"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

῾Ιερώνυμος:"Λιγότερο καί περισσότερο πατριῶτες δέν δέχομαι ὅτι ὑπάρχουν" (συνέντευξη στά Νέα)

Διαβάστε την εφ΄ όλης της ύλης συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου

O προκάτοχός του στην Αρχιεπισκοπή, ο Χριστόδουλος, έλεγε στους νέους «ελάτε στην Εκκλησία όπως είστε». Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ακολουθεί αντίθετη πορεία.
«Εγώ πηγαίνω όπως είμαι σε αυτούς», λέει στη συνέντευξή του στα «ΝΕΑ» για τον τρόπο που έχει επιλέξει να προσεγγίσει τη νεολαία. Σταθερός στη θέση που έχει διατυπώσει τις τελευταίες ημέρες, λέει ότι δέχεται να φορολογηθεί η Εκκλησία αλλά όπως όλοι, όχι άδικα.
Προσθέτει ότι είναι«παραμύθι» τα περί αμύθητου θησαυρού που κατέχει η Εκκλησία. Κάνει μάλιστα μία πρόταση προς την κυβέρνηση: να αποδεσμεύσει τα κτήματα της Εκκλησίας και ένα από αυτά, όσο κάνει, να δοθεί στο Ταμείο Στήριξης της Ελλάδας.
Όταν ερωτάται αν τώρα είναι η ώρα να περιοριστεί η «χλιδή» της Εκκλησίας - οι χρυσοί σταυροί, τα ακριβά άμφια- απαντά ότι παίρνει μισθό 2.300 ευρώ. «Τι χλιδή μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος με 2.300 ευρώ;».

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται στη χειρότερη στιγμή της. Δεν θα έπρεπε και η Εκκλησία να βοηθήσει με τη φορολόγησή της;

Υπάρχει μία παρεξήγηση. Ποιος είπε ότι η Εκκλησία δεν φορολογείται; Πρώτα πρώτα πρέπει να ξέρετε ότι τον τελευταίο χρόνο η Εκκλησία διέθεσε 100 εκατ. ευρώ για το φιλανθρωπικό έργο της σε όλη την Ελλάδα. Και θα συνεχίζει να τα προσφέρει. Ξεχνιόμαστε και δεν δεχόμαστε ότι η Εκκλησία έχει, συμπληρώνοντας την Πολιτεία, περί τα 750 ιδρύματα που προσφέρουν αυτήν τη στιγμή και εξυπηρετούν τους ανθρώπους.

Και κάτι άλλο. Αυτό το θέμα του αμύθητου θησαυρού της Εκκλησίας είναι ένα παραμύθι. Και θα πρέπει κάποτε να απομυθοποιηθεί αυτό το θέμα.

Θα σας πω την προσωπική μου άποψη. Όπως όλοι οι Έλληνες, τα φυσικά πρόσωπα, και εμείς οι κληρικοί, να φορολογούμαστε και φορολογούμαστε με τον ίδιο τρόπο. Και έπειτα η Εκκλησία δεν είναι ένας ενιαίος διοικητικός οργανισμός. Είναι και τα εκατοντάδες νομικά πρόσωπα που έχει, ναοί, μοναστήρια. Είμαι απόλυτα σύμφωνος, όπως όλα τα νομικά πρόσωπα της επικράτειάς μας, έτσι να φορολογούνται και τα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας. Δηλαδή, έσοδα τόσα. Έξοδα τόσα. Καθαρό αποτέλεσμα. Φορολογία. Δεν έχουμε αντίρρηση. Καμία απολύτως.

Προσφέραμε, προσφέρουμε και θα προσφέρουμε στον λαό. Χωρίς να μας ζητηθεί. Χωρίς να το «διαφημίζουμε». Αλλά αυτή η λογική, από αυτά που έχεις τα παίρνω χωρίς να λογαριάζω ποια είναι τα έξοδά σου, δεν είναι ούτε νόμιμη ούτε δίκαιη.

Να εκφράσω μία τολμηρή άποψη; Έκανε μία πολύ ωραία πρόταση ο πρόεδρος της Βουλής, ο κ. Πετσάλνικος, για μία πρωτοβουλία που ανέλαβε, μία ωραία προσπάθεια, όλοι να συνεισφέρουμε στο Ταμείο που έχει φτιάξει για να βοηθήσουμε στην εξόφληση του χρέους της πατρίδας. Να μας αποδεσμεύσει η Πολιτεία τα κτήματα που έχει δεσμευμένα. Αυτά που κάποιοι ονομάζουν «φιλέτα»- όλα αυτά είναι δεσμευμένα- να μας τα απελευθερώσει. Και ένα από αυτά, ολόκληρο, όσο κι αν κάνει, να πάει σε αυτό το Ταμείο. Να δώσουμε ένα ποσό. Αλλά από τη μία μεριά μάς τα κρατάει δεσμευμένα. Θέλει να τα φορολογεί χωρίς να μας δίνουν έσοδα. Έτσι, μας κρατάει σε ομηρεία. Μιλάνε για τις μετοχές. Το 2009 δεν μας έδωσαν μέρισμα. Κανένα έσοδο. Το 2010 κανένα μέρισμα. Πιστεύω ότι το ίδιο θα γίνει και το 2011.

Επομένως, πρότασή μου είναι: πρέπει να γίνει ένας ειλικρινής διάλογος μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, χωρίς προκαταλήψεις και στερεότυπα. Και πιστεύω ότι θα βρεθούν τρόποι οι οποίοι θα βοηθήσουν τον λαό μας.

Μήπως έχει έρθει η ώρα να σκεφτείτε κάποιους τρόπους ώστε να περιοριστείαυτό που ο κόσμος αντιλαμβάνεται ως «χλιδή» της Εκκλησίας; Βλέπει ακριβά άμφια. Βλέπει χρυσούς σταυρούς. Ακριβά αυτοκίνητα σε κάποιες περιπτώσεις...

Κοίταξε, εδώ σε εμάς ισχύει το ρητό που λέει «ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός». Τα πιο πολλά από αυτά είναι πλαστικά (πιάνει το εγκόλπιο που φοράει και το δείχνει). Θα μου πεις, γιατί τα χρησιμοποιείτε; Δεν είναι τόσο το κόστος, όπως παρουσιάζεται. Αλλά εκεί, ας πούμε ότι είναι και μία παράδοση ή και μία ιδιοτροπία μερικών ανθρώπων. Κι αυτό θα πρέπει να το δούμε...

Ο Αρχιεπίσκοπος τι μισθό νομίζετε ότι παίρνει στην Ελλάδα; 2.300 ευρώ. Λοιπόν, τι χλιδή μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος με 2.300 ευρώ; Όταν κατέβω τώρα κάτω, δέκα άνθρωποι θα περιμένουν να τους δώσω κάτι. Ένα βοήθημα. Μπορώ να το αρνηθώ;

Είναι ώρα να δούμε όλοι την αλήθεια κατάματα. Και να παλέψουμε όλοι μας για να κάνουμε μία νέα αρχή. Όλο αυτό το μπάχαλο το δημιουργήσαμε μόνοι μας. Και δεν θα διορθωθεί εάν δεν το διορθώσουμε μόνοι μας. Εμείς πρώτοι, παπάδες, πολιτικοί, όλοι. Δεν θα το διορθώσουν άλλοι για εμάς. Αυτό θα ήταν επικίνδυνο. Πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία εσωτερικά. Αυτό εννοούμε όταν λέμε μετάνοια. Μη νομίζετε ότι έχει άλλο νόημα. Αλλάζουμε μυαλό, τρόπο ζωής, τρόπο συμπεριφοράς.

«Δεν είναι φυσικό το “πολύ φαίνεσθαι” κάποιων ιεραρχών»

Σε αυτά τα δύο χρόνια έχετε κάνει λάθη;

Κοιτάξτε, λάθη οπωσδήποτε γίνονται.

Το θέμα είναι ποια είναι αυτά που γίνονται συνειδητά, που τα καταλαβαίνουμε δηλαδή και ποια εκείνα που κάποιος άλλος μας τα επισημαίνει. Μέσα μου έχω μερικές αμφιβολίες εάν ενήργησα σωστά. Το πρώτο είναι εάν ήταν σωστό αυτό που έκανα να μη μιλήσω καθόλου για το παρελθόν. Παλεύω. Αλλά λέω «καλά έκανα». Έτσι το βλέπω γιατί πρέπει να σέβομαι πολλά πράγματα σ΄ αυτήν τη ζωή. Το μεγάλο λάθος μου νομίζω, αυτό που μου αναλογεί γιατί δεν είναι μόνο δικό μου, είναι ότι δεν ξεκαθάρισα από την πρώτη στιγμή όλες εκείνες τις ενέργειες που έχουν γίνει και έχουν βυθίσει σε χρέος την Αρχιεπισκοπή. Και εννοώ την Αλληλεγγύη. Θα έπρεπε από την αρχή να είχε τελειώσει αυτό το θέμα. Αλλά είπα ότι θα προσπαθήσω σιγά σιγά να εξυγιάνω αυτόν τον οργανισμό, πράγμα που είναι πάρα πολύ δύσκολο.

Προσφάτως ένας μητροπολίτης είπε ότι εάν δοθεί η ιθαγένεια στους μετανάστες«Εάλω η Ελλάδα»- θα το έχετε ακούσει. Η Σύνοδος πήρε θέση ανακοινώνοντας ότι είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της Πολιτείας. Αυτό αποτελεί και προσωπική σας άποψη;

Κοιτάξτε, εάν μπει γενικά η αρχή ότι όλοι οι μετανάστες θα πάρουν ιθαγένεια, αυτό μας βρίσκει όλους- και εμένα προσωπικά- αντίθετους. Γιατί το πρόβλημα είναι τεράστιο. Όταν όμως ένα παιδί γεννήθηκε από νόμιμους μετανάστες, μεγάλωσε, έγινε 18 ετών, ξέρει τα ελληνικά καλά, έχει ζήσει εδώ πέρα, το βλέπω λίγο άστοχο σε αυτό το παιδί να μη δώσουμε ελληνική ιθαγένεια. Εκείνο που θα έλεγα είναι ότι θα πρέπει να υπάρχουν αυστηρά κριτήρια και να υπολογίζονται και οι ευαισθησίες και οι ιδιαιτερότητες του ελλαδικού χώρου, είτε σε νοοτροπία, είτε σε περιοχές.

Δημιουργούν κάποιες φωνές μητροπολιτών- που μιλούν για πολιτικά ή εθνικά θέματα- προβλήματα στην Εκκλησία; Με την έννοια πως φαίνεται να ακούγονται μόνο αυτές...

Φυσικό είναι. Φαίνεται, ναι. Πρέπει να πούμε και κάτι άλλο. Η Εκκλησία δεν είναι για να φαίνεται. Η Εκκλησία είναι για να είναι. Το πολύ το φαίνεσθαι της Εκκλησίας δεν είναι φυσιολογικό.

Όλους τους ιεράρχες, όλους τους κληρικούς, μας απασχολούν και μας πονούν τα εθνικά θέματα. Όλοι αγαπάμε την πατρίδα μας, όπως και όλοι οι Έλληνες ανεξαιρέτως, και είμαστε έτοιμοι, εάν μας το ζητήσει η υπεύθυνη Πολιτεία, να κάνουμε αυτό που πρέπει. Λιγότερο και περισσότερο πατριώτες δεν δέχομαι ότι υπάρχουν. Και ο πατριωτισμός του καθενός δεν μετριέται ούτε με τον αριθμό των λέξεων που λέει, ούτε με την ένταση της φωνής του. Όλοι οι Έλληνες στο ίδιο καράβι είμαστε.

Πρώτος στόχος η επιμόρφωση των ιερέων

Ποια είναι τα δύο-τρία έργα που έχετε σχεδιάσει και θέλετε οπωσδήποτε να υλοποιηθούν;

Κατ΄ αρχάς πρέπει να πούμε ποιο είναι το έργο της Εκκλησίας. Το έργο της Εκκλησίας δεν είναι τα κτίσματα. Το πρώτο μέλημά της είναι πώς θα βοηθήσει τον άνθρωπο. Δηλαδή, αυτό που λέμε και ψάλλουμε για τη σωτηρία των ψυχών. Πώς μπορεί η ενορία να είναι ένας πνεύμονας που ξεκουράζει τον άνθρωπο, τον αναγεννά, τον φέρνει πιο κοντά στον Θεό. Αυτό είναι το πρωταρχικό έργο της Εκκλησίας.

Για να γίνει όμως αυτό όπως πρέπει, θα πρέπει να υπάρχουν και αυτοί που το διακονούν, οι άνθρωποι οι οποίοι θα έχουν τα προσόντα. Θα ήθελα να πω και ότι και μέσα στον χώρο της Αρχιεπισκοπής υπάρχουν πάρα πολλοί λαμπροί κληρικοί, αξιόλογοι άνθρωποι. Αλλά είναι και μερικοί που είναι ερασιτέχνες. Θα πρέπει σε αυτόν τον τομέα να γίνει πολλή δουλειά.

Με τη δική μου σκέψη και φροντίδα, δημιουργήθηκε ένα κέντρο για επιμόρφωση και εξειδίκευση των κληρικών μας. Να πάρουμε ένα πρόβλημα σήμερα ποιμαντικό, κοινωνικό, όπως είναι τα ναρκωτικά. Δεν σημαίνει ότι κάποιος που έγινε κληρικός και θα ήθελε να ασχοληθεί με τα παιδιά που υποφέρουν είναι αυτονόητο πως μπορεί να πάει ανάμεσά τους να ζήσει και να βοηθήσει. Πρέπει να έχει μία εξειδίκευση, μία προετοιμασία.

Επομένως, το πρώτο και βασικό έργο που έχει να κάνει η Αρχιεπισκοπή είναι να επιλέξει να βοηθήσει τα στελέχη της Εκκλησίας, ώστε το ποιμαντικό έργο της να είναι πιο αποτελεσματικό.

Αλλά όσο κι αν έχουμε μία οργανωμένη καλή ενορία, έναν ναό, το έργο της Εκκλησίας και του ιερέως δεν περιορίζεται στους τέσσερις τοίχους της Εκκλησίας. Αντιθέτως, είναι εντολή του Χριστού, η Εκκλησία να έχει διάλογο με την κοινωνία. Και μέσα από αυτήν τη συζήτηση και την επικοινωνία προβάλλουν τα προβλήματα και οι ανάγκες οι καθημερινές. Και έτσι και ο κληρικός, αλλά και το μέλος της Εκκλησίας και οι απλοί άνθρωποι, για να πουν ότι βρίσκονται σε αρμονία με αυτό που πιστεύουν, πρέπει να είναι άνθρωποι αγάπης. Να βγουν προς τα έξω να βοηθήσουν τον άνθρωπο. Κατά τη διδασκαλία του Κυρίου μας και κατά το παράδειγμα του καλού Σαμαρείτη.

Το σχέδιο «όπως στη Λιβαδειά» Τη λειτουργία οκτώ ιδρυμάτων έχει δρομολογήσει η Αρχιεπισκοπή. Ανάμεσά τους είναι ένα ίδρυμα για τα βρέφη που εγκαταλείπονται στα νοσοκομεία. Κατασκηνώσεις για νέους στην Πάρνηθα. «Θα έχουν έναν χώρο όπου θα μπορούν να περνούν θερινές διακοπές αλλά και να τον επισκέπτονται καθ΄ όλη τη διάρκεια του έτους», λέει ο Αρχιεπίσκοπος. Σε συνεργασία με τη Νομαρχία Αθηνών θα κατασκευαστεί ένας χώρος για πρώην χρήστες ναρκωτικών που βρίσκονται στο στάδιο της επανένταξης- «ώστε μέσα από την παραμονή τους εκεί, σιγά σιγά να βρουν μια δουλειά και να ενταχθούν στην κοινωνία»- και ένα παιδικός σταθμός για αυτιστικά παιδιά. Επίσης, έχει προγραμματιστεί να λειτουργήσουν δύο στέγες παιδιών με νοητική υστέρηση. Στα σκαριά είναι και οι ξενώνες για «ανθρώπους που έχουν κάνει εγχειρήσεις από καρκίνο και θέλουν στήριξη. Να μπορούν να κάνουν τη θεραπεία τους και να ξαναγυρίζουν». Επίσης, από την Αρχιεπισκοπή σχεδιάζεται η δημιουργία ενός ξενώνα «για ανθρώπους που γέρασαν, έμειναν κατάκοιτοι και δεν μπορούν να βρουν στέγη. Δεν είναι εύκολο σήμερα μία οικογένεια να συντηρεί συνέχεια έναν κατάκοιτο».
 «ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΑΣ ΑΠΟΜΥΖΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑ…»


Χωρισμός Κράτους- Εκκλησίας;

Πότε ήταν ενωμένη η Εκκλησία, κολλημένη με το κράτος; Το κράτος μάς απομυζά πάντα. Να μας αφήσει ελεύθερους... Εμείς οι ταλαίπωροι, από τους Βαυαρούς μέχρι πριν από 20 χρόνια, ήμασταν σκλάβοι. Αποφασίζαμε και μέσα στη συνεδρία ήταν ο βασιλικός επίτροπος και αν δεν υπέγραφε τα πρακτικά ήταν άκυρο ό,τι είχαμε αποφασίσει. Τώρα λίγο έχουμε πάρει μία αναπνοή. Και είμαστε χαρούμενοι. Και θα θέλαμε να μην έχουμε καμία σχέση, να είμαστε εντελώς ελεύθεροι. Αλλά δεν το θέλει η Πολιτεία αυτό το πράγμα.

Η Πολιτεία δεν θέλει τον χωρισμό;

Βεβαίως δεν τον θέλει. Επομένως, φτάσαμε σε ένα σημείο να πούμε ότι δεν υπάρχει σήμερα ένωση. Είμαστε δύο θεσμοί με τους ρόλους του ο καθένας χωριστά. Εκείνο που χρειάζεται είναι να διευκρινιστούν αυτοί οι ρόλοι. Και να δούμε διοικητικά ποιες είναι οι δικές μας αρμοδιότητες και ποιες της Πολιτείας.

Η Πολιτεία γιατί δεν θέλει τον χωρισμό;

Γιατί είναι έξυπνη; Δηλαδή; Κοιτάξτε, μία Εκκλησία η οποία είναι δυνατή, η οποία έστω και κάτω από αυτούς τους δεσμούς μπορεί και ζει, όταν θα είναι ελεύθερη θα έχει περισσότερες δυνάμεις. Και θα είναι και το στόμα της πιο ελεύθερο. Και οι ενέργειές της πιο ελεύθερες. Αν μας πει η Πολιτεία «δεν σας θέλουμε, φύγετε», με γεια της, με χαρά της. Εμείς ζήσαμε χωρίς κράτος. Το κράτος δεν έζησε χωρίς Εκκλησία. Ο λαός δεν έζησε χωρίς Εκκλησία. Λοιπόν, να μην τα πάμε στα άκρα. Δεν υπάρχει λοιπόν πλέον θέμα χωρισμού Εκκλησίας από το Κράτος. Είναι δύο διακριτοί ρόλοι οι οποίοι θέλουν περισσότερη επεξήγηση και διευκρίνιση.

Η υπόθεση του πρώην Μητροπολίτη Αττικής έχει πληγώσει την Εκκλησία, καθώς συνεχίζεται πάνω από επτά χρόνια. Δεν θέλω να μπω στην ουσία της υπόθεσης, που όμως έχει πληγώσει βαθιά την κοινωνία μας και αυτά που πιστεύει και προσδοκά από την Εκκλησία. Έχω στα χέρια μου μία αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου. Ως Έλληνας πολίτης οφείλω αυτή η απόφαση να εκτελεστεί. Και πρέπει να εκτελεστεί. Δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ζήτησε από τη Σύνοδο να περάσει από εκκλησιαστικό δικαστήριο η υπόθεση του πρώην Μητροπολίτη Παντελεήμονα. Δημιουργήθηκε ένταση με το Φανάρι. Πολλοί εξεπλάγησαν διότι δεν την ανέμεναν με εσάς Αρχιεπίσκοπο...

Κοιτάξτε, ούτε έχουν διαταραχθεί οι σχέσεις, ούτε είναι εχθρικές, ούτε έχουμε κάποια αντιπαλότητα. Έχουμε ένα συγκεκριμένο θέμα που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Και η άποψη η δική μας είναι αυτή η θέση. Και η άποψη του Πατριαρχείου είναι διαφορετική. Αυτό δεν σημαίνει ότι εάν δύο άνθρωποι έχουν διαφορετική άποψη είναι και αντίπαλοι και μαλώνουν. Το θέμα δεν έχει λήξει. Θα προχωρήσει. Αλλά η φιλία μας, οι σχέσεις μας, ο σεβασμός στο Πατριαρχείο, αυτά δεν αμαυρώνονται. Θα υπάρχουν πάντα. Διότι και αύριο θα υπάρχει ένα άλλο υπηρεσιακό θέμα όπου θα έχουμε διαφορετική άποψη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δημιουργούνται πολεμικές σχέσεις. Επομένως είναι σχέσεις άριστες, επικοινωνούμε άριστα. Απλώς ένα συγκεκριμένο θέμα- και ξέρετε ποιο είναι...- ο καθένας το βλέπει με άλλο μάτι.
 ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ
«Το Ευαγγέλιο δεν κάνει εκπτώσεις.
 ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ
Λέει ο άλλος “εμείς συζούμε”. Είναι ελεύθερος. Δεν μπορώ εγώ να κανονίσω τη ζωή του. Αλλά αν μου πει “μπορώ να είμαι έτσι ελεύθερος, να έχω συμβίωση και να έχω το Ευαγγέλιο που θα με καθοδηγεί”; Δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Αυτός θα επιλέξει υπεύθυνα. Αλλά από τη στιγμή που θα ζητήσει να έρθει κοντά μου δεν θα του πω επειδή συμβίωνες ή συμβιώνεις είμαστε απέναντι. Σέβομαι την ελευθερία του καθενός. Αλλά δεν μπορώ να του πω ότι καλά κάνει».

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ 
«Πήγα στον Άγιο Παντελεήμονα. Ήταν δέκα άνθρωποι και μου είπαν: “Μην κοιτάτε άλλο τους ξένους”. Τους απάντησα: ΄΄Και εκείνοι άνθρωποι είναι΄΄. Ό,τι και να ΄ναι αυτός, Σομαλός, Πακιστανός, θα του πεις ΄΄δεν σου δίνω φαγητό”;».
ΓΙΑ ΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ
«Είμαι της παλιάς σχολής. Δεν τα καταφέρνω, δεν ξέρω. Είμαι... παλαιοημερολογίτης σε αυτά, δυσκολεύομαι. Πάντως το θέλω. Με βολεύει. Βλέπω την ανάγκη».
ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΚΑΤΟΧΟ ΤΟΥ
«Ήταν ένας άνθρωπος δημιουργικός, πληθωρικός με πολλά χαρίσματα. Έλεγε “ελάτε όπως είστε”. Εγώ, πηγαίνω όπως είμαι. Ακολουθώ αντίθετη πορεία. Δεν έχουμε διαφορά. Ο τρόπος αλλάζει».

 
 
Διαδίκτυο:http://www.romfea.g

᾿Επικύρωσε ἡ ἀλβανική βουλή τή συμφωνία για τούς πεσόντες τοῦ ᾿40


[Δημοσιεύτηκε στις 26 March 2010 από τον Απόστολος Παπαποστόλο]
1940Η αλβανική βουλή επικύρωσε, χθες το απόγευμα, τη συμφωνία με την Ελλάδα για την “έρευνα, την εκταφή, την ταυτοποίηση και την ταφή των Ελλήνων πεσόντων στρατιωτών στην Αλβανία κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940-’41″.
Σύμφωνα με τον αλβανικό Τύπο, η συμφωνία επικυρώθηκε με 66 ψήφους υπέρ, από τους βουλευτές του κυβερνώντος Δημοκρατικού Κόμματος, πέντε κατά και μία αποχή.
Στην ψηφοφορία δεν συμμετείχαν οι βουλευτές του Σοσιαλιστικού Κόμματος (αξιωματική αντιπολίτευση), οι οποίοι συνεχίζουν να μποϊκοτάρουν τις συνεδριάσεις του κοινοβουλίου, ζητώντας επανέλεγχο των ψήφων των βουλευτικών εκλογών που διεξήχθησαν πέρυσι το καλοκαίρι (28 Ιουνίου 2009).
Βάσει της σχετικής συμφωνίας, που μονογράφηκε στα Τίρανα, στις 19 Νοεμβρίου 2008, θα δημιουργηθούν δύο νεκροταφεία (και μνημεία), στην Κλεισούρα και την Κορυτσά, προς τιμή των Ελλήνων μαχητών, κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο.
(Πηγή: ana)

Κείμενα Μεγάλης ῾Εβδομάδος (διαβάζει ἡ ἀείμνηστος ῞Ελλη Λαμπέτη μέ παράλληλη ἀπόδοση στή νοηματική γλῶσσα τῶν κωφῶν, ψηφιοσκόπιο)

Γ. Μπαμπινιώτης:"Τό Εὐαγγέλιο καί ἡ σύγχρονη γλῶσσα.


Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 18 Οκτωβρίου 1998 -Νέες Εποχές, σ. 11
Μια σημασιολογική αναδίφηση σε ορισμένες γνωστές λέξεις από το κείμενο της Καινής Διαθήκης που η σημασία τους διαφέρει από τη σημερινή χρήση τους
Εχει παρατηρηθεί ότι η ελληνική γλώσσα, λόγω της μακραίωνης ιστορίας της, προσφέρεται για τη μελέτη της εξέλιξης της γλώσσας στη γραμματική και συντακτική της δομή και κατεξοχήν στις μεταβολές της σημασίας των λέξεων.
Ιδιαίτερα διδακτική είναι η αναδίφηση στη σημασία των λέξεων όπως εμφανίζεται σ' ένα από τα πιο βασικά κείμενα της ελληνιστικής Κοινής, στο κείμενο της Καινής Διαθήκης. Στη γλώσσα των Ευαγγελίων διαπιστώνει κανείς πόσο διαφορετική ήταν η σημασία ορισμένων λέξεων που χρησιμοποιούμε σήμερα στη γλώσσα μας και πώς μεταβάλλονται οι σημασίες των λέξεων της γλώσσας χωρίς να αλλάζει η μορφή τους. Το «σημαίνον» της λέξης παραμένει σχεδόν αμετάβλητο, ενώ αλλάζει το «σημαινόμενον». Αξίζει, νομίζω, να παρακολουθήσουμε το φαινόμενο ανατρέχοντας στη σημασιολογική μεταβολή ορισμένων γνωστών λέξεων.
Ελληνιστής είναι σήμερα ο (ξένος κυρίως) λόγιος που ασχολείται με τα ελληνικά γράμματα (γλώσσα, λογοτεχνία, ιστορία κ.λπ.), παλαιότερα δε ιδίως ο ασχολούμενος με την αρχαία ελληνική γλώσσα και φιλολογία. Ωστόσο, στα χρόνια του Ευαγγελίου ελληνιστής ήταν «ο ελληνόφωνος Εβραίος»: «και παρρησιαζόμενος εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού, ελάλει τε και συνεζήτει προς τους Ελληνιστάς» (Πράξ. Αποστ. 9.30).
Το ρήμα συγκινώ που σήμερα κυρίως σημαίνει «προκαλώ ψυχική διέγερση, συναισθηματική ένταση» βρίσκεται στο Ευαγγέλιο με την κυριολεκτική σημασία του «κάνω να κινηθούν όλοι μαζί», άρα «ξεσηκώνω»: «(τινές εκ της συναγωγής) συνεκίνησάν τε τον λαόν και τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς, και επιστάντες συνήρπασαν αυτόν [τον Στέφανον] και ήγαγον εις το συνέδριον». (Πράξ. 6.12).
Η λέξη κρίμα χρησιμοποιείται σήμερα με τη σημασία «ευθύνη για μια αδικία που γίνεται εις βάρος κάποιου» (στη φράση «το κρίμα στον λαιμό σου») και επίσης όταν θέλουμε να δηλώσουμε έμμεσα τη συμπάθεια, τη λύπη του ομιλητή για κάτι που συμβαίνει άδικα («κρίμα / τι κρίμα να πάνε χαμένες προσπάθειες τόσων ετών»). Στην Κοινή του Ευαγγελίου, ωστόσο, βρίσκουμε τη λέξη με την αρχική σημασία της ως παραγώγου του ρήματος κρίνω· σημαίνει το αποτέλεσμα του κρίνω, την απόφαση και την πράξη του να κρίνει κανείς, την κρίση: «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού. ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού» (Επιστ. Ρωμ. 11.33) και «και είπεν ο Ιησούς· εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται». Η σημερινή σημασία της λέξης («ευθύνη για αδικία») προέρχεται από χρήσεις, όπως «οι κατεσθίοντες [για τους γραμματείς] τας οικίας των χηρών και προφάσει μακρά προσευχόμενοι· ούτοι λήψονται περισσότερον κρίμα».
Η αρχαία λέξη επήρεια «προσβλητική μεταχείριση, κακομεταχείριση» (πιθ. από το ομηρικό αρειή «κακομεταχείριση, βλάβη» ή από το έρις «έριδα») έδωσε το αρχ. επηρεάζω «φέρομαι προσβλητικά, κακομεταχειρίζομαι». Με αυτή τη σημασία βρίσκουμε τη λέξη και στο κείμενο της Καινής Διαθήκης: «αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς» (Ματθ. 5.44). Σήμερα η λέξη πέρασε στη σημασία «κατευθύνω έμμεσα, με τα λόγια ή τις πράξεις μου, τις ενέργειες, τον τρόπο σκέψης, τις αποφάσεις κ.λπ. κάποιου».
Η λ. καθηγητής, που σημαίνει σήμερα τον διδάσκοντα ένα ειδικό γνωστικό αντικείμενο στην τριτοβάθμια (ΑΕΙ-ΤΕΙ) ή στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σήμαινε αρχικά (από το καθ-ηγούμαι) «αυτόν που καθοδηγεί, που δείχνει τον δρόμο στους άλλους» και, γενικότερα, «τον οδηγητή, τον καθοδηγητή, τον διδάσκαλο»: «μηδέ κληθήτε καθηγηταί. είς γαρ υμών εστιν ο καθηγητής, ο Χριστός» (Ματθ. 23.10).
Το ρήμα καταγγέλλω χρησιμοποιείται σήμερα με τη σημασία του «αναφέρω δημόσια παράνομες πράξεις, καταφεύγω στο δικαστήριο εναντίον κάποιου». Εχει δηλ. τη σημασία του «ψέγω, κατηγορώ». Στην αρχαία Ελληνική το καταγγέλλω σήμαινε «κηρύσσω» (πόλεμο), «αναγγέλλω» γενικά και, λιγότερο, ό,τι και σήμερα («καταγγέλλω την επιβουλήν, τους δεσπότας» κ.λπ.). Στη γλώσσα του Ευαγγελίου το καταγγέλλω χρησιμοποιείται ως εύσημη λέξη για να δηλώσει το «διακηρύσσω, ευαγγελίζομαι, φέρνω σημαντική είδηση». Ετσι ο Παύλος στον λόγο του προς τους Αθηναίους στον Αρειο Πάγο λέει: «Διερχόμενος γαρ και αναθεωρών τα σεβάσματα υμών εύρον και βωμόν εν ω επεγέγραπτο "Αγνώστω Θεώ". ον ουν αγνοούντες ευσεβείτε, τούτον εγώ καταγγέλλω υμίν». (Πράξ. Αποστ. 17.23-24) και «ήλθον ου καθ' υπεροχήν λόγου ή σοφίας καταγγέλλων υμίν το μαρτύριον του Θεού» (Κορ. Α' 2.1).
Στο τελευταίο απόσπασμα βρίσκουμε τη λ. μαρτύριον με τη σημασία της «μαρτυρίας» και, κατ' επέκταση, της «αλήθειας» του Θεού. Ομοίως στο απόσπασμα: «καθώς το μαρτύριον του Χριστού εβεβαιώθη εν υμίν, ώστε υμάς μη υστερείσθαι εν μηδενί χαρίσματι» (Κορ. Α' 2.7). Αργότερα η λ. μαρτύριο πέρασε στη δήλωση της σωματικής δοκιμασίας, των βασανιστηρίων και του θανάτου ακόμη που υπέστησαν οι μάρτυρες για την πίστη τους, αργότερα και της ψυχικής δοκιμασίας, σημασίες με τις οποίες χρησιμοποιείται η λέξη και σήμερα (σπανιότερα χρησιμοποιείται και με τη σημασία της μαρτυρίας, του τεκμηρίου). Αξίζει να λεχθεί ότι και η ομόρριζη λέξη διαμαρτύρομαι, που αρχικά σήμαινε «επικαλούμαι τους θεούς και τους ανθρώπους ως μάρτυρες (για κάτι που λέω ή που υφίσταμαι)» και που ήδη στην αρχαία γλώσσα πέρασε στη σημασία που έχει και σήμερα, στη γλώσσα του Ευαγγελίου βρίσκεται με διαφορετική σημασία, του «κηρύσσω, διακηρύσσω, αναγγέλλω, κάνω γνωστό»: «και διδάξαι υμάς δημοσίως και κατ' οίκους, διαμαρτυρόμενος Ιουδαίοις τε και Ελλησι [=ειδωλολάτρες] την εις τον Θεόν μετάνοιαν και πίστιν την εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν» (Πράξ. Αποστ. 20.21).
Αναφέρθηκα δι' ολίγων σε μερικές λέξεις της Καινής Διαθήκης που η σημασία τους διαφέρει από τη σημερινή χρήση τους. Ωστόσο, οι περισσότερες λέξεις του Ευαγγελίου σώζονται με την ίδια ή παραπλήσια σημασία. Ο πατέρας της γλωσσικής επιστήμης στην Ελλάδα, ο Γ. Χατζιδάκις, στη μελέτη του «Περί της ενότητος της ελληνικής γλώσσης» (Επιστ. Επετηρίς Παν/μίου Αθηνών 5, 1908-9, σ. 47-51) έδειξε ότι «εκ των 4.900 περίπου λέξεων της Καινής Διαθήκης σχεδόν αι ημίσειαι, ήτοι λέξεις 2.280, λέγονται και σήμερον έτι εν τη κοινή λαλιά· των δε λοιπών αι πλείσται μεν, 2.260, νοούνται καλώς υπό πάντων των Ελλήνων αναγιγνωσκόμεναι ή ακουόμεναι, ολίγαι δε μόνον, περί τις 400, είναι αληθώς ακατανόητοι υπό του ελληνικού λαού».
Δεν είναι εκπληκτικό να μιλούν οι νέοι σήμερα για πώρωση και πωρωμένους, δηλώνοντας «την τυφλή προσήλωση σε κάτι χωρίς να βλέπει κανείς τίποτε άλλο», και να διαβάζουμε στα κείμενα της Κ. Διαθήκης «εσκοτισμένοι τη διανοία, όντες απηλλοτριωμένοι της ζωής του Θεού [...] διά την πώρωσιν της καρδίας αυτών» και «και γνους ο Ιησούς λέγει αυτοίς· τι διαλογίζεσθε ότι άρτους ουκ έχετε; ούπω νοείτε ουδέ συνίετε; ότι πεπωρωμένην έχετε την καρδίαν υμών; οφθαλμούς έχετε και ου βλέπετε, και ώτα έχοντες ουκ ακούετε;», να γίνεται λόγος δηλ. για την τύφλωση και την αδυναμία να δει κανείς την πραγματικότητα ή κάτι άλλο από αυτό που έχει ήδη στο μυαλό του;

Γ. Μπαμπινιώτης:"῾Η ἑλληνική γλῶσσα ὡς ὄχημα διάδοσης τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας"



Ομιλία στην Ορθόδοξη Ακαδημίας Κρήτης, 10 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Διάλογοι καταλλαγής», αρ. φύλλ. 89, Απρ.-Μάιος-Ιούν. 2008
Η Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης, μέσα στην ευρύτερη δραστηριότητά της, έχει και ιεραποστολικό χαρακτήρα, αφού με ποικίλες δράσεις της καλλιεργεί, ενισχύει, προβάλλει και διαδίδει την ορθόδοξη χριστιανική πίστη μας. Δεν είναι τυχαίο ότι το παρεκκλήσι τής Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης είναι αφιερωμένο στους ιεραποστόλους Κύριλλο και Μεθόδιο. Με αφορμή το έργο των δύο μεγάλων ιεραποστόλων και το έτος (2008) τού Αποστόλου Παύλου θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις ως προς τον ρόλο τής γλώσσας σε σχέση με τις προσωπικότητες που αναφέραμε. Θέμα μου: «Η γλώσσα ως όχημα διάδοσης τής χριστιανικής διδασκαλίας».
Σπάνια μια γλώσσα έχει συνδεθεί τόσο με μια θρησκεία όσο η ελληνική γλώσσα με τη χριστιανική διδασκαλία. Θα σταθώ σε μερικά σημεία-σταθμούς για τη σύνδεση τής ελληνικής γλώσσας με τη χριστιανική διδασκαλία και ευρύτερα με τη θρησκεία, με την Εκκλησία, με τη λατρεία, με την ιεραποστολή, με τον Ελληνισμό.
Γλώσσα και θρησκεία
Επιτρέψτε μου, πρώτα, μερικές γενικές σκέψεις για το θέμα που συζητούμε. Δεν μπορείς να διδάξεις μια οποιαδήποτε θρησκεία, χωρίς να μιλήσεις ζωντανά, πειστικά, λογικά μαζί και βιωματικά, με πάθος, με έμπνευση, με ενθουσιασμό για την πίστη σου. Για να «κοινωνήσεις», όμως, την πίστη σου, πρέπει να επι-κοινωνήσεις με τους ανθρώπους, που θέλεις να καταστήσεις κοινωνούς τής πίστης σου. Πρέπει η πίστη να γίνει «κοινωνία». Η σκέψη να γίνει γλώσσα. Η διδασκαλία να γίνει επι-κοινωνία. Το συναίσθημα και το βαθύτερο βίωμα να γίνουν γλωσσική έκφραση. Πρέπει όλα να κατατείνουν σε μια συνάντηση με τον άλλον. Συνάντηση ουσίας, συνάντηση αγάπης, συνάντηση ζωής. Συνάντηση που θα ξεκινήσει, θα εστιασθεί και θα επιτευχθεί με τη γλώσσα. Το Ευαγγέλιο είναι –μη το ξεχνάμε– «η καλή αγγελία», «το καλό γλωσσικό μήνυμα», «η αγγελία που οδηγεί στη σωτηρία τού ανθρώπου» ως «νέα συμφωνία», ως «νέα καθοδήγηση τού ανθρώπου», ως «Καινή Διαθήκη». Είναι τόσο σημαντική η γλωσσική ανακοίνωση και επικοινώνηση τής χριστιανικής πίστης, ώστε –για να ξεπερασθούν τα εμπόδια που θέτει η γλωσσική επικοινωνία (οι διαφορετικές γλώσσες που μιλούν οι άνθρωποι)– δόθηκε άνωθεν ακόμη και το χάρισμα τής γλωσσολαλίας, τού να γίνεται δηλ. κατανοητός ο κηρύττων τη νέα πίστη, ο κηρύττων το μήνυμα τού Ευαγγελίου, από ανθρώπους που μιλούν άλλες γλώσσες αλλά που με το χάρισμα τής γλωσσολαλίας κατανοούν τα λεγόμενα σαν να λέγονται στη γλώσσα τους.
Εν ολίγοις, κάθε μορφή διδασκαλίας τής πίστης, εν προκειμένω τής χριστιανικής πίστης, δεν κοινωνείται ερήμην τής γλώσσας, πραγματώνεται ως γλωσσική επικοινωνία, μέσα από την οποία περνούν η διδασκαλία και τα μηνύματα. Είναι δε τόσο σημαντική η γλωσσική διατύπωση των κειμένων, όπως παραδίδονται, ώστε ενίοτε ένα και, ένα ή (διαζευκτικό), μια αντωνυμία, ένα ρήμα, η θέση μιας λέξης, να καθορίζουν ερμηνευτικά, όπως είναι γνωστό, διαφορετικές δογματικές θέσεις, ακόμη και διαφορετικές ομολογίες. Όπου δε το ιερό κείμενο παίζει και τον ρόλο τού νόμου (Π. Διαθήκη, Κοράνι κ.ά.), η γλωσσική διατύπωση και ερμηνεία καθορίζουν και την ίδια τη ζωή των ανθρώπων, όχι απλώς τη θρησκευτική τους πίστη.
Χριστιανική θρησκεία και ελληνική γλώσσα
Η σχέση αυτή πήρε πολλαπλές μορφές και προεκτάσεις. Η απλοποιημένη εξελικτική μορφή τής αρχαίας αττικής διαλέκτου αποτέλεσε ό,τι ονομάζεται Αλεξανδρινή Κοινή, γιατί διαμορφώθηκε στα χρόνια τού Μ. Αλεξάνδρου και, μέσω των κατακτήσεων τού Αλεξάνδρου, αναδείχθηκε σε γλώσσα ευρύτερης χρήσης, από την Ελλάδα έως τις Ινδίες. Μιλήθηκε δηλ. κυρίως αλλά και γράφτηκε ως δεύτερη –ενίοτε και ως πρώτη– γλώσσα και από μη Έλληνες. Και γιατί υπήρξε προϊόν μακράς εξελίξεως και γιατί χρησιμοποιήθηκε από ομιλητές που δεν είχαν τα Ελληνικά ως μητρική γλώσσα, η Ελληνική ως Αλεξανδρινή Κοινή πήρε μια αρκετά απλουστευμένη μορφή στην προφορά τής γλώσσας πρώτα και πάνω απ’ όλα, αλλά και στη δομή –γραμματική και συντακτική– και, αναπόφευκτα, στο λεξιλόγιο. Σ’ αυτή τη γλώσσα γράφτηκαν τα κείμενα τής Καινής Διαθήκης. Σ’ αυτή τη γλώσσα μεταφράστηκε (από τους Εβδομήκοντα) και η ίδια η Παλαιά Διαθήκη, σε μετάφραση που καθιερώθηκε περισσότερο και από το πρωτότυπο! Η μετάφραση δε αυτή έγινε, διότι οι «Ελληνιστές» (οι Εβραίοι δηλ. που μιλούσαν Ελληνικά) ήταν τόσο πολλοί που χρειάστηκε να έχουν την Παλαιά Διαθήκη στη γλώσσα που καταλάβαιναν και με την οποία επικοινωνούσαν. Η γλώσσα των κανονικών Ευαγγελίων τής Κ. Διαθήκης ποικίλλει, βεβαίως, υφολογικά από Ευαγγέλιο σε Ευαγγέλιο. Άλλοτε είναι πιο απλή, άλλοτε πιο λόγια. Πάντοτε όμως βρίσκεται εντός των ορίων τής Αλεξανδρινής Κοινής και, οπωσδήποτε, είναι έτσι γραμμένη, ώστε να είναι κατανοητή στους απλούς ανθρώπους, όπως ξέρουμε ότι ήταν και ο ίδιος ο λόγος τού Χριστού. Με παρομοιώσεις και παραδείγματα από την καθημερινή απλή, και μάλιστα αγροτική, ζωή. Με χρήση τού προφορικού λόγου και μάλιστα, πολύ συχνά, τού άμεσου λόγου –όχι τού έμμεσου, που είναι πιο επεξεργασμένος– και επίσης με ευρεία χρήση των ρηματικών προτάσεων, . στις οποίες κυριαρχεί το ζωντανό, προσωπικό, βιωματικό ύφος αντί τού περιγραφικού-διαπιστωτικού αποστασιοποιημένου ύφους των ονοματικών προτάσεων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οσάκις μιλούμε για το ποια ήταν η μορφή και η δομή τής Αλεξανδρινής Κοινής, η γλώσσα τού Ευαγγελίου είναι εκείνη που θεωρείται ως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα. Βέβαια, από τον 1ο αιώνα π.Χ. είχε αρχίσει να έχει απήχηση στους λογίους και γενικότερα στους μορφωμένους το κίνημα τού Αττικισμού. Με την εμφάνισή του μάλιστα διαμορφώθηκε, όπως είναι γνωστό, μια διπλή παράδοση στη χρήση τής Ελληνικής: Αφ’ ενός μεν χρησιμοποιήθηκε η «αττικιστική» μορφή, που εμιμείτο την αρχαία αττική διάλεκτο και αποτέλεσε τη γραπτή γλώσσα, την ονομαζόμενη λόγια παράδοση η οποία εξελίχθηκε σε ό,τι είναι γνωστό ως καθαρεύουσα. Παράλληλα όμως συνέχισε να χρησιμοποιείται, διαρκώς εξελισσόμενη προς απλούστερες μορφές, η Αλεξανδρινή Κοινή ή Κοινή τού Ευαγγελίου, που αποτέλεσε την προφορική Ελληνική και μετεξελίχθηκε σε ό,τι ονομάζουμε δημοτική. Την περίοδο που αναδεικνύεται ο Χριστιανισμός σε επίσημη γλώσσα τής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δηλ. τού Βυζαντίου, εννοώ τον 4ο μ.Χ. αιώνα, οι Μεγάλοι Πατέρες τής Εκκλησίας μας, ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος και ο Ιωάννης, υιοθετούν στον λόγο τους την αττικιστική παράδοση, δηλ. απομακρύνονται από την απλή γλώσσα τού Ευαγγελίου, από την Κοινή, διαμορφώνοντας έτσι την επίσημη μορφή λόγου των πατερικών κειμένων και τής Εκκλησίας μας γενικότερα. Τολμώ να υποστηρίξω πως, αν οι τρεις Μεγάλοι Ιεράρχες μας είχαν υιοθετήσει την Κοινή τού Ευαγγελίου, τότε πιθανότατα –με τη δύναμη τού παραδείγματός τους και τού λόγου τής Εκκλησίας– θα είχε γενικευθεί η Κοινή και δεν θα υπήρχε στην Ελληνική πρόβλημα γλωσσικής διμορφίας. Οπωσδήποτε, οι Μεγάλοι Πατέρες προτίμησαν τη λόγια γλώσσα τής εποχής τους, την αττικιστική, για συγκεκριμένους λόγους : για να μιλήσουν για τη νέα θρησκεία με μια καλλιεργημένη ήδη γλώσσα που παρείχε λεπτές γλωσσικές διακρίσεις καίριων εννοιών• για να χρησιμοποιήσουν τη μορφή γλώσσας που επικρατούσε μεταξύ των μορφωμένων τής εποχής και μάλιστα των ελληνικής μορφώσεως, που υποτιμούσαν τους Χριστιανούς ως απαίδευτους• για να αντιμετωπίσουν με γλωσσική επάρκεια τα προβλήματα των πολλών αιρέσεων που τις περισσότερες φορές ακροβατούσαν στη λέξη.
Τη λόγια μορφή τής εκκλησιαστικής γλώσσας ενίσχυσε καθοριστικά η γλώσσα τής λατρείας. Η γλώσσα τής Θ. Λειτουργίας τού Ιωάννη τού Χρυσοστόμου και τής Θ. Λειτουργίας τού Μ. Βασιλείου έπαιξε σημαντικό ρόλο σ’ αυτό. Το ίδιο και η γλώσσα των Ύμνων τής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τής Υμνολογίας όλων των χρόνων τού Βυζαντίου με τους μεγάλους Βυζαντινούς ορθόδοξους υμνογράφους.
Έτσι, η ελληνική γλώσσα όχι μόνο συνδέθηκε με την ορθόδοξη πίστη και την ορθόδοξη λατρεία, αλλά ανατροφοδότησε γλωσσικά την Ελληνική, αφού οι λέξεις τής λόγιας παράδοσης γίνονταν κτήμα και τού απλού λαού και επηρέαζαν τη γλωσσική του έκφραση. Ένα πλήθος εκκλησιαστικών φράσεων από το Ευαγγέλιο, τη Θ. Λειτουργία και την Υμνογραφία (ιδίως τής Μ. Εβδομάδος) έχουν περάσει στην καθημερινή γλώσσα τού λαού.(Μερικά παραδείγματα : αγρόν ηγόρασε, αντί τού μάννα χολήν, άξιος ο μισθός του, από καταβολής κόσμου, από τον Άννα στον Καïάφα, άρον-άρον, άρρητα ρήματα, ας όψεται, άσωτος υιός, διά το θεαθήναι τοις ανθρώποις, διά τον φόβον των Ιουδαίων, δόξα σοι ο Θεός, είπα και ελάλησα,εκ τού πονηρού, επί ξύλου κρεμάμενος, να θέσω τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων, ζωή χαρισάμενη κ.λπ.) Για πολλούς αιώνες, μέχρι τις αρχές τού 19ου αιώνα, η διπλή γλωσσική παράδοση ήταν ευρύτερα αποδεκτή και μόλις περί το 1800, με τη διαμάχη τού Ευγένιου Βούλγαρι με τον Ιώσηπο Μοισιόδακα και τους υποστηρικτές τής μιας και τής άλλης πλευράς, ανακύπτει το γνωστό γλωσσικό ζήτημα. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι όταν χρειάστηκε η Ορθόδοξη Εκκλησία να αντιμετωπίσει το κύμα τού προσηλυτισμού που πήγε να περάσει στον λαό από ιερωμένους άλλων χριστιανικών ομολογιών, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τη δημοτική για να προσελκύσουν απλούς λαϊκούς ανθρώπους, τότε και οι Ορθόδοξοι ιερωμένοι άρχισαν να χρησιμοποιούν την απλούστερη Ελληνική, τη δημοτική γλώσσα, για να στηρίξουν τον λαό στην ορθόδοξη πίστη του με το κήρυγμά τους, εισάγοντας μια μορφή γλώσσας που έχει χαρακτηρισθεί ως εκκλησιαστικός δημοτικισμός. Ας μη ξεχνάμε ότι στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, σ’ αυτό το εθνικο-πνευματικό κίνημα παιδείας που προετοίμασε ιδεολογικά την Ελληνική Επανάσταση τού ’21, οι ορθόδοξοι ιερωμένοι (από απλοί διάκονοι έως διακεκριμένοι επίσκοποι) είναι αυτοί που χρησιμοποίησαν την απλή ελληνική γλώσσα για να μεταφράσουν και να σχολιάσουν τα αρχαία κείμενα, αυτά που χρησίμευσαν ως βάση για την τόνωση τού εθνικού φρονήματος τού υπόδουλου Ελληνισμού.
Κύριλλος και Μεθόδιος: Ο εκχριστιανισμός των Σλάβων
Η κορύφωση τής αξιοποίησης τής γλώσσας στην ιεραποστολή είναι έκγλυφη στην περίπτωση τού ιεραποστολικού έργου των αδελφών Κωνσταντίνου (μετέπειτα Κυρίλλου, όταν εκάρη μοναχός στα τέλη τού βίου του) και Μεθοδίου, που κατάγονταν από τη Θεσσαλονίκη. Λόγιος ο Κωνσταντίνος/Κύριλλος, σπουδασμένος, καθηγητής, προστατευόμενος τού διαπρεπούς λογίου Πατριάρχη Φωτίου. Μοναχός από νωρίς ο Μεθόδιος, οργανωτικός, δημιουργικός, στα βήματα τού Κυρίλλου, με συμπληρωματικό ρόλο, επίσης προστατευόμενος από τον Φώτιο.
Κύριλλος και Μεθόδιος είναι αυτοί που εκχριστιάνισαν τη Μοραβία (σημερ. Τσεχία και Σλοβακία) και μετέπειτα την Παννονία (σημερ. Ουγγαρία). Έλληνες και Σλάβοι μαθητές τους συνέχισαν το έργο τους αργότερα στη Βουλγαρία και σε άλλες χώρες των Βαλκανίων, φθάνοντας μέχρι την Πολωνία και αργότερα μέχρι τη Ρωσία.
Οι δύο Βυζαντινοί ιεραπόστολοι τού 9ου αιώνα βρέθηκαν σε λαούς που θρησκευτικά δεν είχαν σχέση με τον Χριστιανισμό και γλωσσικά διέθεταν μόνο προφορικό λόγο. Δεν είχαν γραφή. Έτσι οι δύο ιεραπόστολοι, με προεξάρχοντα τον λόγιο Κύριλλο (Κωνσταντίνο τότε ακόμη), χρειάστηκε πρώτα απ’ όλα να δημιουργήσουν, να εφαρμόσουν και να διδάξουν ένα σύστημα γραφής στο οποίο θα έγραφαν μεταφρασμένη τη χριστιανική διδασκαλία τού Ευαγγελίου (αρχικά τα αποσπάσματα που διαβάζονταν στη Θ. Λειτουργία) και την ίδια τη Θ. Λειτουργία. Αυτό που έκαναν στη πράξη –σαν να ήταν γλωσσολόγοι και όχι απλοί ιεραπόστολοι– ήταν να παραστήσουν με γράμματα τού ελληνικού αλφαβήτου τις φωνητικές αξίες των φθόγγων τής Σλαβικής, γεγονός που απαιτούσε γνώσεις και φαντασία. Έτσι δημιούργησαν αρχικά το γλαγολιτικό αλφάβητο, το οποίο αργότερα χρειάστηκε να απλοποιηθεί αρκετά και να αποτελέσει το σημερινό κυριλλικό αλφάβητο (από το όνομα τού Κυρίλλου που τού έδωσε την πρώτη μορφή, μολονότι αργότερα απλοποιήθηκε σημαντικά από τον Μεθόδιο). Ας θυμίσουμε εδώ ότι αυτό ήταν το δεύτερο αλφάβητο, που προήλθε από το αλφάβητο τής Ελληνικής, επαυξημένο με έναν αριθμό παραγώγων γραμμάτων, για να αποδώσει τους φθόγγους τής Σλαβικής (γλώσσα η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία ουρανικών συμφώνων). Το πρώτο αλφάβητο που προήλθε από την Ελληνική είναι, ως γνωστόν, το λατινικό αλφάβητο, δηλ. το ελληνικό δυτικό (όπως λεγόταν) αλφάβητο τής Εύβοιας (Χαλκίδος), που μεταφέρθηκε από τους Έλληνες εποίκους στην Κάτω Ιταλία (Μεγάλη Ελλάδα) απ’ όπου και γενικεύθηκε στον αρχαίο ιταλικό χώρο.
Αξίζει να τονισθεί ότι με τη δημιουργία –μέσω τού κυριλλικού αλφαβήτου– γραπτού λόγου τής αρχαίας Σλαβικής (τής λεγόμενης Σλαβονικής) όχι μόνο διαδόθηκαν μέσω αυτής τα κείμενα τής Θ. Λειτουργίας, τα αναγνώσματα τού Ιερού Ευαγγελίου και ολόκληρη η Κ. Διαθήκη (μεταφράστηκε από τον Μεθόδιο και τους μαθητές του) καθώς και κείμενα των Πατέρων, αλλά η απόκτηση γραφής και η δημιουργία γραπτού λόγου έκαναν ώστε να αναπτυχθεί και σλαβονική φιλολογική γλώσσα που επέδρασε γενικότερα στην πολιτιστική ανάπτυξη των Σλάβων. Με το εξελιγμένο και εξειδικευμένο για τη γλώσσα τους αλφάβητο οι Σλάβοι εκφράστηκαν γραπτώς και δημιούργησαν αργότερα μεγάλα κείμενα λογοτεχνίας αλλά και ορθόδοξης θεολογίας.. Εις αναγνώριση αυτού τού σημαντικού έργου για τον Χριστιανισμό και τής περαιτέρω προσφοράς τους στην πολιτιστική ανάπτυξη των νέων σλαβικών λαών, ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ στα νεότερα χρόνια (το 1981) ανακήρυξε τους Θεσσαλονικείς ιεραπόστολους Κύριλλο και Μεθόδιο «αγίους προστάτες τής Ευρώπης»..
Ας σημειωθεί, τέλος, ότι οι δύο ιεραπόστολοι ήταν γλωσσομαθείς, γνώριζαν δε τη Σλαβική από την εποχή που ο πατέρας τους ως δρουγγάριος τού Θέματος τής Θεσσαλονίκης είχε αρμοδιότητα και επί των Σλάβων. Ο Κύριλλος μάλιστα γνώριζε επιπλέον Αραβικά και Εβραϊκά. Η επιμονή των Θεσσαλονικέων ιεραποστόλων να τελείται η Λειτουργία στη Σλαβονική –και όχι στη Λατινική, όπως υποστήριζαν οι δυτικοί ιερείς– εδραίωσε τη σλαβική γλώσσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία των διαφόρων σλαβικών χωρών και απέτρεψε τη διά τής Λατινικής κατίσχυση τής Δυτικής Ρωμαιοκαθολικής ομολογίας.
Γλωσσολογία και μετάφραση τής Αγίας Γραφής
Το πρόβλημα που αντιμετώπισαν εξ αρχής οι ιεραπόστολοι Κύριλλος και Μεθόδιος –εκτός των άλλων– ήταν το οξύ πρόβλημα τής γλώσσας στην οποία θα διδασκόταν το Ευαγγέλιο και τα κείμενα τής Θ. Λειτουργίας εν συνεχεία και τα πατερικά, ώστε να γίνουν κατανοητά από τους Σλάβους και να πιστέψουν στη διδασκαλία τού Ευαγγελίου. Ορθώθηκε, λοιπόν, και πάλι το εμπόδιο κάθε ιεραποστολικής προσπάθειας, το εμπόδιο τής γλώσσας. Στην περίπτωση μάλιστα των Σλάβων, που δεν είχαν γραφή, το εμπόδιο ήταν ακόμη μεγαλύτερο, γιατί για να υπάρξει μετάφραση τού Ευαγγελίου και τής Θ. Λειτουργίας, ώστε να διαβάζονται οι αρχές τής διδασκαλίας τού Χριστού και να τελείται η Θ. Λειτουργία, έπρεπε πρώτα να δημιουργηθεί ένα σύστημα γραφής και να διδαχθεί η γραφή αυτή στους νεήλυδες στη χριστιανική πίστη. Αυτό και έγινε, όπως είδαμε, με την επινόηση τού κυριλλικού αλφαβήτου, τροποποίηση και προσαρμογή τού ελληνικού αλφαβήτου στις ανάγκες παράστασης τής σλαβικής γλώσσας.
Με την ευκαιρία αυτή συνειδητοποιούμε ότι το έργο τής ιεραποστολής σε νεοφώτιστους Χριστιανούς οι οποίοι δεν διαθέτουν γραφή (συνέβη, στην πράξη, με την ιεραποστολή σε Αφρικανούς και σε διάφορες φυλές τού Ειρηνικού και τής Ασίας) περιλαμβάνει δύο γλωσσικά στάδια: α) τη δημιουργία γραφής και β) τη μετάφραση τού Ευαγγελίου στη γλώσσα των προσερχομένων στη χριστιανική πίστη. Βεβαίως, προϋποτίθεται ένα προγενέστερο ακόμη στάδιο: η εκμάθηση τής γλώσσας των προσηλυτιζομένων από τον ασκούντα το ιεραποστολικό έργο. Για να διδάξεις το Ευαγγέλιο τής νέας θρησκείας, πρέπει πρώτα να μάθεις ο ίδιος τη γλώσσα των μελλοντικών πιστών.
Η ανάγκη αυτή απασχόλησε τη γλωσσική επιστήμη και οδήγησε σε σημαντικές αρχές ανάλυσης και μετάφρασης σε διάφορες γλώσσες. Από τους πιο γνωστούς γλωσσολόγους που ασχολήθηκαν με τη μετάφραση είναι ο Kenneth Pike, Αμερικανός στρουκτουραλιστής γλωσσολόγος, πρωτοπόρος σε θέματα φωνολογικής και μορφολογικής (γραμματικής) ανάλυσης.
Ειδικότερα ως προς τη μετάφραση (όταν είχε λυθεί το πρόβλημα τής γραφής), προέκυψε το μείζον θέμα πώς μεταφράζεις το Ευαγγέλιο σε πολιτισμούς τελείως διαφορετικούς και σε γλώσσες επίσης τελείως διαφορετικές ως δομή από τις ινδοευρωπαϊκές. Ό,τι προκρίθηκε γενικότερα ήταν η ελεύθερη νοηματική μετάφραση (αντί τής πιστής κατά λέξιν μεταφράσεως που συχνά ήταν αδύνατη έως κωμική!) Προκρίθηκε δηλ. η μετάφραση που απέδιδε τα νοήματα τής διδασκαλίας τού Ευαγγελίου, ξεπερνώντας τη δυσκολία από την έλλειψη λέξεων που θα απέδιδαν τις έννοιες τής χριστιανικής διδασκαλίας –ιδίως σε δογματικό επίπεδο– με τη χρήση περιφραστικών δηλώσεων και με τη δημιουργία νεολογισμών, όσο το δυνατόν με μεγαλύτερη ετυμολογική διαφάνεια. Ανάλογα προβλήματα ξεπεράστηκαν και στον τομέα τής Γραμματικής (χρόνοι και ποιόν ενεργείας ρημάτων, αντωνυμίες προσωπικές, μετοχές κ.ά.) και, βεβαίως, τής Σύνταξης.
Τελικά, αναπτύχθηκε μια ολόκληρη θεωρία και τεχνική τής μετάφρασης για ιεραποστολικούς σκοπούς που χρησιμοποίησε κυρίως η προτεσταντική και η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ορισμένες μάλιστα τεχνικές ανάλυσης τής γλώσσας (σε φωνήματα, μορφήματα κ.λπ.) βοήθησαν στην ανάπτυξη τού αμερικανικού στρουκτουραλισμού, τής Σχολής που επικράτησε στην Αμερική πριν από τη Γενετική – Μετασχηματιστική γλωσσολογία τού Noam Chomsky.
Επ’ ευκαιρία θα ήθελα να αναφερθώ, δι’ ελαχίστων μόνο, στο θέμα τής γλώσσας τελέσεως τής Θ. Λειτουργίας στις Ορθόδοξες Εκκλησίες που λειτουργούν σε ξένες χώρες (Αμερική, Αυστραλία, Καναδά, Ευρώπη κ.ά.).Το πρόβλημα που αναφύεται μονίμως είναι κατά πόσον πρέπει η Θ. Λειτουργία να τελείται στην ξένη γλώσσα (δηλ. από μετάφραση) ή στην Ελληνική τού πρωτοτύπου; Και οι δύο πρακτικές ακολουθούνται. Ωστόσο, θεωρώ προσωπικά ότι η Θ. Λειτουργία, εκ τής φύσεώς της, έχει τελετουργικό χαρακτήρα (δεσπόζει ο ευχαριστιακός χαρακτήρας, η τέλεση τού μυστηρίου τής Θ. Ευχαριστίας), γι’ αυτό και πρέπει να τελείται στη γλώσσα τού πρωτοτύπου, ο δε πιστός να παρακολουθεί τα δρώμενα με εγκόλπιο που θα περιέχει αντικρυστά πρωτότυπο και μετάφραση (και μάλιστα σε μετάφραση ενισχυμένη με λίγα επεξηγηματικά σχόλια ως προς τα στάδια τής τέλεσης τού μυστηρίου). Το κήρυγμα μπορεί να γίνεται στην ξένη γλώσσα, όπως και ορισμένες ευχές ή και ύμνοι μπορεί να εκφωνούνται και στην ξένη γλώσσα, που για τους περισσότερους Ομογενείς (τρίτης και πλέον γενιάς) είναι και η μητρική τους γλώσσα. Όμως η ελληνική γλώσσα τού πρωτοτύπου, με το τελετουργικό της ύφος και περιεχόμενο, δεν πρέπει να υποκαθίσταται εξ ολοκλήρου από μετάφραση, γιατί οι λέξεις στο πέρασμα από τη μια γλώσσα στην άλλη γλώσσα χάνουν σε σημαντικό βαθμό το σημασιολογικό τους περιεχόμενο και το βιωματικό τους φορτίο, στοιχεία απαραίτητα στον μυστηριακό χαρακτήρα τής Θ. Λειτουργίας.
Άλλο είναι, νομίζω, το εγχείρημα που έγινε στην Ελλαδική Ορθόδοξη Εκκλησία επί τού μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, μετά το Ευαγγέλιο στο πρωτότυπο, να αναγιγνώσκεται και η απόδοσή του σε έγκυρη νεοελληνική μετάφραση, για να γίνεται περισσότερο κατανοητό και από πιστούς που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν εύκολα έστω και την απλή (αλλά πάντως αρχαία) γλώσσα τού Ευαγγελίου. Στο κάτω-κάτω η διπλή προσέγγιση (όταν δηλ. συνυπάρχει η ανάγνωση τού πρωτοτύπου κειμένου) εντυπώνεται καλύτερα στη μνήμη κάθε πιστού. Προσωπικά, πιστεύω ότι μια τέτοια δεύτερη ανάγνωση θα ωφελούσε ευρύτερα, δοθέντος ότι στις 2.000 χρόνια που μάς χωρίζουν από την αρχική διατύπωση τού Ευαγγελίου σημειώθηκαν και γλωσσικές μεταβολές, έτσι ώστε κάποια χωρία τού Ευαγγελίου, ιδίως δε των επιστολών τού Παύλου, να γεννούν –όπως είναι φυσικό– περιορισμένης εκτάσεως δυσκολίες στην κατανόηση, λόγω κυρίως τής αλλαγής των σημασιών ή τής αχρησίας λέξεων που χρησιμοποιούνταν στην Ελληνική των χρόνων τού Χριστού αλλά και λόγω τής μειωμένης επαφής των μαθητών μας στο Σχολείο με «τα παλιότερα Ελληνικά» μας (τον αρχαίο λόγο και τη λόγια παράδοση).
Η γλώσσα τού Αποστόλου Παύλου
Η τελευταία παρατήρηση μάς φέρνει στη μεγαλύτερη μορφή τής πρώιμης χριστιανικής ιεραποστολής, στον Απόστολο των Εθνών Παύλο, στη μνήμη τού οποίου είναι αφιερωμένο το τρέχον έτος 2008.
Στις λίγες σκέψεις που θα θέσω υπό την κρίση σας θα ήθελα να αρχίσω με την παρατήρηση ότι «τύχη αγαθή» το έτος 2008 έχει ανακηρυχθεί και έτος διαπολιτισμικού διαλόγου και έτος τού Παύλου. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, μήπως η ιεραποστολή τού Παύλου, αν την δει κανείς στην ευρύτερή της έννοια, ήταν μαζί και η διάδοση μιας νέας μορφής πολιτισμού, αυτής που υπαγόρευε ο Χριστιανισμός και που έφερνε ο Παύλος να συναντήσει άλλους μεγάλους πολιτισμούς, άλλα δηλ. συστήματα αξιών, όπως ο ελληνικός πολιτισμός, ο ιουδαϊκός, ο ρωμαϊκός, ο ανατολικός. Έργο τού Παύλου ήταν να μυήσει ανθρώπους που προέρχονταν από πολιτισμούς που είχαν άλλη σύλληψη τής ζωής και άλλη θέση σ’ αυτή για τον άνθρωπο και για ό,τι υπάρχει –αν δέχονταν ότι υπάρχει– πέρα από τον άνθρωπο και την επίγεια ζωή του. Με τον Παύλο πραγματώνεται –σε σμικρογραφία αρχικά για να γιγαντωθεί αργότερα– μια συνάντηση πολιτισμών και ίσως, αν το δει κανείς διαφορετικά, και μια «σύγκρουση πολιτισμών», αιώνες πριν διατυπωθεί ως θεωρία στον αιώνα μας από τον Hattington! Βέβαια, ο Παύλος θα πει εδώ, στον δικό μας τόπο, στην Ελλάδα, και μάλιστα στην Πνύκα των Αθηνών μπροστά στον βωμόν «τω αγνώστω θεώ» ότι η διδασκαλία τού Χριστού έρχεται να συμπληρώσει και να δείξει ποιος είναι αυτός ο άγνωστος Θεός. Δεν προβάλλει δηλ. τη σύγκρουση, αλλά τη συμπληρωματικότητα των θρησκευτικών αξιών που συνιστούσαν, εν προκειμένω, τους δύο πολιτισμούς. Άλλωστε, η βαθιά ελληνική μόρφωση τού Παύλου, η γνώση τής ελληνικής γλώσσας, κοινής τότε γλώσσας των μορφωμένων –και όχι μόνον–, τού επέτρεπε να κάνει τέτοιες συγκρίσεις και συνδέσεις. Ακόμη – μη το ξεχνάμε – η Ταρσός τής Κιλικίας, όπου γεννήθηκε και μορφώθηκε ο Παύλος κατά τη μαρτυρία τού Στράβωνος «υπερβέβληται και Αθήνας και Αλεξάνδρειαν».
Θα ήμουν πολύ θρασύς –και ανάξιος συνάμα– να επιχειρήσω να αποτιμήσω εγώ –ένας μη θεολόγος– το έργο και την προσφορά τού Παύλου, τής μεγαλύτερης ίσως μεταχριστιανικής προσωπικότητας που γνώρισε ο Χριστιανισμός και που οδήγησε σταθερά τα βήματα τής ορθόδοξης πατερικής θεολογίας. Δεν θα το αποτολμήσω. Επιτρέψτε μου μόνο να εκφράσω μερικές σκέψεις για μια διάσταση τού Παύλου που ίσως μπορώ κι εγώ –ως γλωσσολόγος– να εκτιμήσω: για τη γλώσσα των επιστολών τού Παύλου.
Τα κείμενα τού Παύλου συνιστούν ένα γλωσσικό συνεχές (continuum) στο οποίο αξιοποιείται μια σειρά εκφραστικών μέσων : από το λογικό επιχείρημα ώς την προσωπική μαρτυρία και τη βιωματική προσέγγιση. Με το λογικό επιχείρημα αποσκοπεί στην πειθώ για την αλήθεια τής διδασκαλίας τού Χριστού και στο να δείξει το βαθύτερο νόημα τής θείας οικονομίας που επιτελείται με την παρουσία τού Υιού τού Θεού επί τής γης ως σωτήρος τού γένους των ανθρώπων. Μεταφέρει το μήνυμα τής βασιλείας τού Θεού και τής πίστης στον τριαδικό Θεό. Με τη «βιωματική έκρηξη» («ζω δε ουκέτι εγώ• ζη δ’ εν εμοί ο Χριστός»), εκφράζοντας την αγωνία και τον αγώνα της αναζήτησης του Θεού, της «θέωσης», ο Παύλος συνεπαίρνει τον αναγνώστη όχι πια σε λογικό αλλά σε βιωματικό-συγκινησιακό επίπεδο. Η αναφορά στην αγάπη, στην απόλυτη αγάπη (το κατ’ εξοχήν μήνυμα τού Χριστού) σε συνδυασμό με την πίστη και την ελπίδα, αλλά με την αγάπη –στον γνωστό «Ύμνο τής αγάπης»– να υπερέχει («νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη τα τρία ταύτα• μείζων δε τούτων η αγάπη») και το μήνυμα ότι είναι ένας ο Χριστός και μία η σωτηρία για κάθε άνθρωπο τής γης πέρα από διακρίσεις εθνικότητας, κοινωνικής θέσης ή φύλου («ουκ ένι Ιουδαίος, ουδέ Έλλην• ουκ ένι δούλος, ουδέ ελεύθερος• ουκ ένι άρσεν ή θήλυ• πάντες γαρ υμείς είς εστε εν Χριστώ»), η περίφημη οικουμενικότητα τής παύλειας χριστιανικής διδασκαλίας, όλα έχουν την έκφραση και την απήχησή τους στη γλώσσα τού Παύλου. Γλώσσα δυναμική, πειστική, ελκυστική, επαναστατική, κριτική, λογική αλλά και συναισθηματική, με δυο λόγια γλώσσα συναρπαστική. Στο κείμενο τού Παύλου, όπως συμβαίνει με όλα τα μεγάλα κείμενα μεγάλων διανοητών, βιώνεις την εκφραστική δύναμη, την ένταση που μπορεί να σηκώσει η ελληνική γλώσσα όταν η έκφραση ακολουθεί τα πετάγματα τής σκέψης και τον εσωτερικό παλμό που την δονεί. Στο κείμενο των Επιστολών αξιοποιούνται όλες οι επιλογές που παρέχει η γλώσσα γενικά και η καλλιεργημένη ελληνική γλώσσα ειδικότερα, ώστε να χτίζεται δημιουργικά από «μάστορες» τού λόγου όπως ο Παύλος το οικοδόμημα ενός δυνατού και επιβλητικού γραπτού κειμένου. Αναφέρομαι στις επιλογές που παρέχουν το λεξιλόγιο, η γραμματική, η σύνταξη, η θέση των λέξεων, οι νεολογισμοί, οι συνειρμικές συνδέσεις, οι αντιθέσεις, τα μέρη τού λόγου, οι παραλληλισμοί (παρηχήσεις, λεξιλογικές επαναλήψεις και, κυρίως, όμοιες συμμετρικές συντακτικές και γραμματικές δομές), γιατί βέβαια ένα μεγάλο κείμενο είναι «μεγάλο» ανάλογα με το πόσο αξιοποιεί τις δυνατότητες που παρέχει η γλώσσα. Ειδικότερα, η γλώσσα τού Παύλου έχει τον δυναμισμό τής πειθούς και τη συγκίνηση τής αγωνίας για το πόσο θα καταφέρει να βοηθήσει τον αναγνώστη με τον λόγο του. Έχεις συχνά την αίσθηση –που αναδύεται μέσα από τη γραφή του– ότι τη γραφή του Παύλου την βασανίζει η αίσθηση της προσωπικής ευθύνης και ο φόβος μήπως δεν μπορέσει να «αναπαύσει» τον αναγνώστη. Κάτι ακόμη. Ενώ η γλώσσα των Ευαγγελίων είναι συγκριτικά απλή, περιγραφική τής διδασκαλίας των λόγων, των θαυμάτων και τού όλου έργου τού Χριστού συμπεριλαμβανομένων τής θυσίας και τού πάθους Του (με εξαίρεση το Ευαγγέλιο τού Ιωάννη που επιμένει στα πνευματικά θέματα τής διδασκαλίας τού Χριστού), η γλώσσα τού Παύλου έχει τελείως διαφορετικό ύφος: Φέρει το βάρος τής προσωπικής μαρτυρίας, αναλύει την ουσία και το μήνυμα τής διδασκαλίας τού Χριστού, κρίνει, σχολιάζει, εμπνέει, διδάσκει, ψέγει, ανοίγει την καρδιά του, παραπονείται, κατανοεί, συγχωρεί, συμβουλεύει, πάσχει και συμπάσχει, πονάει και συμπονεί, αγαπάει. Ως ύφος και ως πρόθεση οι Επιστολές τού Παύλου επιτελούν διαφορετικό ρόλο, αυτόν τής ιεραποστολής και τής προσωπικής μαρτυρίας, και φυσικά υπαγορεύουν διαφορετική χρήση τής γλώσσας.
Το βέβαιο είναι ότι, όπως συμβαίνει με τα μεγάλα πνεύματα, η γλώσσα τού Παύλου ακολούθησε το σπάνιο πνεύμα του, πέταξε εξίσου ψηλά με τη σκέψη του, την αποκάλυψε, μάς τη φανέρωσε. Έτσι μάς συγκινεί, μάς πείθει, μάς συνεπαίρνει. Θα μπορούσε, αλήθεια, να σκεφθεί κανείς μεγαλύτερη αξιοποίηση τού προνομίου τής ελληνικής γλώσσας από το να γίνει το όχημα μετάδοσης τής σκέψης τού Παύλου και μαζί το όχημα διάδοσης τής χριστιανικής διδασκαλίας με την οικουμενική διάσταση που πήρε ;
Προσπάθησα να δώσω μερικές πτυχές τού θέματος τής γλώσσας στην ευρύτερη λειτουργία τής ιεραποστολής. Ελπίζω να μπόρεσα να δείξω έστω και αμυδρά τη στενότερη ιστορική σχέση που συνδέει την ελληνική γλώσσα και την ελληνική γραφή με τη χριστιανική διδασκαλία και τη χριστιανική ιεραποστολή. Μη ξεχνάμε ποτέ ότι το όνομα του Χριστού που σηματοδοτεί την πίστη και τη θρησκεία μας και οι λέξεις-έννοιες που χρησιμοποιούνται καθολικά για να δηλώσουν την Εκκλησία είναι ελληνικές : Christ και christian και église ή church ή Kirche αλλά και apostle και bishop και clergy και clerical είναι διεθνείς ελληνικές λέξεις και έννοιες. ΄Όλα αυτά δεν σηματοδοτούν μια ιδιαίτερη σχέση που αξίζει να την νιώσουμε πρώτοι εμείς και να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία τους ;

Διαδίκτυο:http://aktines.blogspot.com
ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΜΙΣΟΥΝ ΤΗΝ 25Η ΜΑΡΤΙΟΥ.


25 03 2010

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΗΣ ΚΑΘΕ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΕΙΣΠΡΑΤΤΕΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ ΚΑΙ ΜΙΣΟΣ.

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΕΡΑ ΜΥΡΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΜΑΣ.

ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΜΙΣΟΥΝ ΤΗΝ 25Η ΜΑΡΤΙΟΥ.

ΑΣ ΜΑΣ ΔΕΙΞΟΥΝ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ & ΤΑ ΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΑ ΛΑΜΟΓΙΑ

ο κατάλογος που ακολουθεί ας μη διαβαστεί από αιρετικούς πάσης φύσεως….πειράζει στο στομάχι!



Α’ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ

Α’ Από τους αρχιερείς της Πελοποννήσου οι:
1) Παλ. Πατρών Γερμανός
2) Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος
3) Δαμαλών Ιωνάς
4) Έλους Άνθιμος
5) Κερνίτσης Προκόπιος
6) Κορίνθου Κύριλλος
7) Ανδρούσης Ιωσήφ
8 ) Τριπολιτζάς Δανιήλ
9) Βρεσθένης Θεοδώρητος
10) Λακεδαιμονίας Χρύσανθος
11) πρ. Τριπολιτζάς Διονύσιος
12) Μαΐνης Νεόφυτος
13) Μαΐνης Ιωσήφ
14) Μαλτζίνης Ιωακείμ
15) Χαριουπόλεως Βησσαρίων
16) Ζαρνάτας Γαβριήλ
17) Ανδρουβίτσας Θεόκλητος
18) Πλάτζης Ιερεμίας
19) Καρυουπόλεως Κύριλλος
20) Μηλέας Ιωσήφρα λόγος πιο κάτω για τον καθένα από αυτούς.

Β’ Από τους αρχιερείς της Στερεάς Ελλάδος οι:
21) Αθηνών Διονύσιος
22) Ταλαντίου Νεόφυτος
23) Λιτζάς και Αγράφων Δοσίθεος
24) Θηβών Παίσιος
25) Λοιδωρικίου Ιωαννίκιος
26) Μενδενίστης Γρηγόριος
27) Μενδενίτσης Διονύσιος

Γ’ Από τους αρχιερείς των Νήσων Αιγαίου Πελάγους οι:
28) Καρύστου Νεόφυτος
29) Παροναξίας Ιερόθεος
30) Σάμου Κύριλλος
31) Χίου Δανιήλ
32) Σκιάθου και Σκοπέλου Ευγένιος
33) Σκύρου Γρηγόριος
34) Αιγίνης, Πόρου και Ύδρας Γεράσιμος
35) Άνδρου Διονύσιος
36) Τζιάς και Θερμίων Νικόδημος

Α’ Από τη Θεσσαλία σπεύδουν οι:
37) Πρ. Λαρίσης Κύριλλος
38) Δημητριάδος Αθανάσιος
39) Δημητριάδος Παρθένιος
40) Σταγών Αμβρόσιος
41) Φαναριοφαρσάλων Γεράσιμος

Β’ Από την Ήπειρο οι:
42) πρ. Άρτης και Ναυπάκτου Πορφύριος
43) πρ. Παραμυθιάς Προκόπιος
44) πρ. Παραμυθιάς Αμβρόσιος
45) Περιστεράς Λεόντιος
46) πρ. Ρωγών Μακάριος

Γ’ Από την Μακεδονία οι:
47) Αρδαμερίου Ιγνάτιος
48) Ειρηνουπόλεως και Βατοπεδίου Γρηγόριος
49) Σιατίστης Ιωαννίκιος

Δ’ Από τη Θράκη οι:
50) Μετρών Μελέτιος
51) Σηλυβρίας Μακάριος
52) Παμφίλου Κύριλλος
53) Θεοδωρουπόλεως Άνθιμος

Ε’ Από τη Μικρά Ασία οι:
54) Μοσχονησίων Βαρθολομαίος
55) Ηλιουπόλεως Άνθιμος
56) πρ. Αγκύρας Αγαθάγγελος
57) Μυρρίνης Σωφρόνιος
58) Ελαίας Παΐσιος
59) Κομάνων Αγαθάγγελος
60) Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος και
61) Μολδοβλαχίας Βενιαμίν.
62) Μεθώνης Γρηγόριος
63) Σαλώνων Ησαΐας
64) Ρωγών Ιωσήφ
65) Ιερισσού και Αγίου Όρους Ιγνάτιος
66) Πλαταμώνος Γεράσιμος
67) Μαρωνείας Κωνστάντιος και
68) Σωζοπόλεως Παΐσιος
69) Αδριανουπόλεως Γεράσιμος
70) Βιζύης Ιωάσαφ
71) Αγαθουπόλεως Ιωσήφ
72) Βάρνας Φιλόθεος και
73) Ευδοκιάδος Γρηγόριος
οι οποίοι, πέρα από την αγωνιστική τους παρουσία, δοκιμάσθηκαν, βασανίσθηκαν ή αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τις επαρχίες τους.



Β’ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

Α Οι Πατριάρχες
1) Ευγένιος
2) Άνθιμος
3) Χρύσανθος
4) Αγαθάγγελος

Β Οι Αρχιερείς
5) Χαλκηδόνος Άνθιμος
6) Νικομηδείας Πανάρετος
7) Δέρκων Ιερεμίας
8 ) Θεσσαλονίκης Ματθαίος
9) Μυτιλήνης Καλλίνικος
10) Σμύρνης Παΐσιος
11) Εφέσου Μακάριος
12) Δέρκων Νικηφόρος
13) Προύσης Νικόδημος
14) Σβορνικίου Γαβριήλ
15) Αδριανουπόλεως Γεράσιμος
16) Ηρακλείας Ιγνάτιος
17) Τορνόβου Ιλαρίων
18) Ρασκοπρεσρένης Ζαχαρίας
19) Βιζύης Ιωάσαφ
20) Φιλιππουπόλεως Σαμουήλ
21) Χαλκηδόνος Αγαθάγγελος
22) Αγαθουπόλεως Ιωσήφ
23) Βάρνας Φιλόθεος
24) Ρόδου Αγάπιος
25) Ιωαννίνων Γαβριήλ
26) Άρτης Άνθιμος
27) Ευδοκιάδος Γρηγόριος
28) πρ. Ελασσώνος Σαμουήλ
29) Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος
30) Βρεσθένης Θεοδώρητος
31) Ευρίπου Γρηγόριος
32) Σερρών Χρύσανθος
33) Τριπολιτζάς Δανιήλ
34) Ανδρούσης Ιωσήφ
35) Κορίνθου Κύριλλος
36) Βιδύνης Γερμανός
37) Λαρίσης Μελέτιος
38) Αρκαδίας (Κρήτης) Νεόφυτος
39) Διδυμοτείχου Καλλίνικος
40) Μυριοφύτου Σεραφείμ.
41) Νύσσης Ιωσήφ
42) πρ. Μήλου Διονύσιος



Γ’ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΘΥΜΑΤΑ

Α Οι Πατριάρχες
1) Γρηγόριος Ε
2) Κύριλλος ΣΤ

Β Οι Αρχιερείς
3) Εφέσου Διονύσιος
4) Αγχιάλου Ευγένιος
5) Νικομηδείας Αθανάσιος
6) Τορνόβου Ιωαννίκιος
7) Αδριανουπόλεως Δωρόθεος
8 ) Θεσσαλονίκης Ιωσήφ
9) Δέρκων Γρηγόριος
10) Σωζοπόλεως Παΐσιος
17) Μαρωνείας Κωνστάντιος
12) Γάνου και Χώρας Γεράσιμος
13) Μυριοφύτου και Περιστάσεως Νεόφυτος
14) Σαμμακοβίου Ιγνάτιος
15) Μονεμβασίας Χρύσανθος
16) Χριστιανουπόλεως Γερμανός
17) Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος
18) Ωλένης Φιλάρετος
19) Δημητσάνης Φιλόθεος
20) Κορώνης Γρηγόριος
21) Μεθώνης Γρηγόριος
22) Σαλώνων Ησαΐας
23) Ρωγών Ιωσήφ
24) Λαρίσης Πολύκαρπος
25) Λαρίσης Κύριλλος
26) Γηρομερίου Αγαθάγγελος
27) Κίτρους Μελέτιος
28 Ιερισσού και Αγ. Όρους Ιγνάτιος
29) Πλαταμώνος Γεράσιμος
30) Χίου Πλάτων
31) Κύπρου Κυπριανός
32) Πάψου Χρύσανθος
33) Κιτίου Μελέτιος
34) Κυρηνείας Λαυρέντιος
35) Κρήτης Γεράσιμος
36) Κνωσού Νεόφυτος
37) Χερσονήσου Ιωακείμ
38) Ρεθύμνης Γεράσιμος
39) Κυδωνίας Καλλίνικος
40) Λάμπης Ιερόθεος
41) Πέτρας Ιωακείμ
42) Σητείας Ζαχαρίας
43) Κισάμου Μελχισεδέκ
44) Διουπόλεως Καλλίνικος
45) Νύσσης Μελέτιος

Πηγή:http://egolpio.wordpress.com

῾Ἔνα τυφλό ἀηδονάκι...



που όσα δεν μπορεί να δει με τα ματάκια του τα τραγουδάει με την καρδιά του.
26 03 2010
Ευγενία Ξεφτέρη.
Ένα τυφλό αηδονάκι, που όσα δεν μπορεί να δει με τα ματάκια του τα τραγουδάει με την καρδιά του.
Δάσκαλός της ο π. Θεόδωρος Τσαμπατζίδης,
Σχολείο της το Μουσικό Γυμνάσιο – Λύκειο Θεσσαλονίκης. Τη συνοδεύει η Νεανική χορωδία Ι. Ν. Αγίου Παντελεήμονα Καλαμαριάς
Πηγή:http://egolpio.wordpress.com/