"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

Η ΘΕΙΑ ΤΟ ΡΗΝΙΩ ΚΑΙ Η ΕΠ᾿ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΙΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΝ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ- τοῦ Μητροπολίτου Νέας Ζηλανδίας κ. Ἰωσήφ



Κατά τό ὕφος τοῦ ᾿Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη






θεία το Ρηνιώ, πρωτεξαδέλφη της μητρός μου, έγεννήθη εν τη κοιλάδι του κλαυθμνος ττει σωτηρίω 1901, διό και ερωτώμενη περί της ηλικίας της ήρέσκετο να παντ: «—Εγώ πηγαίνω με το έτος!». Αναγνωρισθείσα υγιής υπό των αρμοδίων υγειονομικών αρχών του «θεραπευτηρίου», ήγουν «παράκουκος», ως καλοντο τότε τα υγιή τέκνα λεπρών γονέων, έχωρίσθη βί τν γεννητόρων της, μετήχθη εις το χωρίον Έξω Μουλιανά, η η-Γιώργης ως καλετο τότε, δια την παρξιν εν αύτώ δύο Ναών έπ' ονόματι του Μεγαλομάρτυρος, ενός εις την μεσοχωριάν και ετέρου εις το Απάνω Χωριό, του τέως Δήμου Τουρλωτής, ένθα διέμενον οί εκ μητρός συγγενείς της, και λλ το Μανάκι, γουν ή προμάμμη μου, Ζαμπία το όνομα, μετεκλήθη νωρίτατα υπό του Κυρίου της ζωής και του θανάτου και ούτω το Ρηνιώ ευρέθη δια δευτέραν φοράν ορφανή, διό και συχνάκις διηγουμένη τα του βίου της βάσανα ανέφερε μετά ψυχικού άλγους: «Ή διπλή και ξιολύπητή μου ορφάνια!». Όμως, το Ρηνιώ δεν έμεινεν, ασφαλώς, εις τον δρόμον. Ή νεωτέρα αδελφή της μητρός της, Μαρία το όνομα, γνωστή περισσότερον ως Χατζήνα, καθ' όσον ό σύζυγος της Γεώργιος, τελωνοσταθμάρχης το επάγγελμα εν τω λιμενίσκω του Μοχλού του ως άνω τέως Δήμου Τουρλωτής, είχε παλαιότερον πραγματοποιήσει προσκύνημα εις τους Αγίους Τόπους, ένεκα του οποίου έτρεφε και πώγωνα μακρότατον, σεβάσμιον, πατριαρχικόν, μονογενή έχουσα υίόν, κατά μόνον εν έτος νεώτερον του Ρηνιο, Ίωάννην το όνομα, ποος έγνωρίζετο δια βίου ως ό Γιαννάκης της Χατζήνας, φιλοστόργως παρέλαβε το Ρηνιώ εις τα δια και άνέθρεψεν αυτήν ως δίαν θυγατέρα, διό και το Ρηνιώ και ό Γιαννάκης έθεώρουν και γάπων αλλήλους ως αδελφούς μάλλον ως πρωτεξαδέλφους.




* * *


Το Ρηνιώ διεκρίνετο παιδιόθεν έπ' ευφυΐ
, και φιλομάθεια, διήκουσε δε και τα αρμόδια μαθήματα παρά τω Δημοτικώ Σχολείω των Μουλιανών, τω παρά τω παλαίω έξωκκλησίω του Αφέντη Χριστού, ρχαί Μετοχί της σεβάσμιας Σταυροπηγιακής Μονής της Παναγίας Άκρωτηριανής Σητείας, της επικαλουμένης Τοπλο, οποία το είχε προφρόνως παραχωρήσει εις τάς Ενορίας των δύο πλησίον χωρίων, Έξω Μουλιανών και Μέσα Μουλιανών από κοινού, προκειμένου να δημιουργηθή Σχολεον. Παρά του Δημοτικού τούτου Σχολείου το Ρηνιώ δεν ημοίρησε να γνωρίση τερον, άνώτερον έκπαιδευτήριον. Εμεινεν σοβίως, του Δημοτικού. Το όντως, όμως, Σχολεον, το ποον κυριολεκτικώς έμόρφωσε την θεια Ρηνιώ, ήτο Εκκλησία του χωρίου της, εν τη οποία ίεράτευσεν επί τεσσαρακοντατετραετίαν λην ό φιλόστοργος θείος της και πνευματικός προστάτης, ό εροπρεπέστατος παπά Γεώργιος Μαστοράκης. Ούτος παπά Γιωργάκης, ως τον άπεκάλουν θωπευτικώς μέχρι βαθυτάτου γήρως και πρεσβείου οί νορται του, του Τετραταξίου Δημοτικού απόφοιτος, έχειροτονήθη υπό του Αγίου Ιεράς και Σητείας Αμβροσίου, κοινή ψήφ των συγχωριανών, παρά τάς αντιρρήσεις του, καθότι πασχεν εκ προκεχωρημένης λονοσίας, κινίνη δεν ειχεν ακόμη έμφανισθή εις τον ορίζοντα και οί άσκληπιάδαι της εποχής τον είχον αποφασίσει. Ύπήκουσε παρά ταύτα τη Έκκλησί και άφ' ότου καμψε προ της Αγίας Τραπέζης το γόνυ, δια να καταστ Διάκονος, αί θέρμαι της ελονοσίας τον εγκατέλειψαν οριστικώς, άμα ακριβώς τη εκφωνήσει υπό του Άρχιερέως του «Ή θεία Χάρις, ή πάντοτε τα ασθενή θεραπεύουσα» και έχαιρε κατόπιν δια βίου σκανδαλώδους ύγιείας, έποίμανε δε το ποίμνιόν του κατά τα παλαιά, με νηστείας, Παρακλήσεις, μικροαγρυπνίας, εύχέλαια και τα τοιαύτα, καθ' εβδομάδα μελετών το Ψαλτήριον, εύωδιάζων πάντοτε παπαδίλαν, ήγουν μοσχοθυμίαμα μελισσοκέρι και ελαιον, ουχί δε μυρεψικάς μαγγανείας, ως έθος παρά πολλοίς των νεωτέρων, μάλιστα δε των ύψηλότερον ίσταμένων και των δεσποτικής χαράς όρεγομένων.



* * *


Ή εν τ
ναώ θέσις του Ρηνιού το πάντοτε παρά τη μάμμη Ζαμπί και τας θείαις της Μαρία τη Χατζήν και Δεσποινι, τη Πρεσβυτέρα, συζύγω του ίερέως θείου της. γωνιά των διεκρίνετο έπ' άκρα σιγή και προσηλώσει εις τα ιερά δρώμενα, την ψαλμωδίαν και τα αναγνώσματα. Άλλοίμονον εις κείνην, οποία θα έτόλμα να διαταράξη την ίεράν ήσυχίαν δια λόγων ή ψιθύρων. Έφθανε το κεραυνοβόλον βλέμμα της Χατζήνας, δια να την έπαναφέρη πάραυτα εις την τάξιν. Ούτω το Ρηνιώ παιδιόθεν συνήθισε να ροφ, κατά κυριολεξίαν, πάν το εν τω ναώ τελούμενον, ψαλλόμενον άναγινωσκόμενον. Την ενθυμούμαι καλώς, γρααν πλέον, προσευχομένην όρθοστάδην καθ' λην σχεδόν την διάρκειαν της Λειτουργίας, να είναι σύννους, λη ν βλέμμα, εν ος, ες σπόγγος απορροφητικός, ώστε να μη τ διαφεύγ το παραμικρόν, έτοιμη να κατακεραυνώση μικρούς μεγάλους, οί ποοι θα ήνώχλουν την άκραν προσήλωσίν της, δια λόγου και ψιθύρου μόνον, με εν άπότομον — Σιωπή!... Μουρμού!... χνιά!... συνοδευόμενον υπό χαρακτηριστικής φοράς του δείκτου της δεξιάς κατενώπιον της ρινός και του στόματος. Εντεύθεν και δια ταύτα απέκτησε βαθμηδόν πλουσιώτατον λεξιλόγιον, Ιεροπρεπές, αρχαιοπρεπές, δαψιλέστατα ρτυμένον, καταστόλιστον ξ αγιογραφικών και ύμνογραφικών στοιχείων. Ερωτώμενη, επί παραδείγματι, εάν έγνώριζε τον φιλοξενούμενον του Κουκουδόγαμπρου, πήντα: «ουκ οιδα τον ανθρωπον»! Θεωρούσα τον χορον της Κανονομαρίας να τρέχη σύρων όπισθεν αυτού σχοινίον, εις το άκρον του οποίου ερίσκετο σιδηρούς πάσσαλος, όστις τέως συνεκράτει το ζώον και ήδη έκροτάλιζε δαιμονιωδώς επί του καλντεριμίου, έσχολίασε: «και μοχλούς σιδηρούς συνέτριψε»! Ερωτηθείσα ποτέ υπό της πρωτεξαδέλφης της και μητρός μου, -Ερήνη, πού πήγε Μαρίκα; ήγουν κόρη της, απήντησε μετ' ακαριαίας ετοιμότητος: «Πέραν του χειμάρρου των κέδρων, που ν κήπος». Τ ντι ατη ειχεν υπάγει εις τον κήπον της κείμενον πέραν του χειμάρρου Παντελή παρά τον Πετράν, μεσαιωνικόν της Σητείας οκισμόν, ένθα και δεικνύουν μέχρι της σήμερον οικίαν άποδιδομένην εις τον Βικέντιον ή, επί το λατινικώτερον, Βιτσέντζον Κορνάρον, ποιητήν του Έρωτοκρίτου, ν, ειρήσθω εν παρόδω, το Ρηνιώ έγνώριζεν από στήθους, ως έγνώριζε και τον Άθανάσιον Διάκον του Βαλαωρίτου και λλα του αυτού και άλλων ποιήματα, τα ποα και έφιλοτιμετο να μοι άπαγγέλλη, τε μην παιδίον, δια να τα μάθω. Ουδέποτε το Ρηνιώ διενοήθη να όνομάση το Κλεινόν στυ Αθήνα. Ώμίλει πάντοτε περί Αθηνών: «Ήλθε από τάς Αθήνας ό Κωστής του παπά», έπληροφόρει τα τέκνα της. Μεμψιμοιρούσα δια γενομένην τυχόν εις βάρος της άδικίαν, έστρέφετο προς τον γείτονα "Αη-Γιώργην και έπεκαλετο: «γιε Γεώργιέ μου, συ πού είσαι των αιχμαλώτων ελευθερωτής και των πτωχών υπερασπιστής»!


Κατά την επί γης τελευταίαν συνάντησιν ημών κατά Σεπτέμβριον του έτους 1991 από Χριστού, καθώς άπεχαιρέτουν αυτήν, δια να αναχωρήσω εις Αντίποδας, μοι είπε: «Δεν θα ξαναϊδωθούμε, Δεσπότη μου. Εις την προβληθε
σαν εις τούτο άντίρρησιν, καθ' όσον υγεία της ήτο, ως συνήθως, ωσάν το πετραμύγδαλον, ντεπε: «Όταν θα έλθετε ξανά, εμένα θα μου έχουν πε το "μωμοι εν δ. Αλληλούια"». Τω ντι της το επον. Έφυγεν νενηκοντοτις και έκηδεύθη την πα-ραμονην των Χριστουγέννων του δίου έτους, ένταφιασθεσα εις την Παναγίαν, εις τον τάφον του πάππου και της μάμμης της, ένθα προλαβών ειχεν ήδη ένταφιασθή ό καλοκάγαθος σύζυγος της, ό Νικολάκις, έχουσα ένθεν μεν τον τάφον της θείας Χατζήνας, του Χατζή και του Γιαννάκη, ένθεν δε κενον της θείας - παπαδιάς και της πεφιλημένης εξαδέλφης της Κατίνας του παπά, δια να δυνηθη πλέον να συμψάλη μετά της θριαμβευούσης Εκκλησίας τάς προσφιλείς ατ Καταβασίας «Χριστός γεννάται, δοξάσατε», περί των οποίων μοι έλεγε: «Α και να κάτεχες πόσο ρέγομαι ντο τσ γροικ»!


Ατυχώς το Ρηνιώ έφυγεν εκ του ματαίου τούτου κόσμου ενωρίς και δεν προέλαβεν,
βαρυδαίμων, να χάρη -στω από ραδιοφώνου— τάς κοσμοσωτηρίους καινοτομίας περί την άνάγνωσιν έπ' Εκκλησίας, και δη και χύμα, ως τα όσπρια εις τους σάκκους του Παντοπωλείου του εξαδέλφου της του Μανωλάκι, των συγχρόνων μεταφράσεων του Ιερού Αποστόλου και των θείων Ευαγγελίων, τάς οποίας ήτοίμασαν ευρυμαθείς και διπλωματούχοι άνθρωποι της Θρησκείας, γνωστοί κραταιοί της Αλεξανδρινής Κοινής των Γραφών, χρόνον πολύν κα χρήματα δαπανήσαντες δια σπουδάς εν τη Εσπερία και τους Έσπερίους ομοτέχνους των, τους την Κοινν Κοϊνίιν προσφέροντας, καταφαγόντες με τα εξώφυλλα, ώστε να καταλάβη και αυτή, επί τέλους !, αγράμματη, του Δημοτικού, τα θειότατα κείμενα, τα ποα, κατά τους μεγαλοπράγμονας μεταρρυθμιστάς, ασφαλώς τ σαν ακατανόητα, τόσον, σον τουλάχιστον και τα Οζμπεκικά τα Κινέζικα...




ρθόδοξος Τύπος, 1577, 17/12/04, σ. 1.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου