"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

Λιάνα Κανέλλη: ᾿Εμεῖς τήν Παναγία τήν ἔχουμε ᾿Αρχιστράτηγο



321.jpgΤο Άγιον Όρος, την τύχη την α-γαθή είχα να το πρωταντικρίσω εγώ πετώντας μ' ένα «Μιράζ 2000» πάνω απ' τον Άθω πέρυσι τέ­τοιες μέρες. Ήταν το δώρο των φρου­ρών του Αιγαίου, όπως έκτοτε απο­καλώ τους πιλότους της πολεμικής μας αεροπορίας, για τη γιορτή των αρχαγγέλων, τη δική τους, προς μία δημοσιογράφο που επιμένει να με­τράει τις αναχαιτίσεις των απέναντι κι όχι τις παραβιάσεις τους...
Λέγω «τύχη αγαθή» κι ας με πουν μελοδραματική, όσοι δεν ένιωσαν το προνόμιο να αεροζυγιάζονται με τα σύννεφα. Να περιδιάβαιναν τις κατοι­κίες των αγγέλων. Να βλέπουν μ' ό­λα τα κύτταρα του φθαρτού σώματος τους, την προσευχή ως αύρα χαρμο­λύπης να εγκολπώνεται σκήτες και μοναστήρια, τις κατοικίες των ερα­στών μιας ταπεινότητας, που αντέχει χίλια χρόνια τώρα να υπερασπίζεται με πίστη κι αγάπη τους πολλούς και άπιστους.
Όταν διάβασα στις εφημερίδες πως δύο κοινοτικές κυρίες αξιωμα­τούχοι βγήκαν να μας επιτιμήσουν που επιμένουμε στο Άβατον του «Πε­ριβολιού της Παναγιάς» μας, ανάμε­σα σε κάτι φληναφήματα περί ισότη­τας των δύο φύλων, διακρίσεις κι άλ­λα τέτοια εκ του πονηρού, όταν τα έργα απάδουν των μεγαλοστομιών, στην αρχή γέλασα. Ύστερα δημοσιο­γραφικών πονηρεύτηκα, ανησύχησα, για να οργιστώ εντέλει από το ενδε­χόμενο να πρέπει να είμαι συνεχώς σε ...αγιορείτικη επιφυλακή.
Ήθελα να τις έχω μπροστά μου με ελληνικό κρασί και ψωμοτύρι, σε ά­γιες νύχτες ανοιξιάτικες, να μυρίζει αγιόκλημα και θυμάρι, να σκάνε μέσα στα ρούχα του ορθολογισμού τους και να τους μιλάω ώρες για τον έρωτα της ελευθερίας. Να προσπαθώ να τους πω πως για μας εδώ, τους ενα­πομείναντες και τις εναπομείνασες, ρωμιούς και ρωμιές, ο έρωτας είναι που έφερε το Άβατον του Ορους. Και πως στην κλίμακα των δικών μας α­ξιών, όπου θα βρεις κομουνιστή να κάνει το σταυρό του και παπά με το ντουφέκι να υπερασπίζεται τα ντουβάρια του και ελεύθερους πολιορκη­μένους και γυναίκες να χορεύουν κα­τά γκρεμού και μιαν Ανάσταση ακατα­νόητη, αφού πεθαίνεις με την πίστη πως ο θάνατος με θάνατο νικιέται.
Πώς να τους πω όμως, πως εμείς μαθημένοι να πληρώνουμε περατατζίδικα στο Χάρο, με τραγούδια σαν το «έβαλε ο θεός σημάδι παλικάρι στα Σφακιά κι ο πατέρας του στον Ά­δη άκουσε μια ντουφέκια», έχουμε μια Παναγιά που δεν είναι σαν τη Μαντό­να τους και κηδεύει το παιδί της με «Ω γλυκύ μου έαρ γλυκύτατον μου τέκνον πού έδυ σου το κάλλος...». Τι να τους πω; Πως το Άβατον το σεβά­στηκαν επί τετρακόσια χρόνια οι μου­σουλμάνοι κατακτητές μας; Πως, ό­ποτε κατατρεγμένος, διωγμένος λα­ός, γυναικόπαιδα, έτρεξαν να κρυ­φτούν στο Άγιον Όρος. Το Άβατον ήρθη, όπως με την Αγάπη και για την Αγάπη αίρεται ως και η ελευθέρια;
Θα με κοίταζαν ωσάν κάτοικο άλ­λου πλανήτη αν τους έλεγα πως, ό­ποιος προσπαθήσει να παραβιάσει το Άβατον θα βρει σ' αυτό το τρίτο πόδι της Χαλκιδικής ως άπαρτο ανάχωμα, πρώτες και καλύτερες τις γυναίκες αυτού του τόπου που δεν μετράνε την «ελευθερία» και τα «δικαιώματα τους» με το μέτρο που κονταίνει την πίστη των ανδρών τους. Πως δεν συλ­λογίζονται με το μέτρο των δήθεν δη­μοκρατών που καμώνονται τους υπε­ρασπιστές των ανθρωπίνων δικαιω­μάτων και αποδέχονται την αποικιο­κρατική πολιτική, τα στρατηγικά συμ­φέροντα με χώρες βαφτισμένες «χώ­ρες του τρίτου κόσμου» και το εμπάρ­γκο στα παιδάκια του Ιράκ, ως το α­παραίτητο μέτρο συνετισμού της η­γεσίας τους.
Ποιος θα τολμήσει και κυρίως ποια γυναίκα πολιτικός να αντιπαρατεθεί σε μια στάση ζωής ελληνίδας γυναί­κας που ακόμη κι όταν πονάει και δεν καταλαβαίνει γιατί ο γιος της αφιε­ρώνεται στο Χριστό και χάνεται στο «Περιβόλι της Παναγιάς» το μόνο που δε σκέφτεται είναι να αντιπαρατεθεί στη βούληση του Άλλου, πατώντας εκεί όπου η ίδια δοξάζεται ως γυναί­κα όσο πουθενά αλλού. Είναι παρά­λογο, λοιπόν, το Άβατον; Πόσο; Ίσως. όχι τόσο για μας όσο το... πολιτισμέ­νο γεγονός να υπάρχουν κέντρα δια­σκέδασης στη Δύση όπου οι πορτιέ­ρηδες αποφασίζουν ποιος μπαίνει μέ­σα και ποιος όχι, με μόνο κριτήριο την όψη, τα ρούχα και τον...αέρα κοσμικό­τητας που αποπνέουν. Πώς να το κα­ταλάβει το Αβατον αυτή η Δύση; Που ό,τι δεν κατανοεί, όπου αδυνατεί να αισθανθεί τον όποιο Άλλο με συγκα­τάβαση, οταν δεν μπορεί να ηθικολο­γήσει κατά τα καλά και συμφέροντα της, επεμβαίνει, κατακτά, καταπιέζει, βιαίως «εκπολιτίζει», πλούσια σε προσχήματα και λογικοφανή τεχνά­σματα, χρήματα και όπλα, βέτο σε διε­θνείς οργανισμούς κι άλλα πολλά πα­ρόμοια.
Όσο η Κύπρος θα χωρίζεται από μια γραμμή αίματος βαφτισμένη πρά­σινη για τις δυτικές συμμαχικές α­νάγκες. Όσο οι πλούσιοι δυτικοευρω­παίοι θα αναζητούν σεξουαλικό του­ρισμό ανήλικων στη Άπω Ανατολή ως ...διάλειμμα στις μπίζνες. Όσο ένα κε­φάλι κυανοκράνου θα βαραίνει όσο μια χιλιάδα ανώνυμοι νεκροί σε μαύρη, ά­σπρη, κίτρινη, χώρα επιρροής τους. αυτοί οι υπερασπιστές δήθεν, των αν­θρωπίνων δικαιωμάτων και της ισό­τητας δήθεν των φύλων, ούτε να μι­λούν επιτρέπεται για το Αβατον του Άθω. Νισάφι πια! Εκτός κι αν αληθεύ­ουν οι πληροφορίες πως τάχαμου η Ουνέσκο για να πατήσει πόδι εκεί όπου της λένε πως υπάρχουν θησαυ­ροί, με σταυροψυχάρεια τερτίπια και κατάλληλη διπλωματική εκμετάλλευ­ση της βαλκανικής πολυεθνικότητας των μονών, μηχανεύεται να θέσει υ­πό την προστασία της το Άγιον Όρος. Στον τόπο μας κάποιος πρέπει να τους πει όλων αυτών των προστατών πως την προστασία αυτήν εμείς, άν­δρες και γυναίκες, τη λέμε νταβατζι­λίκι, την απεχθανόμαστε και την πα­τρίδα ακόμη και με Εφιάλτες δικούς μας, δεν την βγάζουμε στο κλαρί. Τη δε πίστη μας που δεν ξέπεσε ποτέ στην κοσμικότητα των συγχωροχαρτιών, την υπερασπιζόμαστε με αίμα.
Άλλωστε, πως να κατανοήσουν ό­λοι αυτοί οι προστάτες και οι προ­στάτιδες δυνάμεις πως εμείς την Πα­νάγια την έχουμε Αρχιστράτηγο, Υπέρμαχο και τη Υπερμάχω Στρατηγώ  τα νικητήρια και την έργω αγάπη μας καταθέτουμε πανηγυρικώς, ψάλλο­ντας Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.

Σ' αυτήν την Ορθόδοξη «πόρτα» του Ουρανού, οι δικοί μας άντρες μάς αφήνουν εμάς τις αγαπημένες τους κέρβερους. Και βρυχώμεθα κάθε που κάποιος ή κάποια βαφτίζει «πολιτι­κή», το ανίερο δικαίωμα να παρεμβαί­νει στην ιερότητα της προσευχής που δεν καταλαβαίνει. Αν δε, προσπαθή­σει να την ...εφαρμόσει κιόλας, δα­γκώνουμε.

Λιάνα Κανέλλη, Από το περιοδικό Άρδην τεύχος 11, 1997

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου