, ἡ δόξα μας καί ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας εἶναι ὁ Τίμιος τοῦ Κυρίου Σταυρός, ὁ ὁποῖος ἀντλεῖ δύναμι ἀπό τόν ᾿Εσταυρωμένο Κύριο. Γι᾿ αὐτό σταυρώνοντας τό σῶμα μας, ἄς προσευχώμαστε μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς μας: «Σταυρέ τοῦ Χριστοῦ σῶσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει σου».

Πηγή: Σεβ. ῾Ιεροθέου Βλάχου: «᾿Οσμή γνώσεως», σελ. 164, ᾿Εκδ. Τέρτιος,  Κατερίνη 1985.

᾿Αντιγραφή:᾿Οδυσσεύς

Ἡ παιδεία εἶναι ἄσκησις ἀρετῆς! τοῦ Σαράντου Καργάκου


"Σήμερα ἔτσι καὶ τολμήσης καὶ πῆς μία ἀρχαία ἑλληνικὴ φρᾶσι, μπορεῖς νὰ ἀκούσης -καὶ τὸ ἔχω ἀκούσει γιὰ τὸν ἑαυτό μου- «Ἀλβανὸ εἶσαι κύριε;». Τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ θεωροῦνται πλέον ἀλβανικά".

Ἡ παιδεία εἶναι ἄσκησις ἀρετῆς, εἶναι ἀνθρωποπλαστικὸ ἰδανικό. Μὲ τὴν παιδεία, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἐτυμολογικὴ βᾶσι τὸ παιδί, δημιουργεῖς ἀνθρώπους. Ἀρτίους ἀνθρώπους, ἱκανοὺς νὰ ἀνταποκριθοῦν στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ μέλλοντος, ποὺ ὅμως δὲν σὲ θέλει ὑπήκοο, σὲ θέλει πολίτη. Μὲ τὴν παιδεία δημιουργεῖς τὸν πολίτη καὶ ὄχι τὸν ἀλήτη, καὶ μὲ τὴν ἀθώα καὶ μὲ τὴν κακὴ σημασία. Διότι ἀλήτης σὲ πρώτη σημασία σημαίνει ὁ περιπλανώμενος.
Ἐκπαίδευσις εἶναι παροχὴ δεξιοτήτων. Χωρὶς ἐγὼ νὰ ἀποκλείω τὸ στοιχεῖο τῆς ἐκπαιδεύσεως στὴν διάρκεια τῆς παιδαγωγικῆς λειτουργίας, δὲν θέλω νὰ ὀνομάζω τὴν παιδεία ἐκπαίδευσι. Διότι σὲ ἐκπαίδευσι ὑπόκεινται καὶ οἱ σκύλοι. Ἡ παιδεία εἶναι μόνο γιὰ ἀνθρώπους. Τὸ μεγάλο λάθος, τὸ ὁποῖο ἔκαναν οἱ πολιτικοὶ ἀπὸ τὴν μεταπολεμικὴ περίοδο καὶ μετὰ εἶναι ὅτι βλέποντας τὴν οἰκονομική μας ὑστέρησι, ἡ ὁποία δὲν ὀφειλόταν ἀποκλειστικῶς σὲ θέματα παιδείας, ἀλλὰ στὶς τρομακτικὲς καταστροφὲς τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, τῆς κατοχῆς καὶ τοῦ ἐμφυλίου, ἤθελαν νὰ κάνουν τὴν παιδεία μας περισσότερο πρακτική. Τὴν ἔκαναν πρακτική, ἀλλὰ δὲν τὴν ἔκαναν ἀποδοτική.
Ποιός εἶναι ὁ χαρακτήρας καὶ ποιά ἡ ποιότης τῆς παρεχομένης ἀπὸ τὸ ἐπίσημο ἑλληνικὸ κράτος παιδείας σήμερα;
Πρῶτον, δὲν προσφέρεται παιδεία. Προσφέρεται κακοπαιδεία ἢ ὑποπαιδεία ἢ ὑπνοπαιδεία ἀπὸ ἕνα Ὑπουργεῖο, τὸ ὁποῖο ἔχω ὀνομάσει Πνευματικῆς Ἡμιπληγίας. Θὰ ἦταν σωτήριο γιὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ καταργηθῆ τὸ ὑπουργεῖο αὐτὸ καὶ νὰ ξαναγυρίσουμε στὸ σύστημα τῶν κοινοτήτων, ὅπου οἱ κοινότητες εἶχαν τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ἵδρυση σχολείων, γιὰ τὴν πρόσληψι δασκάλων, γιὰ τὴν πληρωμὴ τῶν δασκάλων, ὁπότε εἶχαν καὶ τὴν εὐθύνη τῆς ποιότητος, καὶ τῶν διδασκόντων ἀλλὰ καὶ τῆς διδασκόμενης ὕλης.
Σήμερα ἔτσι καὶ τολμήσης καὶ πῆς μία ἀρχαία ἑλληνικὴ φρᾶσι, μπορεῖς νὰ ἀκούσης -καὶ τὸ ἔχω ἀκούσει γιὰ τὸν ἑαυτό μου- «Ἀλβανὸ εἶσαι κύριε;». Τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ θεωροῦνται πλέον ἀλβανικά. Καὶ ἂν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔχουν μεταφέρει -θὰ τὸ διαπιστώσω πολὺ σύντομα ἂν εἶναι ἀληθές- μοῦ ζητήθηκε ἀπὸ κάποιον κύριο ἀρκετὰ ἰσχυρὸ οἰκονομικῶς, νὰ συνθέσω ἕναν Πινδαρικὸ ὕμνο γιὰ νὰ διαβαστῆ στοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνες τοῦ Πεκίνου. Κάθησα 22 ἡμέρες καὶ ἔκανα αὐτὸν τὸν Πινδαρικὸ ὕμνο σὲ βοιωτικὴ διάλεκτο, ποὺ δὲν μοῦ εἶναι τόσο οἰκεία ὅσο ἡ δωρικὴ ἢ ἡ ἰωνική. Ὁ κύριος αὐτὸς τὸ ἔδωσε σὲ ἕναν πολὺ γνωστὸ Ἀμερικανὸ ἑλληνιστή, ποὺ ἐπιδίδεται στὴν μελέτη τοῦ Πινδάρου, ἀλλὰ αὐτὸς ζήτησε νὰ τοῦ στείλω καὶ γλωσσάρι, λέξι πρὸς λέξι, γιὰ νὰ μπορέση νὰ τὸ ἀποδώση στὰ ἀγγλικά. Καὶ ἀφοῦ αὐτὸ μεταφράστηκε στὰ ἀγγλικά, μεταφράστηκε στὰ κινεζικά. Ἀπ' ὅτι μοῦ εἶπαν, κάποιος ὑπουργός μας διάβασε στὸ Πεκίνο τὴν ὡδὴ στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ καὶ οἱ Ἕλληνες ἀκροατὲς νόμιζαν ὅτι εἶναι κινέζικα. Ὅταν ἀκολούθως διαβάστηκε στὰ κινεζικά, οἱ Ἕλληνες ἀκροατὲς νόμιζαν ὅτι εἶναι ἀρχαῖα ἑλληνικά. Καὶ μόνο ὅταν διαβάστηκε στὰ ἀγγλικά, δηλαδὴ στὴν «μητρική» μας γλῶσσα, κατάλαβαν τὸ νόημα.
...Ἀλλὰ μιᾶς καὶ φθάσαμε καὶ μὲ ρωτήσατε γιὰ τόνους καὶ πνεύματα, ἐγὼ ὑπῆρξα ἀπ’ ἀρχῆς πολέμιος τοῦ μονοτονικοῦ καὶ τῶν ὀρθογραφικῶν ἁπλουστεύσεων. Καὶ ὁ λόγος δὲν ἦταν οἱ δῆθεν συντηρητικὲς καταβολές μου, ἀλλὰ ἦταν λόγοι καθαρὰ παιδαγωγικοί. Διότι ἡ προσπάθεια ποὺ ἔκανε τὸ παιδὶ νὰ γράψη σωστὰ μία λέξι ἰσοδυναμοῦσε μὲ μία ἄσκησι. Κάθε λέξις, ποὺ ἔγραφε τὸ Ἑλληνόπουλο ἦταν ἕνα μικρὸ προβληματάκι. Ἔτσι ἡ γραφὴ τῆς λέξεως προϋπέθετε στοχασμό, σκέψι. Αὐτὸ τὸ πολὺ ἁπλό: «γλῶσσα», νὰ βάλω ὀξεῖα ἢ περισπωμένη; Τὸ μακρὸν πρὸ βραχέως περισπᾶται ἦταν μία συνεχής, διαρκὴς ἐπιταγὴ ποὺ ἔκανε τὸ παιδὶ ὅταν ἔγραφε, ἕνα σκεπτόμενο μαθητή. Τώρα ὁ μαθητὴς δὲν ἔχει τόνους, δὲν ἔχει πνεύματα, γράφει, ὅπως τοῦ κατέβη, ὅ,τι τοῦ κατέβη καὶ ὁ καθηγητὴς δὲν κάνει τὸν κόπο νὰ διορθώση, διότι καὶ ἡ διόρθωσις ἀπαγορεύεται. Σήμερα ἔχουμε μία ὀρθογραφία ΙΧ, γράφει καθένας ὅπως θέλει, καὶ γι' αὐτὸ πλέον ἡ ἑλληνικὴ ἔχει ἐγκαταλειφθῆ σὲ σημεῖο ποὺ νὰ διασχίζης τὴν Λεωφόρο Κηφισίας καὶ τὴν Λεωφόρο Συγγροὺ καὶ νὰ μὴ βλέπης ἑλληνικὴ ἐπιγραφή.
Προδώσαμε τὴν ἔννοια τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία γιὰ μένα ἡ Ἑλλάδα ταυτίζεται μὲ τὸ ἀπροσκύνητο ἦθος. Ἕλλην, ὅπως ἔχει πῆ ἕνας μεγάλος Ἐλβετὸς ἱστορικός, ὁ Γιάκομπ Μπούρκχαρτ, εἶναι ὁ ἀγωνιζόμενος ἄνθρωπος, διότι στὴν γλῶσσα τὴν ἑλληνική, ἡ λέξις ἀγὼν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀποδίδει τὴν βασικὴ ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνα.
Ποιά θὰ πρέπη νὰ εἶναι ἡ στάσις τῆς Ἑλλάδος; Ἡ στάσις τῆς Ἑλλάδος θὰ πρέπη νὰ βρίσκεται πάντα κοντὰ σὲ ἕνα ἠχηρὸ «ὄχι». Ὅπως λέει ὁ ποιητής, στὸ πίσω μέρος τῆς παλάμης μας εἶναι γραμμένο τρεῖς φορὲς τὸ «ὄχι». Οἱ Ἕλληνες δὲν εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ «ναὶ» καὶ δὲν εἶναι τυχαῖο, ὅτι ὁ μεγαλύτερος προδότης στὰ χρόνια τῆς Ἐπαναστάσεως λεγόταν «Ναινέκος». Ὄχι ὅτι ἔλειψαν οἱ προδότες ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, εἴχαμε καὶ προδότες στὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς ἀλλὰ δὲν εἴχαμε στὸν βαθμὸ ποὺ εἶχαν οἱ Γάλλοι, Δανοὶ καὶ λοιποί, νὰ μὴν ἀναφέρω χῶρες καὶ γίνουμε δυσάρεστοι, διότι εἴμαστε ὁ μόνος λαός, ὁ ὁποῖος δὲν πολέμησε στὸ πλευρὸ τῶν Γερμανῶν, ὅπως τὸ ἔπραξαν ἄλλοι Εὐρωπαῖοι ὑβριστές μας αὐτὴ τὴν στιγμή. Δύο πράγματα ἀκόμη: ὅταν ὁ Λάμπρος Κατσώνης ἐστάλη ἀπὸ τὴν Μεγάλη Αἰκατερίνη γιὰ ἀντιπερισπασμὸ τὸ 1792, κάποια στιγμὴ ἡ Αἰκατερίνη, ἀφοῦ ἔκανε τὴν δουλειά της τοῦ εἶπε: «Λάμπρο μάζεψέ τα καὶ ἔλα διότι ἐγὼ τερμάτισα τὸν πόλεμο μὲ τοὺς Τούρκους» καὶ ὁ Λάμπρος, σὲ μία ὑποτεταγμένη Ἑλλάδα, μὲ τὴν περίφημη φανέρωσί του -ἔτσι ὀνομάζεται τὸ μανιφέστο του, Φανέρωσις- εἶπε τὸ περίφημο: «Ἂν ἡ Αἰκατερίνη ὑπέγραψε, ὁ Λάμπρος δὲν ὑπογράφει, δὲν ὑποκύπτει». Τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐκφράζουν τρία πράγματα: πρῶτον τὸ «μολὼν λαβὲ» τοῦ Λεωνίδα, δεύτερον ἡ ἀπάντησις ποὺ ἔδωσε ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος στὸν Μεχμὲτ τὸν Β΄ , δὲν εἶναι σωστὸ νὰ λέμε Μωάμεθ, «τὸ δὲ τὴν Πόλιν σοι δοῦναι οὔτ' ἐμόν ἐστι οὔτ' ἄλλου τινὸς τῶν ἐν αὐτῇ οἰκούντων. Πάντες γὰρ κοινῇ γνώμῃ αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν μὴ φειδόμενοι τῆς ζωῆς ἠμῶν» καὶ τρίτον ἡ ἀπάντησις ποὺ εἰσέπραξε ὁ ναύαρχος Χάμιλτον ἀπὸ τὸν Γέρο τοῦ Μωριᾶ ὅταν τοῦ πρότεινε συμβιβασμὸ καὶ ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ τοῦ εἶπε: «Ἐμεῖς συμβιβασμὸ δὲν κάνουμε. Ἐλευθερία ἢ Θάνατος. Καπετὰν Ἄμιλτον ὁ Βασιλιᾶς μας σκοτώθηκε, συνθηκολόγησι δὲν ὑπέγραψε καὶ ἡ φρουρά του ἐξακολουθεῖ τὸν πόλεμο ἐναντίον τῶν κατακτητῶν καὶ ἡ φρουρὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τὰ φρούρια τοῦ Βασιλέως ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ἄπαρτα»· καὶ λέει ὁ Χάμιλτον: «Καὶ ποιά εἶναι ἡ φρουρὰ καὶ ποιά εἶναι τὰ φρούρια;» καὶ ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ τοῦ ἁπαντᾷ: «Ἡ φρουρὰ εἶναι οἱ κλέφτες καὶ φρούρια τὰ βουνά, τὸ Σούλι καὶ ἡ Μάνη». Καὶ ὁ Χάμιλτον, γράφει ὁ Γέρος, δὲν ὡμίλησε. Ἐὰν μιλούσαμε ἔτσι στοὺς ξένους, δὲν θὰ τολμοῦσαν νὰ μᾶς μιλήσουν καὶ νὰ μᾶς ἀντιμιλήσουν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Ἑλλὰς σήμερα δὲν εἶναι ἡ Ἑλλάδα τῶν κλεφτῶν καὶ τῶν ἁρματολῶν, εἶναι δυστυχῶς ἡ Ἑλλάδα τῶν κλεφτῶν καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἡ ἁμαρτία εἶναι, καὶ ὅταν λέω ἁμαρτία τὴν ἐννοῶ καὶ μὲ τὴν ἀρχαία καὶ μὲ τὴν χριστιανικὴ σημασία, τὸ σαράκι ποὺ ἔφαγε τὴν αὐτοκρατορία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ἁμαρτία εἶναι καὶ τὸ μαράζι ποὺ τρώει τὴν σύγχρονη Ἑλλάδα. Θὰ μοῦ πῆτε τὰ λέω ἐγὼ καὶ ξεχνάω αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστός, «ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλέτω». Ὄχι βεβαίως. Ὅλοι ἔχουμε κάνει λάθη. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐμεῖς οἱ πολῖτες τὰ λάθη τὰ πληρώσαμε καὶ τὰ πληρώνουμε, καὶ τὰ πληρώνουμε πολὺ βαρειά. Διότι τὰ λάθη τῶν πολιτικῶν εἶναι ἁμαρτίες ποὺ δὲν παιδεύουν αὐτοὺς οὔτε τὰ τέκνα τους, παιδεύουν ἐμᾶς τοὺς πολῖτες. Ἀλλὰ καλὰ κάνουν καὶ μᾶς παιδεύουν διότι οἱ πολιτικοί, ἡ ἐκλογὴ δηλαδὴ τῶν πολιτικῶν, ἡ ἐπιλογὴ τῶν πολιτικῶν, εἶναι εὐθύνη τῶν πολιτῶν. Ἂς μάθουν οἱ πολῖτες νὰ ἐπιλέγουν σωστά, ὥστε νὰ ἔχουμε γκεσέμια ἱκανὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν πρὸς τὰ ἐμπρός.

Πηγή:http://stisepalxeis.blogspot.com

Τό σταυρουδάκι, μιά ἀληθινή ἱστορία τοῦ Πόντου




Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ

Σύμφωνο Συμβίωσης καί γιά ὁμόφυλα ζευγάρια!


πηγή: cosmo.grTης Μαρίνας Κουτσούμπα
Στην κατάρτιση Συμφώνου Συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια προσανατολίζεται η κυβέρνηση, σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης, Χάρη Καστανίδη.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης, όπως ανέφερε στο ραδιοφωνικό σταθμό ΒΗΜΑ 99,5, την Παρασκευή (17/9), ο υπουργός Δικαιοσύνης, Χάρης Καστανίδης, σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Ισότητας έχει δημιουργήσει μία νομοπαρασκευαστική επιτροπή που θα καταθέσει προτάσεις για το Σύμφωνο Συμβίωσης ατόμων του ιδίου φύλου.
Υπενθυμίζεται ότι το Σύμφωνο Συμβίωσης ισχύει σήμερα μόνο για τα ετερόφυλα ζευγάρια.

᾿Αρχιμ. Διονυσίου Φαραζουλῆ: «῎Ας γίνη, Θεέ μου, ὅ,τι θέλεις καὶ ὅπως τὸ θέλεις»




"Νὰ ὑπομείνωμεν καὶ νὰ ὑπομένωμεν ἀγογγύστως τὴν βουλὴν καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ καρδίαν πιστεύουσαν καὶ ἐντελῶς εἰς αὐτὸν παραδεδομένην, νὰ λέγωμεν καὶ νὰ ἐπαναλέγωμεν: «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου".


«ΓΕΝΗΘΗΤΩ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΣΟΥ»

ΥΠΟΤΑΓΗ ΣΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ 


   Δι  τς εχς ταύτης:  «Γενηθήτω τ θέλημά σου», εχόμεθα κόμη κα ζητομεν, να μς χορηγ Θες πομονν ες τς διαφόρους θλίψεις κα περιπετείας το βίου. Διότι πολλάκις τ θέλημα το Θεο δι᾿ μς εναι ν δοκιμάσωμεν ποικίλας θλίψεις ν τ βί μν. Τ θέλημα το Θεο ες πολλς περιστάσεις δι᾿ μς  εναι ν πίωμεν κόμη κα πικρ ποτήρια κα ν ποστμεν δοκιμασίας, π τς ποίας νίοτε, καθς βλέπομεν, σχίζεται καρδία τν νθρώπων. Ναί, Θες πολλάκις θέλει νά διέλθωμεν δι πολλν θλίψεων πρν εσέλθωμεν ες τν βασιλείαν του, θέλει ν δοκιμασθμεν.
   Τί πρέπει λοιπόν ἡμεῖς νὰ κάμωμεν εἰς τοιαύτας περιστάσεις; Νὰ γογγύσωμεν καὶ νὰ παραπονεθῶμεν; Νὰ ἐμπέσωμεν εἰς πικρὰν ἀπογοήτευσιν καὶ νὰ βυθισθῶμεν εἰς τὸ πέλαγος τῆς ἀπελπισίας; Νὰ καταστήσωμεν ὀδυνηρὰς τὰς ἡμέρας τοῦ βίου μας καὶ νὰ ποθήσωμεν, ἵνα ἔλθη τὸ ταχύτερον τὸ τέρμα τῆς ἐπιγείου σταδιοδρομίας μας, καθὼς κάμνουν πολλοὶ ἀτυχεῖς ἐκ τῶν ἀγνοούντων ἀνθρώπων; ῎Οχι, ὄχι. Μὴ γένοιτο! ᾿Αλλὰ τί λοιπόν; Νὰ ὑπομείνωμεν καὶ νὰ ὑπομένωμεν ἀγογγύστως τὴν βουλὴν καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ καρδίαν πιστεύουσαν καὶ ἐντελῶς εἰς αὐτὸν παραδεδομένην, νὰ λέγωμεν καὶ νὰ ἐπαναλέγωμεν: «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου».
   Ναί. ῎Οχι μόνον ὅταν εὐτυχῆς, ἀλλὰ καὶ ὅταν δυστυχῆς, ἀδελφέ μου, ἔχεις καθῆκον νὰ λέγης πρὸς τὸν Θεόν: «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου».
   Καὶ ὅταν τὰ νέφη τῶν θλίψεων ἐπικάθηνται ἐπὶ τοῦ ὁρίζοντος τῆς οἰκογενείας σου καὶ βλέπης τὴν ἀσθένειαν καὶ τὸν θάνατον νὰ εἰσορμᾶ εἰς τὸν οἶκον σου, ὅταν εὑρίσκεσαι εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην νὰ ἀποχωρίζεσαι ἀπὸ τὰς προσφιλεστέρας διὰ σὲ ὑπάρξεις καὶ νὰ συνοδεύης νεκροὺς πρὸς τὸν τάφον ἐκείνους, ἐπὶ τῶν ὁποίων πολλὰς καὶ χρυσᾶς ἐστήριξες ἐλπίδας, καὶ τότε ἔχεις καθῆκον νὰ λέγης: «Θεέ μου, γενηθήτω τὸ θέλημά σου».
   Καὶ ὅταν αἱ καταιγίδες τοῦ βίου πνέουν σφοδραί, καὶ τὰ κύματα τῆς καθημερινῆς βιοπάλης σὲ περικυκλώνουν, καὶ βλέπης τὸν ἑαυτόν σου μέσα εἰς τὴν ταλαιπωρίαν καὶ τὸν πόνον καὶ ἀρχίζης νὰ δακρύης καὶ νὰ στενάζης, καθ᾿ ὅν χρόνον μάλιστα θὰ ἀκούης ἴσως ἄλλους νὰ χαίρουν καὶ νά ἀπολαύουν τῶν εὐχαριστήσεων τῆς ζωῆς, ὤ! Καὶ τότε σύ, Χριστιανὲ ἀδελφέ, καθῆκον ἔχεις νὰ κλίνης τὰ γόνατα, νὰ κύπτης τὸν εὐχένα, νὰ κινῆς τὴν γλῶσσαν, καί, μέ καρδίαν πιστεύουσαν καὶ ἀφοσιωμένην εἰς τὸν Θεόν, νὰ παρακαλῆς διὰ νὰ δίδει ὁ Θεὸς ὑπομονὴν καὶ καρτερίαν, ὥστε νὰ λέγης: «Θεέ μου, γενηθήτω τὸ θέλημά σου. ᾿Αφοῦ σύ, Κύριέ μου, τὸ θέλεις καὶ τὸ διατάσσεις, ἀφοῦ σύ, ὁ Πατὴρ τῆς ἀγάπης, τὸ ἐπιτρέπεις καὶ μοῦ τὸ στέλλεις, τὸ δέχομαι καὶ δὲν ἀντιλέγω. ῎Ας γίνη ὅ,τι θέλεις καὶ ὅπως τὸ θέλεις. Γενηθήτω τὸ θέλημά σου»

᾿Από τό βιβλίο: ᾿Αρχιμ. Διονυσίου Φαραζουλῆ: «῾Ερμηνεία τῆς Κυριακῆς προσευχῆς». σελ. 66. 67, ἐκδ. «Ζωῆς».

᾿Αντιγραφή: ᾿Οδυσσεύς

᾿Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Φαραζουλῆς: ῾Ο φλογερός ἱεροκήρυξ (90 χρόνια ἀπό τήν κοίμησή του 23/2/1920)



του Αρχιμ. Χρυσοστόμου Κ. Παπαθανασίου
Ιεροκήρυκος Καθεδρικοού Ναού Αθηνών
από το βιβλίο «Σύγχρονες Πνευματικές Μορφές»,
Έκδοσις Χριστιανική Στέγη Καλαμάτας, 2009


Σπουδαία προσωπικότης της Ελλαδικής Εκκλησίας υπήρξεν ο αείμνηστος Διονύσιος Φαραζουλής κατά την δευτέρα δεκαετία του 20ου αιώνος. Το πνευματικό του έργον, το όποιον επετέλεσεν εντός ολίγων ετών, διότι ο Θεός τον επήρεν εις την επουράνιον Βασιλείαν Του εις ηλικίαν μόλις 38 ετών, ήταν πράγματι θαυμαστό.
Ο αοίδιμος γεννήθηκε στο Αίγιο το 1882 από αρχοντική, ευσεβή και πολύτεκνη οικογένεια, η οποία του γνώρισε «από βρέφους τα ιερά γράμματα». Αφού τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην ιδιαιτέρα του πατρίδα ήλθε στην Αθήνα και ενεγράφη στην Νομική Σχολή.
Αργότερα μετεγράφη στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου με τον πόθο να υπηρετήσει τον Κύριον και να εργασθεί προς δόξαν του αγίου Ονόματος Του. Περισσότερον από τα επιστημονικά έργα μελετούσε την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας. Ως τριτοετής φοιτητής, μάλιστα, άρχισε να κηρύττει τις Κυριακές σε διαφόρους μικρούς Ναούς των Αθηνών και οι ακροατές του αμέσως τον εξετίμησαν, θαυμάζοντες την φυσική ευφράδεια του, την ταπεινοφροσύνη και το αγωνιστικόν του φρόνημα.
Το 1907 ανηγορεύθη διδάκτωρ της θεολογίας με τον βαθμόν «άριστα» και την 17ην Μαρτίου 1908 εκάρη Μοναχός στην ιστορική Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου και τον Μάϊο του ιδίου έτους χειροτονήθηκε Διάκονος στον μικρό Ναό του Νοσοκομείου της πόλεως Αιγίου. Τον Δεκέμβριο του 1912, σε ώριμη ηλικία των 31 ετών, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στον Ναό του Αγίου Γεωργίου (Καρύτση) από τον Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Τιμόθεο και συνέχισε τα φλογερά του κηρύγματα. Κήρυττε στον ιστορικό Ιερό Ναό της Χρυσοσπηλαιωτίσσης, όπου ο λαός του Θεού τον αγάπησε και τον παρακολουθούσε τακτικότατα γιατί πραγματικά ένοιωθε να οικοδομείται και να καλλιεργείται πνευματικά από τον δόκιμο αυτό κήρυκα του Ευαγγελίου του Χριστού.
Τον Φεβρουάριο του 1919 μετετέθη από την Χρυσοσπηλιώτισσα, και διορίσθηκε από τον Μητροπολίτη Αθηνών Μελέτιον Γ', ως τακτικός ιεροκήρυξ στο Ναό του Αγίου Γεωργίου (Καρύτση), από όπου είχε ξεκινήσει ως Διάκονος. Όμως ο Μητροπολίτης Μελέτιος την 1ην Ιανουαρίου του 1920 τον μετέθεσε στον Καθεδρικό Ναό των Αθηνών για να παρακολουθούν περισσότεροι άνθρωποι τα κηρύγματα του.
Ο πρώτος άμβων της χώρας πραγματικά είχε μεγάλο ιεροκήρυκα να κηρύττει λόγον Θεού και να καλλιεργεί ψυχές πού συνέρρεαν για να τον ακούσουν. Στον Ναό αυτό, την Κυριακή της Απόκρεω, πού συνέπεσε και η εορτή της Υπαπαντής, 2 Φεβρουαρίου 1920, ο π. Διονύσιος κήρυξε για τελευταία φορά. Παρ' ότι ήτο πολύ αδιάθετος, ωμίλησε το πρωΐ και στις δυο Θείες Λειτουργίες. Το απόγευμα με πυρετό εκήρυξε πάλιν. Διησθάνθη το τέλος του και ωμίλησε περί Δευτέρας Παρουσίας. Στο μέσον διέκοψε την τελευταία ομιλία του με τους λόγους: «Εύχεσθε λοιπόν πάντες, όπως έχωμεν τέλη ειρηνικά και καλήν απολογίαν».
Από το βράδυ της ημέρας αυτής ησθένησεν από γριπώδη πνευμονία και η καρδία εξαντλήθηκε. Την Κυριακή 23 Φεβρουαρίου, αφού είπε τρεις φορές το «Μνήσθητί μου, Κύριε», παρέδωσε την αγία ψυχήν του στους αγγέλους να την μεταφέρουν στα ουράνια σκηνώματα. Ο π. Διονύσιος εκοιμήθη.
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι πολλά εγκωμιαστικά άρθρα δημοσιεύτηκαν και στον ημερήσιο Τύπο της εποχής. Η εφημερίς «Αθήναι» της 25-2-1920 έγραφε:
«Ο θάνατος του ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως αρχιμανδρίτου Διονυσίου Φαραζουλή, έδωσεν αφορμήν χθες να σφυγμομετρηθή το θρησκευτικόν αίσθημα του λαού. Ο αποθανών κήρυξ του θείου λόγου δεν ήτο μόνον Ο ευπαίδευτος κληρικός, ο γνωρίζων μετά χαρακτηριστικής απλότητας ν' αναλύη την αλήθειαν των ευαγγελικών ρητών. Ήτο περισσότερον η εμπνευσμένη διάνοια, η θερμή πνοή, και προ πάντων ήτο ο παρατηρητικός νους, ο γνωρίζων να εξάγη ηθικά συμπεράσματα από την γύρω κοινωνικήν ζωήν. Το κήρυγμα του ήγγιζε τα μάλλον ευαίσθητους χορδάς της καρδίας του. Ο δε βίος του ήτο το ευγλωτότερον παράδειγμα. Χιλιάδες κόσμου, τας οποίας είχε κατηχήσει προς την οδόν της ψυχικής αναπλάσεως, έκλαιον χθες ως εάν επρόκειτο περί προσφιλούς των οικείου, και αι χιλιάδες αυταί συνώδευαν το λείψανον του εκλιπόντος ιερωμένου μέχρι του τάφου».
Ειδικότερα για τον π. Διονύσιο ως ιεροκήρυκα αξίζει να αναφέρουμε και το έξης περιστατικό:
Η πρώτη του επίσημος εμφάνισις και δοκιμασία ως ιεροκήρυκας έγινεν εις τον Ί. Ν. Ζωοδόχου Πηγής (οδού Ακαδημίας). Ήσαν οι πρώτοι μήνες του 1908. Ο τότε Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος (Μηνόπουλος), προκειμένου να του δώσει άδεια κηρύγματος, εξεδήλωσε την διάθεση να τον κείρη αναγνώστη και με την ευκαιρία αυτή να τον ακούσει και κηρύττοντα. Ο Μητροπολίτης λειτουργούσε στον μνημονευθέντα ναό. Όταν μετά το Ευαγγέλιο παρηκολούθησε από την ωραία Πύλη το κήρυγμα του νεαρού αναγνώστου, συνηρπάγη ολόκληρος και με βαθύτατο θαυμασμό ανεφώνησε προς τον π. Ευσέβιο Ματθόπουλο, ο όποιος παρίστατο εις το ιερό Βήμα: «Νέος Μηνιάτης».
Όπως έλεγον, η φωνή του ήταν γλυκεία. Η απαγγελία του ρέουσα, διαυγής και ζωντανή. Προικισμένος με μνήμην εξαιρετική, ημπορούσεν ευχερέστατα να απομνημονεύει τους λόγους του: Γράφει ο βιογράφος του αρχιμανδρίτης π. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος: «Δεν ήτο κήρυγμα απλούν ο λόγος του π. Διονυσίου. Ήτο μάλλον μία ιερά ανακοίνωσις, μία μυσταγωγία, η οποία εχειραγώγει τον νουν των ακροατών εις το ύψος των θείων αληθειών και έθετε αυτούς εις επικοινωνίαν με τον ίδιον τον Θεόν. Δεν ηυχαρίστει μόνον δια των κηρυγμάτων του, ούτε προεκάλει αισθήματα παροδικά και εφήμερα. Όταν εκήρυττε, ηλέκτριζε, συνήρπαζε, ηχμαλώτιζε προς τον Χριστόν τας ψυχάς. Ήνοιγε μάτια και αυτιά κλεισμένα προς την αλήθειαν, αφύπνιζε συνειδήσεις, ενέπνεε, εθέρμαινε, εφώτιζε τας ψυχάς με το άπλετον φως του Ευαγγελίου». Τα θέματα του αντλούσε ο π. Διονύσιος από την Αγίαν Γραφήν. Ένα δε από τα προσφιλέστατα θέματα του ήταν το περί μετανοίας. Πολλάκις έκλεινε το κήρυγμα του συνιστών αποφασιστική μετάνοια και ειλικρινή εξομολόγησιν.
Εκ των κηρυγμάτων του δημοσιεύθησαν οι λόγοι του εις την Μ. Παρασκευήν και τα συγγράμματα «Ερμηνεία της Κυριακής Προσευχής», «Χριστιανική οικογένεια» και «Ομιλίαι περί Ηθικής και Σωφροσύνης».
Αξίζει να αναφέρουμε τί έγραψαν γι' αυτόν τα τελευταία χρόνια δύο γνωστοί λογοτέχνες. Ο ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς στην εφημερίδα «Εστία» της 9-1-1960 έγραψε:
«Αν υπάρχη ανάγκη ιεροκηρύκων στην ύπαιθρο, δεν συζητείται! Είναι σαν να ρωτάμε, αν χρειάζωνται ιεραπόστολοι στην ζούγκλα. Υπάρχει ανάγκη ανθρώπων, πού να εξημερώσουν τ' αγρίμια, να σταλάζουν στις ψυχές τους ανθρωπινώτερα αισθήματα. Το χριστιανικό κήρυγμα είναι από τα πιο κατάλληλα γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά πρέπει να υπάρχουν άνθρωποι, πού να μπορούν να το κάμουν με τον συναρπαστικό τρόπο του αειμνήστου Διονυσίου Φαραζουλή, του ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως, κατά το 1919, πού όταν πέθανε - νεώτατος, δυστυχώς - όλο το χριστεπώνυμο πλήρωμα τον εθρήνησε από τα βάθη της καρδιάς του, τον επένθησε ειλικρινέστατα κι' ένοιωσε το αληθινά δυσαναπλήρωτο κενόν, πού άφινε. Ήξερε να μιλή ζωντανά αυτός - να καθηλώνη τον ακροατή του, να τον συγκινή».
Επίσης ο λογοτέχνης Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος έγραψε στις 12-6-1960 στην έφημ. «Ελευθερία»:
«Θυμάμαι το Διονύσιο Φαραζουλή, τον πρόωρα χαμένο. Εκείνο το χλωμό πρόσωπο, το γεμάτο αληθινή κατάνυξη, πού μιλούσε κάθε Κυριακή. Με πόση ζέστα, με πόση λιτότητα, με πόση γνώση, με πόση ευφυΐα έπαιρνε τα θέματα της κάθε στιγμής και τα έκανε κήρυγμα! Και με πόση προσοχή τον παρακολουθούσαν, όχι ανόητα γραΐδια και χλωρωτικοί νεανίσκοι. Όχι οι «θεοφοβούμενοι», οι εξωντωμένοι από υποκρισία, όχι εκείνοι με το βλακώδες ύφος, αλλά οι καλλιεργημένοι, οι ανήσυχοι, με τους δισταγμούς, με τις αντιρρήσεις, με τ' αντεπιχειρήματα, οι άνθρωποι της επιστήμης, της τέχνης».
Ο επιτυχέστερος βέβαια χαρακτηρισμός για το κήρυγμα και τον άνδρα είναι εκείνος του αειμνήστου Χρυσοστόμου (Παπαδοπούλου), Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος και Καθηγητού Πανεπιστημίου πού αποδεικνύει την προσωπικότητα του: «Ο ιεροκήρυξ Διονύσιος Φαραζουλής ό,τι ελεγεν, ήτο όπερ αυτός επίστευε και αυτός έζη... Οι ακροαταί του δεν εχώριζον τα λεγόμενα του από της προσωπικότητας του... Και έπειθε, διότι ο ίδιος ήτο πεπεισμένος περί των διδασκομένων».
πηγή:www.zoiforos.gr