"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Οἱ ἄθλιοι τῶν ᾿Αθηνῶν / ῎Ανθρωποι κρυμμένοι πίσω ἀπό τό συσσίτιο




Κάθε μέρα ὅλο καί πιό πολλοί, οἱ περισσότεροι ῞Ελληνες, μπρός στήν καντίνα τοῦ Κέντρου Σίτισης τοῦ Δήμου ᾿Αθηναίων
Της Μαριλης Mαργωμενου


Για φαγητό σήμερα έχει κοτόπουλο με ρύζι. Δεν υπάρχει, βέβαια, τραπέζι ούτε πιάτα. Μόνο ένα παγκάκι και πλαστικά μπολ. Ούτε οικογένεια υπάρχει να κάνει προσευχή πριν το φαγητό ούτε και παιδιά να πουν τα νέα απ’ το σχολείο. Την προσευχή του εδώ ο καθένας την κάνει μόνος του. Κι όλοι ζητούν το ίδιο. Να έχει κι αύριο κάτι για φαγητό. Στο πεζοδρόμιο της Πειραιώς, παρέλαση φαντασμάτων. Από τις 12.00 και μετά, η ουρά μπρος στην καντίνα του Κέντρου Σίτισης του Δήμου Αθηναίων όλο και μακραίνει. Κάθε μέρα όλο και πιο πολλοί άνθρωποι, όλο και πιο πολλοί Ελληνες. Αν υπάρχει κάτι να μάθεις απ’ αυτούς, είναι πως ο καθένας θα μπορούσε να καταλήξει εδώ.
Δέκα γλώσσεςΟπως ο κύριος Εμμανουήλ, που επιμένει «όχι Μανώλης. Εμμανουήλ!». Που μιλάει δέκα γλώσσες. Που δούλευε στα ξενοδοχεία τριάντα χρόνια. Που έχει γυρίσει τριάντα χώρες. Που έχει τέσσερα παιδιά. Και που τρώει στο συσσίτιο. «Τι πήγε λάθος;» Με το βλέμμα με διορθώνει – η ερώτηση είναι λάθος. «Τι ψάχνεις να βρεις κορίτσι μου;», λέει. «Δεν γυρίζει ο χρόνος πίσω». Ενα τρακάρισμα σ’ έναν αυτοκινητόδρομο. Μια εγχείρηση στο κεφάλι κι όταν ξυπνάς, να σου λένε πως η γυναίκα σου πέθανε. Και τότε να παθαίνεις την πρώτη κρίση επιληψίας. «Και τα παιδιά σας;», τον ρωτάω. «Τα παιδιά μου;» Ο κύριος Εμμανουήλ σηκώνει τους ώμους. «Οσο δούλευε ο μπαμπάς τους, ήταν καλός. Τώρα που ο μπαμπάς δεν δουλεύει, μπαμπάς δεν υπάρχει». Κάθε τόσο πιάνει την τσέπη του σακακιού του, με βλέπει που κοιτάζω το χέρι όπως πάει ξανά εκεί. «Το πορτοφόλι στη θέση του», λέει. Τον ρωτάω αν εμπιστεύεται τους ανθρώπους. Η φωνή του δεν είναι πια φιλική. «Ακουσε κορίτσι μου», λέει – σαν να τον προσέβαλα. «Εγώ δεν ζητάω από κανένα τίποτα. Ούτε συγγνώμες ούτε φιλίες. Μια κονσέρβα κάπου θα την βρω. Και στο σπίτι μου έχω την τηλεόραση να μου μιλάει. Μοναχός μου μια χαρά είμαι».
Στη γραμμή μπρος στην καντίνα, η αξιοπρέπεια μετριέται με άλλη κλίμακα. Η κυρία Ζουμπουλία αρνείται να πάρει φαγητό αν δεν την αφήσουν να καθαρίσει τα ξένα τραπέζια, για να ξεπληρώσει τη μερίδα της. Και ο κύριος Ανδρέας επιμένει να στέκεται στην ουρά για το συσσίτιο παρά τις χημειοθεραπείες. Πάντα κάποιο από τα παιδιά του Δήμου έχει τα μάτια του επάνω του, να τον κρατήσει αν πάει να καταρρεύσει από την εξάντληση.
Δύο πιτσιρίκια βλέπουν τη μηχανή του φωτογράφου και ποζάρουν γελώντας. Οι γονείς τους δίπλα, σαν χαμένοι. «Μας έστειλε εδώ η Eκκλησία», κάνει ο άνδρας. «Πρώτη φορά ήρθαμε...» Η πρώτη φορά είναι πάντα η χειρότερη. «Γιατί νομίζεις πως δεν θα υπάρξει δεύτερη», όπως λέει ο κύριος Εμμανουήλ.
ΠαγιδευμένοιΟ Γιάνκο από τη Βουλγαρία ρίχνει κλεφτές ματιές τριγύρω να δει αν τους κοιτάζει κανείς. Ο Ιβάν, ο γιος του, κρύβεται πίσω απ’ την πλάτη του – οκτώ χρόνων και νιώθει την ντροπή των μεγάλων. Μόνο τον Καλίν δεν τον νοιάζει. Αμα είσαι πέντε χρόνων, ένα ζουμερό μήλο σαν κι αυτό που τραγανίζει ο Καλίν σε κάνει να ξεχνάς όλα τ’ άλλα. «Είσαι καλά τώρα;» Η Τοντόρκα, η μητέρα του, σκουπίζει το μάγουλο του παιδιού κι εκείνο χαϊδεύεται στο χέρι της. Το χθεσινό βράδυ, πρώτη φορά το πέρασαν στους δρόμους. Ο Γιάνκο βρήκε ένα μισογκρεμισμένο σπίτι στον Αγιο Νικόλαο. «Επεφτε το νερό απ’ το ταβάνι», λέει η Τοντόρκα. Ο μικρός είχε χωθεί στην αγκαλιά της. «Γιατί δεν πάμε σπίτι, μαμά;» Εκατόν τριάντα τρία ευρώ μακριά απ’ το σπίτι. Τόσο κάνει το εισιτήριο ώς τη Βουλγαρία. «Στο Φιλόπτωχο θέλουν να τους πάμε τα εισιτήρια για να μας δώσουν τα λεφτά. Αλλά στο γκισέ του τρένου θέλουν λεφτά για να μας δώσουν εισιτήρια». Ο Γιάνκο, παγιδευμένος στην Ελλάδα. Και ο Καλίν, άυπνος και πεινασμένος, να ρωτάει τι αταξία έκανε και δεν του δίνουν φαγητό. «Σπάραζε στο κλάμα όταν ήρθαμε», λέει η Τοντόρκα. «Είχε να φάει από χθες κι έβλεπε το φαγητό των άλλων».
Ομως, το μεσημεριανό συσσίτιο του Δήμου δεν είναι σαν το απογευματινό – εδώ έρχονται ηλικιωμένοι άνθρωποι. Για να τους προφυλάξουν κάπως απ’ τους αγνώστους, οι υπάλληλοι στις 12.00 σερβίρουν μόνο εκείνους που έχουν δώσει από πριν τα στοιχεία τους. Αλλά πώς να τα καταλάβει αυτά ένα παιδί που κλαίει; «Ευτυχώς», λέει η Τοντόρκα, «ένας καλός άνθρωπος του έδωσε το δικό του φαγητό». «Να, αυτός ο κύριος», κάνει ο Γιάνκο. Γυρίζω να δω ποιος έμεινε νηστικός για να φάει το παιδί και βλέπω τον κύριο Εμμανουήλ που πηγαίνει αργά προς την πύλη. Ο Καλίν έχει αφοσιωθεί σ’ ό, τι έμεινε από το μήλο του, μασουλάει ευτυχισμένος. Ο Γιάνκο γνέφει στον άνδρα με ευγνωμοσύνη. Αλλά ο κύριος Εμμανουήλ κάνει πως δεν τον βλέπει. Δεν ζητάει τίποτα – ούτε ευχαριστίες. Με αργά βήματα, βγαίνει στη Σοφοκλέους. Η τηλεόραση και το κονσερβοκούτι στο σπίτι τον περιμένουν.
Στην κατσαρόλα του σπιτιού«Ποτέ δεν χαιρετάς κάποιον αν δεν σε χαιρετήσει». Η Γεωργία λέει πως αυτός είναι ο κανόνας. Στα δύο χρόνια που δουλεύει εδώ, κάθε μέρα βλέπει στο πεζοδρόμιο της Πειραιώς τους ίδιους ανθρώπους. Κάνουν πως δεν την γνωρίζουν, κάνει κι εκείνη το ίδιο. Είναι οι άνθρωποι που δεν θέλουν να μάθει κανείς πως έρχονται εδώ για φαγητό. Οι υπάλληλοι του Δήμου ετοιμάζουν ταπεράκια και τα βγάζουν στο πεζοδρόμιο, να τους τα δώσουν κρυφά.
Ο Ε. Σκιαδάς ζει τους ανθρώπους αυτούς κάθε μέρα. Είναι αντιδήμαρχος και πρόεδρος του Ιδρύματος Αστέγων του Δήμου Αθηναίων. Λέει πως από 1.200 συσσίτια που μοίραζε το 2005 ο Δήμος, τώρα έχουν φθάσει στα 4.500. Τα μεσημέρια, το 85% των ανθρώπων που έρχονται εδώ είναι Ελληνες. Και όσο βαθαίνει η κρίση, το ποσοστό όλο και αυξάνεται.
Υπάρχουν γυναίκες που παίρνουν το φαγητό από εδώ και το αδειάζουν στην κατσαρόλα του σπιτιού τους, για να μην καταλάβουν τίποτε τα παιδιά τους. Υπάρχει και η Λίτσα, που δεν είναι ούτε 30 χρόνων. Εχει τελειώσει το Αρσάκειο κι έχει πτυχίο από το Tμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων. Αλλά έχει και τέσσερα παιδιά κι έναν άνδρα άνεργο. «Τι να ντραπώ;», κάνει. «Εγώ ντρέπομαι μόνο άμα πεινάνε τα παιδιά μου».
Απ’ την άκρη της αυλής, μια γυναίκα με κοιτάζει εξεταστικά. «Είμαι απ’ την “Καθημερινή”. Θα μου μιλήσετε;». «Να σου μιλήσω; Και τι να σου πω;». Η γυναίκα με μετράει με τα μάτια. «Αμα καμιά φορά ξεμείνεις απ’ αυτό», λέει, «τότε να έρθεις να τα πούμε». Και στο χέρι της κρατάει ένα κομμάτι ψωμί.

Καθημερινή Κυριακῆς 24-10-2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου