"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

ΙΩΑΝΝΑΣ ΤΣΑΤΣΟΥ: ΦΥΛΛΑ ΚΑΤΟΧΗΣ




ΠΡΟΛΟΓΟΣ




  Τοῦτο τό ἡμερολόγιο, δέν τό προώριζα γιά δημοσιότητα. ῎Εγραφα καί κάθε τόσο ἔρριχνα τά φύλλα του σ᾿ ἕνα τενεκεδένιο κουτί, θαμμένο σέ μιά γωνιά τοῦ κήπου μας, γιά νά τά διαβάσουν κάποτε τά παιδιά μου.
   Πέρασαν περισσότερα ἀπό εἴκοσι χρόνια καί βλέπω πώς τά γεγονότα πού συντάραξαν τό ῎Εθνος ὁλόκληρο, λησμονήθηκαν. Τό ψυχικό κλίμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔχει ὁλότελα ἐξαφανισθῆ.
   Μυριάδες ὅμως  τότε ἑλληνίδες αἰσθάνθηκαν ὅπως ἐγώ καί πράξανε ὅπως ἐγώ. Τό βίωμα τό δικό μου ὑπῆρξε βίωμα σχεδόν καθολικό τῆς ἑλληνίδας γυναίκας. Πιστεύω πώς ἡ διατήρησή του στή μνήμη μας ἀποτελεῖ καθῆκον.
   ᾿Ακόμη ἀπό τή θέση πού ἔτυχε νά βρίσκωμαι τήν ἐποχή ἐκείνη, μοῦ δόθηκε ἡ εἰκαιρία νά γνωρίσω τήν ψυχή καί τίς πράξεις μερικῶν ξεχωριστῶν, ὑπέροχων ἀνθρώπων, μερικῶν ἡρώων. Θεώρησα χρέος μου νά διασώσω τά ὅσα ἔζησα τότε ἀπό τή ζωή τους· σάν ἕνα παράδειγμα καί σά μιά διδαχή γιά τίς ὧρες ὅπου τά ἐθνικά ἰδανικά δέν ἔχουν τήν κυρίαρχη θέση πού τότε εἴχανε.
   ᾿Ελπίζω νά μοῦ συγχωρεθοῦν τά πολλά κενά καί οἱ κάθε εἴδους ἀτέλειες.
   Παρουσιάζω ἀναλλοίωτο ἕνα κείμενο, πού εἶναι ἕνα κομμάτι τῆς ζωῆς μου. ῞Οπως δέν μπορῶ ν᾿ ἀλλάξω τή ζωή μου πού πέρασε, ἔτσι καί αὐτό δέν μπόρεσα καί δέν θέλησα νά τ᾿ ἀλλάξω. 

᾿Αντιγραφή:᾿Οδυσσεύς

ΟΤΑΝ Ο ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ (ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ)




ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ
ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ (αἰῶνος;)

«ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ ΣΟΥ ΔΕΝ ΤΗΝ ΘΕΛΩ
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ»;

(…)Οἱ ἴδιες οἱ κοινωνικὲς συνθῆκες τὸ ἀπαιτοῦν ἢ θὰ τὸ ἀπαιτήσουν στὸ ἄμεσο μέλλον, ἐπειδὴ ἡ ἴδια ἡ κοινωνία τοῦ αὔριο προκαλεῖ τὴν Ἐκκλησία τοῦ σήμερα… Ἡ Ἐκκλησία τοῦ σήμερα καλεῖται νὰ δώσει ἕνα νόημα ζωῆς καὶ ἐλπίδας σὲ ἕναν κόσμο, ὁ ὁποῖος κινεῖται πρὸς τὸ μέλλον, ὄχι με κριτήρια ἠθικιστικῶν ὁδηγιῶν ἢ κατευθύνσεων, ἀλλὰ μὲ ὅρους καὶ προϋποθέσεις ὑπαρξιακῶν δεδομένων. Τὸ νόημα γιὰ ζωὴ δὲν σημαίνει ἁπλῶς συνταγογράφηση μεθόδων ἐπιβίωσης, ἀλλὰ νοήματος ζωῆς καί, κυρίως, τί σημαίνει νὰ ζεῖς. Κάθε πρόβλημα τὸ ὁποῖο ἀγγίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κοινωνία εἶναι πλέον πρόβλημα καὶ γιὰ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία, καὶ ἐκείνη καλεῖται σήμερα νὰ συμβάλει μὲ κάθε μέσο καὶ τρόπο,  ὥστε νὰ διαμορφωθεῖ στὴν κοινωνία τοῦ αὔριο μία ἄλλη διαφορετικ συνείδηση ἀπὸ αὐτὴ τοῦ χθές. Ὑπερβαίνουσα ἡ Ἐκκλησία τὴν ξύλινη γλώσσα τῶν ἐπαναληπτικῶν ὁδηγιῶν πρὸς τοὺς νέους ἢ τοὺς γέροντες καὶ τοῦ καθωσπρεπισμοῦ, πρέπει νὰ ἀνοίξει τοὺς ὁρίζοντες τῶν ἐνδιαφερόντων της καὶ μὲ σύγχρονη γλώσσα καὶ λεξιλόγιο καλεῖται νὰ δώσει τὰ στοιχεῖα, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ νοηματοδοτήσει τὸ περιεχόμενο καὶ τὴν ἀξία τῆς ζωῆς τοῦ αὔριο.… ὥστε ὁ ἄνθρωπος τοῦ αὔριο νὰ μάθει … ἡ Ἐκκλησία τοῦ σήμερα θὰ ἀναγκαστεῖ νὰ ἀνοίξει τὸν κλειστό της ἑαυτὸ καὶ θὰ συνδέσει τὸ παρελθόν της, τὴν παράδοσή της, μὲ τὸ μέλλον, τὸ αὔριo. (Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ἐφημ. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 17.10.10)
Σημ. «Χ.Β.»: Αὔριο, μέλλον, σήμερα, χθές, πλέον: Πέντε ὑπέροχες καὶ μεγαλειώδεις λέξεις μὲ πλούσιο θεολογικὸ περιεχόμενο, προνομιακὰ χορηγημένο σὲ Ἀρχαγγέλους τοῦ νέου κόσμου. Μὲ τέτοια κι ἄλλα τέτοια διδάσκεται ἀποστολικῶς τὸ (καταναλωτικὸ) κοινὸ γιὰ τὴν ριζικὴ τομὴ μὲ τὸ «παλιό», τὴν διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν παλιὰ, ληγμένη Ἐκκλησία καὶ τὴν καινούργια μὲ τοὺς ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες (:σὲ νέα συσκευασία μὲ διπλάσιο ἀμμονιαζόλ), χωρὶς τὴν ξύλινη γλώσσα τῶν συνταγογραφήσεων (τοῦ Εὐαγγελίου) καὶ τὶς ἐπαναληπτικὲς ὁδηγίες καθωσπρεπισμοῦ (τῶν Πατέρων) ἀλλὰ τῆς  νοηματατοδότησης ΠΛΕΟΝ (ὅχι δηλ. ὅπως μέχρι τώρα, ποὺ δὲν διέθετε «νοηματοδότηση» ἡ Ἐκκλησία) τῆς ζωῆς ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ. Ὅλα πολὺ ἀξιοπρόσεκτα καὶ ὀμορφογραμμένα.

«Ἀπὸ τέτοιους καθηγητὲς περιμένει νὰ φωτισθεῖ ἡ Ἑλλάδα, ποὺ πήγανε νὰ μάθουνε τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της, κι ἀπὸ κείνους ποὺ καταξεράνανε μὲ τὴν ἄπιστη σοφία τους τὸ δροσόφυλλο δέντρο τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πήγανε στὸ ἔρεβος τοῦ Μέλανος θεολογικοῦ Δρυμοῦ… Αὐτοὶ δὲν μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων ἀπὸ τὴ θύρα, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, ἀλλὰ πηδᾶνε ἀπάνω ἀπὸ τὴ μάντρα, καὶ παρουσιάζουνται σὰν ποιμένες, ἐνῶ εἶναι ληστὲς καὶ κλέφτες. (…) Ἀκοῦς θεολόγε ξενοσπουδασμένε, τί λέγει ὁ Πατριάρχης στοὺς δασκάλους σου τοὺς πολύξερους; «Τὴν σοφία σου δὲν τὴν θέλω, ἐμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ». Τέτοιοι εἶναι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Τέτοιοι εἶναι οἱ λέοντες τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔχουνε μέσα στὴν καρδιά τους τὴ μωρία τοῦ Εὐαγγελίου. (…)». (Φώτης Κόντογλου, Μ. Παρασκευή 1960)

Χριστιανική Βιβλιογραφία

Οἱ κρυφοί αἱρετικοί καί ὁ ἀποστεωμένος ὀρθολογισμός / τοῦ Φώτη Κόντογλου



Οι περισσότεροι σπουδαστές μας, μόλις πατήσουνε στην Ευρώπη απομένουνε εμβρόντητοι από τις ψευτοφιλοσοφίες που διδάσκουνε κάποιοι σπουδαίοι καθη­γητές, και μάλιστα σε ξένη γλώσσα. Η ξένη γλώσσα τους κάνει μεγάλη εντύπωση! Κατάπληξη τους κάνου­νε κ' οι μεγάλες, πολιτείες, οι φαρδιοί δρόμοι, τα με­γάλα χτίρια, οι λεωφόροι, τα τραίνα, οι λογής-λογής μηχανές, οι αγορές, το πολύ χρήμα, τα βλοσυρά Πανε­πιστήμια. Κι αυτό γίνεται, γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους σπουδαστές είναι χωριατόπουλα, που νοιώθουνε μέσα τους ντροπή για το χωριό τους, κι ό,τι βλέπουνε κι ακούνε, είναι γι’ αυτούς ουρανοκατέβατο!


Σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, οι αιρετικοί πληθαίνουνε μέσα στην Εκκλησία μας, παρεκτός τους απ' έξω. Οι απ' έξω αιρετικοί είναι φανεροί. Εδώ θα μιλήσω για τους κρυφούς αιρετικούς, τους κρυφοδαγκανιάρηδες σκύλους, αυτούς που μας φέρνου­νε τον προτεσταντισμό και τον καθολικισμό από τη Δύση, εκεί που πάνε και σπουδάζουνε.

Και πως να μην τον φέρουνε; Αργήσανε μάλιστα. Χρόνια και χρόνια γίνεται αυτή η δουλειά. Παράξενο θά 'τανε να μην τον φέρουνε. Αυτοί, όμως, δεν φανε­ρώνονται σαν αιρετικοί, μήτε κ' οι όμοιοί τους τους θεωρούνε για αιρετικούς. Μιλάνε συχνά, σαν παπαγά­λοι, για ορθοδοξία, αλλά για μια ορθοδοξία «εξελιγμέ­νη», συγχρονισμένη, «ευρωπαϊκή Ορθοδοξία». Τούτη η Ορθοδοξία που έχουμε και που την κληρονονήσαμε από τους πατεράδες μας, είναι παλιά, είναι βλάχικη Ορθοδοξία, που δεν πάει να την έχουνε μοντέρνοι άν­θρωποι, που ζήσανε στην Ευρώπη και στην Αμερική!
Κάθε τόσο έρχεται στην Ελλάδα μια φουρνιά από νεαρούς θεολόγους, που σπουδάσανε στην Ευρώπη και που δεν μπορούνε πια να χωνέψουνε τίποτα από τα δικά μας. Όλα τους φαίνονται κουτσά και στραβά, και δουλεύουνε φανατικά για να χαλάσουνε την αγνή και σωστή πίστη του λαού μας. Θά 'λεγε κανένας πως γι' αυτούς έγραψε ο απόστολος Παύλος τα παρακάτω λό­για: «δια τους παρεισάκτους ψευδαδέλφους, οίτινες παρεισήλθον κατασκοπήσαι την ελευθερίαν ημών, ην έχομεν εν Χριστώ Ιησού, ίνα ημάς καταδουλώσωνται» (Γαλάτ. β', 4).
Ο Ορθόδοξος λαός μας έχει, αληθινά, την ελευθε­ρία της πίστεως την εν Χριστώ Ιησού, και τούτοι οι νέοι γραμματείς με τα διπλώματα, θέλουνε να μας καταδουλώσουνε στα αμαρτωλά ορθολογιστικά συ­στήματα της Δύσης.
Οι περισσότεροι σπουδαστές μας, μόλις πατήσουνε στην Ευρώπη απομένουνε εμβρόντητοι από τις ψευτοφιλοσοφίες που διδάσκουνε κάποιοι σπουδαίοι καθη­γητές, και μάλιστα σε ξένη γλώσσα. Η ξένη γλώσσα τους κάνει μεγάλη εντύπωση! Κατάπληξη τους κάνου­νε κ' οι μεγάλες, πολιτείες, οι φαρδιοί δρόμοι, τα με­γάλα χτίρια, οι λεωφόροι, τα τραίνα, οι λογής-λογής μηχανές, οι αγορές, το πολύ χρήμα, τα βλοσυρά Πανε­πιστήμια. Κι αυτό γίνεται, γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους σπουδαστές είναι χωριατόπουλα, που νοιώθουνε μέσα τους ντροπή για το χωριό τους, κι ό,τι βλέπουνε κι ακούνε, είναι γι’ αυτούς ουρανοκατέβατο!
Τους ξέρω καλά αυτούς τους σπουδαστές, γιατί κι εμείς περάσαμε από κείνες τις χώρες, και ζήσαμε σ' αυτές κάμποσα χρόνια. Όποτε ερχόντανε στην Ευρώ­πη από την Ελλάδα, ήτανε, στην αρχή, σαστισμένοι και ζαρωμένοι, σαν και κείνα τα μαντρόσκυλα που ακολουθήσανε τον τσομπάνο και βρεθήκανε στο κέντρο της πολιτείας, μέσα στην οχλοβοή κι ανάμεσα στ' αυ­τοκίνητα, και σαστίσανε, τα κακόμοιρα, και βάζουνε την ουρά τους ανάμεσα στα σκέλια τους, τρομοκρατη­μένα. Μα σαν γυρίσουνε στο μαντρί, την ξανασηκώνουνε περήφανα, και γίνουνται θηρία ανήμερα. Μ' αυ­τά τα σκυλιά μοιάζανε, στα μάτια τα δικά μας, που είχαμε ζήσει πριν από χρόνια στις μεγάλες πολιτείες, εκείνα τα νεοφερμένα Ελληνόπουλα, που μας θεωρούσανε στην αρχή σαν προστάτες τους, κ' ήτανε ταπεινά και φρόνιμα. Μα με τον καιρό ξεθαρρεύανε, και πολλά απ’ αυτά παίρνανε στο τέλος έναν εγωισμό σιχαμερόν, μιλώντας με καταφρόνηση για την πατρίδα τους. Και πολλά απ' αυτά, σαν γυρίζανε πίσω στην Ελλάδα, κάνανε τα θηρία, κάνανε τους πάνσοφους, κάνανε τους προφέσσορας, μιλώντας ολοένα για την Ευρώπη και για την κακομοιριά τη δική μας σε όλα τα πράγματα. Γι' αυτό λέγω, πως η Ευρώπη είναι η δοκιμαστική πέτρα για κάθε έναν από μας, που θα πάει σε κάποια χώρα της: ή θα γίνει πίθηκος ξενόδουλος, θαυμάζοντας σαν ουρανοκατέβατα όλα όσα βλέπει κι ακούει σε κεί­νη τη χώρα, και θ' αρνηθεί το γάλα της μάνας του, ή θα καταλάβει πόσο ψεύτικα είναι τα φανταχτερά στο­λίδια της, και πόση βαρβαρότητα υπάρχει κάτω από την πολιτισμένη επιφάνειά της, και θα αγαπήσει με πάθος τον τόπο του, νοιώθοντας «με επίγνωση», την πνευματική της ευγένεια και την υπεροχή μας, μπρο­στά σε κείνες τις ανθρωπομερμηγκιές.

*

Πώς, λοιπόν, να μην έχουνε την ιδέα οι νεοφερμέ­νοι σπουδαστές της θεολογίας, πως εκεί βρίσκεται κ' η τελειοποιημένη θρησκεία, η ευρωπαϊκή, η συγχρονι­σμένη, η επιστημονική, η αξία να την έχουνε άνθρωποι εξελιγμένοι; Παραλυμένοι όπως είναι από τον θαυμα­σμό, δεν ρωτάνε τι σχέση μπορεί νά 'χει ο Χριστός και η θρησκεία του, το μυαλό τους, η καρδιά τους, όλα τους είναι κουρντισμένα σα κανένα ρολόγι. Μπα! Ί­σια-ίσια, αυτό το κρύο κι άψυχο σύστημα της ζωής κάνει μεγάλη εντύπωση στον άνθρωπο που βρίσκεται σε πνευματικό ξεπεσμό. Γίνεται ψωροφαντασμένος και περήφανος, και καταφρονεί κάθε δικό του, αρνιέται τη μάνα του και τον πατέρα του, καταντά παίγνιο και ενεργούμενο στα χέρια των καθηγητάδων του, παίρνει όρκο στ' όνομά τους, γίνεται ένα ελεεινό ρομπότ της ξενολατρείας. Μάλιστα, ο τέτοιος σπουδαστής της θεολογίας, γίνεται χειρότερος ξενολάτρης από τον φοι­τητή τής γιατρικής ή της μηχανικής, επειδή έχει πιο ζωηρό μέσα του το αίσθημα της κατωτερότητας, γιατί η «επιστήμη του» έχει σχέση με τους παπάδες και με τους καλόγερους. Βάλε και τον πειρασμό τής γυναί­κας, που δεν τα θέλει τα θρησκευτικά, και περιφρονεί τους θεολόγους. Λοιπόν, ο «σπουδαστής τής θεολο­γίας» δεν θέλει να βλέπει και να ακούει παπά δικό μας, μηδέ εκκλησία δική μας, μήτε λειτουργία δική μας, μήτε εικόνα δική μας, μηδέ ψαλμωδία δική μας, τίπο­τα ορθόδοξο. Φουρκίζεται με τα μοναστήρια μας, με τις σκουριασμένες ιδέες πό 'χουνε οι Έλληνες χρι­στιανοί, «με την μεσαιωνική τυπολατρικήν παράδοσίν μας». Περιφρονεί τους Πατέρας τής Ορθοδοξίας. Δεν θέλει αγίους μέσα στην ορθολογιστική «επιστήμη» τής θεολογίας, αλλά σοφούς προφέσσορας, «που ερευνούν με επιστημονικήν αντικειμενικότητα την θρησκείαν, αδιαφορούντες δια τας δεισιδαίμονας προκαταλήψεις». Κατά βάθος, τούτοι οι ψωροπερήφανοι εκτιμούν περισσότερο τους «επιστήμονας» καθηγητάς τής θεολο­γίας που είναι άθεοι. Γι' αυτούς τους δυστυχείς, που δεν νοιώθουνε μέσα τους καμμιά πνευματικότητα, εί­ναι μέγα πράγμα ο ορθολογισμός, που τους δείχνει κι αυτούς «επιστήμονας», κ' η αντιπνευματική αντίληψη που έχουνε για τη θρησκεία οι πρακτικοί άνθρωποι της Δύσης, είναι γι' αυτούς το μόνο που μπορούνε να κα­ταλάβουνε απ' αυτή. Γι' αυτό, ερχόμενοι στην Ελ­λάδα, αρχίζουνε να λένε, ό,τι ακούγανε στα θρανία τής Ευρώπης, μηχανικά φερέφωνα, παπαγάλοι χωρίς καμ­μιά πνοή. Πολλοί απ' αυτούς είναι ισόβιοι μαθητές των καθηγητών τους, κι ως που να πεθάνουνε παραμι­λάνε, κοπανίζοντας στερεότυπα τα «θέσφατα» που ακούσανε τον καιρό που ήτανε νέοι....

*

Λένε, λοιπόν, πως η Ορθοδοξία είναι αποστεωμένη, και πως κατάντησε «στο σύγχρονο κόσμο μοναχά σαν φύλακας κειμηλίων, σαν ταριχευτής μιας νεκράς παραδόσεως». Τα ψυχικά και πνευματικά ξερίχια, λέ­νε ταριχευτές τα σεμνώματα της Ελληνικής Ορθοδο­ξίας· οι πνευματικά νεκροθάφτες, λένε πεθαμένους ε­κείνους που έχουνε απάνω τους την ευωδία τής αιώ­νιας ζωής. Λένε ακόμα πως «στην Εκκλησία του Χριστού πρέπει ν' αρχίσουν κάποτε να λαμβάνωνται υπ' όψιν και οι άνθρωποι που διαθέτουν μια κάποια ανε­πτυγμένη κρίση και σκέψη και γι' αυτό δυσκολεύονται να ακολουθήσουν άβουλα και πειθαρχικά μια συγκεκρι­μένη φόρμουλα (Τι κατανυκτική λέξη «φόρμουλα»!) θρησκευτικής ζωής». Εκείνοι που έχουνε την ανεπτυγμένη κρίση και σκέψη, είναι οι ίδιοι που τα γράφουνε, ενώ όσοι αισθάνονται τη θρησκεία κατά τον ελληνικό τρόπο, είναι «καθυστερημένοι τυπολάτρες», μούμιες πεθαμένες, χωρίς τον παλμό της σπουδαίας εποχής μας.
Εξυμνούνε «τις ετερόδοξες θεολογίες», που είναι γεμάτες από την ψύχρα του ορθολογισμού κι από την ανυπόφορη μυρουδιά της απιστίας και του θανάτου. Πήρανε τα πρακτικά συνθήματα με τις υλιστικές σκο­πιμότητες από τους δυτικούς, που με το πρακτικό μυαλό τους καταντήσανε τη χριστιανική θρησκεία ένα εγκόσμιο σύστημα, και τα κουβαλήσανε σε τούτον τον τόπο» που άνθισε η αγνή κι αληθινή πίστη, και τσαμπουνάνε πως πρέπει να μιμηθούμε «τις ετερόδοξες θεολογίες που μας μιλάνε σήμερα για θεολογία της οικογένειας, θεολογία της εργασίας, θεολογία του γά­μου, θεολογία της ελευθερίας», κι άλλα τέτοια σπεσια­λιτέ, που σ' αυτά καταγίνουνται οι πρακτικοί Ευρω­παίοι, και που η πρακτικότητα και η πολύ θετική δρα­στηριότητα τους φανερώνει καθαρά ότι «ουκ έχουσι μέλλουσαν πόλιν, αλλά την ώδε μένουσαν επιζητούσιν». Γι’ αυτούς, το έργο της Μάρθας είναι ανώτερο από της Μαρίας, κι ας είπε ο Χριστός το ανάποδο! Η «επιστημονική θεολογία» δεν δίνει καμμιά σημασία στο τι είπε ο Χριστός, αλλά σε ό,τι λέγει ο πρακτικός ορθός λόγος, μεγάλ' η χάρη του! Αλλιώς, τί επιστή­μη θά 'τανε;
Η Μάρθα είναι η πρακτική Ευρώπη, κ' η Μαρία είναι η πνευματική Ελλάδα. Ωστόσο, οι ξιππασμένοι τούτοι δικοί μας, που «διαθέτουν κάποια ανεπτυγμένη κρίση», θαυμάζουνε τη Μάρθα, που πατά στερεά στη γη, και περιφρονούνε τη Μαρία, γιατί εκείνα που πι­στεύει είναι, για τους «ανθρώπους με κρίση και με σκέ­ψη», κάποια ασύστατα ονειροπολήματα και φαντα­σίες.
Κατά βάθος, τούτοι οι κύριοι και τον Χριστό τον ίδιο δεν τον θεωρούνε άξιο να είναι Θεός απάνω στη σημερινή τετραπέρατη και μηχανοκίνητη ανθρωπότη­τα, που θέριεψε με τις θετικές επιστήμες, αλλά δεν το φανερώνουνε, μήτε το λένε. Κρύβουνται φαρισαϊκά, μην έχοντας το θάρρος που έχει ο τίμιος άθεος. Αυτοί, κατά το παράδειγμα των πονηρών δασκάλων τους, θέ­λουνε μια θεολογία δίχως Θεό, για να μπορούνε κ' οι θεολόγοι να είναι ελεύθεροι διανοητές, κι όχι περιορι­σμένοι από δόγματα κι από παπαδίστικα πράγματα. «Μακρυά, λένε, από τέτοιες πρωτόγονες αντιλήψεις, που μας εκθέτουν στα μάτια των πολιτισμένων λαών, μακρυά από ασκητάδες και ντερβίσηδες και Πατέρες και μάρτυρες που, από την αγραμματοσύνη τους, πέ­σανε θύματα του φανατισμού τους. Ο ευρωπαϊκός Χριστιανισμός είναι η σημερινή θρησκεία, συστηματο­ποιημένος, επιστημονικός, μελετημένος. Αυτός αντα­ποκρίνεται στη σημερινή επιστημονική μηχανοκρατία, που τα ελέγχει όλα».
Κατά τη δική μου γνώμη, αν είχα για τη θρησκεία του Χριστού την αντίληψη που έχουνε αυτοί οι άνθρω­ποι, θα έλεγα νέτα-σκέτα, πως δεν χρειάζεται ολότε­λα. Γιατί, το σύστημα της σημερινής ζωής τά 'χει ρεγουλάρει όλα τόσο καλά, με το πρακτικό πνεύμα του, που δεν έχει καμμιά θέση αυτό το αναχρονιστικό πράγμα το λεγόμενο «Χριστιανισμός», που μοιάζει σαν το κομπογιαννίτικο γιατρικό μπροστά στα επιστημονικά φάρμακα. Ο Χριστιανισμός δεν είναι για πρακτικούς ανθρώπους, κατά τον λόγο του Χριστού, που είπε: «η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου».

*

Ωστόσο, ο επιστημονικός μανδύας, που μ' αυτόν ντύσανε τη θεολογία «οι επιστήμονες θεολόγοι», της δίνει το δικαίωμα να υπάρχει. Σαν επιστήμη, λοιπόν, «καθίσταται ελευθέρα, λύουσα τον προς την Εκκλησίαν στενόν τέως δεσμόν, μη ανεχομένη πλέον να εξυ­πηρετεί απλώς αυτήν, μάλλον δε αξιούσα να ρυθμίζη αυτή τον εκκλησιστικόν βίον». Με τέτοια πνευματική τροφή θραφήκανε οι εξ Εσπερίας θεολόγοι, που έρχουνται να γίνουνε προφέσσορες των Ελλήνων και να φωτίσουνε τις ψυχές μας με το σκοτάδι τους. Θέλετε κι άλλα φαρμακερά μανιτάρια, από το νεκροταφείο «της επιστημονικής θεολογίας»; Να, λίγα από τα πολ­λά:
«Εις τα ζητήματα της θρησκείας θα δύνανται να μας φωτίσωσι μόνον άνδρες σοφοί, ορμώμενοι εξ ελα­τηρίων όλως επιστημονικών». «Πολλοί των θεολόγων, καταλιπόντες εντελώς, ή εν μέρει, την περί αποκαλύψεως διδασκαλίαν, ερευνώσι συστηματικώτερον και επιστημονικώτερον την θρησκείαν παντελώς από επό­ψεων ψυχολογικών, ως άλλοι την γλώσσαν, τον μύθον, το δίκαιον, κ.τλ. Ο Χριστός καθίσταται ουράνιος άνθρωπος, υπερφυσικόν τι ιδεώδες της ανθρωπότητος. Ότε δε, τέλος, δια της παντοειδούς προόδου της εκ­κλησίας, η περί εαυτής συνείδησις αυτής ενισχύεται αεί μάλλον, αποθεούται βαθμηδόν και ο Ιησούς, αποβαίνων Θεός ισότιμος τω Πατρί...». Τέτοιες βλαστήμιες διδάσκουνε οι θεολόγοι που έρχονται στην Ελλά­δα σπουδασμένοι στην Ευρώπη, για να φωτίσουνε τους άλλους! «Αν το φως που υπάρχει μέσα τους είναι σκοτάδι, άραγε το σκοτάδι πόσο είναι;»
Υστερ' από μια τέτοια φριχτή κατάσταση, οπού βρίσκουνται οι ξενόφερτοι θεολόγοι, που αντί για φω­τιά έχουνε πάγο μέσα τους, τί να καταλάβουνε από την Ορθοδοξία, που είναι όλο φως και ζωή και δροσιά του καθαρού ουρανού; Τί να νοιώσουνε από την εξαί­σια τελετουργία της Εκκλησίας μας, από την κατανυ­κτική υμνωδία της, από την αγιογραφία της, από τη μουσική της; Τί να καταλάβουνε από λειτουργικό στοιχείο, οι ακατάνυκτοι, που έχει ξεράνει την καρδιά τους ο λίβας του ορθολογισμού; Ποιά πνοή αθανασίας να νοιώσουνε απάνω τους, οι πεθαμένοι; Τί να αισθαν­θούνε από τη θρησκεία του Χριστού, αφού την ελεεινή παραμόρφωσή της την προτιμούνε από την αληθινή μορφή της; Πώς να πετάξουνε με τα φτερά της πίστης, αφού τά 'χει μαδήσει η σατανική απιστία; Πώς να γευθούνε από το «ύδωρ το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον», αφού πίνουνε από τους μουχλιασμένους βάλ­τους, μαζί με «τους εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένους»;

*

Όπως βάλαμε παραπάνω, λίγες βδέλλες απ' αυ­τούς τους φαρμακερούς βάλτους, ας βάλουμε παρακά­τω και λίγα από τα ευωδέστατα άνθη της Πατερικής θεολογίας μας, για να φανεί η αναισθησία που έχουνε πάθει τούτοι οι ύπουλοι κήρυκες της αθεΐας, ώστε να προτιμάνε τα φαρμακερά βρωμοχόρταρα, από τα αγνά και μυρίπνοα πνευματικά λουλούδια, λέγοντας πως τα πρώτα ευωδιάζουνε και πως τα δεύτερα βρωμούνε. Αυτό γίνεται, γιατί έχουνε μέσα στα χνώτα τους τη μυρουδιά του θανάτου, και για τούτο θαρρούνε πως οι άγιοι μυρίζουνε θάνατο, και πως οι άθεοι καθηγητάδες τους μυρίζουνε ζωή, κατά τα λόγια του μακαρίου Παύ­λου, που λέγει: «Γιατί είμαστε ευωδία του Χριστού για τον Θεό και σε κείνους που σώζουνται και σε κεί­νους που χάνουνται. Και σε κείνους που έχουνε μέσα τους τον θάνατο, μυρίζουμε θάνατο, και πάλι σε κεί­νους που έχουνε μέσα τους τη ζωή, μυρίζουμε ζωή» (Β' Κορινθ. β', 16).
Στη μικρή ανθοδέσμη που κάνω παρακάτω από τα πνευματικά άνθη της Ορθοδοξίας, δεν βάζω τίποτα από τους πασίγνωστους αρχαίους Πατέρας της Εκ­κλησίας, αλλά λιγοστά από τα έργα των Πατέρων που φανήκανε, προ πάντων, στα υστερινά χρόνια, και που η ευωδία τους είναι τόσο ουράνια, που να ταιριάζουνε σ' αυτούς τα λόγια τούτα του προφήτη Αγγαίου: «Με­γάλη έσται η δόξα του οίκου τούτου, η εσχάτη υπέρ την πρώτην». Αληθινά, η πνευματική δόξα της Ορ­θοδοξίας, στάθηκε στα τελευταία χρόνια μεγάλη, με­γαλύτερη από την πνευματική δόξα της στα πολύ αρ­χαία χρόνια, με φωστήρες σαν τον Ιωάννη της Κλίμακος, τον Ισαάκ τον Σύρο, τον Συμεών τον Νέον Θεο­λόγο, τον Γρηγόριο τον Σιναΐτη, τον Γρηγόριο Παλα­μά, τον Κάλλιστο Πατριάρχη, τον Νικόδημο τον Αγειορίτη κι άλλους. Τούτον τον θησαυρόν με τα τό­σα διαμάντια, που ήτανε κρυμμένος ως τώρα, τον ανακαλύψανε ακόμα και κάποιοι ξένοι, διψασμένοι για α­λήθεια, και τρέξανε να ξεδιψάσουνε από το δροσερό νερό τους, και τους μελετούνε με πάθος και τους μεταφράζουνε στις γλώσσες τους, σε καιρό που οι δικοί μας οι προκομμένοι, δεν τους καταδέχουνται, τυφλωμένοι από την καταραμένη ξενοδουλεία.

*


Από τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος σταχολογούμε τα παρακάτω:
«Πένθος εν τω Θεώ είναι το να είναι σκυθρωπή η ψυχή, και η καρδιά να ποθεί να πικραίνεται, και να ζητά ολοένα εκείνο που διψά, κ' επειδή δεν το βρίσκει, να το κυνηγά με πόνο και να τρέχει ξοπίσω του, κλαί­γοντας απαρηγόρητα».
«Βάστα γερά τη μακάρια χαρμολύπη και την αγια­σμένη κατάνυξη, και μην πάψεις να την εργάζεσαι μέ­σα σου, ως που να σε κάνει να υψωθείς από τούτον τον κόσμο και να σε παραστήσει καθαρόν στον Χριστό».
«Όποιος πορεύεται με θλίψη αδιάκοπη, αυτός δεν παύει να γιορτάζει ακατάπαυστα, κι όποιος ολοένα διασκεδάζει, αυτός μέλλει να απολαύσει θλίψη αιώ­νια».
«Γίνε σαν βασιλιάς μέσα στην καρδιά σου, υψηλά με ταπείνωση καθισμένος, και προστάζοντας στο γέ­λιο: Φεύγα! και φεύγει, και στο γλυκό το δάκρυο: Έ­λα! κ' έρχεται, και στο κορμί, που είναι σκλάβος και τύραννος: Κάνε τούτο, και το κάνει».
«Όσο ενάρετη ζωή κι αν κάνουμε, αν δεν έχουμε καρδιά θλιμμένη και πονεμένη, για μάταια κι ανώφελη λογαριάζεται».
«Είναι ντροπή να υπερηφανεύεται ο άνθρωπος για ξένα πράγματα. Κ' η χειρότερη ανοησία είναι το να καυχιέται για κάποια χαρίσματα που έλαβε από τον Θεό. Όσα κατορθώματα έκανες πριν από τη γέννησή σου, γι' αυτά μοναχά να υπερηφανεύεσαι. Γιατί, όσα σου συμβήκανε έπειτα από τη γέννησή σου, σου τα δώρησε ο Θεός, όπως σου δώρησε και τη γέννηση».
«Ευθύτητα είναι απερίεργη διάνοια, καθάριο ήθος, άπλαστα (απερίτεχνα) λόγια, που δεν είναι από πριν μελετημένα».
«Η πονηριά είναι επιστήμη, ή καλύτερα, ασχήμια δαιμονική, που στερήθηκε την αλήθεια, και πού θαρρεί πως κρύβεται από τους άλλους».
«Νά ασκητεύεις και να βρίσκεσαι σε απερίεργη κα­τάσταση» (Πώς να τα παραδεχθούνε αυτά οι εξ Εσπερίας σοφοί θεολόγοι; Απερίεργη κατάσταση είναι το να μην έχει ο Χριστιανός τη μανία να ερευνά με πονηρή περιέργεια τα της θρησκείας. Ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ησαΐα, λέγει: «Εμφανής εγενόμην τοις εμέ μη επερωτώσιν», δηλ. «φανερώνομαι σε όσους δεν με εξετάζουν πονηρά»).
«Δεν αρμόζει σ' εκείνους που βρίσκουνται σ' αυτή την κατάσταση της αγιασμένης λύπης και που ζούνε με το δάκρυο, να κάνουνε υψηλά κηρύγματα στην θεο­λογία. Γιατί αυτά χαλάνε το πένθος, επειδή εκείνοι που διδάσκουνε, κάθουνται απάνω σε καθέδρα. Ενώ η κατάσταση εκείνων που κλαίνε, είναι να κάθουνται α­πάνω στο χώμα, τυλιγμένοι με γιδότριχα».
«Η πίστη είναι μια σταθερότητα ατράνταχτη κι ασάλευτη, μια κατάσταση της ψυχής αμετατόπιστη, που δεν τη σαλεύει καμμιά δύναμη».
«Μην φοβάσαι τίποτα. Όποιος έχει τη μακάρια θλίψη στην καρδιά του, δεν γνωρίζει τι θα πει φόβος ολότελα».
«Όσοι θέλουμε να ελκύσουμε κοντά μας τον Κύ­ριο, ας προσέλθουμε απλά κι άπλαστα κι απονήρευτα, δίχως πολλούς λογισμούς, και δίχως περιέργεια, σαν τους μαθητάδες στον δάσκαλο. Γιατί, επειδή Εκείνος είναι απλός και ίσιος, θέλει κ' οι ψυχές που προσέρχουνται σ' Αυτόν, να είναι απλές και ακέραιες. Επει­δή δε μπορεί ποτέ να δει κανένας απλότητα, χωρίς να είναι μαζί της η ταπείνωση».
«Όπως εκείνος που κράτα μυρουδικά, φανερώνε­ται από την ευωδία, χωρίς να το θέλει, έτσι κι όποιος έχει το πνεύμα του Κυρίου, γνωρίζεται από τα λόγια του κι από την ταπείνωσή του».
«Γύρευε με πένθος. Ζήτα με υπακοή. Κρούσε με μακροθυμία. Γιατί, εκείνος που γυρεύει έτσι, αυτός παίρνει, κ' εκείνος που ζητά έτσι, αυτός βρίσκει. Και σ' εκείνον που χτυπά, θ' ανοίξει η πόρτα για να μπει μέσα».
«Η μακάρια απάθεια σηκώνει από τη γη νου πάμ­φτωχο, κι από την κοπριά των παθών σηκώνει άνθρω­πο περιφρονημένον. Κ' η πανύμνητη αγάπη τον αξιώ­νει να καθίσει με τους άρχοντες Αγγέλους, με τους άρχοντες του λαού του Κυρίου».

*


Από τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο σταχολογούμε τα παρακάτω:
«Αρχή της αληθινής ζωής του ανθρώπου είναι ο φόβος του Θεού. Κι αυτός ο φόβος του Θεού δεν μπο­ρεί να καθίσει σε μια ψυχή που δεν στέκεται στερεά και που πηγαίνει από δω κι από κει. Η αμφιβολία της καρδιάς βάζει την ψυχή σε δειλία. Εν όσω ο πόθος της σάρκας είναι πιο δυνατός μέσα σου, δεν θα μπορέσεις να γίνεις θαρραλέος κι άφοβος».
«Η ταπείνωση μαζεύει την καρδιά. Και σαν τα­πεινωθεί ο άνθρωπος, παρευθύς τον περισκεπάζει το έλεος, και τότε αισθάνεται η καρδιά τη θεϊκή βοή­θεια».
«Όταν σου δοθεί εξουσία να κατανοήσεις, κατανό­ησε, και μη θελήσεις να ψάξεις τα μυστήρια, αλλά προσκύνησε και δοξολόγησε, και με σιωπή ευχαρίστη­σε».
«Το να πικραίνεσαι μέσα στη διάνοιά σου είναι μεγαλύτερη θυσία για τον Θεό, από το να κάνεις έργα κοπιαστικά με το σώμα σου».
«Περισσότερο απ' όλα αγάπησε τη σιωπή, γιατί αυτή σε σιμώνει σε καρπό. Επειδή η γλώσσα είναι αδύνατη για να σου τον εξηγήσει».
«Γνώριζε, πως αν έβγει από σένα φωτιά και κατα­κάψει άλλους, τις ψυχές που καίονται στη φωτιά που έβγαλες, ο Θεός θα τις ζητήσει από τα χέρια σου». «Η πίστη είναι η αποκάλυψη της σοφίας. Και σαν σκοτισθεί η διάνοια, κρύβεται η πίστη, και μας κυ­ριεύει ο φόβος, και κόβει την ελπίδα μας. Η πίστη που προέρχεται, τάχα, από τη μάθηση, δεν ελευθερώ­νει τον άνθρωπο από την υπερηφάνεια κι από την αμ­φιβολία, αλλά εκείνη που ανατέλλει με την σύνεση κι αυτή η πίστη λέγεται επίγνωση και φανέρωση της α­λήθειας».
«Εκείνος που ησυχάζει κ' έλαβε πείρα από την αγαθότητα του Θεού, δεν έχει ανάγκη από αποδείξεις, κι ούτε είναι άρρωστη η ψυχή του από την αρρώστεια της απιστίας, όπως παθαίνουνε εκείνοι που νοιώθουνε μέσα τους την αμφιβολία για την αλήθεια. Γιατί η μαρτυρία, η βεβαίωση της διανοίας του μπορούνε να τον πείσουν περισσότερο από αμέτρητα λόγια, που είναι χωρίς πείρα».
«Ο Χριστιανός πρέπει να είναι σε όλα του τύπος που διδάσκει και ωφελεί εκείνους που τον βλέπουνε, ώστε, βλέποντας τις πολλές αρετές του που λάμπουνε σαν ακτίνες ακόμα κι αυτοί οι εχθροί της αλήθειας, χωρίς να το θέλουνε, να ομολογήσουνε πως στους χρι­στιανούς υπάρχει σίγουρη ελπίδα σωτηρίας, και να τρέχουνε σ' αυτόν από παντού, σαν να είναι κανένα καταφύγιο. Και μ' αυτόν τον τρόπο να υψωθεί η δόξα της Εκκλησίας καταπάνω στους εχθρούς της, και να παρακινηθούνε πολλοί σε ζήλο να του μοιάζουνε».
«Η κατά Θεόν γνώση είναι βασίλισσα απάνω σε όλες τις επιθυμίες, κ' η καρδιά που τη δέχεται, γεύε­ται κάποια γλυκύτητα, που δεν τη φτάνουνε όλες μαζί οι χαρές τούτου του κόσμου. Γιατί κανένα πράγμα δεν μοιάζει με την γλυκύτητα της επίγνωσης του Θεού».
«Ο πράος και ταπεινόφρονας είναι πηγή των μυ­στηρίων εκείνης της καινούργιας κι αθάνατης ζωής».
«Η περηφάνεια δε καταλαβαίνει πως περπατά στο σκοτάδι και δεν γνωρίζει την έννοια της σοφίας. Γιατί, πώς να μπορέσει να τη γνωρίσει, αφού βρίσκε­ται μέσα στο σκοτάδι; Και γι' αυτό ίσια-ίσια, απ’ τον σκοτισμένον λογισμό της, θαρρεί πως βρίσκεται απά­νω απ’ όλα, ενώ είναι τιποτένια κι ανίκανη να αξιωθεί τη θεία επίγνωση, μη μπορώντας να μάθει τας οδούς του Κυρίου. Κι ο Κύριος κρύβει απ' αυτή το θέλημά του, επειδή δεν θέλησε να πορευτεί στον δρόμο των ταπεινών».
«Να! Ο ουρανός βρίσκεται μέσα σου, αν είσαι κα­θαρός, και μέσα στον εαυτό σου θα δεις τους Αγγέ­λους με τη φωτοχυσία τους, και τον Δεσπότη μαζί τους κι από μέσα τους».
«Ο φιλόδοξος κ' εκείνος που καταγίνεται με τις κοσμικές φροντίδες, κι όποιος θέλει να περάσει το δικό του θέλημα, αυτοί είναι σαν να πολεμάνε μέσα στη νύχτα, και ψηλαφάνε το σκοτάδι, βρισκόμενοι έξω από τη χώρα της ζωής και του φωτός. Γιατί, εκείνη τη χώρα θα την κληρονομήσουνε οι αγαθοί και οι ταπεινοί κι όσοι καθαρίσανε τις καρδιές τους. Ο άνθρωπος δε μπορεί να δει το κάλλος που βρίσκεται μέσα του, πριν να καταφρονήσει κάθε εμορφιά που βρίσκεται έξω απ’ αυτόν και κάθε μάταια γνώση. Εκείνος που νομίζει πως είναι σοφός, θα ξεπέσει από τη σοφία του Θεού».
«Όποιος είναι υποταγμένος στα πάθη, από τα πά­θη μιλά κι απ' αυτά κινιέται με πάθος η γλώσσα του. Κι αν μιλά ακόμα και για πνευματικά πράγματα, ωστόσο λαλεί, για να περάσει ο δικός του λόγος. Έναν τέτοιον άνθρωπο, εκείνος που είναι σοφισμένος από τον Θεό, τον καταλαβαίνει μόλις ανοίξει το στόμα του, κι ο καθαρός τον οσμίζεται από την άσχημη μυ­ρουδιά του».
«Όσοι είναι ανακατεμένοι με τις σκέψεις και με τις επιθυμίες του κόσμου, δε μπορούνε ν' αποχτήσουνε καθαρή διάνοια, επειδή ξέρουνε καλά όλα τα καθέ­καστα της κακίας».
«Αγάπησε την ταπείνωση σε όλα τα έργα σου, για να γλυτώσεις από τις ακατανόητες παγίδες που βρίσκουνται πάντα έξω από τον δρόμο που πορεύονται οι ταπεινόφρονες».
«Πλούτος του Χριστιανού είναι η παρηγοριά που νοιώθει από τη θλίψη, κ' η χαρά που βρίσκει από την πίστη, και που λάμπει στα κρυφά κατάβαθα της διά­νοιας».
«Αν σε σφίξει η θελιά της σαρκικής γνώσης, μπο­ρώ να σου πω, πως είναι πιο εύκολο να λυθείς από μια σιδερένια αλυσίδα, παρά απ' αυτή την καταραμένη γνώση».
«Η ψυχή που πορεύεται στον δρόμο τής πίστης, αν ξαναγυρίσει πάλι στους τρόπους τής γνώσης, αμέ­σως κουτσαίνει η πίστη της και φεύγει απ' αυτή η νοερή δύναμή της».
«Η γνώση είναι ενάντια στην πίστη. Κ' η πίστη, σε όλα είναι λυμένη κ' ελεύθερη από τους νόμους τής γνώσης, αλλά της γνώσης τής σαρκικής, κι όχι της πνευματικής. Γιατί, τούτος είναι ο ορισμός τής γνώ­σης, πως χωρίς εξέταση και χωρίς έρευνα, δεν έχει εξουσία να κάνει τίποτα, αλλά εξετάζει αν είναι δυνα­τό εκείνο που βάζει στο νου της και που θέλει. Η πίστη όμως είναι ένα πράγμα που φεύγει μακρυά από εκείνον που δεν την πλησιάζει από τον σωστόν δρόμο, ήγουν που την σιμώνει με πονηρή περιέργεια».
«Η γνώση, χωρίς εξέταση δε μπορεί να αποχτη­θεί. Κι αυτό είναι η αιτία τής αμφιβολίας που έχει για την αλήθεια. Ενώ η πίστη ζητά να έχει ο άνθρωπος, που θέλει να την αποχτήσει, ένα φρόνημα καθαρό και απλό, μακρυά από κάθε πανουργία. Το μέρος που κα­τοικεί η πίστη είναι μια κατάσταση σαν του παιδιού και μια καρδιά απλή, ενώ η γνώση είναι ενάντια σ' αυτά τα δύο».
«Στη σαρκική γνώση βρίσκεται φυτεμένο το ξύλο της Γνώσεως, που μ' αυτό γνωρίζει κανείς τα καλά και τα πονηρά, κι αυτό ξερριζώνει την αγάπη. Τούτη η γνώση εξετάζει τα σφάλματα των ανθρώπων και τις αιτίες, καθώς και τις αδυναμίες τους, και κάνει τον άνθρωπο να αντιλέγει στον άλλον με πονηρά λόγια και να είναι δολερός με διάφορα μηχανεύματα και με πονηρές πανουργίες, και να φέρνεται με τους τρόπους που υβρίζουνε τον άνθρωπο. Σ’ αυτή τη γνώση ριζώ­νει η περηφάνεια, γιατί έχει την ιδέα πως κάθε καλό πράγμα προέρχεται από τον εαυτό της, κι όχι από τον Θεό! Ενώ η πίστη, τα έργα της λέγει πως τα κάνει ο Θεός, και γι’ αυτό δε μπορεί να υπερηφανευτεί. Για τούτο κι ο απόστολος Παύλος είπε, πως «η γνώσις φυσιοί», εννοώντας αυτή τη σαρκική γνώση, που δεν έχει μέσα της την πίστη και την ελπίδα στον Θεό». «Η πνευματική γνώση φανερώνεται κι αποκαλύ­πτεται στον από μέσα άνθρωπο. Γιατί, κατά τον λόγο του Χριστού, «η βασιλεία των ουρανών εντός ημών εστί», και δεν παρουσιάζεται με κάποιον τύπο, μήτε έρχεται με παρατήρηση. Αλλά φανερώνεται από μέ­σα από την εικόνα της κρυφής διάνοιας χωρίς αιτία, και δίχως καμμιά μελέτη γι' αυτή. Επειδή η διάνοια δεν βρίσκει ύλη σ' αυτή, ώστε να συνεργήσει στο φανέ­ρωμά της».
«Ο άνθρωπος που δεν είναι κολλημένος σε τούτον τον κόσμο, και που φέρνει πάντα στη διάνοιά του, πως κοντεύει η ώρα που θα φύγει από τούτη τη ζωή, και που μελετά παντοτεινά την άλλη ζωή, αυτός, και υπομονή μεγάλη αποχτά, και καμμιά επιθυμία δεν έχει να τον τιμούνε οι άνθρωποι, μήτε να απολάψει τις ανα­παύσεις της ζωής. Κι όλη την ώρα η διάνοιά του δροσίζεται από την περιφρόνηση που αισθάνεται για τον κόσμο. Και νοιώθει μεγάλο θάρρος, κι αποχτά δυνατή καρδιά σε κάθε καιρό, για κάθε κίνδυνο και για κάθε φόβο. Μα μήτε κι από τον θάνατο δεν φοβάται, γιατί σε κάθε ώρα προσέχει σ' αυτόν σαν να κοντεύει νά 'ρθει, και τον περιμένει... Κ' η φροντίδα του είναι ριγμένη στον Θεό, με πάσα αδίσταχτη πεποίθηση».
«Το ξύλο της ζωής είναι η αγάπη του Θεού, απ’ όπου ξέπεσε ο Αδάμ, και δεν ξανασυναπάντησε τη χαρά. Αλλά δούλευε στην αγκαθερή τη γη, και κοπία­ζε. Όσοι στερηθήκανε την αγάπη του Θεού, τρώνε ψωμί με ίδρωτα, στα έργα τους, ακόμα κι αν πορεύο­νται δίκαια».
«Μη φοβάσαι τον θάνατο. Γιατί ο Θεός, όταν τον αγαπάς αληθινά, σε ανεβάζει απάνω από τον θάνατο».
«Να νομίζεις, πως δεν υπάρχει άλλος απάνω στη γη, παρά μοναχά εσύ κι ο Θεός».

*


Τά παρακάτω θεόπνευστα λόγια είναι ανθολογη­μένα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο:
«Η πνευματική γνώση μοιάζει μ' ένα σπίτι, που είναι χτισμένο στη μέση της κοσμικής γνώσης, και που μέσα σ' αυτό βρίσκεται, σαν ένα σεντούκι σφαλισμένο, η γνώση των Θείων Γραφών, ο ανεκδιήγητος πλούτος που είναι θησαυρισμένος μέσα στις άγιες Γραφές, ή­γουν η θεία χάρις. Αυτόν τον πλούτο δεν είναι δυνατό να τον δούνε όσοι μπαίνουνε στο σπίτι εκείνο, ανίσως και δεν ανοιχθεί σ' αυτούς το κιβώτιο. Αλλά το σε­ντούκι δεν είναι δυνατό να ανοιχθεί ποτέ με ανθρώπινη σοφία. Για τούτο, όλοι οι άνθρωποι που έχουνε το φρόνημα του κόσμου δεν γνωρίζουνε τον πνευματικό θησαυρό που βρίσκεται μέσα στο σεντούκι της πνευμα­τικής γνώσης. Κι όπως, αν σηκώσει στον ώμο του κανένας εκείνο το κιβώτιο, δε μπορεί να δει τον θησαυ­ρό που βρίσκεται μέσα σ' αυτό, έτσι, κι αν αναγνώσει κι αποστηθίσει όλες της Αγιες Γραφές, δεν δύναται να καταλάβει την χάρη του αγίου Πνεύματος, που εί­ναι κρυμμένη μέσα σ' αυτές».
«Προσκυνώ, πέφτω στα γόνατα και σε ευχαριστώ, Κύριε του παντός και πανάγιε Βασιλεύ, γιατί με ελέη­σες, εμένα που δεν ήμουν άξιος του ελέους σου, και με δόξασες, και με ετίμησες με την εικόνα σου, όπως θέλησες. Κι όλα τα πάντα τα δημιούργησες με την εικόνα σου, όπως θέλησες. Κι όλα τα πάντα τα δη­μιούργησες δι’ εμένα τον άνθρωπο, που είμαι κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν σου, και με κατέστησες βα­σιλέα επάνω εις όλα τα επίγεια, εις δόξαν τής μεγαλωσύνης και της αγαθότητάς σου. Πού εγνώριζα εγώ ο ταλαίπωρος, πως είσαι τόσο καλός Δεσπότης, ώστε να νοιώσω πόθον για σένα; Πού γνώριζα εγώ πως φανερώνεις τον εαυτό σου σ' εκείνους που έρχονται σε σένα, ακόμα και τον καιρό που ζούνε μέσα σε τούτον τον κόσμο, για να ζητήσω με πόθον να σε δω; Πού και πώς ήξευρα, εγώ ο δυστυχής, πως λαμβάνουν το Πνεύ­μα σου το Αγιο όσοι πιστεύουνε σε σένα; Πού ήξευρα εγώ, Δέσποτα, πως εσύ που είσαι αόρατος και αχώρητος, βλέπεσαι και χωρείς μέσα μας; Πού ημπορούσα ποτέ να σκεφθώ πως εσύ, ο Κύριος που έκτισες τα σύμπαντα και που έπλασες τους ανθρώπους, ενώνεσαι μ' αυτούς, και τους κάνεις θεοφόρους και υιούς σου, ώστε να ποθήσω και να ζητήσω να τα λάβω από εσένα; Πού ήξευρα, Κύριε, τέτοιον Θεόν, τέτοιον Δεσπότην, τέτοιον προστάτην, τέτοιον πατέρα και αδελφό και βασιλέα, εσένα που φτώχεψες για μένα και που έλαβες δούλου μορφή; Αληθινά, Δέσποτά μου φιλάν­θρωπε, τίποτα απ' αυτά δεν εγνώριζα ολότελα. Ε­πειδή, κι αν έτυχε να διαβάσω στις Αγιες Γραφές γι' αυτά, νόμιζα πως ειπωθήκανε για κάποιους άλλους, ή για κάποια άλλα πράγματα, κι όχι γι' αυτά που είδα, κ' ήμουνα αναίσθητος, και δεν ένοιωθα τα γραμμένα, μήτε μπόρεσα ποτέ να καταλάβω την έννοια που εί­χαν. Επειδή άκουσα από τον απόστολο Παύλο, που έκραζε κ' έλεγε «α οφθαλμός ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσε, και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν», και νόμιζα πως είναι αδύνατο να έλθει σε θεωρία (Θεωρία είναι η αποκάλυψη των μυστηρίων του Θεού, που γίνεται με τις πνευματικές αισθήσεις) ένας άνθρωπος, που βρίσκεται ακόμα με το σώμα, και θαρρούσα πως μοναχά σ' εκείνον έδειξες αυτά τα θαυμαστά πράγμα­τα, κάνοντάς του χάρη, και δεν ήξευρα, ο ταλαίπωρος, πως αυτό γίνεται από σένα σε όλους που σε αγαπούν. Αλλά, από πού και πώς μπορούσα να γνωρίζω, πως καθένας που πιστεύει σε σένα γίνεται μέλος σου, και πως αστράφτει με την χάρη σου; Ποιός να πιστέψει ένα τέτοιο παράδοξο πράγμα, να γίνει μακάριος, γενό­μενος μακάριο μέλος του μακαρίου Θεού; Πού ήξευρα εγώ, πως εσύ γίνεσαι άρτος αθάνατος κι άφθαρτος, αντί της αισθητής τροφής που γευόμαστε, άρτος αχόρ­ταγος σ' εκείνους που σε πεινούν και σε ποθούν, και πηγή αθάνατη σε κείνους που σε διψούν, και φόρεμα λαμπρότατο σ' εκείνους που φορούνε για σένα ταπει­νά και φτωχά φορέματα; Ακουσα να τα λέγουν αυτά εκείνοι που κηρύττουν το Ευαγγέλιό σου, πλην νόμιζα πως γίνονται, μοναχά στη μέλλουσα ζωή κ' ύστερα από την κοινή ανάσταση, και δεν ήξευρα πως και τώρα γίνονται σε μας, που έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη απ' αυτά».
«Εκείνος που είναι τυφλός εις το ένα, ήγουν στον Θεό, είναι τυφλός σε όλα. Κ' εκείνος που βλέπει το ένα, δηλαδή τον Θεό, έχει τη θεωρία των πάντων, και πάλι είναι έξω από τη θεωρία των πάντων, κ' έρχεται μέσα στη θεωρία των πάντων, και βρίσκεται πάλι έξω από την θεωρία των πάντων. Όταν είναι, κατ' αυτόν τον τρόπο, μέσα στο ένα, βλέπει τα πάντα, κι όταν είναι μέσα σε όλα, δεν βλέπει κανένα απ’ όλα. Εκεί­νος που βλέπει το ένα, με το ένα βλέπει και τον εαυτό του κι όλα τα πάντα και όλους τους άλλους, και πάλι, όντας κρυμμένος μέσα στο ένα, δεν βλέπει κανένα απ' όλα».
«Ήθελα να πω κανένα παράδειγμα, που να φανε­ρώνει το νόημα αυτών που είπα παραπάνω, σ' εκεί­νους που καυχιούνται με αυθάδεια πως ξέρουνε μόνο με την ψεύτικη γνώση, και χωρίς τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ερευνά τα βάθη και τα μυστήρια του Θεού. Αλλά φοβούμαι τον Κύριο, που μας πρόσταξε να μη δίνουμε τα άγια στους αδιάντροπους, μηδέ να ρίχνουμε τα μαργαριτάρια μπροστά σ' εκείνους που λογαριάζουνε τα θεία για τιποτένια κι ακάθαρτα, και τα καταπατούνε και τα ατιμάζουνε με τα χαμηλά και γήινα νοήματά τους. Που τον νου τους τον ετύφλωσεν ο Θεός, καθώς λέγει ο προφήτης: «Και εσκότισε την καρδίαν των, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι, και ακούοντες μη συνιώσι». Και δίκαια, επειδή κάνανε τον εαυτό τους ανάξιο με την περηφάνεια και με τις κακές πρά­ξεις, και για τούτο τους άφησε ο Θεός να πορεύονται στο σκοτάδι της απιστίας και της κακίας τους, καθώς λέγει ο Δαυίδ: «Εξαπέστειλεν αυτούς κατά τα επιτη­δεύματα της καρδίας αυτών». Γιατί, ενώ έχουν τόσα πολλά παραδείγματα από τους Πατέρας μας (που κά­νανε το θέλημα του Θεού με τα έργα και τα βάλανε μπροστά σε μας για να τα μιμηθούμε), δεν θελήσανε να τα στοχασθούνε, μήτε θελήσανε να μιμηθούνε εκεί­νους τους Πατέρας, αλλά κάνουνε αντίθετα απ' ό,τι κάνανε και διδάξανε εκείνοι. Οι τέτοιοι, λέγω πως όχι μοναχά είναι ανάξιοι να έχουνε τη θεία γνώση, αφού είναι υιοί της απωλείας και της απειθείας, αλλά είναι και υπόδικοι για κάθε τιμωρία και κατάκριση. Επειδή λησμονήσανε να εξετάσουνε τον εαυτό τους, αν βρίσκονται στην πίστη, και περιεργάζονται την πολιτεία των άλλων, και εξετάζουνε ασυλλόγιστα κάποια πράγματα που είναι παραπάνω από τη δύναμή τους, χωρίς να φοβούνται τον Θεόν ολότελα».

*


Από τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη παίρνουμε τα λίγα τούτα, που διαβάζεις παρακάτω:
«Κανένα πράγμα δεν κάνει την καρδιά και την ψυχή τόσο ταπεινωμένη, όσο το να καταντήσει ο άνθρωπος απλοϊκός με γνώση, και το να σωπαίνει σε όλα»(«Απλοϊκός με γνώση», είναι ο Ανθρωπος, που γνωρίζει κάποια μυστήρια που δεν τα υποπτεύονται οι άλλοι, και μπορεί ν' απομείνει ωστόσο, απλός και ταπεινός, σαν να μην γνωρίζει τίποτα).
«Πρέπει να γνωρίζεις, πως ο θεϊκός φόβος δεν έχει τρόμο, (και λέγω τρόμο, όχι αυτόν που έρχεται από τη χαρά, αλλά από την οργή, ήγουν από την τιμωρία κι από το ν' απομείνει κανένας απροστάτευτος). Αλλά έχει κάποια έντρομη αγαλλίαση, που γίνεται με την προσευχή, και βγαίνει από τη σοφία, που λέγεται και αρχή σοφίας».
«Όποιος δεν βλέπει και δεν ακούει και δεν αισθά­νεται πνευματικά, είναι πεθαμένος».

*


Από τα λίγα αυτά λόγια των Πατέρων, μ' όλο που είναι σαν μικρά λουλούδια, μαδημένα από το ολάν­θιστο δέντρο της Ορθοδοξίας, ωστόσο πόση πνευμα­τική λάμψη βγαίνει και φωτίζει τις ψυχές μ' ένα καθα­ρό και ιλαρό φως, το φως της αλήθειας που μας έφερε ο Χριστός!
Και συλλογίζεται κανένας, τί κατάρα έχουνε, άρα­γε, απάνω τους κάποιοι άνθρωποι, και δεν εισχωρεί μέσα στα κατάβαθά τους αυτό το ουράνιο φως, αλλά οι καρδιές τους απομένουνε σαν σκοτεινά σπήλαια, γεμά­τα από φρύνους και νυχτερίδες, ήγουν από τα σιχαμερά φαντάσματα της φιλοσοφίας και της κούφιας απάτης;
Φράζουνε τ' αυτιά τους για να μην ακούσουνε τα πουλιά του Παραδείσου, και θέλουνε ν' ακούνε τις κουκουβάγιες και τα κοράκια! Δεν είναι σε θέση να νοιώσουνε την αθάνατη πνοή της Ορθοδοξίας, τη λε­πτότητα που έχουνε τα νοήματά της, το μυστικό κάλ­λος της, και θρέφουνται με τις χονδροειδείς και πεζές κοινοτοπίες της λεγομένης «θεολογικής επιστήμης», που είναι ξόανο, κανωμένο από τον χωματένιο νου κάποιων στεγνών και πονηρών ανθρώπων.
Ο Χριστός είπε: «Όπου βρίσκεται ο θησαυρός σας, εκεί βρίσκεται κ' η καρδιά σας. Ο λύχνος του σώματος είναι ο οφθαλμός. Αν, λοιπόν, ο οφθαλμός σου είναι απλός, όλο το σώμα σου είναι φωτεινό. Κι αν ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, όλο το σώμα σου είναι σκοτεινό».
Ο απλός οφθαλμός είναι η Ορθοδοξία, κι ο πονη­ρός είναι η Δύση.








(Πηγή: «Ευλογημένο καταφύγιο», Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ)
Διαδίκτυο:alopsis.gr


VIDEO ἀπό τήν ἐνθρόνιση τοῦ Νέου ᾿Αρχιεπισκόπου τῶν Γ.Ο.Χ. κ. Καλλινίκου (17-10-2010)






Σχόλιο ᾿Οδυσσέως πρός τούς ἀναγνῶστες τοῦ ἱστολογίου klision: ῾Ο λόγος πού ἀναρτοῦμε εἰδήσεις καί video ἀπό τούς ἐν σχίματι ἀδελφούς μας παλαιημερολογῖτες εἶναι καθαρά πληροφοριακός. ῾Οπωσδήποτε δέν τούς θεωροῦμε αἱρετικούς, ἀλλά σχισματικούς., μέ τούς ὁποίους δέν ἔχουμε μυστηριακή κοινωνία. Εὐελπιστοῦμε στόν διάλογο μαζί τους μέ πνεῦμα ταπεινώσεως καί συνδιαλλαγῆς.   ῎Αν μέ τούς αἱρετικούς καθολικούς ἐπιδιώκουμε τόν διάλογο χάριν τῆς προσδοκωμένης ἑνώσεως, πολλῷ μᾶλλον μέ τούς ῞Ελληνες ἀδελφούς μας τοῦ Παλαιοῦ ἡμερολογίου. ῾Ο φανατισμός καί τά ἀναθέματα θά πρέπει νά ἀνήκουν στό παρελθόν. Εὐχόμαστε στόν κ. Καλλίνικο νά ἐργασθεῖ πρός αὐτήν τήν κατεύθυνση καί περιμένουμε δείγματα τῆς καλῆς του θελήσεως.








Μαμά μου μὴν ξεχνᾶς Draikors Roudolf






1. Μὴ μὲ παραχαϊδεύεις. Ξέρω πολὺ καλὰ πὼς δὲν πρέπει νὰ μοῦ δίνεις πάντα ὅ,τι σοῦ ζητῶ. Σὲ δοκιμάζω μονάχα γιὰ νὰ δῶ.

2. Μὴ διστάζεις νὰ εἶσαι σταθερὴ μαζί μου. Τὸ προτιμῶ. Μὲ κάνεις νὰ νιώθω περισσότερη σιγουριά.

3. Μὴ μὲ κάνεις νὰ νιώθω μικρότερος ἀπ' ὅ,τι εἶμαι. Αὐτὸ μὲ σπρώχνει νὰ παριστάνω καμιὰ φορά τὸν σπουδαῖο.

4. Μὴ μοῦ κάνεις παρατηρήσεις μπροστὰ στὸν κόσμο ἂν μπορεῖς. Θὰ προσέξω περισσότερο αὐτὰ ποὺ θὰ μοῦ πεῖς, ἄν μοῦ μιλήσεις ἤρεμα μιὰ στιγμὴ ποὺ θὰ εἴμαστε οἱ δύο μας

5. Μὴ μοῦ δημιουργεῖς τὸ αἴσθημα πὼς τὰ λάθη μου εἶναι ἁμαρτήματα. Μπερδεύονται ἔτσι μέσα μου ὅλες οἱ ἀξίες ποὺ ἔχω μάθει ν' ἀναγνωρίζω.

6. Μὴν ἀναστατώνεσαι τόσο ὅταν σου λέω «δὲ σὲ χωνεύω». Δὲν ἀπευθύνομαι σὲ σένα ἀλλὰ στὴ δύναμη ποὺ ἔχεις νὰ μοῦ ἐναντιώνεσαι.


7. Μὴ μὲ προστατεύεις πάντα ἀπ’ τὶς συνέπειες. Χρειάζεται καμιὰ φορὰ νὰ πάθω γιὰ νὰ μάθω.

8. Μὴ δίνεις μεγάλη σημασία στὶς μικροαδιαθεσίες μου. Καμιὰ φορὰ δημιουργοῦνται ἴσα - ἴσα γιὰ νὰ κερδίσω τὴν προσοχὴ ποὺ ζητοῦσα.

9. Μὴ μοῦ κάνεις συνεχῶς παρατηρήσεις. Γιατί τότε θὰ χρειαστεῖ νὰ προστατέψω τὸν ἑαυτό μου κάνοντας τὸν κουφό.

10. Μὴ μοῦ δίνεις ἐπιπόλαιες ὑποσχέσεις. Νιώθω πολὺ περιφρονημένος ὅταν δὲν τὶς κρατᾶς.

11. Μὴν ὑπερτιμᾶς τὴν τιμιότητά μου. Συχνὰ οἱ ἀπειλές σου μὲ σπρώχνουν στὴν ψευτιά.

12. Μὴν πέφτεις σὲ ἀντιφάσεις. Μὲ μπερδεύεις ἔτσι ἀφάνταστα καὶ μὲ κάνεις νὰ χάνω τὴν πίστη μου σ' ἐσένα.

13. Μὴ μὲ ἀγνοεῖς ὅταν σοῦ κάνω ἐρωτήσεις. Ἂν κάνεις κάτι τέτοιο, θὰ ἀνακαλύψεις πὼς θ' ἀρχίσω νὰ παίρνω τὶς πληροφορίες μου ἀπὸ ἄλλες πηγές.

14. Μὴν προσπαθεῖς νὰ μὲ κάνεις νὰ πιστέψω πὼς εἶσαι τέλεια ἢ ἀλάνθαστη. Εἶναι σὸκ γιὰ μένα ὅταν ἀνακαλύπτω πὼς δὲν εἶσαι οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο.

15. Μὴ διανοηθεῖς ποτὲ πὼς θὰ πέσει ἡ ὑπόληψή σου ἄν μοῦ ζητήσεις συγγνώμη. Μιὰ τίμια ἀναγνώριση ἑνὸς λάθους σου μοῦ δημιουργεῖ πολὺ θερμὰ αἰσθήματα ἀπέναντί σου.

16. Μὴν ξεχνᾶς πώς μοῦ ἀρέσει νὰ πειραματίζομαι! Χωρὶς αὐτὸ δὲ μπορῶ νὰ ζήσω. Σὲ παρακαλῶ παραδέξου το.

17. Μὴν ξεχνᾶς πόσο γρήγορα μεγαλώνω. Θὰ πρέπει νὰ σοῦ εἶναι δύσκολο νὰ κρατήσεις τὸ ἴδιο βῆμα μὲ μένα, ἀλλὰ προσπάθησε σὲ παρακαλῶ.

18. Μὴν ξεχνᾶς πὼς δὲ θὰ μπορέσω ν' ἀναπτυχθῶ χωρὶς πολὺ κατανόηση καὶ ἀγάπη. Αὐτὸ ὅμως δὲ χρειάζεται νὰ στὸ πῶ, ἔτσι δὲν εἶναι;

Πηγή:http://www.agiazoni.gr

Γέροντος Παϊσίου τοῦ ῾Αγιορείτου: "Νά προσφέρουμε στόν Θεό τό πιό καθαρό »





Ή ευλάβεια συγκινεί τον Θεό

«Προσφέρουμε στον Θεό το πιο καθαρό »

Μιά φορά σκανδαλίσθηκα εδώ στον Ναό σας. Είδα να καίτε στην Άγια Τράπεζα μιά τόσο κοντή λαμπάδα! Έγώ δεν αφήνω οΰτε στο μανουάλι πού εχω μπροστά στό τέμπλο τόσο μικρή λαμπάδα· το θεωρώ περιφρόνηση.
- Λένε όμως, Γέροντα, ότι τό κερί πρέπει να καίγεται μέχρι κάτω.
- Ναί, νά καίγεται μέχρι κάτω, άλλα που; Αυτό έχει σημασία. Άλλο είναι νά καίγεται μέχρι κάτω στά μανουάλια όπου ανάβει κεριά ό κόσμος και άλλο στην Αγία Τράπεζα ή στην Αγία Πρόθεση.
Δεν κάνει μέσα στό Ιερό νά καίη μισή λαμπάδα· εΐναι περιφρόνηση.
Ακόμη και στον πολυέλαιο, έστω καί αν φθάνουν οι λαμπάδες γιά όλη τήν Ακολουθία, πάλι νά τις αλλάζετε, όταν είναι πολύ μικρές.
Καί στην Θεία Λειτουργία, στην Μικρή καί στην Μεγάλη Είσοδο, πάντα νά χρησιμοποιήτε μεγάλη λαμπάδα, γιατί συμβολίζει τόν Τίμιο Πρόδρομο. Άλλου σβήνουν τά κανδήλια, γιά νά κάνουν οικονομία!
Δεν καταλαβαίνουν ότι ό Θεός θά τους στείλη μεγάλες ευλογίες, όταν Τόν εύλαβοϋνται. Καί γιά τά μνημόσυνα είναι περιφρόνηση νά χρησιμοποιούνται λεπτά κεριά σάν κεροστούπι. Είναι ντροπή νά τά δώσης καί στους άλλους.
- Γέροντα, οι αδελφές νά καίνε στά κελλιά όσα κεριά θέλουν;
- Άς κάψουν, νά καή καί ό διάβολος. Έδώ καίγεται ό κόσμος όλος. Μόνο νά εχη νόημα τό κεράκι πού θά ανάψουν νά συνοδεύεται με προσευχή.
Όταν άφεθή κανείς στον Θεό, είναι μεγάλο πράγμα. Εμείς τρώμε γλυκούς καρπούς καί προσφέρουμε τήν ρητίνη τών δένδρων στον Θεό μέ τό θυμιατήρι.
Τρώμε τό μέλι καί προσφέρουμε στον Θεό τό κερί, καί αυτό συχνά τό ανακατεύουμε μέ παραφίνη. Ένα κερί προσφέρουμε στον Θεό άπό ευγνωμοσύνη γιά τις πλουσιοπάροχες ευλογίες Του, καί αυτό
νά τό μουρνταρεύουμε;
Πού νά μας ζητούσε ό Θεός νά Του προσφέρουμε τό μέλι!
Φαντάζομαι τότε τί θά κάναμε! Ή ζουμιά θά δίναμε ή λίγο ζαχαρώνερο. Ό Θεός νά μη μας πάρη στά σοβαρά! Σε όλα μπορεί νά κάνη κανείς οικονομία έκτος από την λατρεία στον Θεό. Στον Θεό θά προσφέρη το πιο καθαρό, το πιο καλό.
- Γέροντα, ό κόσμος δεν καταλαβαίνει εύκολα ότι είναι άνευλάβεια νά καίμε κεριά άπό παραφίνη.
- Νά πήτε στον κόσμο: «Για την υγεία σας δεν κάνει νά καίτε κεριά άπό παραφίνη στους Ναούς».
Έτσι θά το σκεφθούν λιγάκι αυτό. *Αν είναι καί μικρός ό Ναός, τότε είναι πού πάει νά σκάση κανείς. Καλύτερα νά ανάψουν ένα μικρό κεράκι καί νά είναι γνήσιο παρά ολόκληρη λαμπάδα με παραφίνη. Πολλοί στις Εκκλησίες γι' αυτό ζαλίζονται καί λιποθυμούν.
Νά είναι μικρός ό Ναός καί νά καίγεται όλη αύτη ή παραφίνη!... Καί νά ήταν μόνον αυτό; Λάδια πού δεν τρώγονται θέλουν νά τά βάλουν στά κανδήλια! Πού φθάνουν οι άνθρωποι!
Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ότι το λάδι πού θά χρησιμοποιούσαν στον Ναό έπρεπε νά το φτιάχνουν άπό ελιές πού μάζευαν πάνω άπό τά δένδρα καί Οχι άπό αυτές πού έπεφταν κάτω. Μήπως ό Θεός έχει ανάγκη άπό αυτό το λάδι ή άπό το θυμίαμα;
Όχι, άλλα συγκινείται ο Θεός, γιατί είναι μιά προσφορά, με την οποία εκφράζεται ή ευγνωμοσύνη καί ή αγάπη τού άνθρωπου προς Αυτόν.
Στο Σινά μού είχε κάνει εντύπωση: Οι Βεδουίνοι δέν έχουν, οί καημένοι, τίποτε νά προσφέρουν. Καί βλέπεις, μαζεύουν κανένα πετραδάκι πού λίγο διαφέρει άπό τά άλλα, τόσο μικρούτσικο, ή, αν βρουν σε καμμιά ρωγμή δύο-τρία φυλλαράκια, τά παίρνουν, ανεβαίνουν επάνω στην πέτρα πού χτύπησε ό Μωυσής μέ το ραβδί του καί βγήκε το νερό καί τά αφήνουν εκεί.
Ή οί μητέρες πού θηλάζουν πάνε καί στάζουν λίγο γάλα εκεί, μέ τον λογισμό: «Νά μού δίνη γάλα ό Θεός, γιά νά θηλάζω τά παιδιά μου»!
Βλέπεις τί ευγνωμοσύνη έχουν! Δέν είναι μικρό πράγμα. Καί έμεις τί κάνουμε!
Θά μάς κρίνουν αυτοί οί άνθρωποι. Άφήνουν εκεί πάνω ξυλαράκια, φυλλαράκια, πετραδάκια... Έχει ό Θεός ανάγκη από αυτά; Οχι, αλλά βοηθάει ό Θεός, γιατί βλέπει την αγαθή καρδιά, την αγαθή διάθεση. Έτσι εκφράζεται ή αγαθή προαίρεση.
- Γέροντα, όταν ανάβουμε ενα κεράκι, λέμε οτι είναι γι' αυτόν τον σκοπό;
- Τό ανάβεις· που τό στέλνεις; Δεν τό στέλνεις κάπου; Μέ τό κεράκι ζητούμε κάτι άπό τον Θεό.
Οταν τό άνάβης καί λες «γι' αυτούς πού πάσχουν σωματικά καί ψυχικά καί γι' αυτούς πού έχουν τήν πιο μεγάλη ανάγκη», μέσα σ' αυτούς είναι καί οι ζώντες καί οι κεκοιμημένοι.
Ξέρεις πόση ανάπαυση νιώθουν οι κεκοιμημένοι, όταν ανάβουμε ενα κεράκι γι' αυτούς;
Έτσι έχει κανείς πνευματική επικοινωνία καί μέ τους ζώντας καί μέ τους κεκοιμημένους. Τό κεράκι μέ λίγα λόγια είναι μιά κεραία πού μας φέρνει σε επαφή μέ τον Θεό, μέ τους αρρώστους, μέ τους κεκοιμημένους κ.λπ.
- Τό θυμίαμα, Γέροντα, γιατί τό καίμε;
- Τό ανάβουμε γιά δοξολογία στον Θεό. Τον δοξολογούμε καί Τόν ευγνωμονούμε γιά τις μεγάλες ευεργεσίες Του σε όλον τόν κόσμο. Τό θυμίαμα είναι καί αυτό μιά προσφορά. Καί άφοϋ τό προσφέρουμε στον Θεό καί στους Αγίους θυμιάζοντας τις εικόνες, θυμιάζουμε μετά καί τις ζωντανές εικόνες τού Θεού, τους ανθρώπους.
Νά βάζετε καρδιά εϊτε πρόκειται γιά αίτημα εϊτε γιά ευχαριστία. Μέ τό κεράκι λέω: «Θεέ μου, Σού ζητάω μέ ολη μου τήν καρδιά νά μού κάνης μιά χάρη». Καί μέ τό θυμίαμα λέω: «Σέ ευχαριστώ, Θεέ μου, μέ ολη μου τήν καρδιά γιά ολες τις δωρεές Σου.
Σ' ευχαριστώ πού συγχωρείς τις δικές μου τις πολλές αμαρτίες καί τήν αχαριστία ολου τού κόσμου καί τήν δική μου τήν αχαριστία τήν πολλή».
Όσο μπορείτε, νά καλλιεργήτε τήν ευλάβεια, τήν συστολή. Αυτό θά βοηθήση νά δεχθήτε τήν Χάρη τού Θεού. Για τί, άμα εχη κανείς ευλάβεια και συστολή πνευματική, και είναι και ταπεινός, δέχεται τήν θεία Χάρη. Άν δέν εχη ευλάβεια και ταπείνωση, ή Χάρις του Θεού δέν τον πλησιάζει. Τί λέει ή Γραφή; «Έπί τίνα επιβλέψω, άλλ' ή έπί τον ταπεινόν καί ήσυχιον καί τρέμοντα τους λόγους μου;»[1]

1. Ησ 66,2.

Απόσπασμα από τις σελίδες 148 -152 του βιβλίου:



ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Β΄
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 http://anavaseis.blogspot.com

KATOXIKA VIDEO (1)