"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

῾Η φτώχεια στό facebook-τά ἐνδιαφέροντα τῶν νέων καί ἡ ὑποβάθμιση τῆς γλώσσας!

Η φτωχεια στο facebook

Μεγαλη φτωχεια στο facebook απο πλευρας ΝΕΟΛΑΙΑΣ. Εχω κανα δυο μηνες που μπηκα και βλεπω ΧΑΛΙΑ των νεων. Ασχολουνται με βλακεις δεν τα απασχολει τιποτα ουσιστικο. Δεν τα αγγιζει κανενα προβλημα ουτε ανεργια ουτε ναρκωτικα ουτε εθνικα θεματα. Δεν τα γνωριζουν καν.Ασε τη γλωσσα!!!! Βολευτηκαν με τα ''γκρικλις'' που τα βοηθα να κρυψουν ανορθογραφια τους. Και αντι να κανουν μια προσπαθεια να μαθουν τη γλωσσα τους, ανταλλασουν ΚΑΚΑΡΙΣΜΑΤΑ με τα ΟΡΝΙΘΟΣΚΑΛΙΣΜΑΤΑ τους. ΛΥΠΗ προκαλει ολο τουτο.Καμια ελπιδα!!!!

argirisza.blogspot.com

Λέξεις γεννιούνται, λέξεις κατασκευάζονται




Μη μου πείτε ότι δεν είναι πιο ωραία η έκφραση «καταιγισμός ιδεών» αντί της αγγλικής brainstorming ή η «ευρωστατιστική» αντί της Eurostat, που μας κάνει κάθε τόσο τη ζωή κόλαση με τα πορίσματά της για την ελληνική οικονομία.
Βεβαίως, δεν ξέρω αν κανείς θα διαλέξει τη λέξη «μεταδημοσκόπηση» από την πιο διαδεδομένη exit poll ή αν θα καταλάβει κάποιος τι του λες κάνοντας λόγο για τον «γραμμοκώδικα» αντί του γνωστού...

bar code. Και πολύ αμβιβάλλω ότι θα πει κανείς «χιονοσανίδα» το αγαπημένο του snowboard.

Η ελληνική γλώσσα, όπως κάθε γλώσσα, έχει τους δικούς της μηχανισμούς να ενσωματώνει ή να απορρίπτει νέους όρους. Το πρόβλημα είναι ότι η ταχύτητα εισαγωγής νέων όρων από τους τόπους παραγωγής των νέων τεχνολογιών είναι τέτοια, που δεν προλαβαίνει κανείς να σκεφθεί και να προωθήσει σε κοινή χρήση την ελληνική μετάφραση. Εδώ και μερικά χρόνια έχει αναλάβει αυτό τον ρόλο η Ακαδημία Αθηνών και το Κέντρο Ερεύνης Επιστημονικών Ορων και Νεολογισμών. Εκδίδει κάθε τόσο ένα είδος οδηγού για εκείνους που θέλουν να γνωρίσουν, και ενδεχομένως να υιοθετήσουν, την ελληνική εκδοχή νεοεισηγμένων όρων.

Στον καινούργιο διπλό τόμο (480 σελίδων), που κυκλοφόρησε με την επιστημονική επιμέλεια της διευθύντριας του Κέντρου Αναστασίας Χριστοφίδου, δημοσιεύονται 500 ελληνογενείς νεολογισμοί που δεν έχουν ενταχθεί ακόμη στα έγκυρα λεξικά της ελληνικής γλώσσας. Ανάμεσά τους η βιοτρομοκρατία, η ανθρωποδύναμη, η τηλεδίκη, η φοροκλίμακα κ.ά. Εντύπωση κάνει ότι σε αυτή την κατηγορία των «αθησαύριστων» λέξεων είναι και οι πασίγνωστες: αγροτοσυνδικαλιστής, ανθρωποβόρος, αντιγήρανση, αντιρυπογόνος, απένταξη, αποασύλωση, βιντεοπροβολή, νανοϊατρική κ.ά. Η καταγραφή τους έγινε με γνώμονα την αναφορά τους 50 φορές τουλάχιστον σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες και τρεις κυριακάτικες, όπως και στο Google.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον ωστόσο παρουσιάζει η πρόταση της Ακαδημίας για την ελληνική μεταφορά κάποιων ξένων όρων, όπως accumulation=συσσώρευση, back office=υποστηρικτική υπηρεσία, investment banking=επενδυτική τραπεζική, blocking minority=καθοριστική μειοψηφία, blue chip=μετοχή υψηλής κεφαλοποίησης κ.ά. Οι προτάσεις αυτές δεν προέκυψαν τυχαία. Μια επιτροπή ακαδημαϊκών κάθησε και σκέφτηκε την καλύτερη ελληνική απόδοσή τους. Στην επιτροπή μετείχαν οι κ.κ.: Σπ. Ιακωβίδης, Αθ. Καμπύλης, Κων. Δρακάτος, Ιάκ. Καμπανέλλης, Αντ. Κουνάδης, Βασ. Πετράκος, Μεν. Τουρτόγλου. Συνεπώς, αξίζει τον κόπο όσοι «δουλεύουν» καθημερινά με εργαλείο τους τη γλώσσα, όπως π.χ. οι δημοσιογράφοι, να ρίχνουν από καιρού εις καιρόν καμία ματιά σ' αυτές τις προτάσεις.

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=129858


http://news24gr.blogspot.com

Ἀρχιμανδρίτου Σαράντη Σαράντου: ῾Ιερὸ "Τριήμερο" (᾿Αρχή νηστείας Μ. Σαρακοστῆς)



Μέ αὐτὴν τὴν ὀνομασία χαρακτηρίζονται οἱ τρεῖς πρῶτες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Τρεῖς ἡμέρες ἀπόλυτης νηστείας, χωρίς καθόλου φαγητό καί χωρίς νερό (εἰ δυνατόν).

᾿Από πολύ παλιά τόσο στούς ἱερεῖς καί μοναχούς ὅσο καί στούς λοιπούς ᾿Ορθοδόξους χριστιανούς γινόταν αὐτό τό προσκλητήριο: Νά ξεκινήσουν θεληματικά τήν πνευματική τους ἄθληση μ᾿ αὐτόν τόν δυναμικό τρόπο, τό ἱερό Τριήμερο.

Μέσα σ᾿ αὐτές τίς τρεῖς ἡμέρες μέ τή στέρηση τῆς τροφῆς αἰσθάνεται ἀναμφισβήτητα ὁ ἄνθρωπος σαφή ἀτονία. ῾Ο σωματικός τόνος μετριάζεται, τά πόδια κόβονται, ἡ γλώσσα ἀδυνατεῖ νά ὑπερλειτουργεῖ. Τό αἴσθημα τῆς πείνας ἐντείνεται. ῾Η δίψα κορυφώνεται. Στενοχωρεῖται ἀκραῖα ἡ ἀνθρώπινη φύση. Γι᾿ αὐτό προϋπόθεση γιά τήν ἄσκηση αὐτή εἶναι ἡ ἐλεύθερη θέληση (ὄχι ἐξωτερική πειθαναγκαστική ἐπιβολή) καί ἡ εὐχή τοῦ πνευματικοῦ, δηλαδή ἡ χαρισματική εὐλογία τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.

Καί...μιά δεύτερη ἀπαραίτητη προϋπόθεση: Δέν πρέπει ὁ νηστεύων νά ἀσχοληθεῖ μέ κανένα θέμα λυπηρό ἤ συνταρακτικό. Δέν ἐπιτρέπεται νά ἀφήσει καμμιά ἀνθρωποκτόνο μέριμνα νά τόν συγκλονίσει. Οἱ ἀκροβάτες δέν εἶναι δυνατό νά ἀσχοληθοῦν μέ τίποτε ἄλλο κατά τίς κρίσιμες στιγμές τῆς ἀκροβασίας τους, παρά μόνο μέ τό πῶς θά τελειώσουν τή συγκεκριμένη ἀκροβασία τους. ῎Ετσι καί ὁ χριστιανός πού "κάνει τριήμερο". Κάνει μιά πνευματική ἀκροβασία. ῎Οχι βέβαια ἐπικίνδυνη. Κανείς δέν ἀρρώστησε ἀπό τή νηστεία. (Οἱ γιατροί ἄλλωστε συνιστοῦν κατά καιρούς διαστήματα ἀποτοξινώσεως). ῾Η χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἁπτή καί ἄφθονη τίς ἡμέρες αὐτές. Εἶναι πάντως μιά ὁριακή κατάσταση γιά τόν ψυχοσωματικό ὀργανισμό. ῎Αν, λοιπόν, ὁ νηστεύων δέν προσέξει καί ἀφεθεῖ σέ ἔντονα λυπηρές ἤ ταραχώδεις προκλήσεις, τότε καί ψυχικά δέν θά ὠφεληθεῖ, ἀλλά καί σωματικά θά καταρρεύσει.

Μιά παλιά λαϊκή παροιμία λέγει: "Σάν συλλογιέται ὁ παπᾶς τό Τριήμερο, μαύρη Τουρνή (Τυρινή) τοῦ πάει. Μ᾿ ἄλλα λόγια: Λίγες μέρες πιό πρίν, δηλαδή τήν Τυρινή ἑβδομάδα, ὅταν ὁ παπᾶς ἀναλογίζεται τό Τριήμερο πού ἔχει νά κάνει, μαύρη Τυρινή κάνει. ῎Εχει δυσκολία τό τριήμερο. ῎Εχει στένωση. ῎Εχει ...πένθος.

῎Ετσι ὅμως ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος "εἰς ἑαυτόν". ᾿Αρχίζει ἀμέσως, αὐτόματα θά λέγαμε, νά βλέπει τόν ἑαυτό του ὑπαρξιακά καί πνευματικά ὅσο ποτέ ἄλλοτε. Πρέπει νά τό τονίσουμε αὐτό. Βλέπει ὁ χριστιανός τίς ἐλλείψεις του, τήν πνευματική του φτώχεια, τά πάθη του, τίς ἀδυναμίες του, τή γύμνια του ἀπό κάθε ἀρετή. Ξεπερνάει κάθε στενή ἠθικιστική ἀξιολόγηση τοῦ ἑαυτοῦ του καί περνάει μέ ρεαλισμό στήν ταπείνωση. Βλέπει, ἴσως γιά πρώτη φορά, κάθε φορά πού κάνει τριήμερο τήν ξεραΐλα του, τό ἄμορφο χάος ἐντός του, τήν ἄβυσσο τοῦ "εἶναι" του. ῞Υστερά ἀρχίζει φυσικά νά ὁδηγεῖται στήν ἀνάγκη νά ἐργασθεῖ πνευματικά γιά τήν ἀνοικοδόμηση τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου. Μά πιό πολύ αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά ἀφεθεῖ στό Σωτήρα Χριστό γιά νά τόν ποδηγετήσει στά μυστικά καί ὑπέροχα Μυστήρια τῆς ἐν Χριστῷ πνευματικῆς ζωῆς. Τό ἱερό τριήμερο σέ συνδυασμό μέ τίς ἱερές ἀκολουθίες αὐτῶν τῶν ἡμερῶν περνάει πιό εὔκολα ἀπ᾿ ὅτι ἀρχικά φαίνεται.

Μέ αὐτή τή γερή πνευματική βάση, τό ἱερό Τριήμερο, προχωράει ἐνθουσιαστικά ὅλη ἡ Μ. Τεσσαρακοστή.

Γλυκύτατος καρπός ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ μεγαλειώδης συναίσθηση τῆς λαμπροφόρου ἡμέρας τῆς ᾿Αναστάσεως. Τό ἀναστάσιμο μυστικό θεοπανηγύρι μέσα στήν ὀρθόδοξη καρδι

Ἀρχιμ. Σαράντη Σαράντου : Περί ἐξομολογήσεως




Κατά τήν τελευταία ἐπίσκεψή μου στό ἁγιώνυμο Ὄρος ἄκουσα ἀπό τούς μοναχούς μιά πολύ σημαντική ἐμπειρία ἀπό τήν ἁγιορείτικη ζωή τους.

Μιλοῦσαν γιά τόν ἱερομόναχο Ἀθανάσιο πού ἔζησε στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου πολύ ἀσκητικά καί πνευματικά. Ἡ ποιμαντική του προσφορά στούς συγχρόνους του μοναχούς καί λαϊκούς ἦταν ποιοτικά ἀνάλογη τοῦ θεανθρωπίνου τρόπου τῆς προσωπικῆς του ζωῆς. Τελείωσε ὁσιακά τή ζωή του. Ὁ Γέροντάς του παρακαλοῦσε τό Θεό νά τοῦ ἀποκαλύψει κάτι ἀπό τή νέα μετά θάνατο ζωή του. Πράγματι, ὅταν τελείωνε τό σαρανταλείτουργο πού ἔκανε ὁ γέροντας «ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς» τοῦ ὑποτακτικοῦ ἱερομονάχου, παρουσιάστηκε ὁ ὑποτακτικός στόν ὕπνο τοῦ Γέροντα καί μέ τρόπο ἀποκαλυπτικό ἔδωσε ἀναφορά στό Γέροντά του. Ὁ Θεός, Γέροντα, μοῦ ζήτησε λόγο, εἶπε. Καί γιά μέν τά μοναχικά μου καθήκοντα ἰσοφάρισα μέ τό Θεό. Σχετικά μέ τίς ποιμαντικές μου ὅμως ὑποχρεώσεις ἦταν ἀδέκαστος, ἀνυποχώρητος καί ἀσυγκατάβατος.

Μέ καθαρό ὀρθολογικό κριτήριο δέν μποροῦμε βέβαια νά βασιστοῦμε σ’ ἕνα ὄνειρο γιά ἐξαγωγή συμπερασμάτων. Οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες πάντως θεωροῦν τό ὄνειρο αὐτό «σημεῖο», γι’ αὐτό καί τό ἀναφέρουν. Σημάδια σχετικά μέ τό παραπάνω βρίσκουμε σκορπισμένα σ’ ὅλη τήν ἀσκητική φιλολογία, πού ἐκφράζουν τή γρηγοροῦσα ποιμαντική συνείδηση.

Ἄν σ’ ἄλλες ἐποχές καί σ’ ἄλλες γενιές ἡ ποιμαντική προσφορά ἀντιμετώπιζε δυσκολίες, πολύ περισσότερο σήμερα προσπαθοῦν νά τήν ἀδρανοποιήσουν καί νά τήν ἐξουδετερώσουν.

Τό κοσμικό φρόνημα καί ὁ διάχυτος θεωρητικός καί πρακτικός ὑλισμός ἐπηρεάζουν βαθιά καί ὅλο βαθύτερα τά ἀστικά περιβάλλοντα καί τούς «ποιμένες» πού ζοῦν μέσα σ’ αὐτό. Ποικίλες εἶναι οἱ δαιμονικές μεθοδεῖες πού ἀποσκοποῦν στήν ἐκμηδένιση τοῦ ποιμαντικοῦ λειτουργήματος μέσα στό σύγχρονο κόσμο.

Ὡστόσο μέ ἔκπληξη καί θαυμασμό παρατηροῦμε ὅτι ἀναδεικνύει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στίς χαλεπές ἡμέρες μας, ὀρθόδοξα ποιμαντικά ἀναστήματα προικισμένα μέ τά ἀνάλογα χαρίσματα, γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

Σήμερα αὐτή ἡ παρουσία χαρισματούχων ποιμένων συμπίπτει μέ τήν κορυφούμενη πολεμική κατά τοῦ σωτηριώδους ἔργου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία θέλει νά διαφυλάξει σῷο καί ἀκέραιο τό ἀνθρώπινο πρόσωπο.

Σήμερα «δόξα τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ» βρίσκονται πνευματικοί πατέρες πού ἀνταποκρίνονται πραγματικά στίς ἀδυσώπητες ὑπαρξιακές ἀνάγκες τῶν ἀλλοτριωμένων ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀλλά ἐπιστρεφόντων στή Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία μας, ἀνθρώπων. Σήμερα ὅλη ἡ ποιμαντική ἐργασία ἑστιάζεται στό μεγάλο Μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως, πού κατά τρόπο μοναδικό τελεῖται μέσα στούς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.

Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος καθημερινά πληροφορεῖται μέ φανερές καί μυστικές ὑποδείξεις τούς ἀληθινούς ποιμένες, στούς ὁποίους καί ἀνεπιφύλακτα παραδίδεται ἀφοῦ ἔχει πάθει τά πάνδεινα ἀπό ξένα ψευτοπατροναρίσματα.

Τό Ὀρθόδοξο βάπτισμα, ὅσο κι ἄν ἔχει καταχωνιασθεῖ ἀπό τά κοσμικά καί ἁμαρτωλά ἐπικαλύμματα, κάποτε ἀναζωοπυρώνεται μέ τήν ἀκοίμητη καί προσωπική πρόνοια τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καί κατευθύνει τόν ἄνθρωπο ἄδηλα καί κρύφια στόν «πνευματικό πατέρα» πού θά τόν ὁδηγήσει «εἰς νομάς σωτηρίους». Ἔχει ἀφάνταστη θεοδυναμικότητα τό ὀρθόδοξο βάπτισμα! Δεμένο (αὐτό τό θεῖο Βάπτισμα) μέ τό ἅγιο Μῦρο σπρώχνει ἀόρατα, μά ἐντελῶς ἐλεύθερα, τόν «ξενιτεμένο» ἄνθρωπο στό χῶρο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως γιά νά ἀνταμώσει κατά πρόσωπο καί νά ἐπικοινωνήσει ἄμεσα μέ τόν «ἐν Τριάδι» Θεό.

Ὁ πνευματικός δέν εἶναι ὁ ἀπόμακρος ἀντιπρόσωπος ἑνός ἐντολοδόχου καί αὐστηροῦ Θεοῦ. Ὁ ὀρθόδοξος «πνευματικός πατήρ» δέν εἶναι ὁ δικανικός τηρητής διατάξεων ἤ νόμων ἤ ἀρχῶν πού ἔχει σπουδάσει καί προσπαθεῖ νά ἐφ-αρμόσει στή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Οἱ κανόνες, οἱ ἐντολές, οἱ συμβουλές, ὁ διάλογος, ἡ ἐνθάρρυνση, ἡ ἐπιτίμηση, ἡ σιωπή, ἡ μακροθυμία, ἡ ὑπομονή καί μύρια ἄλλα ποιμαντικά τεχνάσματα εἶναι οἱ ἀλοιφές, τά ἔμπλαστρα καί τά φάρμακα, πού λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναῒτης γιά νά ἀναταχθεῖ ἡ ἀσταμάτηττη ἁμαρτωλή ροπή καί νά ἀνοιχθοῦν στόν πεπτωκότα οἱ ὁρίζοντες τῆς θείας εὐσπλαγχνίας.

Τήν ὥρα τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως τελεσιουργεῖται τό παμμυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξαιρετικά μέσα σ’ αὐτό καταλαβαίνει, ὁ ἁμαρτωλός ὅτι ἀξίζει ἀνυπολόγιστα. Ἀρχίζει νά αὐτοεκτιμᾶται σωστά. Γι’ αὐτό ὅλα τά κομμάτια τῆς ζωῆς του τά θεωρεῖ ἀξιόλογα. Γι’ αὐτό καί ἀρχίζει νά θέλει νά τά ἀξιοποιήσει, νά τά καθαρίσει ἀπό τούς μολυσμούς καί νά τά θεανθρωποποιήσει.

Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος γράφει στά Ἀσκητικά του: «Ἄν ἕνας ἄνθρωπος δέν ἔχει ἀρετές, πές του πώς τίς ἔχει. Μέ τήν ἐνθάρρυνση σπέρνεις στήν ψυχή του τίς ἀρετές πού δέν ἔχει». Ὁ σύγχρονος ἀρρωστημένος καί ἀπογοητευμένος ἄνθρωπος βρίσκει μέσα στήν «ἐν πνεύματι Ἁγίῳ» θεανθρώπινη ἐπικοινωνία μέ τόν πνευματικό του ὄχι ἁπλῶς τίς ἀρετές, ἀλλά τόν κτήτορά τους, τόν ἴδιο τόν Κύριο. Ἔτσι ἡ ψυχή, καίτοι πολύ ἁμαρτωλή καί ἀποστασιοποιημένη ἀπό τόν Κύριο, βρίσκει τά θεόσωστα μέσα, βρίσκει τό μονοπάτι, βρίσκει τήν κλίμακα τῆς ἐπιστροφῆς «ἵνα μορφωθῇ ὁ Χριστός ἐν αὐτῇ».

Μέσα στό μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως ὁ σημερινός καταταλαιπωρημένος ἄνθρωπος ξεφεύγοντας ἀπό τοῖς ἀνθρωπομάζες νιώθει, ὅτι κάτι εἶναι, ὅτι κάποιος εἶναι καί ἀρχίζει νά ἀναδύεται ἀπό τά χάη τῆς ἀνυπαρξίας πού τόν ὁδήγησε ἡ ψυχοκτόνος ἁμαρτία.

Γίνεται, ναί πραγματικά γίνεται ἕνα παρατεινόμενο θαῦμα καί στήν ἐποχή μας. Γίνεται αὐτό πού περιγράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναῒτης: Ὁ πνευματικός πατήρ μέ τήν ἀκακία του, τήν ἱερή ἀπάθεια, τίς εὐχές του πρός τόν Ὕψιστο ἀνασπᾶ ἀπό τήν ἄβυσσο τό ναυαγημένο καράβι καί τό κάνει ἱκανό νά πλέει πάνω στά κύματα Χάριτι καί μόνο Θεοῦ. Καθημερινά γινόμαστε ἄμεσοι αὐτόπτες καί αὐτήκοοι μάρτυρες τέτοιων θαυμαστῶν μεταστροφῶν, πού ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός πραγματοποιεῖ μέσῳ τῶν ταπεινῶν, ἀλλά ζωντανῶν εἰκόνων του, «τῶν πνευματικῶν».

Μέσα στήν ἁγιασμένη ἀτμόσφαιρα τῆς ἱ. ἐξομολογήσεως συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα, μέ τήν πνοή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πέφτουν τά προσωπεῖα πού ἡ λανθασμένη κοσμική ἀγωγή κάρφωσε στό πολυτίμητο ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ξεκολλοῦν οἱ μάσκες πού οἱ διάφορες ἑκούσιες ἤ ἀκούσιες σκοπιμότητες κόλλησαν ἀσφυκτικά γύρω ἀπό τήν ἁπλῆ καί ἀνεπανάληπτη ἀνθρώπινη προσωπικότητα.

Μπροστά στό πετραχήλι τοῦ πνευματικοῦ ἀνοίγεται μέ ἱερό ἄφοβο φόβο ἡ ἁμαρτωλή ψυχή. Ἁμαρτωλοί λογισμοί, ἁμαρτωλά συναισθήματα, αἰσχρές καί κακές πράξεις πού ἔρχονται στό φῶς τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως, πού ἀνακοινώνονται δηλαδή μέ μετάνοια, νεκρώνονται λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτή εἶναι καί ἡ ταπεινή προσωπική μας ἐμπειρία ἀπό τίς ἐξομολογήσεις τῶν πολλῶν ἐνοριτῶν μας καί ὅσων ἄλλων ἔρχονται στό ἱερό ἐξομολογητήριο.

Δόξα τῷ ἐν Τράδι Θεῷ πού θεσμοθέτησε αὐτόν τόν τρόπο συγχωρήσεως τῶν ἀνθρώπων καί ἐντάξεώς τους στήν ἁγία Ποίμνη τῆς Ἐκκλησίας μας. Δόξα τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ πού ἔδειξε καί ἀδιάκοπα δείχνει τό ἄμετρο ἔλεός Του καί προετοιμάζει τό φθαρτό πλάσμα του στήν αἰώνια προσωπική ἐπικοινωνία μαζί Του, ξεκινώντας ἀπό τό λυτρωτικό διάλογο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.

Ἄνθρωποι στιγματισμένοι μέ ἠθικά, ψυχολογικά, νευρολογικά, κοινωνικά, συζυγικά καί οἰκογενειακά ἤ ἄλλα προσωπικά προβλήματα θεραπεύονται καί προοδευτικά ἑτοιμάζονται γιά νά συμμετάσχουν στή νέα ἀπέραντη οἰκογένεια τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Δέν ὑπάρχει τρανότερη ἀπόδειξη τῆς ἀνεκτίμητης ἀξίας, πού δείχνει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στόν ἄνθρωπο, ἀπό τήν ἀπόδειξη τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσως. Ὑπάρχει κάποια ἄλλη χριστιανική ὁμολογία (ἤ κάποια ἄλλη θρησκεία!) πού νά ἔχει θεσμοθετημένο, ἀλλά καί νά ἔχει σέ λειτουργία ἕνα τέτοιο μυστήριο πού μοναδικά καί ἀνεπανάληπτα καταξιώνει τή διαπροσωπική ἀνθρώπινη σχέση; Ποῦ ἀλλοῦ ἡ ἀνθρώπινη προσωπικότητα διασφαλίζεται,καλύπτεται καί σκεπάζεται μέ τό ἀπόρρητο, πού καί θεωρητικά καί στήν πράξη τηρεῖται ἀπό τούς Ὀρθοδόξους πνευματικούς;

Δικαιολογημένα ὁ ὀρθόδοξος εὐσεβής λαός μας ἀποκαλεῖ τούς πνευματικούς, Πατέρες. Τούς αἰσθάνεται πολύ κοντά του σάν στοργικούς πατέρες πού ψυχικά καί πνευματικά μοιράζονται τόν πνευματικό ἀγώνα τους καί συναγωνίζονται στόν ἴδιο στίβο τῆς ἐν Χριστῷ πνευματικῆς τελειώσεως. Τούς αἰσθάνεται ὁ λαός μας σάν πατέρες καρτερικούς πού ἔχουν μάθει νά περιμένουν καί νά ὑπομένουν τίς δοκιμασίες, τίς θλίψεις, τούς πειρασμούς καί τούς κανόνες πού ὁ Θεός ὁρίζει στούς δικούς του. Καί ἀφοῦ ἔμαθαν, ἔπαθαν τά θεῖα καί ἔφθασαν στήν καθαρή ἀγάπη πού εἶναι ἱερά μέθη ψυχῆς, κατά τόν ἅγιο Ἰσαάκ τό Σῦρο.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας γεννάει «ἀενάως» τέτοιους ἄνδρες «τελείους» πού δοκιμάστηκαν σκληρά στήν Ὀρθόδοξη ἄσκηση μέσα στό ἱερό Κοινόβιο τοῦ Μοναστηριοῦ πού ἀνδρώθηκαν μέσα στήν ὑπακοή καί ἀφοῦ ταπεινώθηκαν, ἀπόκτησαν «νοῦν Χριστοῦ» καί συνεπῶς θεοδιακριτικότητα, γιά νά «οἰκονομοῦν» θεοφιλάνθρωπα κάθε ἄνθρωπο, χωρίς νά ἀπορρίπτουν κανένα, μά κανένα ἁμαρτωλό.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας μέ θεσπέσιους ὄντως τρόπους χαριτώνει οἰκογενειάρχες πνευματικούς, πού ἀκάματα ἀθλοῦνται θεανθρώπινα μέ τίς παντοῖες οἰκογενειακές δοκιμασίες, μέ τήν ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ μέσα στήν οἰκογένεια καί τήν ἀσίγαστη τροφοδοσία ἀπό τό ἱερό θυσιαστήριο. Μέ διαφορετικό τρόπο ἀποκτοῦν τήν ἴδια ταπείνωση, τήν ἴδια θεο-λογική μόρφωση καί τήν ἴδια διακριτικότητα γιά νά συμμερίζονται τά προβλήματα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καί νά ἐξαντλοῦν μέ διακριτικότητα τήν οἰκονομία τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Αὐτοί οἱ ἄνδρες ἀγωνίζονται πνευματικά νά φθάσουν «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ». Ἀναγνωρίζονται λοιπόν σάν πνευματικοί πατέρες ἄν καί ἐσωτερικά ἐλεεινολογοῦν οἱ ἴδιοι τούς ἑαυτούς τους καί δέν τολμοῦν νά βάλουν τήν «αὐθεντία» τῆς λογικῆς τους καί τῶν ἀτομικῶν τους ἐκτιμήσεων πάνω ἀπό τά ἱερά δόγματα καί τούς ἱερούς θεσμούς πού «εὐσχημόνως καί κατά τάξιν» ἔχουν θεσμοθετηθεῖ ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.

Γι’ αὐτό καί καταξιώνονται νά γίνουν ζωντανοί φορεῖς τῶν ζωντανῶν δογμάτων τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας μας καί στή συνέχεια ὅλης τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί τῆς Ὀρθοδόξου Εὐχαριστίας καί ἰσόβια λειτουργοῦν σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις. Γι’ αὐτό καί γνωρίζουν «ὡς διδακτοί Θεοῦ» νά οἰκονομοῦν, ἀλλά καί νά μήν δίνουν «τά ἅγια τοῖς κυσί».

Εἶναι αὐτοί πού ἔχουν ἀποκτήσει τό χάρισμα νά κατέρχονται στά βάθη καί στίς ἀβύσσους τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, πού (ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ) ἔχουν ἀκριβῶς δίπλα τους. Δέν ἔχουν πραγματικά διαπράξει τίς ἀκατονόμαστες ἐγκληματικές πράξεις πού συχνά ἀκοῦνε στήν ἐξομολόγηση. Γιατί πῶς θά εἶχαν χειροτονηθεῖ κληρικοί, ἀφοῦ οἱ ἱεροί κανόνες ἀπαγορεύουν ρητά τήν ἱερωσύνη σ’ αὐτούς πού ἔχουν πέσει σέ σαρκικά ἁμαρτήματα καί σ’ αὐτούς πού ἔστω καί ἀκούσια ἔχουν διαπράξει φόνο; Ἐκπλήσσεται, λοιπόν, ὁ πνευματικός πατήρ γιά τήν κατάντια τοῦ ἐξομολογουμένου. Ἀπορεῖ καί ἐξίσταται γιά τά εἴδη καί τούς τρόπους τῶν ἁμαρτημάτων. Δέν μπορεῖ νά χωρέσει ἡ σκέψη του τό ποιόν τῶν ὀλισθημάτων, γιατί ὁ ἴδιος «ἐξ ὁρισμοῦ», «ἐκ τῆς χειροτονίας» εἶναι ἄπειρος τῶν ἁμαρτημάτων.

Ὅμως κρίνοντας ἀπό τόν αἱματηρό προσωπικό του ἀγώνα γιά τήν κατάκτηση τῶν ἀρετῶν, γίνεται συγκαταβατικός καί γιά τόν ἁμαρτωλό. Στοχάζεται τά στάδια πού πέρασε καί ὁ ἴδιος μέχρι νά κόψει τά συγγνωστά πάθη του καί γίνεται ἐπιεικής στόν παρόμοια μετανοοῦντα ἁμαρτωλό. Ξέρει πολύ καλά ὁ πνευματικός τό σκληρό πνευματικό ἀγώνα στό ὑπαρξιακό πεδίο. Ἔχει ἱδρώσει καί ἔχει πονέσει γιά νά ἀπαρνηθεῖ τό ἴδιο θέλημα. Γι’ αὐτό συμπονεῖ, λυπᾶται, «πάσχει καί συνωδίνει» μέ τό πνευματικό παιδί πού τοῦ στέλνει ὁ Θεός γιά νά οἰκονομήσει κατάλληλα.

Τό ἴδιο κάνει καί ὁ ἐξομολογούμενος. Προσπαθεῖ νά καταλάβει τόν πνευματικό του πατέρα. Νά ἐννοήσει τί ἀκριβῶς τοῦ λέγει. Παρεμβάλλεται τό σκληρό κάλυμμα τῆς ἁμαρτίας πού δυσχεραίνει τή συννενόηση. Τό πνεῦμα τό Ἅγιο ὅλο καί βοηθάει αὐτή τή συνεννόηση. Ὅλο καί τελειοποιεῖ αὐτή τήν ἐπικοινωνία. Ὁ πνευματικός πατήρ μάχεται γιά νά «προσλάβει» ὅλο τόν πνευματικό υἱό ἤ τήν πνευματική θυγατέρα. Γίνεται μιά ἀληθινή «ἀλληλοπεριχώρηση», ἀλληλοκατανόηση, ἀλληλοεπικοινωνία ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νύκτα καί ἡμέρα ἀγωνιζόταν μέ ὠδῖνες σάν τῆς ἑτοιμόγεννης μητέρας καί μέ πολλά δάκρυα μέχρι νά ἀναγεννηθεῖ «ἐν Χριστῷ» ὁ νέος ἄνθρωπος. Τό ἴδιο συμβαίνει, σέ προσωπικές ἀναλογίες πάντοτε, καί μέ τούς σημερινούς πνευματικούς πατέρες καί τά πνευματικά τέκνα μέσα στόν ἱερό στίβο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.

Ὅλην αὐτή τή μυσταγωγία τῆς μετανοίας τοῦ πνευματικοῦ πατρός καί τοῦ πνευματικοῦ παιδιοῦ τήν κατεργάζεται τό Πνεῦμα τό Ἅγιο σ’ αὐτούς πού ἐπιθυμοῦν τήν κάθαρσή τους καί τήν ἐν Χριστῷ τελείωση.

Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη χαρά στή μετανοοοῦσα ψυχή ἀλλά καί στόν πνευματικό πατέρα, ὅταν σχίζεται ὁ δερμάτινος χιτώνας τῆς πωρώσεως καί τῆς ἀναισθησίας καί ἀρχίζει νά ἀνθεῖ καί νά μεταλαμπαδεύεται ἡ νέα «ἐν Χριστῷ» ζωή.

Ὅλα τά παραπάνω, παρακαλῶ πολύ, νά μή θεωρηθεῖ ἀπό κανένα ἀδελφό ἀναγνώστη, ὅτι ἔχουν κάποια ἔμμεση ἔστω σχέση μέ τό δικό μου πρόσωπο ὡς πνευματικοῦ.

Ὅ,τι εὐτελές ἔχω ἀποτυπώσει σ’ αὐτές τίς σελίδες ἀποτελεῖ προσωπική ἐμπειρία μου ὡς ἐξομολογουμένου. Ἑπομένως τά γραφόμενα ἀπότελοῦν ἀδέξια ἀπόπειρα φόρου τιμῆς στούς ἀξίους πνευματικούς πατέρες πού στό τέλος τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἀφιερώνουν τή ζωή τους στήν Ὕψιστη αὐτή ποιμαντική θεανθρώπινη λειτουργία, σ’ αὐτό τό ὑπέρλαμπρο ἔργο παραδοσιακῆς Ἀγωγῆς.

Τέλος τά γραφόμενα συνιστοῦν ἔμμεση περιγραφή τοῦ «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ» πολιοῦ πνευματικοῦ μου πατρός, μέ τήν εὐλογία τοῦ ὁποίου «τάς εὐχάς ἐξαιτοῦμαι» γιά κάθε «ἐν Χριστῷ» ἀδελφό ἀναγνώστη.

Πηγή:http://www.orthros.org

Άρχ. Ἀρχ. Σαράντης Σαράντος: Μεγάλο Ἀπόδειπνο (᾿Ακολουθίες Μ. Σαρακοστῆς)

᾿Οδυσσεύς τοῦ klision: ᾿Επειδή πλησιάζει ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή καί Μ. Σαρακοστή σημαίνει πρωτίστως ἱερές ᾿Ακολουθίες, ἄς ἀφήσουμε τόν π. Σαράντη νά μᾶς ἀναλύσει γιά λίγο τό Μεγάλο ᾿Απόδειπνο. Οἱ ἀκολουθίες τῆς περιόδου αὐτῆς ἄς γίνουν τό στήριγμά μας στό στάδιο τῆς νηστείας πού σέ λίγο ἀνοίγει...




(ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία στό Μοναστήρι τῶν Εἰσοδίων)

Ἀρχίζουμε τήν ὁμιλία μας γιά τό Μεγάλο Ἀπόδειπνο ἀπό τό Καινοδιαθηκικό μέρος του πού εἶναι ἡ πρώτη εὐχή.

«Καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου σου τάς σάρκας ἡμῶν, καί νέκρωσον τά μέλη ἡμῶν τά ἐπί τῆς γῆς, ἵνα καί ἐν τῇ καθ’ ὕπνον ἡσυχίᾳ ἐμφαιδρυνώμεθα τῇ θεωρίᾳ τῶν κριμάτων σου».

Μέ τήν εὐχή αὐτή παρακαλοῦμε τό Θεό καί τοῦ λέμε κατάργησε καί μηδένισε τό σαρκικό μας φρόνημα, ὥστε καί κατά τή διάρκεια τῆς νύκτας νά μήν περάσει αὐτός ὁ χρόνος ὡς μηδενικός, νά μήν εἶναι χρόνος ἄχρηστος στή ζωή μας, νά μήν εἶναι χρόνος πού θά περάσει χωρίς ψυχική καί πνευματική ὠφέλεια ἀλλά νά ἔχουμε τή δυνατότητα κατά τή διάρκεια τῆς νύκτας νά ἀναλογιζόμαστε, καί νά μποροῦμε νά ἔχουμε τή θεωρία, νά ἔχουμε τήν πνευματική θεωρία, νά ἔχουμε τό νοῦ μας στραμμένο στό Θεό, νά ἔχουμε εὐαισθησία στή συνείδησή μας, ὥστε νά λειτουργεῖ καί ἡ προσευχή. Καί ὅλη αὐτή ἡ διάρκεια τοῦ ὕπνου, νά μήν εἶναι χρόνος παθητικός ἀλλά χρόνος ἐνεργητικός, χρόνος μέσα ἀπό τόν ὁποῖο -καλλιεργουμένης τῆς προσευχῆς- καί μέσα στήν ἡσυχία τῆς νύκτας καί μέσα στή χαλαρότητα τῶν ὑπολοίπων πνευματικῶν καί σωματικῶν δυνάμεων, νά ὑπάρχει αὐτή ἡ βαθυτέρα ἀφοσίωση στά σχέδια καί στίς βουλές τοῦ Θεοῦ. Αὐτό σημαίνει ἵνα ἐμφαιδρυνώμεθα τῇ θεωρίᾳ τῶν κριμάτων σου. Νά μποροῦμε μέσα στήν ἡσυχία αὐτή νά ἀποκρυπτογραφοῦμε, νά ἀποκωδικοποιοῦμε τά θελήματα τοῦ Θεοῦ.

Μέ τό κοσμικό φρόνημα τό ὁποῖο μᾶς διακατέχει, ἔχει περάσει ἡ βεβαιότητα πλέον μέσα μας ὅτι αὐτός ὁ χρόνος τῆς νύκτας εἶναι ἕνας χρόνος παθητικός, ἕνας χρόνος σχεδόν χαμένος. Βέβαια οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν φιλοτιμηθεῖ καί ἔχουν ἀρχίσει πλέον νά ζοῦν τήν κατά Θεό, τήν ἐν Χριστῷ πολιτεία, προσπαθοῦν νά ἀξιοποιήσουν καί τή διάρκεια τῆς νύκτας μέ τήν πνευματική μελέτη, μέ τήν πνευματική προσευχή καί μέ τήν ἀνάπαυση καί μέ τήν ξεκούραση τοῦ σώματος, καί ὅλων τῶν ὑπολοίπων ... σέ συνδυασμό μέ αὐτή τήν ἀνάθεση τοῦ ἑαυτοῦ μας στά χέρια τοῦ Θεοῦ.

Τό Μεγάλο λοιπόν Ἀπόδειπνο δέ μοιάζει κατά τό πρῶτο μέρος του, τά δύο τρίτα, μέ τό Μικρό Ἀπόδειπνο. Tό τευλευταῖο ἕνα τρίτο σχεδόν ταυτίζεται μέ τό Μικρό Ἀπόδειπνο, καί ἑπομένως τό Μικρό καί τό Μεγάλο Ἀπόδειπνο συμπλέουν καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ χρόνου, καί προσπαθοῦν ἔτσι καί τά δύο κατά τήν διάρκεια τῆς νύκτας νά ἁγιάζουν ὅλον αὐτόν τόν χρόνο, νά ἁγιάζουν τό νοῦ μας, τήν καρδιά μας, τήν ψυχή μας, τό σῶμα μας, ἔστω καί ἄν αὐτό βρίσκεται σέ μιά νωχελικότητα, σέ μιά ἀνάπαυση καί ξεκούραση. Kαί νά μᾶς δίνουν οἱ εὐχές τοῦ Μικροῦ καί τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου μιά διακριτική ἔγνοια, ὥστε ὁ χρόνος τῆς νύκτας νά μήν περάσει μέ φαντασίες, νά μήν εἶναι μιά συνέχεια τῶν κακῶν πληροφοριῶν καί τῶν κακῶν μηνυμάτων τῆς ἡμέρας, ἀλλά ἐκεῖ στό Ἀπόδειπνο ἄς σταματήσει ἡ κακία τῆς ἡμέρας καί ἄς ἀρχίσει μία νηπτικότερη θά λέγαμε, νηφαλιότερη κατά Χριστόν πνευματική ζωή.

Στήν ἀρχή τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου ἔχουμε τούς ἕξι πρώτους ψαλμούς, οἱ ὁποῖοι ὅπως καί ὁ ἑξάψαλμος ἀναλογικά τοῦ Ὄρθρου, προσπαθοῦν νά μᾶς φέρουν εἰς ἑαυτόν, νά μπορέσουμε νά συγκεντρωθοῦμε καί νά ἑνοποιηθοῦμε ὡς προσωπικότητες. Καί ἀφοῦ στοιχειωδῶς γίνει ἤ ὅσο γίνεται αὐτό, νά ἀρχίσει ἕνας διάλογος μέ τή βοήθεια τοῦ ψαλτηρίου, ἕνας διάλογος μέ τόν Θεό. Τό ψαλτήριο καί εἰδικά αὐτοί οἱ ἕξι ψαλμοί μᾶς βοηθοῦν νά κάνουμε αὐτό τό διάλογο πιό συγκεκριμένο, πρῶτον ὡς μία αὐτοκριτική καί μιά ἀνασκόπηση τῆς ἡμέρας, καί δεύτερον νά μᾶς βοηθήσουν νά ἀξιοποιήσουμε πνευματικῶς τό ὑπόλοιπο μετά τήν ἡμέρα, τή νύχτα.

Μετά ἀπό τούς ἕξι αὐτούς ψαλμούς ἔχουμε τούς στίχους οἱ ὁποῖοι μᾶς φέρνουν μπροστά μας θά λέγαμε ὅλη τή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Μᾶς φέρνουν μπροστά στό Χριστό μας, στήν Παναγία καί στίς ἐπί μέρους κατηγορίες τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, τούς ὁποίους ἐπικαλούμαστε, ζητοῦμε τή βοήθειά τους ὥστε αὐτό τό διάστημα πού ἀρχίζει μετά τό δεῖπνο, καί φυσικά μέσα σ’ αὐτό θά περιλαμβάνεται ὁ περισσότερος χρόνος ὡς ὕπνος, νά ὑπάρχει αὐτή ἡ Ἐκκλησιολογική συνείδηση, νά κοιμηθοῦμε πιστεύοντας ὅτι δέν εἴμαστε μόνοι, ὅτι δέν εἴμαστε ἀπομονωμένοι. Καί ἐφ’ ὅσον ἐρχόμαστε κοντά μέ τούς Ἁγίους μας καί ζητοῦμε τήν βοήθειά τους ἀσφαλῶς φεύγει ὁ παράλογος φόβος πού προκαλεῖ ἡ νύκτα. Καί ἀρχίζει πλέον μιά χαρισματική ἐπικοινωνία μέ τόν ἅγιο Ἄγγελο τῆς ζωῆς μας, μέ τούς Ἁγίους μας, μέ τόν τιμώμενο Ἅγιο πού ἤδη ἔχει ἀρχίσει να ἑορτάζει ἀπό τόν ἑσπερινό πού προηγήθηκε τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἀποδείπνου, καί ἑπομένως κοιμόμαστε ὄχι μέ αὐτό τό αἴσθημα τῆς μοναξιᾶς, εἶμαι μόνος καί ἔρημος στόν κόσμο, δέν μέ καταλαβαίνει κανείς, δέν μέ καταλαβαίνει ὁ σύντροφός μου, δέν μέ καταλαβαίνουν τά παιδιά μου, δέν μέ καταλαβαίνουν οἱ συνεργάτες μου, εἶμαι μόνος. Ἄν τό Ἀπόδειπνο γίνει μέ τήν ἐπιστράτευση τῆς λεπτῆς προσοχῆς μας, τῆς ἐσωτερικῆς προσοχῆς μας, εἶναι ἀδύνατο νά κοιμηθοῦμε καί νά ἔχουμε τό αἴσθημα τῆς μοναξιᾶς, νά ἔχουμε τούς φόβους καί τίς φοβίες πού πάρα πολλοί ἄνθρωποι ἔχουν καί δέν μποροῦν νά περάσουν τίς νύχτες τους καί χρησιμοποιοῦν τά διάφορα φάρμακα, τά ὑπνωτικά, τά ἀγχολυτικά, γιά νά μπορέσουν νά ἔχουν κάποιον ὕπνο, δηλαδή λήθη τῆς ζωῆς. Γιατί τά φάρμακα τά ὑπνωτικά καί τά ἀγχολυτικά δέν κάνουν τίποτα ἄλλο, παρά νά νεκρώνουν τό χρόνο, νά νεκρώνουν τή δραστηριότητα, νά νεκρώνουν τή μνήμη τοῦ ἀνθρώπου καί νά μᾶς ἀφαιροῦν πολυτιμότατες διαστάσεις ζωῆς πού μποροῦμε νά ἔχουμε καί κατά τή διάρκεια τοῦ ὕπνου. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας γνωρίζει πάρα πολύ καλά λοιπόν καί αὐτό φαίνεται ἀπό αὐτά τά ἀντιπροσωπευτικότατα κείμενα τοῦ Μικροῦ καί τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου, καί πιστεύει ἡ Ἐκκλησία μας ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι τιμημένος μέ πάρα πολλά χαρίσματα καί αὐτά τά χαρίσματα ἐξυπακούεται καί ὑπονοεῖται ὅτι πρέπει νά τά καλλιεργοῦμε κατά τή διάρκεια τῆς ἡμέρας, μέ ἄλλους τρόπους ἀλλά καί ἡ νύχτα εἶναι πεδίον ἀναλόγων, ἀναλογικῶν ἀγώνων. Ἀκουμπᾶμε τόν ἑαυτό μας στό κρεβάτι, τό νοῦ μας καί τήν ψυχή μας τήν ἀκουμπᾶμε στή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί προσπαθοῦμε ἔτσι νηφάλιοι καί εἰρηνικοί, ἀναπαυόμενοι στή Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά ἔχουμε αὐτήν ὅπως εἴπαμε τήν ἀμυδρή ἔστω βεβαιότητα ὅτι δέν εἴμαστε μόνοι ἀλλά συντροφευόμαστε.

Στό σημεῖο αὐτό ἐνθυμοῦμαι κάτι πού ἔλεγε ὁ γέροντας Παΐσιος, ὅταν πρωτοπῆγε στό καλύβι του καί ἔμεινε μόνος του, κάποια στιγμή τόν πείραξε ὁ λογισμός ὅταν νύχτωσε καί ὁ πονηρός φυσικά τοῦ ὑπέβαλε κάποια φοβία καί τοῦ εἶπε, μά εἶσαι μόνος· ἄν κάποιοι κακοποιοί, ἄν κάποιοι ληστές ἔρθουν καί θελήσουν νά παραβιάσουν τό κελί σου τί θά κάνεις; Καί σχεδίαζε μέ τό νοῦ του νά βάλει κάποια κλειδωνιά, ἀλλά καί πάλι δέν ἱκανοποιεῖτο ὁ λογισμός, μετά σκεφτόταν νά βάλει μιά μπάρα, ἀλλά καί πάλι ὅσο ἄφηνε περιθώρια στό λογισμό, ὅταν λέμε λογισμό ἐννοοῦμε τόν ὑπαγορευμένο ἀπό τόν ἀρχέκακο ὄφη τῆς πονηρίας, τόν διάβολο… Μετά σκέφτηκε νά βάλει καί δεύτερη μπάρα καί ἐκείνη τή στιγμή ἄρχισε νά ἔχει ἀγωνία καί κατάλαβε ἀπό τήν ἀγωνία τουλάχιστον ὅτι ὅλα αὐτά πού σκέφτεται εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ, κατάλαβε ὅτι εἶναι οἱ πλεκτάνες καί οἱ μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου γιά νά τοῦ ἐγκαινιάσουν μιά περίοδο φοβιῶν, ἐπειδή θά εἶναι μόνος τελείως, καί ἡρωϊκά, ἀντιστασιακά φερόμενος ὁ γέροντας δέν ἔκανε τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτά, ἀλλά εἶπε, δέν κάνω τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτά, δέν παίρνω μέτρα ἀσφαλείας, γιατί ὅλα αὐτά συνοδεύονται ἀπό τήν ἀγωνία πού εἶναι ἐκ τοῦ διαβόλου καί ἀφήνω τά πάντα, τόν ἑαυτό μου, τή ζωή μου στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Καί φυσικά ὅλα τά ὑπόλοιπα χρόνια του, ὅσα ἔζησε ἐκεῖ στό κελάκι αὐτό, δέν εἶχε ἀπ' ὅτι γνωρίζουμε τέτοιου εἴδους περιπέτειες πού τοῦ ὑπέβαλε ἐκείνη τήν πρώτη νύχτα πού πῆγε στό κελάκι του, ὁ πειρασμός.

Στή συνέχεια θά πρέπει νά ποῦμε ὅτι ἀφοῦ ἀρχίζουμε πλέον μέσα ἀπό αὐτή τήν ἀνάγνωση τῶν ψαλμῶν μετά τῶν στίχων πού μιλοῦν γιά τούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας καί προσπαθοῦμε νά ἑλκύσουμε τήν προστασία τους καί τή χάρη τους, ἔχουμε κάπως ἠρεμήσει, ἔχουμε ἀποβάλει τό φόρτο τῆς ἡμέρας καί ἡ ψυχή μας ζητάει μιά ὁμολογία. Γι’ αὐτό περίπου στό μέσο καί λίγο πρός τό τέλος ἔχουμε τήν ἀπαγγελία, τήν ὁμολογία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως πού δέν εἶναι αὐτό ἕνα μάθημα ἀλλά εἶναι μιά βεβαιότητα τήν ὁποία θέλουμε νά λέμε νά ἀκοῦμε καί νά χορταίνουμε καθημερινά γιατί αὐτή εἶναι ἡ βάση ὅλη τῆς πίστεώς μας, εἶναι ἡ ζωή μας, εἶναι ἡ δραστηριότητά μας, ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν. Ἐν τῷ Τριαδικῷ Θεῷ τόν ὁποῖο ὁμολογοῦμε μέ τό σύμβολο τῆς πίστεως.

Ἐπίσης αὐτό πού αἰσθάνεται πολλές φορές τήν ἀνάγκη νά ἀναφέρει ὁ πιστός κατά τήν διάρκεια τοῦ Ἀποδείπνου ὅπως τὄχετε καταλάβει, ὅπως τὄχετε ἀκούσει, ὅπως τὄχετε συνειδητοποιήσει, εἶναι ἀρκετές φορές νά λένε τήν Κυριακή προσευχή, τό Πάτερ Ἡμῶν. Καί τοῦτο διότι ἡ Κυριακή Προσευχή σέ τέσσερις πέντε στάσεις μέσα στό Μεγάλο Ἀπόδειπνο συνοψίζει ὅλη μας τήν ἀναφορά πρός τό Θεό. Ἐφ’ ὅσον ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας μᾶς δίδαξε τήν Κυριακή Προσευχή, αἰσθανόμαστε καί μεῖς αὐτή τήν ἐσωτερική ἀνάγκη νά τήν ἀναφέρουμε ὄχι ἅπαξ ἀλλά πολλάκις, ἀκριβῶς γιά νά θεμελιώνεται ὅλο τό οἰκοδόμημα τό λειτουργικό τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου, μέ αὐτές τίς τόσο γερές θεμελιώσεις. Ὅπως στό Ναό μας ἔχουμε κάποιες κολῶνες πού κρατοῦν στατικά ὅλο τό οἰκοδόμημα, ἔτσι ἡ Κυριακή Προσευχή πού λέγεται περισσότερες ἀπό μία φορές, κρατάει ὅλο τό οἰκοδόμημα τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου καί ταυτόχρονα κρατάει τήν ψυχή μας, τό νοῦ μας, τήν καρδιά μας, ὅλη μας τήν πνευματική ζωή, τήν κρατάει σέ μιά ἐγρήγορση καί σέ μιά συνοπτική ἐκζήτηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.

Μετά ἀπό τίς εὐχές πού εἶναι ἀριστουργηματικές καί κυρίως τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἔχουμε τόν Ν΄ ψαλμό ὁ ὁποῖος συνοψίζει καί ὅλο τό ἱερό ψαλτήριο καί μόνο αὐτός ὁ Ν΄ ψαλμός μπορεῖ νά καθαρίσει τή ψυχή μας. Εἶναι μιά προσωπική μυστική ἐξομολόγηση σέ καθημερινή βάση, καί δέν ἔχουν ἄδικο ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι πού μᾶς λένε πολλές φορές, ὅτι ἐγώ Πάτερ πηγαίνω στήν εἰκόνα καί ἐξομολογοῦμαι τίς ἁμαρτίες μου καί εἰρηνεύω. Ἐκεῖ πολλές φορές ἀπαντάω στούς ἀνθρώπους αὐτούς μά τί καλύτερο ἀπ’ αὐτό. Εἶναι πράγματι πάρα πολύ σπουδαία αὐτή ἡ ἐμπειρία, ἀρκεῖ φυσικά νά εἶναι ἐπικοινωνία, νά μήν εἶναι μιά αἰτιολογία, νά μήν εἶναι ἕνα ἄλλοθι, γιά νά ἀποφύγει τήν ἱερά ἐξομολόγηση. Καί μακάρι αὐτό νά τό κάνουμε καθημερινά καί συνειδητά. Δηλαδή μέσα σ’ αὐτό τό χῶρο τῆς προσευχῆς μας, νά ὑπάρχει καί μιά μυστική ἐσωτερική ἐξομολόγηση πρός τόν Κύριό μας, ὅπως ἔκανε ὁ Δαβίδ, ὁ ὁποῖος κάθε βράδυ ἔλουζε τό στρῶμα του καί τό μαξιλάρι του μέ τά δάκρυά του καί μετά ἀπό μιά τέτοια ἐξαγόρευση μυστική, προσωπική, ἐσωτερική ὅλων τῶν κριμάτων του, καθαριζόταν ἡ συνείδησή του, καί πλέον κοιμόταν ἥσυχος, ἤρεμος, ἀναπαυμένος καί μποροῦσε τότε ἀπό ἐκεῖ καί πέρα νά ἔχει μυστικές πνευματικές ἐσωτερικές ἀναβάσεις.

Μετά τόν Ν΄ ψαλμό, πάρα πολύ σημαντική εἶναι ἡ Δοξολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ καί οἱ δύο τελευταῖες εὐχές τίς ὁποῖες λέμε σέ σταθερή ἐτήσια βάση κάθε βράδυ καί στό μικρό Ἀπόδειπνο, «Ἄσπιλε ἀμόλυντε…» καί «Καί δός ἡμῖν Δέσποτα…» Ἐγκωμιάζουμε τήν Παναγία μας ὄχι γιατί ἡ Παναγία μας ἔχει ἀνάγκη ἀπ’ τόν ἐγκωμιασμό μας, ἀλλά παραθέτοντας ἐμεῖς τά χαρίσματα τῆς Παναγίας καί ἀκούγοντάς τα καί ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ὠφελούμαστε, ἀλλά καί ἡ ἄκρως ταπεινή Παναγία μας, πού τώρα πλέον εἶναι ἕνα καθολικό πρόσωπο, ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ νά ποῦμε ὅτι φιλοτιμεῖται, ἐπειδή ἐμεῖς φιλοτιμούμαστε, νά μᾶς προσέξει ἰδιαιτέρως καί νά μᾶς χαρίζει αὐτή τή δυνατότητα νά τήν καταλαβαίνουμε, νά τή νοιώθουμε κοντά μας. Ὅπως λένε οἱ ἁγιορεῖτες νά τήν πιάνουμε ἀπό τό φόρεμα, ἀπ’ τό φουστάνι, ὅπως πιάναμε τό φόρεμα τῆς μητέρας μας πού εἴμαστε μικροί καί δέν ἡσυχάζαμε ἄν δέν εἴμαστε κοντά στό φουστάνι της.

Καί στό τέλος βέβαια ὅλη αὐτή ἡ πορεία καταλήγει στόν Κύριο τῶν Κυριευόντων, τόν Κύριό μας ὅπου καί ἐκεῖ προσπαθοῦμε ἀφοῦ ἔχουμε ἀποκτήσει πλέον, κάποιες πνευματικές προϋποθέσεις νά τοῦ μιλήσουμε πιό προσωπικά καί πιό ἄμεσα, καί νά ἐξασφαλίσουμε τή σκέπη Του καί τήν προστασία Του.

Τί κρίμα ἀντί νά γίνεται ὅλη αὐτή ἡ πνευματική ἐργασία νά εἶναι μέσα στήν κρεβατοκάμαρά μας ἡ αἰσχρή τηλεόραση! Καί πολλές φορές αὐτή νά συνοδεύει μέ τίς πληροφορίες της καί μέ τά αἰσχρά καί ἀνήσυχα μηνύματά της, νά συντροφεύει ὅλο τόν ὕπνο μας. Καί φυσικά ὅλα ὅσα προαναφέραμε εἶναι οὐτοπία, εἶναι ἀνύπαρκτα, εἶναι ἄγνωστα. Εὐτυχῶς πού τά μοναστήρια μας σέ καθημερινή βάση ἔχουν αὐτές τίς ἐμπειρίες καί μέσα ἀπό τίς ἐμπειρίες τῶν ἁγίων μοναχῶν κάτι παίρνουμε καί μεῖς, κάτι λίγο, κάπου καί μεῖς φιλοτιμούμαστε, θυμόμαστε κάποτε κάποτε ὅτι θά πρέπει νά τηροῦμε αὐτά τά πνευματικά μας καθήκοντα. Ὅπως ἔλεγε ἕνας ἅγιος ἁγιορείτης γέροντας, ἔστω καί ἄν τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ Ἀποδείπνου περάσει τυπικά, ἄς ποῦμε δέν ἔχουμε προσέξει ὅλο τό Ἀπόδειπνο, ὅμως σέ κάποια στιγμή ἡ Χάρις τοῦ φιλανθρωποτάτου Κυρίου μας θά μᾶς ἁρπάξει καί ἐπειδή κάνουμε ἕναν κόπο γιά νά τηρήσουμε ἀκριβῶς τά πνευματικά μας καθήκοντα ἔρχεται ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου καί κάπου μᾶς ἀγγίζει τήν ψυχή, κάπου μᾶς δίνει κάποιους καλούς λογισμούς, καί ἔτσι κοιμόμαστε εἰρηνικοί καί ἥσυχοι.

Ὅλη αὐτή ἡ διαδικασία τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου κατά τή διάρκεια τῆς Μ. Τεσαρακοστῆς ἔχει πολλά νά μᾶς προσφέρει καί γι’ αὐτό ἡ φιλανθρωπότατη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ἔχοντας αὐτοσυνειδησία τοῦ τόσο πλουσίου πνευματικοῦ καί χαρισματικοῦ δυναμικοῦ πού περιλαμβάνει τό Μεγάλο Ἀπόδειπνο, τό ἔχει φέρει καί στίς ἐνορίες μας καί τελοῦμε τήν ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου σέ κάποια σύντομη ὥρα 5 ἕως 6 τό ἀπόγευμα καί πρό τοῦ δείπνου, δηλ. κάπου γίνεται πρόδειπνο, αὐτό δέν εἶναι Ἀπόδειπνο, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀξίζει ἔστω καί πρόδειπνο νά εἶναι, νά εἶναι πρόδειπνος ἀκολουθία καί μπορεῖ ἔστω καί ἔτσι νά βοηθήσει γιά νά ἀποκτήσουμε καί μεῖς, ἄν ὄχι στόν κανονικό χρόνο του, κατ’ οἰκονομία νά ἀποκτήσουμε κάποιες ἀνάλογες ἐμπειρίες.

Πλούσια πνευματική ἐν Χριστῷ τροφή μᾶς προσφέρει ἡ Ἐκκλησία μας πρίν ἀπό τόν ὕπνο, γιά νά μπορέσουμε νά ἀξιοποιήσουμε μοναδικά τίς ὧρες τοῦ ὕπνου, στίς ὁποῖες θέλουμε ἡ ἄκτιστη θεία Χάρη νά ἔχει λόγο καί ἐπίδραση θεανθρώπινη.

Πηγή:http://www.orthros.org

Γέροντος Παΐσιου: «Τι βάσανα έχει ο κόσμος - Ασφάλειες και... ανασφάλεια»




Λόγοι Α΄

ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2001

Τι βάσανα έχει ο κόσμος


Ατέλειωτα είναι τα βάσανα του κόσμου. Μια γενική αποσύνθεση, οικογένειες, μικροί-μεγάλοι. Κάθε μέρα η καρδιά μου γίνεται κιμάς. Τα περισσότερα σπίτια είναι γεμάτα από στενοχώριες, από αγωνία, από άγχος. Μόνο στα σπίτια που ζουν κατά Θεόν είναι καλά οι άνθρωποι. Στα άλλα, διαζύγια, άλλοι χρεωκοπημένοι, άλλοι άρρωστοι, άλλοι τρακαρισμένοι, άλλοι με ψυχοφάρμακα, με ναρκωτικά!... Λίγο-πολύ όλοι, οι καημένοι, έχουν έναν πόνο. Ιδίως τώρα, δουλειές δεν έχουν, χρέη από 'δω, βάσανα από 'κει, τους τραβούν οι Τράπεζες, τους βγάζουν από τα σπίτια, ένα σωρό! Και δεν είναι μια και δυο μέρες! Και αν ένα-δυο παιδιά σε μια τέτοια οικογένεια είναι γερά, αρρωσταίνουν από αυτήν την κατάσταση. Πολλές οικογένειες από αυτές μια μέρα να είχαν το αμέριμνο, την ξενοιασιά των
μοναχών, θα είχαν το καλύτερο Πάσχα.
Τι δυστυχία υπάρχει στον κόσμο! Όταν κανείς πονάη και ενδιαφέρεται για τους άλλους και όχι για τον εαυτό του, τότε όλο τον κόσμο τον βλέπει σαν σε ακτινογραφία με τις ακτίνες τις πνευματικές... Πολλές φορές, εκεί που λέω την ευχή, βλέπω μικρούτσικα παιδάκια, τα καημένα, να περνούν μπροστά μου θλιμμένα και να παρακαλούν τον Θεό. Τα βάζουν οι μανάδες τους να κάνουν προσευχή, γιατί έχουν προβλήματα, δυσκολίες στην οικογένεια και ζητούν βοήθεια από τον Θεό. Γυρίζουν το κουμπί στην ίδια συχνότητα, και
έτσι επικοινωνούμε!


Ασφάλειες και... ανασφάλεια

Σήμερα ο κόσμος γέμισε ασφάλειες-ανασφάλειες, αλλά, για να είναι απομακρυσμένος από τον Χριστό, νιώθει την μεγαλύτερη ανασφάλεια. Σε καμμιά εποχή δεν υπήρχε η ανασφάλεια που έχουν οι σημερινοί άνθρωποι. Και επειδή δεν τους βοηθούν οι ανθρώπινες
ασφάλειες, τρέχουν τώρα να μπουν στο καράβι της Εκκλησίας, για να νιώσουν πνευματική ασφάλεια, γιατί βλέπουν ότι το κοσμικό καράβι βούλιαξε. Αν όμως δουν ότι και στο καράβι της Εκκλησίας μπαίνει λίγο νερό, ότι και εκεί έχουν πιασθή από το κοσμικό πνεύμα και δεν υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, τότε θα απογοητευθούν οι άνθρωποι, γιατί δεν θα έχουν μετά από που να πιασθούν.
Ο κόσμος υποφέρει, χάνεται και δυστυχώς είναι αναγκασμένοι όλοι οι άνθρωποι να ζουν μέσα σ' αυτήν την κόλαση του κόσμου. Νιώθουν οι περισσότεροι μια μεγάλη εγκατάλειψη, μια αδιαφορία -ιδίως τώρα- από παντού. Δεν έχουν από που να κρατηθούν. Είναι αυτό που λένε: “Ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά του πιάνεται”. Αυτό δείχνει ότι ο πνιγμένος ζητάει από κάπου να πιασθή, να σωθή. Βλέπεις, το καράβι βουλιάζει και ο άλλος πάει να πιασθή από το κατάρτι. Μα, αφού το καράβι κινδυνεύει να βουλιάξη, δεν σκέφτεται ότι και το κατάρτι θα βουλιάξη. Πιάνεται από το κατάρτι και βουλιάζει πιο γρήγορα! Θέλω να πω ότι οι άνθρωποι ζητούν κάπου να ακουμπήσουν, από κάπου να πιασθούν. Και αν δεν έχουν πίστη να ακουμπήσουν σ' αυτήν, αν δεν εμπιστευθούν στον Θεό, ώστε να εγκαταλείψουν τελείως τον εαυτό τους σ' Αυτόν, θα βασανίζωνται. Μεγάλη υπόθεση η εμπιστοσύνη στον Θεό!
Τα χρόνια που περνούμε είναι πολύ δύσκολα και πολύ επικίνδυνα, αλλά τελικά θα νικήσει ο Χριστός. Θα δήτε πως θα εκτιμήσουν την Εκκλησία. Αρκεί εμείς να είμαστε σωστοί. Θα καταλάβουν ότι αλλιώς δεν γίνεται χωριό. Και οι πολιτικοί έχουν πλέον καταλάβει ότι, αν κάποιοι μπορούν να βοηθήσουν τώρα σ' αυτό το τρελλοκομείο που έχει γίνει ο κόσμος, αυτοί είναι οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Μη σας φαίνεται παράξενο! Οι πολιτικοί μας σήκωσαν τα χέρια. Ήρθαν στο Καλύβι μερικοί και μου είπαν: “Οι καλόγεροι πρέπει να κάνουν ιεραποστολή, αλλιώς δεν γίνεται”. Δύσκολα χρόνια! Αν γνωρίζατε σε τι κατάσταση βρισκόμαστε και τι μας περιμένει!...

συνεχίζεται.....
Πηγή:http://anavaseis.blogspot.com

῎Ερευνα-σόκ:"Τα παιδιά ξέχασαν την Ελληνική Γλώσσα"


Τετάρτη, Φεβρουάριος 10, 2010

Μια ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ μας αποκαλύπτει ......

Στην παθογένεια του εκπαιδευτικού μας συστήματος, στην εμμονή με το Διαδίκτυο και τον εκφυλισμό της επικοινωνίας μεταξύ των νέων, αποδίδονται οι αιτίες του ανησυχητικού φαινομένου του αναλφαβητισμού στα σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στη χώρα μας. Όπως επισημαίνεται σε έρευνα του εκπαιδευτικού αναλυτή Χρήστου Κάτσικα, τα αποτελέσματα της οποίας υπερθεματίζει η συνδικαλίστρια και γνωστή φιλόλογος κ. Αρετή Σπαχή, το 20-30% των νέων σε πανελλαδικό επίπεδο είναι αναλφάβητοι και δεν μπορούν να κατανοήσουν πλήρως τις έννοιες ενός κειμένου.
«Κρίνοντας από τα δεδομένα των μαθητών του Ηρακλείου» επισημαίνει η κ. Σπαχή «και από την εμπειρία στη διδασκαλία μαθητών Λυκείου, θα έλεγα ότι το ποσοστό των μαθητών που δεν κατανοεί ένα κείμενο κυμαίνεται μεταξύ 25-30%. Αυτό αποδεικνύεται από το υψηλό ποσοστό αποτυχίας που σημειώνεται κάθε χρόνο στις πανελλαδικές εξετάσεις στο μάθημα της Έκθεσης, που φθάνει το 50-60%». Ερμηνεύοντας τα αίτια του γεγονότος αυτού - που μόνο που προβληματισμό θα έπρεπε να προκαλέσει - η κ. Σπαχή τονίζει ότι οι μαθητές του Λυκείου αγνοούν τα θεμέλια του λόγου και δεν γνωρίζουν συντακτικό, αφού στην ουσία το μάθημα της γραμματικής «έχει καταργηθεί» από το Γυμνάσιο. «Υπάρχουν περιπτώσεις μαθητών που στην έκθεση αδυνατούν να συντάξουν μία κύρια πρόταση. Γράφουν δηλαδή δύο και τρεις παραγράφους κειμένου, χωρίς σ' αυτές να περιλαμβάνεται ρήμα. Το ζητούμενο όμως είναι ότι το ίδιο το σχολείο δεν εστιάζει στο λόγο, που είναι απαραίτητος για την κατανόηση ακόμη και των θετικών επιστημών. Συνέπεια του γεγονότος αυτού είναι ότι οι μαθητές δεν μπορούν να δομήσουν τη σκέψη τους και στερούνται της οπτικής εικόνας της λέξης», επισημαίνει η εκπαιδευτικός.
Παράλληλα, σύμφωνα με την κ. Σπαχή σημαντική επίδραση στον τρόπο με τον οποίο οι έφηβοι γράφουν και σκέπτονται σήμερα έχει το Διαδίκτυο και οι ατέλειωτες ώρες που αναλώνουν μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή τους. «Οι μαθητές» μας λέει «δεν έχουν πια καμία επαφή με το έντυπο κάθε μορφής. Ό,τι θέλουν να βρουν θα το αναζητήσουν στο ηλεκτρονικό "ψαχτήρι" με αποτέλεσμα το 10% του γραπτού τους λόγου να περιλαμβάνει μισές λέξεις, ακατάληπτες εκφράσεις και αργκό. Φυσικά ούτε λόγος να γίνεται για το επίπεδο της ορθογραφίας τους». Την ίδια ώρα ωστόσο, όταν οι μαθητές στο μάθημα του «Θουκυδίδη» στο Λύκειο έρχονται σε επαφή για πρώτη φορά με την ετυμολογία σαγηνεύονται, όπως τονίζει η κ. Σπαχή, πράγμα που σημαίνει ότι για την κατάσταση που διαμορφώνεται ευθύνεται κυρίως το εκπαιδευτικό σύστημα.
Όσο για την Ιστορία, οι μαθητές είναι εκ των πραγμάτων ανιστόρητοι, δεδομένου ότι στην ύλη του μαθήματος δεν υπάρχει ιστορική συνέχεια, αφού διδάσκεται αποσπασματικά και μονομερή, σε βιβλία που έχουν δεχθεί σφοδρή κριτική από τους εκπαιδευτικούς. Ενδεικτικό είναι ότι ιστορική παιδεία δεν υπάρχει στην ουσία αφού για παράδειγμα η νεότερη ιστορία της Ελλάδας, εδώ και χρόνια δεν διδάσκεται πια. Συνεπώς, όπως επισημαίνει η κ. Σπαχή «δεν λειτουργείς χωρίς ιστορικό πλαίσιο σε κανένα επίπεδο». Στη σχετική έρευνά του ο κ. Κάτσικας καταλήγει: «Ολοένα και περισσότεροι μαθητές αδυνατούν να αρθρώνουν συνεχή λόγο, να ελέγχουν και να λογικοποιούν τις σκέψεις τους χωρίς χάσματα και αντιφάσεις, να κάνουν λογικές αφαιρέσεις ή να κατανοούν γραπτά κείμενα εκτός από τα υποτυπώδη, που σκοντάφτουν σε ερωτήσεις που απαιτούν κρίση. Το ζήτημα είναι πάρα πολύ σοβαρό, καθώς στη γενίκευση του φαινομένου μπορούμε να μιλήσουμε για την εφιαλτική προοπτική μιας τεχνολογικώς υπεραναπτυγμένης και παράλληλα πειθαρχημένης κοινωνίας "κατακερματισμένων ανθρώπων" - υπηκόων, ένα είδος "προσοντούχων αγραμμάτων" και αργότερα "σοφών άσχετων"».

Κείμενο: Ελίνα Φαρσάρη από την Εφημερίδα ΤΟΛΜΗ