"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος / τοῦ Φώτη Κόντογλου









Λόγοι Ἀθανασίας Πλήρεις. O Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος

Θάγραφα σήμερα ἀπάνω σὲ κάποιο ἄλλο θέμα, ποὺ νὰ μὴν εἶναι θρησκευτικό. Ἀλλὰ πῆρα πολλὰ γράμματα καὶ τηλεφωνήματα ἀπὸ ἀναγνῶστες τῆς "Ἐλευθερίας" ποὺ ἐκφράζουν τὴ ζωηρὴ ἐπιθυμία τους νὰ διαβάσουν περισσότερα σχετικὰ μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους Πατέρας καὶ τὰ συγγράμματά τους, ἐπειδὴ δὲ βρίσκουν πουθενὰ τέτοια πνευματικὴ τροφή. Λοιπόν, ἄλλαξα σκοπὸ καὶ θὰ γράψω γιὰ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸ Νέο Θεολόγο.

Ἀληθινά. Ἀνύποπτοι εἶναι ὅσοι δὲν γευθήκανε ἀπ' αὐτὴ τὴν ἀθάνατη βρύση, θέλω νὰ πῶ ἀπὸ τοὺς λόγους τῶν ἁγίων Πατέρων, ποὺ πολλοὶ τὰ ἔχουνε γιὰ παπαδίστικες φλυαρίες.

Οἱ λόγοι τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου διαβάζονται στὴν Εὐρώπη σήμερα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο πατερικὸ βιβλίο, ἀπ' ὅσα μεταφρασθήκανε σὲ ξένες γλῶσσες, ὅπως ἔγραψα πρὸ λίγες μέρες. Τοῦτος ὁ ἅγιος ἔχει κάποια χάρη νὰ κάνῃ χειροπιαστὰ τὰ πιὸ ἄπιαστα καὶ τὰ πιὸ βαθειὰ μυστήρια τῆς θρησκείας. Σὰν νὰ σοῦ τὰ δείχνῃ, ὁ μακάριος, μὲ τὸ δάχτυλό του, ἐπειδὴ ἀξιώθηκε νὰ ζῇ μέσα στὸ ἀνέκφραστο Φῶς τοῦ Χριστοῦ, ὄντας ἀκόμα μέσα στὸ σῶμα.

Γεννήθηκε στὴν Παφλαγονία, ποὺ βρίσκεται στὴ Μικρὰ Ἀσία, κατὰ τὸ μέρος τῆς Μαύρης Θάλασσας, ἀπὸ γονέους ποὺ εἴχανε τὸν τρόπο τους. K' ἐπειδὴ ἕνας θεῖος του εἶχε μεγάλο ἀξίωμα στὸ παλάτι, τὸν στείλανε στὴν Πόλη κοντά του, νὰ μάθη γράμματα καὶ νὰ μπῆ στὴ θέση του ἀργότερα. Μὰ ὁ Συμεὼν δὲν ἤθελε νὰ μάθη πολλὰ γράμματα, γιατί τὰ νόμιζε ἀνώφελα, κι' ὁλοένα συναναστρεφότανε μὲ καλόγερους καὶ μὲ φτωχοὺς ἐρημῖτες, ποὺ κατεβαίνανε στὴν Πόλη καὶ τριγυρνούσανε σὰν τοὺς ντερβισάδες. Σ' αὐτοὺς εὕρισκε αὐτὸ ποὺ ποθοῦσε.

Σὰν μεγάλωσε λίγο, πῆγε κ' ἔγινε μοναχὸς στὸ μοναστῆρι τοῦ Στουδίου, ὑποταχτικὸς σ' ἕναν ἅγιον γέροντα, ποὺ τὸν λέγανε καὶ κεῖνον Συμεών, καὶ κεῖνος τὸν κυβερνοῦσε μὲ αὐστηρότητα. Ἐκεῖ, ζώντας σὰν ἄσαρκος ἄγγελος, ἔφταξε σὲ ὑψηλὰ μέτρα ποὺ προφανερώνανε ποιὸς ἤθελε νὰ κατασταθῇ στὸ τέλος. Συνήθιζε νὰ κλείνεται μέσα σὲ μία μικρὴ ἐκκλησία ποὺ εἶχε ἕνα σεντοῦκι γεμάτο κόκκαλα. K' ἐκεῖ ἔκανε τὴν προσευχή του.

Στὸ μεταξύ, ὁ πατέρας του πῆγε στὸ μοναστῆρι νὰ τὸν πάρη, καὶ τὸν παρακαλοῦσε μὲ δάκρυα νὰ πάγη μαζί του, πλὴν ὁ Συμεὼν δὲν θέλησε, κ' ἔκανε χαρτὶ νὰ μοιράση ὁ πατέρας του στοὺς φτωχοὺς τὸ μερίδιό του, κι' αὐτὸς ἀπόμεινε στὸ μοναστῆρι, καὶ περίσσεψε τὴ σκληραγωγία τοῦ κορμιοῦ του, καὶ τὴν ὑπακοή του στὸν πνευματικὸ πατέρα του, μὴν ἔχοντας ὁλότελα θέλημα δικό του. Καὶ τόση ἀφοσίωση εἶχε στὸ γέροντά του, ὥστε δὲν ὑπῆρχε πρᾶγμα ποὺ νὰ τοῦ παραγγείλη καὶ νὰ μὴν τὸ κάνῃ, ἀκόμα κι' ἂν τοῦ ἔλεγε νὰ πέση στὴ θάλασσα. Τὸ γέροντά του τὸν σεβότανε σὰν ἅγιο, ὅπως κ' ἤτανε ἅγιος, καὶ μετὰ τὸ θάνατό του ἔγραψε γι' αὐτὸν ἀκολουθία καὶ ὕμνους, κ' ἔδωσε σ' ἕναν ἁγιογράφο νὰ ζωγραφίση τὴν εἰκόνα του, καὶ τὴν ἔβαλε στὴν ἐκκλησία μὲ καντῆλι, καὶ γιόρταζε τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του.

Γι' αὐτὴ τὴν τιμὴ ποὺ ἔκανε στὸ γέροντα Συμεών, ἐτράβηξε πολλὰ βάσανα, ἐξορίες καὶ μαρτύρια καὶ κατατρεγμοὺς ἀπὸ κάποιους δεσποτάδες ὑποκριτὲς κι' ἄπιστους, ποὺ τὸν λέγανε ἀγράμματον, αὐτοὶ οἱ γραμματισμένοι, ὅπως καὶ σήμερα κάποιοι θεολόγοι σπουδασμένοι στὰς Εὐρώπας καταφρονοῦνε τοὺς ἁπλοὺς κι' ἀγράμματους καλόγερους.

Σὲ τοῦτο τὸ μεταξύ, ὁ πατέρας του δὲν ἡσύχασε, κ' ἔβαλε κάθε μέσον νὰ τὸν ξεκαλογερέψη καὶ νὰ τὸν πάρη νὰ τὸν παντρέψη. Βλέποντας ὁ γέρο Συμεὼν πὼς δὲν εὕρισκε ἡσυχία ὁ μαθητής του, τὸν πῆγε σ' ἕνα ἄλλο μοναστῆρι, τοῦ ἁγίου Μάμαντος, καὶ τὸν παράδωσε στὸν ἡγούμενο Ἀντώνιο, ξακουσμένον γιὰ τὴν ἀρετήν του. Ἐκεῖ μέσα γίνηκε ὁ τύπος κ' ὑπογραμμὸς τῆς μοναχικῆς πολιτείας, καὶ μὲ τὸν καιρὸ τὸν χειροτονήσανε ἱερέα, καὶ σὰν πέθανε ὁ Ἀντώνιος, τὸν ἐκλέξανε οἱ ἀδελφοὶ ἡγούμενο, ποὺ ὅποτε λειτουργοῦσε, βλέπανε τὸ ἅγιο Πνεῦμα σὰν φωτιὰ νὰ κατεβαίνῃ στὸ κεφάλι του. Αὐτὸ τὸ φρικτὸ σημεῖο τὸ βλέπανε ἐπὶ σαρανταοχτὼ χρόνια.

Ἀλλά, μὲ ὅλη τὴν ἁγιότητα ποὺ εἶχε, βρεθήκανε ἄνθρωποι ἀσεβέστατοι ποὺ τὸν βασανίσανε μὲ κάθε τρόπο, βρίζοντάς τον καὶ λέγοντας πὼς εἶναι ὑποκριτὴς καὶ κατηγορώντας τον πὼς ἔκανε ἅγιο τὸ γέροντά του καὶ τὸν γιόρταζε. Κι' ὁ μακάριος Συμεὼν τοὺς συγχωροῦσε, ἀλλὰ μαζί τοὺς πολεμοῦσε μὲ τὰ πνευματικὰ ὅπλα.

Ἡ ζωὴ του στάθηκε γεμάτη ἀπὸ πειρασμοὺς καὶ διωγμούς, καὶ γιὰ νὰ τὴν ἐκθέση κανένας καταλεπτῶς δὲν φθάνει ὄχι μονάχα τούτη ἡ στενὴ λωρίδα τοῦ χαρτιοῦ ποὺ ἔχω, ἀλλὰ βιβλίο ὁλόκληρο. Γιὰ νὰ συντομέψω λοιπόν, θὰ βάλω παρακάτω μοναχὰ κάποια σπουδαῖα περιστατικὰ ποὺ δείχνουνε τὴν ἁγιότητά του καὶ ποὺ τὰ ἔγραψε ὁ ἄξιος μαθητὴς του Νικήτας Στηθάτος.

Ὁ ἅγιος Συμεὼν εἶχε ἕνα καλογεροπαίδι ποὺ τὸ λέγανε Νικηφόρο, καὶ ποὺ τὸ εἶχε ἀναθρέψει ὁ ἴδιος. Αὐτὸς ὁ Νικηφόρος διηγήθηκε στὸν Νικήτα κάποια θαύματα, μὲ τὴν ἁπλότητα ποὺ εἶχε, στὴ διάνοια καὶ στὴ γλῶσσα. "Μὲ ἀγαποῦσε, λέγει, ὁ γέροντάς μου τόσο πολύ, ποὺ δὲν ἄφηνε κανέναν ἄλλον, παρεκτὸς ἀπὸ ἐμένα, ν' ἀπομείνη μαζί του στὸ κελλί του. Ἢ γιατί ἤμουνα ἄκακος, ἢ γιατί τὸν ὑπηρετοῦσα στὰ γηρατειά του, ἢ ἀπὸ οἰκονομία Θεοῦ γιὰ νὰ φανερωθοῦνε τὰ ἔργα του. Καθὼς λοιπὸν ἐκειτόμουνα, μία νύχτα, σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ κελλιοῦ, σὰν νὰ μὲ ξύπνησε κάποιος, καὶ βλέπω ἕνα θέαμα φοβερό. Κοντὰ στὴ σκεπὴ τοῦ κελλιοῦ ἤτανε κρεμασμένη μία εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ποὺ τὴ λένε Δέηση, καὶ μπροστά της ἔκαιγε ἕνα καντῆλι. Λοιπόν, ἀντίκρυ σ' αὐτὴ τὴν εἰκόνα, ὡς τέσσερες πήχεις ψηλότερα ἀπὸ τὴ γῆ, εἶδα τὸν Ἅγιο ποὺ στεκότανε στὸν ἀέρα, κ' εἶχε τὰ χέρια του ἀνασηκωμένα, καὶ προσευχότανε, λάμποντας ὁλόκληρος σὰν τὸ φῶς. K' ἐγώ, βλέποντας αὐτά, ἀπὸ τὸ φόβο μου χώθηκα μέσα στὸ σκέπασμά μου καὶ σκεπάσθηκα κατακούκουλα. Κι' ἀφοῦ ξημέρωσε, διηγήθηκα στὸν Ἅγιο κρυφὰ αὐτὸ ποὺ εἶδα. Κι' ὁ Ἅγιος ἀναστέναξε καὶ μοῦ παράγγειλε νὰ μὴν τὸ πῶ σὲ κανέναν".

Ἄλλη μία φορὰ ξαναεῖδε τὸ ἴδιο θαῦμα, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ ἁγίου: "Ἐπειδὴ λοιπὸν ἦλθε ὁ καιρὸς τοῦ θανάτου του, ἐκείτετον ὁ μακάριος ἀπὸ κακὴ δυσεντερία, βασανιζόμενος πολλὲς μέρες, δίχως νὰ μπορῇ νὰ σαλέψη μόνος του, ἂν δὲν τὸν γυρίζαμε ἐμεῖς ἀπὸ τὸ ἕνα κι' ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος. Ἐνῷ βρισκότανε σ' αὐτὴν τὴν κατάσταση, μοῦ παράγγειλε ν' ἀπομείνω μοναχὸς μαζί του.

Μία νύχτα λοιπόν, ποὺ κοιμόμουνα ξαπλωμένος ἀπάνω σ' ἕνα σεντούκι, σὰν νὰ μὲ σκούντηξε κάποιος, καὶ ξύπνησα, καὶ βλέπω ἐκεῖνον τὸν μακάριο, ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγη ὥρα τὸν εἴχαμε γυρίσει, νὰ στέκεται στὸν ἀγέρα ὡς τέσσερες πῆχες ἀπάνω ἀπὸ τὴ γῆ καὶ νὰ προσεύχεται. Καὶ θυμούμενος τὴν πρώτη φορὰ ποὺ τὸν εἶχα δῆ ἔτσι, θαύμαζα τὴν ἁγιότητά του, συλλογιζόμενος πὼς αὐτός, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ σαλέψη, πὼς σηκώθηκε ἀπ' τὸ στρῶμα, κ' ἐνῷ φοροῦσε σῶμα βαρύ, στεκότανε στὸν ἀγέρα. K' ἔτσι ἀποκοιμήθηκα, καὶ πάλι ξύπνησα, καὶ τὸν βλέπω πὼς ἔπεσε στὸ κρεββάτι του καὶ σκεπάσθηκε μόνος του.

Σὰν ξημέρωσε τοῦ τὸ φανέρωσα, καὶ μοῦ ἔκανε δεσμὸ νὰ μὴν τὸ πῶ σὲ κανέναν πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό του".

Αὐτὸς ὁ Ἅγιος, ποὺ πολεμήθηκε πολὺ στὴ ζωή του ἀπὸ τοὺς κακοὺς ἀνθρώπους, καὶ περιφρονήθηκε σὰν ἀγράμματος ἀπὸ τοὺς σπουδασμένους τοῦ καιροῦ του, τιμήθηκε καὶ ζωντανός, ἀλλὰ περισσότερο μετὰ τὸ θάνατό του, ποὺ ἔλαμψε μὲ τὰ συγγράμματά του καὶ φώτισε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὀνομάσθηκε Νέος Θεολόγος, κατὰ τὸ λόγο τοῦ προφήτη ποὺ λέγει "καὶ ἐν καιρῷ ἐπισκοπῇς αὐτῶν ἀναλάμψουσι καὶ ὡς σπινθῆρες ἐν καλάμῃ διαδραμοῦνται".

K' ἐσύ, ὅποιος κι' ἂν εἶσαι, στοχάσου τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ: Ἐκεῖνος ὁ φτωχὸς καὶ καταφρονεμένος καλόγερος, ποὺ ἔζησε στὰ 1000 μ.X., δηλαδὴ 900 χρόνια πρὶν ἀπό μᾶς, ἀφοῦ διαβάστηκε μὲ δίψα ἀπὸ μυριάδες ἀνθρώπους τοῦ καιροῦ του, ἔσχισε σὰν πύρινο μετέωρο, αὐτοὺς τοὺς 9 αἰῶνες, ποὺ καταβροχθίσανε καὶ ρίξανε στὸ βάραθρο τῆς λησμονιᾶς μυριάδες ἀνθρώπους ποὺ πολλοὶ ἀπ' αὐτοὺς νομίζανε πὼς θὰ μείνουνε ἀθάνατοι, κ' ἔφταξε ὡς τὸν καιρὸ τὸν δικό μας, φωτοβόλος κι' ἄφθαρτος σὰν ἥλιος, γιὰ νὰ δώση ζωὴ καὶ ἐλπίδα στοὺς σημερινοὺς ἀνθρώπους, ποὺ τὸν βρήκανε ψάχνοντας, σὰν νάναι ὁ πιὸ πολύτιμος κι' ἀθάνατος θησαυρός.

Σήμερα, σὲ καιρὸ ποὺ ἡ ἁμαρτωλὴ ζωή, ποὺ ζοῦνε οἱ ἄνθρωποι, παράλυσε σχεδὸν ὅλες τὶς πνευματικὲς δυνάμεις ποὺ ἔβαλε ὁ Θεὸς μέσα στὸν ἄνθρωπο, καὶ τὸν ἔκανε νὰ κολλήση στὰ κτηνώδη πάθη καὶ νὰ παραδοθῆ σύμψυχος στὸν Μαμωνά, σήμερα τρέχουνε ἕνα πλῆθος ψυχὲς νὰ πιοῦνε ἀπὸ τὸ ἀστείρευτο κι' ἀθάνατο νερὸ ποὺ ἀναβρύζει ἀπὸ τὰ λόγια του ἁγίου Συμεών, καὶ ποὺ εἶναι δροσερώτατο, μ' ὅλο ποὺ ἡ πηγὴ ἀπ' ὅπου βγαίνει βρίσκεται 1000 χρόνια μακριὰ ἀπό μᾶς, μέσα στὸ σκοτάδι τοῦ καιροῦ.

Τὰ ἁγιασμένα βιβλία του διαβάζουνται μὲ δίψα σὲ κάθε χώρα, καὶ θὰ διαβάζουνται ὁλοένα καὶ περισσότερο, σὲ γλῶσσες ποὺ ἀγωνιζόμαστε ἐμεῖς νὰ μεταφράσουνε τὰ γραψίματά μας, ποὺ θὰ τὰ θάψη μεθαύριο ἡ λησμονιά, μ' ὅλους τοὺς νεωτερισμοὺς καὶ τὶς δυσκολονόητες καὶ περίπλοκες θεωρίες μας.

Γιατί ὅλα αὐτὰ ποὺ γράφουμε ἐμεῖς, φιλοσοφίες, λογοτεχνίες, ἐπιστημονικὲς θεωρίες, βγαίνουνε ἀπὸ τὸν ὑλικὸ νοῦ μας, "τὸν νοῦν τῆς σαρκός μας", ὅπως τὸν λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, καὶ γι' αὐτὸ ἔχουνε τὸ θάνατο μέσα τους, ἐνῷ ὅ,τι ἔγραψε ὁ ἅγιος Συμεὼν εἶναι "ἀθανασίας πλῆρες".


Πηγή:http://www.agiazoni.gr
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου