"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Η «ΓΛΩΣΣΑ» ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ- π. ᾿Αθανασίου Λαγουροῦ





Ἐτικέττες:Ἁγιότης, Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ἅγιοι Πάντες, Γλῶσσα
Ὁ ἁγιασμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν πλήρωση τῆς Οἰκονομίας Του «ἔπεμψεν ἐκεῖθεν τὸ πανάγιον Πνεῦμα». Καὶ ἐπειδὴ «πάντα ταῦτα ἀνύμνησεν ἡ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία», σήμερα πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή καὶ τὸ γενόμενο «θαῦμα» τῶν γλωσσῶν, μᾶς παρουσιάζει ἐκεῖνο ποὺ μόνον ἔλειπε: «πόσους καὶ ποίους καρποὺς συνήγαγε πρὸς ζωὴν αἰώνιον ἡ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρουσία καὶ ἡ τοῦ παναγίου Πνεύματος δύναμις» Γι᾽ αὐτὸ καὶ «πάντων ὑμῶν ποιεῖται τῶν ἁγίων τὴν μνήμην καὶ πᾶσι τὸν ὕμνον καὶ τὴν τιμὴν ἀποδίδωσι σήμερον» (Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΚΕ´ τῇ Κυριακῇ τῶν Ἁγίων Πάντων, ἐκδ. ΕΠΕ. τ. 10, σελ. 126 κ. ἑξ.). Εἶναι ἡ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων. Μᾶς δίνεται λοιπόν, μετὰ τὸ «γλωσσικὸ» θαῦμα τῆς Πεντηκοστῆς, μιὰ χρυσῆ εὐκαιρία νὰ ἀναρωτηθοῦμε πάνω σὲ κάτι «ἀνατρεπτικό»: Ποιά ἡ γλῶσσα τῶν Ἁγίων καὶ ποιά ἡ δική μας; Πῶς μιλᾶμε στὸν Θεό; Μήπως μιλᾶμε στὸν Θεὸ σὲ γλῶσσα ποὺ ὁ Θεὸς δὲν «καταλαβαίνει»; Μήπως συναζόμαστε στὴν Ἐκκλησία, στὴν Θ. Λειτουργία ἀλλὰ δὲν μᾶς «καταλαβαίνει»;
Ὁ ὅρος «Ἅγιος» προέρχεται ἀπὸ τὸ ἅγος ἢ ἄγος, ποὺ σημαίνει, ἐπὶ πραγμάτων, τὸν καθιερωμένο τοῖς θεοῖς, ἐπὶ προσώπων, τὸν ἅγιο δηλ. τὸν εὐσεβῆ, τὸν ἁγνό. Ἅγιοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ «ὁ βίος (τους) ἐστιν ὁ πανταχοῦ λάμπων, ὁ καὶ τοῦ Πνεύματος τὴν χάριν ἐπισπώμενος» (Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Ματθ. Ὁμιλ. Μϛ΄, 3 PG 58, 479)
Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση ἀποδίδει τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ ̔Αγίου στὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν φθάσει στὴ θέωση καὶ συνιστοῦν τοὺς μάρτυρές της μέσα στὴν ἱστορία. Κατὰ τὸν ἅγιο ̓Ιωάννη τὸν Δαμασκηνό, τιμᾶμε τοὺς ̔Αγίους «ὡς ἑνωθέντας Θεῷ κατὰ προαίρεσιν καὶ τοῦτον δεξαμένους ἔνοικον καὶ τῇ τούτου μεθέξει γεγονότας χάριτι, ὅπερ αὐτός ἐστι φύσει». Ἅγιοι εἶναι «οἱ ἔμψυχοι ναοὶ τοῦ Θεοῦ, τὰ ἔμψυχα τοῦ Θεοῦ σκηνώματα», διότι «διὰ τοῦ νοῦ τοῖς σώμασιν αὐτῶν ἐνῴκησεν ὁ Θεός» (Ἁγ. ̓Ιωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ̓Ακριβὴς τῆς ̓Ορθοδόξου Πίστεως, Δʹ (15) 88, P.G. 94, 1164B-1168C).
Καθὼς σύμπτωμα τῆς ἐποχῆς μας —καρπὸς μακρᾶς ἀλλοιώσεως τῶν θεολογικῶν μας κριτηρίων ἀπὸ τὰ οὑμανιστικά— εἶναι καὶ ἡ̔ θεώρηση τῆς σωτηρίας, καὶ τῆς ἁγιότητος, μὲ ὅρους ἠθικολογικούς, στὰ πλαίσια τῆς ἠθικῆς βελτιώσεως τοῦ ἀνθρώπου, γι᾽ αὐτὸ ἐκλαμβάνεται καὶ ἡ θέωση σὰν ἠθικὸ κι ὄχι ὡς ὀντολογικὸ μέγεθος, δηλαδὴ ὡς «κατὰ χάριν» ἀλλοίωση τῆς φύσεως καὶ σύνολης τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Κατὰ λογικὴ σχέση ἡ ἁγιότης ὡς σκοπὸς τῆς ζωῆς καὶ οἱ ἅγιοι ὡς πρότυπα βίου δὲν βρίσκονται στὴν πρώτη θέση τοῦ χριστιανικοῦ μας «καταλόγου». Κοντὰ στὸν οὑμανισμὸ καὶ ἡ ἐκκοσμίκευση, ὥστε νὰ ἔχει ἐξαπλωθεῖ μεγάλη σύγχυση. Κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση ἡ ἁγιότητα, ὡς ὀντολογικὸ γεγονός, εἶναι «ἡ ὑπερώνυμος θέωσις», ποὺ καθιστᾶ τοὺς μετέχοντας αὐτῆς «ἀκτίστους, ἀνάρχους καὶ ἀπεριγράπτους [...] , καίτοι διὰ τὴν οἰκείαν φύσιν ἐξ οὐκ ὄντων γεγονότας» (Ἁγ. Μαξίμου ̔Ομολογητοῦ, Περὶ ἀποριῶν, P.G. 91, 1144ΑΒ. Πρβ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, ̔Υπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 3, 1, 31.)
Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ μόνος Ἅγιος. Οἱ χριστιανοὶ εἶναι ἡγιασμένοι ἐν Χριστῷ (Α´ Κορ. α´ 2 · Φιλ. α´ 1) λόγῳ τῆς παρουσίας καὶ δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Α´ Κορ. γ´ 16· Ἐφ. β´ 22). Ἡ ἁγιότητα δὲν εἶναι ἀνθρώπινη ἀλλὰ θεϊκή. Ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶναι δεδομένη, δὲν εἶναι κεκτημένη! Ἀντιθέτως τὴν «κατακτοῦν» μὲ τὸν πνευματικό τους ἀγώνα καὶ τὴν θεία Χάρη οἱ Ἅγιοι.
Ὁ Ἅγιος εἶναι ἕνας μικρὸς Χριστός. Ἕνας Χριστὸς κατὰ χάριν. Ἕνας «ἐπαναλαμβανόμενος Χριστός». Ἡ ζωὴ τοῦ Ἁγίου εἶναι ἡ παρατεινομένη ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ὅπως μᾶς τὸ ἔδειξε, ἕνας Ἅγιος, ὁ νέος ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς. Ὁ Ἅγιος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀνταποκρίθηκε στὴν θεϊκὴ κλήση: «Κατὰ τὸν καλέσαντα ὑμᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε, διότι γέγραπται· ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Α´ Πέτρ. α´ 15-16). Ὁ Ἅγιος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἄκουσε τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, ποὺ «κατάλαβε» τὴν γλῶσσα τοῦ Θεοῦ, τὴν ἁγιότητα καὶ μίλησε μαζί Του στὴν ἴδια συχνότητα, στὴν ἴδια «γλῶσσα», στὴν γλῶσσα τῆς ἁγιότητος. Ἔτσι ὅπως οἱ Ἅγιοι μίλησαν μὲ τὸν Θεό, ὅπως ἡ ζωὴ τῶν Ἁγίων εἶναι μιὰ μαρτυρία καὶ μιὰ ὁμολογία τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι πάλι ἡ ζωὴ τοῦ Ἁγίου «μιλάει» στοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὸν Θεό. Κι ὅπως ὁ Θεὸς «ἀναπαύεται» ἐν τοῖς Ἁγίοις, ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀναπαύονται στοὺς Ἁγίους, ἀφοῦ σ᾽ αὐτοὺς ἀναπαύεται ὁ Θεός καὶ εἶναι οἱ φίλοι Του, μὲ τοὺς ὁποίους μιλάει τὴν «ἴδια γλῶσσα». Κι ὅπως οἱ Ἅγιοι μίλησαν γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, ἔργοις καὶ λόγοις, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς θὰ μιλήσει γιὰ τοὺς Ἁγίους μπροστὰ στὸν Θεὸ Πατέρα. Ἀλλὰ καὶ ὁ Θεὸς μιλάει στοὺς ἀνθρώπους μέσα ἀπὸ τὸ στόμα τῶν Ἁγίων, ποὺ συνεχίζουν νὰ γράφουν τὸ Εὐαγγέλιο μὲ τὴν πύρινη γλῶσσα τῆς Πεντηκοστῆς, μέσα στὴν ἱστορία καὶ τὸν κόσμο καὶ νὰ φανερώνουν πὼς ἡ ἀληθινὴ καταγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπὸ τὸν Οὐρανό, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν πίθηκο.
Οἱ Ἅγιοι μιλᾶνε ἐν χάριτι μὲ τὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ μιλᾶνε στοὺς ἀνθρώπους ἐν ἀληθείᾳ γιὰ τὸν Χριστό. Μιλάει ἡ ἁγία ζωή τους. Μιλάει ὁ ἅγιος λόγος τους. Μιλάει ἡ ἁγία ὄψη τους. Μιλάει ἡ ἁγία σιωπή τους. Μιλάει ἡ ἁγία διδασκαλία τους. Μιλάει ἡ ἁγία ὑπομονή τους. Μιλάει ἡ ἁγία ἀρετή τους. Μιλάει ἡ ἁγία ὑπομονή τους. Μιλάει τὸ ἅγιο μαρτύριό τους. Μιλάει ἡ ἁγία ἀγάπη τους. Μιλάει ἡ κατὰ χάριν ἁγιότης τους. Ἡ ζωή τους φανερώνει τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ οἱ ἄνθρωποι μαθαίνουν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ συν-ομιλώντας μὲ τοὺς Ἁγίους, κοντὰ στοὺς Ἁγίους, μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ζοῦν τὴν ἴδια τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ὄντες συνόμιλοι Χριστοῦ, κοινωνοὶ τῆς ἁγιότητός Του. Τὸ «μυστήριον τοῦ Χριστοῦ» ἀποκαλύπτεται στοὺς Ἁγίους διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι᾽ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι εἶναι οἱ τελειώτεροι καὶ οἱ γνησιώτεροι μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, αὐτοὶ ποὺ γνωρίζουν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι «ποιός εἶναι» ὁ Χριστός, αὐτοὶ ποὺ καταλαβαίνουν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι «τί λέει» ὁ Χριστός, αὐτοὶ ποὺ ζοῦν ἀληθινὰ ὅπως θέλει ὁ Χριστός, οἱ μόνοι ποὺ ἀληθινὰ μιλᾶνε τὴν «γλῶσσα» τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ περισσότερο ἀπὸ ὅλους ἀγάπησαν τὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀφιερώθηκαν πλήρως στὸν Θεό, ποὺ ἡ προσευχή τους εἶναι ἁγιασμὸς τοῦ θείου Ὀνόματος, πιστὴ καὶ ἀκριβὴς ἐφαρμογὴ τῶν πνευματικῶν προδιαγραφῶν τῆς κυριακῆς προσευχῆς.
Κοντὰ στοὺς Ἁγίους εἴμαστε κοντὰ στὸν Χριστό. Αὐτοὶ ἔχουν ἀνεξίτηλα γραμμένο τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τὴν λέξη Χριστὸς στὴν καρδιά τους καὶ διαφυλάσσουν τὸν Χριστὸ καὶ παραδίδουν τὸν Χριστό. Εἶναι οἱ ἔμψυχες κιβωτοὶ τῆς Ἁγίας Παραδόσεως. Δὲν αὐτοσχεδιάζουν. Δὲν λοξοδρομοῦν. Δὲν προσθέτουν. Δὲν ἀφαιροῦν. Δὲν μεταθέτουν. Δὲν ξεγελοῦν. Δὲν μετασχηματίζονται. Δὲν συσχηματίζονται. Δὲν μεταφράζουν οὔτε τὸ γράμμα, οὔτε τὸ Πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ ἐκ-φράζουν καὶ ἐκ- φαίνουν τὴν ὀθνείαν ἀλλοίωσιν εὐπρεπεστάτην σύμμοφοι γενόμενοι τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι χαμαιλέοντες. Δὲν εἶναι ἠθοποιοί. Δὲν ἐπινοοῦν σοφιστεῖες καὶ φιλοσοφίες. Ζοῦν τὴν ὄντως μία καὶ μοναδικὴ φιλοσοφία. Ζοῦν τὸν Χριστό. Ζοῦν ἐν Χριστῷ. Ζοῦν γιὰ τὸν Χριστό. Διερμηνεύουν τὴν φωνὴ τοῦ Πνεύματος. Προφητεύουν. Ἐξαγγέλλουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μαρτυροῦν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ζοῦν ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις. Στεροῦνται. Κακουχοῦνται. Θλίβονται. Μαστιγώνονται. Φυλακίζονται. Πριονίζονται. Θανατώνονται ἐν φόνῳ μαχαίρας. Ἐκδημοῦν ἐν εἰρήνῃ γιὰ τὸν Χριστό, ἐν Χριστῷ, καὶ ἐνδημοῦν ἐν Χριστῷ.
Μιλάει ἡ ἁγιότητά τους. Ἐν τοῖς Ἁγίοις μιλάει ὁ Θεός, ὁ ἐν Ἁγίοις Θαυμαστός. Τὴν γλῶσσα τῆς ἁγιότητος.
Ἀπ᾽ τὴν ἄλλη ἐμεῖς, ποὺ δὲν εἴμαστε ἄξιοί τους, μιλᾶμε «ἄλλη γλῶσσα». Ἔχουμε ἄλλες προτεραιότητες. Ἄλλους στόχους. Βλέπουμε τὰ πράγματα μέσα ἀπὸ διαφορετικὸ πρίσμα. Δὲν τὰ περνᾶμε ὅλα μέσα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Δὲν ὑποτάσσουμε τὰ πράγματα καὶ τὰ νοήματα στὸν Θεό. Δὲν ὑποτασσόμαστε στὸν Θεό. Μιλᾶμε γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ δὲν πολυμιλᾶμε στὸν Θεό. Δὲν ἀκοῦμε τὴν φωνὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ἀλλὰ λέμε τὰ δικά μας. Ἐπαναπροσδιορίζουμε. Ἐπανερμηνεύουμε. Ἀναστοχαζόμαστε ἀντὶ νὰ ἀναθεωροῦμε τὴν ἔκβαση τῆς ἀναστροφῆς τῶν Ἁγίων. Θορυβοῦμε. Δὲν σωπαίνουμε λίγο γιὰ νὰ ἀκούσουμε μήπως κάτι θέλει νὰ μᾶς πεῖ ὁ Θεός, μὲ τὴν γλῶσσα τοῦ οὐρανοῦ, μὲ τὴν γλῶσσα τῶν Ἁγίων. Ἀντὶ νὰ συμμορφωνόμαστε μὲ τοὺς Ἁγίους, συσχηματιζόμαστε μὲ τὸν κόσμο. Ξεχωρίζουμε τὸ ἦθος ἀπὸ τὴν θεολογία, καταφρονοῦμε τὴν παραδοσιακὴ ζωὴ τῆς εὐσεβείας καὶ ἀποθεώνουμε τὴν ἀκαδημαϊκὴ προσέγγιση τῆς πίστεως. Τσαλακώνουμε τὰ κριτήρια καὶ τὸν τρόπο τῶν Ἁγίων, τσαλαπατᾶμε τὸ μαρτύριο καὶ τὴν μαρτυρία τους, τὴν ὁμολογία τους, τὴν ἀρετή τους, τὴν σιωπή τους, τὴν ἀγάπη τους. Στὴν βιασύνη μας γιὰ διάλογο μὲ τὸν κόσμο, ἴσως ξεχνᾶμε ἂν διαθέτουμε λόγο Χάριτος καὶ ἁγιότητος. Μὲ μιὰ λέξη, δὲν μιλᾶμε τὴν γλῶσσα τῶν Ἁγίων. Πιθανὴ τότε ἡ ἀδυναμία ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεό. Ἴσως νὰ μὴ μᾶς «καταλαβαίνει».
Λέει ὁ ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, γιὰ τὴν περίπτωση (ἔνθ. ἀνωτ.): «ἵνα τί τολμᾷς ἀναλαμβάνειν ἐπὶ μνήμης, λαλεῖν διὰ γλώττης καὶ αὐτὰ τὰ τῶν ἁγίων ὀνόματα καὶ διηγεῖσθαι τὴν πάσης ἀρετῆς καὶ καθαρότητος πεπληρωμένην αὐτῶν διαγωγήν; Σὺ δὲ ἐμίσησας τὸν ἐνάρετον βίον καὶ ἀπὸ σαυτοῦ τὴν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ἀπεδίωξας καθαρότητα˙ “εἰ ἐθεώρεις κλέπτην, συνέτρεχες αὐτῷ καὶ μετὰ μοιχοῦ τὴν μερίδα σου ἐτίθεις, τὸ στόμα σου ἐπλεόνασε κακίας καὶ ἡ γλῶσσά σου περιέπλεκε δολιότητας καθήμενος κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ σου κατελάλεις καὶ κατὰ τοῦ υἱοῦ τῆς μητρός σου ἐτίθεις σκάνδαλον”. Οὐ δέχεται ὕμνον, ἀδελφοί, ἀπὸ τοιούτων στομάτων, οὔτε ὁ Θεός, οὔτε οἱ τοῦ Θεοῦ ἅγιοι». Δὲν τὰ δέχεται, διότι δὲν εἶναι στὴν «γλῶσσα» τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς Χάριτος, δὲν εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς μετανοίας, δὲν εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς ἀρετῆς, δὲν εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς ἀγάπης, δὲν εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς ἁγιότητος.
Τὸν τρόπο ἀντιμετωπίσεως αὐτῆς τῆς δυσλειτουργίας εἰσηγεῖται ὁ ἅγ. Γρηγ. Παλαμᾶς: «Διὰ τῆς μετανοίας, διὰ τῆς ἐξομολογήσεως, διὰ τῆς ἀγαθοεργίας, διὰ τῆς ἐκτενοῦς πρὸς τὸν Θεὸν δεήσεως».
π. Ἀθ. Σ. Λ.

Πηγή: http://christianvivliografia.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου