"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Γέροντος Παϊσίου τοῦ ῾Αγιορείτου: Πῶς ἐργάζεται ὁ διάβολος. ῾Η σημασία τῆς ἀνθρώπινης θελήσεως.

"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
∆εύτερο Μέρος
Πώς εργάζεται ό διάβολος

1)«Ό διάβολος κάνει τό πάν, γιά νά μη βοηθηθή ό άνθρωπος»

Ό διάβολος είναι τεχνίτης. Άν φέρη λ.χ. τήν ώρα τής Θείας Λειτουργίας σέ έναν πνευματικό άνθρωπο έναν ελεεινό λογισμό, εκείνος θά τόν καταλάβη, θά τιναχθή καί θά τόν διώξη.
Γι' αυτό τού φέρνει έναν πνευματικό λογισμό.
«Το τάδε βιβλίο, τοϋ λέει, γράφει αυτό γιά την Θεία Λειτουργία». Μετά θά του τραβήξη την προσοχή λ.χ. στον πολυέλαιο. Θά άναρωτηθή ποιος άραγε νά τόν έφτιαξε.
Ή θά τοϋ θυμίση έναν άρρωστο πού πρέπει νά πάη νά τόν δη. «"Α! έμπνευση, λέει, την ώρα της Θείας Λειτουργίας», ενώ είναι ό διάβολος πού μπαίνει ενδιάμεσος και πιάνει ό άνθρωπος την συζήτηση με τόν λογισμό του.
Όποτε ακούει τόν Ιερέα νά λέη «Μετά φόβου...»καί τότε καταλαβαίνει ότι τέλειωσε ή Θεία Λειτουργία και εκείνος δέν συμμετείχε καθόλου.
Νά, και εδώ στον Ναό· πηγαίνει ή έκκλησάρισσα νά άνάψη τά κεριά στον πολυέλαιο και έχω παρατηρήσει ότι και μεγάλους ακόμη τους αποσπά ό πειρασμός εκεί πέρα καί χαζεύουν την αδελφή πώς ανάβει τά κεριά.
Αυτό είναι τελείως παιδικό. Μόνον τά μικρούτσικα παιδιά χαίρονται με κάτι τέτοια καί λένε: «Τά
άναψε!». Δηλαδή, αυτό γιά τά μικρά παιδιά είναι δικαιολογημένο, άλλα γιά τους μεγάλους;
"Η, ενώ πρέπει νά αποφεύγουμε τις κινήσεις τήν ώρα της Θείας Λειτουργίας, ό πειρασμός μπορεί νά βάλη εκείνη τήν ιερή ώρα μιά αδελφή νά γυρίζη στό αναλόγιο τά φύλλα τοϋ βιβλίου, νά κάνη θόρυβο
καί νά αποσπά τους άλλους. Ακούνε «κρίτς-κρίτς», «τί γίνεται;» λένε, καί φεύγει έτσι ό νους άπό τόν Θεό καί χαίρεται τό ταγκαλάκι.
Γι' αυτό νά προσέχουμε νά μή γινώμαστε εμείς αιτία νά αποσπάται ή προσοχή τών άλλων τήν ώρα τής θείας λατρείας.
Κάνουμε ζημιά στον κόσμο καί δέν τό καταλαβαίνουμε. Ή παρατηρήστε σέ καμμιά ανάγνωση. Όταν φθάνη ό αναγνώστης στό πιο ιερό σημείο, άπό τό όποιο θά βοηθηθούν οί άνθρωποι, τότε ή θά χτυπήση δυνατά άπό τόν αέρα ή πόρτα ή θά βήξη κάποιος καί θά άποσπασθή ή προσοχή τους καί δέν θά ωφεληθούν άπό αυτό τό ιερό σημείο. Έτσι κάνει τήν δουλειά του τό ταγκαλάκι.
Ώ, αν βλέπατε τόν διάβολο πώς κινείται! Λεν τόν έχετε δει, γι' αυτό δέν καταλαβαίνετε μερικά πράγματα!
Κάνει τό πάν, γιά νά μή βοηθηθή ό άνθρωπος. Τό έχω παρατηρήσει στό Καλύβι, όταν συζητώ. Μόλις φθάσω ακριβώς στό σημείο πού θέλω, στό πιο ευαίσθητο, γιά νά βοηθήσω αυτούς πού με ακούν, τότε ή κάποιος θόρυβος γίνεται ή έρχονται άλλοι καί διακόπτω.
Τους βάζει προηγουμένως ό διάβολος νά χαζεύουν απέναντι τήν Σκήτη ή νά βλέπουν κάτι, καί κανονίζει νά έρθουν στό πιο λεπτό σημείο τής συζητήσεως, γιά νά αλλάξω θέμα καί νά μήν ωφεληθούν.
Γιατί, όταν άρχίση ή συζήτηση, ξέρει ό διάβολος ποϋ θά κατάληξη καί, επειδή βλέπει ότι θά πάθη ζημιά, στέλνει κάποιον ακριβώς στό πιό ευαίσθητο σημείο, γιά νά με διακόψη.
«Έ, Πάτερ, άπό ποϋ νά μπούμε;», φωνάζει. «Πάρτε λουκούμια καί νερό καί ελάτε άπό 'κεΐ», τους λέω. Άλλοι μπαίνουν εκείνη τήν στιγμή μέσα, οπότε μέ διακόπτουν, γιατί πρέπει νά σηκωθώ νά χαιρετήσω. Άλλοι έρχονται μετά άπό λίγο καί πρέπει πάλι νά σηκωθώ, αρχίζουν καί τήν κουβέντα «άπό ποϋ είσαι κ.λπ.»...
Όποτε είμαι αναγκασμένος νά αρχίσω πάλι άπό τήν αρχή, νά ξαναπώ φέρ' ειπείν τό παράδειγμα πού έλεγα. Μόλις προχωρώ, φωνάζει άπό κάτω άλλος: «Έ, Πάτερ Παΐσιε, πού μένεις; Άπό 'δώ εΐναι ή πόρτα;». Άντε ξανά νά σηκωθής... Βρέ τόν πειρασμό! Έξι-έπτά φορές μιά μέρα μοϋ έκανε τό ϊδιο, μέχρι πού αναγκάσθηκα καί έβαλα μερικούς... φρουρούς! «Έσύ κάθησε εκεί καί κοίταζε νά μήν έρθη κανένας άπό 'κεί. Έσύ κάθησε έδώ, μέχρι νά τελειώσω τήν δουλειά μου». Έξι-έπτά φορές νά άρχίζης ολόκληρη ιστορία, νά τους φέρνης στό σημείο πού θά βοηθηθούν, καί τά ταγκαλάκια πάλι νά δημιουργούν σκηνές!
Βρέ τόν πειρασμό τί κάνει! Γυρίζει τό κουμπί συνέχεια σέ άλλη συχνότητα. Μόλις ό αγωνιζόμενος πάη νά συγκινηθή λίγο άπό κάτι, τάκ, τοϋ γυρίζει τό κουμπί αλλού καί ξεχνιέται μέ εκείνο. Θυμάται πάλι κάτι πνευματικό; Τάκ, του θυμίζει κάτι άλλο. Τόν κάνει όλο τούμπες. Ό άνθρωπος, αν μάθη πώς εργάζεται ό διάβολος, θά απαλλαγή άπό πολλά πράγματα.
- Γέροντα, πώς θά μάθη;
- Νά παρακολουθή. Άμα παρακολουθή κανείς, μαθαίνει. Βλέπεις, οι τσομπαναραίοι είναι οι καλύτεροι μετεωρολόγοι, γιατί παρακολουθούν τά σύννεφα, τον αέρα.


«Ή φτερούγα της θελήσεως»

Ό κόσμος εύκολα επηρεάζεται καί προς το καλό καί προς το κακό.
Προς τό κακό επηρεάζεται πιό εύκολα, γιατί εκεί κανοναρχεϊ καί ό διάβολος.
Πες σε έναν λ.χ. νά κόψη τό τσιγάρο, γιατί βλάπτει. Μόλις θά άποφασίση νά τό κόψη, θά πάη ό διάβολος καί θά τού πή: «Εκείνο τό τσιγάρο έχει λιγώτερο φαρμάκι, τό άλλο έχει φίλτρο καί καθαρίζει... Κάπνισε άπό 'κεϊνα δεν θά σε βλάψουν».
Θά τού βρη δηλαδή μιά δικαιολογία, γιά νά μην τό κόψη· θά τού βρη... μιά λύση! Γιατί ό διάβολος μπορεί νά μάς βρη ένα σωρό δικαιολογίες. Καί εκείνο τό τσιγάρο πού τού προτείνει, μπορεί νά τόν βλάψη ακόμη περισσότερο. Γι' αυτό χρειάζεται νά έχουμε θέληση.
Καί αν κανείς δεν κόψη τά κουσούρια του, όταν είναι ακόμη νέος, μετά είναι δύσκολο νά τά κόψη, γιατί, όσο περνάει ή ηλικία, εξασθενεί ή θέληση.
Αν ό άνθρωπος δέν έχη θέληση, δεν μπορεί νά κάνη τίποτε. Ό Ιερός Χρυσόστομος λέει: «Έν τω θέλειν καί τω μη θέλειν κείται τό παν» [1]
Δηλαδή όλα εξαρτώνται άπό τό αν θέλη ή αν δέν θέλη ό άνθρωπος. Μεγάλη υπόθεση! Ό Θεός είναι φύσει αγαθός καί θέλει πάντοτε τό καλό μας. Χρειάζεται όμως νά θέλουμε καί εμείς. Γιατί ό άνθρωπος πετά πνευματικά μέ δυο φτερούγες- μέ τήν θέληση τού Θεού καί μέτήν θέληση τήν δική του.
Ό Θεός τήν μιά φτερούγα - τήν δική Του θέληση - μάς τήν έχει κολλήσει μόνιμα στον έναν ώμο μας. 'Αλλά γιά νά πετάξουμε πνευματικά, πρέπει καί εμείς νά κολλήσουμε στον άλλο ώμο τήν δική μας φτερούγα, τήν ανθρώπινη θέληση.
Άμα ό άνθρωπος έχη δυνατή θέληση, έχει τήν φτερούγα τήν ανθρώπινη, πού ισορροπεί μέ τήν θεϊκή φτερούγα, οπότε πετάει. Ένώ, αν ή θέληση του είναι ατροφική, πάει νά πετάξη λίγο καί τουμπάρει. Ξαναπροσπαθεί λίγο, πάλι τούμπα!

- Γέροντα, καλλιεργείται ή θέληση;

- Δέν έχουμε πει ότι όλα καλλιεργούνται; Θέληση υπάρχει σέ όλους τους ανθρώπους, σέ άλλους λίγη καί σέ άλλους περισσότερη.
Όταν ό άνθρωπος έχη διάθεση νά άγωνισθή, προσεύχεται καί ζητά άπό τόν Θεό νά τού αύξηση τήν θέληση, καί ό Θεός τόν βοηθάει. Όταν δέν κάνη προκοπή ό άνθρωπος, τότε νά ξέρη ότι ή δέν βάζει καθόλου θέληση ή θά βάζη λίγη καί αυτή θά είναι εξασθενημένη, οπότε καί αυτό πάλι δέν βοηθάει. Ένα πουλί, ας υποθέσουμε, έχει τήν μία φτερούγα του γερή, άλλα παραμελεί τήν άλλη· της πέφτουν μερικά φτερά καί μετά δέν μπορεί νά πετάξη σωστά.
Ή μία φτερούγα δουλεύει καλά, ή άλλη όμως είναι σάν τήν σπασμένη τσατσάρα. Τήν κουνάει τό πουλί, άλλα μπαίνει αέρας ενδιάμεσα καί δέν μπορεί νά πετάξη καλά. Πετάει λίγο καί μετά κάνει τούμπες. Πρέπει νά έχη ακέραιη καί αυτήν τήν φτερούγα, γιά νά μπορή νά πετάη.
Έτσι καί ό άνθρωπος, θέλω νά πω, πρέπει νά προσεχή καί νά μήν παραμελή τήν ανθρώπινη θέληση, άν θέλη νά πετάη συνέχεια σωστά, πνευματικά.
Γιατί τό ταγκαλάκι τί κάνει; Πάει σιγά-σιγά καί τραβάει άπό τήν ανθρώπινη φτερούγα πρώτα κανένα μικρούτσικο φτερό, ύστερα κανένα λίγο μεγαλύτερο, καί άν δέν προσέξη ό άνθρωπος, τού βγάζει και ένα μεγάλο, οπότε πάει νά πετάξη και δέν μπορεί. Και άν τυχόν του τραβήξη μερικά φτερά, τότε, όταν πάη νά πετάξη, μπαίνει αέρας στην φτερούγα πού τής λείπουν φτερά και κάνει τούμπες.
Ή θεϊκή φτερούγα είναι πάντα γεμάτη, συμπληρωμένη· δέν τής λείπουν φτερά, γιατί ό διάβολος δέν μπορεί νά τά τραβήξη καί νά τά βγάλη· είναι θεϊκή.
Νά προσεχή ό άνθρωπος νά μήν άμελήση καί του βγάλη ό διάβολος κανένα φτερό από τήν δική του φτερούγα.
Όταν άρχίζη σιγά-σιγά λίγο ή τεμπελιά, λίγο ή αδιαφορία, εξασθενεί ή θέληση.
Τί νά κάνη ό Θεός, άν δέν θέλη ό άνθρωπος; Δέν θέλει νά έπέμβη, γιατί σέβεται τήν ελευθερία του άνθρωπου.
Αχρηστεύει έτσι ό άνθρωπος καί τήν φτερούγα τού Θεού. Όταν όμως έχη θέληση, έχη δηλαδή καί τήν δική του φτερούγα ακέραιη, τότε θέλει ό Θεός, θέλει καί ό άνθρωπος, καί πετάει ό άνθρωπος.
- Δηλαδή, Γέροντα, τί είναι ακριβώς αυτό τό πέταγμα; Εννοείτε νά θέλω νά προοδεύσω πνευματικά, νά θέλω τήν σωτηρία μου;
- Ναί, βρέ παιδί! Όταν λέω πέταγμα, εννοώ τήν άνοδο τήν πνευματική, δέν εννοώ νά πετάξω νά ανέβω σέ κανένα κυπαρίσσι!
- Είχατε πει, Γέροντα, ότι μπορεί νά όργώνη κανείς, νά σπέρνη, νά κάνη όλες τις σχετικές διαδικασίες, καί νά μή βγάζη ούτε τον σπόρο.
- Ναί, έτσι είναι. Άμα δέν προσεχή κανείς, τού κλέβει τον κόπο του ό διάβολος· ενώ, άν προσεχή καί παίρνη στά ζεστά τό θέμα τής σωτηρίας τής ψυχής του, αγωνίζεται, προκόβει, καρποφορεί, τρέφεται πνευματικά καί χαίρεται αγγελικά.


1. Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου, Υπόμνημα εις την προς Θεσσαλονικείς επιστολήν πρώτην, Ομιλία Ε΄, PG 62, 428.


Απόσπασμα από τις σελίδες  113 -118  του βιβλίου:

        ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
                              ΛΟΓΟΙ  Β΄              
              ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
                  ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
       «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
                  ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου