"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Κι ὅμως εἶναι ἑλληνικές. Μπαμπινιώτης Γεώργιος (Καθηγητής Γλωσσολογίας Πανεπιστημίου 'Αθηνῶν)

Κι ὅμως εἶναι ἑλληνικές· ἐτυμολογική ἐξέταση λέξεων τῆς Ἀγγλικῆς

Ἄν σᾶς ρωτήσει κανείς, θέλοντας νά ἐλέγξει τίς ἐτυμολογικές γνώσεις σας στήν Ἀγγλική ἤ στήν Ἑλληνική, ἄν λέξεις ὅπως λ.χ. butter «βούτυρο», paper «χαρτί», church «ἐκκλησία», sketch «σκαρίφημα - θεατρικό σκέτς», bomb «βόμβα», clergy «κληρικός» καί clerk «ὑπάλληλος», chart «χάρτης» καί card «κάρτα», calm «νηνεμία, γαλήνη», pain «πόνος», pirate «πειρατής», diploma «δίπλωμα», chanel «δίαυλος», priest «ἱερέας», buffalo «βουβάλι», monk «μοναχός», bishop «ἐπίσκοπος» κ.α. προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική ἤ εἶναι ἀμιγῶς ἀγγλικές, μή βιαστεῖτε νά ἀπαντήσετε ὅτι δέν σᾶς φαίνονται ἑλληνικές. Ἡ πραγματικότητα εἶναι ὅτι περνώντας μέσα ἀπό διάφορους, συχνά δαιδαλώδεις καί σκολιούς, γλωσσικούς δρόμους οἱ λέξεις αὐτές ἔφτασαν στήν Ἀγγλική, ἔχοντας ξεκινήσει ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα. Εἶναι δάνειες λέξεις τῆς Ἀγγλικῆς ἀπό τήν Ἑλληνική. Μία ματιά σέ ἔγκυρα λεξικά τῆς Ἀγγλικῆς (Webster, Random House, Longman, Oxford κ.α.) μπορεῖ νά σᾶς πείσει.

Τό ἀρχ. ἑλληνικό βούτυρον / βούτυρος (βούς + τυρός), μέσω τοῦ λατιν. butyrum, ἔδωσε τό ἀρχ. ἀγγλ. butere, ἀπ' ὅπου τό σύγχρονο ἀγγλ. butter (καί τά γερμ. Butter, γαλλ. beurre, ἰταλ. burro κ.α.). Τό ἀρχ. ἑλλην. πάπυρος, πού δήλωσε τήν πρώτη μορφή γραφικῆς ὕλης ἀπό τό ὁμώνυμο φυτό τό ὁποῖο εὐδοκιμοῦσε στήν Αἴγυπτο, ἔδωσε τό ἀγγλ. paper (γαλλ. papier, γερμ. Papier κ.ἄ.) μέσω τοῦ λατιν. papyrum, ἀπ' ὅπου τό μεσαιων. γαλλ. papier καί τό μεσαιων. ἀγγλ. papir. Πιό σύνθετη εἶναι ἡ προέλευση τῆς λέξης πού δήλωσε στήν Ἀγγλική «τήν ἐκκλησία», τῆς λ. church. Ξεκίνησε ἀπό τό ἑλληνιστ. κυριακόν (δῶμα) «ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου» (ἀπό τό Κύριος), τό ὁποῖο, μέσω τοῦ ἀρχ. γερμ. kirihha (ἀπ' ὅπου τό νέο γερμ. Kirche «ἐκκλησία») καί τῶν ἀρχ. ἀγγλ. cirice καί μεσαιων. ἀγγλ. chirche, ἔδωσε τό νέο ἀγγλ. church. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες χριστιανοί χρησιμοποίησαν τό ἀρχ. ἐκκλησία (ἐκκλησία τοῦ δήμου «ἡ συγκέντρωση τοῦ λαοῦ / τῶν πολιτῶν ὡς θεσμικό ὄργανο») μέ νέο περιεχόμενο: χῶρος ὅπου συγκεντρώνονται οἱ πιστοί γιά νά λατρεύσουν τόν Θεό (ἐνῶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες χρησιμοποιοῦσαν τή λ. ναός, μέ τήν ἀντίληψη ὅτι ἀποτελεῖ χῶρο ὅπου ναίουν, ὅπου κατοικοῦν οἱ θεοί).

Ἐνδιαφέρον ἔχει, γιά τίς περιπέτειές της, ἡ λέξη sketch «σκαρίφημα - θεατρικό σκέτς». Ποιός τό φαντάζεται, ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι προέρχεται ἀπό τήν ἑλλην. λ. σχέδιο; Ἡ ἀρχαία ἑλλ. λ. σχέδιον (ἀπό τό ἀρχ. σχέδιος πού σήμαινε «προσωρινός, αὐτοσχέδιος», προερχόμενη ἀπό τή λ. σχεδόν κι αὐτή ἀπό τό ἔχω), μέσω τοῦ λατιν. schedium, ἔδωσε τό ἰταλ. schizzo, πού πέρασε στά ὀλλανδικά ὡς schets, ἀπό ὅπου τό ἀγγλ. sketch. Τό περίεργο γιά τή ζωή τῶν λέξεων εἶναι ὅτι τό ἑλλην. σχέδιο ἐπανῆλθε στούς νεότερους χρόνους στήν Ἑλληνική, δηλ. ὡς «ἀντιδάνειο» (ὡς δάνειο δανείου!...), μέσα ἀπό δύο ξένες γλῶσσες: ἀπό τήν Ἰταλική ὡς σκίτσο καί ἀπό τήν Ἀγγλική ὡς σκέτς.
Ἀνάλογη εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ἀγγλ. scene «σκηνή». Προέρχεται ἀπό τό ἑλλην. σκηνή, μέσω τοῦ λατιν. scaena / scena. Ἀπό τό ὑποκοριστικό τοῦ λατιν. scene, ἀπό τό scenarium, προῆλθε τό ἰταλ. scenario πού πέρασε σέ διάφορες γλῶσσες (ἀγγλ. scenario, γαλλ. scenario κ.α.) καί ἐπανῆλθε στά Ἑλληνικά ὡς σενάριο (ἀντιδάνειο). Ἀπό τό θέμα σχ- (τοῦ ἔχω, πβ. κατά-σχ-ω, παρά-σχ-ω, σχ-εδόν) πού εἴδαμε καί στό σχέδιο, προῆλθε καί ἡ λ. σχῆμα πού ἔδωσε, μέσω τοῦ λατιν. schema, τό ἀγγλ. scheme.

Μία λέξη πού θά ξαφνίαζε ἴσως ὅταν κανείς διαπιστώσει ὅτι εἶναι ἑλληνική, εἶναι ἡ ἀγγλική λ. pain «πόνος». Ἡ λέξη αὐτή προῆλθε ἀπό τήν ἑλλην. λ. ποινή πού σήμαινε ἀρχικά «τιμή αἵματος, ἐκδίκηση (γιά ἔγκλημα)» καί μετά «τιμωρία». Μέσω τοῦ λατ. poena, πού ἔδωσε τό γαλλ. peine (ἀρχικά σήμαινε «τά βασανιστήρια τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως»), προῆλθε τό ἀγγλ. pain μέ τή σημ. «πόνος» ὡς ἀπόρροια τῶν πόνων ἀπό τά βασανιστήρια καί ὡς ἐπακόλουθο τῆς τιμωρίας γενικότερα. Ἐξίσου ἴσως θά ξάφνιαζε καί ἡ ἀγγλική λ. calm «κάλμα, νηνεμία».

Κι αὐτή προῆλθε ἀπό ἑλληνική λέξη, τό ἀρχ. καῦμα, πού δήλωνε τόν καύσωνα καί τό θέρος, ὁδηγώντας συνεκδοχικά στή σημ. τῆς ἠρεμίας τῆς θάλασσας, τῆς ἔλλειψης δυνατῶν ἀνέμων. Στήν Ἀγγλική ἔφτασε ἡ λέξη ἀπό τό ἰταλ. calma πού ἀνάγεται σέ ὄψιμο λατιν. cauma ἀπό τό καῦμα. Ὅτι ἡ λ. ξαναγύρισε στήν Ἑλληνική μέσω τῆς Ἰταλικῆς ὡς κάλμα, δηλ. ὡς ἀντιδάνειο, εἴδαμε ὅτι ἀποτελεῖ συχνό φαινόμενο. Τό ἀρχ. πειρῶμαι «προσπαθῶ, ἀποπειρῶμαι, τολμῶ» ἔδωσε στή μεταγενέστερη Ἑλληνική τή λ. πειρατής πού προφανῶς θά σήμαινε ἀρχικά αὐτόν πού ἀποτολμᾶ παράτολμα καί παράνομα ἐγχειρήματα. Μέσω τοῦ λατιν. pirata ἡ λ. ἔδωσε τό ἀγγλ. pirate.

Στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα μία σειρά ἀπό ἀγγλικές λέξεις προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική, χωρίς αὐτό νά εἶναι ἀμέσως αἰσθητό στόν μή εἰδικό. Τέτοιες εἶναι οἱ ἀγγλικές λέξεις priest, clergy (καί clerc), bishop, monk κ.α. Συγκεκριμένα τό ἑλλην. πρεσβύτερος (ἀρχική σημ. «γεροντότερος») ἔδωσε τό ὄψιμο λατ. presbyter. Ἀπό αὐτό, μέ ὁρισμένες μεταβολές, προῆλθε τό ἀρχ. ἀγγλ. preost καί κατόπιν τό μεσαίων. ἀγγλ. preist, πού ἔδωσε τό νεότ. ἀγγλ. priest. Τό ἑλλην. κληρικός (ἀπό τή λ. κλῆρος) «αὐτός πού τοῦ πέφτει ὁ κλῆρος, πού τοῦ ἀνατίθεται ἕνα ἔργο» ἔδωσε τό ὄψιμο λατιν. clericus ἀπ' ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. cleric καί clerc. Ἀπό αὐτά προῆλθε τό ἀγγλ. clerk «λόγιος» - «ὑπάλληλος ἐξουσιοδοτημένος μέ συγκεκριμένο ἔργο» - «ἁπλός ὑπάλληλος». Τό ἀρχ. ἀγγλ. clerc ἔδωσε καί τόν ἐκκλησιαστικό ὅρο clergy «κληρικός, ἱερωμένος». Τό ἑλλην. ἐπίσκοπος εἶναι ἡ λέξη ἀπ' ὅπου προῆλθε τό ἀγγλ. bishop «ἐπίσκοπος», μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. episcopus, ἀπ' ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. bisceop καί μεσαίων. ἀγγλ. bishhop πού προηγήθηκαν τοῦ νεότερου ἀγγλικοῦ bishop. Ὡς πρός τό ἀγγλ. monk «μοναχός» προῆλθε ἀπό τό μεταγεν. ἑλλην. μοναχός μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. monachus, ἀπ' ὅπου τό ἀρχ. ἀγγλ. munuc καί μετέπειτα τό νεοτ. ἀγγλ. monk. Τό ἀγγλ. chart «χάρτης» ἀλλά καί τό card «κάρτα» προῆλθαν ἀπό τό ἕλλην. χάρτης. Τό bomb «βόμβα» ἀπό τό ἀρχ. ἑλλην. βόμβος. Τό «πολύ ἀμερικάνικο» buffalo ἀπό τό ἑλλην. βούβαλος. Τό ἑλλην. δίπλωμα (ἀπό διπλώνω, διπλοῦς) μέ τή σήμ. «ἐπίσημο ἔγγραφο» ἔδωσε τό diploma καί ἀπό αὐτό τό diplomat «διπλωμάτης» κ.ο.κ.

Ὅπως ἔγινε, ἐλπίζω, φανερό, ἕνα πλῆθος ἀπό ξένες λέξεις, ἐν προκειμένω ἀγγλικές, ἕλκουν τήν καταγωγή τους ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα, ἀπευθείας ἤ, πιό συχνά, μέσω τῆς λατινικῆς γλώσσας. Ὅσα γράφονται ἐδῶ δέν δίδονται γιά νά ἀποτελέσουν ἀφορμή κομπασμοῦ ἀλλά ὡς νύξεις γιά γλωσσική αὐτογνωσία καί περίσκεψη, γιά τό πόσα ἔχει κανείς νά κερδίσει ἀπό μία ἐτυμολογική περιδιάβαση στούς δρόμους τῆς γλώσσας μας.


Πηγή:ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου