"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

῾Η Θεοτόκος Μαρία - Τοῦ Παναγιώτη Νέλλα





Στην ορθόδοξη προοπτική η Αγία Γραφή είναι ο πυρήνας και ταυτόχρονα η πρώτη ανάπτυξη τής Παραδόσεως της Εκκλησίας. Η Αποκάλυψη, που είναι ο σαρκωθείς Λόγος τού Θεού, δόθηκε βέβαια μια για πάντα στην ανθρωπότητα επί "Καίσαρος Αυγούστου" (Λουκ. 2, 1) "εν ημέραις Ηρώδου τού Βασιλέως" (Ματθ. 2, 1)
και εκείνοι που την είδαν "τοις οφθαλμοίς αυτών" και την άκουσαν και "εψηλάφησαν ταις χερσίν αυτών" (Α´ Ιω. 1, 1) την κατέγραψαν στα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης όμως γράφει ότι " έστι και άλλα πολλά, ά εποίησεν ο Ιησούς, άτινα, εάν γράφηται καθ' έν ουδ' αυτό οίμαι τον κόσμον χωρήσαι τα γραφόμενα βιβλία" ( 21, 25). Και ο Ευαγγελιστής Λουκάς βεβαιώνει ότι η Παρθένος - και μαζί μ 'αυτή η πρώτη κοινότης, η Εκκλησία - "συνετήρει ... ταύτα συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής" (2 , 19· 2, 51)... Έτσι στην Ορθοδοξία η Αγία Γραφή και η Παράδοση είναι στενότατα ενωμένες και κατανοούνται και οι δυο μαζί στη θεία Λειτουργία, όπου γίνεται η "ανάμνηση" όπου ο σαρκωθείς Λόγος γίνεται στην κάθε εποχή σύγχρονος.
Έτσι η ορθόδοξη καθολική Εκκλησία "παρέλαβε" και "διατηρεί" (Λουκ. 2, 51) την Παρθένο στο κέντρο της λατρείας της, όπως ακριβώς ο "ηγαπημένος", την "παρέλαβε" σαν ό,τι πιο πολύτιμο υπήρχε μετά τον Ιησού "εις τα ίδια" (Ιω. 19, 27) - που είναι αντίστοιχο με το "εν τοις κόλποις" (Ιωαν. 13, 23) -και όπως οι Μαθηταί "προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή" την είχαν στο κέντρο της συνάξεώς τους (Πράξ. 1, 14). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το "μυστήριο" της Παρθένου είναι στην Ορθοδοξία "μυστήριο" λειτουργικό και γι' αυτό μόνο μέσω της λατρείας είναι δυνατόν να διακρίνουμε το πλήθος τών χωρίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης που αναφέρονται σ' Αυτή.
Οι Ευαγγελισταί γράφουν πράγματι στα ιερά βιβλία ό,τι είναι απαραίτητο για την "ασφάλεια τών λόγων" της κατηχήσεως (Λουκ. 1, 4) και αφήνουν τα υπόλοιπα να τα ζει η Εκκλησία στη Λειτουργία της. Εκείνο που τους απασχολεί είναι να παρουσιάσουν το Χριστό, να καταστήσουν δηλαδή σαφή την Οικονομία της Σωτηρίας. Είναι δε χαρακτηριστικό πώς ό,τι σχετικό με τη Οικονομία της Σωτηρίας αναφέρεται στην Παρθένο, το σημειώνουν με ιδιαίτερη επιμονή. Έτσι υπογραμμίζουν το γεγονός ότι η Μαρία κατάγεται "εξ οίκου Δαυίδ" (Λουκ. 1, 27), ότι ανακεφαλαιώνει δηλαδή στο πρόσωπό της την Π. Διαθήκη, ότι είναι Παρθένος και γεννά κατά τρόπο παρθενικό "εκ Πνεύματος Αγίου" (Λουκ. 1, 28 -35), ότι είναι παρούσα όχι μόνο στην αρχή της δημοσίας δράσεως τού Ιησού, όπου λαμβάνει μάλιστα ενεργό μέρος (Ιω. 2, 1 -11), αλλά και στο τέλος (Ιω. 19, 25 -28), και ότι παρευρίσκεται στην Πεντηκοστή, που είναι η σύσταση και η φανέρωση της Εκκλησίας (Πράξ. 1, 14 · 2, 1). Πέρα όμως από αυτούς τους κεντρικούς σταθμούς υπάρχουν χίλιες δύο άλλες λιγώτερο ή περισσότερο σαφείς εκφράσεις που προσφέρουν μία, αν όχι πλήρη, πάντως όμως επαρκή βιβλική εικόνα της Θεομήτορος. Αρκεί να υπενθυμίσουμε την Ωδή της "Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο" (Λουκ. 1, 46 -55), που είναι η εφαρμογή στο πρόσωπο της Παρθένου τών βασικωτέρων προφητειών της Π. Διαθήκης και - για να περιορισθούμε στην αρχή και στο τέλος - το ιδιαίτερα εκφραστικό ΙΒ´ κεφ. της Αποκαλύψεως, όπως το "μέγα σημείον εν τω ουρανώ", η "περιβεβλημένη τον ήλιον γυνή", είναι ακριβώς Εκείνη η οποια "έτεκεν υιόν άρρενα, ός μέλλει ποιμαίνειν πάντα τα έθνη εν ράβδω σιδηρά", στ. (1 6). Στην ίδια γραμμή εύκολα ο ορθόδοξος μελετητής καταλαβαίνει ότι η Μαρία είναι η γυνή εκείνη, το σπέρμα της οποίας συνέτριψε την κεφαλήν τού "αρχεκάκου όφεως" της Γενέσεως (3, 15), ότι Αυτή είναι η αληθινή "Κιβωτός της Διαθήκης" (Έξ. 25, 9 κ. εξ), η "Πύλη η κατά ανατολάς η κεκλεισμένη" , (Ιεζ. 44, 1), η "Ράβδος Ααρών η βλαστήσασα" (Αριθμ. 17, 23), με μια λέξη η ανακεφαλαίωση της Ιεράς Ιστορίας, η πραγμάτωση τών "τύπων" και τών "σκιών" της Π. Διαθήκης.
Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο οι Ορθόδοξοι δεν δέχονται πώς δεν υπάρχουν επαρκή περί Παρθένου βιβλικά δεδομένα, πράγμα που όπως ομολογεί ο αντικειμενικώτερος μελετητής της θεομητορικής θεολογίας στη Δύση Rene Laurentin, δέχθηκαν με υπερβολική ευκολία Προτεστάντες και Καθολικοί στον ΙΣΤ´ αιώνα και οι μεν αρνήθηκαν κάθε ευλάβεια πρός την Παρθένο, οι δε δημιούργησαν μια περί Πάρθένου Θεολογία "παραβιβλική".
Στη συνέχεια θα δούμε πώς η Εκκλησία υπογράμμιζε τις ποικίλες απόψεις της σημασίας της Θεομήτορος και πώς έπλεκε, πλουσιώτερο κάθε φορά, τον ύμνο της.
Πρώτος σταθμός είναι αναμφισβήτητα ο Άγ. Ειρηναίος († 202; μ.Χ.), τού οποίου η μαρτυρία είναι πολύτιμη όχι μόνο γιατί επικυρώνει τον Άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας και τον Ιουστίνο ή γιατί γνώρισε προσωπικά τον Πολύκαρπο Σμύρνης, σύγχρονο τού Ευαγγελιστού Ιωάννη, αλλά κυρίως για τη θεολογική σημασία της.
Ο Άγιος Ειρηναίος είναι πράγματι ο πρώτος ο οποίος ανέπτυξε σε βάθος την αντίθεση Εύα - Μαρία και ετόνισε ότι όπως η ανυπακοή της μιας έφερε στον κόσμο το θάνατο, έτσι η υπακοή της άλλης χάρισε στην ανθρωπότητα τη ζωή. Ο ίδιος άνοιξε επίσης το δρόμο στον κεφαλαιώδη παραλληλισμό Μαρία - Εκκλησία με τη διατύπωση ότι η Μαρία είναι η Παρθένος γη από την οποία ο Θεός πήρε το σώμα τού Νέου Αδάμ ("ίνα μη άλλη πλάσις γένηται μηδέ άλλο το σωζόμενον, αλλ' αυτός εκείνος ανακεφαλαιωθή, τηρουμένης της ομοιότητος") και με την έκφραση ότι η Παρθέντος είναι "η αιτία της σωτηρίας για ολόκληρο το ανθρώπινο γένος".
Ο τρίτος αιώνας χαρακτηρίζεται από τις μαρτυρίες τού Κλήμεντος Αλεξανδρείας († 215), Τερτυλιανού (μετά το 220) και Ωριγένους († 253), οι οποίοι, είναι κατηγορηματικοί στο χαρακτηρισμό της Μαρίας σαν Παρθένου μητέρας τού Ιησού, αειπαρθένου και παναρέτου.
Ακολουθούν οι Πατέρες τού Δ´ αιώνος, ο Μ. Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ιδιαίτερα ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, που τονίζουν με επιμονή τόσο την αγιότητα της Παρθένου, όσο και κυρίως τον κεντρικό ρόλο της στην Οικονομία της Σωτηρίας.
Το θεμέλιο όμως της θεομητορικής θεολογίας τοποθετήθηκε το 431 στην Γ´ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία επικυρώνοντας τις απόψεις τού Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας ονόμασε τη Μαρία "Θεοτόκο". Είναι γνωστό ότι ο περιεκτικώτατος αυτός όρος υψώθηκε σε δόγμα τον καιρό της διαμάχης της Ορθοδοξίας, με την αίρεση τού Νεστοριανισμού. Η Καθολική Εκκλησία, που ένοιωσε να διακυβεύεται με την διδασκαλία τού Νεστορίου η ίδια η σωτηρία (αν πράγματι δεν ενώθηκε πλήρως ο Θεός με τον άνθρωπο, πώς είναι δυνατόν να τον σώσει;) επέμεινε στην πλήρη και ασύγχυτη εν Χριστώ ένωση Θεού και ανθρώπου τόσο, ώστε να ονομάσει τη Μητέρα τού Ιησού όχι απλώς "χριστοτόκο", όπως ήθελε ο Νεστόριος, αλλά αληθινά και πραγματικά "Θ ε ο τ ό κ ο". "Το παιδίον Θεός και πώς ου θεοτόκος η τίκτουσα;" Και: "Εί τις ου θεοτόκον ομολογεί την αγίαν Παρθένον, χωρίς εστιν της Θεότητος". Αυτή είναι η βάση στην οποία θα στηριχθούν αργότερα οι βυζαντινοί και, θεμελιώνοντας ολόκληρο σχεδόν τον πολιτισμό τους πάνω στην προς την Θεομήτορα ευλάβεια, θα την ανακηρύξουν όχι απλώς "Υπέρμαχον Στρατηγόν" και "Σκέπη" της Βασιλεύουσας, αλλά και σταθεράν "της πίστεως άγκυραν". Γιατί ακριβώς τούτο το όνομα - θα γράψη στο εγκόλπιο της "Ορθοδόξου Πίστεως" ο Δαμασκηνός - άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησιν"!
Ο σύγχρονος άνθρωπος αισθάνεται ρίγος, όταν μέσα στην Εκκλησία συνειδητοποιεί ότι η Αγάπη τού Θεού για τον άνθρωπο δεν είναι απλός οίκτος ή ελεημοσύνη, αλλά "φιλανθρωπία", αληθινή δηλαδή και πραγματική "φ ι λ ί α" (Ιωάν. 15,14). Ο Θεός έδωσε πράγματι στην Παρθένο - καρπό τών κτισμάτων, φανέρωση της ανθρωπίνης φύσεως - να γίνη, Αυτή προσωπικά και μέσα σ' Αυτή η ανθρώπινη φύση, "θ ε ο τ ό κ ο ς" ! Καμιά αίρεση δεν μπορεί ποτέ να είναι τόσο τολμηρή, όσο η Αλήθεια. Και καμιά καταδίκη τού αιρετικού ανθρωποκεντρικού "ουμανισμού" τού ΙΔ´ και Κ´ αιώνα δεν μπορεί να είναι τόσο ριζική και απόλυτη, όσο αυτή η περί ανθρώπου και εικόνος τού Θεού ανθρωπίνης φύσεως "θεοτόκου", βιβλική και πατερική αλήθεια!
 
(Απόσπασμα από την εισαγωγή στο βιβλίο Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ, Ιερόν Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου, Αθήναι 1968).

Διαδίκτυο:http://www.oodegr.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου