"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

“Περί ἀποδοκιμασίας καί κατακρίσεως πάσης μεταφράσεως τοῦ ῾Ιεροῦ Εὐαγγελίου εἰς ἁπλουστέραν ῾Ελληνικήν γλῶσσαν”

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ του Έτους 1901 “Περί αποδοκιμασίας και κατακρίσεως πάσης μεταφράσεως τον Ιερού Ευαγγελίου εις απλουστέραν Έλληνικήν γλώσσαν”.

αθηνων 
ΠΡΟΚΟΠΙΟΣΟ Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ Β΄
Αριθ. Πρωτ.3171
Διεκπ.687/7-11-1901
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Πρός τους ανά τό Κράτος Σεβ. Ίεράρχας
και την Επισκοπικήν Επιτροπήν Μεσσηνίας.
Άπό της θεοπνεύστου συγγραφής του Ιερού Ευαγγελίου και μέχρι μεσούντος του 17ου αιώνος ουδείς ποτέ διενοήθη ή έξήνεγκε γνώμην περί μεταφράσεως αυτού εις γλωσσικόν ιδίωμα άπλούστερον και εύληπτότερον της γλώσσης, εις ην, θεία προνοία, ύπό μεν των Ευαγγελιστών έγράφη, ύπό δέ τών Αποστόλων και τών διαδόχων αυτών έκηρύχθη, και ήτις έχρησίμευσε θαυμασίως εις τε τήν παγκόσμιον διάδοσιν της αγίας και θεοτεύκτου ημών θρησκείας, και εις τήν κρατεράν και πάντοτε νικηφόρον αυτής άμυναν κατά πολλών και πολυειδών διωγμών και επιβουλών.
Κατά Μαΐον του 1629 μ. Χ. έξηνέχθη πρώτην φοράν γνώμη περί μεταφράσεως της Κ. Διαθήκης εις τήν τότε δημοτικήν Έλληνικήν γλώσσαν, και αύτη ουχί παρ' Έλληνος ή Όρθοδόξου Χριστιανού, άλλά παρ' Ολλανδού Καλβινιστού ιερέως, ταύτη δ' έπηκολούθησαν έκτοτε όμοιαι, ευάριθμοι, άλλά πάντοτε άτέλεστοι και θνησιγενείς άπόπειραι.
Ή Ελληνική Όρθόδοξος του Χριστού Εκκλησία, μόνη κεκτημένη εν τη εαυτής γλώσση τό έπίσημον τής Κ. Διαθήκης κείμενον, αυτό τό πρωτότυπον και αρχέτυπον, έσχε πάντοτε πλήρη συναίσθησιν του τιμαλφούς τούτου πνευματικού προνομίου και δεν επέτρεψε τήν εις αυτό ύποκατάστασιν οιασδήποτε μεταφράσεως. Βάσιν και θεμέλιον άσάλευτον έχουσα τήν ανέκαθεν παραδοθείσαν αύτη πολύτιμον ίεράν κληρονομίαν ύπό τών Αποστόλων, τών Οικουμενικών Συνόδων, τών Αγίων Πατέρων και τών εν γένει Εκκλησιαστικών παραδόσεων, τών άρραγώς τεθεμελιωμένων έπί τά πάτρια θέσμια, τά θαυμασίως ύπό τής Ιστορίας κυρωθέντα, άπεκήρυξε και άπέκρουσεν ώς έργον όθνείον και άθεσμον πάσαν καινοσπούδου εφέσεως έπιχείρησιν προς έκτροπήν από τής ούτω κεχαραγμένης βασιλικής οδού, ήν εν τή μακραίωνι αυτής πορεία νικηφόρως πάντοτε έβάδισε.
Τοιούτων εφέσεων τοιαύται επιχειρήσεις εισί και αί μέχρι του νυν άπόπειραι μεταφράσεως του Ιερού Ευαγγελίου εις «απλουστέραν Έλληνικήν γλώσσαν, εσχάτως δέ και εις οίκτρώς κακόζηλον και Ιουδαϊκήν, άηδώς και σκανδαλωδώς παραμορφούσαν τό σεμνόν κάλλος του Θεοπνεύστου αρχετύπου κειμένου. Ή Ελληνική Όρθόδοξος Εκκλησία παγίως άπεφήνατο, ότι τάς ύψηλάς και σωτηρίους του Ευαγγελίου εννοίας αδύνατον είναι νά άποδώση οιαδήποτε μετάφρασις, απλώς τάς λέξεις άντικαθιστώσα δι' άλλων εύληπτοτέρων, διότι ούτως απειλείται διαστροφή τών εννοιών, αίτινες άνεπτύχθησαν και διετυπώθησαν εις δόγματα παρά Οικουμενικών Συνόδων.
Τήν έπιζήτησιν πληρεστέρας και σαφεστέρας του Ιερού Ευαγγελίου κατανοήσεως ή Όρθόδοξος 'Εκκλησία ού μόνον ουδέποτε άπηγόρευσεν, άλλά και πάντοτε μεν συνέστησεν, ενίοτε δέ και έπέβαλεν, ουχί όμως διά μεταφράσεων, άλλά διά τών κανονικώς ανεγνωρισμένων και καθηγιασμένων ερμηνειών τών Άγιων Πατέρων και τών μεγάλων αυτής διδασκάλων ώς και πάσης άλλης άπό τών διαυγών αυτών πηγών ήντλημένης, και ύπ' αυτής τής Εκκλησίας μετά έλεγχον εγκεκριμένης.
Συνωδά τούτοις ή Όρθόδοξος Εκκλησία άπεδοκίμασε και άνεθεμάτισεν ουχί άπαξ πάσαν οιανδήποτε μετάφρασιν του Ιερού Ευαγγελίου εις άπλουστέραν γλώσσαν διά τε Συνοδικών όρων και διά Πατριαρχικών και Συνοδικών αποφάσεων και εγκυκλίων. Παρά ταύτα Όμως πάντα, τολμώνται και μέχρι τών ημερών ημών μεταφράσεις του Ιερού Ευαγγελίου, ύπαγορευόμεναι εκ σφαλεράς ίσως προαιρέσεως του καταστήσαι αυτό προσιτώτερον και εύνοητότερον τω λαώ.
Οί τοιαύτα έπιχειρούντες αντιστρατεύονται τοις θεσμίοις και ταις διαταγαίς τής Όρθοδόξου Εκκλησίας, ήτις, έπί πάσι τοις ήδη λεχθείσιν, ουδέποτε εν τη σχεδόν δισχιλιετεί αυτής πείρα σύνοιδεν ώς άναγκαίον έπικουρικόν μέσον προς πληρεστέραν του Ιερού Ευαγγελίου κατανόησιν τήν εις άπλουστέραν γλώσσαν μετάφρασιν αυτού, άλλ' άπεδοκίμασε και άνεθεμάτισεν αυτήν.
Ή Ελληνική Όρθόδοξος του Χριστού Εκκλησία, ή ουδέποτε ευτυχώς σφαλείσα τών ορθών βουλευμάτων έν τω υπέρ τής άγνότητος και κραταιώσεως αυτής άγώνι, ώς έχουσα άνωθεν όρθήν συνείδησιν και άντίληψιν τών υψίστων του πληρώματος αυτής συμφερόντων, ουδέ έν αυτοίς έτι τοις ζοφερωτάτοις χρόνοις του σκότους τών διωγμών και τής δουλείας ήσθάνθη ανάγκην, ίνα τό πιστόν αυτής πλήρωμα ποτισθή τά σωτήρια νάματα του Ευαγγελίου ύπό τύπον και μορφήν άλλην παρά τήν παραδοθείσαν αυτή άπό τών Αποστολικών χρόνων.
Αί άπό χιλιετηρίδος και πλέον ύφιστάμεναι διαφοραί τής γλώσσης του Ευαγγελίου άπό τής λαλουμένης, αίτινες έν τω παρελθόντι ήσαν ομολογουμένως πολύ βαθύτεραι και σπουδαιότεραι τών έν τω παρόντι, ουδέποτε έπεσκότισαν τό παράπαν τάς ψυχάς τών ακροατών ή αναγνωστών αυτού, ούδ' έμείωσαν τόν προς αυτό σεβασμόν και τήν ύπακοήν εις τά θεόπνευστα αυτού ρήματα, προσιτά και καρποφόρα άείποτε ύπάρξαντα εις πάσαν χριστιανικήν διάνοιαν και καρδίαν.
Τής εθνικής δ' ημών γλώσσης όσημέραι προαγόμενης, και βραδέως μέν ίσως, άλλ' ασφαλώς και αισίως χωρούσης προς τήν πάλαι αυτής άκμήν και τό μεγαλείον, ουδεμία κατά μείζονα λόγον υφίσταται τανύν ανάγκη, ένεκα ελαχίστων και σχεδόν ήδη ανεπαίσθητων διαφορών, νά άλλοιωθή ό άπ' αιώνων παραδεδόμενος ημίν τύπος τών υψηλών και θεοπνεύστων επων του Ευαγγελίου, ό άπό δισχιλίων ετών βαθύτατα έγκολαφθείς εις τε τόν νουν και τάς καρδίας ημών και εις πάσας τάς εκδηλώσεις του θρησκευτικού ημών βίου.
Συμφώνως προς ταύτα, ή Ιερά Σύνοδος τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, στερρώς προσκειμένη τοις πατροπαραδότοις θεσμίοις και τή άρχήθεν όμοφώνω και διά τών αιώνων άπαρασαλεύτω μέχρι νυν γνώμη τής Όρθοδόξου Εκκλησίας, φυλαξ δέ άγρυπνος τών Ιερών εκκλησιαστικών παραδόσεων, τής ετέρας ταύτης διαυγούς και ζωηφόρου πηγής τής χριστιανικής θρησκείας, ών τήν τήρησιν ένεπιστεύθησαν αυτή οι τε εκκλησιαστικοί θεσμοί και οί πολιτικοί νόμοι, αποκρούει και αποδοκιμάζει και κατακρίνει ως βέβηλον πάσαν διά μεταφράσεως εις άπλουστέραν έλληνικήν γλώσσαν αλλοίωσιν ή μεταβολήν του πρωτοτύπου κειμένου του Ιερού Ευαγγελίου, ού μόνον ώς περιττήν, άλλά και ώς έκθεσμον καί συντελούσαν εις σκανδαλισμόν μεν τών συνειδήσεων, στρέβλωσιν δέ τών θείων αυτού εννοιών και διδαγμάτων.
Εντέλλεται δ' 'Υμίν και δι' Υμών παντί τω κλήρω, ίνα, έξ ονόματος αυτής, συνιστάτε πάντοτε τω καθ' υμάς ποιμνίω διά πατρικών νουθεσιών καί προτροπών, όπως μηδείς μηδέποτε άναγινώσκη μετάφρασιν οιανδήποτε του Ιερού Ευαγγελίου, ώς άπηγορευμένην καί καταδεδικασμένην ύπό τής Εκκλησίας.
Τής παρούσης αποστέλλονται Υμίν ικανά αντίτυπα, ίνα διανεμηθώσι τοις ύφ΄ Υμάς κληρικοίς, άναγνωσθώσι δ' ευκρινώς καί έπ' Εκκλησίας.
Απεφασίσθη μεν τη έβδομη καί δεκάτη μηνός Όκτωβρίου, εξεδόθη δέ τή έβδομη μηνός Νοεμβρίου σωτηρίου έτους 1901 έν Αθήναις.
Ό Αθηνών ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ Πρόεδρος
Ό Σύρου Τήνου καί Άνδρου ΜΕΘΟΔΙΟΣ
Ό Ύδρας καί Σπετσών ΑΡΣΕΝΙΟΣ
Ό Τριφυλίας καί Όλυμπίας ΝΕΟΦΥΤΟΣ
Ό Παροναξίας ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Ό Γραμματεύς
Άρχιμ. Μελέτιος Σακελλαρόπουλος.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου