"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

ΜΕΘΕΟΡΤΑ ΒΙΩΜΑΤΑ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ


Ὅσα καταθέτω ἐδῶ εἶναι βιώματα μιᾶς εἰκοσιπεντάχρονης διακονίας σέ κάποιον ἱστορικό ναό, ἑνός ἀπό τούς παλιούς «μαχαλάδες» -ἔτσι ἀναφέρει τίς ἐνορίες στό Κατάστιχό του ὁ τότε Ἐπισκοπος τοῦ νησιοῦ. Τα ὅσα δε γράφονται ἐδῶ εἶναι αὐτούσιες ἐμπειρίες, στίς ὁποῖες εμπεριέχεται το στοιχείο της έόρτιας ατμόσφαιρας, άλλα και της Χαρμολύπης. Τίποτε παραπάνω. Γιατί τη διάρκεια της ποιμαντικής μας διακονίας, όπως και τα πάντα, μας τα ορίζει Εκείνος, στου οποίου το θέλημα έχουμε υποταχθεί, ή προσπαθούμε ἐν ὑπακοῇ να περάσουμε «τον ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν».
Ἀπό νωρίς, ίσως και από τα μέσα του Ιουλίου, άρχισαν οι προετοιμασίες -για την Πανήγυρη του Αγίου. Προφθαίναμε δα μέχρι στις 27 Ιουλίου πού -γιόρταζε! Όμως όλα έπρεπε να συγυριστούν, να ταχτοποιηθούν, να φρεσκαριστοΰν: από τα τζάμια μέχρι τα μανουάλια• από τα καντήλια μέχρι και τις λουσερνες του ίεροΰ.


Ξεστρώθηκαν τα καθημερινά ενδύματα της Αγίας Τράπεζας, της Πρόθεσης και τα υπόλοιπα του ναού. Βγήκαν από τα συρτάρια τα καλά, τα επίσημα, σιδερώθηκαν στην «κόλα» και έτσι μορφοντύθηκε ή εκκλησιά. Λίγες μέρες πριν από τη Γιορτή μαζεύτηκαν κάποιες -γυναίκες από τη γειτονιά και γυάλισαν τα μεγάλα, τα μπρούτζινα μανουάλια, τα μικρότερα, αλλά και τα «Είσοδικά», καθώς και τα «σαμντάνια» από το ιερό. Έτσι, όλα πήραν την πρώτη τους μορφή, τη γυαλάδα και τη λάμψη, ωσάν να βγήκαν εκείνη την ώρα από το καμίνι του χαλκέα, χλωρά ακόμα, θαυμάσια στην τέχνη και το κάλλος τους, με ελπίδες για γιορτές φορτωμένα και χαρές... Πού νάξεραν Ομως πόσες λαμπάδες κεκοιμημένων ενοριτών θα φιλοξενούσαν και μάλιστα εκείνων πού, εϊτε τα θαύμασαν και κολακεύτηκαν πού απόχτησε ή εκκλησιά τους καλό μανουάλι, είτε εκείνων πού έδωσαν από το υστέρημα τον όβολό τους, για να τ' αγοράσουν οι επίτροποι!

Το δάπεδο, τα στασίδια, οί πόρτες κι όλα σφουγγαρίστηκαν με προσοχή και επιμέλεια. Μέρες τώρα, γιατί τα χέρια χρόνο με το χρόνο όλο και λιγοστεύουν, καθώς εγκαταλείπουν οί ενορίτες τις παλιές τους κατοικίες και κτίζουν σπίτια σύγχονα, ευρύχωρα, άνετα, ὅπου ὅμως οἱ μνῆμες εἶναι μηδενικές και ή συναισθηματική φόρτιση από την παρουσία των ιερών σκιών των προγόνων ανύπαρκτη. Να γιατί χάνουμε την επαφή με την παράδοση. Επειδή τεμαχίζουμε το χρόνο και κρατάμε ο,τι μας βολεύει. Λιγοστεύει, λοιπόν, ό κόσμος, όπως λιγοστεύει ό υπόλοιπος χρόνος «της ζωής ημών».

Την παραμονή της Γιορτής από νωρίς,αφού όλα έτομάστηκαν, «κατέβηκε» από τοπροσκυνητάρι ή βαρεία Εικόνα του Άγιου και στολίστηκε με τ' αργυρά και τα χρυσά αφιερώματα. Αρχαία αφιερώματα, πού δε γνώριζε κανείς το βάθος του χρόνου τους,ούτε τις πονεμένες ψυχες πού τα πρόσφεραν στη Χάρη Του.Σταυροί, κορώνες κ.ά... Μια σειρά από χρυσοποίκιλτα ή αργυρά κοσμήματα, που στα σπλάχνα τους κρύβουν ένα όνομα, άγνωστο μεν σε μας,γνωστό όμως στο Θεό και στον "Αγιο, πού μαζί του έχει εισπράξει άδολη προσευχή και την καρδιακή κατάθεση αύτοϋ του Ευαγγελικού δίλεπτου (πρβλ. Λκ. 21,3).

Λίγα από αυτά έχουν «ταυτότητα», δηλαδή γνωρίζουμε τον άφιερωτή. Και δεν το ξεχνούμε, γιατί ό καθένας είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου, πού φορτωμένος άρρώστεια, πόνο και απελπισία προσφεύγει στον «άμισθο ιατρό» τον Άγιο.Στα χρονιά της εικοσιπενταετούς μου ιερατικής διακονίας κανένας δε ζήτησε να μάθει τίνος είναι αυτό ή εκείνο το αφιέρωμα. Μόνο μια γιαγιά, κουρασμένη από το φαρμάκι και τα χρόνια ήρθε μετά τη γιορτή και μου είπε με τρεμάμενη φωνή, σα να ήταν έτοιμη να κλάψει: «Γιατί παπα μ' δέν έ'βαλες στα χαρίσματα και το ρολόι του παιδιού μ';». Ρώτησα και με πληροφόρησαν πώς ό γιος της γιαγιάς, όταν ήταν άρρωστος πριν από χρόνια, είχε χαρίσει στον "Αγιο το παλιό ρολόι τσέπης. Το αναζήτησα και το έδειξα στη γιαγιά εξηγώντας της πώς δεν είναι εύκολο να προστεθεί στα άλλα κοσμήματα, γιατί ήταν αρκετά βαρύ. Το είδε και χάρηκε. Δε θυμάμαι τί είπε. Πέρασαν από τότε γύρω στα είκοσιτρία ή εικοσιτέσσερα χρόνια. Το ρολόι εκείνο πάντως μου θυμίζει κάποιον. Κι αυτός είναι ή καημένη ή γιαγιά πού γρήγορα έφυγε, για να βρεί το χαμένο της γιο. Και το ρολόι απομένει μάρτυρας ικανός και σιωπηλός μιας προσφοράς, μιας παράκλησης και μιας καρποφόρας αναζήτησης πού δίδαξε πολλά.
πρωτ. Κωνσταντίνος Καλλιανός
περιοδικό ''Εφημέριος''(6/2006)

ΠΗΓΗ: ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου