"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

᾿Επίδομα 550 εὐρώ γιά... «ντρίνκ»!

 

Ενα παλιο ανέκδοτο ελεγε οτι σε έναν πόλεμο η αεροπορία βομβαρδίζει, ο στρατός καταλαμβάνει και ακολουθεί το ναυτικό για να κάνει τη δεξίωση...

Ωστόσο, λόγω της οικονομικής κρίσης, το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό χάνει την αίγλη του καθώς σταματούν οι πολυσυζητημένες δεξιώσεις. Το εντόπισαν οι ελεγκτές της Ε.Ε. και έμειναν άφωνοι: Κάθε άνοιξη, με αφορμή τις ετήσιες κρίσεις, οι ανώτατοι αξιωματικοί του ΠΝ έπαιρναν επίδομα 550 ευρώ για... «drinks»! Απαντες, λοιπόν, κατά την αποστρατεία, την προαγωγή ή τη μετακίνησή τους παρέθεταν μία μίνι δεξίωση στο δώμα του ΓΕΝ. Οπως ήταν αναμενόμενο, το συγκεκριμένο επίδομα κόπηκε, με συνέπεια να σταματήσουν και τα «drinks»...

Πηγή: http://www.ethnos.gr/

Αν ένα παιδί…..πολύτιμοι παιδαγωγικοί λίθοι...!



stsergiusΑν ένα παιδί ζει μέσα στην κριτική,

                                             μαθαίνει να κριτικάρει.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην έχθρα,

                                              μαθαίνει να καυγαδίζει.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ειρωνεία,

                                              μαθαίνει να είναι ντροπαλό.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ντροπή,

                                               μαθαίνει να είναι ένοχο.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην κατανόηση,

                                               μαθαίνει να είναι υπομονετικό.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ενθάρρυνση,

                                               μαθαίνει να έχει εμπιστοσύνη.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην έπαινο,

                                               μαθαίνει να εκτιμά.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην δικαιοσύνη,

                                               μαθαίνει να είναι δίκαιο.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ασφάλεια,

                                               μαθαίνει να πιστεύει.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην επιδοκιμασία,

                                               μαθαίνει να έχει αυτοεκτίμηση.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην παραδοχή και τα φιλιά,

                                                μαθαίνει να βρίσκει την αγάπη μέσα στον κόσμο.

 

Πηγή:http://polemarchos.wordpress.com

Οἱ ἄθεοι δέν πρέπει νά λένε :“ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ!”, ἀλλά “Ἐγώ δέν ἔχω Θεό”-Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
σέ πνευματικό του παιδί

nikolai-velimirovic
Eνας συνάδελφός σου σού ἐπαναλαμβάνει συνεχῶς: “ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ!” Καί αἰσθάνεσαι σά νά σέ χτυπᾶ μέ μαστίγιο.
Κι ἐσύ ἀγωνιᾶς γιά τήν ψυχή του καί τή ζωή του. Καί καλά σκέφτεσαι.
Ἄν δέν ὑπάρχει ὁ Ζῶν κι ὁ Παντοδύναμος Θεός κι ἄν δέν εἶναι ἰσχυρότερος ἀπό τό θάνατο, τότε ὁ θάνατος εἶναι ὁ μοναδικός κυρίαρχος.
Καί ἡ κάθε ζωντανή ὕπαρξη δέν εἶναι παρά ἕνα κλωτσοσκούφι τοῦ θανάτου. Ἕνα ποντικάκι στό στόμα τῆς γάτας.
Μία φορά, ἀντικρούοντας τόν, τοῦ εἶπες: “Ὁ Θεός ὑπάρχει. Γιά σένα δέν ὑπάρχει”. Καί δέν ἔσφαλες. Γιατί ἐκεῖνοι πού ἀποκόπτονται ἀπό τόν Αἰώνιο καί Ζωοδότη Κύριο ἐδῶ στήν γῆ, ἀποκόπτονται ἀπό τή ζωή τήν πραγματική. Καί ἔτσι οὔτε ἐδῶ, οὔτε στήν ἄλλη ζωή θά γευθοῦν τό μεγαλεῖο του Θεοῦ καί τῆς πλάσης Του. Καί καλύτερα νά μήν εἴχαμε γεννηθεῖ, παρά νά εἴμαστε ἀποκομμένοι ἀπό τόν Θεό.
Ἄν ἤμουν στή θέση σου, θά τοῦ ἔλεγα τά ἑξῆς:
* Κάνεις λάθος, φίλε μου! Ὀρθότερο θά ἦταν, ἄν ἔλεγες: “Ἐγώ δέν ἔχω Θεό”. Διότι τό βλέπεις, ὅτι ὑπάρχουν τόσοι ἄνθρωποι γύρω σου, πού ἔχουν Θεό καί γι’ αὐτό διακηρύττουν ὅτι ὑπάρχει Θεός. Λοιπόν, μή λές: “Δέν ὑπάρχει Θεός”! Περιορίσου νά λές: “Ἐγώ δέν ἔχω Θεό”!
* Κάνεις λάθος! Μιλᾶς σάν τόν ἄρρωστο, πού λέει ὅτι δέν ὑπάρχει πουθενά ὑγεία!
* Κάνεις λάθος! Μοιάζεις μέ τόν τυφλό πού λέει: “Δέν ὑπάρχει φῶς στόν κόσμο”. Ὅμως φῶς ὑπάρχει. Καί εἶναι διάχυτο παντοῦ. Αὐτός ὁ δυστυχής δέν ἔχει τό φῶς του. Καί θά μιλοῦσε σωστά ἄν ἔλεγε: “Ἐγώ δέν ἔχω μάτια καί δέν βλέπω φῶς”.
* Κάνεις λάθος! Μιλᾶς σάν τό ζητιάνο, πού λέει: “Δέν ὑπάρχει χρυσάφι στή γῆ”. Μά χρυσάφι ὑπάρχει! Καί ἐπάνω στή γῆ! Καί μέσα στή γῆ! Αὐτός δέν ἔχει χρυσάφι! Τό σωστό θά ἦταν νά ἔλεγε: “Ἐγώ δέν ἔχω χρυσό”!
* Κάνεις λάθος! Μοιάζεις μέ τόν παλιάνθρωπο πού λέει: “Δέν ὑπάρχει καλωσύνη στόν κόσμο”. Ἐνῶ θά ἔπρεπε νά πεῖ: “Ἐγώ δέν ἔχω ἴχνος καλοσύνης μέσα μου”.
Αὐτό νά τοῦ πεῖς κι ἐσύ:
Συνάδελφε, κάνεις λάθος! Λάθος διακηρύττεις ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός! Γιατί, ὅταν κάτι δέν τό ἔχεις ἐσύ καί δέν τό γνωρίζεις ἐσύ, δέν σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει πουθενά κι ὅτι δέν τό ἔχει κανείς! Ποιός σου ἔδωσε τό δικαίωμα νά μιλᾶς ἐκ μέρους ὅλου του κόσμου; Ποιός σου ἔδωσε τήν ἄδεια νά διακηρύττεις, ὅτι τήν δική σου ἀρρώστια τήν ἔχουν ὅλοι; Ὅτι ὅλοι ἔχουν τήν δική σου πλάνη;
Φωνάζεις ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός! Τό διακηρύττεις σέ ὅλον τόν κόσμο! Πολεμᾶς τήν ἀλήθεια!
Ἐκεῖνοι πού δέν θέλουν νά ζοῦν μέ τόν Θεό εἶναι ἐλάχιστοι. Ἀλλά καί γι’ αὐτούς ὁ Θεός ὑπάρχει! Τούς περιμένει. Μέχρι τήν τελευταία πνοή σ’ αὐτή τή γῆ!
Καί μόνο ἄν δέν φροντίσουν νά μετανοήσουν, ἔστω στήν τελευταία τους στιγμή, μόνο τότε ὁ Θεός στήν ἄλλη ζωή θά πάψει νά ὑπάρχει γι’ αὐτούς.
Καί θά τούς διαγράψει ἀπό τό βιβλίο τῆς ζωῆς.
Γι’ αὐτό πές του, σέ παρακαλῶ φίλε μου.
Γιά τό καλό της ψυχῆς σου. Γιά τά ἐπουράνια ἀγαθά. Γιά τά δάκρυα πού ἔχυσε ὁ Χριστός καί τίς πληγές πού δέχθηκε γιά ὅλους μας. Ἄλλαξε μυαλό! Μετανόησε!
Διορθώσου! Καί γύρισε στήν Ἐκκλησία μας! 

Πηγή:http://polemarchos.wordpress.com

«ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΑΚΑ» ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ -τοῦ κ. Σταύρου Ἰω. Κουρούση, τ. Καθηγητοῦ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν

 
    Σκέψεις σοβαρᾶς ἀνησυχίας προκαλοῦν τὰ κατὰ καιροὺς ὑποστηριζόμενα περὶ ἀνάγκης λειτουργικῆς «ἀναγεννήσεως» εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν μας, διότι κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς ὡρισμένων ἡ Λατρεία, ὡς ἔχει ἀπὸ μακρῶν αἰώνων ἀμετάβλητος, δὲν προσαρμόζεται εἰς τά, ἄλλως ἀντιφατικά, μηνύματα καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς συγχρόνου ἐποχῆς ἢ τὰ πορίσματα τῆς διεθνοῦς ἐπιστήμης· παρουσιάζεται δὲ τοῦτο ὡς ἔχον καὶ τὸν χαρακτῆρα πιεστικῆς ἀπαιτήσεως. Καὶ χαρακτηριστικὸν δεῖγμα ἡ πρό τινος δημοσιευθεῖσα εἰς τὸν «᾿Ορθόδοξον Τύπον» τῆς 20.11.09, σ.7, ἐπιστολὴ ὑπὸ τὸν τίτλον «᾿Απορίαι» μετὰ τοῦ ὑστερογράφου της, ἡ ὁποία, γραφεῖσα εἰς ἔνδειξιν συμπαραστάσεως εἰς τὰς «ἀναγεννητικὰς» ἰδέας τοῦ ἱερέως καὶ «ἀκαδημαϊκοῦ» καθηγητοῦ π. Βασιλείου Θερμοῦ, ἐπιτείνει τὰς ἀπορίας καὶ δημιουργεῖ διλήμματα.
    Εἰς τὴν ἀνωτέρω ἐπιστολὴν ἀνεγνώσαμεν σὺν τοῖς ἄλλοις ὅτι οἱ «βυζαντινισμοὶ» συμπορεύονται μετὰ τῆς ἐκκοσμικεύσεως ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ καὶ ἀπομακρύνουν ἐκ τῶν κόλπων της τοὺς νέους, διότι «οἱ νέοι ἄνθρωποι ἀναζητοῦν ἀπεγνωσμένα ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία νὰ τοὺς ἐξηγήσει στὴ γλῶσσα τους τὸν τρόπο γιὰ νὰ πορευτοῦν πρὸς τὴν ᾿Αλήθεια καὶ τὸν Σωτῆρα». Καὶ τοῦτο ὡσὰν νὰ ἀρνούμεθα ὅτι ἀνέκαθεν καὶ σήμερον ἰδίᾳ ἡ ᾿Εκκλησία ἐξηγεῖ διὰ πολλῶν μέσων καὶ κατὰ τρόπον ἐξόχως κατανοητὸν καὶ εἰς σοφοὺς καὶ εἰς ἀσόφους τὰ θέματα τῆς πίστεως καὶ τοῦ χριστιανικοῦ βίου. Αὐτοὶ δὲ οἱ «βυζαντινισμοὶ» τί εἶναι; ᾿Εὰν ἐννοῆ δι᾿ αὐτῶν ὁ ἐπιστολογράφος ὅτι εἰς τὸ Βυζάντιον ἦτο ἄγνωστος ἡ ποθητὴ λιτότης, τότε ἀδικεῖ τὴν ἀλήθειαν. ᾿Αλλὰ καὶ εἰδικῶς ἡ εἰς τὸ Βυζάντιον ἀναφορὰ τῆς ἐπιστολῆς μαρτυρεῖ ὅτι εἶναι ἀστήρικτος ἱστορικῶς καὶ ἀναχρονιστικὴ ἡ καταφορὰ κατ᾿ αὐτοῦ, ἐφ᾿ ὅσον διατυποῦται ἡ ὑποψία· «Γιατὶ ὑποψιάζομαι ὅτι καὶ οἱ μεγάλοι Πατέρες, ὅταν ἀποτολμοῦσαν νὰ προτείνουν τὰ νέα (γιὰ τὴν ἐποχή τους) λειτουργικὰ κείμενα θὰ ἀντιμετώπιζαν παρόμοιες ἀντιδράσεις ἀπὸ τοὺς τότε αὐτοπροσδιοριζόμενους θεματοφύλακες τῆς Παράδοσης, ποὺ πιθανὸν νὰ ἦταν οἱ Βασιλεῖς καὶ οἱ Βασίλισσες, ποὺ ἀργότερα τοὺς ἔστελναν στὴν ἐξορία;». Δὲν χρῄζει σχολιασμοῦ ἡ ἀνιστόρητος ὑποψία, ἀλλὰ εἶναι ἐνδεικτικὴ ἡ τάσις τῆς κατασυκοφαντήσεως τῆς περὶ βυζαντινῆς ὑμνογραφίας πραγματικότητος.
    ᾿Επισυνάπτεται καὶ ὑστερόγραφον· «Δὲν θέλω νὰ σχολιάσω καθόλου τὰ γραφόμενα τοῦ “Ο.Τ.” σχετικὰ μὲ τὴ “λειτουργικὴ ἀναγέννηση”, ποὺ ἐπιχείρησε ὁ μακαριστὸς Χριστόδουλος. Νομίζω ὅτι εἶναι πλήρως ἀποδεκτὸ ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ μία ἀκόμη ἀπὸ τὶς τόσες “φοῦσκες”, ποὺ μᾶς γέμισε ὁ μακαριστὸς γιὰ πολλὰ καὶ σοβαρὰ θέματα τῶν ἡμερῶν του».
    Καὶ ἰδοὺ τὸ πρῶτον δίλημμα· ἡ ἐπιστημονικῆς θεμελιώσεως καὶ ἰδίως ἐπὶ τόσον στερεοῦ ἱστορικοῦ ὑποβάθρου στηριζομένη «ἀναγέννησις» τῶν κύκλων τοῦ π. Θερμοῦ προτιμητέα ἢ οἱ «φοῦσκες» τοῦ Μακαριστοῦ, αἱ ὁποῖαι εἶχον καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν καὶ αὐταὶ ἐνθέρμους ὀπαδούς;
    ῾Ως πρὸς τὴν πρώτην, ἐκ τῶν δημοσιευθέντων εἰς τὸν «Ο.Τ.» (τῆς ἐπικρίσεως τῶν ἱερέων, φφ. τῆς 25.9.09, σσ. 3 – 4, καὶ τῆς 2.10.09, σσ. 3 – 4, καὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ θιγομένου, φ. τῆς 9.10.09, σ. 6) γίνονται γνωσταὶ συνοπτικῶς αἱ κυριώτεραι ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι κατευθύνουν τὰς ἀναγεννητικὰς ὑποδείξεις τοῦ π. Βασιλείου πρὸς κατ᾿ οὐσίαν ἀνακατασκευὴν τῆς Λατρείας.
    Κατηγορεῖται τὸ Βυζάντιον ὅτι ἐπέφερε νόθευσιν εἰς τὸ ἀρχέγονον πνεῦμα τῆς Λατρείας καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ δὲν διευκρινεῖται τί ἐννοεῖται διὰ τῆς ἐννοίας «Βυζάντιον», τοῦ νεωτερικοῦ τεχνικοῦ τούτου ὅρου. ᾿Εὰν ὁ λόγος εἶναι περὶ τῆς Πολιτείας (βασιλέως, παλατίου), τὴν ὁποίαν τὰ ἀνωτέρω παραθέματα θέλουν ἐχθρὰν ἐκ προοιμίου πρὸς τοὺς Πατέρας, ἡ ἐπίσημος θεσμικὴ ἔκφρασις διαψεύδει. ᾿Αρκεῖ ἡ ἀναδρομὴ εἰς νομοθετικὰ κείμενα, ὧν πρόχειρον ἀλλὰ εὔγλωττον δεῖγμα οἱ τίτλοι β´ καὶ γ´ τῆς ἐπὶ Βασιλείου Α´ «Εἰσαγωγῆς τοῦ Νόμου» περὶ βασιλέως καὶ πατριάρχου· καὶ ἂς κρίνωμεν ἂν ἡ βυζαντινὴ ἀντίληψις περὶ βασιλείας καὶ ᾿Εκκλησίας προσβάλλει τὴν ᾿Ορθοδοξίαν ἢ εἶναι ξένη πρὸς τὸ Εὐαγγέλιον ἢ ἀντιπαραθέτει τὰς δύο ἀρχὰς ἢ εἶναι προϊὸν εἰσόδου παγανισμοῦ. ῎Αλλως τε καὶ ἡ ἱστορικὴ ἐπιστήμη διδάσκει ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ θεσμὸς τοῦ βασιλέως καὶ ἡ ἰδέα περὶ τοῦ παλατίου ἔχουν ἰσχυρὰν ῾Αγιογραφικὴν στήριξιν καὶ δὴ καὶ τῆς ΠΔ. ῍Αν ὑπῆρξαν παραβάσεις ὀφείλονται εἰς πρόσωπα καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἐπίσημον ἰδεολογίαν τοῦ Βυζαντίου, εἰς τὸ ὁποῖον μονομερῶς καταλογίζει ὁ ἐπιθυμῶν τὴν διαγραφήν του ὅτι «αἱρετικοὶ φυλακίσθηκαν καὶ ἐξορίστηκαν, καὶ αἰχμάλωτοι ἀκρωτηριάστηκαν, καὶ ἅγιοι διώχθηκαν καὶ συκοφαντήθηκαν, καὶ αἱρέσεις ἀνεφύησαν ἀπὸ τὸν μοναχισμό του» («Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6). [᾿Εντεῦθεν εἶναι κατανοητὸν καὶ τὸ παράπονόν του, ὅτι «τὸ Βυζάντιο κράτησε πάρα πολὺ —1100 χρόνια—»! Καὶ ἐπειδὴ εἰδικῶς εἶχεν ἀνθρώπινα ἐλαττώματα, «καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔσβησε» («Ο.Τ.» 2.10.09, σ. 3). Εἶναι ἆρά γε βέβαιος ὁ ἐπικριτὴς ὅτι «ἔσβησε»; ῎Εχουν ἀντιρρήσεις ἡ ῾Ιστορία, ἡ Θεολογία, ἡ Φιλολογία, ἡ ᾿Αρχαιολογία, ἡ ῾Ιστορία τοῦ Δικαίου, ἡ Λαογραφία]. Εὐτυχῶς δὲ ὅτι οἱ κορυφαῖοι τῶν ᾿Αποστόλων Πέτρος καὶ Παῦλος ἔζησαν αἰῶνας προηγουμένως καὶ δὲν ἐμπίπτουν εἰς τὴν κατὰ τοῦ Βυζαντίου ἀράν, ὑπουργήσαντες ὁ μὲν εἰς τοὺς θανάτους τοῦ ᾿Ανανίου καὶ τῆς Σαπφείρης (Πράξ. ε´ 1 – 10), ὁ δὲ εἰς τὴν τύφλωσιν ᾿Ελύμα τοῦ Μάγου (Πράξ. ιγ´ 6 – 11).
    ᾿Αφοῦ λοιπὸν θέλει νὰ ἀνάγωνται πάντα τὰ ἐγκλήματα ταῦτα ἰσοπεδωτικῶς καὶ ἀπροσώπως εἰς τὸ Βυζάντιον, τότε ἀπαντῶμεν κατὰ τὸν ὅμοιον τρόπον γενικεύοντες ὅτι τὸ αὐτὸ Βυζάντιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἐστηλίτευσεν αὐτά, καὶ τὸν μοναχισμὸν ἐκτρεπόμενον καὶ τὰς διώξεις αἱρετικῶν· πβ. ὡς πρὸς τὸ δεύτερον τὴν ἀντίδρασιν τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου (ἐπ. 94, 455, ἔκδ. Φατούρου) εἰς τὴν ἀπόπειραν ἐξοντώσεως τῶν Παυλικιανῶν τῆς Μ. ᾿Ασίας ἐπὶ Μιχαὴλ Α´, ἀλλὰ καὶ παλαιότερον τὴν σχετικὴν διδασκαλίαν τοῦ Χρυσοστόμου (PG 58, 477Β–C) καὶ βραδύτερον τὴν διαμαρτυρίαν πρὸς τὸν πάπαν Γρηγόριον Θ´ τοῦ Πατριάρχου Γερμανοῦ Β´ ἢ πρὸ τῆς ῾Αλώσεως τοῦ ᾿Ιωσὴφ Βρυεννίου ὁμοίως πρὸς τὸν πάπαν, ὅτι ἡ ᾿Εκκλησία δὲν ἔχει δικαίωμα ἀφαιρέσεως ζωῆς. ᾿Αλλὰ καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰ ἀνωτέρω καταλογιζόμενα, ὡς πράξεις τῆς Πολιτείας ἀποβλέπουσαι εἰς τὴν ἐπιδιωκομένην κρατικὴν συνοχὴν καὶ ἀσφάλειαν δὲν ἔχουν ἐπιπτώσεις ἐπὶ τῆς Λατρείας τῆς ᾿Εκκλησίας, δεομένης ἤδη ἐν Βυζαντίῳ ὑπὲρ αἰχμαλώτων, ὑπὲρ ἀγαπώντων καὶ μισούντων, ὑπὲρ ἐπιστροφῆς πεπλανημένων καὶ ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως. Καὶ ἐπὶ πλέον ἡ νενομισμένη σχέσις ᾿Εκκλησίας καὶ βασιλέως καὶ ἡ συμπόρευσις ᾿Εκκλησίας καὶ Πολιτείας ὠφέλησε γενικῶς εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ᾿Εκκλησίας.
    ᾿Αλλὰ ἔχει καὶ ἀρετὰς τὸ Βυζάντιον (μεγαλυτέρας τῶν ὅσων παραχωρεῖ συγκαταβαίνων ὁ ἐπικριτής του, «Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6) καὶ ἀνεκτιμήτου ἀξίας προσφορὰν σημαντικωτέραν τῶν ἀνωτέρω μελανῶν πτυχῶν.
    Τὸ Βυζάντιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέδειξε τὰς κατὰ τὴν ἐποχήν του αἱρέσεις (διότι ὑπῆρξαν αἱρέσεις ἢδη καὶ ἀπὸ τῶν χρόνων τῆς ΚΔ, δὲν τὰς προεκάλεσε τὸ Βυζάντιον) καὶ ἐδίδαξε κατὰ μοναδικὸν τρόπον τὴν ᾿Ορθοδοξίαν, τὸ Βυζάντιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκήρυξε τὸν Χριστὸν καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων του καὶ ὡδήγησεν εἰς τὴν ᾿Ορθοδοξίαν καὶ τὸν πολιτισμὸν ἑκατομμύρια ἀνθρώπων.
    Τὸ Βυζάντιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέλαβεν, ἀπεδέχθη καὶ διεφύλαξεν ὡς ἐθνικὸν κτῆμα τὴν ῾Ελληνικὴν κλασσικὴν παιδείαν καὶ τὴν παρέδωσεν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα, παρήγαγεν εἰς ἐποχὴν ἀναστατώσεων ἔργα πολιτισμοῦ καὶ μνημεῖα λόγου καὶ τέχνης ὑψηλῆς ποιότητος καὶ κινοῦντα σήμερον τὸ διεθνὲς ἐνδιαφέρον, διεφύλαξε τὴν γλῶσσαν εἰς ὅλας τὰς μορφάς της (καὶ ἂς τὸ προσέξουν αὐτὸ οἱ αὐτόκλητοι ἀναμορφωταὶ) καὶ συνέχισε τὴν ἀρχαίαν πρακτικὴν τοῦ ἐξελληνισμοῦ τῶν βαρβάρων, ἐσφυρηλάτησε διὰ τῆς παιδείας καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας τὴν ἐθνικὴν καὶ ὀρθόδοξον Χριστιανικὴν συνείδησιν, καὶ ἐφωδιάσθη καταλλήλως τὸ Γένος ὥστε νὰ ἐπιβιώσῃ κατὰ τὴν στυγνὴν περίοδον τῆς Τουρκοκρατίας. Δὲν προσέφερεν ἁ­πλῶς ὑπηρεσίαν εἰς τὸ ῎Εθνος, διότι τὸ Βυζάντιον εἶναι αὐτὸ τὸ ῎Εθνος κατὰ συγκεκριμένην ἱστορικὴν περίοδον. ῏Αρά γε εἶναι αὐτὰ ἱστορικαὶ ἀλήθειαι ἢ ἐπινοήσεις τῶν «βυζαντινολιγούρηδων»;
    Καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεγάλοι θεολόγοι καὶ ὑμνογράφοι τῶν Μέσων Χρόνων ἔζησαν καὶ ἔδρασαν ἐκτὸς τῆς βυζαντινῆς ἐπικρατείας ὑπὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον αἰῶνος ἦτο ἀλλόθρησκον καὶ δὲν ηὐνόει τὴν ἐκ τοῦ Βυζαντίου ἐξάρτησιν. Πῶς οὗτοι δὲν ᾐσθάνθησαν τότε (ὡς σήμερον ἡμεῖς!) ἀπηλευθερωμένοι ἀπὸ τὸν «βυζαντινισμὸν» τῆς Λατρείας, ἀλλὰ συνέβαλον εἰς τὴν ἐπιβίωσιν καὶ προαγωγὴν τῆς βυζαντινῆς θεολογικῆς, λειτουργικῆς καὶ παιδευτικῆς παραδόσεως καὶ εἰς τὸν περαιτέρω πλουτισμὸν καὶ δὴ καὶ ἐπὶ τὸ λογιώτερον τῆς λατρευτικῆς ὑμνογραφίας καὶ τῆς θεολογικῆς ἀντιαιρετικῆς, δογματικῆς, ἁγιολογικῆς ἢ ἐγκωμιαστικῆς λογοτεχνίας, ἐνῶ συγχρόνως εἶναι ἄκρως ἀντίθετοι πρὸς τὴν ἐπίσημον εἰκονομαχικὴν πολιτικὴν τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῶν ᾿Ισαύρων;
    ᾿Αλλὰ προβάλλονται καὶ εἰδικώτερα σημεῖα πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι σὺν τοῖς ἄλλοις τὸ Βυζάντιον ἐπέφερεν ἀλλοιώσεις καὶ εἰς τὴν Λατρείαν, ἀπὸ τῶν ὁποίων πρέπει σήμερον νὰ καθαρθῇ ἡ λειτουργικὴ πρᾶξις:
    α´) ῾Υποστηρίζεται ὅτι ἡ τέλεσις τῶν Μυστηρίων τῆς ᾿Εκκλησίας μετέπεσεν ἀπὸ τῆς ἀρχικῶς ῾Εβραϊκῆς ἀντιλήψεως περὶ κόσμου εἰς τὴν ἀπὸ τοῦ δ´ αἰῶνος ἀποδοχὴν στοιχείων τοῦ παγανιστικοῦ ῾Ελληνισμοῦ· «τοὺς δύο πρώτους αἰῶνες, ἄντε τρεῖς, οἱ ἀκολουθίες τῆς ᾿Εκκλησίας, τὰ μυστήρια βασικά, ἐμπνεόμενα ἀπὸ τὴν ἑβραϊκὴ ἀντίληψη περὶ τοῦ κόσμου δὲν περιλαμβάνουν εὐλογία τῆς ὕλης. Δὲν εὐλογεῖτο ὁ ἄρτος ὁ οἶνος... τὸ νερὸ τὸ λάδι, ἀλλὰ ἀναπεμπόταν εὐχαριστία στὸν Θεὸ γιὰ τὶς δωρεές του καὶ κατόπιν οἱ ἄνθρωποι κοινωνοῦσαν. ῏Ηταν ἡ πράξη τῆς εὐχαριστίας τῆς κοινότητος, ἡ ὁποία καθαγίαζε τὰ δῶρα... ῾Ο καθαγιασμὸς τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ἐπέρχεται μετὰ τὸν 4ο αἰῶνα ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ ῾Ελληνισμοῦ. Φεύγουμε ἀπὸ τὴν ἀντίληψη ὅτι ὅλα εἶναι καλὰ λίαν στὴν κτίση καὶ περνοῦμε στὴν ἀντίληψη ὅτι ὑπάρχουν ἀντίθετες δυνάμεις, ὑπάρχει μέσα στὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως τὸ παγανιστικὸ στοιχεῖο, ποὺ πρέπει νὰ δαμαστεῖ καὶ νὰ ἐξαγιασθεῖ. Καὶ αὐτὸ ἔκτοτε ἰσχύει...» («Ο.Τ.» 25.9.09, σ. 4). ῾Υποστηρίζει δηλ. ὁ π. Θερμὸς ὅτι τὸν ἁγιασμὸν τῆς ὕλης ἐπέβαλε πρωΐμως τὸ Βυζάντιον, τὸ ὁποῖον ἐδέχθη τὴν παγανιστικὴν ἀντίληψιν περὶ δαιμόνων (ἀντιθέτων δυνάμεων) κρυπτομένων ἐντὸς τῆς ὕλης, καὶ οὕτως ἠλλοιώθη ἄλλη παραληφθεῖσα προηγουμένως, ῾Εβραϊκὴ αὐτή, ἀντίληψις περὶ καλῆς λίαν (μεταπτωτικῆς) ὕλης.
    Κατ᾿ ἀρχὴν ἡ ἀνωτέρω θέσις ἀφήνει πλανώμενον τὸ ἀφελὲς ἐρώτημα· αὐτὸ τὸ ὁποῖον νοοῦμεν ὡς μεταβολὴν τῶν Τιμίων Δώρων εἰς Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ δὲν ἐσυνειδητοποιεῖτο κατὰ τοὺς προβυζαντινοὺς αἰῶνας ὡς ἁγιαστικὴ εὐλογία, ἀλλὰ ἡ εὐχαριστία εἰς τὸν Θεὸν διὰ τὰ ὑλικὰ καλὰ λίαν ἀγαθά τοῦ ἔφερεν ὡς ἔμμεσον ἀποτέλεσμα τὸν μὴ αἰτούμενον καθαγιασμόν, δηλ. τὴν μεταβολὴν τῶν Τιμίων Δώρων; Καὶ τί σημαίνει ἡ πρᾶξις τῆς κοινότητος; ᾿Απὸ δὲ τοῦ δ´ αἰῶνος ὁ καθαγιασμὸς καὶ ἡ μεταβολὴ εἰς Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ (κατὰ τὴν Κυριακὴν καὶ τὴν ᾿Αποστολικὴν φωνὴν) νοεῖται διὰ τοῦ ἐξορκισμοῦ τοῦ δαίμονος ἀπὸ τῆς ὕλης; ῞Οτι τὰ πράγματα ἔχουν διαφοροτρόπως μαρτυρεῖ ἡ ἐκ τοῦ ῾Εβραϊκοῦ ἔννοια τῆς λέξεως εὐχαριστία, ἡ ὁποία ἀποδίδουσα ἀντίστοιχον ῾Εβραϊκὸν ὅρον σημαίνει συγχρόνως εὐχαριστίαν καὶ εὐλογίαν (RAC VI, 1966, στ. 914 – 916, ThWNT IX, 1973, σσ. 401 – 402, 405, G. Rouwhorst, Identital durch Gebet..., ἐν «Identitat durch Gebe...», Raderborn κ.ἀ. 2003, σσ. 48 – 49). Καὶ ὁπωσδήποτε βαρύνει καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ ἁγίου ᾿Ιγνατίου τοῦ Θεοφόρου, τοῦ πρωΐμου β´ αἰῶνος, ὅτι πρόκειται περὶ θυσίας ἐπὶ θυσιαστηρίου σαρκὸς καὶ αἵματος Χριστοῦ, γινομένης διὰ τῆς εὐχαριστίας καὶ τῆς προσευχῆς· τούτων δὲ (καὶ οὐχὶ ἀορίστως καλῶν λίαν κτισμάτων) μεταλαμβάνουν συνειδητῶς οἱ πιστοὶ (ἐπ. πρὸς Φιλαδ. IV: σπουδάσατε οὖν μιᾷ εὐχαριστίᾳ χρῆσθαι· μία γὰρ σὰρξ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ ἓν ποτήριον εἰς ἕνωσιν τοῦ αἵματος αὐτοῦ, ἓν θυσιαστήριον..., ἐπ. πρὸς Σμυρν. VI, 2, VII, 1: καταμάθετε τοὺς ἑτεροδοξοῦντας... εὐχαριστίας καὶ προσευχῆς ἀπέχονται, διὰ τὸ μὴ ὁμολογεῖν τὴν εὐχαριστίαν σάρκα εἶναι τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τὴν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν παθοῦσαν, ἣν τῇ χρηστότητι ὁ Πατὴρ ἤγειρεν. Βλ. καὶ τὰ ὅσα λέγει ὁ ἅγιος ᾿Ιουστῖ­νος, ᾿Απολ. ὑπὲρ Χριστιανῶν 66, 2: ...τὴν δι᾿ εὐχῆς λόγου τοῦ παρ᾿ αὐτοῦ (sc. Χριστοῦ) εὐχαριστηθεῖσαν τροφήν, ἐξ ἧς αἷμα καὶ σάρκες κατὰ μεταβολὴν τρέφονται ἡμῶν, ἐκείνου τοῦ σαρκοποιηθέντος ᾿Ιησοῦ καὶ σάρκα καὶ αἷμα ἐδιδάχθημεν εἶναι, καί Διάλ.117 ,1: πάσας διά τοῦ ὀνόματος τούτου θυσίας, ἄς παρέδωκεν Ἰησοῦς ὁ Χριστός γίνεσθαι, τουτέστιν ἐπί τῇ εὐχαριστίᾳ τοῦ ἄρτου καί τοῦ ποτηρίου…, προλαβών ὁ Θεός μαρτυρεῖ εὐαρέστους ὑπάρχειν αὐτῷ (Μαλαχ. α´ 10-12). Ἡ ὁμοίως πρώϊμος ἀλλ᾿ ἀσαφὴς εἴδησις τῆς Διδαχῆς (9,1–10,7) ὑποστηρίζεται ὅτι σχετίζεται πρὸς τὴν τράπεζαν τῆς ᾿Αγάπης καὶ ὄχι πρὸς τὸ Μυστήριον τῆς Θ. Εὐχαριστίας. ᾿Αλλὰ καὶ γενικώτερον ὁ ἁγιασμὸς τῆς ὕλης εἶναι παγανιστικῆς ἐμπνεύσεως, ὅταν ὁ ᾿Απ. Παῦλος διδάσκη (Α´ Τιμ. δ´ 4 – 5): πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον· ἁγιάζεται γὰρ διὰ λόγου Θεοῦ καὶ ἐντεύξεως (ὅπου τὸ ἐντεύξεως κατὰ τὴν ῾Ελληνιστικὴν ὁρολογίαν σημαίνει δεήσεως); Καὶ ὁπωσδήποτε ἄλλο θέμα εἶναι ἡ εὐχαριστία ἐπὶ παντὶ βρώματι καὶ ποτῷ κατὰ τὸ χωρίον τοῦ ᾿Απολογητοῦ ᾿Αριστείδου, ἡ ὁποία δὲν συνιστᾷ μυστήριον (᾿Απολ. 15, 7 – 8 [SC 470, σ. 290]: εὐχαριστοῦντες αὐτῷ κα­τὰ πᾶσαν ὥραν ἐν παντὶ βρώματι καὶ ποτῷ καὶ τοῖς λοιποῖς ἀγαθοῖς).
    ῾Ως πρὸς τὴν εὐλογίαν τοῦ ἐλαίου καὶ τοῦ ὕδατος ἐν τῇ Λατρείᾳ ἡ ᾿Εκκλησιαστικὴ διδασκαλία ἔχει ὑποδείξει ὅτι ὅπου ὑπάρχει Γραφικὴ ὑποτύπωσις περιττεύει ἡ ἀναδρομὴ εἰς ἐθνικὰ πρότυπα καὶ ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου βαρύνει ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων, διότι κατὰ τὸν Μ. ᾿Αθανάσιον: αὐτάρκεις μὲν γάρ εἰσιν αἱ ἅγιαι καὶ θεόπνευστοι Γραφαὶ πρὸς τὴν τῆς ἀληθείας ἀπαγγελίαν· εἰσὶ δὲ καὶ πολλοὶ τῶν μακαρίων ἡμῶν διδασκάλων εἰς ταῦτα συνταχθέντες λόγοι· οἷς ἐάν τις ἐντύχοι, εἴσεται μέν πώς τὴν τῶν Γραφῶν ἑρμηνείαν, ἧς δὲ ὀρέγεται γνώσεως τυχεῖν δυνήσεται (Κατὰ ῾Ελλήνων 1, 9 – 13, Thomson).
    Οὕτω π.χ. ἡ λατρευτικὴ εὐλογία τοῦ ὕδατος τοῦ βαπτίσματος, ἔνθα ὄντως καὶ ἐναντίαι δυνάμεις μνημονεύονται καὶ συντριβὴ αὐτῶν διὰ τῆς σημειώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ (...συντριβήτωσαν ὑπὸ τὴν σημείωσιν τοῦ τύπου τοῦ Σταυροῦ σου πᾶσαι αἱ ἐναντίαι δυνάμεις), ἀποδίδει τὸ Ψαλμικὸν (ογ´ 13): σὺ συνέτριψας τὰς κεφαλὰς τῶν δρακόντων ἐπὶ τοῦ ὕδατος, κατὰ τὴν ἀναγωγικὴν ἑρμηνείαν, ἐφ᾿ ὅσον ὁ Φαραὼ καὶ οἱ ἄρχοντες αὐτοῦ εἰς οὓς ἀναφέρεται τὸ χωρίον συμβολίζουν τὸν σατανᾶν καὶ τοὺς δαίμονας (πβ. Εὐσέβιον, Εἰς τοὺς Ψαλμούς, PG 23, 705Α, 864Α – Β)· ἤδη δὲ ὁ ᾿Απ. Παῦλος σχετίζει διάβασιν ᾿Ερυθρᾶς Θαλάσσης καὶ Βάπτισμα ἀναγωγικῶς (Α´ Κορ. ι´ 1 – 2). ᾿Εντεῦθεν καὶ ἡ εὐχὴ τοῦ Μ. ῾Αγιασμοῦ (Σωφρονίου): σὺ καὶ τὰ ᾿Ιορδάνια ῥεῖθρα ἡγίασας οὐρανόθεν καταπέμψας τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα καὶ τὰς κεφαλὰς τῶν ἐκεῖσε ἐμφωλευόντων συνέτριψας δρακόντων, καὶ τὸ τροπάριον τῆς ς´ ῞Ωρας τῆς ε´ ᾿Ιανουαρίου: ...καὶ γὰρ τὸν κεκρυμμένον τοῖς ὕδασι πολέμιον, τὸν ἄρχοντα τοῦ σκό­τους, ἐπείγομαι ὀλέσαι... Σημειωτέον ὅτι καὶ ἔτι ἐνωρίτερον ὑπὸ τοῦ ᾿Ωριγένους (α´ ἥμ. γ´ αἰ.) μαρτυρεῖται ὅτι ὁ δράκων οὗτος εἶναι ὁ διάβολος (ἑρμηνευομένου τοῦ χωρίου ᾿Ιὼβ μ´ 25· ἄξεις τὸν δράκοντα ἐν ἀγκίστρῳ...· βλ. Σειρὰς εἰς τὸν ᾿Ιώβ, U. – D. Hagedorn, τ. ΙΙΙ, σσ. 342 – 344). ῞Οτι δὲ ἐμφιλοχωροῦν εἰς τὴν ὕλην οἱ δαίμονες, δὲν παραλαμβάνεται ἐκ τοῦ ῾Ελληνισμοῦ, ἀλλ᾿ εἶναι καὶ ᾿Ιουδαϊκὴ πίστις καὶ διδασκαλία τῆς ΚΔ· ἐκτὸς τῶν μνημονευομένων ἐκεῖ πολλῶν δαιμονώντων ἀνθρώπων εἰσέρχονται οἱ δαίμονες καὶ εἰς τοὺς χοίρους (Ματθ. η´ 30–32, Μᾶρκ. ε´ 12–13, Λουκ. η´ 32–33), πορεύονται δι᾿ ἀνύδρων τόπων καὶ δὲν εὑρίσκουν ἀνάπαυσιν (οἵαν ἆρά γε προσφέρει εἰς αὐτοὺς τὸ ὕδωρ;) [Ματθ. ιβ´ 43, Λουκ. ια´ 24], ἔρχεται δὲ ὁ δράκων εἰς τὴν ἔρημον καὶ βάλλει εἰδικῶς ὕδωρ κατὰ τῆς συμβολικῆς γυναικὸς τῆς τεκούσης τὸν ἄρρενα, ἵνα αὐτὴν ποταμοφό­ρητον ποιήσῃ (᾿Αποκ. ιβ´ 13 – 16). Αὐτὴ ἄλλως τε ἡ περιπλάνησις τοῦ δαίμονος εἰς τὴν ἔρημον δικαιολογεῖ καὶ ἐκ τῆς ΚΔ τὴν παρουσίαν αὐτοῦ εἰς τὴν ἄψυχον ὕλην. ᾿Αλλὰ καὶ εἰς τὴν ΠΔ ἤδη ἐν τῷ Παραδείσῳ προσφέρεται ὁ ὄφις ὡς ἐνδιαίτημα τοῦ δαίμονος (Γέν γ´ 1 κἑξ.), καὶ ἐντεῦθεν καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτοῦ ὡς δράκοντος.
    Καὶ τὸ ὅτι τὸ ἔλαιον κατὰ τὸ Βάπτισμα εὐλογεῖται, ὥστε νὰ γίνῃ πάσης διαβολικῆς ἐνεργείας ἀποτρόπαιον, δὲν σημαίνει ὅτι ἐν αὐτῷ ὑπάρχει τὸ δαμαζόμενον «παγανιστικὸ στοιχεῖο»· ἀλλὰ καὶ τούτου ἡ ὑποτύπωσις, ὅτι εἶναι φυγαδευτικὸν τοῦ δαίμονος, εἶναι ῾Αγιογραφικὴ (Μᾶρκ. ς´ 7, 12 – 13· καὶ προσκαλεῖται τοὺς δώδεκα..., καὶ ἐδίδου αὐτοῖς ἐξουσίαν τῶν πνευμάτων τῶν ἀκαθάρτων..., καὶ δαι­μόνια πολλὰ ἐξέβαλλον, καὶ ἤλειφον ἐλαίῳ πολλοὺς ἀρρώ­στους καὶ ἐθεράπευον). Καὶ ἡ ἐκδίωξις τοῦ δαίμονος εἶναι πρᾶξις καὶ τοῦ ἀρχαίου Χριστιανισμοῦ καὶ τοῦ συγχρόνου τότε ᾿Ιουδαϊσμοῦ (βλ. χωρία παρὰ Marinella Corsano, Demoni in fuga..., «Dulce Melos», Alessandria 2007, σσ. 73 – 101). ᾿Ακόμη καὶ τὸ δημωδῶς παροιμιαζόμενον ὅτι ὁ διάβολος ἀποφεύγει τὸ λιβάνι ἔχει στήριξιν εἰς τὸ βιβλίον τοῦ Τωβὶτ ς´ 17 (ὀσφρανθήσεται τὸ δαιμόνιον καὶ φεύξεται) καὶ η´ 3. Ἐπιστημονικὴ θέσις ἐξ ἄλλου εἶναι ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ὑπετάγη εἰς τὴν δαιμονολογίαν τῶν ἐθνικῶν, ἀλλ᾽ ἀπηλευθέρωσε τὴν φύσιν τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων τοῦ ἐθνικοῦ κόσμου καὶ παρέδωκεν ἄνευ δεισιδαιμονικῶν προκαταλήψεων εἰς τὴν ἔρευναν (RAC VII, 1969, στ. 584, ἐν ὄψει τῆς συμβολῆς τοῦ Μ. Βασιλείου κ.ἄ.). ᾿Αλλὰ καὶ περαιτέρω ὁ Χρυσόστομος κακίζει διὰ μακρῶν ὅτι τολμῶσί τινες λέγειν ὅτι δαίμονες τὰ καθ᾿ ἡμᾶς διοικοῦσι (PG 49, 253Β). Καὶ ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος εἶναι σαφὴς ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς δαιμονοφοβίας μετὰ τὴν Σταυρικὴν θυσίαν τοῦ Κυρίου: ...τοῦ Σταυροῦ γενομένου, πᾶσα μὲν εἰδωλολατρεία καθῃρέθη, πᾶσα δὲ δαιμόνων φαντασία τῷ σημείῳ τούτῳ ἀπελαύνεται, καὶ μόνος ὁ Χριστὸς προσκυνεῖται... (ἔνθ᾿ ἀνωτ. 1, 27–29). Εἶναι προϊόντα ταῦτα τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ παγανιστικοῦ στοιχείου ἢ ἀποτελοῦν συνέχειαν τῆς διδασκαλίας τῆς ΚΔ;
    ᾿Αλλὰ καὶ ἐπιστημονικῶς ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ἀκριβεῖς, ἡ θέσις ὅτι τὸ παγανιστικὸν στοιχεῖον εἰσβάλλει εἰς τὴν Χριστιανικὴν Λατρείαν ἀπὸ τοῦ τετάρτου αἰῶνος (καὶ ἄρα εὐθύνεται διὰ τοῦτο τὸ Βυζάντιον) ἔχει τροποποιηθῆ ἐπὶ τὰ χείρω, διότι ἐρευνηταὶ θέλουν νὰ ἐντοπίζουν ἐπιδράσεις τῆς ἐθνικῆς μυστηριακῆς λατρείας καὶ κατὰ τοὺς προγενεστέρους αἰῶνας, ὁπότε, ἐὰν τοὺς ἀκολουθήσωμεν, τὰ πράγματα ὄντως περιπλέκονται, καὶ οἱ ἔνοχοι ἀναζητητέοι ἀλλαχοῦ (βλ. συνοπτικῶς P. E. Bradshaw, The Search for the Origins of Christian Worship. Sources and Methods for the Study of Early Liturgy, London 22002, σσ. 21-23, 213-217). ᾿Αμφισβητεῖται ἐπίσης καὶ ἡ μονόπλευρος θεώρησις τῆς ἐκπορεύσεως τῆς πρωΐμου Χριστιανικῆς Λατρείας ἐξ ᾿Ιουδαϊκῶν καὶ μόνον προτύπων (τοῦ αὐτοῦ, Parallels between Early Jewish and Christian Prayers, ἐν «Identitat durch Gebet...», σσ. 28 – 32). Καὶ ἴσως παρόμοιαι ἐπιστημονικαὶ γνῶμαι ὡδήγησαν καὶ εἰς περαιτέρω ἀνεδαφικὴν ἀπόφανσιν, ὅτι «δὲν εἶναι ἡ καθαρὴ λατρεία αὐτή, ποὺ ἦταν στοὺς πρώτους αἰῶνες» («Ο.Τ.» 2.10.09, σ. 3), ὥστε νὰ αἰσθανώμεθα τὴν ἀνάγκην ἔτι αὐθαιρετωτέρων κριτηρίων «διορθώσεως» αὐτῆς, εἰς χῶρον ὅπου αἱ μαρτυρίαι σπανίζουν.
    β´) ῾Η ἐκλαμβανομένη ὡς βυζαντινῆς ἐμπνεύσεως ἀντίληψις περὶ διακρίσεως ἱεροῦ καὶ βεβήλου («Ο.Τ.» 2.10.09, σ. 3)· «αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ στὴν πραγματικότητα ἐγκαινίασε τὸν διαχωρισμὸ ἱεροῦ καὶ βεβήλου» (καὶ ἐννοεῖται αἰτία ἡ εἰσαγωγὴ παγανιστικῶν στοιχείων εἰς τὴν Λατρείαν) μήπως καὶ αὐτὴ δὲν ἔχει ῾Αγιογραφικὴν ὑπόδειξιν; Δὲν συναντῶμεν τὴν διάκρισιν εἰς τὸ Λευϊτ. ι´ 10· ἀνὰ μέσον τῶν ἁγίων καὶ τῶν βεβήλων, ἢ εἰς τὸν ᾿Ιεζεκιὴλ κβ´ 26· ἀνὰ μέσον ἁγίου καὶ βεβήλου ἢ δὲν βεβηλοῦνται τὰ ἅγια (Λευϊτ. ιθ´ 8, Ψαλμ. ογ´ 7) ῥιπτόμενα τοῖς κυσὶ (Ματθ. ζ´ 6); Δηλαδὴ εἰς τὸν χριστιανικὸν κόσμον τὰ πάντα εἶναι ἅγια καὶ οὐδὲν βέβηλον; Δὲν χρειάζεται πρὸς ἁγιασμὸν ἡ ἐπίκλησις τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δέησις; Δὲν ἰσχύει ἡ διάκρισις τῆς ΠΔ εἰς τὸν Χριστιανισμόν; ᾿Αλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ Εἰκονομαχία κατὰ τὸν ῞Ορον τῆς ἐν ῾Αγί·ω Πνεύματι Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐκεῖ προσέκρουσεν, εἰς τὴν ἀθέτησιν τῆς διακρίσεως ἱεροῦ καὶ βεβήλου· ...καὶ ἀνὰ μέσον ἁγίου καὶ βεβήλου οὐ διέστειλαν, τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου καὶ τῶν ῾Αγίων Αὐτοῦ ὁμοίως τοῖς ξοάνοις τῶν σατανικῶν εἰδώλων ὀνομάσαντες (Lamberz – Uphus).
    γ´) Τῆς καταφορᾶς δὲν ἐξέφυγε καὶ ὁ ὀρθόδοξος Μοναχισμός, ὁ ὁποῖος προβάλλεται ὡς παραχαράσσων τὴν εἰκόνα τῆς Εὐχαριστιακῆς πνευματικότητος τῆς πρώτης ᾿Εκκλησίας, διότι ἐπιμένει εἰς τὴν θεραπευτικὴν ἀποστολήν του, ἐνῶ ἡ θεραπεία δὲν εἶναι ξένη πρὸς τὴν εὐχαριστιακὴν συμμετοχὴν («ἦταν ἡ εἰσαγωγὴ τῆς θεραπευτικῆς πνευματικότητος ἀντὶ τῆς ἐκκλησιολογικῆς πνευματικότητος ποὺ ὑπῆρχε προηγουμένως μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀτομισμοῦ τοῦ αἰσθητισμοῦ...», «Ο.Τ.» 2.10.09, σ. 3, καὶ «γιὰ τὴ διαφορὰ καὶ τὴν σύγκρουση μεταξὺ εὐχαριστιακῆς καὶ “θεραπευτικῆς” πνευματικότητος ἔχουν γραφῆ πάμπολλα...», «Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6). Σημειωτέον ὅτι τὸ Βυζάντιον δὲν εὐθύνεται διὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ ἀσκητικοῦ κινήματος, διότι τὸν ἀναχωρητικὸν βίον παρέλαβεν ἤδη ἀναπτυσσόμενον. ᾿Ηνέχθη ὅμως, ἐπεδοκίμασε καὶ ὠργάνωσε τὴν λειτουργίαν ἱερῶν μονῶν καὶ μοναστικῶν συγκροτημάτων, χωρὶς νὰ βάλλῃ κατὰ τῆς ἐκκλησιολογικῆς πνευματικότητος. Περὶ τοῦ μοναχισμοῦ ἐξεφράσθησαν μεγάλοι θεολόγοι καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐξεπορεύθησαν ὑψηλὰ ἀναστήματα τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ῞Αγιοι καὶ μαχηταὶ εὐαίσθητοι εἰς τὴν ἀνίχνευσιν καὶ καταπολέμησιν τῆς κακοδοξίας. ῞Ωστε πᾶσα συνηγορία ὑπὲρ αὐτοῦ θὰ ἦτο περιττὴ καὶ ἀνεπαρκής. ᾿Αλλὰ ἀφοῦ ἐπιμένωμεν ὅτι πρέπει νὰ μετρῆται ὁ Μοναχισμὸς κατὰ τὴν πεπλασμένην ἀντίθεσίν του πρὸς τὴν εὐχαριστιακὴν πνευματικότητα, ἂς μὴ παρίδωμεν ὅτι ὁ Μοναχισμὸς ἐπιμένει εἰς τὴν πνευματικὴν γυμνασίαν, τὴν ἄσκησιν καὶ τὴν κατάλληλον προετοιμασίαν, διὰ νὰ εἶναι τελικῶς ὁ πιστὸς ἄξιος κοινωνὸς αὐτοῦ τοῦ εὐχαριστιακοῦ μυστηρίου. ᾿Εκεῖνο τὸ δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω τοῦ ᾿Απ. Παύλου (Α´ Κορ. ια´ 28) εἶναι καὶ τὸ ἀξίωμα τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ ὁ ἀσκητικὸς σκοπὸς τοῦ μοναχοῦ, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ᾿Αποστολικῆς ῥήσεως καὶ νὰ ἔχῃ κατὰ Χρυσόστομον τοῦ συνειδότος τὴν καθαρότητα (PG 61, 233Β) ἐν ὄψει τῆς εὐχαριστιακῆς μετοχῆς. Τὸ δοκιμαζέτω εἶναι τὸ μέσον πρὸς ἀποφυγὴν τῆς καταστάσεως τῶν πολλῶν ἀσθενῶν καὶ ἀρρώστων... ᾿Αμφότερα εἶναι ἀλληλένδετα. Δὲν εἶναι ξένη ἡ ἀσκητικὴ παρουσία τοῦ Μοναχισμοῦ πρὸς τὴν εὐχαριστιακὴν πνευματικότητα, ὅπως τὴν ἐξελάμβανεν ἡ ᾿Εκκλησία. Καὶ οὔτε τὸ Βυζάντιον ἀστοχεῖ περιλαβὸν εἰς τοὺς κόλπους του καὶ τὴν μοναχικὴν πνευματικότητα (ὑπάρχει καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς σκοπιᾶς πολλὴ βιβλιογραφία). ῍Η μήπως ἡ παρθενία, ἡ ἀκτημοσύνη, ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, · ἐξομολόγησις ἐκ τῶν κυρίων μέσων τῆς μοναστικῆς ἀσκήσεως δὲν ἔχουν ῾Αγιογραφικὴν στήριξιν καὶ ἐντολήν; Καὶ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ Μοναχισμὸς εἶναι αὐτὴ ἡ εἰκὼν τῆς ἐν φυγῇ ᾿Εκκλησίας τῶν πρώτων αἰώνων τῶν διωγμῶν, μοναχοὶ ὑπηρετοῦν εἰς τὸ κοινωνικὸν ἔργον τῆς ᾿Εκκλησίας, μοναχοὶ ἀναλαμβάνουν ἀποστολικὸν ἔργον, διὰ νὰ διδάξουν τὸ Εὐαγγέλιον καὶ ὁδηγήσουν ἀνθρώπους εἰς τὴν εὐχαριστιακὴν πνευματικότητα.
    δ´) Διετυπώθη ὅτι ἡ Λατρεία καὶ ἡ ῾Υμνολογία της εἶναι ἔργα ἀνθρώπινα καὶ ἄρα τρεπτὰ περιέχοντα ὑπὸ τὴν ἀνοχὴν καὶ ἀγάπην τοῦ Κυρίου «λάθη τῶν παιδιῶν Του» εὑρεθέν των «ὑπὸ τὴν πίεση ἰδιαζουσῶν ἱστορικῶν συνθηκῶν» καὶ ἀναμένοντα τὴν «ἀποκατάσταση τῆς ὀρθοπραξίας, μόλις αὐτὴ καταστῆ ἐφικτὴ» καὶ ὅτι τοῦτο «εἶναι καθῆκον μας» («Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6). Καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀναλαμβάνομεν ἡμεῖς ἄνωθεν τὴν ἱερὰν ἀποστολὴν τῆς διορθώσεως τῶν «σφαλμάτων» τῶν θεοσόφων Πατέρων, διότι διαθέτομεν ἐπιστημονικὸν καὶ μόνον ὁπλισμὸν (καὶ μάλιστα ἄλλος ἄλλον), τὸν ὁποῖον ἐκεῖνοι δὲν εἶχον, ὥστε νὰ διακρίνουν ποῖον τὸ ὑπὸ πίεσιν καθιερούμενον ἐν τῇ Λατρείᾳ καὶ τοῦτο τῇ ἀνοχῇ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιφυλάσσει εἰς ἡμᾶς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς τελειότητος καὶ τῆς καθαρότητος τῆς Λατρείας, διότι κακῶς εἰς τὴν καθιερωμένην Λατρείαν ἡ ἀπατηλὴ «θρησκευτικότητά» μας «τὰ θέλει ὅλα “τέλεια” καὶ “καθαρά“, ὅλα σταλμένα ἀπ᾿ εὐθείας ἀπὸ τὸν οὐρανό»! («Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6).
    Καὶ εἰς τὴν ἀνωτέρω ὑπερφίαλον ἀξίωσιν προστίθεται καὶ τὸ ἀφοπλιστικὸν ἐπιχείρημα πρὸς ἀπομυθοποίησιν τοῦ θεοκρίτου τῆς λατρευτικῆς ὑμνωδίας ὅτι «κάθε Κυριακὴ ψάλλουμε ἕνα ἀπὸ τὰ ἑωθινὰ δοξαστικά, τὰ ὁποῖα ἔγραψε ὁ αὐτοκράτορας Λέων ὁ 6ος, δηλαδὴ κάποιος ποὺ τέλεσε τέσσαρες γάμους; (!) Καὶ ποὺ γιὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπό του καθαίρεσε τὸν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως; (!)» («Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6). Δηλαδὴ ἡ ἁμαρτωλότης τοῦ ποιητοῦ τῶν ἑωθινῶν (θὰ προσθέσω καὶ ἄλλων ἀξιολόγων ὕμνων τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ συγγραφέως ὁμιλιῶν ὑψηλοῦ θεολογικοῦ περιεχομένου) ἐπηρεάζει τὸ ὀρθόδοξον καὶ τὸ ποιητικῶς παραδεκτὸν ὕφος καὶ περιεχόμενον τῶν ὕμνων τοὺς ὁποίους εἰσήγαγεν οὐχὶ ἀφελῶς ἡ ᾿Εκκλησία εἰς τὴν Λατρείαν· ἢ μήπως καὶ ἡ ᾿Εκκλησία διαπράττει σφάλματα τελοῦσα ὑπὸ ὑποτιθεμένην πίεσιν καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν πιεστικῶν ἀνθρώπων δὲν φροντίζει νὰ τὰ διορθώσῃ; Εἶναι δὲ καὶ τολμηρὸν νὰ ὑπαινισσώμεθα ὅτι ἡ ᾿Εκκλησία ἀνέχεται εἰς τοὺς κόλπους της νὰ ρυθμίζουν τὰ τῆς Λατρείας της καὶ τὰ τῆς παραβολῆς «ζιζάνια», ὥστε «ποτὲ τὰ πράγματα δὲν εἶναι ἀπολύτως καθαρὰ καὶ ἀνεπίληπτα» («Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6), καὶ ἄρα ὑποκείμενα εἰς τὴν ἀπαραίτητον καθαρτικήν μας χειρουργίαν.
    Πῶς γίνεται ὅμως, ἐνῶ τὰ «ζιζάνια» εἶναι σπορὰ τοῦ «ἐχθροῦ» (Ματθ. ιγ´ 25-28), ὁ ἐξ αὐτῶν Λέων ς´ (=Λέων δεσπότης) νὰ ὑμνῇ ὀρθοδόξως τὴν ῾Αγίαν Τριάδα εἰς τὸ ὑπέροχον δογματικὸν δοξαστικὸν τοῦ ῾Εσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς (Δεῦτε, λαοί, τὴν τρισυπόστατον Θεότητα προσκυνήσωμεν...);
    ᾿Αλλ᾿ ἐφ᾿ ὅσον διεκδικοῦμεν τὴν ἁρμοδιότητα νὰ διορθώνωμεν τὰ «κακῶς ἔχοντα» τῆς λατρευτικῆς πράξεως, θὰ προέτεινα πρὸς ὁλοκλήρωσιν τῆς καθάρσεως κατὰ τὴν ἀνωτέρω ἐπισήμανσιν νὰ προβληματισθῶμεν, ἂν πρέπει νὰ ὑποδείξωμεν καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐν ταῖς ἀκο λουθίαις ἀναγνωσμάτων ἐκ τῶν Παλαιοδιαθηκικῶν βιβλίων τοῦ Σολομῶντος (κανονικῶν ἢ δευτεροκανονικῶν), διότι καὶ ὁ Σολομὼν ἐξέκλινε καὶ αὐτὸς εἰς ἁμαρτωλὸν βίον χείρονα ἐνδεχομένως τοῦ τοῦ Λέοντος. Τώρα ἂν αὐτὰ περιέχουν καὶ προφητείας εἰς Χριστόν, αὐτὸ τὰ κριτήριά μας ἂς τὸ παρακάμπτουν!
    ᾿Αλλὰ τὸ θέμα τίθεται γενικώτερον, διότι ὑποδεικνύεται ὅτι βαρύνει ἡ φωνὴ τῶν συγχρόνων (καὶ διατί ὄχι διεθνοῦς προβολῆς;) ἐπιστημόνων λειτουργιολόγων εἰς τὴν ρύθμισιν θεμάτων τῆς παραδεδομένης λειτουργικῆς πράξεως τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Κατηγοροῦνται οἱ ἐπικρίναντες τὰς καινοτομίας τοῦ π. Βασιλείου ἱερεῖς ὅτι προσβάλλουν «καταξιωμένους ἐπιστήμονες καὶ πιστὰ μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας. Ρητὰ δηλώνουν ὅτι δὲν θέλουν τοὺς λειτουργιολόγους...» («Ο.Τ.» 9.10.09, σ. 6).
    Θὰ προτείνω καὶ πάλιν ὅτι πρὸς ὁλοκλήρωσιν κατὰ τὸ αὐτὸ πνεῦμα ἐπιβάλλεται νὰ συμβουλευθῶμεν καὶ μίαν ἄλλην ὁμάδα ἐπιστημόνων, τοὺς Καινοδιαθηκολόγους, καί, διὰ νὰ εἴμεθα ἐπιστημονικῶς «ἀνεπίληπτοι», καὶ πάλιν τοὺς ἀνὰ τὸν κόσμον ἀφωσιωμένους ἐρευνητὰς τοῦ κλάδου τούτου. Σημαντικὴ μερὶς καὶ τούτων ἔχουν νὰ μᾶς ὑποδείξουν πολλὰ περὶ τροποποιήσεων τῶν παγίως καθιερωμένων ῾Αγιογραφικῶν ἀναγνωσμάτων ἐν τῇ Λατρείᾳ. Π.χ. θὰ μᾶς διδάξουν ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀποβάλωμεν ἐκ τοῦ ῎Ορθρου τῆς Κυριακῆς τὸ Γ´ ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον καὶ τὴν ἐξ αὐτοῦ ὑμνωδίαν, διότι ἡ περικοπὴ (Μᾶρκ. ις´ 9-20) δὲν ἀνήκει εἰς τὸ γνήσιον κατὰ Μᾶρκον (παρὰ τὰς μεμονωμένας ἀντιρρήσεις τοῦ W. R. Farmer), νὰ ἀποσύρωμεν τὴν περικοπὴν τῆς ἐπὶ μοιχείᾳ καταληφθείσης (᾿Ιω. η´ 3-11) ἀναγινωσκομένην τὴν 1ην ᾿Απριλίου, διότι δὲν ἀνήκει εἰς τὸ κατὰ ᾿Ιωάννην, νὰ ἀποβάλωμεν χάριν γνησιότητος τὰς ἀναγινωσκομένας περικοπὰς ἐκ τῶν δύο πρώτων κεφαλαίων τοῦ κατὰ Λουκᾶν, διότι τὰ κεφάλαια ταῦτα εἶναι κατ᾿ αὐτοὺς πρόσθετα, μεταγενέστερα, ἀνήκοντα εἰς τὸν ἐπινοούμενον «Δευτερολουκᾶν» ἢ νὰ ἀπαλείψωμεν τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Απ. Παύλου ἀπὸ τῶν ᾿Επιστολῶν πρὸς ᾿Εφεσίους, πρὸς Κολασσαεῖς, πρὸς Θεσσαλονικεῖς Β´, πρὸς Τιμόθεον Α´, Β´, πρὸς Τίτον, πρὸς ῾Εβραίους, καὶ νὰ μὴ ἐκφωνῶμεν· Παύλου τὸ ἀνάγνωσμα, καὶ ἀναλόγως νὰ πράξωμεν καὶ ἐπὶ τῶν ἀναγινωσκομένων ἐκ τῶν Καθολικῶν ᾿Επιστολῶν. Καὶ ἐπὶ τούτοις ποῖον κείμενον τῆς ΚΔ θὰ μᾶς συστήσουν διὰ τὴν Λατρείαν, τὸ τῆς 27ης κριτικῆς ἐκδόσεως, τὸ χαρακτηριζόμενον ὡς Living text τῶν παπύρων, τὸ τοῦ κώδικος Bezae ἢ θὰ μείνωμεν εἰς τὸ majority text καὶ τῆς ἐσχάτης κατ᾿ αὐτοὺς κατηγορίας τοῦ Βυζαντινοῦ τύπου; ᾿Εκκρεμεῖ καὶ ἡ ἀποκάθαρσις τῶν «πρωτοορθοδόξων» ἐπεμβάσεων, αἵτινες κατὰ ὀνομαστοὺς καινοδιαθηκολόγους ἠλλοίωσαν ἐπὶ τὸ ὀρθοδοξότερον καὶ ἀσκητικώτερον χωρία τῆς ΚΔ (Metzger, Ethrman κ.ἄ.). Καὶ τὸ ἔτι χεῖρον, ἐξ αὐτῶν θὰ μάθωμεν ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ θεολογία τῆς ΚΔ, καὶ μάλιστα ἑνὸς ἑκάστου τῶν βιβλίων αὐτῆς, καὶ ἄλλη ἡ τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας καὶ ὅτι μετὰ τῶν κανονικῶν πρέπει νὰ συμμελετῶνται πρὸς ὁλοκλήρωσιν τῆς κατανοήσεως αὐτῶν καὶ τὰ ἀπόκρυφα, οἷα τὸ τοῦ Πέτρου καὶ τὸ κατὰ Θωμᾶν. Καὶ ἰδοὺ στερεὰ βάσις, διὰ νὰ στηρίξωμεν τὴν ἣν ἐπιχειροῦμεν ἀναπαραγωγὴν τῆς πρωΐμου Λατρείας! Καὶ βεβαίως καὶ ἐνταῦθα οὐδαμοῦ γίνεται λόγος περὶ θεοπνευστίας τῶν Γραφῶν, περὶ ἐμπνεύσεως ἐκ τοῦ οὐρανοῦ (!), καὶ ἀναγνωρίζεται δρῶν ὁ ἔχων ἀδυναμίας ἀνθρώπινος παράγων καὶ ἡ ἐπίδρασις ἀκόμη καὶ τοῦ παγανιστικοῦ στοιχείου. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μήπως καὶ αὐτὸς ὁ Κανὼν τῆς ΚΔ εἶναι ἔργον ἀνθρώπινον, ὅπως καὶ ἡ λειτουργικὴ πρᾶξις, καὶ δὲν ἐπέμφθη ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἄρα ἐπιδέχεται καὶ οὗτος ἐπιστημονικὰς ἀναθεωρήσεις εἰσακτέας εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν;
    ᾿Αλλ᾿ ἡ ἐν ῾Αγίω Πνεύματι (καὶ τοῦτο τοὐλάχιστον δὲν ἀμφισβητεῖται) ἀποφηναμένη Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ὡς πρὸς τὰ κείμενα τῆς Θείας Λειτουργίας τηρεῖ ἀντίθετον στάσιν καὶ σέβεται ἐν κανόνι λβ´ τὴν ἐγγράφως παραδοθεῖσαν μυστικὴν ἱερουργίαν ᾿Ιακώβου τοῦ ᾿Αδελφοθέου καὶ Μ. Βασιλείου, διότι περιέχει τὴν τέλεσιν τοῦ Μυστηρίου κατὰ θεόσδοτον τάξιν, καὶ δὲν ἐπιτρέπει παραβάσεις. ᾿Αλλὰ καὶ τὸ σκανδαλίζον βυζαντινὸν τυπικόν, «Ο.Τ.» 25.9.09, σ. 4 (ἐὰν τοῦτο ἀποτελῇ «βυζαντινισμὸν») τῶν κηρῶν, τῶν κανδηλῶν, τοῦ θυμιάματος, τῶν εἰκόνων (σχετισθεισῶν ὀρθοδόξως καὶ πρὸς τὸν σεβασμὸν τῶν εἰκόνων τῶν [μισητῶν καθ᾿ ἡμᾶς] βυζαντινῶν βασιλέων), καὶ τοῦτο ἔχει τύχει συνοδικῆς καταξιώσεως καὶ ἀναγνωρίσεως τῆς ἀρχαιότητός του ἐν τῷ ῞Ορῳ τῆς Ζ´ Οἰκ. Συνόδου, ὅπου ἀναγινώσκομεν ὅτι καὶ εἰς τὰς ἁγίας Εἰκόνας, ὡς καὶ εἰς τὸν Τίμιον Σταυρόν, συνιστᾷ ἡ Σύνοδος καὶ θυμιαμάτων καὶ φώτων προσαγωγὴν πρὸς τὴν τούτων τιμὴν ποιεῖσθαι, καθὼς καὶ τοῖς ἀρχαίοις εὐσεβῶς εἴθισται. ῾Η ἱερὰ Λατρεία δὲν εἶναι χῶρος πειραματισμῶν καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην διαλόγων πρὸς τοὺς προβληματιζομένους καὶ ἄλλοτε ἄλλα πρεσβεύοντας καὶ ἀσυμφώνους πρὸς ἀλλήλους ἐπιστήμονας. Εἶναι βεβαίως αὐτονόητον ὅτι οὐδεὶς κωλύει τὴν αὐτόνομον ἐπιστημονικὴν ἔρευναν, τὴν ὁποίαν καὶ ὑπηρετοῦμεν κατὰ τὴν ἰδικήν της μεθοδολογίαν, ἀλλὰ τὴν θείαν Λατρείαν διέπουν ἄλλαι ἀρχαὶ δεδοκιμασμέναι ἱστορικῶς καὶ καθιερωμέναι δι᾿ ἄλλης διαδικασίας, ἡ ὁποία ὄντως χρειάζεται καὶ τὴν καθοδήγησιν «τοῦ Οὐρανοῦ».
    Καὶ πᾶσαι αἱ ἀνωτέρω καινοτομικαὶ εἰσηγήσεις περὶ ἐκ βάθρων ἀναμορφώσεως τῆς Λατρείας γίνονται καὶ ἐν συνδυασμ·ῶ πρὸς τὴν ἐπιμόνως ὑποστηριζομένην μετάφρασιν τῶν λειτουργικῶν κειμένων πρὸς ὁλοκλήρωσιν τῆς ἀποξενώσεως τοῦ ᾿Ορθοδόξου ῞Ελληνος ἀπὸ τῆς ἀμέσου βιώσεως τῆς ἱστορικῆς καὶ διαχρονικῆς διαστάσεως τῶν παραδεδομένων πηγῶν τῆς πνευματικῆς του τροφοδοσίας καὶ συμμορφώσεως πρὸς ὅσα οἱ σύγχρονοι ταγοὶ τῆς χρησιμοθηρικῆς μας ἐκπαιδεύσεως ὑπόπτως εἰσηγοῦνται ἐπὶ ζημίᾳ τῆς κατοχῆς ὡς ἐθνικοῦ κτήματος τῆς γλωσσικῆς συνεχείας. ῍Ας ὀρθώσῃ ἡ ᾿Εκκλησία ἀντίστασιν, ἂν μή τι ἄλλο χάριν τῆς ἐθνικῆς σημασίας τῆς ζώσης διπλῆς γλωσσικῆς παραδόσεως. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον χρειά ζεται καὶ ὑπονοοῦν οἱ Πατέρες πρὸς κατανόησιν τῶν ἱερῶν κειμένων εἶναι ἡ ἑρμηνεία, ἡ διδασκαλία τῶν θείων ἐννοιῶν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ ἀνάπτυξιν καὶ συστηματικὴν ἐργασίαν. ᾿Εδῶ ἂς ἐπιμείνωμεν.
 
«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ» ΑΡ. ΦΥΛ. 1818-1819
 
 

ΕΝΟΡΙΑ -τοῦ Πρωτοπρεσβ. π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


 
(Σ.Σ. Τό κείμενον αὐτό ἐδημοσιεύθη εἰς τά «Δίπτυχα» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τοῦ ἔτους 2010. Ἐπειδή ὅμως κατά τήν ἐκτύπωσιν ἔμειναν πολλά σφάλματα, ἀναδημοσιεύεται ἐδῶ εἰς τήν κανονικήν μορφήν του).
 
    Ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατά τήν συνεδρία της τήν 5ην Φεβρουαρίου 2009, ἒλαβε τήν ἀπόφαση, τό εἰσαγωγικό σημείωμα τῶν «Διπτύχων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τοῦ σωτηρίου ἒτους 2010 νά ἀφιερωθῆ» εἰς τήν Ἐνορία, «ἐπί τῇ συμπληρώσει ἑκατόν (100) ἐτῶν ἀπό τῆς ψηφίσεως τοῦ πρώτου Νόμου περί Ἐνοριῶν». Ἀνέθεσε δέ τήν σύνταξή του εἰς τόν ὑπογραφόμενον, ὁ ὁποῖος πλήρης υἱικῆς εὐγνωμοσύνης ἀπεδέχθη τήν προσγενομένην εἰς αὐτόν τιμήν, ἀνταποκρινόμενος, τό κατά δύναμη, στήν σεπτή ἐντολή τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας.
 
1. Οὐσία καί γένεσις τῆς Ἐνορίας.
    Ὁ ὃρος ἐνορία, παραγόμενος ἐκ τοῦ ἐπιθέτου ἐνόριος, σημαίνει ἱστορικά τόν ἐντός ὁρίων χῶρο, μία καθωρισμένη περιοχή ἢ τοπική περιφέρεια (territorium)1. Σήμερα ὡς ἐνορία χαρακτηρίζεται κυρίως ἡ ἐκκλησιαστική περιφέρεια ἑνός ναοῦ (ἐνοριακοῦ), ἀπό τόν ὁποῖο ἀντλεῖ καί αὐτή τό ὂνομά της, ὃπως καί τό σύνολο τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν, πού κατοικοῦν στήν ἲδια περιφέρεια καί συνέρχονται διά τίς ἐκκλησιαστικές συνάξεις. Ὁ σημερινός τύπος τῶν Ἐνοριῶν εἶναι πολύ νεώτερος καί διαμορφώθηκε μεταξύ ιε΄ καί ιζ΄ αἰῶνος.
    Στήν ἐκκλησιαστική πραγματικότητα ἡ βασική μονάδα ὀργανώσεως, ὁ πυρήνας τῆς ποιμαντικῆς καί διοικητικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὡς «σώματος Χριστοῦ» καί ἐν Χριστῷ κοινωνίας, εἶναι ἡ Ἐνορία. Ὡς εὐχαριστιακή σύναξις τῶν πιστῶν ἐμφανίζεται ἡ Ἐνορία, σέ ἂμεση ἀναφορά καί συνάρτηση μέ τήν Ἐπισκοπή, εἰς τήν ὁποία ὀργανικά ἀνήκει, ὡς «ἡ καθολική ἐκκλησία» στόν συγκεκριμένο τόπο καί χρόνο. Ὁ πιστός ζῆ τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας στήν ζωή καί πράξη τῆς Ἐνορίας του, μέσα στήν ὁποία, ἀγωνιζόμενος καί ἁγιαζόμενος, ἑνώνεται μέ τόν Χριστόν, τόν Κύριον τῆς Ἐκκλησίας, καί τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς του, πραγματοποιώντας συνεχῶς τήν ἐν Χριστῷ ὓπαρξη καί ἐκκλησιαστικότητά του. Ὁ λόγος, συνεπῶς, διά τήν ἐνορία καί τήν ζωή της εἶναι κατ’ οὐσίαν λόγος διά τήν ἲδια τήν Ἐκκλησία καί τήν παρουσία της εἰς τόν κόσμον.
    Οἱ ἀρχές τῆς Ἐνορίας2 «ἐμφανίζονται λίαν σκοτειναί»3. Ἀρχικά ἡ ἐνορία ταυτιζόταν ὁριακά μέ τήν ἐπισκοπή, τήν κυρίως ἐν τόπῳ Ἐκκλησία. Ὁ ἐπίσκοπος, ἢδη ἀπό τόν α΄ αἰώνα, ἦταν ἡ ὁρατή κεφαλή τοῦ σώματος τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας, «στήν ὁποία βιώνεται ἡ πληρότητα τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας ὡς τοῦ ἱστορικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ»4. Κατά μίαν ἐκτίμηση οἱ πρῶτες ἐνδείξεις διά τήν ἐμφάνιση τῆς ἐνορίας τοποθετοῦνται εἰς τά μέσα τοῦ γ΄ αἰῶνος5. Ἂλλοι ὃμως τήν ἀνάγουν εἰς τά μέσα τοῦ β΄αἰῶνος, «μέ τήν γένεση τοῦ θεσμοῦ τῶν χωρεπισκόπων ἢ ἐπισκόπων τῶν ἀγρῶν («χῶραι»)6. Γεγονός, πάντως, εἶναι ὃτι ἡ ἐμφάνιση τῆς ἐνορίας ὑπῆρξε ἀποτέλεσμα πρακτικῶν ἀναγκῶν, ὃπως ἡ ραγδαία αὒξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χριστιανῶν τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας. Ἒτσι προέκυψαν οἱ «πρεσβυτεροκεντρικές εὐχαριστιακές συνάξεις»7 στά ὃρια τῆς ἐπισκοπῆς. Μέ τόν λεγόμενον «ἐπιμερισμόν τοῦ συνθρόνου» διασπᾶται ἡ ἀρχικά «ἑνιαία ἐπισκοποκεντρική Εὐχαρτιστία», εἰς πολλάς πρεσβυτεροκεντρικάς τοιαύτας»8, γεγονός πού δέν ἀλλοίωσε ὃμως «τήν σχέση ἐπισκόπου καί τοπικῆς ἐκκλησίας»9. Ἡ ὑπό τόν πρεσβύτερο, συνεπῶς, ἐνορία δέν ἀποτελοῦσε «αὐτοτελῆ εὐχαριστιακήν κοινότητα, ἀλλ’ ἁπλῆ «προέκτασιν τῆς ἐπισκοποκεντρικῆς εὐχαριστίας»10. Ἡ συνείδηση αὐτή ἒμεινε στήν Ὀρθοδοξία διαχρονικά ἀμετάτρεπτη καί ἰσχύει καί σήμερα σ’ ὃλη τήν ἒκτασή της. Ἡ παρουσία τοῦ ἐπισκόπου στήν εὐχαριστιακή σύναξη τῆς ἐνορίας πραγματώνεται καί δηλώνεται μέ τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματός του καί κυρίως μέ τό ἀντιμήνσιον (εἱλητόν) στήν Ἁγία Τράπεζα, πού φέρει τήν ὑπογραφή του11. Μολονότι τό ἐρώτημα γιά τήν σχέση τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πρεσβυτέρου πρός ἐκείνην τοῦ Ἐπισκόπου, «ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν θεμελιωδεστέρων προβλημάτων, εἰς τό ὁποῖον ἡ ἀπάντησις δέν ἒχει πλήρως δοθῆ εἰσέτι» ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία12, ἢδη ἀπό τόν β΄ αἰώνα εἶναι γνωστή ἡ θέση τῶν πρεσβυτέρων στήν ζωή τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας καί ἡ σχέση τους μέ τόν ἐπίσκοπο ὡς ὁρατῆς κεφαλῆς της13.
    Οἱ περί ἐνορίας ἀποστολικές καί πατερικές αὐτές καταβολές ἐπέζησαν παρ’ ὃλες τίς μετεξελίξεις καί στήν μακρά πορεία τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης (Ρωμανίας). Ἀναγεννητικές προσπάθειες, ὃπως τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου (+μετά τό 1035), ἐπαναπροσανατόλιζαν χριστοκεντρικά τήν πορεία της, προβάλλοντας τόν ἐπίσκοπο (καί πρεσβύτερο) ἡσυχαστή («πνευματικόν», Α΄ Κορ. 2,5) στήν ζωή τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας καί θέτοντας τήν ἁγιοπνευματική ζωή καί ἐμπειρία, ὡς πορεία θεώσεως, στό ἐπίκεντρο τῆς στοχοθεσίας τῆς ἐνοριακῆς ποιμαντικῆς πράξεως.
 
2. Ἡ Ἐνορία στήν ἱστορία τοῦ Γένους
    Ἡ σημασία τῆς ἐνορίας διά τήν ζωή τῶν πιστῶν καί ἡ συμβολή της στήν ἱστορική συνέχεια, συνοχή καί ἑνότητα τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας φαίνεται κυρίως εἰς τήν μακρόσυρτη καί ποικιλώνυμη δουλεία τοῦ Γένους. Σύνολη ἡ ζωή τοῦ δούλου Γένους καί τό ὀρθόδοξο ἦθος ὡς καθολική στάση ζωῆς διεσώθη στά ὃρια τῆς ἐνοριακῆς δραστηριότητος, καί μάλιστα ὂχι μόνον πνευματικά (λατρεία), ἀλλά καί κοινωνικά, στό εὐρύτερο πλαίσιο τῆς Ἐθναρχούσης Ἐκκλησίας. Ἀκόμη καί αὐτός ὁ «πολιτικός» βίος, συστατικό ἀστασίαστο καί ἀναπόσπαστο τῆς ἱστορικῆς ταυτότητος τοῦ Γένους, διεσώθη στήν ζωή τῆς τοπικῆς κοινότητος, πού ταυτιζόταν ὁριακά μέ τήν ἐνορία.
    Στήν δουλεία ἡ ἐνορία περιέκλειε σύνολη τήν ζωή τῆς Κοινότητος. Καί οἱ ἐπαγγελματικές συσσωματώσεις, («συντεχνίες», ἐσνάφια, ρουφέτια, συντροφίες, κομπανίες κ.ἂ.) μέ τούς Ἁγίους-προστάτες τους, τόν Ναό εἶχαν ὡς ἀφετηρία καί κέντρο τῆς δραστηριότητός τους. Οἱ ἐκπρόσωποί τους μετεῖχαν στήν διοίκηση τῶν ἐνοριῶν καί τήν διαχείριση τῶν ναῶν (ἐπίτροποι λ.χ.) καί στό φιλανθρωπικό ἒργο. Στήν ἐνορία ἑορταζόταν ἡ μνήμη τοῦ προστάτου Ἁγίου τῶν συντεχνιῶν καί ἐτελοῦντο τά μυστήρια, οἱ πανηγύρεις καί τά μνημόσυνα. Ἡ ἐνορία διακρατοῦσε τήν πνευματική ζωή, κατεύθυνε τόν πνευματικό ἀγώνα, ὁδηγοῦσε στήν μετάνοια καί τήν συναδέλφωση, ἰδιαίτερα τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή (κατανυκτικός ἑσπερινός τῆς Κυριακῆς τῆς Τυροφάγου) καί τό Πάσχα, μέ τήν ἀλληλοσυγχώρηση. Ὃλα τά κοινωνικά γεγονότα εἶχαν ὡς κέντρο καί ἀφετηρία τήν Θεία Εὐχαριστία καί τόν Ναό. Δραστηριότητες τῆς ἀγροτικῆς ζωῆς (σπορά, ὂργωμα, θερισμός, συγκομιδή τῶν καρπῶν) καί κοινωνικά φαινόμενα, ὃπως ἡ «ξέλαση» (συμπαράσταση στίς γεωργικές καί κτηνοτροφικές ἐργασίες ἐκείνων πού ἦσαν ἐμπερίστατοι), ἡ παιδεία, μέ δάσκαλο, κατά κανόνα, τόν Παπά-ἐφημέριο, ἢ ἀτομικά γεγονότα, πού γίνονται καί κοινωνικά (γέννηση, βάπτιση, γάμος, κηδεία), μαζί μέ τίς ἂλλες λαοσυνάξεις (ἐμποροπανηγύρεις, πανηγύρεις στήν μνήμη τῶν Ἁγί­ων καί μάλιστα τοῦ τοπικοῦ Προστάτου-Ἁγίου) διακρατοῦσαν τήν ἑνότητα τῆς τοπικῆς κοινότητος. Καί στό κέντρο ὃλων αὐτῶν τῶν γεγονότων ὁ Ἐφημέριος-Παπᾶς, ὡς πνευματικός πατέρας, φίλος, ἀδελφός, σύμβουλος, συμπαραστάτης. Ὁ Κληρικός-ἐφημέριος πού παρά τήν ἒλλειψη συχνά ὑψηλοτέρας σχολικῆς παιδείας, ἦταν κατά κανόνα φορέας τοῦ πατερικοῦ πνεύματος καί τῶν ἡσυχαστικῶν πρακτικῶν (εὐχή, νηστεία, ἀγρυπνία, θυσιαστική προσφορά στό ποίμνιο-τά πνευματικά του τέκνα) καί πρωτοστατοῦσε σέ θέματα φιλανθρωπίας καί παντοειδοῦς ἀγάπης14. Εἶναι δέ γεγονός, ὃτι οὐδέποτε ὑπῆρξε χάσμα καί ἀποστασιοποίηση μεταξύ τοῦ ταπεινοῦ «Παπᾶ» καί τοῦ Λαοῦ15, ὃπως στήν δυτική φεουδαρχία. Ὁ ἑλληνορθόδοξος ἐφημέριος σήκωνε καί αὐτός τόν σταυρό τῆς δουλείας, συμμετέχοντας στά παθήματα τοῦ ποιμνίου του.
    Βέβαια, αὐτά ὡς πρός τήν ἐνορία ἲσχυαν στίς ὀθωμανοκρατούμενες περιοχές. Στόν χῶρο τῆς ἑνετοκρατίας-λατινοκρατίας (ὡς λ.χ. στά Ἑπτάνησα) «τό ἰσχύον ἐνοριακό σύστημα ... δέν κάλυπτε τό σύνολον τοῦ πληθυσμοῦ16. Παράλληλα μέ τήν ἐνορία λειτουργοῦσε συνήθως καί ἡ «ἀδελφότητα», χωρίς τά δύο αὐτά μεγέθη νά ταυτίζονται17. Στίς περιοχές ὃμως, πού βρίσκονταν στά ὃρια τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, τό σύστημα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, διεξαγόμενο ὑπό τήν ἂμεση μέριμνα τῆς Ἐθναρχίας, διατηροῦσε, κατά κανόνα, ὁμοιομορφία, διαρθρωμένο σέ μητροπόλεις καί ἐπισκοπές, μέ μικρότερη μονάδα διαποιμάνσεως καί διοικήσεως τήν Ἐνορία18, ἡ ὁποία δέν ἦταν μόνον ἀγροτική, ἀλλά καί ἀστική. Στά ἀστικά σύνολα, ἂν ἦταν ἐκτεταμένα, ἦτο δυνατόν νά ὑπάρχουν περισσότεροι τοῦ ἑνός ἐφημέριοι. Στήν ὓπαιθρο ὃμως συνήθως ὁλόκληρο τό χωριό εἶχε ἓνα μόνο ναό, ἀποτελώντας καί μία ἐνορία, μέ τόν κληρικό-ἐφημέριό της. Σ’ αὐτήν τήν περίπτωση ἲσχυε στήν πράξη ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ «γινώσκω τά ἐμά καί γινώσκομαι ὑπό τῶν ἐμῶν» (Ἰω. 10,14). Τήν εὐρύτερη λειτουργικότητα τοῦ ναοῦ κατά τίς δυσχείμερες αὐτές ἐποχές, μαρτυρεῖ τό καί σήμερα συχνά σωζόμενο ὑπόστεγο μέ τά πέτρινα ἓδρανα στό προαύλιό του, ἢ καί στόν νάρθηκα, ὃπου οἱ χωρικοί συνέρχονταν διά νά «βουλευθοῦν» διά τά τοπικά ζητήματα καί νά λάβουν τίς ἀναγκαῖες ἀποφάσεις19. Ὁ ναός καθίστατο, ἒτσι, στήν πράξη τό κέντρο τῆς ὃλης ζωῆς, συνεχίζοντας καί ἐκπληρώνοντας τήν ἀποστολική (πρβλ. Πράξ. 2,42 ἑ. ΄4,32 ἑ.) καί πατερική ἀποστολή τοῦ χώρου τῆς συνάξεως.
    Μέσα ἀπό τήν διαμόρφωση τοῦ ἐθνικοῦ βίου στήν διάρκεια τῆς δουλείας προέκυψε κατά τούς τελευταίους αἰῶνες της καί ἡ σήμερα σωζόμενη εἰκόνα τῆς ἐνορίας ὡς αὐτοδιοικουμένης μονάδος ὑπό τόν ἐφημέριο καί τούς ἐπιτρόπους, ὑπό τήν πνευματική καί ποιμαντικο-διοικητική ἐποπτεία τοῦ Ἐπισκόπου-Μητροπολίτου. Ἡ λατρεία, ἀλλά καί ἡ κοινωνική μέριμνα καί προσφορά ἦταν ἡ κύρια φροντίδα τῆς ἐνορίας, ὃταν μάλιστα τό κήρυγμα ἦταν σπανιότερο. Ἡ λατρεία, ἡ μόνη λαοσύναξη πού δέν διεκόπη ποτέ, ἦταν ὁ ἀποφασιστικός παράγων πού συγκρατοῦσε τό ποίμνιο στήν ὀρθόδοξη πίστη, διαφοροποιώντας το, καί μέσω τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ἀπό τά δύο κατέναντι, τό ὀθωμανικό καί τό λατινικό (φραγκικό), καί συντηρώντας τό ἑλληνορθόδοξο φρόνημα, μέ τήν συνεχή ὑπόμνηση τῆς ἱστορίας μας.
    Ὂχι σπάνια ὁ κλῆρος ἀνελάμβανε καί τήν ὑπεράσπιση τοῦ λαοῦ ἐνώπιον τῶν ὀθωμανικῶν ἀρχῶν20. Ἡ ἐθνική προσφορά ὃμως τοῦ κλήρου κορυφωνόταν στήν σχολική φροντίδα, μέ βάση τά λειτουργικά βιβλία (Ὀκτώηχος, Ψαλτήριον κ.λπ.) καί, συνεπῶς τήν διάσωση καί τῆς γλώσσης, στό λεγόμενο «κρυφό σχολειό», πού ὑπῆρξε ἱστορική πραγματικότητα, μέ τήν ἀνάδειξη τοῦ νάρθηκα ἢ τοῦ μοναστικοῦ κελλιοῦ σέ αἲθουσα διδασκαλίας, στό φῶς τοῦ λυχναριοῦ καί τῆς κανδήλας, ὡς ἀνεπίσημη, καί ὂχι πάντα εὒκολη, μέριμνα τοῦ κλήρου γιά τήν παιδεία τοῦ ποιμνίου21.
    Μόνιμο δομικό πρότυπο, πνευματικά καί κοινωνικά, ἀλλά καί κολυμβήθρα καθολικῆς ἀναβαπτίσεως καί ἀναγεννήσεως διά τήν ἐνορία ἦταν τά μοναστήρια τῆς περιοχῆς. Ὃπως σημειώνει ὁ καλός γνώστης τῆς «βυζαντινῆς» καί «μεταβυζαντινῆς» ἱστορίας τοῦ Γένους μας ἀείμνηστος Στῆβεν Ράνσιμαν: «Τό θρησκευτικό ἐπίπεδο μιᾶς περιοχῆς ἐξαρτιόταν κυρίως ἀπό τά μοναστήρια της, τά ὁποῖα παρεῖχαν τούς πνευματικούς συμβούλους καί ἐξομολόγους, ἀπό τούς ὁποίους κρεμόταν ὁ λαός τῆς ὑπαίθρου καί οἱ ἱερεῖς μαζί του»22.
    Ἡ πολεμική, ὂχι τόσο τῶν Ὀθωμανῶν, ἀλλά καί τῶν Δυτικῶν, ἐναντίον τῶν Μοναστηρίων καί τοῦ Ἀνατολικοῦ Μοναχισμοῦ ἦταν στήν οὐσία πολεμική κατά τῶν προπυργίων τῆς πατερικῆς παραδόσεως καί τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ρωμηοσύνης23. Δεδομένου δέ ὃτι οἱ Μονές διασώζουν τήν δομή τῆς Ἐκκλησίας καί τά συστατικά τοῦ βίου της, ὡς ἢδη ἐτονίσθη ἀπό τόν ἱερό Χρυσόστομο24, ἡ χαλάρωση τῆς σχέσεως τῶν «κοσμικῶν» ἐνοριῶν μέ τά παραδοσιακά μοναστήρια τόν ιθ΄ αἰ. καί ἡ εἰσαγωγή στά ἀστικά κέντρα ἑνός «κοσμικοῦ μοναχισμοῦ» δυτικοῦ τύπου, ὡς καί ἡ ἀνάπτυξη ἑνός κοινωνικοῦ ἀκτιβισμοῦ κατά τά δυτικά πρότυπα, συνέβαλε εἰς τήν προώθηση τοῦ σχεδίου τῶν εὐρωπαϊστῶν μας διά τήν δημιουργία μιᾶς «Νεοελληνικῆς Ἐκκλησίας»25 ἐρήμην τοῦ παραδοσιακοῦ μοναχισμοῦ καί τῶν πνευματικῶν προϋποθέσεών του.
 
3. Νομικὴ θωράκιση τῆς Ἐνορίας στὴν Ἑλλαδικὴ Ἐπικράτεια.
    Μετά τήν ἳδρυση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους (1830) ἡ τυπική ὀργάνωση τῆς Ἐνορίας ἀπασχόλησε ἐπανειλημμένως τήν Πολιτεία. Τό 1833 λ.χ. ἐπί βασιλέως Ὂθωνος, ἡ εὐθύνη τῶν Ἐνοριῶν ἀνετέθη εἰς τούς Δήμους, ἐξακολούθησαν δέ νά ἰσχύουν προγενέστερες διατάξεις. Σημαντικός ὃμως ὑπῆρξε ὁ Νόμος 3596/1910 «περί ἐνοριακῶν ναῶν καί τῆς περιουσίας αὐτῶν»26. Ὁ Νόμος αὐτός ἐκάλυψε ὑπαρκτά κενά καί ἐθεράπευσε τραυματικές καταστάσεις, ἦταν δέ ἒργο τοῦ πολιτικοῦ καί θεολόγου Ἀθανασίου Εὐταξίου27. Σημαντική ἦταν ἡ διά πρώτη φορά ἀπόδοση κανονικῶν δικαιωμάτων εἰς τούς λαϊκούς διά τήν ἐκλογήν τῶν πρεσβυτέρων-ἐφημερίων καί ἡ ἀναφορά στά προσόντα καί τήν μισθοδοσίαν τους ἀπό τό ταμεῖο τῶν ναῶν. Περαιτέρω, μολονότι ὁ Νόμος «ἒθετε καθόλου τάς βάσεις ὁριστικῆς τακτοποιήσεως τοῦ ἐφημεριακοῦ ζητήματος»28, «δέν ἐγένετο ὃμως ἡ πρέπουσα ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας ἐφαρμογή»29. Ἐπεξεργασία τοῦ νόμου αὐτοῦ ἒγινε τό 1923 (συμμετοχή τοῦ καθηγ. Ἀμίλκα Ἀλιβιζάτου)30, ἀκολούθησαν δέ μεταγενέστερες τροποποιήσεις μέ βασική ἐκείνη τοῦ Α.Ν. 2200 τῆς 1.2.1940 «Περί ἱερῶν ναῶν καί ἐφημερίων»31.
    Τό ἐνδιαφέρον τῆς Ἱεραρχίας διά τά πράγματα τῶν Ἐνοριῶν καί βελτίωση τῆς καταστάσεως τοῦ ἱεροῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου δέν ἒλειψε ποτέ32. Σημαντική τομή πραγματοποιεῖ ὁ καί σήμερον ἰσχύων Καταστατικός Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας (Ν. 590/1977)33, στά ἂρθρα 36.1-38.2 «Περί τῆς ἐνοριακῆς ὀργανώσεως». Ἡ ἐνορία «μετά τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ» εἶναι «βασική μονάς ὀργανώσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου» καί «νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, ΝΠΔΔ» (36/1). Περαιτέρω ὁρίζονται τά περί ἐφημερίων καί τῆς μισθοδοσίας τους (ἂρθρα 37-38)34. Τό 1979 ὃμως ἐξεδόθη ὁ Κανονισμός ὑπ’ ἀριθμ. 8 , πού διέπει ἒκτοτε τό ἐνοριακό καθεστώς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τόν τίτλο: «Περί ἱερῶν Ναῶν καί Ἐνοριῶν (ἂρθρα 1-20) καί τήν ἀκόλουθη σπονδύλωση: ἂρ. 1-2: Ναοί, ἂρ. 3-6: Ἐνορίαι, ἂρ. 7-12: Περί ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων, ἂρ. 13: Ἰδιόκτητοι καί προσκυνηματικοί ἱεροί Ναοί, ἂρ. 14: Ἱεροί Ναοί Κοιμητηρίων, ἂρ.15: Περί ἀνεγέρσεως Ναῶν καί ἐκτελέσεως ἐκκλησιαστικῶν ἒργων, ἂρ.16: Περί ἐκμισθώσεων καί ἐκποιήσεων, ἂρ. 17: Περί ἐρανικῶν ἐπιτροπῶν καί ἂρ. 18-20: Εἰδικαί καί ἀκροτελεύτιοι Διατάξεις35.
 
4. Ἡ Ἐνορία σήμερα: Δεδομένα καὶ προοπτικὲς
    Ὁ λόγος γιά τήν Ἐνορία σήμερα36 καί ἡ μέριμνα γιά τήν πορεία της κρίνεται ἀναγκαιότατη, ἐφόσον ἡ ἀκμή ἢ ἡ παρακμή ( κατ’ ἂνθρωπον) τῆς Ἐκκλησίας συνδέεται ἂμεσα μέ τήν κατάσταση τῆς Ἐνορίας, στά πρόσωπα καί τήν δράση της. Ζωντανή Ἐνορία σημαίνει ζωντανό ἐκκλησιαστικό ὀργανισμό καί ἀνάλογη παρουσία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος στήν συγκεκριμένη ἱστορική πραγματικότητα. Ἡ δόμηση τῆς ζωῆς τῆς ἐνορίας σήμερα δέν μπορεῖ νά διαφοροποιεῖται, κατά τήν οὐσία της, ἀπό ὃ,τι ἐθεμελιώθη ὑπό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί συνεχίσθηκε στήν πορεία τῶν αἰώνων ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες μας, τούς μόνους αὐθεντικούς ἐκφραστές τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς ὃλους τούς αἰῶνες. Οἱ Ἃγιοί μας εἶναι τά ἀμετακίνητα πρότυπα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς ὡς «ὁλοτελοῦς» (Α΄ Θεσσ. 5,23) «ἀποτάξεως» τοῦ «ἐν τῷ πονηρῷ κειμένου κόσμου» (Α΄ Ίω. 5,19), δηλαδή τῆς ἁμαρτίας του καί «συντάξεως» μέ τόν Χριστόν, σύμφωνα μέ τόν γνωστότατο λειτουργικό λόγο: «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Αὐτό σημαίνει «παράθεσιν» ὃλου τοῦ βίου, πνευματικοῦ καί σωματικοῦ, εἰς τήν χάριν τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐνορία–Ἐκκλησία δέν τεμαχίζει τόν ἂνθρωπο καί γι’ αὐτό ἡ διακονική προσφορά της στόν ἂνθρωπο καί τήν κοινωνία εἶναι πνευματική, ἀλλά καί σωματική-ὑλική, ὡς ἀναφορά στίς δύο ὂψεις τῆς ἲδιας πραγματικότητος. Μέ αὐτήν τήν προϋπόθεση διαμορφώνεται καί ἀναπτύσσεται καί τό φιλανθρωπικό ἒργο τῆς Ἐνορίας.
    Ἡ διαμόρφωση τῆς ἐνοριακῆς-ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἢδη κατά τήν ἀποστολική ἐποχή ἒλαβε τόν χαρακτήρα μιᾶς πλήρους Θεοκρατίας, ὡς Χριστοκρατίας, μέ τήν ἀνάθεση δηλαδή ὃλου τοῦ βίου στόν Χριστόν, τόν Θεόν, Σωτῆρα καί μόνον Κύριον καί Δεσπότην τῆς Ἐκκλησίας. Στόν Χριστόν τόν ἐκκλησιαστήν μας, πού συνάγει καί «ἐκκλησιάζει» τούς πιστούς σ’ Αὐτόν, στό Πανάγιο Σῶμά Του, ἀναφέρεται καί προσφέρεται ἀδιαλείπτως ἡ ὃλη ὓπαρξή τους, διά νά ἑνώνονται μαζί Του στήν Θεία Εὐχαριστία, καί νά ἁγιάζονται, συναγιάζοντας καί τήν κοινωνία τους.
    Τήν Χριστοκεντρική αὐτή πραγματικότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας εἰκονίζει καί ἐκφράζει, ἀλλά καί συνεχῶς πραγματώνει, μιά πράξη λειτουργική, πού λαμβάνει χώρα στό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας. Πρόκειται γιά τήν συστολή τῶν Τιμίων Δώρων στό Ἃγιο Ποτήριο μετά τήν μετάληψη. Μέσα στό Ἃγιο Ποτήριο, τό «ἀτομικό σῶμα» τοῦ Χριστοῦ γίνεται τώρα ἓνα μέ τό «κοινωνικό»Του σῶμα. Ἡ ἐν Χριστῷ κοινωνία τῶν πιστῶν εἶναι ἢδη ὃλη συναγμένη μέσα στό Ἃγιο Ποτήριο. Ὂχι μόνο μιά κατακόρυφη κοινωνία κάθε πιστοῦ (ἀτομικά) μέ τόν Θεό ἐν Χριστῷ, ἀλλά καί ἡ ὁριζόντια ἐν Χριστῷ ἓνωση ὃλων τῶν μελῶν τοῦ σώματος μεταξύ τους. Ἡ Ἐκκλησία–Χριστός, κεφαλή καί σῶμα, γίνεται ἒτσι, ὁρατή πραγματικότητα. Ἒτσι κατανοεῖται ὁ ὁρισμός τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ γιά τήν Ἐκκλησία: «Εἰκών ... ἐστι τοῦ Θεοῦ ... ἡ ἁγία Ἐκκλησία, ὡς τήν αὐτήν τῷ Θεῷ περί τούς πιστούς ἐνεργοῦσα ἓνωσιν»37.
    Ὁ λόγος ὃμως περί θεοκρατίας στήν ἐνοριακή ζωή κατ’ οὐδένα τρόπο σημαίνει κληρικοκρατία καί φεουδαρχική ἀνθρωποκρατία, ἀλλά άναγνώριση καί ὑπαρκτική διακήρυξη, ὃτι «Εἷς ἃγιος, Εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός» στήν ζωή τῆς Ἐνορίας-Ἐκκλησίας. Κληρικοί καί Λαϊκοί συναντώμεθα στό ἓνα σῶμα, ὡς κυβερνῶσα καί κυβερνωμένη τάξη, ἀλλά ὂχι κατά τά κοσμικά πρότυπα. Καί οἱ Λαϊκοί ἒχουν τήν θεόσδοτη δυνατότητα νά ἀναπτύξουν τά χαρίσματά τους στήν διακονία τοῦ ὃλου σώματος. Ἂλλωστε τό «κυβερνᾶν» καί «κυβερνᾶσθαι» στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι δικαίωμα, ἀλλά κυρίως καθῆκον38. Στήν ἐκκλησιαστική-ἐνοριακή ζωή δέν ὑπάρχουν ἀξιώματα καί ἐξουσίες, μέ τήν κοσμική ἒννοια τοῦ ὃρου, ἀλλά λειτουργήματα καί διακονίες. Κάθε διακονία ἀπορρέει ἀπό τόν Χριστόν καί εἶναι διακονία τοῦ σώματός Του, μέ πρῶτον διάκονον Αὐτόν τόν Ἲδιον39. Ἒτσι καί στήν Θεία Λειτουργία δέν ὑπάρχουν «τελοῦντες» καί παθητικά «παρακολουθοῦντες», ἀλλά «συνεπιτελοῦντες», ἀφοῦ ἡ Λειτουργία εἶναι «λείτου ἒργον», τοῦ Λαοῦ, ὃλου δηλαδή τοῦ σώματος. Πόσον μάλιστα, πού ὁ λειτουργός, λόγῳ τῆς εἰδικῆς ἱερωσύνης του «τήν ἑαυτοῦ δανείζει γλῶ­τταν καί τήν ἑαυτοῦ παρέχει χεῖρα», κατά τόν ἱερόν Χρυσόστομον40, διά νά τελέσει ὃμως τά πάντα ὁ «ἀοράτως σύν ἡμῖν ὢν» Ἰησοῦς Χριστός. Ἐξ ἂλλου, κατά τόν ἲδιο Πατέρα, «πρόβατα καί ποιμένες» «πρός τήν ἀνθρωπίνην εἰσίν διαίρεσιν΄ πρός δέ τόν Χριστόν πά­ντες πρόβατα. Καί γάρ οἱ ποιμαίνοντες καί οἱ ποιμαινόμενοι ὑφ’ ἑνός, τοῦ ἂνω Ποιμένος, ποιμαίνονται»41.
    Ὁ ἐφημέριος στήν Ἐνορία ἐνεργεῖ σέ κάθε περίπτωση ὡς Πνευματικός Πατέρας καί «θεραπευτής» τῶν ψυχῶν τῶν πνευματικῶν του τέκνων, μέ στόχο τήν κάθαρση τῆς καρδίας, τόν ἁγιοπνευματικό φωτισμό της καί τήν θέωση. Πορεία θεώσεως εἶναι στήν οὐσία της ἡ ζωή τῆς Ἐνορίας, τελικά, μέ τήν ἒνταξη, ὃπως ἐλέχθη, συνόλου τῆς ζωῆς στόν ἐκκλησιαστικό, δηλαδή τόν ἐν Χριστῷ τρόπον ὑπάρξεως. Ἡ ἀντιμετώπιση τῶν συγχρόνων προβλημάτων τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς συνδέεται ἂμεσα μέ τήν ἀναβίωση τῆς ἐσχατολογικῆς καί θεολογικῆς μας συνειδήσεως διά τήν ἀναζήτηση τῶν ριζῶν τῶν προβλημάτων καί τήν ἐπανεκτίμηση καί ἐπανερμηνεία τους, πρός ἀναζήτηση καί τῶν ὀρθῶν, στό πνεῦμα δηλ. τῆς πατερικῆς μας παραδόσεως, λύσεων. Προέχει ὃμως ἡ ἐκ νέου ἀνακάλυψη τῆς Ἐνορίας ὡς τόπου φανερώσεως τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς δυνατότητος βιώσεώς του. Πρακτικά καί νομικά μέτρα βοηθοῦν ὣς ἓνα σημεῖο, ὃταν ὃμως δέν ἀναιροῦν τό ἐκκλησιολογικό, λειτουργικό καί ἐσχατολογικό περιεχόμενό της, μεταβάλλοντάς την σέ ἓνα κοσμικό ἢ νομικό θεσμό, ἀναιρετικό τῆς ἀληθινῆς ταυτότητός της. Συχνά «οἱ Ἐνορίες μας εἶναι ἁπλῶς ἐπιβεβαίωση τοῦ ἀπρόσωπου ἢ ἀντιπροσωπικοῦ χαρακτήρα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς στίς σύγχρονες κοινωνίες» († π. Μ. Καρδαμάκης). Ὁ ἐφημέριος καλεῖται νά ξαναγίνει, ὃπου δέν εἶναι, πνευματικός πατέρας, ἀνταποκρινόμενος στίς οὐσιαστικές ἀνάγκες τῶν πνευματικῶν του τέκνων, μέ τήν ἐν Χριστῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι ἱεράρχησή τους.
    Τό δράμα πολλῶν Ἐνοριῶν σήμερα, ἰδιαίτερα στόν χῶρο τῆς διασπορᾶς, εἶναι ἡ μεταβολή τους ἀπό «ἐν Χριστῷ σύναξιν» σέ «κοινωνική, «ἐθνική», «πολιτιστική» ἢ ὁποιαδήποτε ἂλλη. Ὁ σκοπός ὃμως πού καλεῖται νά πραγματώσει μέ τήν ὓπαρξη καί λειτουργία της ἡ Ἐνορία, δέν μπορεῖ νά κλείνεται στά στεγανά ὁποιωνδήποτε ἐνδοκοσμικῶν συμβατικοτήτων. Ἀρχίζει μέν τήν διακονία της πρός τόν κόσμο καί τίς ἀνάγκες του, ἀλλά δέν χάνει ποτέ τήν προοπτική τῆς αἰωνιότητος. Αὐτό ἐξασφαλίζεται μέ τό νά μένει καί σήμερα ἡ Ἐνορία «ἐργαστήριον ἁγιότητος», ὃπως ἢθελε τήν Ἐκκλησία ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Ὃτι δέ αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἐν τόπῳ Ἐκκλησίας, φαίνεται ἀπό τά λειτουργικά μας βιβλία καί τό περιεχόμενό τους, πού εἶναι κοινό σέ κάθε τοπική φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας.
    Ἡ ἐπίγνωση τοῦ λόγου ὑπάρξεως τῆς Ἐνορίας θά ὁδηγήσει στήν ἐπανεύρεση τοῦ ἑαυτοῦ της. Ὁ Ναός, τότε, δέν θά εἶναι τόπος περιπτωσιακῆς συναντήσεως, ἀλλά τό κέντρο τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν. Δέν θά εἶναι ἁπλά χῶρος «τελετῶν», ἀλλά θά λειτουργεῖ, ὃπως τό «καθολικόν» στό μοναστήρι. Σ’ αὐτό ἡ λειτουργία τοῦ Ναοῦ (πνευματικότητα) συνεχίζεται στήν λειτουργία τῆς κοινῆς τραπέζης καί τά διακονήματα (ἀδελφικότητα) καί τοῦ κελλιοῦ (προσωπικός ἀγώνας). Τό ἲδιο καί στήν Ἐνορία: ἡ λειτουργία τοῦ ναοῦ ἐπεκτείνεται στίς οἰκίες τῶν ἐνοριτῶν, πού γίνονται «κατ’ οἶκον» ἐκκλησίες. Μέ τήν πρόοδο τῆς πνευματικότητος εἶναι δυνατόν αὐτό ἀρχικά σέ μιά μερίδα τοῦ ποιμνίου, ὑπάρχουν δέ δείγματα πού ἐνισχύουν τήν ἀναστάσιμη ἐλπίδα.
    Ἓνα ἀποφασιστικό βῆμα θά ἦταν ἡ ἐξεύρεση λύσεως διά τόν ἀπεγκλωβισμό τοῦ Κλήρου ἀπό τήν ὑπαλληλοποίηση, ἢ ἀρχικά τοὐλάχιστον τόν περιορισμό της. Διότι μόνο τότε ἡ ἱερωσύνη θά ἐπανεύρει τόν χαρισματικό-πνευματικό της χαρακτήρα καί ἡ Ἐνορία θά ξαναποκτήσει τόν πρός τά μέσα καί πρός τά ἒξω δυναμισμό της.
    Εἶναι, ἐξ ἂλλου, ἀνάγκη νά ὑπερβαθοῦν πραγματικά ἐμπόδια στήν ἀνάπτυξη τοῦ ἐνοριακοῦ ἒργου, ὃπως λ.χ. συμβαίνει μέ τίς «ἐνορίες μαμούθ» τῶν ἀστικῶν κέντρων42 . Ὁ στόχος ὀφείλει νά εἶναι τό πῶς ὁ ναός θά γίνει τό ἀπόλυτο κέντρο ζωῆς τῆς Ἐνορίας. Ὃλα τά ἂλλα «κέντρα», πού παράγουν οἱ ἐκσυγχρονιστικές τάσεις, ἒχουν δευτερεύουσα σημασία. Τό κύριο μέλημα ὀφείλει νά εἶναι πῶς ἡ λειτουργική σύναξη καί εὐχαριστιακή κοινωνία θά ξαναγίνει ὁ σκοπός τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐνορίας. «Ἡ Λειτουργία εἶναι ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἐμπειρία της, τό μυστήριό της, ἡ ἐλπίδα της, ἡ στιγμή τῆς ἀλήθειάς της καί μόνο μέσα στήν Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας κατανοεῖται ἡ θέση της σ’ αὐτόν τόν κόσμο καί ἡ σχέση της μέ αὐτόν τόν κόσμο καί ἡ ὓπαρξή της «ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας» ( π. Ἀλ. Σμέμαν).
Σημειώσεις:
1. Προδρόμου Ι. Ἀκανθοπούλου, Ἡ ἱστορία τῶν Ἐνοριῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου κατά τήν Τουρκοκρατία, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 2.
2. Πρώτη ἱστορική ἀναφορά μέ τήν σημερινή ἒννοια σέ ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης (δ΄ αἰ.) πρός Φλαβιανόν: «Καί τινος μηνύσαντος κατά τήν ὀρεινήν αὐτοῦ ἐνορίαν διάγειν...» (PG 46,1001 Α). Μέ τήν ἒννοια μικρῆς περιοχῆς, ὃπου κατοικοῦσαν Χριστιανοί, ἀπαντᾶ καί στόν ἃγιο Ἐπιφάνιο Σαλαμῖνος Κύπρου: «... ὃς κατώκει ἐν τῇ τῆς Ἐλευθερουπόλεως Ἱερουσαλήμ ἐνορίᾳ, ἐπέκεινα τῆς Χεβρών...» (PG 41, 677C).
3. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου (Δ. Ζηζιούλα), Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καί τῷ Ἐπισκόπῳ κατά τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνας, Ἐν Ἀθήναις 19902, σ.151.
4. Βλασίου Ι. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τ. Α΄, Ἀθῆναι 1992, σ. 185.
5. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου, Ἡ ἑνότης ..., ὃπ.π., σ.175.
6. Βλασίου Ι. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ὃπ.π., σ.189.
7. Στό ἲδιο, σ.189. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου, ὃπ. π., σ.187.
8. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου, ὃπ.π., σ.187, 151.
9. Βλασίου Ι. Φειδᾶ, ὃπ.π., σ.187.
10. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου, ὃπ. π., σ.179.
11. Στό ἲδιο, σ. 183 ἑ.
12. Στό ἲδιο, σ. 157 (καί σημ. 32)
13. Στό ἲδιο, σ.169 ἑ.ἑ.
14. Βλ. ἐκτενῆ ἀνάλυση στίς εἰδικές μελέτες τῶν Προδρόμου Ἰ. Ἀκανθοπούλου, ὃπ. π., καί Ἰωάννου Ε. Ἀναστασίου, Αἱ Ἐνορίαι τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας κατά τήν διάρκειαν τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος, Ἐπιστ. Ἐπετ. Θεολογικῆς Σχολῆς Παν/μίου Θεσσαλονίκης, τ. 29, σ.9-20. Πρβλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Τουρκοκρατία. Οἱ Ἓλληνες στήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία, Ἀθήνα 2005, σ. 105 ἑ.ἑ. (=ἡ ζωή στήν Ἐκκλησία).
15. π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Τουρκοκρατία, ὃπ.π., σ.106
16. Σπ. Χρ. Καρύδη, Ὀρθόδοξες Ἀδελφότητες καί συναδελφικοί Ναοί στήν Κέρκυρα (15ος-19ος αἰ.), ἈΘήνα 2004, σ. 671.
17. Στό ἲδιο, σ. 675.
18. Ἰωάννου Ἀναστασίου, Αἱ Ἐνορίαι..., ὃπ.π., σ.10.
19. Στό ἲδιο, σ. 19.
20. Στό ἲδιο, σ. 19 ἑ.
21. Βλ. Κρυφό Σχολειό, μύθος ἢ πραγματικότητα; Ἒρευνα τοῦ περιοδ. ΑΡΔΗΝ (τεῦχ. 64, Ἀπρ.-Μάϊος 2007, σ. 25 ἑ.ἑ.(μέ βιβλιογραφία)
22. Στῆβεν Ράνσιμαν, Ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία ἐν αἰχμαλωσίᾳ ( μετάφραση Κ. Παπαρρόδου), Ἀθήνα 1979, σ. 662.
23. Βλ. π. Γ.Δ.Μεταλληνοῦ, Ἡ προσφορά τοῦ Μοναχισμοῦ στό Ἒθνος, στόν τόμο τοῦ Ἰδίου, Συναντήσεις..., Ἀθήνα 2005, σ. 11-26.
24. «Οὓτως οἱ ἐν τοῖς μοναστηρίοις ζῶσι νῦν, ὣσπερ ποτέ οἱ πιστοί». Ὁμιλία στίς Πράξεις ΙΑ΄, 3 (PG 60,98).
25. Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων καί ἡ διένεξη περί «Νεοελληνικῆς Ἐκκλησίας», στό: Στά μονοπάτια τῆς Ρωμηοσύνης..., Ἀθήνα 2008, σ. 245-266.
26. Ἀμίλκα Σ. Ἀλιβιζάτου, Οἱ Ἱεροί Κανόνες καί οἱ Ἐκκλησιαστικοί Νόμοι, Ἐν Ἀθήναις 1949, σ. 641 ἑ.ἑ.
27. (1849-1931) Τά βιογραφικά του βλ. στό Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (τῆς Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν), τ. 3 (1990) σ. 392. Προηγήθηκε (1909) ὁ περί γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου νόμος (ΓΥΙΔ΄), διά τοῦ ὁποίου «ἐπεδιώκετο ἡ οἰκονομική περισυλλογή καί χειραφέτησις τῆς Ἐκκλησίας, ὣστε νά καταστῇ αὓτη ἱκανή νά λύσῃ τό ζήτημα τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου», Γερασίμου Ι. Κονιδάρη, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, τ. Β΄, Ἐν Ἀθήναις 19702, σ. 265.
28. Γερασίμου Ι. Κονιδάρη, στό ἲδιο, σ. 265.
29. Ἀμίλκα Σ. Ἀλιβιζάτου, ΟἹ ἱεροί Κανόνες ..., ὃπ. π., σ. 642.
30. Τὀ «σπουδαῖο» Ν.Δ. 17/12/1923. Στό ἲδιο. Πρβλ. Γ.Ι. Κονιδάρη, ὃπ. π., σ. 271.
31. Ἀμίλκα Σ. Ἀλιβιζάτου, ΟἹ Ἱεροί Κανόνες..., ὃπ. π., σ. 643 ἑ.ἑ.
32. Χαρακτηριστικοί εἶναι ἐν προκειμένῳ μία σπουδαία συζήτηση στήν Ἱερά Σύνοδο διά τόν ἐφημεριακό κλῆρο στίς 10.11.1958, μέ κύριον εἰσηγητή τόν μακαριστό Μητροπολίτη Κίτρους κυρόν Βαρνάβαν (Βλ. Θεοκλήτου Στράγκα, τ. Ε΄, Ἀθῆναι 1974, σ. 3018 ἑ.ἑ. ἐδῶ: 3074-3088), πού ὁπωσδήποτε προετοίμασε τίς περαιτέρω ἐξελίξεις.
33. Ν. 590/1977 (ΦΕΚ 146 Α΄/31.5.77).
34. Βλ. Μητροπολίτου Κίτρους Βαρνάβα Δ. Τζωρτζάτου, Οἱ βασικοί θεσμοί Διοικήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Μετά ἱστορικῆς ἀνασκοπήσεως, Ἐν Ἀθήναις 1977, σ. 84-86.
35. Βλ. Βλασίου Ι. Φειδᾶ, Ἱεροί Κανόνες καί Καταστατική Νομοθεσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1997, σ. 583-605.
36. Χρήσιμο εἶναι τό συλλογικό ἒργο Ἐνορία. Πρός μία νέα ἀνακάλυψή της, ἐκδ. «Ἀκρίτας», Ἀθήνα χ.χρ.
37. PG 91,668 B.
38. Ἀμίλκα Σ. Ἀλιβιζάτου, Τό Κανονικόν Δίκαιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1941, σ. 10.
39. Πρβλ. Ματθ. 20,18 Μάρκ. 10,45.
40. PG 62,204.
41. PG 52, 784. Βλ. ἐκτενῶς στό: Ἰωάννου Ν. Καρμίρη, Ἡ θέσις καί ἡ διακονία τῶν Λαϊκῶν ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, Ἐν Ἀθήναις 1976 καί Τοῦ Ἰδίου, Δογματικῆς Τμῆμα Ε΄, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία, Ἀθῆναι 1973, σ. 430-518, ὃπου καί περαιτέρω βιβλιογραφία.
42. Βλ. Εὐθυμίου Στύλιου (τιτουλάριου Μητροπολίτου Ἀχελώου), Τό σύγχρονον ἀστικόν περιβάλλον ὡς ποιμαντικόν πρόβλημα, Ἀθῆναι 1980.
 
«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ» ΑΡ. ΦΥΛ. 1817-1820
Διαδίκτυο:http://www.pmeletios.com