"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Άρχ. Ἀρχ. Σαράντης Σαράντος: Μεγάλο Ἀπόδειπνο (᾿Ακολουθίες Μ. Σαρακοστῆς)

᾿Οδυσσεύς τοῦ klision: ᾿Επειδή πλησιάζει ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή καί Μ. Σαρακοστή σημαίνει πρωτίστως ἱερές ᾿Ακολουθίες, ἄς ἀφήσουμε τόν π. Σαράντη νά μᾶς ἀναλύσει γιά λίγο τό Μεγάλο ᾿Απόδειπνο. Οἱ ἀκολουθίες τῆς περιόδου αὐτῆς ἄς γίνουν τό στήριγμά μας στό στάδιο τῆς νηστείας πού σέ λίγο ἀνοίγει...




(ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία στό Μοναστήρι τῶν Εἰσοδίων)

Ἀρχίζουμε τήν ὁμιλία μας γιά τό Μεγάλο Ἀπόδειπνο ἀπό τό Καινοδιαθηκικό μέρος του πού εἶναι ἡ πρώτη εὐχή.

«Καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου σου τάς σάρκας ἡμῶν, καί νέκρωσον τά μέλη ἡμῶν τά ἐπί τῆς γῆς, ἵνα καί ἐν τῇ καθ’ ὕπνον ἡσυχίᾳ ἐμφαιδρυνώμεθα τῇ θεωρίᾳ τῶν κριμάτων σου».

Μέ τήν εὐχή αὐτή παρακαλοῦμε τό Θεό καί τοῦ λέμε κατάργησε καί μηδένισε τό σαρκικό μας φρόνημα, ὥστε καί κατά τή διάρκεια τῆς νύκτας νά μήν περάσει αὐτός ὁ χρόνος ὡς μηδενικός, νά μήν εἶναι χρόνος ἄχρηστος στή ζωή μας, νά μήν εἶναι χρόνος πού θά περάσει χωρίς ψυχική καί πνευματική ὠφέλεια ἀλλά νά ἔχουμε τή δυνατότητα κατά τή διάρκεια τῆς νύκτας νά ἀναλογιζόμαστε, καί νά μποροῦμε νά ἔχουμε τή θεωρία, νά ἔχουμε τήν πνευματική θεωρία, νά ἔχουμε τό νοῦ μας στραμμένο στό Θεό, νά ἔχουμε εὐαισθησία στή συνείδησή μας, ὥστε νά λειτουργεῖ καί ἡ προσευχή. Καί ὅλη αὐτή ἡ διάρκεια τοῦ ὕπνου, νά μήν εἶναι χρόνος παθητικός ἀλλά χρόνος ἐνεργητικός, χρόνος μέσα ἀπό τόν ὁποῖο -καλλιεργουμένης τῆς προσευχῆς- καί μέσα στήν ἡσυχία τῆς νύκτας καί μέσα στή χαλαρότητα τῶν ὑπολοίπων πνευματικῶν καί σωματικῶν δυνάμεων, νά ὑπάρχει αὐτή ἡ βαθυτέρα ἀφοσίωση στά σχέδια καί στίς βουλές τοῦ Θεοῦ. Αὐτό σημαίνει ἵνα ἐμφαιδρυνώμεθα τῇ θεωρίᾳ τῶν κριμάτων σου. Νά μποροῦμε μέσα στήν ἡσυχία αὐτή νά ἀποκρυπτογραφοῦμε, νά ἀποκωδικοποιοῦμε τά θελήματα τοῦ Θεοῦ.

Μέ τό κοσμικό φρόνημα τό ὁποῖο μᾶς διακατέχει, ἔχει περάσει ἡ βεβαιότητα πλέον μέσα μας ὅτι αὐτός ὁ χρόνος τῆς νύκτας εἶναι ἕνας χρόνος παθητικός, ἕνας χρόνος σχεδόν χαμένος. Βέβαια οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν φιλοτιμηθεῖ καί ἔχουν ἀρχίσει πλέον νά ζοῦν τήν κατά Θεό, τήν ἐν Χριστῷ πολιτεία, προσπαθοῦν νά ἀξιοποιήσουν καί τή διάρκεια τῆς νύκτας μέ τήν πνευματική μελέτη, μέ τήν πνευματική προσευχή καί μέ τήν ἀνάπαυση καί μέ τήν ξεκούραση τοῦ σώματος, καί ὅλων τῶν ὑπολοίπων ... σέ συνδυασμό μέ αὐτή τήν ἀνάθεση τοῦ ἑαυτοῦ μας στά χέρια τοῦ Θεοῦ.

Τό Μεγάλο λοιπόν Ἀπόδειπνο δέ μοιάζει κατά τό πρῶτο μέρος του, τά δύο τρίτα, μέ τό Μικρό Ἀπόδειπνο. Tό τευλευταῖο ἕνα τρίτο σχεδόν ταυτίζεται μέ τό Μικρό Ἀπόδειπνο, καί ἑπομένως τό Μικρό καί τό Μεγάλο Ἀπόδειπνο συμπλέουν καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ χρόνου, καί προσπαθοῦν ἔτσι καί τά δύο κατά τήν διάρκεια τῆς νύκτας νά ἁγιάζουν ὅλον αὐτόν τόν χρόνο, νά ἁγιάζουν τό νοῦ μας, τήν καρδιά μας, τήν ψυχή μας, τό σῶμα μας, ἔστω καί ἄν αὐτό βρίσκεται σέ μιά νωχελικότητα, σέ μιά ἀνάπαυση καί ξεκούραση. Kαί νά μᾶς δίνουν οἱ εὐχές τοῦ Μικροῦ καί τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου μιά διακριτική ἔγνοια, ὥστε ὁ χρόνος τῆς νύκτας νά μήν περάσει μέ φαντασίες, νά μήν εἶναι μιά συνέχεια τῶν κακῶν πληροφοριῶν καί τῶν κακῶν μηνυμάτων τῆς ἡμέρας, ἀλλά ἐκεῖ στό Ἀπόδειπνο ἄς σταματήσει ἡ κακία τῆς ἡμέρας καί ἄς ἀρχίσει μία νηπτικότερη θά λέγαμε, νηφαλιότερη κατά Χριστόν πνευματική ζωή.

Στήν ἀρχή τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου ἔχουμε τούς ἕξι πρώτους ψαλμούς, οἱ ὁποῖοι ὅπως καί ὁ ἑξάψαλμος ἀναλογικά τοῦ Ὄρθρου, προσπαθοῦν νά μᾶς φέρουν εἰς ἑαυτόν, νά μπορέσουμε νά συγκεντρωθοῦμε καί νά ἑνοποιηθοῦμε ὡς προσωπικότητες. Καί ἀφοῦ στοιχειωδῶς γίνει ἤ ὅσο γίνεται αὐτό, νά ἀρχίσει ἕνας διάλογος μέ τή βοήθεια τοῦ ψαλτηρίου, ἕνας διάλογος μέ τόν Θεό. Τό ψαλτήριο καί εἰδικά αὐτοί οἱ ἕξι ψαλμοί μᾶς βοηθοῦν νά κάνουμε αὐτό τό διάλογο πιό συγκεκριμένο, πρῶτον ὡς μία αὐτοκριτική καί μιά ἀνασκόπηση τῆς ἡμέρας, καί δεύτερον νά μᾶς βοηθήσουν νά ἀξιοποιήσουμε πνευματικῶς τό ὑπόλοιπο μετά τήν ἡμέρα, τή νύχτα.

Μετά ἀπό τούς ἕξι αὐτούς ψαλμούς ἔχουμε τούς στίχους οἱ ὁποῖοι μᾶς φέρνουν μπροστά μας θά λέγαμε ὅλη τή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Μᾶς φέρνουν μπροστά στό Χριστό μας, στήν Παναγία καί στίς ἐπί μέρους κατηγορίες τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, τούς ὁποίους ἐπικαλούμαστε, ζητοῦμε τή βοήθειά τους ὥστε αὐτό τό διάστημα πού ἀρχίζει μετά τό δεῖπνο, καί φυσικά μέσα σ’ αὐτό θά περιλαμβάνεται ὁ περισσότερος χρόνος ὡς ὕπνος, νά ὑπάρχει αὐτή ἡ Ἐκκλησιολογική συνείδηση, νά κοιμηθοῦμε πιστεύοντας ὅτι δέν εἴμαστε μόνοι, ὅτι δέν εἴμαστε ἀπομονωμένοι. Καί ἐφ’ ὅσον ἐρχόμαστε κοντά μέ τούς Ἁγίους μας καί ζητοῦμε τήν βοήθειά τους ἀσφαλῶς φεύγει ὁ παράλογος φόβος πού προκαλεῖ ἡ νύκτα. Καί ἀρχίζει πλέον μιά χαρισματική ἐπικοινωνία μέ τόν ἅγιο Ἄγγελο τῆς ζωῆς μας, μέ τούς Ἁγίους μας, μέ τόν τιμώμενο Ἅγιο πού ἤδη ἔχει ἀρχίσει να ἑορτάζει ἀπό τόν ἑσπερινό πού προηγήθηκε τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἀποδείπνου, καί ἑπομένως κοιμόμαστε ὄχι μέ αὐτό τό αἴσθημα τῆς μοναξιᾶς, εἶμαι μόνος καί ἔρημος στόν κόσμο, δέν μέ καταλαβαίνει κανείς, δέν μέ καταλαβαίνει ὁ σύντροφός μου, δέν μέ καταλαβαίνουν τά παιδιά μου, δέν μέ καταλαβαίνουν οἱ συνεργάτες μου, εἶμαι μόνος. Ἄν τό Ἀπόδειπνο γίνει μέ τήν ἐπιστράτευση τῆς λεπτῆς προσοχῆς μας, τῆς ἐσωτερικῆς προσοχῆς μας, εἶναι ἀδύνατο νά κοιμηθοῦμε καί νά ἔχουμε τό αἴσθημα τῆς μοναξιᾶς, νά ἔχουμε τούς φόβους καί τίς φοβίες πού πάρα πολλοί ἄνθρωποι ἔχουν καί δέν μποροῦν νά περάσουν τίς νύχτες τους καί χρησιμοποιοῦν τά διάφορα φάρμακα, τά ὑπνωτικά, τά ἀγχολυτικά, γιά νά μπορέσουν νά ἔχουν κάποιον ὕπνο, δηλαδή λήθη τῆς ζωῆς. Γιατί τά φάρμακα τά ὑπνωτικά καί τά ἀγχολυτικά δέν κάνουν τίποτα ἄλλο, παρά νά νεκρώνουν τό χρόνο, νά νεκρώνουν τή δραστηριότητα, νά νεκρώνουν τή μνήμη τοῦ ἀνθρώπου καί νά μᾶς ἀφαιροῦν πολυτιμότατες διαστάσεις ζωῆς πού μποροῦμε νά ἔχουμε καί κατά τή διάρκεια τοῦ ὕπνου. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας γνωρίζει πάρα πολύ καλά λοιπόν καί αὐτό φαίνεται ἀπό αὐτά τά ἀντιπροσωπευτικότατα κείμενα τοῦ Μικροῦ καί τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου, καί πιστεύει ἡ Ἐκκλησία μας ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι τιμημένος μέ πάρα πολλά χαρίσματα καί αὐτά τά χαρίσματα ἐξυπακούεται καί ὑπονοεῖται ὅτι πρέπει νά τά καλλιεργοῦμε κατά τή διάρκεια τῆς ἡμέρας, μέ ἄλλους τρόπους ἀλλά καί ἡ νύχτα εἶναι πεδίον ἀναλόγων, ἀναλογικῶν ἀγώνων. Ἀκουμπᾶμε τόν ἑαυτό μας στό κρεβάτι, τό νοῦ μας καί τήν ψυχή μας τήν ἀκουμπᾶμε στή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί προσπαθοῦμε ἔτσι νηφάλιοι καί εἰρηνικοί, ἀναπαυόμενοι στή Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά ἔχουμε αὐτήν ὅπως εἴπαμε τήν ἀμυδρή ἔστω βεβαιότητα ὅτι δέν εἴμαστε μόνοι ἀλλά συντροφευόμαστε.

Στό σημεῖο αὐτό ἐνθυμοῦμαι κάτι πού ἔλεγε ὁ γέροντας Παΐσιος, ὅταν πρωτοπῆγε στό καλύβι του καί ἔμεινε μόνος του, κάποια στιγμή τόν πείραξε ὁ λογισμός ὅταν νύχτωσε καί ὁ πονηρός φυσικά τοῦ ὑπέβαλε κάποια φοβία καί τοῦ εἶπε, μά εἶσαι μόνος· ἄν κάποιοι κακοποιοί, ἄν κάποιοι ληστές ἔρθουν καί θελήσουν νά παραβιάσουν τό κελί σου τί θά κάνεις; Καί σχεδίαζε μέ τό νοῦ του νά βάλει κάποια κλειδωνιά, ἀλλά καί πάλι δέν ἱκανοποιεῖτο ὁ λογισμός, μετά σκεφτόταν νά βάλει μιά μπάρα, ἀλλά καί πάλι ὅσο ἄφηνε περιθώρια στό λογισμό, ὅταν λέμε λογισμό ἐννοοῦμε τόν ὑπαγορευμένο ἀπό τόν ἀρχέκακο ὄφη τῆς πονηρίας, τόν διάβολο… Μετά σκέφτηκε νά βάλει καί δεύτερη μπάρα καί ἐκείνη τή στιγμή ἄρχισε νά ἔχει ἀγωνία καί κατάλαβε ἀπό τήν ἀγωνία τουλάχιστον ὅτι ὅλα αὐτά πού σκέφτεται εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ, κατάλαβε ὅτι εἶναι οἱ πλεκτάνες καί οἱ μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου γιά νά τοῦ ἐγκαινιάσουν μιά περίοδο φοβιῶν, ἐπειδή θά εἶναι μόνος τελείως, καί ἡρωϊκά, ἀντιστασιακά φερόμενος ὁ γέροντας δέν ἔκανε τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτά, ἀλλά εἶπε, δέν κάνω τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτά, δέν παίρνω μέτρα ἀσφαλείας, γιατί ὅλα αὐτά συνοδεύονται ἀπό τήν ἀγωνία πού εἶναι ἐκ τοῦ διαβόλου καί ἀφήνω τά πάντα, τόν ἑαυτό μου, τή ζωή μου στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Καί φυσικά ὅλα τά ὑπόλοιπα χρόνια του, ὅσα ἔζησε ἐκεῖ στό κελάκι αὐτό, δέν εἶχε ἀπ' ὅτι γνωρίζουμε τέτοιου εἴδους περιπέτειες πού τοῦ ὑπέβαλε ἐκείνη τήν πρώτη νύχτα πού πῆγε στό κελάκι του, ὁ πειρασμός.

Στή συνέχεια θά πρέπει νά ποῦμε ὅτι ἀφοῦ ἀρχίζουμε πλέον μέσα ἀπό αὐτή τήν ἀνάγνωση τῶν ψαλμῶν μετά τῶν στίχων πού μιλοῦν γιά τούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας καί προσπαθοῦμε νά ἑλκύσουμε τήν προστασία τους καί τή χάρη τους, ἔχουμε κάπως ἠρεμήσει, ἔχουμε ἀποβάλει τό φόρτο τῆς ἡμέρας καί ἡ ψυχή μας ζητάει μιά ὁμολογία. Γι’ αὐτό περίπου στό μέσο καί λίγο πρός τό τέλος ἔχουμε τήν ἀπαγγελία, τήν ὁμολογία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως πού δέν εἶναι αὐτό ἕνα μάθημα ἀλλά εἶναι μιά βεβαιότητα τήν ὁποία θέλουμε νά λέμε νά ἀκοῦμε καί νά χορταίνουμε καθημερινά γιατί αὐτή εἶναι ἡ βάση ὅλη τῆς πίστεώς μας, εἶναι ἡ ζωή μας, εἶναι ἡ δραστηριότητά μας, ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν. Ἐν τῷ Τριαδικῷ Θεῷ τόν ὁποῖο ὁμολογοῦμε μέ τό σύμβολο τῆς πίστεως.

Ἐπίσης αὐτό πού αἰσθάνεται πολλές φορές τήν ἀνάγκη νά ἀναφέρει ὁ πιστός κατά τήν διάρκεια τοῦ Ἀποδείπνου ὅπως τὄχετε καταλάβει, ὅπως τὄχετε ἀκούσει, ὅπως τὄχετε συνειδητοποιήσει, εἶναι ἀρκετές φορές νά λένε τήν Κυριακή προσευχή, τό Πάτερ Ἡμῶν. Καί τοῦτο διότι ἡ Κυριακή Προσευχή σέ τέσσερις πέντε στάσεις μέσα στό Μεγάλο Ἀπόδειπνο συνοψίζει ὅλη μας τήν ἀναφορά πρός τό Θεό. Ἐφ’ ὅσον ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας μᾶς δίδαξε τήν Κυριακή Προσευχή, αἰσθανόμαστε καί μεῖς αὐτή τήν ἐσωτερική ἀνάγκη νά τήν ἀναφέρουμε ὄχι ἅπαξ ἀλλά πολλάκις, ἀκριβῶς γιά νά θεμελιώνεται ὅλο τό οἰκοδόμημα τό λειτουργικό τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου, μέ αὐτές τίς τόσο γερές θεμελιώσεις. Ὅπως στό Ναό μας ἔχουμε κάποιες κολῶνες πού κρατοῦν στατικά ὅλο τό οἰκοδόμημα, ἔτσι ἡ Κυριακή Προσευχή πού λέγεται περισσότερες ἀπό μία φορές, κρατάει ὅλο τό οἰκοδόμημα τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου καί ταυτόχρονα κρατάει τήν ψυχή μας, τό νοῦ μας, τήν καρδιά μας, ὅλη μας τήν πνευματική ζωή, τήν κρατάει σέ μιά ἐγρήγορση καί σέ μιά συνοπτική ἐκζήτηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.

Μετά ἀπό τίς εὐχές πού εἶναι ἀριστουργηματικές καί κυρίως τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἔχουμε τόν Ν΄ ψαλμό ὁ ὁποῖος συνοψίζει καί ὅλο τό ἱερό ψαλτήριο καί μόνο αὐτός ὁ Ν΄ ψαλμός μπορεῖ νά καθαρίσει τή ψυχή μας. Εἶναι μιά προσωπική μυστική ἐξομολόγηση σέ καθημερινή βάση, καί δέν ἔχουν ἄδικο ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι πού μᾶς λένε πολλές φορές, ὅτι ἐγώ Πάτερ πηγαίνω στήν εἰκόνα καί ἐξομολογοῦμαι τίς ἁμαρτίες μου καί εἰρηνεύω. Ἐκεῖ πολλές φορές ἀπαντάω στούς ἀνθρώπους αὐτούς μά τί καλύτερο ἀπ’ αὐτό. Εἶναι πράγματι πάρα πολύ σπουδαία αὐτή ἡ ἐμπειρία, ἀρκεῖ φυσικά νά εἶναι ἐπικοινωνία, νά μήν εἶναι μιά αἰτιολογία, νά μήν εἶναι ἕνα ἄλλοθι, γιά νά ἀποφύγει τήν ἱερά ἐξομολόγηση. Καί μακάρι αὐτό νά τό κάνουμε καθημερινά καί συνειδητά. Δηλαδή μέσα σ’ αὐτό τό χῶρο τῆς προσευχῆς μας, νά ὑπάρχει καί μιά μυστική ἐσωτερική ἐξομολόγηση πρός τόν Κύριό μας, ὅπως ἔκανε ὁ Δαβίδ, ὁ ὁποῖος κάθε βράδυ ἔλουζε τό στρῶμα του καί τό μαξιλάρι του μέ τά δάκρυά του καί μετά ἀπό μιά τέτοια ἐξαγόρευση μυστική, προσωπική, ἐσωτερική ὅλων τῶν κριμάτων του, καθαριζόταν ἡ συνείδησή του, καί πλέον κοιμόταν ἥσυχος, ἤρεμος, ἀναπαυμένος καί μποροῦσε τότε ἀπό ἐκεῖ καί πέρα νά ἔχει μυστικές πνευματικές ἐσωτερικές ἀναβάσεις.

Μετά τόν Ν΄ ψαλμό, πάρα πολύ σημαντική εἶναι ἡ Δοξολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ καί οἱ δύο τελευταῖες εὐχές τίς ὁποῖες λέμε σέ σταθερή ἐτήσια βάση κάθε βράδυ καί στό μικρό Ἀπόδειπνο, «Ἄσπιλε ἀμόλυντε…» καί «Καί δός ἡμῖν Δέσποτα…» Ἐγκωμιάζουμε τήν Παναγία μας ὄχι γιατί ἡ Παναγία μας ἔχει ἀνάγκη ἀπ’ τόν ἐγκωμιασμό μας, ἀλλά παραθέτοντας ἐμεῖς τά χαρίσματα τῆς Παναγίας καί ἀκούγοντάς τα καί ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ὠφελούμαστε, ἀλλά καί ἡ ἄκρως ταπεινή Παναγία μας, πού τώρα πλέον εἶναι ἕνα καθολικό πρόσωπο, ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ νά ποῦμε ὅτι φιλοτιμεῖται, ἐπειδή ἐμεῖς φιλοτιμούμαστε, νά μᾶς προσέξει ἰδιαιτέρως καί νά μᾶς χαρίζει αὐτή τή δυνατότητα νά τήν καταλαβαίνουμε, νά τή νοιώθουμε κοντά μας. Ὅπως λένε οἱ ἁγιορεῖτες νά τήν πιάνουμε ἀπό τό φόρεμα, ἀπ’ τό φουστάνι, ὅπως πιάναμε τό φόρεμα τῆς μητέρας μας πού εἴμαστε μικροί καί δέν ἡσυχάζαμε ἄν δέν εἴμαστε κοντά στό φουστάνι της.

Καί στό τέλος βέβαια ὅλη αὐτή ἡ πορεία καταλήγει στόν Κύριο τῶν Κυριευόντων, τόν Κύριό μας ὅπου καί ἐκεῖ προσπαθοῦμε ἀφοῦ ἔχουμε ἀποκτήσει πλέον, κάποιες πνευματικές προϋποθέσεις νά τοῦ μιλήσουμε πιό προσωπικά καί πιό ἄμεσα, καί νά ἐξασφαλίσουμε τή σκέπη Του καί τήν προστασία Του.

Τί κρίμα ἀντί νά γίνεται ὅλη αὐτή ἡ πνευματική ἐργασία νά εἶναι μέσα στήν κρεβατοκάμαρά μας ἡ αἰσχρή τηλεόραση! Καί πολλές φορές αὐτή νά συνοδεύει μέ τίς πληροφορίες της καί μέ τά αἰσχρά καί ἀνήσυχα μηνύματά της, νά συντροφεύει ὅλο τόν ὕπνο μας. Καί φυσικά ὅλα ὅσα προαναφέραμε εἶναι οὐτοπία, εἶναι ἀνύπαρκτα, εἶναι ἄγνωστα. Εὐτυχῶς πού τά μοναστήρια μας σέ καθημερινή βάση ἔχουν αὐτές τίς ἐμπειρίες καί μέσα ἀπό τίς ἐμπειρίες τῶν ἁγίων μοναχῶν κάτι παίρνουμε καί μεῖς, κάτι λίγο, κάπου καί μεῖς φιλοτιμούμαστε, θυμόμαστε κάποτε κάποτε ὅτι θά πρέπει νά τηροῦμε αὐτά τά πνευματικά μας καθήκοντα. Ὅπως ἔλεγε ἕνας ἅγιος ἁγιορείτης γέροντας, ἔστω καί ἄν τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ Ἀποδείπνου περάσει τυπικά, ἄς ποῦμε δέν ἔχουμε προσέξει ὅλο τό Ἀπόδειπνο, ὅμως σέ κάποια στιγμή ἡ Χάρις τοῦ φιλανθρωποτάτου Κυρίου μας θά μᾶς ἁρπάξει καί ἐπειδή κάνουμε ἕναν κόπο γιά νά τηρήσουμε ἀκριβῶς τά πνευματικά μας καθήκοντα ἔρχεται ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου καί κάπου μᾶς ἀγγίζει τήν ψυχή, κάπου μᾶς δίνει κάποιους καλούς λογισμούς, καί ἔτσι κοιμόμαστε εἰρηνικοί καί ἥσυχοι.

Ὅλη αὐτή ἡ διαδικασία τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου κατά τή διάρκεια τῆς Μ. Τεσαρακοστῆς ἔχει πολλά νά μᾶς προσφέρει καί γι’ αὐτό ἡ φιλανθρωπότατη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ἔχοντας αὐτοσυνειδησία τοῦ τόσο πλουσίου πνευματικοῦ καί χαρισματικοῦ δυναμικοῦ πού περιλαμβάνει τό Μεγάλο Ἀπόδειπνο, τό ἔχει φέρει καί στίς ἐνορίες μας καί τελοῦμε τήν ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου σέ κάποια σύντομη ὥρα 5 ἕως 6 τό ἀπόγευμα καί πρό τοῦ δείπνου, δηλ. κάπου γίνεται πρόδειπνο, αὐτό δέν εἶναι Ἀπόδειπνο, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀξίζει ἔστω καί πρόδειπνο νά εἶναι, νά εἶναι πρόδειπνος ἀκολουθία καί μπορεῖ ἔστω καί ἔτσι νά βοηθήσει γιά νά ἀποκτήσουμε καί μεῖς, ἄν ὄχι στόν κανονικό χρόνο του, κατ’ οἰκονομία νά ἀποκτήσουμε κάποιες ἀνάλογες ἐμπειρίες.

Πλούσια πνευματική ἐν Χριστῷ τροφή μᾶς προσφέρει ἡ Ἐκκλησία μας πρίν ἀπό τόν ὕπνο, γιά νά μπορέσουμε νά ἀξιοποιήσουμε μοναδικά τίς ὧρες τοῦ ὕπνου, στίς ὁποῖες θέλουμε ἡ ἄκτιστη θεία Χάρη νά ἔχει λόγο καί ἐπίδραση θεανθρώπινη.

Πηγή:http://www.orthros.org

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου